Χρίστου Κωνσταντίνου ανήλικου μέσω των γονέων και/ή έχοντων την γονική μέριμνα αυτού Παναγιώτη Κωνσταντίνου ν. Μαρίας Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 2493/2006, 24 Αυγούστου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2493/2006 Μεταξύ: Χρίστου Κωνσταντίνου, ανήλικου μέσω των γονέων και/ή έχοντων την γονική μέριμνα αυτού Παναγιώτη Κωνσταντίνου και Γεωργίας Κωνσταντίνου Ενάγοντα και Μαρίας Γεωργίου Εναγόμενης --------------------------- Αρ. Αγωγής: 2500/2006 Μεταξύ: Παναγιώτη Κωνσταντίνου Ενάγοντα και Μαρίας Γεωργίου Εναγόμενης --------------------------- Ημερομηνία: 24 Αυγούστου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες και στις 2 αγωγές: κα Λ. Χατζηλοίζου Για την Εναγόμενη και στις 2 αγωγές: κ. Κ. Κουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη στις 18.1.2006 επί της οδού Συνεργατισμού στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και στις δύο αγωγές, ενώ ο Ενάγοντας στην αγωγή 2493/2006 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΚΗΤ 692, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή 2500/2006, επί της οδού Συνεργατισμού με ανατολική κατεύθυνση και κατά τον ίδιο χρόνο η Εναγομένη οδηγούσε με την ίδια κατεύθυνση το όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΥΡ 729 και προπορευόταν του μοτοποδηλάτου, η τελευταία οδήγησε το όχημά της με τέτοιο τρόπο ώστε να προκληθεί βίαιη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και οι Ενάγοντας στην αγωγή 2493/2006 να τραυματιστεί σοβαρά και οι δύο Ενάγοντες να υποστούν ζημιές και απώλειες. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αποδίδουν αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα στην Εναγόμενη και αξιώνουν αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Με την Έκθεση Υπεράσπισής της η Εναγομένη παραδέχεται μόνο ότι στις 18.1.2006 επεσυνέβη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων στην οδό Συνεργατισμού, ισχυρίζεται, όμως, ότι η εν λόγω σύγκρουση οφειλόταν στην αμέλεια και/ή τη συντρέχουσα αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα στην αγωγή 2493/2006, ο οποίος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα υπό τις περιστάσεις και ο οποίος ενώ είδε ή όφειλε να δει ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η Εναγόμενη είχε ελαττώσει ταχύτητα με ένδειξη πρόθεσης για στροφή δεξιά, επιχείρησε να προσπεράσει και προσπέρασε τούτο κατά παράβαση της άσπρης συνεχόμενης διαχωριστικής γραμμής και χωρίς προηγουμένως να ελέγξει εάν η ενέργεια του αυτή ήταν ασφαλής και/ή χωρίς να δώσει οποιαδήποτε προειδοποίηση στην Εναγομένη για την πρόθεση του αυτή. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι στα πλαίσια αίτησης της Εναγόμενης ημερομηνίας 25.4.2007, στις 25.5.2007 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα συνένωσης των πιο πάνω αγωγών μόνο ως προς το θέμα της ευθύνης και ως υπόθεση οδηγός καθορίστηκε η αγωγή 2493/
- Ωστόσο, στις 31.1.2011, οι συνήγοροι των δύο πλευρών συμφώνησαν και δήλωσαν ότι η συνένωση των δύο αγωγών αφορά όλα τα επίδικα θέματα. Επιπρόσθετα, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι συμφώνησαν και δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι επί πλήρους ευθύνης οι ειδικές αποζημιώσεις στις αγωγές 2493/2006 και 2500/2006 είναι €2.619,00 και €600,00 αντίστοιχα. Επομένως, στη βάση αυτή παρέμεινε προς εκδίκαση το θέμα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα και το ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται ο Ενάγοντας στην αγωγή 2493/2006 (στο εξής ο «Ενάγοντας 1»). Προσκομισθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, για τους Ενάγοντες στις δύο αγωγές κατέθεσαν ο Αστυφύλακας 1960 Θεόδουλος Παπαβασιλείου (ΜΕ1), ο Ενάγοντας 1 (ΜΕ2), ο Δρ. Κυριάκος Ανδρέου (ΜΕ3) και ο Αστυφύλακας 1953 Μιχάλης Παναγιώτου (ΜΕ4), ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Δρ. Ελευθέριος Κουλουτέρης (ΜΥ1) και η Εναγόμενη (ΜΥ2). Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες, στις 12.5.2011 οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν ως κοινό παραδεκτό γεγονός ότι: 1.Συνεπεία του ατυχήματος ο Ενάγοντας 1 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και παρέμεινε εκεί από 18.1.2006 και νοσηλεύθηκε μέχρι 20.1.
- 2.Στις 20.1.2006 ο Ενάγοντας 1 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εξετάστηκε από γναθοχειρούρχο και παρέμεινε εκεί μέχρι 21.1.
- Επιπρόσθετα, οι συνήγοροι κατέθεσαν εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα ιατρικά πιστοποιητικά της Δρ. Άντρης Χατζησάββα ημερομηνίας 10.2.2006 (Τεκμήριο 6), της Δρ. Ζωής Νικολάου ημερομηνίας 25.5.2006 (Τεκμήριο 7) και του Δρ. Νίκου Μαντά ημερομηνίας 29.4.2009 (Τεκμήριο 13), αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων θα γίνει στη συνέχεια. Όπως έχει λεχθεί, ο Αστ. 1960 Θεόδουλος Παπαβασιλείου κατέθεσε ως ΜΕ
- Ο μάρτυρας είχε κληθεί στη σκηνή του ατυχήματος για σκοπούς διερεύνησης, όπου βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις όπως απεικονίζονται στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοίμασε στη βάση πρόχειρου σχεδίου (το πρόχειρο σχέδιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και το συμμετρικό ως Τεκμήριο 2). Στη σκηνή βρήκε μόνο την Εναγόμενη αφού ο Ενάγοντας 1 είχε στο μεταξύ μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Με αναφορά στα σχέδια (Τεκμήρια 1 και 2), ο μάρτυρας εξήγησε ότι το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης όπως αυτό υποδείχθηκε και από τους δύο ενεχόμενους οδηγούς. Ο κ. Παπαβασιλείου κατέθεσε περαιτέρω ότι σε συνομιλία που είχε με την Εναγόμενη στη σκηνή του δυστυχήματος η ίδια ανέφερε ότι ενώ κατευθυνόταν με το αυτοκίνητό της στην Οδό Συνεργατισμού με ανατολική κατεύθυνση και επιθυμούσε να μεταβεί σε περίπτερο νότια της οδού Συνεργατισμού, πέρασε το σημείο όπου βρισκόταν το περίπτερο, σταμάτησε απότομα και έκανε στροφή προς τα δεξιά με σκοπό να μπει σε χωμάτινο δρόμο και να πάει στο εν λόγω περίπτερο. Ενώ βρισκόταν στη μέση του δρόμου άκουσε ένα δυνατό θόρυβο από δεξιά και ένιωσε ένα κτύπημα στο αυτοκίνητό της και χωρίς να σταματήσει έκανε στροφή και πάρκαρε το αυτοκίνητό της στην τελική θέση Α1 επί των σχεδίων. Ο αστυφύλακας ανέφερε επίσης ότι η Αστυνομία κλήθηκε στη σκηνή στις 8:30 περίπου το βράδυ και κατά το χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος στεγνός και επί του δρόμου υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός. Υπέδειξε περαιτέρω ότι η οδός Συνεργατισμού χωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή που υποδηλώνει ότι απαγορεύεται το προσπέρασμα. Αναφορικά με τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι σε σχέση με το μοτοποδήλατο, οι ζημιές ήταν στο μπροστινό μέρος του, ενώ στο όχημα της Εναγομένης οι ζημιές ήταν στην πίσω δεξιά πλευρά. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι όταν μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος η Εναγόμενη ήταν σοκαρισμένη και ότι δεν ήταν σε θέση να του δώσει πληροφορίες σε σχέση με το ατύχημα και κατέθεσε ότι προτού της υποβάλει ερωτήσεις αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του δυστυχήματος την ρώτησε εάν αισθάνεται καλά ή εάν επιθυμεί να μεταβεί στο νοσοκομείο, πλην όμως η ίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό. Για το λόγο αυτό, συνομίλησαν για τις συνθήκες του ατυχήματος, η Εναγόμενη υπέδειξε το σημείο Χ, ο ίδιος έκανε τις σχετικές μετρήσεις στην παρουσία της και αφού της υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο και της το εξήγησε, αυτή το αποδέχθηκε και το υπέγραψε ως ορθό. Αναφορικά με τον Ενάγοντα 1, ο αστυφύλακας ανέφερε ότι την ίδια ημέρα τον επισκέφθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και του υπέδειξε το πρόχειρο σχέδιο. Ο Ενάγοντας 1 δεν ήταν σίγουρος για τα σημεία που του υποδείχθηκαν και για το λόγο αυτό ο αστυφύλακας του εισηγήθηκε όπως όταν γίνει καλά μεταβούν μαζί στη σκηνή. Παρών στην εν λόγω συνάντηση ήταν και ο πατέρας του Ενάγοντα 1, Ενάγοντας στην αγωγή 2500/2006 και ιδιοκτήτης του ενεχόμενου μοτοποδηλάτου, ο οποίος του ζήτησε όπως μεταβούν στο σημείο ώστε να του επεξηγηθεί το ατύχημα. Πράγματι, αργότερα μετέβηκαν μαζί στη σκηνή και υποδείχθηκαν στον πατέρα του Ενάγοντα 1 τα διάφορα σημεία και ο ίδιος συμφώνησε με αυτά αφού όταν ο αστυφύλακας είχε φθάσει αρχικά στη σκηνή του ατυχήματος ο Ενάγοντας στην αγωγή 2500/2006 ήταν ήδη εκεί και γνώριζε που βρισκόταν το κάθε όχημα. Ακολούθως, μετέβηκαν μαζί εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου ο Ενάγοντας 1 ανέφερε στον αστυφύλακα ότι κρατούσε κοντινή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα. Το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1) υποδείχθηκε στον Ενάγοντα 1, ο οποίος συμφώνησε με αυτό και το υπέγραψε. Τέλος, σε σχετική υποβολή του κ. Κουρίδη ότι ο Ενάγοντας 1 δεν ήταν σε θέση να συνομιλήσει μαζί του για το ατύχημα λόγω περιτραυματκής αμνησίας, ο μάρτυρας ανέφερε ότι προτού μιλήσει με τον Ενάγοντα 1 είχε λάβει την έγκριση των γιατρών του και σε κάθε περίπτωση ο Ενάγοντας 1 ουδέποτε ανέφερε κάτι τέτοιο. Ο Ενάγοντας 1 κατέθεσε ως ΜΕ
- Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι οδηγούσε την μοτοσικλέτα του στην Οδό Συνεργατισμού και ακολουθούσε το όχημα που οδηγούσε η Εναγόμενη. Σε κάποιο σημείο η Εναγόμενη ελάττωσε απότομα ταχύτητα, ο ίδιος προσπάθησε να την αποφύγει, όμως η Εναγόμενη έστριψε δεξιά χωρίς να δείξει με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του. Ενώ βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, κάποιος αστυνομικός τον επισκέφθηκε και του υπέδειξε ένα σχεδιάγραμμα με το οποίο συμφώνησε απόλυτα. Συνεπεία του ατυχήματος υπέστηκε τραύματα στο αριστερό γόνατο, πηγούνι, αριστερό ζυγωματικό, αριστερό μάτι και φρύδι, για τα οποία επισκέφθηκε διάφορους γιατρούς τους οποίους κατονόμασε. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν μαθητής της 3ης λυκείου και συνεπεία των τραυμάτων του έκανε αρκετές απουσίες από το σχολείο με αποτέλεσμα να επηρεαστεί η απόδοσή του, ενώ λόγω της ουλής στο αριστερό γόνατο η οποία είναι 10-12 εκ., ντρέπεται να φορέσει κοντό παντελόνι, αποφεύγει να πάει στη θάλασσα και δεν μπορεί να παίξει ποδόσφαιρο, ενώ γενικά αισθάνεται άβολα με την εμφάνισή του. Ερωτηθείς κατά την αντεξέταση σε σχέση με την κατάθεσή του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 4) και τη θέση που προβάλλεται σε αυτήν ότι δεν θυμάται εάν η Εναγομένη έδειξε με δείκτη την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά σε συνδυασμό με την θέση του στην κυρίως εξέταση ότι η Εναγομένη δεν έδειξε με δείκτη πορείας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, ο Ενάγοντας 1 απάντησε ότι ισχύει η κατάθεσή του. Ως ΜΕ3 κατέθεσε ο Ορθοπεδικός Χειρούργος και Τραυματιολόγος Δρ. Κυριάκος Ανδρέου ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα 1 για πρώτη φορά στις 7.2.2006, οπότε και παραπονείτο για πονοκέφαλο, ζάλη και για πόνο, δυσκαμψία και αδυναμία του αριστερού γόνατος. Κατά την εξέταση του Ενάγοντα 1 ο Δρ. Ανδρέου διαπίστωσε σκληρή υπερτροφική ουλή έμπροσθεν του αριστερού γόνατος, ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του αριστερού γόνατος, όπως επίσης ουλές στο πηγούνι, αριστερό φρύδι και αριστερή γωνία του αριστερού οφθαλμού. Η θεραπεία που ακολουθήθηκε, τα υποκειμενικά και αντικειμενικά ευρήματα του ΜΕ3 κατά την εξέταση του Ενάγοντα 1 στις 29.3.2006 και η γνώμη του αναφορικά με την εξέλιξη της κατάστασης του Ενάγοντα 1 αναλύονται στο ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 5.4.2006 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως επίσης ανέφερε ο μάρτυρας, κατά την επίσκεψη του Ενάγοντα 1 στις 2.5.2011, διαπίστωσε ότι οι ουλές που αναφέρονται στο Τεκμήριο 8 παρέμειναν ίδιες και στην ίδια έκταση όπως στις 29.3.2006 και οι κινήσεις του γόνατος εξακολουθούσαν να είναι πλήρεις προκαλώντας κάποιου βαθμού πόνο και «τράβηγμα» έμπροσθεν του αριστερού γόνατος στην κάμψη του. Ο Ενάγοντας 1 έχει παρουσιάσει κάποια βελτίωση σε σχέση με το 2006, αλλά λόγω του ότι τα ενοχλήματα δεν αποκαταστάθηκαν στα 5 χρόνια που μεσολάβησαν, έχει την άποψη ότι εάν δεν γίνει πλαστική επέμβαση θα παραμείνουν μόνιμα, υποδεικνύοντας ότι σε περίπτωση που η πλαστική επέμβαση είναι επιτυχής η κατάστασή του θα βελτιωθεί πάρα πολύ, χωρίς ωστόσο να είναι βέβαιο ότι ο Ενάγοντας 1 θα επανέλθει στην προτέρα του κατάσταση. Ως ΜΕ4 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Αστ. 1953 κ. Μιχάλης Παναγιώτου, ο οποίος έχει στην κατοχή του τον αστυνομικό φάκελο με αριθμό Τ/41/06 που αφορά το επίδικο δυστύχημα. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο ΜΕ4 κατέθεσε την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από την Εναγόμενη στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος (Τεκμήριο 11), όπως επίσης το έγγραφο απαγγελίας κατηγοριών σε αυτήν (Τεκμήριο 12). Με παραπομπή στο φάκελο ο Αστ. 1953 ανέφερε ότι σε σχέση με το ατύχημα, η Εναγόμενη είχε κατηγορηθεί για αμελή οδήγηση (Ποινική Υπόθεση 12841/2006) όπου της επιβλήθηκε ποινή προστίμου £200,00 και 3 βαθμοί ποινής, ενώ ο Ενάγοντας επίσης κατηγορήθηκε για αμελή οδήγηση (Ποινική Υπόθεση 12842/2006) και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου £200,00 και 3 βαθμοί ποινής και καταδικάστηκε σε £10,00 έξοδα. Ο μάρτυρας διευκρίνισε κατά την αντεξέτασή του ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στην εξέταση της υπόθεσης ή στη συλλογή μαρτυρίας για σκοπούς διερεύνησης του ατυχήματος και προσήλθε στο Δικαστήριο αφού έλαβε οδηγίες από τον υπεύθυνο του Αστυνομικού Σταθμού Πολεμιδιών όπου υπηρετεί, ώστε απλά να προσκομίσει στοιχεία επί του φακέλου. Ο Δρ. Ελευθέριος Κουλουτέρης κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΥ
- Κατά την περίοδο 2001-2007 ήταν ειδικευόμενος χειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και ήταν το πρόσωπο που συμπλήρωσε τα διάφορα στοιχεία επί του Τεκμηρίου Α προς αναγνώριση, το οποίο κατατέθηκε από τον ίδιο ως Τεκμήριο
- Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, όταν κάποιος ασθενής επισκέπτεται τις Πρώτες Βοήθειες για κάποιο λόγο, γίνεται αρχική εκτίμηση της κατάστασης του και εάν αποφασιστεί ότι πρέπει να κρατηθεί για νοσηλεία τότε ο επί καθήκοντι ιατρός συμπληρώνει κάποιο σχετικό έντυπο. Κατά την εισαγωγή του Ενάγοντα, ο επί καθήκοντι ιατρός ήταν ο Δρ. Μιχάλης Κάκας, ο οποίος και είχε υπό την επίβλεψή του τον ίδιο ως ειδικευόμενο ιατρό. Ερωτηθείς σε σχέση με την διαδικασία που ακολουθείται ώστε να ληφθεί κατάθεση από κάποιο ασθενή, ο Δρ. Κουλουτέρης ανέφερε ότι ο ασθενής εξετάζεται και εφόσον είναι σε θέση να καταθέσει, τότε η Αστυνομία προχωρεί στη λήψη της κατάθεσης, ενώ σε αντίθετη περίπτωση, επαναξιολογείται η κατάσταση του ασθενούς σε μεταγενέστερο στάδιο και δίδονται ανάλογες οδηγίες. Η Εναγόμενη ήταν η δεύτερη μάρτυρας υπεράσπισης, η οποία έκανε αρχικά αναφορά στο πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1) για να ισχυριστεί ότι αυτό ετοιμάστηκε από τον αστυνομικό ο οποίος μετέβηκε στη σκηνή λίγο μετά το δυστύχημα, χωρίς αυτός να της επεξηγήσει τι ήταν το εν λόγω σχεδιάγραμμα και η ίδια το υπέγραψε καθότι της είχε λεχθεί ότι ήταν καθαρά τυπικό ζήτημα. Αναφορικά με το σημείο Χ, η Εναγόμενη κατέθεσε ότι δεν το είχε υποδείξει η ίδια καθότι αμέσως μετά το ατύχημα ήταν σοκαρισμένη. Ερωτηθείσα αναφορικά με την απάντησή της στο Τεκμήριο 12 κατά την απαγγελία των κατηγοριών («Παραδέχομαι και απολογούμαι»), η Εναγομένη κατέθεσε ότι αφενός ο αστυνομικός δεν της είχε επεξηγήσει τι ήταν το εν λόγω έγγραφο, αφετέρου ο ίδιος κατέγραψε την εν λόγω δήλωση και αυτή συμφώνησε μαζί του θεωρώντας ότι έτσι έπρεπε να κάνει και ότι με την απάντηση αυτή η υπόθεση θα έκλεινε. Παρόμοια θέση προέβαλε και σε σχέση με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στα πλαίσια διερεύνησης του δυστυχήματος (Τεκμήριο 11) αφού ήταν και πάλι η θέση της ότι προτού υπογράψει την κατάθεση δεν την είχε διαβάσει και υπέδειξε τρία σημεία στην κατάθεση της με τα οποία διαφωνεί. Σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, η κα. Γεωργίου κατέθεσε ότι ενώ εκινείτο με το ανώτατο όριο ταχύτητας σε κατοικημένη περιοχή, λίγο πριν φτάσει στο περίπτερο, ελάττωσε ταχύτητα, άναψε τον δείκτη πορείας στα δεξιά, κοίταξε απέναντι και δεν υπήρχε οτιδήποτε, κοίταξε πίσω από το καθρεφτάκι της και δεν ερχόταν κανένας, οπότε επιχείρησε να κάνει στροφή στα δεξιά και επήλθε η σύγκρουση με τον Ενάγοντα. Υποστήριξε, επίσης, ότι δεν σταμάτησε σε άσπρη συνεχόμενη γραμμή και ότι δεν γνώριζε ότι επί της Οδού Συνεργατισμού υπήρχε τέτοια γραμμή, αφού πρώτη φορά περνούσε από εκείνο το δρόμο και σε κάθε περίπτωση ο δρόμος δεν ήταν αρκετά φωτισμένος. Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν τις γραπτές αγορεύσεις τους και προώθησαν τις εκδοχές των πελατών τους όπως αυτές εμφαίνονται ή προκύπτουν από τα δικόγραφα τους. Ήταν η θέση του κ. Κουρίδη ότι ο Ενάγοντας 1 φέρει αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα, ενώ σε σχέση με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων εισηγήθηκε το ποσό των €10,000 επί πλήρους ευθύνης. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Χατζηλοίζου η οποία κάλεσε το Δικαστήριο να αποδώσει στην Εναγόμενη πλήρη ευθύνη για το ατύχημα και να επιδικάσει στον Ενάγοντα 1 το ποσό των €30,000 ως γενικές αποζημιώσεις. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους. Αξιολογώντας αρχικά τον Αστ. 1960 Θεόδουλο Παπαβασιλείου, θα πρέπει να πω ότι αυτός ήταν αντικειμενικός και ουδέτερος, παρουσιάστηκε δε στο Δικαστήριο με σκοπό να δώσει μαρτυρία αναφορικά με το ατύχημα και χωρίς να εντοπίζεται οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Ήταν σαφής, επεξηγηματικός και παρουσίασε στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία και τις πληροφορίες που έλαβε κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι σε σχέση με το πρόχειρο σχέδιο (Τεκμήριο 1) και το σημείο Χ, ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στη θέση του ότι η ίδια η Εναγομένη υπέδειξε το σημείο Χ και υπέγραψε το Τεκμήριο 1 το οποίο ετοιμάστηκε σε αυτή τη βάση και αφού της υποδείχθηκε και της επεξηγήθηκε από τον ίδιο. Ο μάρτυρας έδωσε στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία σε σχέση με τον τρόπο και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία του Τεκμηρίου
- Πιο συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε τα ακόλουθα σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του: «Της εξήγησα ότι καθορίζουμε σταθερό σημείο και παίρνουμε τις μετρήσεις των διαφόρων σημείων του δρόμου. Εξήγησα επίσης τις πορείες. Ακολούθως μου υπέδειξε το σημείο Χ, το μέτρησα, το αποδέχθηκε και έκανα τις σχετικές μετρήσεις για τις τελικές θέσεις. Αφού της εξήγησα ξανά, δεν έκανε οποιαδήποτε απορία και αποδεχόμενη το Τεκμήριο 1 μου το υπέγραψε». Σταθερός παρέμεινε ο μάρτυρας και στη θέση του ότι όταν βρήκε την Εναγομένη στη σκηνή του δυστυχήματος, αυτή δεν φαινόταν σοκαρισμένη και πριν αρχίσει να της υποβάλλει ερωτήσεις την ρώτησε εάν αισθανόταν καλά ή εάν ήθελε να μεταβεί στο Νοσοκομείο για εξετάσεις, παραδίδοντάς της σχετικό έγγραφο, κάτι που η ίδια ωστόσο, δεν έπραξε. Με αναφορά στα σχεδιαγράμματα (Τεκμήρια 1 και 2) όπου απεικονίζονται δύο πάσσαλοι της Α.Η.Κ. πριν και μετά το περίπτερο, αλλά και στη διαπίστωσή του όταν μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος λίγη ώρα αργότερα, ο μάρτυρας ήταν σαφής σε σχέση με το ότι υπήρξε ικανοποιητικός φωτισμός επί της οδού Συνεργατισμού, θέση επί της οποίας και δεν αντεξετάστηκε. Αναφορικά με την ώρα κατά την οποία επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, υπήρξε έντονη αντεξέταση του αστυφύλακα από τον συνήγορο της Εναγομένης, πλην όμως η αξιοπιστία του μάρτυρα δεν κλονίστηκε αφού έδωσε στο Δικαστήριο επαρκή στοιχεία λέγοντας ότι η Εναγομένη του ανέφερε ότι το δυστύχημα έγινε στις 20:30, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από την κλήση του ασθενοφόρου επίσης την ίδια ώρα. Σε σχέση με τα Τεκμήρια 1 και 2, ο μάρτυρας σημείωσε ότι υπάρχει μια διαφορά στην κλίμακα μεταξύ των δύο σχεδιαγραμμάτων και διευκρίνισε ότι το σημείο Χ είναι περίπου στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή και ότι ο λόγος για τον οποίο φαίνεται να υπάρχει διάσταση μεταξύ των σημείων Χ στα δύο σχέδια είναι το ότι το Τεκμήριο 2 είναι σμίκρυνση του Τεκμηρίου
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους, και δεδομένης της καλής εντύπωσης που μου άφησε ο ΜΕ1, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Αξιολογώντας, τώρα, τον Ενάγοντα 1, θα πρέπει καταρχήν να επισημάνω ότι σε σχέση με τα τραύματα που υπέστηκε δεν ήταν σε θέση να καταθέσει αναφορικά με τα ακόλουθα: 1.Ποιος ήταν ο θεράπων ιατρός του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και τι του συνέστησε. 2.Ποιος ήταν ο θεράπων ιατρός του στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου μεταφέρθηκε δύο ημέρες μετά και τι του συνέστησε. 3.Τι του είχε συστήσει ο Δρ. Κ. Ανδρέου (ΜΕ3) και κατά πόσον του πρότεινε να επισκεφθεί κάποιον νευρολόγο. 4.Κατά πόσον είχε επισκεφθεί κάποιο νευρολόγο μετά το δυστύχημα. Εν τούτοις, κρίνεται ότι αυτό δεν έγινε με σκοπό απόκρυψης των σχετικών γεγονότων από το Δικαστήριο αλλά λόγω της τότε ηλικίας του και του χρόνου που παρήλθε στο μεσοδιάστημα. Σε κάθε περίπτωση, σε ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που υπέστηκε συνεπεία του δυστυχήματος ο Ενάγοντας δεν αντεξετάστηκε και ούτως ή αλλιώς η μαρτυρία που έδωσε επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6, 7 και 13 που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Πέραν τούτου, όμως, ο Ενάγοντας 1 έδωσε σαφή μαρτυρία ως προς τη σημερινή του κατάσταση δίδοντας σχετικές προς τούτο λεπτομέρειες, όπως το ότι η ουλή που φέρει στο γόνατο «άνοιξε» χωρίς λόγο πριν από τρεις μήνες και για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον Δρ. Πίτσιλλο ο οποίος του συνέστησε δύο αλοιφές για την περιοχή. Γενικότερα θα πρέπει να επισημάνω ότι ο Ενάγοντας 1 δεν υπερέβαλε σε σχέση με τα τραύματά του και τη σημερινή του κατάσταση αλλά τουναντίον ήταν αρκετά μετριοπαθής, τα δε συναισθήματα που ανέφερε ότι δημιουργήθηκαν λόγω της ουλής και οι περιορισμοί που έχει στην καθημερινότητα του κρίνονται δικαιολογημένα. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα, ο Ενάγοντας 1 παρέμεινε συνεπής και σταθερός στις θέσεις του και ειδικότερα ότι ο λόγος που κινήθηκε δεξιά ήταν για να αποφύγει τη σύγκρουση με το προπορευόμενο όχημα της Εναγομένης το οποίο σταμάτησε απότομα. Επί τούτου επισημαίνεται ότι ο Ενάγοντας 1 έδωσε στο Δικαστήριο συγκεκριμένα στοιχεία σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο ακολουθούσε το όχημα της Εναγομένης (1 λεπτό), την μεταξύ των οχημάτων απόσταση όταν αυτά ήταν εν κινήσει (5-6 μέτρα), την ταχύτητα με την οποία εκινείτο το μοτοποδήλατο του (50-60 χαω), τη θέση τους στο δρόμο (κέντρο της λωρίδας) και την όλη πορεία που ακολούθησε. Επισημαίνω ότι ο Ενάγοντας 1 παρέμεινε σταθερός στην πιο πάνω θέση του και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο λόγος που κινήθηκε δεξιότερα ήταν για να προσπεράσει το όχημα της Εναγομένης. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά του κατά την αντεξέταση του: «Ακολουθούσα την, εστάματησε απότομα, δεν είχα χρόνο να σταματήσω ή κάτι άλλο. Το μόνο ήταν να την αποφύγω και θεώρησα λογικά να πάω δεξιά». Τονίζεται επίσης ότι όταν ο Ενάγοντας 1 ερωτήθηκε σε σχέση με τη θέση που περιέχεται στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) και το κατά πόσον η Εναγόμενη έδειξε με τον δείκτη πορείας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά, δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι ισχύει η κατάθεση του που ήταν η πιο πρόσφατη από το ατύχημα. Γενικότερα, ο Ενάγοντας 1 έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ενός ειλικρινούς ατόμου. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, όπως επίσης την αμεσότητα με την οποία ο μάρτυρας απαντούσε τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση, και το ότι η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Αναφορικά με την μαρτυρία του ΜΕ3, η οποία αποτελεί ιατρική μαρτυρία, είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπουν την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο καταρχήν επισημαίνει ότι ο Δρ. Ανδρέου ήταν πολύ θετικός και βοηθητικός μάρτυρας σε σχέση με το θέμα για το οποίο κατέθεσε. Όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Δρ. Ανδρέου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Ιατρικής Έκθεσης που ετοίμασε και κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στην εν λόγω Ιατρική Έκθεση, υπάρχει πλήρης και λεπτομερής αναφορά στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβηκε κατά την πρώτη επίσκεψη του Ενάγοντα 1 στο ιατρείο του στις 7.2.2006 και στις συστάσεις τις οποίες του είχε δώσει, στα υποκειμενικά και αντικειμενικά ευρήματα του κατά την επίσκεψη του Ενάγοντα 1 στις 29.3.2006, όπως επίσης τη γνώμη και πρόγνωση του ως προς την περαιτέρω πορεία και εξέλιξη της κατάστασης της υγείας του Ενάγοντα
- Επιπρόσθετα, κατά τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ο Δρ. Ανδρέου καθόρισε τις ημερομηνίες κατά τις οποίες τον επισκέφθηκε ο Ενάγοντας 1, ήτοι 7.2.2006, 23.2.2006, 29.3.
- 30.3.2010 και 2.5.2011, και δεν δίστασε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι σε σχέση με τις τελευταίες δύο επισκέψεις ο Ενάγοντας 1 τον επισκέφθηκε με δική του πρωτοβουλία και χωρίς να δοθούν τέτοιες οδηγίες από τον ίδιο. Ταυτόχρονα, κατά την αντεξέταση εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο εξέτασης του Ενάγοντα 1 κατά την 7.2.2006 και 29.3.2006, ήτοι ότι οι διαπιστώσεις του σε σχέση με τις ουλές προέκυψαν από την επισκόπηση και ψηλάφηση των ουλών, ενώ σε σχέση με το γόνατο έγινε επισκόπηση και κλινική εξέταση η οποία διαλαμβάνει την ψηλάφηση και εκτίμηση της κίνησης του γόνατος, της σταθερότητας και της ευαισθησίας που εντοπίζεται στα πλαίσια της εξέτασης, όπως επίσης παρακολούθηση του ασθενούς κατά το βάδισμα και στο βαθύ κάθισμα. Όπως, περαιτέρω, εξήγησε στα πλαίσια σχετικής ερώτησης του κ. Κουρίδη, δεν θεώρησε ορθό να υποβάλει τον Ενάγοντα 1 σε περαιτέρω εξετάσεις σε σχέση με την κάμψη του γόνατος, όπως μαγνητικό τομογράφο ή αρθροσκόπηση, καθότι στα πλαίσια της εξέτασης του Ενάγοντα 1 τα υποκειμενικά ευρήματα ανταποκρίνονταν με τα αντικειμενικά και έτσι κρίθηκε ότι για τα τραύματα που υπέστηκε ο Ενάγοντας 1 δεν χρειαζόταν κάποια επιπρόσθετη εξέταση, ενώ σε σχέση με το διάστρεμμα, ο μάρτυρας παρατήρησε ότι αυτό δεν αποτυπώνεται σε ακτινογραφίες, θέσεις που ικανοποιούν το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας ανέφερε με ειλικρίνεια ότι τα όσα καταγράφει στο Τεκμήριο 8 σε σχέση με την εγκεφαλική διάσειση διαπιστώθηκαν από τον ίδιο και για το λόγο αυτό συνέστησε στον Ενάγοντα 1 να επισκεφθεί νευρολόγο, ενώ σε σχέση με την αναφορά του σε κάταγμα του κάτω κόγχου του οφθαλμού, υπέδειξε ότι αυτή βασίστηκε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9, Έκθεσης του Ακτινολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 18.1.2006 σε αξονική τομογραφία. Σε σχέση δε με την επίσκεψη του Ενάγοντα 1 στις 2.5.2011, ο μάρτυρας ανέφερε με σαφήνεια ότι οι ουλές οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 8 παραμένουν οι ίδιες και στην ίδια έκταση ως περιγράφονται στην εν λόγω Ιατρική Έκθεση. Ανέφερε, επίσης, με λεπτομέρεια τις διαπιστώσεις του σε σχέση με τις κινήσεις του γόνατος του Ενάγοντα 1 και το γεγονός ότι εξακολουθεί να υπάρχει πόνος λόγω της υπερτροφικής ουλής έμπροσθεν του επιγονατιδικού τένοντος και της τραυματικής τενοντίτιδας που είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη συμφύσεων και ουλώδως ιστού στον επιγονατιδικό τένοντα. Παράλληλα, ανέφερε στο Δικαστήριο την εισήγησή του όπως ο Ενάγοντας 1 υποβληθεί σε πλαστική επέμβαση προς το σκοπό βελτίωσης της κατάστασής του. Γενικότερα, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Δρ. Ανδρέου ήταν αντικειμενικός και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να βοηθήσει τον Ενάγοντα 1 με τη μαρτυρία του ή να υπερεκτιμήσει τα τραύματα που υπέστηκε ο Ενάγοντας 1 συνεπεία του ατυχήματος. Με δεδομένη την πολύ καλή εντύπωση που μου έκανε και την μη προσκόμιση περί του αντιθέτου μαρτυρίας από την πλευρά της Εναγομένης και για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του ΜΕ3 γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της ως πλήρως τεκμηριωμένη και εμπεριστατωμένη. Η μαρτυρία του ΜΕ4 κ. Μιχάλη Παναγιώτου γίνεται αποδεκτή για τον περιορισμένο σκοπό για τον οποίο αυτή είχε προσαχθεί, ήτοι για την κατάθεση της ανακριτικής κατάθεσης και του εγγράφου απαγγελίας γραπτής κατηγορίας στην Εναγόμενη (Τεκμήρια 11 και 12 αντίστοιχα), καθότι ο ίδιος ουδεμία ανάμειξη είχε στη λήψη της εν λόγω κατάθεσης ή στην απαγγελία των κατηγοριών ή στην διερεύνηση του ατυχήματος γενικότερα. Ο μάρτυρας ήταν αντικειμενικός και αμερόληπτος και δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Ερχόμενη στον ΜΥ1 Δρ. Ελευθέριο Κουλουτέρη, κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν αφορούσε τα επίδικα θέματα αλλά σε γενικό πλαίσιο τη διαδικασία που ακολουθείται όταν ένας ασθενής επισκεφθεί το Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, την εισαγωγή του ασθενούς στο θάλαμο και την παραπέρα εξέταση του (εάν τούτο κριθεί αναγκαίο), όπως επίσης τη διαδικασία λήψης κατάθεσης από ασθενή που νοσηλεύεται στο Νοσοκομείο. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η μαρτυρία του περιορίστηκε σε αυτά τα πλαίσια, ενώ ερωτηθείς κατά την αντεξέταση, λόγω του χρόνου που μεσολάβησε, ο Δρ. Κουλουτέρης κατέθεσε ότι δεν θυμόταν τον Ενάγοντα 1, ούτε πόση ώρα διήρκησε η εξέταση του από τον ίδιο ή τον Δρ. Κάκα, ούτε πόσες φορές είδε ή εξέτασε τον Ενάγοντα 1 κατά την 18.1.2006, όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσον κατά την εν λόγω ημερομηνία είχε συνομιλήσει με κάποιον αστυνομικό σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα 1 ή εάν του ζητήθηκε άδεια από αστυνομικό ώστε ο Ενάγοντας 1 να δώσει κατάθεση. Αξιολογώντας, τέλος, την Εναγόμενη θα πρέπει από την αρχή να πω ότι μου έκανε αλγεινή εντύπωση ως μάρτυρας, αφού ήταν ξεκάθαρη η προσπάθεια της να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια ώστε να αποφύγει τις συνέπειες των πράξεών της. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της ήταν ασαφής, συγχυσμένη και αντιφατική με τρόπο ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και εξηγώ: Κατά την κυρίως εξέτασή της, η Εναγόμενη ανέφερε ότι στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης η οποία στρεφόταν εναντίον της σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, η ίδια είχε παραδεχθεί ενοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε καθότι «σκέφτηκε ότι έτσι έπρεπε να κάνει και ότι θα τελείωνε η υπόθεση εκεί». Όταν δε ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση πότε είχε γίνει η υπόθεση στο ποινικό Δικαστήριο, απάντησε ότι ήταν πριν δέκα χρόνια και εν πάση περιπτώση η παρουσία της στο ποινικό Δικαστήριο έγινε προτού η ίδια λάβει γνώση των αγωγών που κινήθηκαν εναντίον της για αποζημιώσεις. Εντούτοις, όπως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία και το φάκελο του Δικαστηρίου στις πιο πάνω αγωγές, η καταδίκη της Εναγομένης στην ποινική υπόθεση έλαβε χώρα στις 24.1.2007, ενώ οι υπό εκδίκαση αγωγές καταχωρήθηκαν στις 7.6.2006 και η Εναγομένη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης δια των δικηγόρων Ανδρέας Νεοκλέους & Σία κατά την εν λόγω ημερομηνία, στις 3.8.
- Το γεγονός της καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης με συνημμένο ενυπόγραφο Τύπο Διορισμού Δικηγόρου δι' Εναγόμενο αναιρεί και τη θέση της ότι είχε επαφή με το γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους & Σία μετά την καταδίκη της στην ποινική υπόθεση. Στην προσπάθειά της να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε την οδό Συνεργατισμού, η Εναγομένη ισχυρίστηκε αρχικά ότι πρώτη φορά περνούσε από εκείνο τον δρόμο. Αυτό, όμως, έρχεται σε αντίθεση με τη θέση που προέβαλε κατά την αντεξέταση, ήτοι ότι είχε ξεκινήσει από το σπίτι της στο Τραχώνι για να πάει στο περίπτερο της Οδού Συνεργατισμού, θέση η οποία προβάλλεται και στην κατάθεσή της στην Αστυνομία (Τεκμήριο 11) και για την οποία δεν ήγειρε οποιαδήποτε διαφωνία. Εύλογα, λοιπόν, εγείρεται το ερώτημα, πώς η Εναγομένη γνώριζε ότι υπήρχε περίπτερο στην Οδό Συνεργατισμού εάν δεν είχε ξαναπεράσει από εκεί; Επιπρόσθετα, και επί του σημείου αυτού, υποδεικνύεται ότι σε αμέσως επόμενο σημείο της αντεξέτασης, η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι είχε ξεκινήσει από το σπίτι της για να πάει σε μια φίλη της που διαμένει στα Πολεμίδια και ήθελε να σταματήσει στο περίπτερο της Οδού Συνεργατισμού, ενώ πήρε τη συγκεκριμένη διαδρομή διότι είχε καιρό να πάει στην εν λόγω φίλη της και σε κάποιο σημείο χάθηκε και μπήκε στον εν λόγω δρόμο. Η θέση της Εναγομένης ότι η οδός Συνεργατισμού δεν ήταν αρκετά φωτισμένη ουδόλως τεκμηριώθηκε, αφού όταν ερωτήθηκε σε σχέση με τον φωτισμό επί του δρόμου, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, ενώ όταν ήρθε αντιμέτωπη με το Τεκμήριο 1 και την εκεί αποτύπωση πασσάλων της Α.Η.Κ. πριν και μετά το περίπτερο και στη δεξιά πλευρά των ενεχόμενων οχημάτων σύμφωνα με την πορεία τους, η Εναγομένη απάντησε ότι «πρώτη φορά περνούσε από εκείνο το δρόμο και της φάνηκε χαμηλός ο φωτισμός». Όταν δε ερωτήθηκε γιατί θεώρησε τον φωτισμό χαμηλό, και πάλι δεν ήταν σε θέση να δώσει μια σαφή απάντηση. Η Εναγόμενη δεν έγινε πιστευτή σε σχέση με τη θέση που προέβαλε αναφορικά με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ήτοι ότι επισκέφθηκε το γραφείο του αστυνομικού, της υποβλήθηκαν κάποιες ερωτήσεις και η ίδια έδωσε κάποιες απαντήσεις και στη βάση αυτών ο αστυνομικός κατέγραψε την κατάθεση, την οποία η ίδια υπέγραψε χωρίς να την διαβάσει. Αναφορικά με το θέμα αυτό θα πρέπει καταρχήν να αναφέρω ότι όταν στην κυρίως εξέτασή της ερωτήθηκε αναφορικά με την κατάθεσή της (Τεκμήριο 11), η Εναγομένη ισχυρίστηκε ότι στην εν λόγω κατάθεση υπάρχουν τρία σημεία με τα οποία διαφωνεί και είναι τα εξής: - Στην κατάθεση γράφει ότι «επαλλούκωσα τα (στόπερ) και έστριψα απότομα δεξιά για να εισέλθω στο χώρο στάθμευσης του περιπτέρου», ενώ η ίδια δεν έπραξε κατ' αυτόν τον τρόπο. - Στην κατάθεση αναφέρεται ότι ο δείκτης πορείας στα δεξιά άναψε την ώρα που η ίδια έστριβε δεξιά, ενώ η ίδια είχε ανάψει τον δείκτη πορείας λίγο πριν στρίψει δεξιά. - Η αναφορά στην κατάθεση ότι «όταν σταμάτησα απότομα για να στρίψω δεξιά ήμουν σχεδόν κοντά στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή του δρόμου» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού δεν είχε σταματήσει στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή ούτε γνώριζε ότι υπήρχε τέτοια γραμμή στο δρόμο. Κατά την αντεξέταση η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι είχε δει για πρώτη φορά την εν λόγω κατάθεση όταν της δόθηκε από τον δικηγόρο της στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της. Όμως, στο στάδιο εκείνο, η ίδια απλά πήρε την κατάθεση στα χέρια της και χωρίς να την διαβάσει ανέφερε ότι διαφωνεί με τα τρία πιο πάνω σημεία. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να ισχύει ο εν λόγω ισχυρισμός της και πώς θα ήταν σε θέση να αναφέρει τα σημεία με τα οποία διαφωνεί εάν δεν την είχε μελετήσει προηγουμένως; Παρομοίως, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση της αναφορικά με το Τεκμήριο 1, αφού ενώ αρχικά υποστήριξε ότι η ίδια δεν υπέδειξε στον αστυνομικό το σημείο Χ και ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 1 χωρίς να της επεξηγηθεί οτιδήποτε και χωρίς να γνωρίζει τι αυτό αποτελεί λόγω του ότι ήταν σοκαρισμένη από το ατύχημα και τον τραυματισμό του Ενάγοντα 1, κατά την αντεξέταση δέχθηκε ότι ο αστυνομικός που μετέβηκε στη σκηνή της ανέφερε ότι θα έπαιρνε κάποια μέτρα και της υπέβαλε ερωτήσεις αναφορικά με την ίδια και το αυτοκίνητο που οδηγούσε, την ταυτότητα του μοτοσικλετιστή και που βρισκόταν αυτός, όπως επίσης για την κατάσταση της υγείας της. Σε μεταγενέστερο στάδιο, μάλιστα, δέχθηκε και ότι είχε ερωτηθεί αναφορικά με το που έγινε η σύγκρουση και ότι η ίδια του υπέδειξε το σημείο όπου βρισκόταν το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα 1, το οποίο, σύμφωνα με την ίδια, ήταν σχεδόν στη μέση του δρόμου, ενώ όταν της ζητήθηκε να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης στο Τεκμήριο 2, η ίδια υπέδειξε το σημείο Χ. Παράλληλα, αποδέχθηκε ότι το σημείο Χ ήταν στην άσπρη γραμμή, αναιρώντας έτσι την αρχική της θέση ότι δεν είχε σταματήσει στην άσπρη συνεχόμενη γραμμή, αφού με βάση τη δική της μαρτυρία το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα 1 χτύπησε στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου της όταν αυτή έστριβε δεξιά. Η μαρτυρία της Εναγόμενης σε σχέση με το πότε είδε το περίπτερο, το στάδιο στο οποίο ελάττωσε ταχύτητα και πάτησε φρένα όπως επίσης το σημείο στο οποίο έδειξε με τον δείκτη πορείας την πρόθεση της να στρίψει δεξιά ήταν ασαφής και συγχυσμένη σε βαθμό ώστε και πάλι να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ειδικότερα αναφέρεται ότι όταν αρχικά ερωτήθηκε σε πόση απόσταση είδε το περίπτερο, η μάρτυρας απάντησε ότι το είδε από μακριά, ενώ όταν της ζητήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένη απόσταση, υπέδειξε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου μια απόσταση περίπου 5-6 μέτρα. Τέλος, η Εναγόμενη δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση αναφορικά με το πότε κοίταξε το κεντρικό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της, αφού αρχικά απάντησε «όταν άρχισα να ελαττώνω ταχύτητα», αργότερα «την ώρα που ήθελα να στρίψω, λίγο πριν φτάσω», πιο μετά «την ώρα που σταμάτησα για να στρίψω δεξιά», για να αναφέρει στο τέλος ότι έδειξε με τον δείκτη πορείας όταν προσπάθησε να ελαττώσει. Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: • Ο Ενάγοντας γεννήθηκε στις 28.9.1988 και κατά την ημερομηνία του δυστυχήματος ήταν μαθητής στην 3η Λυκείου. • Σις 18.1.2006 και περί ώρα 20:30 η Εναγομένη οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμό εγγραφής ΗΥΡ729 στην οδό Συνεργατισμού στα Κάτω Πολεμίδια με ανατολική κατεύθυνση. • Κατά τον ίδιο χρόνο ο Ενάγοντας 1 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΚΗΤ692, στην Οδό Συνεργατισμού επίσης με ανατολική κατεύθυνση ακολουθώντας το όχημα της Εναγομένης σε απόσταση 5-6 μέτρα. Σημειώνεται ότι αναφορικά με το θέμα της απόστασης των δύο οχημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 επί της οποίας και δεν αντεξετάστηκε. • Το μοτοποδήλατο με αριθμό εγγραφής ΚΗΤ692 είναι ιδιοκτησίας του Ενάγοντα στην αγωγή με αριθμό 2500/
- • Η οδός Συνεργατισμού είναι ευθύς δρόμος διπλής κυκλοφορίας και διαχωρίζεται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή που υποδηλώνει ότι απαγορεύεται το προσπέρασμα. • Σε κάποιο σημείο της οδού Συνεργατισμού, στο ύψος του περιπτέρου που βρίσκεται νότια (δεξιά) σε σχέση με την πορεία των δύο οχημάτων, και ενώ η Εναγομένη εκινείτο με ταχύτητα περίπου 50 χ.α.ω., σταμάτησε απότομα και έστριψε απότομα δεξιά. Ενώ η Εναγομένη έστριβε δεξιά συγκρούστηκε με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1, ο οποίος εκείνη την ώρα κινήθηκε δεξιά με ταχύτητα γύρω στα 50-60 χ.α.ω με σκοπό να αποφύγει την επικείμενη σύγκρουση. Πιο συγκεκριμένα, με βάση τη μαρτυρία της ίδιας της Εναγόμενης, ενώ η ίδια έστριβε δεξιά, ένιωσε ένα χτύπημα στη δεξιά πίσω πλευρά του αυτοκινήτου της, συνέχισε όμως να οδηγεί και σταμάτησε το αυτοκίνητό της στο σημείο Α1 επί του Τεκμηρίου
- Με δεδομένη τη θέση του Ενάγοντα στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 4) και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του ότι δεν θυμάται κατά πόσον η Εναγομένη έδειξε την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά και την απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγόμενης στο σύνολό της, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ως προς το κατά πόσον η Εναγόμενη έδειξε με τον δείκτη πορείας της την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά. • Στη σκηνή κλήθηκε η Αστυνομία και ο ΜΕ1 μετέβη για τους σκοπούς διερεύνησης του επίδικου δυστυχήματος όπου συνάντησε μόνο την Εναγόμενη. • Το Δικαστήριο υιοθετεί ως μέρος των ευρημάτων του τα σχέδια (Τεκμήρια 1 και 2) και τις σχετικές μετρήσεις, καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης Χ το οποίο υποδείχθηκε από την Εναγομένη και σημειώθηκε από τον ΜΕ1 στη σκηνή και με το οποίο συμφώνησε αργότερα και ο Ενάγοντας
- Επί του σημείου αυτού θα πρέπει να υποδειχθεί ότι η μαρτυρία του Αστ. 1960 Θεόδουλου Παπαβασιλείου (ΜΕ1) σε σχέση με την υπόδειξη του σημείου Χ στη σκηνή από την Εναγόμενη και την αποτύπωσή του επί του Τεκμηρίου 1, τελικά δεν αντικρούστηκε από την πλευρά της υπεράσπισης αφού κατά την αντεξέταση της η Εναγομένη κατέθεσε ότι ως σημείο σύγκρουσης υπέδειξε στον αστυνομικό το σημείο όπου ήταν το μοτοποδήλατο, όταν δε της ζητήθηκε να υποδείξει στο Τεκμήριο 2 το σημείο αυτό, υπέδειξε το σημείο Χ. Παρομοίως, ούτε η θέση του ΜΕ1 ότι ο Ενάγοντας 1 συμφώνησε με το σημείο Χ όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1 κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού κλονίστηκε με την προσαγωγή της μαρτυρίας του ΜΥ1 Δρ. Ελευθέριου Κουλουτέρη, η οποία ήταν γενική και αόριστη και ουδεμία αναφορά έγινε στον Ενάγοντα 1 και την νοσηλεία του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρθηκε από τον Ενάγοντα 1, αυτός συμφωνεί με το σημείο Χ όπως αποτυπώνεται στα σχετικά σχεδιαγράμματα (Τεκμήρια 1 και 2). • Με βάση τα Τεκμήρια 1 και 2, το σημείο Χ είναι πολύ κοντά στην άσπρη συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή και εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας σε σχέση με την κατεύθυνση που ακολουθούσαν οι ενεχόμενοι οδηγοί. • Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος στεγνός και ο φωτισμός ικανοποιητικός. Σε σχέση με το θέμα της επάρκειας του φωτισμού της Οδού Συνεργατισμού θα πρέπει αφ' ενός να σημειώσω ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΕ1 δεν υποβλήθηκε σε αυτόν ότι ο φωτισμός δεν ήταν ικανοποιητικός (ως ήταν η θέση του κατά την κυρίως εξέταση), αφ' ετέρου όπως επεξηγείται και πιο πάνω η θέση της Εναγομένης ότι ο δρόμος δεν ήταν φωτισμένος ικανοποιητικά ουδόλως τεκμηριώθηκε. • Οι ζημιές στο αυτοκίνητο της Εναγομένης συνεπεία του δυστυχήματος ήταν στην πίσω δεξιά πλευρά (πισινή δεξιά πόρτα και πισινό δεξιό φτερό) ενώ οι ζημιές στο μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1 ήταν στο μπροστινό μέρος της. • Σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα, αμέσως μετά το ατύχημα ο Ενάγοντας 1 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλεύθηκε και παρέμεινε από 18.1.2006 - 20.1.2006, ενώ στις 20.1.2006 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου εξετάστηκε από γναθοχειρούργο και νοσηλεύθηκε και παρέμεινε εκεί μέχρι και τις 21.1.
- • Κατά την παραμονή του στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ο Ενάγοντας 1 υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου (CT Brain) και των Facial Bones. • Λόγω των τραυμάτων που υπέστηκε, ο Ενάγοντας 1 απουσίαζε από το σχολείο για περίοδο δύο εβδομάδων. • Στις 7.2.2006 ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε τον Δρ. Κυριάκο Ανδρέου (ΜΕ3) παραπονούμενος για πονοκέφαλο, ζάλη και πόνο, δυσκαμψία και αδυναμία του αριστερού γόνατος. Από την εξέταση που διενεργήθηκε από τον Δρ. Ανδρέου διαπιστώθηκε σκληρή υπερτροφική ουλή έμπροσθεν του αριστερού γόνατος, όπως επίσης ότι οι κινήσεις του αριστερού γόνατος ήταν επώδυνες και υπήρχε ευαισθησία κατά την πίεση πέριξ του αριστερού γόνατος και ουλές στο πηγούνι, αριστερό φρύδι και αριστερή γωνία του αριστερού οφθαλμού. Χορηγήθηκαν αναλγητικά και αντιφλεγμονώδη φάρμακα και συνεστήθη ανάπαυση και παρακαλούθηση, όπως επίσης εξέταση από νευρολόγο. • Στις 10.2.2006 ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε την Γενική Ιατρό Δρ. Άντρη Χατζησάββα παραπονούμενος για πονοκέφαλο και ζάλη σχεδόν καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Όπως δε προκύπτει από το Ιατρικό Πιστοποητικό της Δρος. Άντρης Χατζησάββα (Τεκμήριο 6), το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, μετά από την εξέταση την οποία έκανε, η ίδια πιστεύει ότι τα εν λόγω συμπτώματα «έχουν σχέση με διάσειση εγκεφάλου μετά από αυτοκινητιστικό ατύχημα που είχε στις 18.1.2006». • Ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε ξανά τον Δρ. Κυριάκο Ανδρέου στις 23.2.2006 και 29.3.
- • Κατά την επίσκεψη στις 29.3.2006 ο Ενάγοντας 1 παραπονείτο για πόνο, ευαισθησία και για δυσκαμψία του αριστερού γόνατος και περιοδικό πονοκέφαλο και ζάλη. Τα αντικειμενικά ευρήματα του ΜΕ3 ήταν τα ακόλουθα: -Υπερτροφική και ευαίσθητη ουλή έμπροσθεν του αριστερού γόνατος 8εκ. -Ουλή 2 εκ. στη ραχιαία επιφάνεια του αριστερού χεριού. -Επιπολής ουλή 4 εκ. στο αριστερό ωλέκρανο. -Μικρή ουλή στη γωνία του αριστερού οφθαλμού. -Ουλή 3χ2 εκ. στο αριστερό ζυγωματικό οστούν. -Ουλή 1½ εκ. στο αριστερό φρύδι. -Ουλή 1½ στην αριστερή πλευρά του πηγουνιού. Οι κινήσεις του αριστερού γόνατος είναι ικανοποιητικές, πλην όμως η πλήρης κάμψη προκαλούσε πόνο και ευαισθησία έμπροσθεν του αριστερού γόνατος στην περιοχή της ουλής. Από το Τεκμήριο 8 το οποίο ετοιμάστηκε από τον ΜΕ3 μετά την εν λόγω επίσκεψη προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματά του σε σχέση με τα τραύματα του Ενάγοντα 1: - Ο Ενάγοντας 1 υπέστη θλαστικά τραύματα στο πηγούνι, στο αριστερό φρύδι, στον αριστερό οφθαλμό, στο αριστερό γόνατο, αριστερό χέρι και αριστερό αγκώνα, διάστρεμμα αριστερού γόνατος με τραυματική τενοντίτιδα του τετρακέφαλου μυός, κάταγμα του κάτω κόγχου του οφθαλμού που αφορούσε το αριστερό ζυγωματικό οστούν, όπως επίσης εγκεφαλική διάσειση. - Αναφορικά με το τραύμα στο αριστερό γόνατο με την πάροδο του χρόνου τα συμπτώματα του Ενάγοντα 1 σε σχέση με τον πόνο και τη δυσκαμψία θα βελτιωθούν. Σε σχέση με την ουλή η οποία είναι υπερτροφική και προκαλεί ευαισθησία και πόνο κυρίως κατά την κάμψη θα χρειαστεί χειρουργική επέμβαση εάν με την πάροδο του χρόνου δεν βελτιωθεί. • Από το Ιατρικό Πιστοποιητικό της Δρος. Ζωής Νικολάου, Γναθοχειρούργου, ημερομηνίας 25.5.2006, το οποίο επίσης κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 7 και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, προκύπτει ότι ο Ενάγοντας 1 προσήλθε στο ιατρείο της στις 2.3.2006 και κατά την εξέταση παρουσίαζε τα ακόλουθα: -Πρόσθια, κατά τη ψηλάφηση ασυνέχεια της περιοφθαλμικής περιμέτρου αριστερά. -Ενδοστοματικά, κινήσεις της κάτω γνάθου κατά φύσην, όπως επίσης η σύγκλειση κατά φύσην. -Κατά την οφθαλμολογική εξέταση, οι κινήσεις των περιοφθαλμικών μυών κατά φύσην χωρίς διπλοπία και η όραση επίσης κατά φύσην. -Η νευρολογική εξέταση κατά φύσην και η ακτινογραφική εξέταση κατέδειξε κάταγμα ζυγωματικού οστού αριστερά με ελαφριά μετατόπιση. Η αξονική τομογραφία η οποία διενεργήθηκε στις 8.3.2006 κατέδειξε θολερότητα αριστερού ιγμόρειου άντρου και κάταγμα αριστερού ζυγωματικού οστού. Η Δρ. Ζωή Νικολάου δεν σύστησε χειρουργική θεραπεία για τη διόρθωση της ασυνέχειας του οστικού περιγράμματος του οφθαλμικού κόγχου αριστερά λόγω της χρονικής περιόδου μετά το κάταγμα και λόγω του ότι δεν δημιουργούνταν σοβαρά αισθητικά και λειτουργικά προβλήματα. • Ο Ενάγοντας 1 εξετάστηκε και από τον Δρ. Νίκο Μαντά, Πλαστικό Χειρούργο, στις 24.4.2009 σε σχέση με τις μετατραυματικές ουλές που φέρει στο κεφάλι και τα άκρα. Από την Ιατρική Βεβαίωση ημερομηνίας 29.4.2009 που ετοίμασε ο Δρ. Μαντάς και η οποία κατατέθηκε από τους συνηγόρους των δύο πλευρών ως Τεκμήριο 13 εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, προκύπτουν οι ακόλουθες διαπιστώσεις: -Ουλή στο αριστερό γόνατο 7 Χ 1,5 εκ. ερυθρή και επίπεδη. -Ουλή πωγώνος αριστερά 3 εκ. Χ 1 χιλ. και αριστερού έσω κάνθου 2 εκ., λεπτή και δυσδιάκριτη. -Δυσχρωστικές αλλοιώσεις δέρματος δεξιού αγκώνα και αντιβράχιου από εγκαύματα εκ τριβής. Η δε πρόγνωση του Δρος Μαντά είναι ότι οι εν λόγω ουλές θα πρέπει να θεωρούνται πλέον μόνιμες χωρίς περιθώρια βελτίωσης, παρόλο που, όπως αναφέρει, δυνατότητα βελτίωσης υπάρχει μόνο με laser resurfacing, τεχνική η οποία θα βελτιώσει τις ουλές χωρίς να τις εξαφανίσει και το κόστος της υπολογίζεται σε €1,
- • Ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε με δική του πρωτοβουλία τον ΜΕ3 στις 30.3.2010 και 2.5.2011 κατά τις οποίες διαπιστώθηκε κάποια βελτίωση στην κατάσταση του γόνατός του. Συγκεκριμένα, κατά την επίσκεψη του Ενάγοντα 1 στις 2.5.2011 ο ΜΕ3 διαπίστωσε τα εξής: -Οι ουλές που περιγράφονται στο Τεκμήριο 8 παραμένουν οι ίδιες σε είδος και έκταση. -Οι κινήσεις του αριστερού γόνατος εξακολουθούν να είναι πλήρεις προκαλώντας κάποιου βαθμού πόνο και όπως ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 αναφέρει, «τράβηγμα» έμπροσθεν του γόνατος στην κάμψη του λόγω της υπερτροφικής ουλής έμπροσθεν του επιγονατιδικού τένοντος και της τραυματικής τενοντίτιδας που είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη συμφύσεων και ουλώδους ιστού στον επιγονατιδικό τένοντα. Λόγω του ότι από το 2006 ο Ενάγοντας 1 παρουσίασε κάποια βελτίωση αλλά στα 5 χρόνια που μεσολάβησαν οι ενοχλήσεις στο γόνατο δεν έχουν αποκατασταθεί, σύμφωνα με τον ΜΕ3 εάν δεν γίνει πλαστική επέμβαση οι ενοχλήσεις αυτές θα είναι μόνιμες. Σε περίπτωση δε που γίνει η επέμβαση και είναι επιτυχής, τότε η κατάσταση του γόνατος του Ενάγοντα 1 θα βελτιωθεί πολύ χωρίς να είναι βέβαιο ότι θα επανέλθει στην προτέρα του κατάσταση. • Οι ειδικές ζημιές του Ενάγοντα 1 ανέρχονται εκ συμφώνου και έχουν δηλωθεί σε € 2.619,00, και του Ενάγοντα στην αγωγή 2500/2006 σε €600,
- Νομική Πτυχή Σχετικά με το θέμα της ευθύνης πρόκλησης τροχαίου ατυχήματος, είναι ομολογιακά καθιερωμένο ότι η αμέλεια είναι θέμα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Patsalides v. Yiapani
(1969)1 CLR 84 και Panayiotou v. Mavrou
(1970)1 CLR 215). Στα πλαίσια εκδίκασης μιας τέτοιας υπόθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει εάν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος της Εναγόμενης και εάν η απάντηση είναι καταφατική, τότε θα πρέπει να εξετάσει εάν ο Ενάγοντας 1 έχει συντρέχουσα αμέλεια και ακολούθως να καθορίσει τα εκατέρωθεν ποσοστά ευθύνης (βλ. Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 1013). Η ευθύνη αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί ανεξάρτητα εάν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον Ενάγοντα ή την Εναγόμενη (βλ. Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 CLR 1). Στην προκειμένη περίπτωση, μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα δόθηκε και από τις δύο πλευρές. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Ευθύνη της Εναγομένης Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, όπως καθορίζονται στα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι η Εναγομένη υπέχει ευθύνη για το ατύχημα αφού αφενός παρέλειψε να αντιληφθεί την ύπαρξη του Ενάγοντα 1 στο δρόμο, ο οποίος την ακολουθούσε σε μικρή απόσταση για 1 περίπου λεπτό, αφετέρου προτού επιχειρήσει έξοδο προς τα δεξιά παρέλειψε να ελέγξει κατά πόσον ήταν ασφαλές να πράξει τούτο (Βλ. Κυριάκος Τσιαρτσίδης ν. Ιατρικό Διαγνωστικό Κέντρο Μαγνητικής Τομογραφίας Αγ. Θέρισσος Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 1143 και Ανθούλης Παπούτα ν. Κυριάκος Τούμπα κ.ά.
(2009)1 ΑΑΔ 1082). Ειδικότερα επισημαίνεται ότι κατά την αντεξέτασή της η Εναγόμενη συμφώνησε με την συνήγορο των Εναγόντων ότι ο Ενάγοντας 1 την ακολουθούσε αλλά η ίδια δεν τον είδε. Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι παρόλη την αντεξέταση του ΜΕ1 και του Ενάγοντα 1 σε σχέση με τα φώτα πορείας του μοτοποδηλάτου και εάν αυτά ήταν αναμμένα, δεν υποβλήθηκε σε αυτούς από τον συνήγορο της Εναγομένης η θέση ότι αυτά δεν ήταν σε λειτουργία. Τέλος, υποδεικνύεται ότι σε κάποιο σημείο ης αντεξέτασής της, η Εναγομένη δέχθηκε ότι δεν είχε ελέγξει το δεξί πλαϊνό καθρεφτάκι του αυτοκινήτου της προτού επιχειρήσει στροφή στα δεξιά. Όπως έχει επαναληφθεί και στην υπόθεση Χαράλαμπος Χαραλάμπους ν. Γεωργίας Ξυδά
(2007)1 ΑΑΔ 792, ένας οδηγός που προηγείται και έχει σκοπό να διασταυρώσει και να στρίψει δεξιά έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι τα οχήματα που το ακολουθούν έχουν αντιληφθεί την πρόθεσή του αυτή, κάτι που επίσης δεν έπραξε η Εναγόμενη αφού μεταξύ άλλων σταμάτησε απότομα και έστριψε δεξιά (Βλέπε επίσης Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Constantinou v. Katsouris
(1975)1 CLR 188 και Στυλιανού ν. Νικηφόρου
(2001)1 ΑΑΔ 1602). Παράλληλα, η Εναγόμενη κρίνεται αμελής επί το ότι παραβίασε την άσπρη συνεχόμενη γραμμή που βρισκόταν στο δρόμο και έστριψε δεξιά κατά παράβαση του εκ του νόμου καθήκοντος της (βλ. Karaolis v. Charalambous
(1976)1 CLR 310 και Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 CLR 811). Σημειώνω, τέλος, ότι το γεγονός της παραδοχής της Εναγομένης σε κατηγορία αμελούς οδήγησης σε σχέση με το επίδικο ατύχημα στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 12841/2006, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα στη βάση των οποίων στοιχειοθετήθηκε το εν λόγω αδίκημα. Επομένως, η αποδεικτική αξία της εν λόγω παραδοχής, που είναι και το ζητούμενο στη διαδικασία αυτή, δεν μπορεί να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο (βλ. Λουκάς Χατζηϊωάννου ν. Θέλμα Μπουκάριος
(1995)1 ΑΑΔ 131, Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)1 ΑΑΔ 310 και Πουρίκκος Χρίστου ν. Βάσου Βασιλείου
(1993)1 ΑΑΔ 256). Συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα 1 Με δεδομένη την πιο πάνω διαπίστωση μου, εγείρεται τώρα το ερώτημα κατά πόσον ο Ενάγοντας 1 έχει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα ως η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης. Οι αρχές της συντρέχουσας αμέλειας έχουν εμπεδωθεί από τη νομολογία από παλιά. Στην αγγλική αυθεντία Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, στη σελίδα 83 αναφέρεται η ακόλουθη αρχή: "The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions." Επίσης ο Λόρδος Denning στην απόφαση Jones v. Livox Quarries Ltd.
(1952)2 Q.B. 608, στη σελίδα 615 αναφέρει τα ακόλουθα: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless.". Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos
(1970)1 CLR 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides
(1973)1 CLR 66, Patsalides v. Yapani and Another
(1969)1 CLR 84, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1). Είναι δε σαφώς νομολογημένο ότι το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου, ενώ το Δικαστήριο αποφασίζει το θέμα της ευθύνης με βάση την ολότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση 88/2008, απόφαση ημερομηνίας 22.2.2011). Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 178, οι καθοριστικοί παράγοντες για την κατανομή της ευθύνης είναι δύο: «α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου, και β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη, όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R. 25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727." Αποτελεί γενική αρχή αναφορικά με το καθήκον οδηγών οχημάτων που χρησιμοποιούν τον δρόμο ότι αυτοί είναι αμελείς εκεί όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα εμφανής και δεν λαμβάνουν οποιαδήποτε προφυλακτικά μέτρα. Ένας συνετός άνθρωπος οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πιθανή αμέλεια άλλων κυρίως εκεί όπου η εμπειρία δείχνει ότι τέτοια αμέλεια είναι κοινή. Επί τούτου παραπέμπω στην υπόθεση Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriacou Mavrou
(1970)1 CLR 215, όπου αναφέρονται τα πιο κάτω: "It is well settled that negligence is the failure to take reasonable care in the particular circumstances, and in each case the question whether a person has been negligent is a question of fact. We could usefully refer to the principle enunciated by Lord Dunedin in the House of Lords in Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, at page 83, to the effect that if the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions. This statement is regarded as applying generally to actions in which the negligence alleged is an omission to take due care for the safety of others; and it must follow that a prudent man will guard against the possible negligence of others, when experience shows such negligence to be common (see Grant v. Sun Shipping Co. Ltd. [1948] 2 All E.R. 238, at page 247 H.L.)." Η ίδια νομική αρχή υιοθετήθηκε πολύ πιο πρόσφατα στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1 ΑΑΔ 164 και Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 (Γ) ΑΑΔ 1460, όπου τονίστηκε ότι το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών, εκτός εάν η πείρα δείχνει ότι μια συγκεκριμένη αμέλεια είναι συνηθισμένη κάτω από τις περιστάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι ο Ενάγοντας 1 δεν είναι άμοιρος ευθύνης σε σχέση με το ατύχημα αφού παρέβηκε το καθήκον και την υποχρέωσή του να τηρεί, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα της Εναγομένης και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό. Όπως προέκυψε από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, η οδός Συνεργατισμού είναι δρόμος ευθύς σε κατοικημένη περιοχή, ενώ στην πλευρά της λωρίδας όπου κινούνταν τα ενεχόμενα οχήματα υπάρχει πεζοδρόμιο κατά μήκος του δρόμου και στην αντίθετη πλευρά του δρόμου υπάρχει περίπτερο με χώρο κενό μπροστά από αυτό. Επομένως, η δημιουργία κινδύνου τόσο από οχήματα όσο και από πεζούς ή και από άλλες αιτίες ήταν εύλογα προβλεπτή. Έπεται, λοιπόν, ότι ο Ενάγοντας 1 είχε υποχρέωση να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης κάποιου κινδύνου. Υπό το φως των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση η απόσταση των 5-6 μέτρων περίπου που χώριζε το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Ενάγοντας 1 από το προπορευόμενο όχημα της Εναγομένης δεν ήταν ασφαλής αφού δεν του παρείχε τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας που εύλογα μπορούσαν να προβλεφθούν. Τα γεγονότα απέδειξαν ότι ο Ενάγοντας 1 δεν έχει εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωση του ακολουθούντος οδηγού. Σημειώνεται ότι το γεγονός μη τήρησης ασφαλούς απόστασης από το όχημα της Εναγομένης επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο τον Ενάγοντα 1, ο οποίος κατά τη συνομιλία του με τον ΜΕ1 ανέφερε ότι «κρατούσε κοντινή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα». Στην υπόθεση Γρηγόρης Κεζαρίδης ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2007)1 ΑΑΔ 1373, υπογραμμίστηκε ότι βασικές παραμέτροι του καθήκοντος επιμέλειας που βαρύνει τον οδηγό οχήματος που ακολουθεί άλλο προπορευόμενο όχημα είναι η τήρηση απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο, λογικό όριο ταχύτητας και άσκηση της δέουσας προσοχής και φροντίδας. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 1376, «η εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος λογικά παρέχει στον οδηγό τη δυνατότητα έγκαιρης και αποτελεσματικής αντίδρασης συνισταμένης στη λήψη μέτρων αποτροπής του δυστυχήματος». Στην Brown and Lynn v. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd [1945] S.C. 31, Ct. of Sess. ο Lord Cooper καθόρισε ως εξής το επίπεδο επιμέλειας που πρέπει να τηρείται από τον ακολουθούντα οδηγό: «The distance which should separate two vehicles travelling one behind the other must depend upon many variable factors - their speed, the nature of the locality, the other traffic present or to be expected, the opportunity available to the following driver of commanding a view ahead of the leading vehicle, the distance within which the following vehicle can be pulled up, and many other things. The following driver is, in my view, bound, so far as reasonably possible, to take up such a position, and to drive in such a fashion, as will enable him to deal successfully with all traffic exigencies reasonably to be anticipated: but whether he has fulfilled this duty must in every case be a question of fact, just as it is a question of fact whether, on any emergency disclosing itself, the following driver acted with the alertness, skill and judgment reasonably to be expected in the circumstances." Σε μετάφραση: "Η απόσταση που πρέπει να χωρίζει δύο οχήματα που οδηγούνται το ένα πίσω από το άλλο πρέπει να εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες - την ταχύτητα τους, τη φύση της περιοχής, την υπόλοιπη τροχαία που βρίσκεται στην περιοχή ή αναμένεται να βρεθεί, την ευκαιρία που έχει ο ακολουθών οδηγός να έχει ορατότητα μπροστά από το προπορευόμενο όχημα, την απόσταση εντός της οποίας το όχημα που ακολουθεί μπορεί να σταματήσει, και πολλά άλλα ζητήματα. Ο ακολουθών οδηγός υπέχει, κατά την άποψη μου, υποχρέωση στο βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να λαμβάνει τέτοια θέση, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να του παρέχεται η δυνατότητα να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας οι οποίες εύλογα μπορούν να προβλεφθούν: Ωστόσο το κατά πόσο έχει εκπληρώσει αυτή την υποχρέωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι θέμα πραγματικό, ακριβώς όπως είναι θέμα πραγματικό το κατά πόσο, σε οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη που παρουσιάζεται, ο ακολουθών οδηγός ενήργησε με την ετοιμότητα, δεξιοτεχνία και κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις". Η απόφαση στην Brown and Lynn (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Scott v. Warren [1974] R.T.R. 104 Div. Ct. και στην Antoniou v. Police
(1976)2 C.L.R. 140, 143, 144. Επιπρόσθετα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μαυροφτή
(2001)2 Α.Α.Δ. 130, ο εφεσίβλητος οδηγούσε επί του αυτοκινητόδρομου Λευκωσίας - Λεμεσού με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Μπροστά ήταν το αυτοκίνητο YS955, πίσω του το αυτοκίνητο ΡΑ772, πίσω από το ΡΑ772 ήταν το αυτοκίνητο CAN445, και πιο πίσω το ΡΡ180 με οδηγό τον εφεσίβλητο. Κάποια στιγμή ο οδηγός του YS955 σταμάτησε το αυτοκίνητό του, πίσω του σταμάτησε το ΡΑ772 και πιο πίσω σε απόσταση 3 μ. περίπου το CAN
- Ο εφεσίβλητος συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο CAN
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί η κατηγορία της αμελούς οδήγησης γιατί το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος συγκρούστηκε με το προπορευόμενο όχημα «από μόνο του δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετηθεί η κατηγορία». Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας άσκησε έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης. Το Εφετείο, μετά από επισκόπηση της σχετικής με τα επίπεδα προσοχής που πρέπει να τηρούνται από τον ακολουθούντα οδηγό νομολογίας (βλ. Brown and Lynn, πιο πάνω, Scott, πιο πάνω, Antoniou, πιο πάνω και Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 190), έθεσε το θέμα ως εξής: «Η ορθή νομική θέση είναι εκείνη που έχει διατυπωθεί στην απόφαση του Lord Cooper στην Brown and Lynn (πιο πάνω) και υιοθετήθηκε στην Antoniou (πιο πάνω). Επαναλαμβάνουμε ότι το κατά πόσο ο οδηγός που ακολουθεί έχει εκπληρώσει την υποχρέωση του είναι θέμα πραγματικό. Το θέμα είναι θέμα βαθμού στην κάθε περίπτωση. Στην παρούσα υπόθεση ο εφεσίβλητος οδηγούσε σε υπεραστικό δρόμο με απεριόριστη ορατότητα. Ακολουθούσε αριθμό προπορευόμενων οχημάτων. Είχε υποχρέωση στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό να κρατεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα, και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο, ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό. Η εμφάνιση κάποιου κινδύνου σε ένα υπεραστικό δρόμο, ιδίως κοντά σε παρόδους με πρόσβαση στον υπεραστικό δρόμο - όπως ήταν εδώ η περίπτωση - ήταν εύλογα προβλεπτή. Έπεται πως ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να τηρεί τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να σταματήσει με ασφάλεια στην περίπτωση εμφάνισης οποιουδήποτε κινδύνου. Παρεμβάλλουμε ότι τα προπορευόμενα του εφεσίβλητου αυτοκίνητα αντελήφθηκαν έγκαιρα τον κίνδυνο και έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα για να τον αποφύγουν. Όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα ο εφεσίβλητος δεν έχει εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωση του. Ακολουθεί πως η συμπεριφορά του συνιστούσε αμελή οδήγηση. Η απόδειξη που προσάχθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δικαιολογεί την καταδίκη του εφεσίβλητου για αμελή οδήγηση πέρα από κάθε λογική αμφιβολία. Η περί του αντιθέτου κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνεται εσφαλμένη.» Τέλος, στην υπόθεση Sir Rentals Co. Ltd v. Κυριάκου Χαραλάμπους
(2003)1 ΑΑΔ 1498, κυνηγετικός σκύλος πήδηξε στο δρόμο από το διπλοκάμπινο όχημα του τριτοδιαδίκου με αποτέλεσμα το εξ αντιθέτου επερχόμενο όχημα του εναγομένου, για να αποφύγει σύγκρουση με προπορευόμενο όχημα που χρησιμοποίησε τα φρένα του για να αποφύγει το σκύλο, να εισέλθει εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και να συγκρουστεί με το όχημα του ενάγοντα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ότι ο εναγόμενος δεν ήταν υπεύθυνος αμέλειας, ωστόσο το Εφετείο παραμέρισε την απόφαση και επιμέρισε την ευθύνη κατά 70% στον τριτοδιάδικο και 30% στον εναγόμενο. Εν όψει του πιο πάνω συμπεράσματος μου καθίσταται επιβεβλημένος ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ του Ενάγοντα 1 και της Εναγομένης. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι ο βαθμός αμέλειας της Εναγομένης είναι κατά πολύ ψηλότερος από εκείνο του Ενάγοντα 1 αφού μεταξύ άλλων η αμέλεια της ήταν η γενεσιουργός αιτία της επίδικης σύγκρουσης. Συνακόλουθα, επιμερίζω την ευθύνη για το δυστύχημα σε ποσοστό 75% στην Εναγομένη και σε ποσοστό 25% στον Ενάγοντα 1, υποδεικνύοντας ότι δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ την εισήγηση του κ. Κουρίδη ως προς την παράλειψη του Ενάγοντα 1 να δείξει την πρόθεσή του να κινηθεί δεξιά, αφού με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα 1 κινήθηκε δεξιά με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση και όχι για να προσπεράσει. Για τους ίδιους λόγους τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διακρίνονται από αυτά της υπόθεσης Τασούλλα Α. Κρόκου ν. Νίκου Συμεού
(1995)1 ΑΑΔ 637 στην οποία επίσης παρέπεμψε ο κ. Κουρίδης. Σε σχέση δε με την υπόθεση Βάσος Αδαμίδης ν. Κώστα Χατζηνικολάου
(2007)1 ΑΑΔ 1108 στην οποία έκανε αναφορά η κα. Χατζηλοίζου, παρατηρώ ότι με βάση τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης υπήρχε εύρημα ότι το προπορευόμενο αυτοκίνητο έστριψε δεξιά χωρίς οποιοδήποτε σήμα ή προειδοποίηση. Γενικές Αποζημιώσεις Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη μου αναφορικά με την ευθύνη της Εναγόμενης για τον τραυματισμό του Ενάγοντα 1, απομένει να καθοριστεί το ύψος των γενικών αποζημιώσεων στις οποίες δικαιούται ο Ενάγοντας 1, αφού οι ειδικές αποζημιώσεις και στις δύο υποθέσεις έχουν συμφωνηθεί ως πιο πάνω αναφέρεται. Όπως έχει επαρκώς νομολογηθεί, οι αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και δεν αποσκοπούν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως νομικά υπεύθυνο για τα τραύματα του θύματος. Το ύψος των αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά στη φύση και έκταση των τραυμάτων και του πόνου του θύματος. Τα Δικαστήρια ακολουθούν μια ανοδική πορεία στο θέμα της επιδίκασης αποζημιώσεων για σωματικά τραύματα. Η τάση όμως αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια (βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη, Πολ.Εφ. 248/2006, απόφαση ημερ. 29.5.2009, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014 και Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Όπως έχει τονιστεί από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική στην υπόθεση Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66: « Η νομολογία αποκαλύπτει σταθερή άνοδο του επιπέδου των γενικών αποζημιώσεων, τάση που αντανακλά μεγαλύτερη ευαισθησία για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας και την ψυχική οδύνη από την περιθωριοποίηση από τις συνήθεις δραστηριότητες του ανθρώπου. (Βλ. μεταξύ άλλων Paraskevaides (Overseas) Ltd. V. Christofi
(1982)1 CLR 789, Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Παναγή ν. Θεοδώρου Πολ. Έφεση 8409, ημερομηνία έκδοσης αποφάσεως 26/11/92, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου Πολ. Έφεση 8179, ημερομηνία έκδοσης αποφάσεως 21/9/93). Σταθερή είναι όμως η αρχή του δικαίου ότι οι αποζημιώσεις πρέπει να είναι κοινωνικά παραδεκτές. Η αποζημίωση για αστικά αδικήματα δεν έχει σκοπό την τιμωρία αλλά την αποκατάσταση. Αυτή τούτη η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση, δεν πρέπει να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων.» Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τη νομολογία δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Οι άλλες αποφάσεις απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν υπάρχουν δύο παρόμοιες υποθέσεις που απορρέουν από δυστυχήματα (βλ. Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298). Κατά τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων τα Δικαστήρια αντλούν καθοδήγηση και λαμβάνουν υπόψη το ύψος των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί σε προηγούμενες υποθέσεις, εφόσον βέβαια υπάρχει κάποια αναλογία στην έκταση των κακώσεων και στα επακόλουθα τους, πάντοτε όμως και υπό το φως των αλλαγών τόσο της αγοραστικής αξίας του χρήματος όσο και των εξελίξεων της νομολογίας σε συνάρτηση με όποιους άλλους παράγοντες επιδρούν στην περίπτωση (Βλ. Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511). Όπως δε έχει λεχθεί στην υπόθεση Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». Αναζητώντας νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου αντικείμενο εξέτασης ήταν υποθέσεις στις οποίες επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες ανάλογες με αυτές που υπέστηκε ο Ενάγοντας 1 παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Ανδρέας Νικηφόρου ν. Ανδρέα Αντωνίου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 937, η εφεσίβλητη 2, γυναίκα ηλικίας 53 ετών κατά το ατύχημα, μετά τον τραυματισμό της μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, αλλά την ίδια μέρα μετακομίστηκε σε ιδιωτική κλινική, όπου της παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες και η αρχική θεραπεία. Παρέμεινε κλινήρης για πέντε μέρες. Δύο εβδομάδες περίπου μετά το δυστύχημα περιήλθε στη φροντίδα ιδιώτη ορθοπεδικού γιατρού. Είχε υποστεί κάταγμα του κάτω τριτημόριου της δεξιάς κερκίδας και ωλένης και καρπού, κάταγμα αριστερού καρπού και θλαστικό τραύμα δεξιού γόνατος. Υπέστη επίσης εγκεφαλική διάσειση, τραύματα και εκχυμώσεις γύρω από τους οφθαλμούς, καθώς και μικρό τραύμα στη μύτη. Ως μόνιμα κατάλοιπα παρέμεινε οδυνηρή δυσκινησία του δεξιού καρπού και του αντιβραχίου, δύσμορφη ουλή στο δεξιό γόνατο μήκους 10 εκ. και ουλές γύρω από τα μάτια και στην πρόσθια όψη της μύτης. Το ποσό των £12,000 που επιδικάσθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για γενικές αποζημιώσεις αυξήθηκε κατ' έφεση σε £20,000. Στην υπόθεση Στέλιος Αποστολίδης ν. Παντελή Ζούλη
(2001)1 ΑΑΔ 1695, ο εφεσίβλητος-ενάγων, οικοδόμος, είχε υποστεί αίμαθρο στο δεξιό γόνατο και συντριπτικό κάταγμα της δεξιάς επιγονατίδας. Είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση ανοικτής ανάταξης του κατάγματος και οστεοσύνθεσης και το σκέλος ακινητοποιήθηκε σε γύψινο κυλινδρικό νάρθηκα. Υπήρξε πλήρης πόρωση του κατάγματος αλλά ως μόνιμα κατάλοιπα υπήρχε επιμήκης χειρουργική ουλή 15 εκατοστών και ελαφρός περιορισμός στην κάμψη-έκταση του γόνατος. Παρατηρείτο πρόκληση πόνου και ταλαιπωρίας μετά από πολύωρη εργασία ενώ υπήρχε πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων. Οι επιδικασθείσες από το πρωτόδικο Δικαστήριο £12.000 γενικές αποζημιώσεις επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Σπύρος Μελής & Ελένη Λτδ ν. Μαρίνου Σάββα Πολίτη
(2003)1 ΑΑΔ 590, ο εφεσίβλητος, τελειόφοιτος μαθητής υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο αριστερό γόνατο, ο οποίος, όμως, δεν επηρέασε λειτουργικά στοιχεία. Ως μόνιμα κατάλοιπα υπήρχε πιθανότητα περιοδικών ενοχλήσεων υπό μορφή αίσθησης δυσκαμψίας του γόνατος κυρίως μετά από παρατεταμένη ακινησία και μείωση κατά 15% των πιθανοτήτων της ποδοσφαιρικής του εξέλιξης με ιδιαίτερη διάκριση. Παράλληλα, σε εξέταση του εφεσιβλήτου τεσσεράμισυ χρόνια μετά το ατύχημα διαπιστώθηκαν, μεταξύ άλλων, μία πλήρως επουλωμένη ουλή μήκους 10 εκ. και πλάτους 1 εκ., εγκάρσια στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος και μια παρόμοιας μορφής ουλή μήκους 15 εκ. και πλάτους 1 εκ. παράλληλη με την πιο πάνω περιγραφόμενη ουλή στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού γόνατος. Το ποσό των £15.000 ως γενικές αποζημιώσεις, κρίθηκε έκδηλα υπερβολικό και μειώθηκε κατ' έφεση σε £8.000. Στη βάση των πιο πάνω αρχών και έχοντας υπόψη την ηλικία του Ενάγοντα 1, τα τραύματα που υπέστηκε συνεπεία του ατυχήματος, την περίοδο ανάπαυσης του, τη βελτίωση που σημείωσε μέχρι σήμερα όπως επίσης ότι οι εναπομείνασες ουλές παραμένουν οι ίδιες και πρέπει να θεωρούνται μόνιμες, γεγονός που εύλογα τον κάνει να μην αισθάνεται καλά, όπως επίσης ότι ο Ενάγοντας 1 εξακολουθεί να νιώθει πόνο στην κάμψη του αριστερού γόνατος λόγω της υπερτροφικής ουλής έμπροσθεν του επιγονατιδικού τένοντα και της τραυματικής τενοντίτιδας, κρίνω ότι ένα ποσό της τάξης των € 15,000 επί πλήρους ευθύνης θα ήταν ικανοποιητικό στα πλαίσια απόδοσης γενικών αποζημιώσεων. Επισημαίνεται ότι στον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων δεν ελήφθηκε υπόψη το κόστος της μελλοντικής επέμβασης που κρίνεται αναγκαία αφού το κονδύλι αυτό περιέχεται στις Λεπτομέρειες Ειδικών Ζημιών που αξιώνονται και οι οποίες δηλώθηκαν εκ συμφώνου από τους συνηγόρους των δύο πλευρών. Σε σχέση δε με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα 1 για την μείωση της επίδοσής του στο σχολείο λόγω του τραυματισμού του, κρίνω ότι αυτοί παρέμειναν χωρίς τεκμηρίωση αφού στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας 1 περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά και τίποτε περισσότερο. Τελική Κατάληξη Στο σημείο αυτό και με δεδομένη των επίλυση όλων των επίδικων θεμάτων των αγωγών εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης τους. Επομένως στη βάση της καθορισθείσας ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα: Στην αγωγή 2493/2006 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €11.250,00 γενικές αποζημιώσεις και €1.964,25 ειδικές αποζημιώσεις, ενώ στην αγωγή 2500/2006 εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των €450,00 ειδικές αποζημιώσεις. Αναφορικά με τον τόκο, όπως είναι γνωστό, το άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, μετά των συναφών τροποποιήσεων παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιδικάζει τόκο ίσο με το ύψος του τόκου που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων αναφορικά με ολόκληρο ή μέρος του ποσού των αποζημιώσεων που έχουν επιδικαστεί για σωματικές βλάβες ή θάνατο συνεπεία αστικού αδικήματος για ολόκληρη ή για μέρος της περιόδου μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία γεννήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα και της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Μέχρι την πρόσφατη τροποποίηση του περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ. 2), Ν. 81(Ι)/2008, δηλαδή την 15.10.2008, ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5%. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 (Ν. 82(Ι)/2008)στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η Νομολογία δεικνύει ότι το από πότε θα επιδικαστούν τόκοι ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο λαμβάνει υπόψη του διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο τρόπος με τον οποίο προωθήθηκε η Αγωγή. Στην υπόθεση Καμπούρης ν. Εταιρείας Βιοχρώμ Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 1246 ο τόκος επιδικάστηκε από την ημερομηνία καταχώρισης της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της Αγωγής. Από την άλλη, καθυστέρηση δύο ετών στην καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης κρίθηκε ως δικαιολογημένη λόγω της έκτασης και πολλαπλότητας των τραυμάτων του Ενάγοντα (Βλέπε Φιλίππου κ.ά. ν. Τσολάκη
(2006)1 ΑΑΔ 1188, Θεοφάνους ν. Κουρουκλά
(2006)1 ΑΑΔ 528, όπου ο τόκος επιδικάστηκε από τη μέρα έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος, και Αζόφ ν. Προδρόμου κ.ά.
(2006)1 ΑΑΔ 331). Δεδομένης της καταχώρησης της αγωγής 2493/2006 στις 7.6.2006, ήτοι 6 περίπου μήνες μετά το επίδικο περιστατικό και ενώ ο Ενάγοντας 1 μέχρι και το τέλος Μαρτίου του 2006 επισκεπτόταν διάφορους γιατρούς σε σχέση με τα τραύματά του, κρίνω ορθό όπως επί των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων συνολικά ανερχόμενων σε €13.214,25 επιδικαστεί τόκος προς 8% ετησίως από 18.1.2006 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Παρομοίως, επιδικάζεται τόκος προς 8% ετησίως από 18.1.2006 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως και στην αγωγή 2500/2006 αφού η καταχώρηση της αγωγής δια Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος 6 μήνες μετά το ατύχημα κρίνεται ότι έγινε εντός ευλόγου χρόνου. Ερχόμενη, τέλος, στο θέμα των εξόδων κρίνω ότι ενόψει του διατάγματος συνένωσης των αγωγών και με δεδομένη την εκπροσώπηση των Εναγόντων από τον ίδιο δικηγόρο, δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων ως ακολούθως: - Στην αγωγή 2493/2006, ως η υπόθεση οδηγός, επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. - Στην αγωγή 2500/2006 επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης μόνο σε σχέση με την περίοδο από 7.6.2006 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) μέχρι την 25.5.2007 (ημερομηνία διατάγματος συνένωσης). (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: / Τελική/Ατύχημα/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο