← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ εξ Ελλάδος ν. PENDERHILL HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2047/2011, 23 Αυγούστου 2011

ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ εξ Ελλάδος ν. PENDERHILL HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2047/2011, 23 Αυγούστου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A231 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2047/2011 ΜΕΤΑΞΥ: ΙΩΑΝΝΗ ΚΛΟΥΚΙΝΑ, εξ Ελλάδος Ενάγοντος και

  1. PENDERHILL HOLDINGS LIMITED, εκ Λεμεσού
  2. ALFO SERVICES LTD, εκ Λεμεσού
  3. ALFO SECRETARIAL LTD, εκ Λεμεσού
  4. DARYA ABRAMCHYK, εκ Λεμεσού
  5. FIDUCITRUST SERVICES LIMITED, εκ Λευκωσίας
  6. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, εκ Λευκωσίας
  7. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ, εξ Ελλάδος
  8. OBTAIN ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εξ Ελλάδος
  9. SALIX ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, εξ Ελλάδος Εναγομένων Αιτήσεις ημερ. 28.7.11 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης Ημερομηνία: 23 Αυγούστου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές 1, 2, 3: κος. Μ. Γ. Δράκος Για τους Εναγόμενους - Αιτητές 5 και 6: κα. Μ. Ο. Μακλάσκυ Για τον Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κος. Π. Κούρτελλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με δύο ξεχωριστές αιτήσεις τους οι Εναγόμενοι Αιτητές 1 - 2 - 3 αφενός και 5 και 6 αφετέρου επιδιώκουν διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 15.7.2011 η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού σε ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 10.5.2011 για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μέχρις ότου εκδικασθεί η έφεση των Αιτητών, ημερομηνίας 28.7.2011 η οποία έχει εγερθεί κατά της προαναφερόμενης απόφασης. Το κυριότερο επιχείρημα των αιτητών όπως ετέθη στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση τους είναι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και οι εναγόμενοι αποκαλύψουν τα εν λόγω στοιχεία με βάση το διάταγμα το υ Δικαστηρίου ημερ. 15.7.2011 τότε η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου και οι ίδιοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη όπως προσδιορίζεται ειδικά στην παράγραφο 21 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Α. Τσιρίδη καθώς και στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Δημητριάδη (εναγομένου 6). Ειδικά τονίζεται ότι «αν τα έγγραφα που αποκαλυφθούν και μετά πετύχει η έφεση θα υπάρχει αποτυχία του νομικού συστήματος να προστατέψει το άτομο του οποίου οι εμπιστευτικές πληροφορίες αποκαλύφθησαν». Το θέμα ειδικά της εμπιστευτικότητας και της αναγκαιότητας στο νομικό σύστημα να την προστατέψει έχει τεθεί ιδιαίτερα και στις αγορεύσεις της πλευράς των εναγομένων. Η αίτηση έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35, Θ.Θ. 2, 4, 18 και 19, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2, 7, 8

(1)(ee), 8
(2), 8
(3)και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 47, στον Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 9, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση του Ενάγοντα Καθ΄ ου η Αίτηση έχει την ίδια νομική βάση και προβάλει διάφορους λόγους ως εκτίθενται στις παραγράφους 1 έως 15 της ένστασης τους και αναλύονται στην ένορκο δήλωση της κας. Ιωάννας Δημητρίου δικηγόρου. Οι λόγοι αυτοί μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η παρούσα αίτηση αλλά και η όλη συμπεριφορά των εναγομένων είναι κακόπιστη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην παρακώλυση της διαδικασίας. Επιμένει δε ο ενάγοντας στην ορθότητα της έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου καθώς και στο ισχυρισμό της πενιχρής πιθανότητας επιτυχίας της έφεσης και αρνείται ότι υπάρχει οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στους εναγομένους με το να παράσχουν τις πληροφορίες και ή τα στοιχεία ως έχουν διαταχθεί να πράξουν. Είναι η θέση τους ότι δεν συντρέχουν υπέρ της αίτησης εξαιρετικές περιστάσεις για να δικαιολογούν την δυνατότητα παρέκκλισης από την αρχή της εκτελεστότητας της δικαστικής απόφασης. Αντίθετα τυχόν έγκριση της αίτησης θα αποστερήσει, χωρίς ουσιαστικό λόγο, από τον ενάγοντα τον καρπό της επιτυχίας του ως προς την ενδιάμεση απόφαση οι προϋποθέσεις της οποίας κρίθηκαν με βάση το μαρτυρικό υλικό που υπήρχε και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εκρίθηκε στις παραμέτρους που και οι δύο πλευρές είχαν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είναι με μεγάλη επιμέλεια και με πλούσια παραπομπή στη νομολογία που ασχολήθηκαν με τα πιο πάνω θέματα. Απασχόλησε ιδιαίτερα το πώς πρέπει να αντικρίζεται από το Δικαστήριο αίτηση αναστολής αφορώσα διατάγματα τύπου Norwich και ή αποκάλυψης. Ο κ. Δράκος και η κα. Μακλάσκυ στάθηκαν ιδιαίτερα στην παρατηρούμενη τάση, κατά την εισήγηση τους, της αγγλικής νομολογίας να παραχωρεί αναστολή εκτέλεσης αναφορικά με διατάγματα Norwich (βλέπετε στις σελίδες 18 έως 23) τις αγορεύσεις τους. Ο κ. Κούρτελλος με αναφορά κυρίως στην κυπριακή νομολογία τόνισε ότι οι εφαρμοστές αρχές εν γένει επί θέματος αναστολής δεν αλλοιώνονται εάν η απόφαση αφορά Norwich. Ένα θέμα που πρέπει να με απασχολήσει από την αρχή είναι το θέμα που κάμνουν ιδιαίτερη αναφορά οι δικηγόροι των αιτητών στην αγόρευση τους και συγκεκριμένα το θέτουν ως προκαταρκτική ένσταση, είναι το γεγονός ότι η ένσταση του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου. Το θέμα έχει κριθεί αρκετές φορές από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου από όπου προκύπτει ότι δεν υπάρχει τέτοιος κανόνας αποκλεισμού ένορκης δήλωσης δικηγόρου παρά το ότι τονίζεται το ανεπιθύμητο να προβαίνουν οι δικηγόροι σε ένορκες δηλώσεις. Εξίσου όμως τονίζεται ότι δεν τίθεται θέμα ακυρότητας τέτοιων ενόρκων δηλώσεων αλλά είναι θέμα που εξετάζεται σαν θέμα αποτελεσματικότητας της ένορκης δήλωσης ή όχι (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, Πολ. Έφεση 130/2009 ημερ. 29.1.2010). Είναι οι πεποίθηση μου ότι το Δικαστήριο πρωταρχικά πρέπει να σταθεί επί των γενικών αρχών που αφορούν την αναστολή εκτέλεσης απόφασης, χωρίς να αποκλείεται βέβαια η ειδική υποβοήθηση του Δικαστηρίου από αγγλικές αυθεντίες που αφορούν διατάγματα Norwich. Με βάση το δεδομένο ότι η διάταξη που αφορά την αναστολή ειδικά η Δ.35 Θ. 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εκείνο που απομένει να αποφασιστεί είναι ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όπως διαχρονικά ετέθη από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι γνωστό ότι η έφεση δεν ενεργεί ως αναστολή εκτελέσεως της διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου. Μέσα από την νομολογία προκύπτει από την μία η ανάγκη διασφάλισης του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης καθώς και η μη αποστέρηση, χωρίς ουσιαστικό λόγο, στον επιτυγχάνοντα διάδικο από τους καρπούς της επιτυχίας του, ενώ από την άλλη να λαμβάνεται πρόνοια έτσι ώστε η έφεση που ασκείται από τον αποτυγχάνονται διάδικο να μην καθίσταται ανενεργή ως αποτέλεσμα της απόρριψη της αίτησης του για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης (βλ. Mavrochanna and Another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 και A.B.P. Holdings Ltd v. Κιταλίδη κα (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287). Προκύπτουν από την νομολογία οι εξής αρχές: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 36 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του μόνο από το γεγονός ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. (γ) Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες: τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191/96, ημερ. 29.6.2001. Στην απόφαση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη κα (ανωτέρω) στην σελ. 293 λέχθηκαν τα εξής: «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές: 1. Ο διάδικος, ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας του. 2. Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.» Μόνον όμως η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Στην υπόθεση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1977)1 Α.Α.Δ. 591 υποδείχτηκε πως το ορθό κριτήριο για την έγκριση αιτήματος αναστολής δικαστικής απόφασης βρίσκεται στην εξισορρόπηση της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε με την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην απωλέσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Έχω μελετήσει τις αντίστοιχες θέσεις των δύο πλευρών σε συνάρτηση με τα ειδικά δεδομένα της υπόθεσης. Πάντα καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές. Εξετάζοντας προσεκτικά όλο το φάσμα των θέσεων των αιτητών δεν έχω διαπιστώσει τέτοια συγκεκριμενοποίηση ουσιαστικής βλάβης ή άλλων δεδομένων που να στοιχειοθετούν ειδικές περιστάσεις τέτοιες που σύμφωνα με την νομολογία θα έπρεπε να με οδηγήσουν να ασκήσω υπέρ τους την διακριτική μου ευχέρεια. Αντίθετα όλες οι περιστάσεις που εκτίθονται είναι περιστάσεις που ετέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια στην αίτηση ημερ. 10.5.2011 και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί αξιολογήθηκαν ακριβώς στα ειδικά πλαίσια του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και στις ειδικές αρχές που αφορούν διατάγματα Norwich και ή άλλα συναφή διατάγματα. Ειδικά το θέμα της επικαλούμενης βλάβης των αιτητών προσμετρήθηκε στα στεγανά που καθορίζει η νομολογία και το Δικαστήριο έχοντας υπόψη ακριβώς τις περιστάσεις που και τώρα εκτίθονται αποφάσισε σχετικά. Ιδιαίτερα επί του θέματος της εμπιστευτικότητας που φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τους ευπαίδευτους δικηγόρους των αιτητών παρατηρείται ότι απασχόλησε ad hoc το Δικαστήριο με την κατάληξη της υπερίσχυσης της αρχής του δημοσίου συμφέροντος ως αναλύεται σχετικά (βλέπετε Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All ER Rep. 550, I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294). Αυτά που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών έχουν αναλύσει δεν συνιστούν κατά την κρίση μου κάτι περισσότερο από απλές ανησυχίες και δεν έχουν αρθεί στο ύψος της έννοιας των ειδικών περιστάσεων που ορίζει η νομολογία. Έχω μελετήσει τις προτεινόμενες αυθεντίες που κατά την θέση των δικηγόρων αιτητών διαφοροποιούν το θέμα της αναστολής εκτέλεσης επί διαταγμάτων Norwich. (βλέπετε X. V. Morgan Grampian [1991] 1 A.C. 1, Megaleasing U.K. Ltd, and others v. Vincent Barett and others [1991] 1 Irish Reports 219) Είναι η θέση μου ότι από τις πιο πάνω αυθεντίες δεν μπορεί να αναχθεί γενική αρχή που να διαφοροποιεί τις αρχές αναστολής επί των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Τόσο η υπόθεση Morgan όσο και η υπόθεση Megaleasing ανωτέρω, αποτελούν τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης οι οποίες στις συγκεκριμένες αποφάσεις οδήγησαν το Δικαστήριο στην θετική αντίκρυση συγκεκριμένων αιτημάτων αναστολής. Ως παράδειγμα να πω ότι η υπόθεση Morgan η οποία αφορούσε συγκεκριμένο θέμα. Σίγουρα όπως έχω ήδη πει δεν προκύπτει τέτοιας εμβέλειας αρχή όπως εισηγούνται οι δικηγόροι των αιτητών. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου θεωρώ ότι τυχόν θετική αντίκρυση της αίτησης θα έχει σαν αποτέλεσμα αφενός την ανατροπή της εν λόγω απόφασης για αποκάλυψη και αφετέρου καθυστέρηση της διαδικασίας της κυρίως υπόθεσης. Είναι ορθή η παρατήρηση του κ. Κούρτελλου ότι το κόστος για τον Ενάγοντα είναι βαρύ και ουσιαστικά θα στερείτο του ευεργετήματος της απόφασης υπέρ αυτού. Μου έχει τεθεί ως μέρος ενδιάμεσης απόφασης Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αν ανατραπεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 15.7.2011 ενδεχόμενα να μην δίνεται ευκαιρία στον Ενάγοντα να χρησιμοποιήσει διαδικαστικά τα αποκαλυφθέντα στοιχεία. Με την επισήμανση ότι η μη αναστολή για αυτό το λόγο δεν σημαίνει αποστέρηση του δικαιώματος έφεσης. Αυτή η επισήμανση δεν έχει διαφοροποιηθεί ή ανατραπεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των αιτητών. Τέλος δεν βρίσκω εξαιρετικούς λόγους για απόκλιση από την αρχή ότι ο ενάγων δικαιούται σε μια θεραπεία που πέτυχε μετά από έκδοση απόφασης Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση - Ενάγοντα και εναντίον των Αιτητών - Εναγομένων 1 - 2 - 3 και 5 και 6 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της κυρίως αγωγής. Με βάση τις δηλώσεις αμφοτέρων των συνηγόρων ο χρόνος συμμόρφωσης με το διάταγμα ημερ. 15/7/11 παρατείνεται ακόμη 7 ημέρες από την λήξη του. (Υπ.) ............... Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Subject: Civil/Other action/Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.