← Κύπρος

Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Marktel Communications Limited κ.α., Αγ. Αρ. : 2475/06, 30/08/2011

Αlpha Bank Cyprus Ltd ν. Marktel Communications Limited κ.α., Αγ. Αρ. : 2475/06, 30/08/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A237 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. : 2475/06 Mεταξύ: Αlpha Bank Cyprus Ltd (πρώην Αlpha Bank Λτδ) από τη Λεμεσό Ενάγοντες και

  1. Marktel Communications Limited από τη Λεμεσό
  2. Βασούλα Μαρκίδη από τη Λεμεσό
  3. Μαρτίνου Μαρκίδη από τη Λεμεσό
  4. Μιροσλάβας Μαρκίδη από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 30/08/
  5. Eμφανίσεις: Για τους ενάγοντες: κ. Κ. Γρηγορίου για κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC. Για τους εναγομένους 1, 2 & 3: κ. Α. Γιωρκάτζης για κ.κ. Αντρέας Γιωρκάτζης & Σια. Για την εναγομένη 4: κ. Π. Κλεοβούλου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους, ισχυρίζονται ότι κατόπιν παράκλησης και/ή αίτησης των εναγομένων Νο.1 που έγινε κατά ή περί τις 07/05/1993, παραχώρησαν στους τελευταίους δάνειο και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό με όριο που καθοριζόταν στην συμφωνία μεταξύ των μερών και άνοιξαν τον λογαριασμό με αρ. 115-11137-2001-5 ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε και έγινε 515-220-004187-
  6. Στην συνέχεια ισχυρίζονται ότι, μετά από νέα παράκληση και/ή αίτηση των εναγομένων Νο.1 που έγινε κατά ή περί τις 08/11/2001, οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν και/ή να συνεχίσουν να παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις προς όφελος των εναγομένων Νο.1 σε τρεχούμενο λογαριασμό του οποίου άλλαξαν τον αριθμό από 115-11137-2001-5 σε 515-220-004187-7, το όριο του οποίου καθοριζόταν στην πιο πάνω συμφωνία των διαδίκων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας με τους εναγομένους Νο.1 που έγινε κατά ή περί τις 29/10/2003 παραχώρησαν στους τελευταίους δάνειο ύψους £15,000 το οποίο θα ήταν πληρωτέο δια μηνιαίων δόσεων ύψους £308 έκαστη αρχής γενομένης τις 24/12/2003 και ακολούθως την 24ην ημέρα εκάστου επόμενου μηνός. Προς εξασφάλιση των εναγόντων, οι εναγόμενοι 2, 3 & 4 στις 15/01/1996 υπέγραψαν γραπτή συμφωνία εγγύησης για απεριόριστο ποσό με την οποία εγγυήθηκαν την παροχή και/ή την συνέχιση παροχής των πιο πάνω διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους εναγομένους Νο.1 Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 & 4 στην παρούσα αγωγή είναι για το ποσό των £9,521.37 σεντ ως υπόλοιπο του πιο πάνω αναφερομένου τρεχούμενου λογαριασμού πλέον τόκους και επίσης για το ποσό των £15,891.03 σεντ ως υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού δανείου πλέον τόκους και έξοδα της αγωγής. Οι εναγόμενοι Νο.1 με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται την αξίωση των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 08/11/2001 και 29/10/2003 δεν συνιστούν αντικατάσταση της αρχικής συμφωνίας ημερομηνίας 07/05/
  7. Ισχυρίζονται επίσης, ότι η συμφωνία ημερομηνίας 08/11/2001 είναι άκυρη διότι καταστρατηγεί τον Περί Τόκου Νόμο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, ισχυρίζονται και ακυρότητα τόσο της συμφωνίας ημερομηνίας 08/11/2001 και της συμφωνίας ημερομηνίας 29/10/2003 για το λόγο ότι αυτές υπογράφηκαν χωρίς οι εναγόμενοι να γνωρίζουν το περιεχόμενο τους και προβάλουν την αρχή του non est factum. Πέραν των πιο πάνω, αμφισβητούν το αξιούμενο υπόλοιπο καθότι εμπεριέχει υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς. Οι εναγόμενοι 2 και 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης τους και ισχυρίζονται ότι αυτοί έχουν απαλλαχτεί από τις παρασχεθείσες εγγυήσεις καθότι υπήρξε τροποποίηση και/ή αλλαγή των όρων της μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 συμφωνιών. Η εναγόμενη 4 με τη δική της Έκθεση Υπεράσπισης, αρνείται την αξίωση των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι η δοθείσα εγγύηση δεν καλύπτει τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 που δημιούργησαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Επίσης, ισχυρίζεται παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς στους λογαριασμούς των εναγομένων
  8. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης τους, οι ενάγοντες κάλεσαν ως μάρτυρες τον κ. Νεόφυτο Παρέα (Μ.Ε.1), την κα Ροσμάρα Γεωργίου Φαλέκκου (Μ.Ε.2), την κα Μαίρη Βονιάτη (Μ.Ε.3) και τον κ. Κώστα Μαλιαλή (Μ.Ε.4). Τόσο η πλευρά των εναγομένων 1,2&3 όσο και η πλευρά της εναγομένης 4, δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης, κατά τη δίκη κατατέθηκαν συνολικά 23 τεκμήρια στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και όπου κρίνεται σκόπιμο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί. Θα γίνει όμως αναφορά κατωτέρω σε αυτό για να διαφανούν τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Ε.1 κ. Νεόφυτος Παρέας κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή αναφέρει αρχικά την νομική υπόσταση των εναγόντων και την φύση των εργασιών που ασχολούνται καθώς επίσης και τις αλλαγές στο όνομα των εναγόντων που έγιναν κατά διαστήματα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1, πιστοποιητικό αλλαγής του ονόματος των εναγόντων από Alpha Bank Ltd σε Alpha Bank Cyprus Ltd ημερομηνίας 20/12/
  9. Επίσης, αναφέρθηκε και στην εναγομένη 1, η οποία είπε ότι αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 δέσμη από έξι έγγραφα και σχετικά πιστοποιητικά από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις επίδικες συναλλαγές και στην σχέση των εναγόντων με τους εναγομένους
  10. Κατέθεσε στο Δικαστήριο Συμφωνία ημερομηνίας 07/05/1993 ως τεκμήριο 3 με βάση την οποία παραχωρήθηκαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγομένους 1 και ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. 115-11137-2001-5, ο οποίος στη συνέχεια άλλαξε σε 515-220-004187-
  11. Με βάση τη συμφωνία αυτή ανέφερε, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα φέρει τόκο προς 9% ετησίως επί ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων με δικαίωμα της τράπεζας να αυξομειώνει το ποσοστό του επιτοκίου μέχρι του ορίου του νομίμου εν ισχύ επιτοκίου. Επίσης, ανέφερε ότι με βάση τη συμφωνία αυτή η τράπεζα θα είχε δικαίωμα οποτεδήποτε να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να αξιώσει άμεση εξόφληση κάθε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού μαζί με τους τόκους. Ως εξασφάλιση για τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις οι εναγόμενοι 1 παραχώρησαν προς τους ενάγοντες ομόλογο επιβάρυνσης. Κατέθεσε στο Δικαστήριο συμφωνία ημερομηνίας 24/05/1993 ως τεκμήριο 4, η οποία ισχυρίστηκε ότι υπογράφηκε από τους εναγομένους 2 και 4 ως διευθυντές των εναγομένων 1, Ομόλογο Επιβαρύνσεως για το ποσό των £15,000 πλέον τόκους, ως τεκμήριο 5, έγγραφο που περιλαμβάνει τα στοιχεία του εν λόγω ομολόγου ως τεκμήριο 6 και πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγο ομολόγου επιβάρυνσης στον Έφορο Εταιρειών ως τεκμήριο
  12. Ακολούθως, ο μάρτυρας αυτός ισχυρίστηκε ότι για περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 2,3&4 κατά ή περί τις 15/01/1996 υπέγραψαν προσωπική εγγύηση για απεριόριστο ποσό. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έγγραφο εγγυήσεως ημερομηνίας 15/01/1996 ως τεκμήριο 8 και ισχυρίστηκε ότι η εγγύηση αυτή κάλυπτε την πιο πάνω συμφωνία παραχώρησης τρεχούμενου λογαριασμού στους εναγομένους 1 αλλά και οποιεσδήποτε μελλοντικές συμφωνίες για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι εναγόμενοι 2,3&4 είπε, είτε υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι των εναγομένων 1 είτε υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι των εναγομένων 1, στην ουσία αυτοί αποφάσιζαν για τους εναγομένους 1, προέβαιναν σε σχετικά αιτήματα κατά καιρούς, χειρίζονταν τους λογαριασμούς των εναγομένων 1 και είχαν πλήρη γνώση όλων των δεδομένων και υποθέσεων των εναγομένων
  13. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 9, δέσμη από επιστολές των εναγομένων 1, ημερομηνίας 15/04/1997, 24/07/1997, 25/09/2000, 17/10/2000 και 8/11/2001 τις οποίες όπως ανέφερε υπογράφουν οι εναγόμενοι 2 και 3 και με τις οποίες αιτούνταν από τους ενάγοντες την ανανέωση ή τη συνέχιση της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 10, δέσμη από επιστολές των εναγόντων ημερομηνίας 05/08/1997, 21/07/1998, 17/10/2000 και 8/11/2001 με τις οποίες εγκρίνονταν ή ανανεώνονταν οι πιστωτικές διευκολύνσεις προς τους εναγομένους
  14. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 11 νέα συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 8/11/2001 μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1 και αναφέρθηκε στους όρους της όπως εμφαίνονται σε αυτή. Ανέφερε επίσης, ότι λόγο προβλημάτων στη λειτουργία του λογαριασμού των εναγομένων 1, στις 21/07/2003 οι ενάγοντες απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή προς του εναγομένους
  15. Κατέθεσε την εν λόγω επιστολή στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  16. Πέραν των πιο πάνω, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μετά από νέα αίτηση των εναγομένων 1 ημερομηνίας 29/08/2003, η οποία υπογράφεται από τους εναγομένους 2 και 3, οι εναγόμενοι 1 ζήτησαν την ανανέωση των τραπεζιτικών διευκολύνσεων και την παραχώρηση νέων τραπεζιτικών διευκολύνσεων. Κατέθεσε την εν λόγω αίτηση/επιστολή ημερομηνίας 29/08/2003 ως τεκμήριο
  17. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 14, επιστολή/έγκριση του αιτήματος των εναγομένων με την παραχώρηση ορίου παρατραβήγματος στο τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £15,000 και με την παραχώρηση νέου δανείου τακτής προθεσμίας ύψους £15,
  18. Σύμφωνα με το τεκμήριο αυτό, οι εξασφαλίσεις για τις πιο πάνω διευκολύνσεις θα ήταν πρώτη κυμαινόμενη επιβάρυνση ύψους £15,000 στα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων 1 (υφιστάμενη), εκχώρηση ασφάλειας ζωής του Μαρτίνου Μαρκίδη, εναγομένου 3 για το ποσό των £62,000 με την Alpha Ασφαλιστική (νέα εξασφάλιση) και οι προσωπικές, αλληλέγγυες και κεχωρισμένες εγγυήσεις του Βάσου Μαρκίδη (εναγομένου 2), της Μιροσλάβας Μαρκίδη (εναγομένης 4) και του Μαρτίνου Μαρκίδη (εναγομένου 3), (υφιστάμενες εγγυήσεις). Επίσης, υπογράφτηκε και νέα συμφωνία δανείου μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1 ημερομηνίας 29/10/2003 η οποία περιλάμβανε τους όρους παραχώρησης του πιο πάνω αναφερομένου δανείου τακτής προθεσμίας. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 15 και ως τεκμήριο 16 κατατέθηκε η συμφωνία για την εκχώρηση της ασφάλειας ζωής του εναγομένου 3, η οποία δόθηκε ως νέα εξασφάλιση. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι στις 08/03/2005 αποστάληκε προς τους εναγομένους 1, προειδοποιητική επιστολή αναφορικά με την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και στην συνέχεια επιστολές ημερομηνίας 28/04/2005 προς τους εναγομένους 1,2,3&4 με τις οποίες τερματιζόταν η λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 515-220-004187-7 (πρώην 115-11137-2001-5) και η συμφωνία ημερομηνίας 08/11/
  19. Δέσμη από τις εν λόγω επιστολές κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  20. Επίσης, ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 08/03/2005 αποστάληκε από τους ενάγοντες προειδοποιητική επιστολή προς τους εναγομένους 1 και για τον λογαριασμό δανείου καθώς επίσης και επιστολές τερματισμού προς όλους τους εναγομένους στις 28/04/
  21. Δέσμη από τις εν λόγω επιστολές κατατέθηκε ως τεκμήριο
  22. Μετά τον τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού, οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του χρεωστικού τους υπολοίπου το ποσό των £13,500 και παραμένει υπόλοιπο £9,521.37 σεντ πλέον τόκους προς 15,25% από 1/1/06 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Για σκοπούς αποδείξεως του εν λόγω υπολοίπου κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 19, αναλυτικές καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού. Αναφορικά με τον λογαριασμό δανείου, οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιονδήποτε ποσό μέχρι σήμερα και οφείλεται από αυτούς στους ενάγοντες, το ποσό των £15,891.03 σεντ πλέον τόκους προς 15,25% από 1/1/2006 μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού ως τεκμήριο
  23. Κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο των εναγομένων 1,2 & 3, ο μάρτυρας ρωτήθηκε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφηκαν οι συμφωνίες που κατέθεσε. Περαιτέρω, ρωτήθηκε για την επιβολή και αύξηση του επιτοκίου με το οποίο χρεώνονταν οι λογαριασμοί και ανέφερε ότι αυτό γινόταν με βάση τις πρόνοιες των συμφωνιών και μετέπειτα αυξήθηκε με βάση τις επιστολές (τεκμήρια 17 και 18) που αποστάληκαν στους εναγομένους. Αμφισβητήθηκε στο σημείο αυτό η αποστολή και η παραλαβή των πιο πάνω τεκμηρίων από τους εναγομένους στις διευθύνσεις που αποστάληκαν. Αναφορικά με το τεκμήριο 11, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό αποτελεί ανανέωση της υφιστάμενης διευκόλυνσης που δόθηκε από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1 με το τεκμήριο 3 παραπέμποντας στον αριθμό του λογαριασμού, στην προσφορά των εναγόντων τεκμήριο 10 και στην κατάσταση λογαριασμού όπου φαίνεται η συνέχιση του αρχικού λογαριασμού. Μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 11 είπε ο τρεχούμενος λογαριασμός συνέχιζε να λειτουργεί με τους όρους του εν λόγω τεκμηρίου. Σε σχέση με τους εγγυητές και κατά πόσο έλαβαν γνώση για τα πιο πάνω, ανέφερε ότι η εγγύηση τους ήταν απεριόριστη και συνεχής και κάλυπτε τόσο παρούσες όσο και μελλοντικές υποχρεώσεις των εναγομένων
  24. Επίσης, είπε ότι στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 1, υπέγραφαν δύο εκ των εγγυητών και αναφέρονταν οι προσωπικές εγγυήσεις σε συνάρτηση και με την πρόνοια στις συμφωνίες ότι ειδοποίηση σε οποιοδήποτε από τους εγγυητές ισοδυναμεί με ειδοποίηση σε όλους, τότε φαίνεται ότι ήταν σε γνώση των εγγυητών ότι γινόταν με τους εναγομένους
  25. Ο συνήγορος της εναγομένης 4 υιοθέτησε την αντεξέταση που έγινε στο μάρτυρα από το συνήγορο των εναγομένων 1,2 & 3 και περαιτέρω υπέβαλε στο μάρτυρα ότι η εναγομένη 4 δεν έλαβε επιστολή τερματισμού και δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις των εναγομένων
  26. H Μ.Ε.2 κα Ροσμάρα Γεωργίου Φαλέκκου κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι εργάζεται στους ενάγοντες και το 1996 βρισκόταν στο Κεντρικό Κατάστημα στην οδό Τζων Κέννετη. Τα καθήκοντα της ήταν να δακτυλογραφεί έγγραφα δανείων και να λαμβάνει υπογραφές από τους πελάτες. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο το εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 8) και τη δική της υπογραφή, αφού υπέγραψε σε αυτό ως μάρτυρας αρ.
  27. Εγγυητές είπε είναι ο κ. Βάσος Μαρκίδης, ο κ. Μαρτίνος Μαρκίδης και η κα Μιροσλάβα Μαρκίδη, οι οποίοι υπέγραψαν ενώπιον της. Η Μ.Ε.3 κα Μαίρη Βονιάτη κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι και αυτή εργάζεται στους ενάγοντες και το 1996 εργαζόταν στο Κεντρικό Κατάστημα στην οδό Τζων Κέννετη στη Λεμεσό. Ετοίμαζε έγγραφα για δανεισμό και αναγνώρισε το εγγυητήριο έγγραφο (τεκμήριο 8) αφού υπόγραψε σε αυτό ως μάρτυρας αρ.
  28. Οι εγγυητές που αναγράφονται σε αυτό είπε, υπέγραψαν ενώπιον της. Ο Μ.Ε.4 κ. Κώστας Μαλιαλής κατέθεσε ότι εργάζεται στους ενάγοντες από το 2001 και το 2005 ήταν στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων. Κατέθεσε δέσμη από τέσσερα αντίγραφα σχετικών πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 21) στα οποία φαίνεται η εγγραφή και μετονομασία των εναγόντων. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (τεκμήριο 22) του εναγομένου 3, ημερομηνίας 14/09/1999 στην οποία αναγράφεται ως διεύθυνση του η οδός Ιωνίας 28, Διαμ. 2, Ομόνοια. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 23 έγγραφο στο οποίο είναι επισυνημμένες οκτώ αποδείξεις από το ταχυδρομείο που φαίνεται ότι στάληκαν επιστολές με συστημένο ταχυδρομείο. Οι αποδείξεις αυτές φέρουν ημερομηνία 12/05/2005 και αφορούν είπε την αποστολή των επιστολών τερματισμού ημερομηνίας 28/04/2005 που στάληκαν στους εναγομένους. Όλοι οι συνήγοροι των διαδικών με γραπτές αγορεύσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν την εκδοχή των πελατών τους, αναφερόμενοι στην μαρτυρία που έχει προσκομιστεί και στα νομικά ζητήματα που εγείρονται από αυτή παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία. Ο συνήγορος των εναγόντων με την αγόρευση του ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 11 αφορά ανανέωση υφιστάμενων διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους εναγομένους 1 με το τεκμήριο 3, παραπέμποντας σε σχετικές πρόνοιες του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 15 αφορά νέα συμφωνία παραχώρησης δανείου, η οποία καλυπτόταν από τη συμφωνία εγγύησης των εναγομένων 2,3 & 4 αφού αυτή είναι απεριόριστη και συνεχής. Συνεχίζοντας, ισχυρίστηκε ότι αποστάληκαν επιστολές τερματισμού προς τους εναγομένους και τα αξιούμενα ποσά κατέστησαν απαιτητά. Αναφορικά με το θέμα των τόκων παρέπεμψε σε σχετικές ειδοποιήσεις που αποστάληκαν για αύξηση του επιτοκίου καθώς επίσης και στο Περί Φιλελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμο Ν.160(Ι)/
  29. Τέλος, είπε ότι το υπόλοιπο έχει αποδειχθεί με τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί και οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν και ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί αυτών. Ο συνήγορος των εναγομένων 1,2 και 3 ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία εγγύησης θα κάλυπτε το τεκμήριο 3 μόνο και όχι οποιαδήποτε άλλη συμφωνία. Επίσης, ανέφερε ότι δεν έχει δοθεί κατάλληλα οποιαδήποτε ειδοποίηση στους εγγυητές και ότι το υπόλοιπο δεν έχει αποδειχθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 22

(2)και
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
  1. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 11 δεν αποτελεί νέα συμφωνία ούτε αντικατάσταση του τεκμηρίου
  2. Επομένως, με αυτό φαίνεται να τροποποιούνται οι όροι του τεκμηρίου 3 χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών με αποτέλεσμα η εγγύηση τους να καθίσταται άκυρη. Τέλος, γίνεται αναφορά στη χρέωση των τόκων, οι οποίοι δεν μπορεί να ξεπερνούν το ποσοστό του 9% και ούτε το αξιούμενο ποσό να υπερβαίνει το διπλάσιο του ποσού που οι ενάγοντες δάνεισαν στους εναγομένους
  3. Ο συνήγορος της εναγομένης 4 ισχυρίστηκε ότι δεν αποδείχθηκε η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης από την εναγομένη 4 και αν ακόμα έγινε κάτι τέτοιο είπε, η εγγύηση της δεν δύναται να καλύπτει οποιεσδήποτε μεταγενέστερες υποχρεώσεις των εναγομένων
  4. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι έχει γίνει παράνομη επιβολή τόκων και ανατοκισμών. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την κατάθεση τους στο Δικαστήριο από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο τόσο της προφορικής τους μαρτυρίας όσο και της έγγραφης μαρτυρίας που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έχω υπόψη μου και τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288). O Μ.Ε. 1 ήταν ο κύριος μάρτυρας που κατέθεσε εκ μέρους των εναγόντων και κατέθεσε στο Δικαστήριο σχεδόν όλα τα έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Η γνώση του για την υπόθεση πηγάζει από τα διάφορα έγγραφα από το φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο έχει στην κατοχή του λόγω του ότι εργάζεται στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων των εναγόντων. Επίσης, στα πλαίσια των καθηκόντων του, είχε και ο ίδιος συναντήσεις με τον εναγόμενο
  1. Είναι φανερό από τη μαρτυρία του, κάτι που και ο ίδιος παραδέκτηκε, ότι δεν είχε προσωπική γνώση για τις συνθήκες υπογραφής των συμφωνιών για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1 καθώς επίσης και για την υπογραφή του εγγυητήριου εγγράφου από τους εναγομένους 2,3&
  2. Να σημειωθεί όμως, ότι οι εναγόμενοι 1,2&3 με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους, δεν αμφισβητούν την υπογραφή των επίδικων συμφωνιών και εγγράφων, αν και έγινε μια προσπάθεια από πλευράς του εναγομένου 3 κατά τη δίκη να αμφισβητηθεί η υπογραφή εκ μέρους του, του εγγυητήριου εγγράφου, τεκμήριο
  3. Το ίδιο φαίνεται να προκύπτει και από την Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης 4, στην οποία αφήνεται να νοηθεί ότι υπεγράφη η επίδικη εγγύηση αλλά αυτή δεν καλύπτει τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 που έγιναν σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν τούτου, έχει προσκομιστεί και άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπογραφή του τεκμηρίου 8, η αξιολόγηση της οποίας θα ακολουθήσει. Εκείνο που προκύπτει ως συνολική εικόνα από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα και ανέφερε τα γεγονότα στο βαθμό που ο ίδιος γνώριζε. Δεν διέκρινα στο μάρτυρα οποιαδήποτε πρόθεση να πει ψέματα στο Δικαστήριο ή να αποκρύψει γεγονότα με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόντων. Κατέθεσε τα έγγραφα και τις συμφωνίες και προσπάθησε να τις επεξηγήσεις αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις να ερμηνεύσει και κάποιους από τους όρους τους, με τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβανόταν. Αντεξεταζόμενος, κατά πόσο οι εγγυητές είχαν ειδοποιηθεί για την νέα συμφωνία που υπογράφτηκε μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1 στις 8/11/2001 (τεκμήριο 11) προσπάθησε από την μια να καταδείξει ότι δεν χρειαζόταν να γίνει διότι η εγγύηση τους ήταν απεριόριστη και συνεχής και από την άλλη ότι ειδοποιήθηκαν αφού ειδοποίηση στον εναγόμενο 2, θα θεωρείτο ειδοποίηση σε όλους. Προς υποστήριξη αυτού παρέπεμψε στο τεκμήριο 8, παράγραφος
  4. Στην εν λόγω παράγραφο όμως του τεκμηρίου δεν αναγράφεται οποιοδήποτε όνομα έτσι ώστε να θεωρείται ότι ειδοποίηση προς αυτόν θα θεωρείται και ειδοποίηση προς όλους τους εγγυητές. Επομένως, η θέση του μάρτυρα αυτού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αναφορικά με το τεκμήριο 11, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό αποτελεί ανανέωση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες στους εναγομένους 1 με το τεκμήριο 3, υποστηρίζοντας τη θέση του αυτή παραπέμποντας σε άλλα έγγραφα που κατέθεσε αλλά και στον αριθμό του λογαριασμού που παρέμεινε ο ίδιος. Το κατά πόσο το τεκμήριο 11 αποτελεί ανανέωση των υφιστάμενων πιστωτικών διευκολύνσεων ή νέα συμφωνία με την οποία ακυρωνόταν η προηγούμενη θα κριθεί από το Δικαστήριο στη βάση όλων των εγγράφων και γεγονότων που έχει ενώπιον του. Έχοντας υπόψη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού στην ολότητα της, δεν διέκρινα οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην την αποδεκτώ. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφορά έγγραφα τα οποία ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση, αλλά ζητήθηκαν λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες υπογραφής τους, τι αφορά το κάθε ένα και ερμηνεία των όρων τους. Ουσιαστικά η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν έχει να κάνει με την κρίση της αξιοπιστίας του ή όχι αλλά με το κατά πόσο αυτή είναι ικανή να αποδείξει την υπόθεση των εναγόντων, κάτι το οποίο θα γίνει κατωτέρω εξετάζοντας τα διάφορα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. Εν όψει των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού με τις πιο πάνω διευκρινήσεις και επισημάνσεις και όλα τα σχετικά έγγραφα που έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3, κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος να μην την αποδεκτώ. Αναγνώρισαν στο Δικαστήριο την υπογραφή τους επί του τεκμηρίου 8, ως μάρτυρες των υπογραφών των εγγυητών και ανέφεραν ότι αυτοί υπέγραψαν στην παρουσία τους. Εξήγησαν τη διαδικασία που ακολουθεί η κάθε μια στα πλαίσια των καθηκόντων τους και επέμεναν ότι όλοι οι εγγυητές υπέγραψαν στην παρουσία τους. Δεν διέκρινα ότι οι εν λόγω μάρτυρες δεν έλεγαν την αλήθεια στο Δικαστήριο ή ότι ήρθαν απλώς και μόνο για να βοηθήσουν την υπόθεση των εναγόντων - εργοδοτών τους. Επίσης, δεν διαφάνηκε ότι το τεκμήριο 8 δεν υπογράφτηκε στα γραφεία των εναγόντων ούτε έχει καταδειχθεί ότι οι μάρτυρες αυτοί δεν ήταν παρούσες κατά την υπογραφή. Είναι λογικό να μην μπορούν οι μάρτυρες αυτοί να αναγνωρίσουν τα άτομα που υπέγραψαν πριν 15 χρόνια περίπου σε περίπτωση που τα δουν σήμερα και με κανένα τρόπο αυτό αναιρεί το γεγονός ότι αυτά υπέγραψαν ενώπιον τους, έχοντας υπόψη και τα ανωτέρω που ανέφερα. Ως εκ τούτου αποδέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων. Τέλος, ο Μ.Ε.4 πέραν των πιστοποιητικών σύστασης και αλλαγής του ονόματος των εναγόντων κατά διαστήματα, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε, κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 23 στο οποίο υπάρχουν επικολημμένες οκτώ αποδείξεις αποστολής συστημένου εγγράφου στις οποίες υπάρχει και η σφραγίδα του ταχυδρομείου. Το έγγραφο αυτό ο μάρτυρας το βρήκε και το κατέθεσε από το φάκελο της υπόθεσης που διατηρούν οι ενάγοντες στο Τμήμα Δικαστικών Υποθέσεων στο οποίο ο ίδιος εργάστηκε από το 2005 μέχρι το
  5. Κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε ποια έγγραφα αφορούσαν οι αποδείξεις αυτές, καθότι δεν τα απόστειλε ο ίδιος αλλά επέμενε ότι είναι οι επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 28/04/2005 (βλ. τεκμήρια 17 και 18) καθότι την περίοδο εκείνη δεν στάληκαν οποιεσδήποτε άλλες επιστολές στους εναγομένους ούτε υπάρχουν στο φάκελο της υπόθεσης οποιεσδήποτε άλλες επιστολές. Επίσης, είπε ότι το έγγραφο αυτό ήταν επισυνημμένο με τις επιστολές τερματισμού. Σε σχέση με το γεγονός ότι οι αποδείξεις αποστολής φέρουν ημερομηνία 12/05/2005 ενώ οι επιστολές φέρουν ημερομηνία 28/04/2005 ανέφερε ότι είναι κάτι φυσιολογικό και δεν ξέρει πόσες εργάσιμες μέρες πέρασαν από την ημερομηνία της σύνταξης τους. Εκείνο που προκύπτει από την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού είναι ότι έχουν αποσταλεί κάποιες επιστολές προς του εναγομένους στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις αποδείξεις αποστολής που κατέθεσε ο μάρτυρας στις 12/05/2005 με συστημένο ταχυδρομείο. Έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του ότι είναι οι επιστολές τερματισμού που αποστάληκαν στους εναγομένους. Παρόλα αυτά όμως, δεν έχει υποδειχθεί στο μάρτυρα ότι αποστάληκαν οποιεσδήποτε άλλες επιστολές στους εναγομένους εκείνη την περίοδο πέραν των επιστολών τερματισμού που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου ως τεκμήρια 17 και
  6. Ούτε έχει αμφισβητηθεί ότι το τεκμήριο 23 βρισκόταν επισυνημμένο στο φάκελο των εναγόντων μαζί με τα τεκμήρια 17 και
  7. Περαιτέρω, δεν έχει προκύψει ότι εκείνη την περίοδο έχουν αποσταλεί οποιεσδήποτε άλλες επιστολές ή έγγραφα στους εναγομένους. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ότι δεν στάληκαν οι εν λόγω επιστολές ή ότι οι αποδείξεις αποστολής αφορούν άλλες επιστολές ή ότι δεν παραλήφθηκαν από τους εναγομένους. Δεδομένων των πιο πάνω θεωρώ ότι το τεκμήριο 23 και οι αποδείξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό αφορούν τις επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 12/04/2005 οι οποίες αποστάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο στις 12/05/2005 στους εναγομένους στις διευθύνσεις που αναγράφονται στις εν λόγω αποδείξεις. Επίσης, αποδέχομαι και το τεκμήριο 22 που κατέθεσε ο μάρτυρας αφού δεν έχει αμφισβητηθεί η ύπαρξη του και η υπογραφή του εναγομένου 3 επί αυτού. Το κατά πόσο οι εν λόγω επιστολές τερματισμού έχουν αποσταλεί στην σωστή διεύθυνση των εναγομένων, θα κριθεί κατωτέρω κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου και συνυπολογίζοντας όλη την μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης προκύπτουν από την προφορική και έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο από πλευράς εναγόντων ως κατωτέρω θα αναφερθούν κατά την κρίση του Δικαστηρίου και επί των επίδικων θεμάτων που εγείρονται. Κατ' αρχή προκύπτει ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο η οποία ασκεί τραπεζικές εργασίες. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ονομάζονταν Lombard Natwest Bank Limited και ακολούθως είχαν μετονομαστεί σε Alpha Bank Limited και στην συνέχεια Alpha Bank Cyprus Ltd (βλ. τεκμήρια 1 και 21). Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία ενεγράφηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 19/02/
  8. Το εγγεγραμμένο γραφείο της είναι «8ος Δρόμος 56, Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός». Ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 4 είναι οι διευθυντές της εναγομένης 1 και ο εναγόμενος 3, ο γραμματέας της. Επίσης, μέχρι τις 7/2/2003 οι μέτοχοι της εναγομένης 1 ήταν οι εναγόμενοι 2 και 4 και από την πιο πάνω ημερομηνία μέχρι σήμερα φαίνεται ότι, πέραν των πιο πάνω, μέτοχος κατέστη και ο εναγόμενος 3 (βλ. τεκμήριο 2). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός και εν πάσει περιπτώσει με την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, έχει αποδεικτεί ότι οι ενάγοντες δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 7/5/1993 (τεκμήριο 3) έχουν παραχωρήσει πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγομένους 1 σε τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίο ανοίχτηκε προς όφελος τους και φέρει αριθμό 115-11137-2001-
  9. Στην πιο πάνω συμφωνία δεν καθοριζόταν το όριο το οποίο παραχωρήθηκε με τον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Ακολούθως, μετά από αιτήσεις/παρακλήσεις των εναγομένων 1, η πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση στον τρεχούμενο λογαριασμό ανανεωνόταν και/ή αυξανόταν. Συγκεκριμένα, κατόπιν αίτησης των εναγομένων 1 ημερομηνίας 24/07/1997, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 5/8/1997, την οποία αποδέκτηκαν και υπέγραψαν οι εναγομένοι 1, ενέκριναν την συνέχιση του τρεχούμενου λογαριασμού και αύξησαν το όριο του από £20,000 σε £35,
  10. Επίσης, στις 21/07/1998 και 17/10/2000, οι ενάγοντες επανέκριναν τις πιστωτικές διευκολύνσεις στο πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό ύψους £35,
  11. Ακολούθως, κατόπιν αίτησης των εναγομένων 1, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 8/11/2001 η οποία υπογράφεται από τους εναγομένους 1, αύξησαν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού από £35,000 σε £40,000 με τους όρους και εξασφαλίσεις που αναφέρονται σε αυτή. Κατόπιν τούτου, υπογράφτηκε και η συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 (τεκμήριο 11). Πέραν των πιο πάνω, λόγω προβλημάτων στη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού των εναγομένων 1, οι εναγόντες με επιστολή τους ημερομηνίας 21/07/2003 καλούσαν τους εναγόμενους 1 όπως σε 15 μέρες εξοφλήσουν την υπέρβαση του λογαριασμού που ανέρχετο σε £9,588.28 και ομαλοποιήσουν τη λειτουργία του (βλ. τεκμήριο 12). Μετά από αυτό και κατόπιν νέας αίτησης των εναγομένων 1 (τεκμήριο 13), οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 7/10/2003 (τεκμήριο 14), η οποία υπογράφεται από τους εναγομένους 1 ανανέωσαν και μείωσαν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού σε £15,000 και επίσης, ενέκριναν την παραχώρηση νέου δανείου προς τους εναγομένους 1, ύψους £15,000, με τους όρους και εξασφαλίσεις που αναφέρονται σε αυτή. Ακολούθως, υπογράφτηκε νέα συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/10/2003 μεταξύ εναγόντων και εναγομένων 1, η οποία περιλαμβάνει του όρους παραχώρησης του δανείου (τεκμήριο 15). Με την Έκθεση Υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι 1 εγείρουν ακυρότητα των πιο πάνω συμφωνιών και την υπεράσπισης του non est factum. Με την προσκομισθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τις πιο πάνω συμφωνίες κάτω από συνθήκες που να δικαιολογείται να απαλλαχτούν από αυτές. Οι εναγόμενοι 1 δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο για να υποστηρίξουν την θέση τους αυτή ούτε διαφάνηκε κατά τη δίκη ή στο τέλος αυτής να έχουν επιμείνει στη θέση τους αυτή. Το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης του non est factum το φέρουν οι εναγόμενοι 1 (βλ. The Cyprus Development Bank Ltd v. Krini Evangelou Kyriakou
(1989)1 C.L.R. 96) οι οποίοι δεν έχουν προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου. Εν πάσει περιπτώσει όμως και από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες άσκησαν αθέμιτο επηρεασμό στους εναγομένους 1 ή λόγω της θέσης τους επηρέασαν ή εξανάγκασαν τους εναγομένους 1 στην υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών (βλ. επίσης 1. Τσολάκης Τουτζικιάν κ.α v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ. 1240 και Αναστασίου v. Mιχαηλούδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 264). Αντιθέτως, εκείνο που προκύπτει είναι ότι είναι κατόπιν αιτήσεων και/ή παρακλήσεων των εναγομένων 1 που παραχωρήθηκαν οι πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις και υπογράφτηκαν οι σχετικές συμφωνίες. Ως εκ τούτου, η εν λόγω υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε τίθεται θέμα ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών για το λόγο αυτό. Εκτός από τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες ημερομηνίες 8/11/2001 και 29/10/2003 δεν αποτελούν νέες συμφωνίες με τις οποίες δημιουργήθηκαν νέες υποχρεώσεις και ούτε συνιστούν αντικατάσταση της συμφωνίας ημερομηνίας 7/5/1993. Kατ' αρχή θα πρέπει να αναφερθεί ότι για να δημιουργηθεί νέα συμφωνία πρέπει να υπάρχει μια αρχική συμφωνία και να γίνει διαγραφή των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ή του ενός, στην αρχική αυτή συμφωνία και η ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών από ένα τρίτο μέρος στη νέα συμφωνία. Επίσης, θα πρέπει να υπάρχει πρόθεση των μερών για αντικατάσταση της υφιστάμενης συμφωνίας (animus novandi) (βλ. Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι v. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641 και Ηalsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 8, παρ. 460). Εξετάζοντας τη συμφωνία ημερομηνίας 7/05/1993 (αρχική) με τη συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 (μεταγενέστερη), παρατηρώ ότι στη μεταγενέστερη συμφωνία αναγράφεται ο ίδιος αριθμός του τρεχούμενου λογαριασμού που ανοίχτηκε με την αρχική συμφωνία. Επίσης, οι όροι της μεταγενέστερης συμφωνίας είναι οι ίδιοι με αυτούς της αρχικής συμφωνίας εκτός από το ποσοστό επιτοκίου και τον τρόπο χρέωσης του. Η μεταγενέστερη συμφωνία υπογράφτηκε μετά από αίτηση των εναγομένων 1 ημερομηνίας 8/11/2001 για έγκριση και/ή ανανέωση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρούντο από τους ενάγοντες. Πουθενά στην συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 (τεκμήριο 11) υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού που είχε ανοιχτεί με την αρχική συμφωνία (τεκμήριο 3) ούτε διαφαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση για δημιουργία νέας οφειλής με το τεκμήριο
  1. Εκείνο που διαφαίνεται να ήταν πρόθεση των μερών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 11 αλλά και από τις σχετικές επιστολές - αιτήσεις, προσφορές ημερομηνίας 8/11/2001- ήταν η συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στον ίδιο τρεχούμενο λογαριασμό, αυξάνοντας και το όριο του από £35,000 σε £40,000 αλλά και τροποποιώντας την αρχική συμφωνία ημερομηνία 7/5/
  2. Ουσιαστικά με το τεκμηρίου 11, τροποποιήθηκε το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο εν λόγω τρεχούμενος λογαριασμός. Δεδομένων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που διέπουν την δημιουργία νέας συμφωνίας (novation) καταλήγω ότι το τεκμήριο 11 δεν αποτελεί νέα συμφωνία και ούτε δημιουργήθηκε με αυτό νέα οφειλή. Σε σχέση τώρα με την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/10/2003 (τεκμήριο 15) η κατάληξη είναι ότι αυτή αποτελεί καινούργια συμφωνία ανεξάρτητη όμως από τη συμφωνία για το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού ημερομηνίας 7/5/1993 (τεκμήριο 3). Με βάση τους όρους της εν λόγω συμφωνίας αλλά και την αίτηση/επιστολή ημερομηνίας 29/08/2003 των εναγομένων 1 (τεκμήριο 13) και την προσφορά/επιστολή ημερομηνίας 7/10/2003 των εναγόντων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγομένους δάνειο £15,000 ανεξάρτητα του ήδη υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού, ο οποίος ανανεώθηκε. Στο τεκμήριο 14 αναφέρεται ότι η έγκριση, μεταξύ άλλων της παραχώρησης δανείου ύψους £15,000, δεν θα επηρέαζε τις σχέσεις των εναγομένων με τους ενάγοντες οι οποίες θα διέπονταν από τους όρους των διαφόρων συμβάσεων που υπέγραψαν ή θα υπέγραφαν. Ούτε προκύπτει ότι η πρόθεση των μερών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 15 ήταν η παραχώρηση δανείου ύψους £15,000 για εξόφληση του τρεχούμενου λογαριασμού και η δημιουργία νέας οφειλής με αυτή. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι με το δάνειο παραχωρήθηκε επιπρόσθετη διευκόλυνση στους εναγομένους 1 με τους όρους που αναγράφονταν στο τεκμήριο 15 και με το άνοιγμα καινούργιου λογαριασμού. Επομένως, δεν τίθεται θέμα αντικατάστασης του τεκμηρίου 3 με το τεκμήριο
  3. Πρόκειται μεν για νέα συμφωνία αλλά δε ανεξάρτητη από τη συμφωνία του τρεχούμενου λογαριασμού και αποτελεί επιπρόσθετη διευκόλυνση. Το επόμενο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο με το εγγυητήριο έγγραφο ημερομηνίας 15/01/1996 (τεκμήριο 8) καλύπτονταν όλες οι υποχρεώσεις των εναγομένων 1 που δημιουργήθηκαν αρχικά με τη συμφωνία ημερομηνίας 7/5/1993 (τεκμήριο 3) και ακολούθως με τη συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 (τεκμήριο 11) και με την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/10/2003 (τεκμήριο 15). Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 με την Έκθεση Υπεράσπισης τους δεν αμφισβητούν την υπογραφή του εγγράφου εγγύησης (τεκμήριο 8). Το ίδιο φαίνεται να προκύπτει και σε σχέση με την εναγομένη
  4. Εν πάσει περιπτώσει όμως, με την μαρτυρία που το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή (μαρτυρία Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3) έχει αποδεικτεί ότι οι εναγομένοι 2,3 και 4 έχουν υπογράψει το πιο πάνω εγγυητήριο έγγραφο. Η θέση των εναγομένων 2 και 3 είναι ότι επήλθε τροποποίηση και/ή αλλαγή των όρων των μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 συμφωνιών κατά τρόπο που τους απαλλάσσει από την παρασχεθείσα εγγύηση. Επίσης, η εναγομένη 4 ισχυρίζεται ότι η παρασχεθείσα εγγύηση δεν καλύπτει τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 που δημιουργήθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Σύμφωνα με την πιο πάνω κατάληξη μου, προκύπτει ότι οι ενάγοντες παρείχαν πιστωτικές διευκολύνσεις σε τρεχούμενο λογαριασμό του οποίου το όριο αυξομειώθηκε κατά διαστήματα και επίσης επήλθε και αλλαγή στην χρέωση του επιτοκίου του εν λόγω λογαριασμού. Περαιτέρω, παραχωρήθηκε και νέα πιστωτική διευκόλυνση, δηλαδή το δάνειο ύψους £15,000 δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 29/10/2003 (τεκμήριο 15). Επομένως, επιβάλλεται να εξεταστεί κατά πόσο η εγγύηση που δόθηκε από τους εναγομένους 2,3&4 ήταν μια συνεχής εγγύηση η οποία θα κάλυπτε τόσο παρούσες αλλά και μελλοντικές υποχρεώσεις των εναγομένων 1 ή απλώς θα κάλυπτε μόνο τον τρεχούμενο λογαριασμό. Σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι διάφορες αυξομειώσεις στο παραχωρηθέν όριο του τρεχούμενου λογαριασμού και η τροποποίηση του επιτοκίου δεσμεύουν τους εγγυητές. Για σκοπούς ερμηνείας της επίδικης εγγύησης, θα πρέπει να εξεταστούν όλες οι συνθήκες υπογραφής της αλλά και οι σχετικοί όροι αυτής. Παραθέτω αυτούσιους τους επίμαχους όρους της εν λόγω εγγύησης: «Κύριοι,
  5. Επειδή η Τράπεζα σας (που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν «η Τράπεζα») συμφώνησε να παρέχει και/ή συνεχίσει να παρέχει προς την MARKTEL COMMUNICATIONS LTD..........(που στο κείμενο του παρόντος εγγράφου θα αναφέρεται σαν «ο Πρωτοφειλέτης») από Τ.Κ. 6878, ΛΕΜΕΣΟΣ....δάνεια σε Τρεχούμενο λογαριασμό ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή δυνάμει γραμματίων ή ομολόγων ή δανείων τακτής προθεσμίας και/ή παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπο ανοίγματος ενεγγύων πιστώσεων (documentary letter of credit) είτε αυτές είναι εν όλω ή εν μέρει όψεως και/ή εν όλω ή εν μέρει έναντι αποδοχής και/ή εκδίδει εγγυητικές επιστολές οποιασδήποτε φύσεως (letter of guarantee) και/ή προεξοφλά συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια εσωτερικού και/ή παρέχει προς τον Πρωτοφειλέτη οποιεσδήποτε Τραπεζικές διευκολύνσεις για τέτοια περίοδο και κάτω από τους όρους που θα ήθελε αποφασίσει η Τράπεζα σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και/ή δώσει ή δίδει οποιαδήποτε παράταση χρόνου στον Πρωτοφειλέτη, προσωπικά και/ή από κοινού με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
  6. Εγώ ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.
  7. Συμφωνώ ότι η παρούσα εγγύηση μου είναι μια συνεχής εγγύηση προς την Τράπεζα και δεν θα τερματίζεται παρά μόνο αφού περάσουν επτά μέρες από την ημέρα που θα λάβει η Τράπεζα στο Κατάστημα ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ..........γραπτή ειδοποίηση με ασφαλισμένη επιστολή μου για την πρόθεση μου να τερματίσω την παρούσα εγγύηση και, σε περίπτωση θανάτου μου η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης θα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι την ημέρα που θα έχουν περάσει επτά μέρες από την ημερομηνία τερματισμού της από τους διαχειριστές της περιουσίας ή εκτελεστές της διαθήκης μου. .......
  8. Και η παρούσα εγγύηση θα ισχύει για το τελικό υπόλοιπο που δυνατό να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα από τον Πρωτοφειλέτη και μέχρις ότου πληρωθεί το εν λόγω υπόλοιπο, η Τράπεζα θα δικαιούται να κρατήσει, να πραγματοποιήσει ή να διαθέτει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο και κατά την απόλυτη κρίση της οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις έχει σήμερα ή που δυνατό να έχει στο μέλλον και χωρίς να είναι υπόχρεη να λογίσει προς όφελος μου οποιοδήποτε ανάλογο ποσό των εξασφαλίσεων ή εισπράξεων αυτών μέχρις ότου το τελικό υπόλοιπο θα έχει εξοφληθεί πλήρως και, σε τούτο το μεταξύ, δεν θα λάβω οποιαδήποτε διαβήματα εναντίον του Πρωτοφειλέτη για την είσπραξη χρημάτων που θα έχω πληρώσει στην Τράπεζα βάσει της παρούσας εγγύησης, χωρίς να έχω στείλει προηγουμένως γραπτή ειδοποίηση στην Τράπεζα.
  9. Συμφωνώ ότι η Τράπεζα θα έχει εξουσία κατά την απόλυτη κρίση της, χωρίς άλλη συγκατάθεση από μένα και χωρίς να επηρεάζεται με οποιονδήποτε τρόπο η ευθύνη μου βάσει της παρούσας εγγύησης: α) Να τερματίζει και/ή ελαττώνει και/ή αυξάνει και/ή τροποποιεί τις χρηματοδοτήσεις και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που παρέχει στον Πρωτοφειλέτη. .................................. δ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα που η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατό να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. .................................. στ) Να τροποποιεί σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της και χωρίς τη δική μου συγκατάθεση τους όρους σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκαν ή χορηγούνται προς τον Πρωτοφειλέτη οι Τραπεζικές διευκολύνσεις ή οποιεσδήποτε από αυτές όπως επίσης και τους όρους όλων των εγγράφων που εκδόθηκαν και/ή υπογράφηκαν από την Τράπεζα σε σχέση με τις ρηθείσες Τραπεζικές διευκολύνσεις συμπεριλαμβανομένων των όρων οποιωνδήποτε άλλων εγγράφων οποιασδήποτε φύσης.» Με βάση τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι η δοθείσα από τους εναγομένους 2,3&4 εγγύηση ήταν για απεριόριστο ποσό, για παρούσες και μελλοντικές υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και θα ήταν μια συνεχής εγγύηση. Το λεκτικό όμως, της πιο πάνω συμφωνίας εγγύησης από μόνο του δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω συμφωνία θα κάλυπτε και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες συμφωνίες μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 και συγκεκριμένα και την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/10/
  10. Ο τρόπος ερμηνείας μιας σύμβασης εγγύησης ως συνεχούς έχει επεξηγηθεί στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
  11. Τ.G. & SONS IMPORTING LTD κ.α.
(2004)1Α Α.Α.Δ. 180 και υιοθετήθηκε και στην Αναστασία Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου
(2009)1Β Α.Α.Δ.
  1. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Τ.G. & SONS IMPORTING LTD κ.α. (ανωτέρω): «Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγρράφου* (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ 619). Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασισθεί με βάση μόνο την απλή ερμηνεία του εγγράφου χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες που το περιβάλλουν για να ανευρεθεί ποιο ήταν το αντικείμενο το οποίο τα μέρη είχαν κατά νουν όταν δόθηκε η εγγύηση**(Ηeffield v. Meadows [1869] L.R. 4 C.P. 595, 599).» Στην παρούσα υπόθεση είναι φανερό ότι κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, δηλαδή στις 15/01/1996 ο μόνος λογαριασμός που λειτουργούσε προς όφελος των εναγομένων 1, ήταν ο τρεχούμενος λογαριασμός ο οποίος ανοίχθηκε δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 07/05/1993 (τεκμήριο 3). Επίσης, ο Μ.Ε. 1 στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι η παρασχεθείσα εγγύηση από τους εναγομένους 2,3&4 ήταν προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων της τράπεζας και ως αντάλλαγμα των τραπεζιτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στους εναγομένους 1 και/ή την ανανέωση και συνέχιση παροχής των ήδη παραχωρηθέντων τραπεζιτικών διευκολύνσεων από τη Τράπεζα προς τους εναγομένους
  2. Εκείνο που προκύπτει από τις πιο πάνω περιστάσεις που περιβάλλουν την υπογραφή της επίδικης εγγύησης είναι ότι κατά την υπογραφή της, η πρόθεση των μερών ήταν να παρασχεθεί περαιτέρω εξασφάλιση αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό και την περαιτέρω λειτουργία του. Δεν διακρίνεται οποιαδήποτε πρόθεση των μερών κατά την υπογραφή της εν λόγω εγγύησης για την παροχή δανείου στους εναγομένους 1 έτσι ώστε η επίδικη εγγύηση να θεωρείται ότι θα κάλυπτε και μια τέτοια περίπτωση ή οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη νέα συμφωνία δανείου όπως αυτή που έγινε στις 29/10/
  3. Επίσης, η παροχή του δανείου στους εναγομένους 1 έγινε το 2003, δηλαδή επτά και πλέον χρόνια μετά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το 1996 όταν υπεγράφετο η επίδικη εγγύηση, πρόθεση των μερών ήταν να καλύψει και το δάνειο που παραχωρήθηκε στις 29/10/
  4. Επομένως, η κατάληξη του Δικαστηρίου είναι ότι η συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 15/01/1996 (τεκμήριο 8) είχε ως αντάλλαγμα την παροχή και/ή την συνέχιση παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στους εναγομένους 1, δυνάμει του τρεχούμενου λογαριασμού. Η θέση των εναγόντων ότι, οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν για τις μετέπειτα συμφωνίες μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 καθότι οι ίδιοι υπέγραφαν ως διευθυντής και γραμματέας αντίστοιχα, τις σχετικές αιτήσεις και/ή πρακτικά συνεδριάσεων των εναγομένων 1 για τις περαιτέρω πιστωτικές διευκολύνσεις που ζητούσαν από τους ενάγοντες, ουδόλως επηρεάζει την επίδικη εγγύηση και τον τρόπο ερμηνείας της. Η εγγύηση των εναγομένων 2 και 3 ήταν προσωπική και η οποιαδήποτε εμπλοκή τους μετά την υπογραφή της επίδικης εγγύησης, ήταν υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους, στους εναγομένους 1 και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η γνώση τους για τις ενέργειες των εναγομένων 1 επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τις προσωπικές τους εγγυήσεις. Άλλωστε η ερμηνεία της επίδικης συμφωνίας και η ανεύρεση της πρόθεσης των μερών, θα πρέπει να γίνεται κατά την υπογραφή της και όχι μεταγενέστερα. Δεδομένου της πιο πάνω κατάληξης μου, ότι η επίδικη εγγύηση θα κάλυπτε μόνο τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, το επόμενο ζήτημα είναι κατά πόσο οι εναγόμενοι 2,3&4 έχουν απαλλαχτεί από αυτή λόγω της μεταβολής των όρων μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 συμφωνιών. Σύμφωνα με την πιο πάνω κατάληξη μου το τεκμήριο 11 επέφερε αλλαγή στους όρους παραχώρησης και/ή συνέχισης παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων στους εναγομένους 1 στον υφιστάμενο τρεχούμενο λογαριασμό και συγκεκριμένα στο ποσοστό επιτοκίου και στον τρόπο υπολογισμού του. Από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι οι εναγόμενοι 2,3&4 δεν ειδοποιήθηκαν για την πιο πάνω τροποποίηση και ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η εμπλοκή του εναγομένου 2 ή 3 υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι των εναγομένων 1 συνιστά και προσωπική γνώση για τις αλλαγές στις συμφωνίες μεταξύ εναγομένων 1 και εναγόντων. Ούτε η γνώση του εναγομένου 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των εναγομένων 1, συνιστά και γνώση των υπόλοιπων εναγομένων 3 και 4, όπως ήταν η θέση του Μ.Ε.
  5. Η παράγραφος 20 του τεκμηρίου 8, που παρέπεμψε ο εν λόγω μάρτυρας δεν συνηγορεί κάτι τέτοιο. Επομένως το ζήτημα είναι κατά πόσο με βάση τη συμφωνία εγγύησης, τεκμήριο 8, απαιτείτο η ενημέρωση των εναγομένων 2,3 & 4 για οποιαδήποτε αλλαγή στους όρους της συμφωνίας μεταξύ εναγομένων 1 και εναγόντων για την λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού. Θεωρώ ότι με βάση τους όρους 5(α) και (στ) της συμφωνίας εγγύησης, τεκμήριο 8 οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να τροποποιούν τους όρους της αρχικής συμφωνίας για παραχώρηση του τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς την συγκατάθεση των εναγομένων 2,3&
  6. Είχαν δικαίωμα να αυξομειώνουν το όριο του εν λόγω τρεχούμενου λογαριασμού χωρίς την οποιαδήποτε συγκατάθεση των εγγυητών αλλά και γενικά να τροποποιούν τους όρους με βάση τους οποίους θα παραχωρούνταν ή θα συνέχιζαν να παραχωρούνταν οι πιστωτικές διευκολύνσεις (βλ.
  7. Archbold Investments Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1084). Στην Pauline Burnes v. Trade Credits Ltd
(1981)1 W.L.R. 805 στην οποία έκανε αναφορά ο συνήγορος των εναγομένων 1,2&3, η σύμβαση εγγύησης προνοούσε τις ενέργειες στις οποίες είχαν δικαίωμα οι ενάγοντες να προβαίνουν χωρίς την συγκατάθεση των εγγυητών και σε αυτές δεν περιλαμβανόταν η μεταβολή του ποσοστού επιτοκίου. Εδώ, ο όρος 5 (στ) της συμφωνίας εγγύησης παρέχει γενικά δικαίωμα στους ενάγοντες να τροποποιούν τους όρους με βάση τους οποίους χορηγούνταν οι τραπεζικές διευκολύνσεις και θεωρώ ότι καλύπτει και την μεταβολή του όρου για το ποσοστό και επιβολή επιτοκίου. Έπεται ότι η υπογραφή του τεκμηρίου 11 μεταξύ εναγομένων 1 και εναγόντων δεν επέφερε την απαλλαγή των εναγομένων 2,3&4 από την εγγύηση τους, αφού δεν απαιτείτο η εκ των προτέρων ενημέρωση ή συγκατάθεση τους. Περαιτέρω, η αλλαγή του ποσοστού επιτοκίου, ο τρόπος υπολογισμού του και η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο δεν προσκρούει στον Περί Τόκου Νόμο του 1977. Με τον Περί Ελευθεροποίησης των Επιτοκίων και Συναφών Θεμάτων Νόμο Ν. 160
(1)/199, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1/1/2001 καταργήθηκε ο Περί Τόκου Νόμος του 1977 και οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα να καθορίζουν το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο θα χρεώνεται ο λογαριασμός του οφειλέτη και να ανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές, αφού εκ των προτέρων τον ενημερώσουν. Φυσικά, ο Νόμος αυτός δεν επηρεάζει τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.
  1. Έπεται ότι οι ενάγοντες στην προκειμένη δεν θα μπορούσαν να αλλάξουν τον τρόπο υπολογισμού του τόκου χωρίς την εκ των προτέρων τροποποίηση της αρχικής σύμβασης που υπογράφτηκε με τους εναγομένους 1 και ακολούθως να τους ενημερώνουν για τυχόν αλλαγή. Κάτι το οποίο έγινε με το τεκμήριο
  2. Επομένως, ο όρος του τεκμηρίου 11 αναφορικά με το επιτόκιο δεν είναι παράνομος αλλά είναι συμφώνως του Ν.160
(1)/1999 ο οποίος κατά την υπογραφή του ήταν σε ισχύ. Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται από τους εναγομένους είναι ότι δεν ειδοποιήθηκαν για τον τερματισμό των συμφωνιών με βάση τις οποίες παραχωρήθηκαν οι πιστωτικές διευκολύνσεις. Με βάση το τεκμήριο 11, με τους όρους του οποίου συνέχισε να λειτουργεί ο τρεχούμενος λογαριασμός των εναγομένων 1 σύμφωνα με τον Μ.Ε.1., οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε ποσό άνευ προειδοποιήσεως προς τον χρεώστη. Συγκεκριμένα ο όρος 4 του τεκμηρίου 11 έχει ως ακολούθως: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον Χρεώστη να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας προς τον Χρεώστην και ζητήση αμέσως παρά του Χρεώστου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο Χρεώστης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνας.» Επομένως, σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε ποσό άνευ προειδοποιήσεως προς τους εναγομένους. Επίσης, δεν υπάρχει πρόνοια στην πιο πάνω συμφωνία ότι ο τερματισμός της συμφωνίας έπρεπε να ήταν γραπτώς (βλ. Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Εφ. Αρ. 21/2008, Ημερομηνίας 14/07/2010 όπου υπήρχε παρόμοιος όρος στην συμφωνία). Παρόλα αυτά, με βάση την αποδεχθείσα από το Δικαστήριο μαρτυρία προκύπτει ότι οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερομηνίας 8/3/2005 κάλεσαν τους εναγομένους 1 όπως ομαλοποιήσουν το τρεχούμενο λογαριασμό χωρίς ανταπόκριση. Έτσι, με επιστολή τους ημερομηνίας 28/04/2005 τερμάτισαν τη λειτουργία του. Η επιστολή αυτή έχει αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στις 12/05/2005 στην διεύθυνση 8ος Δρόμος Νο.56, Κάτω Πολεμίδια, 4159 Λεμεσός και η οποία διεύθυνση είναι αυτή που αναγράφεται στην συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 και/ή στις συμφωνίες των μερών. Ως εκ τούτου κρίνω ότι με αυτό τον τρόπο οι ενάγοντες κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού από τους πρωτοφειλέτες, εναγομένους
  1. Η κατάληξη μου είναι η ίδια σε σχέση και με το λογαριασμό δανείου. Σύμφωνα με το όρο 5 του τεκμηρίου 15 το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου θα καθίστατο απαιτητό μόλις αυτό ήθελε ζητηθεί από τους ενάγοντες. Η αποστολή οποιασδήποτε επιστολής σύμφωνα με τον όρο 9 της εν λόγω συμφωνίας θα γινόταν δια συνηθισμένου ταχυδρομείου στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του οφειλέτη. Σύμφωνα με το τεκμήριο 18, στις 8/3/2005 στάληκε στην αναγραφόμενη στο τεκμήριο 15 διεύθυνση, προειδοποιητική επιστολή στους εναγομένους 1 και ακολούθως επιστολή ημερομηνίας 12/04/2005 με την οποία τερματιζόταν η λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού. Οι εν λόγω επιστολές στάληκαν δια συστημένου ταχυδρομείου. Σε σχέση τώρα με τους εγγυητές, σύμφωνα με τον όρο 10 της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 15/01/1996 (τεκμήριο 8), απαιτείτο γραπτή ζήτηση της απαίτησης των εναγόντων εναντίον τους. Ο όρος 10 έχει ως ακολούθως: «Γραπτή ζήτηση βάσει της παρούσας θα θεωρείται ότι έγινε με τον κατάλληλο τρόπο από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου αν δοθεί επιστολή που θα έχει σταλεί με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω και θα έχει πλήρη ισχύ παρά την τυχόν αλλαγή στην διεύθυνση μου και κοινοποίηση της αλλαγής αυτής προς την Τράπεζα, και τέτοια ζήτηση θα θεωρείται ότι λήφθηκε από μένα ή τους διαχειριστές της περιουσίας μου 24 ώρες μετά την ταχυδρόμηση της, και θα είναι ισχυρή αν υπογραφεί από οποιοδήποτε υπάλληλο της Τράπεζας, και για απόδειξη της ταχυδρόμησης θα είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ρίφθηκε ο φάκελος που περιέχει τη ζήτηση στο ταχυδρομείο, νοουμένου ότι ο φάκελος έφερε τη σωστή διεύθυνση.» Σύμφωνα με το τεκμήριο 17 και την μαρτυρία που έκανε αποδεκτή το Δικαστήριο, οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνία 28/04/2005 η οποία αποστάληκε από τους ενάγοντες στις 12/05/2005 δια συστημένου ταχυδρομείου, πληροφορούσαν τον εναγόμενο 2 για τον τερματισμό της λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και τον καλούσαν να εξοφλήσει το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού δυνάμει των όρων της εγγύησης του. Η επιστολή αυτή ταχυδρομήθηκε στη διεύθυνση του εναγομένου 2, που αναγράφεται στη συμφωνία εγγύησης. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό από τον εναγόμενο
  2. Αναφορικά με τον εναγόμενο 3, υπήρξε η θέση ότι το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού δεν κατέστη απαιτητό από αυτόν καθότι δεν στάληκε επιστολή τερματισμού και/ή ότι δεν στάληκε στην ορθή διεύθυνση. Επί τούτου έχω ήδη καταλήξει ότι η επιστολή ημερομηνίας 28/04/2005 στάληκε σε όλους τους εναγομένους δια συστημένου ταχυδρομείου στις 12/05/
  3. Σε σχέση τώρα με το κατά πόσο στάληκε στον εναγόμενο 3 στην ορθή διεύθυνση και αυτός έλαβε γνώση για την απαίτηση των εναγόντων παρατηρώ τα ακόλουθα: H διεύθυνση του εναγομένου 3 που αναγράφεται στο τεκμήριο 8 είναι η 15 ΛΟΙΤ ΤΖΙΩΡΤΖ, ΛΕΜΕΣΟΣ. Η επιστολή ημερομηνίας 28/04/2005 καθώς και η απόδειξη αποστολής της από το ταχυδρομείο αναγράφει ως διεύθυνση αποστολής της την οδός Ιωνίας 28, Διαμ.
  4. Επίσης, από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι υπήρξε ρητή κοινοποίηση του εναγομένου 3 προς τους ενάγοντες για αλλαγή στη διεύθυνση του. Εκείνο που προκύπτει από την μαρτυρία είναι ότι στις 14/9/1999 ο εναγόμενος 3 προέβηκε σε Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης προς τους ενάγοντες (τεκμήριο 22) στην οποία αναγράφετο ως διεύθυνση του η οδός Ιωνίας 28, Διαμ. 2, Ομόνοια. Ο Μ.Ε.4 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η συνήθης πρακτική της Τράπεζας είναι να αποστέλλει επιστολές στους πελάτες στην τελευταία γνωστή διεύθυνση που έχουν δώσει και συνήθως αυτό προέρχεται από έγγραφα που υπέγραψαν είτε δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων. Επίσης, αρνήθηκε ότι η επιστολή αυτή που αποστάληκε στον εναγόμενο 3, θα πρέπει να είχε επιστραφεί πίσω. Πέραν των πιο πάνω, κατατέθηκε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 16, το οποίο ήταν έγγραφο ημερομηνίας 29/10/2003 με το οποίο ο εναγόμενος 3 εκχωρούσε την ασφάλεια ζωής του ως περαιτέρω εξασφάλιση στους ενάγοντες και το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Σε αυτό το έγγραφο, αναγράφεται και ο εναγόμενος 3 δηλώνει ως διεύθυνση του την οδός Ιωνίας 28, Διαμ.2, 3050 Λεμεσός. Με τα πιο πάνω θεωρώ ότι, ο εναγόμενος 3 εμμέσως πλην σαφώς κοινοποίησε στους ενάγοντες τη νέα του διεύθυνση. Παρόλο που σύμφωνα με τον όρο 10 της σύμβασης εγγύησης οι ενάγοντες δεν είχαν καμία υποχρέωση να του αποστείλουν την επιστολή τερματισμού στην πιο πάνω διεύθυνση, εντούτοις το έπραξαν θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο θα λάμβανε γνώση του περιεχομένου της, αφού η τελευταία σε αυτούς διεύθυνση του εναγομένου 3 ήταν αυτή. Πέραν των πιο πάνω όμως, εκείνο που έχει σημασία είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 3 έλαβε γνώση για την απαίτηση των εναγόντων ή μπορεί να θεωρηθεί ότι έλαβε γνώση γι αυτή. Κρίνω ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος 3 έλαβε γνώση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής. Η κατάθεση της απόδειξης αποστολής της επιστολής από το ταχυδρομείο και η μη επιστροφή της πίσω συνιστά τεκμήριο ότι αυτή έχει παραληφθεί από τον εναγόμενο
  5. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία περί του αντιθέτου και ως εκ τούτου θεωρώ ότι η επιστολή τερματισμού παραλήφθηκε από τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 163/2006, ημερομηνίας 5/5/2009). Οι γενικές και αόριστες υποβολές στους μάρτυρες των εναγόντων ότι η εν λόγω επιστολή δεν παραλήφθηκε από τον εναγόμενο και ότι στάληκε σε λάθος διεύθυνση, δεν είναι ικανές, χωρίς οποιαδήποτε άλλη θετική μαρτυρία επί τούτου, να ανατρέψουν το τεκμήριο ότι η επιστολή τερματισμού παραλήφθηκε. Επομένως, καταλήγω ότι το χρέος κατέστη απαιτητό και από τον εναγόμενο
  6. Η πιο πάνω κατάληξη μου είναι η ίδια και σε σχέση με την εναγομένη
  7. Η επιστολή απαίτησης για καταβολή του οφειλομένου ποσού συμφώνως της εγγύησης της αποστάληκε στη διεύθυνση που αναγράφεται στο εγγυητήριο έγγραφο και δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον μου που να συνηγορεί ότι η επιστολή αυτή δεν παραλήφθηκε από την εναγομένη
  8. Το τελευταίο ζήτημα που απομένει είναι κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποδείξει το οφειλόμενο υπόλοιπο, τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του λογαριασμού δανείου. Έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον Μ.Ε.1 καταστάσεις των πιο πάνω λογαριασμών (τεκμήρια 19 και 20). Αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους η κατάθεση και αποδοχή των πιο πάνω τεκμηρίων καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και συγκεκριμένα διότι δεν έγινε αναφορά από τον μάρτυρα των εναγόντων ότι οι εν λόγω καταστάσεις προέρχονται από ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Ο Μ.Ε.1 κατά την κατάθεση των πιο πάνω καταστάσεων ανέφερε ότι αυτές τις έχει τυπώσει από το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας το οποίο λειτουργεί και τηρείται από την Τράπεζα για την συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της και οι καταχωρίσεις στις καταστάσεις λογαριασμού έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας και το μηχανογραφικό σύστημα βρίσκεται υπό την φύλαξη και έλεγχο της Τράπεζας. Επίσης, ανέφερε ότι αυτές αποστέλλονταν κάθε μήνα προς τους εναγομένους και αυτοί συμφωνούσαν με αυτές. Το άρθρο 22 του Κεφ. 9 περιλαμβάνει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την αποδοχή αντίγραφου καταχώρισης σε Τραπεζικά βιβλία και την ερμηνεία του όρου «τραπεζικά βιβλία». Από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν γίνεται ευθέως αναφορά ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε αποτελούν αντίγραφο τραπεζικών βιβλίων. Με βάση την αναφορά του όμως, αυτές τυπώθηκαν από το μηχανογραφικό σύστημα που διατηρεί η Τράπεζα. Στον όρο «τραπεζικά βιβλία» περιλαμβάνονται και όλα τα αρχεία που τηρούνται σε ηλεκτρονική μορφή και επομένως προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφα τραπεζικών βιβλίων που τηρούσαν οι ενάγοντες. Στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
  9. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 163/2006, Ημερομηνίας 05/05/2009 λέχθηκε ότι «Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και Τ.11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).» Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από το αρχείο των εναγόντων αλλά και λόγο των καθηκόντων του και αρμοδιοτήτων του ως λειτουργός των εναγόντων. Θεωρώ ότι υπό το φως όλης της μαρτυρίας που παρασχέθηκε από τον Μ.Ε.1 έχει αποδειχθεί ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 19 και 20) αποτελούν αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που διατηρούν οι ενάγοντες και ως εκ τούτου αυτές αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρίσεων. Πέραν των πιο πάνω οι εναγόμενοι εγείρουν θέμα ανατοκισμών και παράνομων χρεώσεων καθώς επίσης και ότι η χρέωση τόκων υπερβαίνει το 9% και προσκρούει στον Περί Τόκων Νόμο του 1977 (Ν.2/77). Επίσης, ισχυρίζονται ότι το αξιούμενο ποσό δεν μπορεί να είναι πέραν του διπλασίου του αρχικού κεφαλαίου. Στην παρούσα υπόθεση, ο μάρτυρας των εναγόντων (Μ.Ε.1) δεν αντεξετάστηκε επί των διαφόρων χρεώσεων όπως φαίνονται αναλυτικά στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο, ούτε του ζητήθηκε να τις επεξηγήσεις. Η θέση του είναι ότι η χρέωση τόκων γινόταν σύμφωνα με τις εκάστοτε συμφωνίες των μερών που έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του αυτή δεν αντικρούστηκε με οποιοδήποτε τρόπο από τους εναγομένους. Περαιτέρω, δεν προσφέρθηκε και οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από τους εναγομένους που να υποστηρίζει τα πιο πάνω επιχειρήματα και ισχυρισμούς τους. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο μπορεί να προσδώσει βαρύτητα στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού και ότι οι καταχωρήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτές είναι ορθές (βλ. (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 340/06, ημερομηνίας 27/2/2009 και Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί ότι μελετώντας τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε ανατοκισμός ή η επιβολή τόκου πέραν του επιτρεπόμενου. Ούτε ευσταθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι αξιώνεται ποσό πέραν του διπλασίου του κεφαλαίου που έχει παραχωρηθεί. Κατ' αρχή το τεκμήριο 19 αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος δεν είχε αρχικό κεφάλαιο. Επίσης, υπήρχαν διάφορες καταθέσεις στο εν λόγω λογαριασμό από τους εναγομένους, ακόμη και μετά τον τερματισμό του. Με αυτά τα δεδομένα και με μόνο τον αόριστο ισχυρισμό των εναγομένων για ανατοκισμό δεν μπορεί εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω, μετά την 1/1/2001 τέθηκε σε ισχύ ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160
(1)/1999) στον οποίο δεν υπάρχει απαγόρευση (όπως υπήρχε στην προηγούμενη νομοθεσία) σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. Εκείνο που απαιτείται με τον Νόμο αυτό είναι τα μέρη να έχουν συμφωνήσει και να γίνεται γνωστοποίηση της αύξησης του επιτοκίου από τους ενάγοντες. Επίσης, με το Νόμο αυτό δεν απαγορεύεται ούτε η κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Με την συμφωνία ημερομηνίας 8/11/2001 (τεκμήριο 11) τα μέρη έχουν συμφωνήσει ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεώνεται κυμαινόμενο επιτόκιο όπως καθορίζεται σε αυτή και ότι οι ενάγοντες θα έχουν δικαίωμα να τροποποιούν το εν λόγω επιτόκιο οποτεδήποτε αποφασίσουν (βλ. όρο 2 του τεκμηρίου 11). Επίσης, στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29/10/2003 (τεκμήριο 15) υπήρχε παρόμοιος όρος (βλ. όρο 4 της εν λόγω συμφωνίας). Με τα τεκμήρια 17 και 18 οι ενάγοντες προέβηκαν σε αύξηση του επιτοκίου με το οποίο θα χρεώνονταν οι πιο πάνω λογαριασμοί το οποίο καθορίστηκε σε 15,25%. Η αύξηση αυτή γνωστοποιήθηκε στους εναγομένους και κρίνω ότι έγινε καθόλα νόμιμα και συμφώνως των συμφωνιών των μερών αλλά και του Νόμου. Το ότι αυτό αυξήθηκε παράλληλα με τον τερματισμό δεν αποτελεί οποιαδήποτε παρανομία ή αντικανονικότητα (βλ. Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd (ανωτέρω)). Τέλος, να αναφερθεί ότι οι αρχικοί αριθμοί τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του λογαριασμού δανείου έχουν αλλάξει. Αυτό δεν επηρεάζει την απαίτηση των εναγόντων αφού σύμφωνα με την μαρτυρία πρόκειται για τους ίδιους λογαριασμούς και απλώς έγινε αλλαγή στους αριθμούς τους. Αυτό άλλωστε προνοείται και στις συμφωνίες των μερών (βλ. όρο 7 του τεκμηρίου 15 και όρο 8 του τεκμηρίου 11). Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω προκύπτει ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων 1 και δικαιούνται απόφασης τόσο για το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και για το υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου. Σε σχέση με τους εναγομένους 2,3,4 η αξίωση των εναγόντων έχει αποδειχθεί μόνο για το υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού καθότι η εγγύηση που παρασχέθηκε από αυτούς ήταν για την συνέχιση λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού και δεν επεκτεινόταν και στο άνοιγμα του νέου λογαριασμού δανείου. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 για το ποσό των €43,419.66 (£25,412.40) πλέον τόκο προς 15,25% από 1/1/2006 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με το εκάστοτε ποσό του τόκου να κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Περαιτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 2,3&4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €16,268.22 (£9,521.37) πλέον τόκο προς 15,25% από 1/1/2006 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως με το εκάστοτε ποσό του τόκου να κεφαλαιοποιείται κάθε 6 μήνες κατά την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση εναντίον των εναγομένων 2,3&4 θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των εναγομένων 1. Περαιτέρω, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1,2,3&4 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Πιστό Αντίγραφο (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Aναφορά: Τελική / Tράπεζα / τρεχούμενος και δάνειο/εγγύηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.