Παναγιώτας Αργυρού ν. Αεροπορία Αιγαίου Α.Ε. (Αegean Airlines SA), Αρ. Αγωγής: 4968/2007, 11 Aυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4968/2007 Μεταξύ: Παναγιώτας Αργυρού Ενάγουσας και Αεροπορία Αιγαίου Α.Ε. (Αegean Airlines S.A.) Εναγόμενων --------------------------- Ημερομηνία: 11 Aυγούστου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Β. Ερωτοκρίτου Για τους Εναγόμενους: κα Α. Κακογιάννη Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τον τραυματισμό της Ενάγουσας που επεσυνέβη στις 24.11.2006 ενώ αυτή επέβαινε ως επιβάτιδα σε αεροπλάνο ιδιοκτησίας των Εναγομένων στην πτήση ΑΕΕ-905 από Λάρνακα προς Αθήνα όταν σε κάποιο σημείο της πτήσης, καφές ο οποίος προσφερόταν από το πλήρωμα χύθηκε σε αυτήν, προκαλώντας της εγκαύματα. Αποτελεί θέση της Ενάγουσας ότι ο τραυματισμός της επήλθε συνεπεία της αμέλειας και/ή της παράβασης των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων οι οποίοι προσέφεραν και/ή σέρβιραν καφέ σε αυτήν με τρόπο αμελή και/ή έχυσαν και/ή περιέλουσαν αυτή με ζεστό ρόφημα ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι τούτο ήταν επικίνδυνο για την ίδια και/ή προσέφεραν και/ή εσέρβιραν πρόγευμα και ρόφημα σε τραπεζάκι το οποίο ήταν ελαττωματικό και/ή χαλασμένο. Παράλληλα, είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης και/ή καθήκον των Εναγομένων όπως λάβουν τα δέοντα μέτρα και τις προφυλάξεις για την ασφάλειά της κατά τον χρόνο που αυτή βρισκόταν στο αεροπλάνο των Εναγομένων από Λάρνακα προς Αθήνα και στην επιστροφή και/ή να μην εκθέσουν αυτή σε κίνδυνο σωματικής βλάβης, καθήκον που τελικά δεν εκπλήρωσαν. Με την Έκθεση Υπεράσπισής τους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι στις 24.11.2006 η Ενάγουσα επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο τους με προορισμό την Αθήνα έχοντας ανάλογο εισητήριο, αλλά αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της και ισχυρίζονται ότι ουδεμία ευθύνη φέρουν για το ατύχημα. Σύμφωνα δε με τις δικογραφημένες τους θέσεις, το αναφερόμενο δυστύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια της Ενάγουσας η οποία κατά τη διάρκεια του σερβιρίσματος πήρε μόνη της από το δίσκο σερβιρίσματος το φλυτζανάκι με τον καφέ και το τοποθέτησε πάνω στο τραπεζάκι της και στη συνέχεια άπλωσε το χέρι της στο δίσκο της αεροσυνοδού με σκοπό να πάρει γαλατάκι ή ζάχαρι με αποτέλεσμα να αγγίξει το φλυτζανάκι και το περιεχόμενό του να χυθεί πάνω της. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων, οι συνήγοροι συμφώνησαν ότι το ποσό των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων της Ενάγουσας επί πλήρους ευθύνης ανέρχεται σε €10.000,
- Επομένως, στη βάση αυτής της δήλωσης, ως μόνο επίδικο θέμα παρέμενε η ευθύνη για το επίδικο περιστατικό. Προσαχθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, για την εκδοχή της Ενάγουσας κατέθεσε η ίδια ως ΜΕ1, η κα Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου (ΜΕ2) και ο κ. Αλέξανδρος Σταύρου (ΜΕ3), ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης των Εναγομένων δόθηκε μαρτυρία από την κα Αικατερίνη Μαρκάκη (ΜΥ1), την κα Μαρία Σακλαμπάνη (ΜΥ2), την κα Έφη Μανωλακάκη (ΜΥ3) και τον κ. Χαρίλαο Μαρκόπουλο (ΜΥ4). Η Ενάγουσα, η οποία κατέθεσε ως ΜΕ1, για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α), όπου αναφέρονται συνοπτικά τα ακόλουθα: Στις 24.11.2006 επιβιβάστηκε σε αεροπλάνο των Εναγομένων με προορισμό την Αθήνα μαζί με τις φίλες της Τούλια Θεμιστοκλέους και Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου (ΜΕ2). Η ίδια με τις φίλες της κάθονταν στις δεξιές σειρές του αεροσκάφους με μέτωπο προς το πιλοτήριο (από το παράθυρο προς τον διάδρομο κάθονταν με τη σειρά η Τούλια, η Σταυρούλλα και η Ενάγουσα). Αμέσως μετά το φαγητό, οι αεροσυνοδοί άρχισαν να σερβίρουν καφέ και όταν τους προσέγγισε η αεροσυνοδός ζήτησαν καφέ και οι τρείς. Ακολούθως, η αεροσυνοδός πήρε και τα τρία φλυτζάνια και τα γέμισε με καφέ, οπότε στην επιτροφή των γεμάτων φλυτζανιών και αφού η αεροσυνοδός κατέβασε τον δίσκο χαμηλότερα, η Ενάγουσα πήρε το πρώτο φλυτζάνι και το έδωσε στην Τούλια και το δεύτερο στην Σταυρούλλα. Ενώ η Ενάγουσα ζήτησε γάλα από την αεροσυνοδό, η τελευταία έχασε την ισορροπία του δίσκου, με αποτέλεσμα το φλυτζάνι που προοριζόταν για την Ενάγουσα να πέσει από το δίσκο της αεροσυνοδού και αφού κτύπησε στο ανοικτό τραπεζάκι της Ενάγουσας, χύθηκε μέσα στα πόδια της προκαλώντας της εγκαύματα στην αριστερή περιοχή του μηρού και της βουβωνικής χώρας. Αμέσως μετά η Ενάγουσα πήρε το φλυτζάνι και με τον λίγο καφέ που είχε απομείνει μέσα προσπάθησε να το βάλει στο τραπεζάκι. Λόγω του ότι όμως το τραπεζάκι ήταν χαλασμένο και η ίδια ήταν δεμένη με τη ζώνη ασφαλείας, το φλιτζάνι ξαναέπεσε και πάλι στα πόδια της και άδειασε εκεί. Η αεροσυνοδός φανερά σοκαρισμένη της ζήτησε συγνώμη και έτρεξε να φέρει χαρτοπετσέτες, ενώ η Ενάγουσα έτρεξε στο αποχωρητήριο στο πίσω μέρος του αεροσκάφους και έβαλε νερό στην περιοχή του εγκαύματος αφού έβγαλε τα ρούχα της. Μαζί με την Ενάγουσα ήταν και η φίλη της Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου (ΜΕ2) και λίγο αργότερα μετεβηκε και μια άλλη αεροσυνοδός η οποία την οδήγησε στο μπροστινό αποχωρητήριο του αεροσκάφους. Εκεί της προσφέρθηκαν οι πρώτες βοήθειες από κάποια γυναίκα ιατρό με το όνομα Μάρω η οποία ζήτησε από την αεροσυνοδό να διευθετηθεί παραλαβή της Ενάγουσας στην Αθήνα από ασθενοφόρο καθότι το έγκαυμα που υπέστηκε ήταν σοβαρό. Σε μεταγενέστερο στάδιο και πριν από την προσγείωση, μια αεροσυνοδός άνοιξε το τραπεζάκι της Ενάγουσας και αφού το έλεγξε είπε μεγαλοφώνως ότι «αυτό είναι χαλασμένο». Όταν έφθασαν στην Αθήνα, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο του αεροδρομίου, όπου και ήρθε η αστυνομία ώστε να καταγράψει το συμβάν, ως η παράκλησή της. Πράγματι, το γεγονός καταγράφηκε από αστυνομικό αφού συνομίλησε και με τις αεροσυνοδούς (φωτοαντίγραφο του αποσπάσματος από το Βιβλίο Συμβάντων ημερομηνίας 24.11.2006 της Ελληνικής Αστυνομίας, Διεύθυνση Αστυνομίας Αερολιμένα Αθηνών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1). Ακολούθως, με συνοδεία προσωπικού των Εναγομένων η Ενάγουσα μεταφέρθηκε σε άλλο νοσοκομείο εκτός αεροδρομίου και από εκεί στο ξενοδοχείο Athens Cypria από όπου αποχώρησε την επόμενη ημέρα για την Κύπρο. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της η Ενάγουσα επανέλαβε τις θέσεις της που περιέχονται στη Γραπτή της Δήλωσης και διευκρίνισε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η αεροσυνοδός στεκόταν μπροστά και αριστερά της. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι αμέσως μετά το περιστατικό η αεροσυνοδός η οποία της έχυσε τον καφέ δεν ξαναπήγε κοντά της. Τέλος, η κα Αργυρού αρνήθηκε την υποβολή της συνηγόρου των Εναγομένων ότι αμέσως μετά το περιστατικό αλλά και μετέπειτα απολογήθηκε στην αεροσυνοδό για την αναστάτωση που δημιούργησε. Ως ΜΕ2 κατέθεσε η φίλη και συνεπιβάτιδα της Ενάγουσας κα Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου η οποία επίσης υιοθέτησε τη Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Β) για σκοπούς της κυρίως εξέτασης της. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της ανέφερε συνοπτικά τα εξής: Κατά τη διάρκεια του σερβιρίσματος του καφέ, είχαν τοποθετηθεί στο δίσκο της αεροσυνοδού και τα τρία φλυτζάνια μαζί και ενώ η θέση της αεροσυνοδού ήταν μπροστά και αριστερά του καθίσματος της Ενάγουσας. Στην επιστροφή των γεμάτων με καφέ φλυτζανιών, η Ενάγουσα πήρε το πρώτο φλυτζάνι και το έδωσε στην Τούλια και μόλις έδωσε το δεύτερο φλυτζάνι στην ίδια την ΜΕ2, αυτή ανέφερε ότι θα ήθελε ένα επιπλέον γαλατάκι. Προτού ακόμη η Ενάγουσα πάρει το φλυτζάνι της, ανέφερε στην αεροσυνοδό ότι ήθελαν γάλα και καθώς η αεροσυνοδός κρατούσε το δίσκο στην αρχική του θέση, έχασε την ισορροπία του δίσκου και το φλυτζάνι της Ενάγουσας γλίστρησε από τον δίσκο και αφού κτύπησε στο ανοικτό τραπεζάκι της χύθηκε μέσα στα πόδια της. Ακολούθως, η Ενάγουσα σήκωσε το φλυτζάνι με τον καφέ που είχε απομείνει και το έβαλε στο τραπεζάκι της αλλά επειδή αυτό κουνιόταν και δεν ήταν σταθερό, ο καφές ξαναχύθηκε πάνω της. Η αεροσυνοδός φανερά σοκαρισμένη απολογήθηκε και έφυγε για να φέρει χαρτοπετσέτες αλλά η Ενάγουσα πήγε με την ίδια την ΜΕ2 στις τουαλέτες στο πίσω μέρος του αεροπλάνου για να βάλει νερό στα τραύματά της. Λίγα λεπτά αργότερα, μια αεροσυνοδός προσφέρθηκε να βοηθήσει και ζήτησε από την Ενάγουσα να προχωρήσει στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους και εκεί έγινε ανακοίνωση για γιατρό που τυχόν βρισκόταν στην πτήση. Αφού της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες από κάποιο γιατρό, η Ενάγουσα επέστρεψε στη θέση της. Μετά από λίγη ώρα η αεροσυνοδός η οποία είχε βοηθήσει προηγουμένως την Ενάγουσα, άνοιξε το τραπεζάκι που ήταν μπροστά στην Ενάγουσα και αφού το έλεγξε, διαπίστωσε, εκφράζοντας το και μεγαλοφώνως, ότι ήταν χαλασμένο. Μετά την προσγείωση στην Αθήνα η Ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο του αεροδρομίου όπου η ίδια και οι φίλες της ζήτησαν από τις συνοδούς των Εναγομένων να έλθει η Αστυνομία για να καταγράψει το περιστατικό. Πράγματι ο αστυνομικός κατέγραψε το συμβάν αφού συνομίλησε με μέλη του προσωπικού των Εναγομένων και αφού ζητήθηκαν από την Ενάγουσα και τις φίλες της τα διαβατήρια τους για ταυτοποίηση στοιχείων. Ακολούθως, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε σε άλλο νοσοκομείο και από εκεί στο ξενοδοχείο Athens Cypria, από όπου αποχώρησε την επόμενη ημέρα για την Κύπρο. Κατά την αντεξέταση η ΜΕ2 επέμεινε στους ισχυρισμούς της που περιέχονται στη Γραπτή της Δήλωση και αρνήθηκε τις υποβολές της κας. Κακογιάννη τόσο σε σχέση με το ότι το ατύχημα προκλήθηκε όταν η Ενάγουσα άπλωσε απρόσεκτα το χέρι της για να πιάσει γάλα από το δισκάκι της αεροσυνοδού ενώ το φλυτζάνι ήταν ήδη στο δίσκο της, όσο και σε σχέση με το ότι η Ενάγουσα απολογήθηκε στην αεροσυνοδό για το περιστατικό. Ως ΜΕ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Αλέξανδρος Σταύρου ο οποίος ταξίδευε στην πτήση για Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Ο μάρτυρας καθόταν στη δεξιά πλευρά του αεροπλάνου με μέτωπο προς το πιλοτήριο στη θέση δίπλα στο διάδρομο και πίσω από την Ενάγουσα, οπότε και έγινε μάρτυρας του εξής περιστατικού: Όταν μετά το φαγητό μια αεροσυνοδός σέρβιρε καφέ, ένα φλυτζάνι καφέ που ήταν στο δίσκο της ξαφνικά και χωρίς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο να αγγίξει το δίσκο, έγειρε το δίσκο και έπεσε μπροστά στο τραπεζάκι της Ενάγουσας με αποτέλεσμα το περιεχόμενο του φλυτζανιού να χυθεί στα πόδια της. Μετά το επεισόδιο, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε αρχικά στο πισινό αποχωρητήριο και αργότερα στο μπροστινό, ενώ έγινε και ανακοίνωση για γιατρό. Η κα Αικατερίνη Μαρκάκη, ιπτάμενη συνοδός στην υπηρεσία των Εναγομένων κατέθεσε ως ΜΥ1 και ανέφερε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: Στις 24.11.2006 ήταν ιπτάμενη συνοδός στην οικονομική καμπίνα της πτήσης ΑΕΕ-905 από Λάρνακα-Αθήνα μαζί με τις αεροσυνοδούς Μανωλακάκη και Μελλισουργάκη, ενώ προϊσταμένη της πτήσης ήταν η κα Μαρία Σακλαμπάνη (ΜΥ2) και κυβερνήτης του αεροσκάφους ο κ. Μόσιαλος. Μετά το σερβίρισμα του φαγητού στη πτήση ξεκίνησε μαζί με τη συνάδελφό της κα. Μανωλακάκη την προσφορά του καφέ και του τσαγιού. Η ίδια ήταν μπροστά σερβίροντας καφέ και η κα. Μανωλακάκη την ακολουθούσε με το σερβίρισμα του τσαγιού. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ένα μπλέ μικρό δίσκο, επενδυμένο με ειδικό αντιολισθητικό χαρτί που επάνω είχε ένα μικρότερο δισκάκι με ζαχαρίτσες και γαλατάκια ως το Τεκμήριο 2, και στο δεξί της χέρι κρατούσε την κανάτα με τον καφέ. Στη σειρά 8 στη δεξιά πλευρά του αεροσκάφους κάθονταν τρείς κοπέλες οι οποίες, όταν ερωτήθηκαν, ζήτησαν καφέ και έβαλαν τα φλυτζάνια τους στο δίσκο της αεροσυνοδού. Η ίδια έβαλε καφέ και στα τρία φλυτζάνια και τους πλησίασε το δίσκο ώστε να πάρουν τα φλυτζάνια. Πρώτη πήρε το φλυτζάνι η κυρία στη θέση 8F (παράθυρο) και έπειτα οι άλλες δύο. Η Ενάγουσα, η οποία καθόταν στη θέση 8D, πήρε το φλυτζάνι μόνη της από το δίσκο της αεροσυνοδού και το τοποθέτησε μόνη της πάνω στο ανοικτό τραπεζάκι της ακριβώς μπροστά της και δεν το έβαλε ούτε στην ειδική εσοχή που έχει το πτυσσόμενο τραπεζάκι ούτε μέσα στο δισκάκι που είχε μπροστά της. Αμέσως μετά, ρώτησε εάν επιθυμούσαν ζάχαρη ή γάλα και η Ενάγουσα, χωρίς να απαντήσει, άπλωσε ξαφνικά το χέρι της στο δίσκο, ο οποίος ήταν στο ύψος δίπλα και αριστερά της, και ενώ το φλυτζάνι με τον καφέ ήταν τοποθετημένο στο τραπεζάκι της. Ενόσω η Ενάγουσα άπλωνε το χέρι της στο δίσκο της ΜΥ1, από μια απότομη κίνηση που έκανε, το φλυτζάνι με τον καφέ χύθηκε πάνω στα πόδια της. Ακολούθως το σήκωσε μόνη της αλλά με κάποια άλλη κίνησή της ξανάπεσε. Αμέσως η Ενάγουσα ζήτησε συγνώμη και η ΜΥ1 πήγε στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους όπου ενημέρωσε σχετικά την κα Σακλαμπάνη (ΜΥ2) και πήρε λινές πετσέτες και νερό και γύρισε στη σειρά
- Στο μεταξύ η Ενάγουσα είχε σηκωθεί και είχε πάει μόνη της στην πίσω τουαλέτα του αεροσκάφους. Το όλο περιστατικό είδε και η κα Μανωλακάκη (ΜΥ3) η οποία ήταν λίγο πιο πίσω. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΥ1, μετά το γεγονός η ίδια συνέχισε το σερβίρισμα του καφέ αφού σε καμία στιγμή η Ενάγουσα δεν απέδωσε ευθύνη σε οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού των Εναγομένων, ενώ όταν το σερβίρισμα του καφέ τελίωσε και συναντήθηκαν έξω από την τουαλέτα, η Ενάγουσα ανέφερε ότι είναι καλά και ζήτησε συγνώμη για την αναστάτωση. Σύμφωνα με τους κανονισμούς ασφαλείας το τραπεζάκι της Ενάγουσας δεν ήταν χαλασμένο και σε καμία περίπτωση δεν θα επιτρεπόταν στην Ενάγουσα να μην είναι προσδεδεμένη κατά την προσγείωση ως αυτή ισχυρίστηκε. Ως ΜΥ2 κατέθεσε η κα. Μαρία Σακλαμπάνη, προϊσταμένη καμπίνας στην πτήση ΑΕΕ-905 από Λάρνακα-Αθήνα και υπεύθυνη για ολόκληρο το αεροσκάφος, η οποία στη συγκεκριμένη πτήση εξυπηρετούσε τη διακεκριμένη θέση (business class). Στα πλαίσια της μαρτυρίας της κατέθεσε τα ακόλουθα: Κατά το μέσο της πτήσης και κατά τη διάρκεια εξυπηρέτησης της διακεκριμένης θέσης, ήρθε μπροστά η ιπτάμενη συνοδός κα Κατερίνα Μαρκάκη (ΜΥ1) και την ενημέρωσε ότι μια κυρία που καθόταν στη θέση 8D κάηκε με δική της υπαιτιότητα από τον καφέ που της είχε προσφερθεί. Είδε την ΜΥ1 να βάζει νερό σε ένα πλαστικό ποτήρι, να παίρνει λινές πετσέτες και να κατευθύνεται προς την οικονομική καμπίνα. Λίγα λεπτά αργότερα, πήγε και η ίδια στην οικονομική καμπίνα για να δει την επιβάτιδα που είχε καεί αλλά εκείνη δεν βρισκόταν στη θέση της και το τραπεζάκι της ήταν κλειστό. Ως εκ τούτου, κατευθύνθηκε προς τις πίσω τουαλέτες του αεροσκάφους και είδε μια κυρία να βγαίνει από την πίσω τουαλέτα και να λέει στην ΜΥ1 «συγνώμη για την αναστάτωση» και τότε αντελήφθηκε ότι ήταν η κυρία που είχε τραυματιστεί. Της πρότεινε να πάνε στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους ώστε να της παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες, όπως και έγινε, αφού κλήθηκε και προσήλθε μια γιατρός που επέβαινε στο αεροσκάφος με το σύζυγό της που ήταν νοσηλευτής. Καθόλη τη διάρκεια της προσφοράς πρώτων βοηθείων η Ενάγουσα ήταν απολογητική και σε κανένα σημείο δεν απέδωσε ευθύνη στην ΜΥ1 ή σε οποιοδήποτε άλλο μέλος του προσωπικού των Εναγομένων. Σχετικά με το περιστατικό ενημερώθηκε και ο κυβερνήτης του αεροσκάφους, ο οποίος σε συνεννόηση με την ίδια την ΜΥ2 κάλεσε ασθενοφόρο, το οποίο περίμενε την Ενάγουσα όταν το αεροσκάφος προσγειώθηκε στην Αθήνα ώστε να μεταφερθεί για τα περαιτέρω. Η ΜΥ2 αρνείται τη θέση της Ενάγουσας οτι το τραπεζάκι στη θέση της ήταν χαλασμένο και ότι κατά την προσγείωση δεν είχε προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας, επικαλούμενη κανονισμούς ασφαλείας. Τέλος, όταν κατέβηκαν όλοι οι επιβάτες από το αεροσκάφος (συμπεριλαμβανομένης και της Ενάγουσας), καθηκόντως συμπλήρωσε μια σύντομη αναφορά πτήσης/Cabin Crew Report (Τεκμήριο 3), με τα γεγονότα προς ενημέρωση της εταιρείας, ενώ σε κανένα σημείο δεν επικοινώνησε ούτε η ίδια ούτε οποιοδήποτε άλλο μέλος του πληρώματος με κάποιο αστυνομικό σε σχέση με το περιστατικό. Ως ΜΥ3 κατέθεσε στο Δικαστήριο η κα Ευφροσύνη Μανωλακάκη η οποία για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη Γραπτή της Δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Στ. Η μάρτυρας ήταν επίσης ιπτάμενη συνοδός στην οικονομική καμπίνα για την πτήση ΑΕΕ-905 από Λάρνακα-Αθήνα στις 24.11.2006 μαζί με τις αεροσυνοδούς Μαρκάκη (ΜΥ1) και Μελλισουργάκη. Σύμφωνα με την ίδια, μετά το σερβίρισμα του φαγητού ξεκίνησε μαζί με την ΜΥ1 την προσφορά του καφέ και του τσαγιού. Η ΜΥ1 ήταν μπροστά για το σερβίρισμα του καφέ και η ίδια ακολουθούσε με το σερβίρισμα του τσαγιού. Μόλις είχε σερβίρει τη σειρά 7 του αεροσκάφους και ετοιμαζόταν να προχωρήσει, είδε την ΜΥ1 να σερβίρει τις σειρές 8 D, E και F του αεροσκάφους. Ενώ, λοιπόν, η ΜΥ1 στεκόταν δίπλα και αριστερά της επιβάτιδας στη θέση 8D, η μάρτυρας αντιλήφθηκε ότι η εν λόγω επιβάτιδα στην προσπάθειά της να πάρει κάτι από το δισκάκι της ΜΥ1, έσπρωξε το φλυτζάνι με τον καφέ που βρισκόταν στο τραπεζάκι της, με αποτέλεσμα να χυθεί πάνω της και να καεί. Σε καμία στιγμή δεν είδε τη συναδελφό της να χάνει την ισορροπία του δίσκου της, η δε επιβάτιδα στη θέση 8D ζήτησε συγνώμη στην ΜΥ1 και νερό. Ακολούθως, η ΜΥ1 κατευθύνθηκε στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους και η επιβάτιδα στο πίσω μέρος του αεροσκάφους. Η ΜΥ1 επέστρεψε στη σειρά 8 μέτα από λίγα λεπτά, κρατώντας στα χέρια της λινές πετσέτες και ένα ποτήρι νερό, σκούπισε το τραπεζάκι στη θέση 8D και το έκλεισε. Λίγα λεπτά αργότερα, η μάρτυρας είδε την προϊσταμένη της πτήσης κα. Σακλαμπάνη (ΜΥ2) να κατευθύνεται προς το πίσω μέρος του αεροσκάφους και ακολούθως μετά να κατευθύνεται μαζί με την επιβάτιδα του 8D στο μπροστινό μέρος της καμπίνας για να της προσφερθούν οι πρώτες βοήθειες αφού είχε γίνει και αγγελία για γιατρό. Όπως επίσης ανέφερε η ΜΥ3, η ίδια προσωπικά έλεγξε όλους τους επιβάτες της οικονομικής καμπίνας κατά την προσγείωση και η Ενάγουσα ήταν προσδεδεμένη με ζώνη ασφαλείας λόγω και των σαφών οδηγιών που υπάρχουν. Ο κ. Χαρίλαος Μαρκόπουλος, Διευθυντής του Σταθμού Αερολιμένα Αθηνών της Aegean Airlines S.A. από το 2001, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΥ
- Στις 24.11.2006 έλαβε τηλεφώνημα από την υπεύθυνη βάρδιας του Σταθμού κα. Καλλιόπη Σαραφίδου, η οποία τον ενημέρωσε ότι είχε προκύψει κάποιο περιστατικό τραυματισμού μιας επιβάτιδας στη πτήση ΑΕΕ-905 από Λάρνακα - Αθήνα εντός του αεροσκάφους. Επίσης, ενημερώθηκε ότι δυο υπάλληλοι/συνοδοί εδάφους ήταν με την επιβάτιδα που τραυματίστηκε ώστε να την συνοδεύσουν στο ΕΚΑΒ του αερολιμένα. Την επόμενη ημέρα πήγε στο Σταθμό όπου η κα Σαραφίδου τον ενημέρωσε ότι ενώ η εν λόγω επιβάτιδα ήταν στο ΕΚΑΒ ζήτησε από τις συνοδούς εδάφους να προσέλθει η Αστυνομία για να καταγράψει το συμβάν. Όπως διαβεβαιώνεται από την κα Σαραφίδου, το μόνο που εκείνη έπραξε ήταν να δώσει οδηγίες στον αστυνομικό βάρδιας του αερολιμένα να μεταβεί στο ΕΚΑΒ ώστε η επιβάτιδα να προβεί στην επιθυμητή αναφορά του συμβάντος και η ίδια ουδέποτε μίλησε με οποιονδήποτε αστυνομικό ή κάποιο μέλος του πληρώματος της πτήσης, ούτε γνώριζε πως είχε προκληθεί το συμβάν κατά την ώρα της πτήσης. Για το λόγο αυτό στις 20.2.2007 η κα Σαραφίδου προέβηκε σε διευκρινιστική δήλωση προς την Αστυνομική Διεύθυνση Αερολιμένα Αθηνών με την οποία καθιστούσε σαφές ότι η αναφορά συμβάντος της 24.11.2006 (Τεκμήριο 1) δεν συνιστούσε δήλωση των Εναγομένων αλλά απλή περιγραφή των ισχυρισμών της επιβάτιδας (η εν λόγω δήλωση της κας. Σαραφίδου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5). Αγορεύσεις Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών υιοθέτησαν τις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου. Έχω με προσοχή μελετήσει λεπτομερώς την επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων και λόγω του ότι αυτή είναι καταγεγραμμένη δεν θεωρώ σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά στις θέσεις των ευπαιδευτών συνηγόρων θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Το αδίκημα της αμέλειας, το οποίο είναι ένα από τα πιο σημαντικά και κοινά αδικήματα του δικαίου των αστικών αδικημάτων προβλέπεται στο άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο διαβάζεται ως εξής: «
- (α) στην τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε. ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις. Και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπείχε υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Στην δε παράγραφο
(2)του άρθρου 51, απαριθμούνται περιπτώσεις ύπαρξης υποχρέωσης επίδειξης επιμέλειας. Το αδίκημα της αμέλειας έχεις τις ρίζες του στο κοινοδίκαιο, ενώ η βάση της σύγχρονης αντίληψης της αμέλειας και η διαμόρφωσή της σε ξεχωριστό ανεξάρτητο αστικό αδίκημα τέθηκε στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)AC 562 όπου διατυπώθηκε η αρχή του πλησίον ως ακολούθως: «Πρέπει να ασκείς εύλογη επιμέλεια για να αποφεύγεις πράξεις ή παραλείψεις που μπορείς εύλογα να προβλέψεις ότι θα ήταν πιθανό να βλάψουν τον πλησίον σου. Ποιος λοιπόν, κατά νόμο, είναι ο πλησίον μου; Η απάντηση φαίνεται να είναι - πρόσωπα που είναι τόσο εγγύς και άμεσα επηρεαζόμενα από την πράξη μου που θα έπρεπε εύλογα να τα έχω στη σκέψη μου ως έτσι επηρεαζόμενα όταν κατευθύνω το μυαλό μου σ' αυτές τις πράξεις ή παραλείψεις.» Όπως είναι η νομική θέση σήμερα, στα πλαίσια αγωγής για αμέλεια, εναπόκειται στον Ενάγοντα να αποδείξει τα τρία συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ήτοι ότι ο Εναγόμενος υπείχε υποχρέωση επιμέλειας έναντι του, ότι ο Εναγόμενος παρέβη την υποχρέωση αυτή και ότι, συνεπεία της παράβασης, ο Ενάγοντας υπέστηκε ζημιά (βλ. Σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμης & Ερωτοκρίτου
(2003), στον Τόμο 2, στη σελίδα 8). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ v. Πέτρου Μιχαήλ
(1989)1 ΑΑΔ 453 στη σελίδα 458 όπου γίνεται μια συνοπτική αναφορά στα στοιχεία που συνθέτουν το αδίκημα της αμέλειας και περιλαμβάνουν την ύπαρξη του καθήκοντος επιμέλειας, την παράβαση του, την προκαλούμενη ζημιά καθώς και τις έννοιες του λογικού συνετού ανθρώπου, του πλησίον και της δυνατότητας πρόβλεψης του κινδύνου: «Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του «μέσου συνετού ανθρώπου» και του «πλησίον» διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμελείας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Το καθήκον της προσήκουσας προσοχής περιλαμβάνει και την υποχρέωση του εργοδότη να παρέχει στους υπαλλήλους του ασφαλές ή κατάλληλο σύστημα και τόπο εργασίας και να μην τους εκθέτει σε περιττούς κινδύνους. Τα δύο αυτά στοιχεία της προσήκουσας προσοχής συνιστούν και τα κριτήριά τους. Συστατικός όρος της έννοιας του μη αναγκαίου ή περιττού κινδύνου (unnecessary risk) είναι η έλλειψη πρόβλεψης ή ακόμα σωστής πρόβλεψης για το ζημιογόνο αποτέλεσμα που όφειλε ή μπορούσε ο εργοδότης με τη χρήση σωστών μέσων που είχε στη διάθεσή του, να αποφύγει. Χωρίς φυσικά να παραγνωρίζει κανείς ότι ο υπάλληλος δεν έχει ουσιαστικό λόγο στις διευθετήσεις του εργοδότη στο υπό συζήτηση θέμα. Το καθήκον του εργοδότη στο ζήτημα αυτό έχει οριοθετήσει ο Λόρδος Wright με την εξής παρατήρηση στην υπόθεση Nicolls v. Austin Leyton Ltd.
(1946)2 All E.R. 92: "That the common law duty exists in proper cases in unquestionable. But it is limited to reasonable exercise of care and skill to guard against danger which as reasonable people, the employers ought to have anticipated." Αναφορικά με την έννοια του «μη αναγκαίου κινδύνου» ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής σωστά υιοθέτησε τον παρακάτω ορισμό που έδωσε ο Δικαστής Slade στην υπόθεση Allard v. Saunders Ltd.
(1953)1 All E.R. 395, 397 που έτυχε της επιδοκιμασίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αθανασίου v. Δημοκρατίας
(1969)1 ΑΑΔ 160: "In case there is any doubt about the meaning of the word "unnecessary", I would take the duty as being a duty not to subject the employee to any risk which the employer can reasonable foresee, or, to put it slightly lower, not to subject the employee to any risk that the employer can reasonably foresee and against which he can guard by any measures, the convenience and expense of which are not entirely disproportionate to the risk involved.» Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους. Η Ενάγουσα μου έκανε πολύ θετική εντύπωση. Ήταν μάρτυρας ειλικρινής, σαφής και σταθερή στα πλαίσια της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο. Γενικότερα, έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Ειδικότερα, κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερή στη θέση της αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα σε σχέση με το περιστατικό του καφέ και ότι ο καφές δεν χύθηκε από δική της υπατιότητα αλλά λόγω του ότι το φλυτζάνι του καφέ που προοριζόταν για την ίδια χύθηκε επάνω της αφού είχε γλιστρήσει από τον δίσκο της αεροσυνοδού. Όταν δε ερωτήθηκε από την κα Κακογιάννη σε σχέση με την απόσταση του πτυσσόμενου τραπεζιού της θέσης της και της κοιλιάς της, η μάρτυρας ανέφερε ότι η κοιλιά της σίγουρα δεν ακουμπούσε στο τραπεζάκι αφού εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο σίγουρα θα διαμαρτυρόταν, θέση που ικανοποιεί το Δικαστήριο. Επίσης, η θέση της Ενάγουσας ότι κατά το σερβίρισμα του καφέ η αεροσυνοδός ήταν μπροστά και αριστερά της γίνεται αποδεκτή αφού σε σχέση με το ζήτημα αυτό η Ενάγουσα έδωσε σχετικές λεπτομέρειες και εξηγήσεις ενώ παράλληλα επισημαίνεται ότι η θέση αυτή παρουσιάζεται και πειστική με δεδομένο ότι πέραν της Ενάγουσας, στη σειρά 8 θα εσερβίρετο καφές και στις φίλες και συνεπιβάτιδές της που κάθονταν στις θέσεις Ε και F. Πάνω σε αυτή τη βάση και με δεδομένη τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι κατά την ώρα του ατυχήματος ο δίσκος της αεροσυνοδού δεν ήταν πολύ ψηλά, δίδεται και λογική εξήγηση σε σχέση με την περιοχή όπου υπέστηκε τα εγκαύματα και ότι αυτά δεν ήταν στην περιοχή του στήθους της. Επιπρόσθετα, με δεδομένη τη θέση της ότι την ώρα που είχε πάει στη τουαλέτα στο πίσω μέρος του αεροσκάφους ο πόνος ήταν αφόρητος, τα εγκαύματα ήταν αηδιαστικά και είχε δημιουργηθεί στο σημείο μια μεγάλη φουσκάλα, το Δικαστήριο αποδέχεται και τη θέση της Ενάγουσας ότι δεν απολογήθηκε σε οποιονδήποτε για το περιστατικό, αφού σε κάθε περίπτωση κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Σημειώνεται, επίσης, ότι η Ενάγουσα ήταν σταθερή και επέμεινε στις θέσεις της αναφορικά με το ότι το τραπεζάκι στη θέση της ήταν χαλασμένο και ότι κατά την προσγείωση δεν προσδέθηκε με τη ζώνη της ασφαλείας της λόγω των τραυμάτων, θέσεις οι οποίες και δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Τέλος, αμετακίνητη παρέμεινε και στη θέση της αναφορικά με το ότι όταν βρισκόταν στο Νοσοκομείο του αερολιμένα η ίδια δεν συνομίλησε με τους αστυνομικούς, οι οποίοι μετέβηκαν ώστε να καταγράψουν το περιστατικό κατόπιν δικής της παράκλησης. Η μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες και ειδικότερα ανάφερε ότι ο λόγος που η ίδια δεν μίλησε με τον αστυνομικό ήταν διότι ο γιατρός που την φρόντιζε σε κλειστό παραβάν δύσκολα επέτρεπε σε κάποιον να μπει, εξήγηση που ικανοποιεί το Δικαστήριο. Σε γενικές γραμμές η μαρτυρία της Ενάγουσας επί των επίδικων θεμάτων είχε συνοχή και για λόγο αυτό γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία της Ενάγουσας, όπως για παράδειγμα ότι η αεροσυνοδός πήρε τα φλιτζάνια από τους επιβάτες για να τους σερβίρει καφέ ενώ κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατό αφού η αεροσυνοδός κρατούσε με το ένα χέρι την κανάτα και την άλλη το δισκάκι, κρίνεται ότι αφορούσαν επιμέρους θέματα και ως εκ τούτου μη δυνάμενα να επηρεάσουν την αξιοπιστία της (βλέπε μεταξύ άλλων Nίκος Αυξεντίου ν. Αλουάχα Δίγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367). Η κα Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου (ΜΕ2) μου έκανε επίσης άριστη εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και γενικότερα μου άφησε την αίσθηση ενός ατόμου που δεν θα ερχόταν στο Δικαστήριο ώστε να παρουσιάσει μια ψεύτικη εικόνα σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα και για το λόγο αυτό η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η θέση της ότι κατά το σερβίρισμα του καφέ η αεροσυνοδός ήταν μπροστά και αριστερά από την Ενάγουσα είναι λογική καθότι διαφορετικά η αεροσυνοδός δεν θα είχε οπτική επαφή με τους επιβάτες που κάθονταν στη μέση και στο παράθυρο (θέσεις E και F) και δεν θα ήταν σε θέση να τους σερβίρει. Η μάρτυρας γνώριζε προσωπικά τα γεγονότα αφού το όλο περιστατικό εξελίχθηκε ακριβώς μπροστά της και για το λόγο αυτό περιέγραψε το όλο συμβάν παραστατικά και σε πλήρη αρμονία με τα όσα είχε καταθέσει σε προηγούμενη δικάσιμο η ίδια η Ενάγουσα. Σε ότι αφορά το τραπεζάκι και τη θέση της ότι ήταν χαλασμένο, η μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο σχετικές λεπτομέρειες αναφέροντας ότι «όπως το έβλεπε η Ενάγουσα στη δεξιά πλευρά η επαφή του πλαστικού με το σιδεράκι στην μπροστινή καρέκλα δεν ήταν καλή» και ότι σε κάποια στιγμή ήρθε κάποια αεροσυνοδός και «άνοιξε το τραπεζάκι σε γωνία 45◦, έλεγξε ότι η επαφή δεν ήταν κανονική, το έκλεισε και μας το είπε (ότι ήταν χαλασμένο)». Παρομοίως, η μάρτυρας ήταν σταθερή στη θέση της ότι κατά την προσγείωση η Ενάγουσα δεν ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας της καθότι το παντελόνι της παρέμεινε ανοικτό ώστε να αποφύγει την επαφή με τα τραύματα και η Ενάγουσα απλώς έβαλε ένα σακάκι για να καλύψει την περιοχή και να μην φαίνεται οτιδήποτε. Γενικότερα, θα πρέπει να λεχθεί ότι η ΜΕ2 δεν κλονίστηκε σε σχέση με τη μαρτυρία που έδωσε αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Στρεφόμενη στον κ. Αλέξανδρο Σταύρου (ΜΕ3), θα πρέπει καταρχήν να πώ ότι μου έκανε πολύ θετική εντύπωση. Ήταν αμερόληπτος και αντικειμενικός μάρτυρας και σε καμία περίπτωση δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε πρόθεση από την πλευρά του να παραποίησει τα γεγονότα ή να βοηθήσει την Ενάγουσα με τη μαρτυρία του. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η οποία επί του σημείου αυτού δεν αμφισβητήθηκε, δεν γνώριζε την Ενάγουσα πριν από το περιστατικό, επομένως δεν μπορεί να του αποδοθεί, ούτε και διακρίθηκε άλλωστε, οποιοδήποτε κίνητρο σε σχέση με την παρουσία του στο Δικαστηρίο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο κ. Σταύρου επέμεινε στη θέση του ότι κατά την επίδικη πτήση καθόταν ακριβώς πίσω από την Ενάγουσα και στον διάδρομο, θέση η οποία και δεν κλονίστηκε με την προσαγωγή από τους Εναγόμενους της Λίστας Επιβατών της Πτήσης (Τεκμήριο 4) όπου φαίνεται ότι ο κ. Σταύρου καθόταν στη θέση 9F, καθότι όπως η ίδια η ΜΥ2 κα Μαρία Σακλαμπάνη δέχθηκε κατά την αντεξέτασή της, είναι σύνηθες οι επιβάτες να αλλάζουν θέσεις μεταξύ τους. Υποδεικνύεται επίσης ότι η κα. Σακλαμπάνη δεν ήταν σε θέση, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, να καταθέσει κατά πόσον ο ΜΕ3 καθόταν στη θέση 9D κατά τη διάρκεια της πτήσης. Ο ΜΕ3 ήταν σταθερός και συνεπής στη θέση του αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκαν τα γεγονότα και σε σχέση με το ότι ο ίδιος είδε το περιστατικό της πτώσης του φλιντζανιού του καφέ στο τραπεζάκι της Ενάγουσας καθότι, όπως ανέφερε, παρακολουθούσε τί γινόταν εκείνη την ώρα αφού περίμενε και ο ίδιος να σερβιριστεί, θέση η οποία παρουσιάζεται λογική και πειστική. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας κατέθεσε τα ακόλουθα σε σχέση με το επίδικο περιστατικό: «Είδα την αεροσυνοδό που κρατούσε το δίσκο και μετά είδα το ποτήρι που ήταν στο δίσκο να πέφτει και μετά άκουσα την Ενάγουσα να λέει ότι κάηκε από το φλυτζάνι που είχε μέσα καφέ ή τσάι». Όταν δε ερωτήθηκε πώς είδε ότι το φλυτζάνι ήταν γεμάτο απάντησε ως εξής: «Ήταν έτοιμη η αεροσυνοδός να το σερβίρει. Κρατούσε το δίσκο, ήταν έτοιμη να το σερβίρει και μετά έπεσε το φλυτζάνι από το δίσκο και άκουσα την Ενάγουσα να λέει ότι κάηκε». Επέμεινε, μάλιστα, στη θέση του ότι ειδε το φλυτζάνι να πέφτει από το δίσκο της αεροσυνοδού και αρνήθηκε τις σχετικές υποβολές της συνηγόρου των Εναγομένων. Σταθερός παρέμεινε επίσης κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του σε σχέση με το ότι λίγη ώρα μετά το επίδικο περιστατικό είδε μια αεροσυνοδό να ελέγχει το τραπεζάκι της Ενάγουσας και να λέει ότι «ήταν χαλασμένο» , δίδοντας και εξήγηση σε σχέση με το ότι είδε αυτά τα γεγονότα λέγοντας ότι «επειδή είχε συμβεί το περιστατικό, βλέπαμε από το πλαί του διαδρόμου για να δούμε τι θα γίνει». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του ΜΕ3 γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εκφράσει επανειλημμένα την ευαρέσκειά του σε σχέση με αυτόπτες μάρτυρες οι οποίοι προσέρχονται στο Δικαστήριο για να βοηθήσουν στην απονομή της δικαιοσύνης (Βλέπε μεταξύ άλλων Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218). Ερχόμενη, τώρα, στη μαρτυρία της ΜΥ1 κας. Αικατερίνης Μαρκάκη, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνεται είναι ότι αυτή ήταν αντιφατική και ασαφής. Πιο συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: Καταρχήν η θέση της ότι κατά το σερβίρισμα του καφέ ήταν δίπλα και αριστερά από την Ενάγουσα ώστε με τον τρόπο αυτό να είναι σε θέση να σερβίρει και τους επιβάτες στις θέσεις Ε και F (στη μέση της σειράς και στο παράθυρο) δεν παρουσιάζεται λογική αφού εάν ήταν δίπλα και αριστερά από την Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να ενεργήσει όπως περιέγραψε και συγκεκριμένα να «απλώσει το χέρι και ο επιβάτης στη θέση F να πάρει το φλυτζάνι του». Όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε σε σχέση με την παράγραφο 4 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Δ) και της ζητήθηκε να συγκεκριμενοποιήσει πού ακριβώς τοποθετήθηκε το φλυτζάνι από την Ενάγουσα, ως η σχετική θέση της, υπέδειξε ότι η Ενάγουσα τοποθέτησε το φλυτζάνι ακριβώς μπροστά της, όταν, όμως, ήρθε αντιμέτωπη με το περιεχόμενο της επιστολής των Εναγομένων προς τους δικηγόρους κ.κ. Καραπατάκης, Παυλίδης και Ερωτοκρίτου (Τεκμήριο Α προς αναγνώριση) και την αναφορά της ίδιας ότι «ο καφές ήταν τοποθετημένος μπροστά και δεξιά της (Ενάγουσας) στο τραπεζάκι της», η ΜΥ1 συγχύστηκε και ανέφερε ότι «είναι στο κέντρο με φορά προς τα δεξιά, κεντρικά, σίγουρα όχι στα δεξιά». Όμως, ακόμα και εάν ήταν έτσι τα πράγματα, δεν υπάρχει λογική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο τα εγκαύματα που υπέστηκε η Ενάγουσα ήταν στην αριστερή περιοχή του μηρού και της βουβωνικής χώρας. Αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο χύθηκε ο καφές στα πόδια της Εναγουσας, στη Γραπτή της Δήλωση η ΜΥ1 αναφέρει ότι από την απότομη κίνηση που έκανε η Ενάγουσα όσο άπλωνε το χέρι της στο δίσκο για να πάρει κάποιο γαλατάκι, γλύστρησε το φλυτζάνι με τον καφέ από το τραπεζάκι της και χύθηκε πάνω στα πόδια της. Κατά την αντεξέτασή της, διευκρίνισε ότι η Ενάγουσα «ανασηκώθηκε ξαφνικά», «κάνοντας μια αδέξια κίνηση στην προσπάθειά της να πάρει γάλα», θέση η οποία δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ειδικότερα την παράγραφο 5(α) της Έκθεσης Υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι «άπλωσε το χέρι της στον δίσκο της αεροσυνοδού για να πάρει κάποιο γαλατάκι ή ζάχαρη με αποτέλεσμα να αγγίξει το φλυτζανάκι και το περιεχόμενο του να χυθεί πάνω της». Υποδεικνύεται, επίσης, ότι κατά την αντεξέτασή της η κα. Μαρκάκη δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ποιό χέρι είχε απλώσει η Ενάγουσα ώστε να πάρει το γαλατάκι ούτε που βρισκόταν το άλλο χέρι της Ενάγουσας κατά τη δεδομένη στιγμή. Σημειώνεται, τέλος, ότι όταν κατά την επανεξέταση η μάρτυρας ερωτήθηκε εάν η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε σπρώξει το φλυτζανάκι με το χέρι της, απάντησε «ναι, ίσως», χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να δώσει μια σαφή και συγκεκριμένη απάντηση σε ένα τόσο ουσιαστικό ζήτημα. Η ΜΥ1 δεν έπεισε το Δικαστήριο σε σχέση με τη θέση της ότι η κα. Μανωλακάκη (ΜΥ3) είδε το όλο περιστατικό αφού με βάση την δική της μαρτυρία κατά τη δεδομένη στιγμή η κα Μανωλακάκη σέρβιρε τσάι στη σειρά 6 προς
- Η δε θέση της κας Μαρκάκη ότι το περιστατικό ήταν στο οπτικό πεδίο της κας Μανωλακάκη «καθότι το αεροσκάφος δεν είναι μεγάλο και έχεις αντίληψη του χώρου και έχεις έγνοια τί κάνει ο συνάδελφός σου» δεν με ικανοποίησε, αφού σε κάθε περίπτωση η πιο πάνω θέση της αναιρέθηκε αμέσως μετά όταν η ίδια απάντησε τα εξής: «Η κα. Μανωλακάκη σέρβιρε τσάι εκείνη την ώρα. Δεν νομίζω να κοιτούσε ακριβώς τις κινήσεις της Ενάγουσας αλλά αντελήφθηκε και αυτή όπως και εγώ ότι με δική της αμέλεια έχυσε το φλυτζάνι». Ούτε και σε σχέση με τη θέση της ότι το τραπεζάκι της Ενάγουσας δεν ήταν χαλασμένο και ότι κατά την προσγειώση η Ενάγουσα ήταν προσδεδεμένη με τη ζώνη ασφαλείας της δεν έχει πείσει το Δικαστήριο αφού η όλη μαρτυρία της αφορούσε το τι συμβαίνει συνήθως κατά τη διάρκεια μιας πτήσης και ποιά είναι η πρακτική της αεροπορικής εταιρείας σε γενικό πλαίσιο και δεν κατέθεσε ότι η ίδια είχε ελέγξει εάν το τραπεζάκι ήταν χαλασμένο ή όχι ή κατά πόσον η Ενάγουσα ήταν προσδεδεμένη κατά την προσγείωση. Τέλος, η προσπάθεια της ΜΥ1 να παρουσιάσει την Ενάγουσα να ζητά συγνώμη «πολλές φορές» σε σχέση με το περιστατικό χαρακτηρίζοταν κατά το ελάχιστον από μια δόση υπερβολής αφού κατά την αντεξέτασή της τελικά περιόρισε αυτό σε μια περίπτωση όταν η Ενάγουσα βγήκε από την τουαλέτα στο πίσω μέρος του αεροσκάφους. Σε σχετική υποβολή δε του κ. Ερωτοκρίτου ότι μετά το επεισόδιο με το χύσιμο του καφέ η ίδια δεν ξαναβρέθηκε μπροστά από την Ενάγουσα, η μάρτυρας δεν αρνήθηκε και περιοριστήκε να αναφέρει ότι η Ενάγουσα ήταν μπροστά και της παρέχονταν οι πρώτες βοήθειες. Επομένως, για τους λόγους αυτούς δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ΜΥ1 και την απορρίπτω. Παράλληλα, δεν θα ήμουν διαθετημένη να αποδεχθώ τη μαρτυρία της κας Μαρίας Σακλαμπάνη η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΥ2 για τους ακόλουθους λόγους: Εν πρώτοις, η όλη μαρτυρία της σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε το επίδικο περιστατικό με το χύσιμο του καφέ είναι βασισμένη στο τί της είχε αναφερθεί από την ΜΥ1 και για το λόγο αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Παράλληλα, η θέση που προβάλλει στο Cabin Crew Report (Τεκμήριο 3) ότι η Ενάγουσα κάηκε με δική της υπαιτιότητα δεν εμπίπτει στην προσωπική της γνώση αφού στο έγγραφο αυτό διατυπώνει απλά μια θέση με βάση τα όσα πληροφορήθηκε από την κα Μαρκάκη. Σε σχέση δε με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 θα πρέπει να επισημάνω ότι ενώ στο τέλος του εν λόγω εγγράφου η μάρτυρας αναφέρει ότι εσωκλείει το «ΕΜ Μedical Report με τις σχετικές πληροφορίες», εντούτοις η μάρτυρας δεν παρουσίασε το εν λόγω έγγραφο στο Δικαστήριο ενώ όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε από τον κ. Ερωτοκρίτου εάν ο γιατρός που βλέπει τον ασθενή στο αεροσκάφος υπογράφει κάποιο έγγραφο, η μάρτυρας αρχικά απάντησε ότι μόνο σε περίπτωση θανάτου συντάσσεται οποιοδήποτε έγγραφο από γιατρό, ενώ αμέσως μετά ανέφερε ότι ένα τέτοιο έγγραφο ετοιμάζεται «αναλόγως του περιστατικού», χωρίς, ωστόσο, να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο συγκεκριμένο περιστατικό. Επιπρόσθετα, η ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι λίγα λεπτά μετά το περιστατικό και αφού ενημερώθηκε σχετικά από την ΜΥ1, πήγε στην οικονομική καμπίνα για να δεί την κυρία που είχε καεί, για να την εντοπίσει τελικά στην πίσω τουαλέτα και να την ακούσει να λέει στην ΜΥ1 «συγνώμη για την αναστάτωση». Η λεπτομέρεια, όμως, με την οποία περιέγραψε το πιο πάνω περιστατικό δεν συνάδει με τη θέση της κατά την αντεξέταση ότι δεν θυμόταν εάν στο σημείο εκείνο ήταν παρούσα και κάποια άλλη κυρία, ήτοι η ΜΕ
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και των υπολοίπων μαρτύρων που κατέθεσαν για την εκδοχή της σε σχέση με το ότι το τραπεζάκι στη θέση της Ενάγουσας ήταν χαλασμένο, η ΜΥ2 περιορίστηκε να αναφέρει ότι υπάρχουν κανονισμοί ασφαλείας των επιβατών της εταιρείας βάσει των οποίων κανένα αεροσκάφος δεν πετά με χαλασμένο τραπεζάκι προς αποφυγή ατυχημάτων και ότι εάν το τραπεζάκι ήταν χαλασμένο αυτό θα αναφερόταν στο cabin log book του αεροσκάφους και δεν θα επιτρεπόταν σε οποιονδήποτε επιβάτη να καθήσει στη συγκεκριμένη θέση. Η κα Σακλαμπάνη, όμως δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο το cabin log book, ούτε υποστήριξε ότι η ίδια είχε ελέγξει το τραπεζάκι και ότι αυτό δεν ήταν χαλασμένο. Αντιφατική, επίσης, θα έκρινα τη θέση της κας Σακλαμπάνη ότι την ώρα που προσφέρονταν στην Ενάγουσα οι πρώτες βοήθειες στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους η Ενάγουσα ήταν απολογητική και ζητούσε «συγνώμη για την αναστάτωση» δεδομένης της θέσης της ίδιας της μάρτυρος ότι ενόψει των εγκαυμάτων κρίθηκε αναγκαίο να γίνει ανακοίνωση για γιατρό στο αεροσκάφος και ότι η ίδια είχε ζητήσει από τον κυβερνήτη του αεροσκάφους να κληθεί ασθενοφόρο κατά την προσγείωση στην Αθήνα. Διακρίθηκε, επίσης, από το Δικαστήριο μια προσπάθεια από μέρους της κας Σακλαμπάνη να υπερτονίσει τις ικανότητες της κας Μαρκάκη ως αεροσυνοδού, λέγοντας ότι είναι «αστέρι» λόγω το ότι εκείνη και μία άλλη αεροσυνοδός μετά την οκτάμηνη σύμβασή τους ξεχώρισαν από το group των 15 ατόμων που είχαν πάει εκείνο το καλοκαίρι και η σύμβασή τους έγινε αορίστου διαρκείας, θέση η οποία και δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Μη πειστική ήταν και η θέση της ΜΥ2 σε σχέση με το ότι είχε ελέγξει τη ζώνη ασφαλείας της Ενάγουσας και η Ενάγουσα ήταν προσδεδεμένη αφού όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν η Ενάγουσα να είχε προσδέσει τη ζώνη ασφαλείας της θέσης της αφού σύμφωνα με την ίδια η Ενάγουσα ήταν καλυμμένη με κουβέρτα λόγω των εγκαυμάτων, δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε απάντηση. Σε ότι δε αφορά την ΜΥ3 κα Έφη Μανωλακάκη, η μαρτυρία της δεν ήταν σαφής ούτε σταθερή με αποτέλεσμα να μην μπορώ να την αποδεχθώ και θα έλεγα κατασκευασμένη με σκοπό να βοηθηθούν οι Εναγόμενοι στην προβολή της υπεράσπισής τους. Ουσιαστικά, η μαρτυρία της ΜΥ3 παρουσιάστηκε έτσι ώστε να επιβεβαιωθεί η θέση της ΜΥ1 ότι το χύσιμο του καφέ οφειλόταν σε υπαιτιότητα και αμέλεια της Ενάγουσας. Η θέση της ΜΥ3 ότι ήταν παρούσα κατά την εξέλιξη του περιστατικού και ήταν σε θέση να καταθέσει αναφορικά με τα όσα έγιναν δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται από το Δικαστήριο αφού: - Προσπαθώντας να πείσει το Δικαστήριο για την παρουσία της δίπλα από την ΜΥ1 κατα την ώρα του επίδικου περιστατικού, η ΜΥ3 κατέθεσε ότι ήταν μπροστά στο περιστατικό και το είδε καθότι μόλις είχε τελιώσει με το σερβίρισμα του τσαγιού από τη σειρά 7 και ανέμενε την ΜΥ1 να τελιώσει ώστε να προχωρήσει. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε ότι είδε την κα. Μαρκάκη να στέκεται δίπλα και αριστερά από την Ενάγουσα και το χέρι της Ενάγουσας να απλώνεται στο δισκάκι της κας Μαρκάκη και να χύνεται το φλιτζάνι στα πόδια της. - Ερωτηθείσα, ωστόσο, κατά την αντεξέταση ποιό χέρι άπλωσε η Ενάγουσα στο δισκάκι της κας Μαρκάκη απάντησε ότι δεν θυμάται, ενώ σε ερώτηση του κ. Ερωτοκρίτου ως προς τον τρόπο που έπεσε το φλυτζάνι, η ΜΥ3 απάντησε ότι «αυτό δεν το είδε». - Επιπρόσθετα, όταν ερωτήθηκε κατά πόσον είχε αναφέρει στην κα. Μαρκάκη ότι είδε το περιστατικό, η μάρτυρας απάντησε ότι δεν χρειαζόταν να της πεί οτιδήποτε αφού η ΜΥ1 είχε δεί ότι η ίδια είδε το συμβάν. Ωστόσο, όταν η μάρτυρας ήρθε αντιμέτωπη με τη θέση της κας. Μαρκάκη κατά την αντεξέτασή της, ήτοι ότι «η κα Μανωλακάκη πρόσφερε τσάι εκείνη την ώρα και δεν νομίζω να κοιτούσε ακριβώς τις κινήσεις της Ενάγουσας αλλά αντελήφθηκε και αυτή ότι με δική της αμέλεια έχυσε το φλυτζάνι», η ΜΥ3 δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο λέγοντας απλά ότι ότι ήταν πίσω ακριβώς από την κα Μαρκάκη και είδε το περιστατικό. Επιπρόσθετα, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της ΜΥ3 σε σχέση με το ότι άκουσε την Ενάγουσα να απολογείται στην κα Μαρκάκη καθότι η θέση της αυτή είναι αντιφατική και συγκρούεται με τη δική της θέση ότι αμέσως μετά το περιστατικό δημιουργήθηκε αναστάτωση αφού «όταν καίγεται κάποιος ακολουθεί μια αναστάτωση». Διαπιστώθηκε επίσης μια ασυνέπεια από την πλευρά της ΜΥ3 στη μαρτυρία της, αφού ενώ αρχικά προσπαθώντας να πείσει το Δικαστήριο ότι ήταν παρούσα στο περιστατικό κατέθεσε ότι «είμαστε μια ομάδα και είναι μέσα στα καθήκοντά μας να έχει έγνοια η μια την άλλη για λόγους ασφαλείας», εντούτοις όταν ερωτήθηκε από τον κ. Ερωτοκρίτου που ήταν η κα Μαρκάκη την ώρα που η Ενάγουσα κατευθυνόταν με την ΜΥ2 στις μπροστινές τουαλέτες, η ΜΥ3 απάντησε αρχικά «νομίζω συνέχισε να σερβίρει καφέ», ενώ σε αμέσως επόμενη ερώτηση κατά πόσον είναι σίγουρη για αυτό, η κα Μανωλακάκη απάντησε «νομίζω», χωρίς να είναι σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση. Όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω, το ουσιαστικότερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ4 κ. Χαρίλαου Μαρκόπουλου συνίσταται στην προσκόμιση του Δήλωσης της κας Σαραφίδου ημερομηνίας 20.2.2007 (Τεκμήριο 5) με την οποία η κα. Σαραφίδου διευκρινίζει ότι τα όσα αναφέρονται επί του Τεκμηρίου 1 δεν αναφέρθηκαν από την ίδια καθότι η ίδια δεν γνώριζε αλλά και δεν νομιμοποιείτο να αναφέρει τι έγινε κατά τη διάρκεια της πτήσης αφού δεν ήταν παρούσα στο περιστατικό. Η εν λόγω δήλωση της κας Σαραφίδου επι του Τεκμηρίου 5 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία η οποία προσάγεται από τον ΜΥ
- Αδιαμφισβήτητα η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με το Ν. 32(Ι)/2004αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 27 του Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο, μία δε εκ των οποίων είναι το κατά πόσον το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και να καταθέσει ως μάρτυρας. Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι τέτοιες που, κατά την άποψή μου, δεν μου επιτρέπουν να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω προσκομισθείσα μαρτυρία και αυτό γιατί εν πρώτοις δεν έχω ικανοποιηθεί επαρκώς ότι η παρουσία της κας Σαραφίδου στο Δικαστήριο ήταν ανέφικτη. Ειδικότερα, αναφέρω ότι η θέση του κ. Μαρκόπουλου στην παράγραφο 7 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Ζ) ότι η κα Σαραφίδου αποχώρησε από την εταιρεία περί τις αρχές του 2009 και παρόλες τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για εντοπισμό της το τηλέφωνό της παραμένει απενεργοποιημένο δεν με έπεισε ως προς το μη εφικτό της παρουσίας της στο Δικαστήριο για τους ακόλουθους λόγους: - Ο κ. Μαρκόπουλος δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τη θέση του ότι η κα Σαραφίδου όντως απεχώρησε από την εταιρεία των Εναγομένων αφού δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο την επιστολή παραίτησής της, που, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, πρέπει να υπάρχει στα αρχεία της εταιρείας. - Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι το τηλέφωνο της κας Σαραφίδου παραμένει απενεργοποιημένο δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη για το ανέφικτο της επικοινωνίας των Εναγομένων με αυτήν αφού αναμένεται από μια μεγάλη εταιρεία όπως είναι οι Εναγόμενοι, να τηρούν αρχείο με τα πλήρη στοιχεία και πληροφορίες των εργοδοτουμένων τους, όπως διεύθυνση, τηλέφωνο οικίας, κινητό τηλέφωνο και στοιχεία σε σχέση με τα μέλη της οικογένειας τους. Σαν αποτέλεσμα της μη προσαγωγής της κας. Σαραφίδου στο Δικαστήριο, δεν είχα την ευκαιρία να ακούσω και να αξιολογήσω τη μαρτυρία της. Περαιτέρω, από την ενώπιον μου μαρτυρία διαπιστώνεται ότι ενώ το Τεκμήριο 1 λήφθηκε από το Νομικό Τμήμα της εταιρείας των Εναγομένων αρχές του 2007, εντούτοις το Τεκμήριο 5 συντάχθηκε από την κα Σαραφίδου ενάμιση μήνα μετέπειτα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η δήλωσή της επί του Τεκμηρίου 5 δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού δεν θα ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί και εκτιμηθεί ορθά ώστε να της αποδοθεί στη συνέχεια και η ανάλογη βαρύτητα. Η δε δικαιολογία που προσφέρθηκε ότι η κα Σαραφίδου απουσίαζε με προγραμματισμένη άδεια μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου του 2007 δεν έπεισε το Δικαστήριο αφού ούτε και αυτή τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 5 (5η παράγραφος) η κα Σαραφίδου παραπέμπει σε αναφορά που έγινε αμέσως μετά την άφιξη της πτήσης από την ιπτάμενη συνοδό που σέρβιρε την Ενάγουσα και τις φίλες της και παραθέτει σχετικό απόσπασμα αυτής ενώ αυτή η αναφορά ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο οι Εναγόμενοι ήταν νομικό πρόσωπο με γραφεία σε όλη την Κύπρο, έχοντας το εγγεγραμμένο τους γραφείο στη Λεμεσό και ασχολούνταν μεταξύ άλλων με τη διενέργεια αεροπορικών ταξιδιών από Λάρνακα προς Αθήνα και επιστροφή. Κατά ή περί την 24.11.2006 η Ενάγουσα επιβιβάστηκε έχοντας και το ανάλογο εισιτήριο, στην πτήση ΑΕΕ-905 που διενεργείτο από αεροσκάφος των Εναγομένων από Λάρνακα προς Αθήνα. Κυβερνήτης του αεροσκάφους ήταν ο κ. Μόσιαλος και προϊστάμενη καμπίνας η κα Μαρία Σακλαμπάνη (ΜΥ2). Ιπτάμενες συνοδοί στην προαναφερόμενη πτήση ήταν η κα Μελισσουργάκη, η κα Έφη Μανωλακάκη (ΜΥ3) και η κα Αικατερίνη Μαρκάκη (ΜΥ1). Η Ενάγουσα ταξίδευε στην εν λόγω πτήση με τις δύο φίλες της, κα Τούλια Θεμιστοκλέους και κα Σταυρούλλα Παπαζαχαρίου (ΜΕ2). Η Ενάγουσα καθόταν στη θέση 8D του αεροσκάφους, η κα Παπαζαχαρίου στη θέση 8Ε και η Τούλια Θεμιστοκλέους στη θέση 8F. Πιο συγκεκριμένα, κοιτάζοντας προς το πιλοτήριο του αεροσκάφους, η Ενάγουσα καθόταν στο διάδρομο, η ΜΕ2 στη μέση και η κα Θεμιστοκλέους στο παράθυρο. Πίσω ακριβώς από την Ενάγουσα στη θέση 9D καθόταν ο κ. Αλέξης Σταύρου (ΜΕ3). Αναφορικά με το εύρημα αυτό επισημαίνω ότι με τη μαρτυρία της ΜΥ2 κας Μαρίας Σακλαμπάνη και την προσκόμιση της Λίστας Επιβατών της Πτήσης (Τεκμήριο 4), οι Εναγόμενοι δεν αντίκρουσαν τη θέση του ΜΕ3 ότι κατά τη διάρκεια της πτήσης καθόταν πίσω από την Ενάγουσα αφού αφενός η ΜΥ2 παραδέχθηκε ότι είναι σύνηθες οι επιβάτες να αλλάζουν θέσεις στο αεροσκάφος, αφετέρου δεν ήταν σε θέση να μαρτυρήσει ότι ο ΜΕ3 καθόταν στη θέση 9F ως φαίνεται στη λίστα. Κατά τη διάρκεια της πτήσης ακολουθήθηκε η καθιερωμένη σειρά σερβιρίσματος που έχει ως εξής: Προσφορά ποτού, φαγητού, καφέ και τσαγιού και ακολούθως μετά μάζεμα των δίσκων. Σύμφωνα με την ίδια σειρά, κατά τη διάρκεια του σερβιρίσματος του καφέ ο δίσκος του κάθε επιβάτη είναι στο προσωπικό του τραπεζάκι λόγω του ότι το φλιτζάνι είναι μέσα στο δίσκο. Στο προσωπικό τραπεζάκι του κάθε επιβάτη υπάρχει μια οπή/εσοχή ώστε το φλιτζάνι του καφέ/τσαγιού ή το ποτήρι να τοποθετείται στο εν λόγω σημείο. Κατά το σερβίρισμα του καφέ η εκάστοτε αεροσυνοδός κρατάει με το ένα χέρι την κανάτα και στο άλλο ένα μπλε δίσκο επενδυμένο με αντιολισθητικό χαρτί και μια μελαμήνη με ζαχαρίτσες και γαλατάκια, ως ο δίσκος που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Κατά τη διάρκεια της πτήσης και αφού ολοκληρώθηκε το σερβίρισμα του φαγητού, οι αεροσυνοδοί άρχισαν να σερβίρουν καφέ. Η ΜΥ1 σέρβιρε πρώτη καφέ και ακολουθούσε η ΜΥ3 η οποία σέρβιρε τσάι. Τόσο η Ενάγουσα όσο και οι φίλες της ζήτησαν καφέ. Κατά το σερβίρισμα του καφέ η ΜΥ1 βρισκόταν μπροστά και αριστερά από την Ενάγουσα. Στην επιστροφή των γεμάτων φλιτζανιών και αφού η ΜΥ1 κατέβασε το δίσκο χαμηλότερα, η Ενάγουσα πήρε το πρώτο φλιτζάνι και το έδωσε στην κα Τούλια Θεμιστοκλέους και το δεύτερο στην ΜΕ
- Η Ενάγουσα ζήτησε από την ΜΥ1 γαλατάκι, κατά παράκληση της ΜΕ2, οπότε εκείνη τη στιγμή η ΜΥ1 έχασε την ισορροπία του δίσκου της με αποτέλεσμα το φλιτζάνι με τον καφέ που προοριζόταν για την Ενάγουσα και τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στο δίσκο της, να πέσει από το δίσκο της και αφού χτύπησε στο ανοικτό τραπεζάκι της Ενάγουσας, χύθηκε μέσα στα πόδια της. Ακολούθως, η Ενάγουσα πήρε το φλιτζάνι και με τον λίγο καφέ που είχε απομείνει μέσα, προσπάθησε να το τοποθετήσει στο προσωπικό της τραπεζάκι. Όμως, το φλιτζάνι ξαναέπεσε και πάλι στα πόδια της και άδειασε εκεί. Ως αποτέλεσμα της πτώσης του φλιτζανιού η Ενάγουσα υπέστηκε εγκαύματα στην αριστερή περιοχή του μηρού και της βουβωνικής χώρας. Η ΜΥ1 αφού ζήτησε συγνώμη έτρεξε να φέρει χαρτοπετσέτες, όπως και έπραξε καθαρίζοντας το ατομικό τραπεζάκι της Ενάγουσας. Σημειώνεται ότι το πιο πάνω εύρημα δεν αναιρεί τη θέση της Ενάγουσας ότι μετά το περιστατικό δεν ξαναείδε την ΜΥ1 αφού τόσο η ΜΕ1 όσο και η ΜΕ2 τη δεδομένη στιγμή ήταν στην τουαλέτα στο πισινό μέρος του αεροσκάφους. Στο μεταξύ και αμέσως μετά το περιστατικό, η Ενάγουσα πήγε στο αποχωρητήριο στο πίσω μέρος του αεροσκάφους και αφού έβγαλε τα ρούχα της έβαλε νερό στο τόπο του εγκαύματος που της δημιουργούσε έντονο πόνο. Στην τουαλέτα την ακολούθησε και η ΜΕ2 ενώ λίγο αργότερα πήγε εκεί η προϊστάμενη της πτήσης, κα Μαρία Σακλαμπάνη (ΜΥ2), η οποία είχε ενημερωθεί από την ΜΥ1 για το περιστατικό και έσπευσε να δει πως ήταν η επιβάτης που τραυματίστηκε. Ακολούθως, η Ενάγουσα και η ΜΥ2 προχώρησαν στο αποχωρητήριο στο μπροστινό μέρος του αεροσκάφους όπου η ΜΥ2 της έδωσε μια αλοιφή για εγκαύματα και μια ειδική εμποτισμένη γάζα και έκανε αγγελία για γιατρό. Στην πτήση επέβαινε κάποια κα Μάρω Κληρίδου, Ειδική Παθολόγος, και ο σύζυγος της που ήταν νοσηλευτής και κάτω από τις υποδείξεις και των δύο προσφέρθηκαν στην Ενάγουσα κρύα επιθέματα, ειδική κρέμα, αποστειρωμένες γάζες και χάπι για τον πόνο. Σε κανένα στάδιο η Ενάγουσα ήταν απολογητική για το περιστατικό, η οποία αργότερα επέστρεψε στη θέση της όπου παρέμεινε μέχρι την προσγείωση. Ο Κυβερνήτης του αεροσκάφους ενημερώθηκε για το περιστατικό και ζήτησε όπως κατά την άφιξη της πτήσης στην Αθήνα υπάρχει ασθενοφόρο ώστε να παραλάβει την Ενάγουσα, όπως ήταν και η εισήγηση της γιατρού. Σε κάποιο σημείο της πτήσης και πριν την προσγείωση η ΜΥ2 άνοιξε το τραπεζάκι της Ενάγουσας και αφού το έλεγξε ανέφερε ότι «αυτό είναι χαλασμένο». Κατά την προσγείωση, παρόλο που ζητήθηκε από την Ενάγουσα όπως προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας της, εκείνη λόγω των πόνων δεν προσδέθηκε. Αφού η πτήση έφθασε στην Αθήνα, η Ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο του Αερολιμένα. Ενόσω η Ενάγουσα βρισκόταν στο παραβάν του Νοσοκομείου και της παραχωρείτο ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είπε στις φίλες της να ζητήσουν όπως κληθεί Αστυνομία ώστε να καταγραφεί το περιστατικό. Ο αστυνομικός που μετέβηκε δεν συνομίλησε με την Ενάγουσα ούτε και με τις φίλες της σε σχέση με το περιστατικό αλλά απλά ζήτησε τα διαβατήρια τους για ταυτοποίηση των στοιχείων τους. Ακολούθως και κάτω από συνθήκες που παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο ο Αστυνομικός έκανε σχετική αναφορά στο Βιβλίο Συμβάντων του Σταθμού, αντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Με τη συνοδεία συνοδού εδάφους των Εναγομένων η Ενάγουσα μεταφέρθηκε σε άλλο Νοσοκομείο εκτός αεροδρομίου και από εκεί στο ξενοδοχείο Athens Cypria. Η Ενάγουσα διευθέτησε να επιστρέψει στην Λάρνακα στις 25.11.2006 όπως και έπραξε. Κατάληξη του Δικαστηρίου Με δεδομένη την αποδοχή της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα και τους ΜΕ2 και ΜΕ3, κρίνεται ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι ευθύνη για τον τραυματισμό της έχει η ΜΥ1 ως υπάλληλος και/ή εργοδοτούμενη των Εναγομένων, και όχι η ίδια. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι από την πλευρά των Εναγομένων δεν αμφισβητούνται τα ακόλουθα:
- Η ΜΥ1 σέρβιρε καφέ κατά τη διάρκεια της πτήσης.
- Η ΜΥ1 ως υπάλληλος και εργοδοτούμενη των Εβναγομένων και/ή ως ιπτάμενη συνοδός στην πτήση υπείχε καθήκον επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας ως επιβάτιδας.
- Η Ενάγουσα τραυματίστηκε από χύσιμο καφέ.
- Ο κίνδυνος τραυματισμού της Ενάγουσας από καφέ ήταν προβλεπτός. Εκείνο που αμφισβητείται είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε ο τραυματισμός και η ευθύνη γι' αυτόν. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι το ατύχημα προκλήθηκε από την αμέλεια και την παράβαση των νόμιμων καθηκόντων της ΜΥ1 η οποία απρόσεκτα και χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα έχασε την ισορροπία του δίσκου της με αποτέλεσμα το φλιτζάνι να πέσει επάνω στο τραπεζάκι της Ενάγουσας και ακολούθως ο ζεστός καφές να χυθεί πάνω της. Σε σχέση με τη θέση της Ενάγουσας ότι το τραπεζάκι της ήταν χαλασμένο, προσκομίσθηκε μαρτυρία τόσο από την ίδια όσο και από την ΜΕ
- Ταυτόχρονα, δόθηκε μαρτυρία από τον ΜΕ3 ο οποίος επιβεβαιώνει ότι μια αεροσυνοδός έλεγξε το τραπεζάκι μετά το περιστατικό και ανέφερε ότι είναι χαλασμένο. Σύμφωνα δε με την ΜΕ2, η αεροσυνοδός αυτή ήταν η ΜΥ2, η οποία στα πλαίσια της μαρτυρίας της περιορίστηκε στο να παραπέμψει στο cabin log book και τους κανόνες ασφαλείας που ισχύουν σε κάθε πτήση, χωρίς ωστόσο να αντικρούσει τη θέση της Ενάγουσας με σαφή και συγκεκριμένη μαρτυρία για το επίδικο περιστατικό. Παράλληλα, η ΜΥ2 δεν τεκμηρίωσε με οποιοδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό της στην παράγραφο 8 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Ε) ότι «είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι κανένα μέλος του πληρώματος δεν έλεγξε το πτυσσόμενο τραπεζάκι όταν η Ενάγουσα επέστρεψε στη θέση της πριν την προσγείωση». Κρίνεται, επομένως ότι η Ενάγουσα απέδειξε και τον ισχυρισμό της για αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων των Εναγομένων επί το ότι προσέφεραν και/ή σέρβιραν ρόφημα σε τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά την Ενάγουσα το οποίο ήταν ελαττωματικό και/ή χαλασμένο. Ερχόμενη στην παράγραφο 5(η) της Έκθεσης Απαίτησης παρατηρείται ότι η Ενάγουσα αναφέρει ότι η απαίτηση της στηρίζεται στο δόγμα του res ipsa loquitur. Η αρχή του res ipsa loquitur η οποία αποτελεί κανόνα απόδειξης έχει την προέλευση της στο κοινοδίκαιο αλλά κωδικοποιείται και καθιερώνεται ως αρχή του κυπριακού δικαίου δυνάμει του άρθρου 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (βλ. Morides v. Ioannou
(1973)1 CLR 117). Με βάση το άρθρο 55, σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται ότι (α) ο ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και (β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε η ζημία συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά. Η αρχή αυτή ερμηνεύτηκε σε σωρεία αγγλικών και κυπριακών αποφάσεων. Στην υπόθεση Barkway v. South Transport Co. Ltd.
(1950)1 All E.R. 392, στη σελίδα 399 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «The maxim is no more than a rule of evidence affecting onus. It is based on commonsense, and its purpose is to enable justice to be done when the facts bearing on causation and on the care exercised by the defendant are at the outset unknown, to the plaintiff and are or ought to be within the knowledge of the defendant». Το θέμα εξετάστηκε επισταμένα στην αγγλική Lloyde v. West Midlands Gas Board
(1971)2 All E.R. 1240. Στην σελίδα 1247 αναφέρονται τα εξής: «But if at the end of the evidence for the plaintiff, taking into account the possibility, whatever it may be, of outside interference, on the evidence and on proper inferences one way or the other from the evidence or absence of evidence with regard thereto, the correct conclusion is that on balance of probability the cause of the accident was some negligent act or omission on the part of the defendants, then res ipsa loquitur applies, and, subject to the effect of any rebutting evidence on behalf of the defendants thereafter, the plaintiff's claim succeeds.» Στην υπόθεση Pambis Fellas Sports Ltd v. Karyatis Center Ltd, Πολιτική Έφεση 305/2006, απόφαση ημερ. 11.2.2010, υποδείχθηκε ότι το συγκεκριμένο απόφθεγμα (maxim) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους αναφορικά με το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Στην προκειμένη περίπτωση στις Λεπτομέρειες Αμέλειας και/ή Παράβασης των Νομίμων Καθηκόντων των Εναγομένων που παρατίθενται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα απαριθμεί τις ενέργειες των Εναγομένων οι οποίες οδήγησαν στο τραυματισμό της όπως, μεταξύ άλλων, ότι προσέφεραν και/ή σέρβιραν καφέ σε αυτήν κατά τρόπο αμελή και έχυσαν και/ή περιέλουσαν αυτή με το ζεστό ρόφημα ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι τούτο είναι επικίνδυνο για αυτήν και/ή ότι προσέφεραν ρόφημα σε τραπεζάκι που βρισκόταν μπροστά σε αυτήν το οποίο ήταν ελαττωματικό και/ή χαλασμένο. Επί των θεμάτων αυτών δόθηκε μαρτυρία από την Ενάγουσα και τους ΜΕ2 και ΜΕ3 η οποία κρίθηκε αρκετή για να τεκμηριώσει την απαίτησή της. Επομένως, στη βάση της μαρτυρίας τους αποδείχθηκαν τα συγκεκριμένα επίδικα θέματα και συνεπώς δεν παρέχεται η δυνατότητα επίκλησης του res ipsa loquitur. Ερχόμενη, τέλος, στο αντίγραφο του Βιβλίου Συμβάντων της 24.11.2006 της Ελληνικής Αστυνομίας (Τεκμήριο 1) που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα προς επιβεβαίωση της θέσης της, παρατηρείται καταρχήν ότι το έγγραφο αυτό κατατέθηκε από την Ενάγουσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της «προς απόδειξη του περιεχομένου του» (βλέπε παράγραφο 7 του Εγγράφου Α) και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά αν και δεν δηλώθηκε από την υπεράσπιση ότι το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι αποδεκτό. Παραπομπή στη νομολογία υποδεικνύει ότι ένα έγγραφο το οποίο κατατίθεται ως τεκμήριο στο Δικαστήριο χωρίς δήλωση ότι το αληθές του περιεχομένου του ήταν κοινά αποδεκτό, δεν καθιστά το έγγραφο δεσμευτικό για τα μέρη και επιπρόσθετα ότι η απουσία ένστασης στην προσαγωγή εγγράφου δεν απαλλάσσει το Δικαστήριο να ενεργήσει πάνω σε νομικά επιτρεπόμενη μαρτυρία (Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιαννάκη Ανδρέα Σαλουμη κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 1347 και Χρίστος Τσαρτσαλής κ.ά. ν. Ρένου Βεγκλή
(2006)1 ΑΑΔ 907). Υπό τις περιστάσεις αυτές το περιεχόμενο του εγγράφου δεν γίνεται αυτόματα αποδεκτό και θα πρέπει να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο αφού η δήλωση του προσώπου που καταθέτει ένα έγγραφο, όπως στην προκειμένη περίπτωση «για την αλήθεια του περιεχομένου του» δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Οι δε πρόνοιες του άρθρου 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τις οποίες επικαλείται ο κ. Ερωτοκρίτου δεν βρίσκουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση αφού το έγγραφο αυτό κατατέθηκε από την Ενάγουσα υπό την ιδιότητα της ως κατόχου του εγγράφου και τίποτα περισσότερο (Βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339). Σημειώνεται περαιτέρω ότι το έγγραφο αυτό περιέχει δήλωση κάποιου μέλους της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αερολιμένα Αθηνών και επί αυτού καταγράφονται διάφορα γεγονότα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Από την πλευρά της Ενάγουσας δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την μη παρουσίαση του εν λόγω αστυνομικού ώστε αυτός να καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου και να αξιολογηθεί δεόντως. Επιπρόσθετα, τόσο η Ενάγουσα όσο και η ΜΕ2 δεν έδωσαν στο Δικαστήριο οποιεσδήποτε πληροφορίες σε σχέση με τον εν λόγω αστυνομικό και τα στοιχεία του. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας της Ενάγουσας και της ΜΕ2 με βάση την οποία στον αστυνομικό που μετέβηκε στο ΕΚΑΒ του αεροδρομίου έδωσαν μόνο τα διαβατήρια τους για σκοπούς ταυτοποίησης στοιχείων και της απόρριψης της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης, κρίνεται ότι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε η εν λόγω δήλωση δεν είναι ξεκάθαρες, με τρόπο ώστε να μην μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενό της. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι τα όσα περιέχονται στο Τεκμήριο 1 είναι στην ουσία δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, γεγονός που αδυνατίζει ακόμη περισσότερο τη βαρύτητά του (Βλέπε Ηρακλής Γεωργίου ν. Ερμιόνης Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ 70). Με δεδομένη την κατάληξη μου ως προς τον τρόπο με τον οποίο επεσυνέβηκε το επίδικο γεγονός κρίνω ότι δεν υπάρχει περιθώριο εξέτασης ζητήματος ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας την πλευρά της Ενάγουσας. Παρομοίως, αν και το ζήτημα του κατά πόσον οι Εναγόμενοι παρέβηκαν εξυπακουόμενο όρο της σύμβασης τους με την Ενάγουσα σε σχέση με την ασφάλειά της εν ώρα πτήσης καθίσταται ακαδημαϊκό δεδομένων των πιο πάνω, περιορίζομαι να αναφερθώ στην απόφαση Μ. Beaumont κ.ά. ν. Παπακλεοβούλου, Πολιτική Έφεση 102/2007, απόφαση ημερομηνίας 21.4.2010, όπου υποδεικνύεται ότι στο κοινοδίκαιο όπου ένας επαγγελματίας προσφέρει τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής, ταυτόχρονα αναλαμβάνει και συμβατικό καθήκον επιμέλειας. Η ύπαρξη αυτού του καθήκοντος, το οποίο απορρέει από τη μεταξύ του επαγγελματία και του πελάτη του συμβατικής σχέσης, δεν αποκλείει την ταυτόχρονη και ανεξάρτητη ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας και της δυνατότητας καταλογισμού παράλληλης ευθύνης δυνάμει του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Ενόψει της κατάληξης μου περί αποκλειστικής ευθύνης για το επίδικο περιστατικό, δικαιολογείται η έκδοση απόφασης στη βάση του ποσού που έχει συμφωνηθεί και δηλωθεί. Αναφορικά με τον τόκο, με βάση τις καθιερωμένες αρχές, εκτός αν διαπιστωθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή ολιγωρία εκ μέρους του ενάγοντα, επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την ημέρα γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του ποσού των γενικών αποζημιώσεων καθώς και επί των ειδικών αποζημιώσεων, μειωμένος όμως κατά το ήμισυ έτσι ώστε να αντισταθμιστεί το ότι δεν προκύπτει όλη η ζημιά από την αρχή (βλ. Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, Θεοδούλου v. A. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 2134, Λουκάς Στυλιανού v. Παναγιώτας Αργυρού Μάτση
(2000)1 ΑΑΔ 1288 και Χρυσάνθη Χρυσάνθου v. Ανδρέα Φραντζή, Πολιτική Έφεση 27/2007, απόφαση ημερομηνίας 16.7.2010). Όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ. 2), Ν. 81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 (Ν. 82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε εννέα μήνες μετά το ατύχημα, ήτοι στις 28.8.2007, και η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε πέντε μήνες περίπου μετέπειτα, ήτοι την 1.2.2008, χωρίς να δοθεί σχετική εξήγηση, κρίνω ότι είναι ορθό όπως επί του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν δηλωθεί επιδικαστεί τόκος 4% από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος, ήτοι την 24.11.2006 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι την 28.8.2007, και τόκος 8% ετησίως από 28.8.2007 μέχρι 14.10.2008 και 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €10.000,00 γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, πλέον τόκο επ' αυτού προς 4% από την 24.11.2006 μέχρι την 28.8.2007 και προς 8% ετησίως από 28.8.2007 μέχρι 14.10.2008 πλέον τόκο 5,5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: / Τελική/Ατύχημα με ζεστό καφέ κατά τη διάρκεια πτήσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο