ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. Ανδρέας Παναγιώτου κ.α., Αγ. Αρ.: 6270/2010, 30/08/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A240 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 6270/2010 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Ανδρέας Παναγιώτου από τη Λεμεσό
- Άννα Μιχαήλ από τη Λεμεσό
- Κώστας Κωνσταντίνου από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΜΕΡΙΣΜΟ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22/02/2011 Ημερομηνία: 30/08/
- Εμφανίσεις: Για τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 - αιτητές: κα Μ. Ιακώβου Για τους ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση: κ. Χαράλαμπος Γαλανός. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - αιτητές με την υπό κρίση αίτηση, εξαιτούνται από το Δικαστήριο την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό (set aside) της απόφασης ημερομηνίας 31/01/2011 που εκδόθηκε εναντίον τους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.33, Δ.17, Θ.10, Δ.48, Θ.2,4,9(h), Δ.26, Θ.14, Δ.64, Θ.1,2, στο Σύνταγμα άρθρα 30, 32 και στην πρακτική και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από τις ένορκες ομολογίες των εναγομένων αρ. 1 και 2 - αιτητών. Σε αυτές εκτίθενται τα γεγονότα και οι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός της πιο πάνω εκδοθείσας απόφασης. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος αρ. 1 στην ένορκη του ομολογία αναφέρει ότι στις 31/01/2011 εκδόθηκε από το Δικαστήριο απόφαση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στην απουσία του. Ο λόγος της μη εμφάνισης του ισχυρίζεται, είναι διότι το κλητήριο ένταλμα της εν λόγω αγωγής ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά, όπως αναφέρει ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης στην ένορκη του ομολογία που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της. Η υπογραφή που βρίσκεται στο κλητήριο ένταλμα δεν είναι δική του αλλά της συζύγου του, με την οποία από τον Νοέμβριο του 2010 μέχρι τον Ιανουάριο του 2011 βρίσκονταν σε διάσταση και δεν κατοικούσαν στο ίδιο σπίτι. Οι σχέσεις τους ήταν πολύ άσχημες και δεν τον ενημέρωσε ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα για λογαριασμό του. Στις 11/2/2011 ο εναγόμενος αρ. 1 αναφέρει ότι του επιδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης και στις 14/02/2011 απευθύνθηκε στο δικηγόρο του, ο οποίος μετά από έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, του ανέφερε ότι εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση στην απουσία του. Τότε ρώτησε τη σύζυγο του αν παρέλαβε οποιονδήποτε έγγραφο από το Δικαστήριο και του ανέφερε ότι παρέλαβε μια αγωγή, υπέγραψε σε αυτήν αλλά δεν το ενημέρωσε για το εν λόγω γεγονός και ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ότι ο λόγος της μη εμφάνισης του είναι διότι δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της αγωγής εναντίον του. Πέραν των πιο πάνω δικαιολογιών που προβάλλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, ισχυρίζεται ότι έχει καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και είναι άδικο να του στερηθεί το δικαίωμα να την υπερασπιστεί. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι τα συμβόλαια τα οποία αναφέρονται στην πιο πάνω αγωγή είναι νομικά άκυρα και ότι έχει καταβάλει ποσά τα οποία ουδέποτε έχουν αφαιρεθεί και σε καμία περίπτωση οφείλει στους ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται στις αγωγές. Να σημειωθεί εδώ ότι η αξίωση των εναγόντων είναι για υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας. Πέραν αυτών, ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι στους εν λόγω λογαριασμούς υπάρχουν παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις τόκων, παράνομοι τόκοι ενώ ουδέποτε συμφώνησε με τους ενάγοντες και/ή ειδοποιήθηκε ότι η VISA θα χρεώνεται με τόκο 18,10% και ο τρεχούμενος λογαριασμός με 14,95%. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ουδεμία επιστολή έχει λάβει μέχρι σήμερα από τους ενάγοντες και ούτε έχουν τερματιστεί οι εν λόγω συμφωνίες. Η εναγόμενη αρ. 2 στην δική της ένορκη ομολογία η οποία υποστηρίζει το αίτημα της, αναφέρει ότι πληροφορήθηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της από το δικηγόρο της στις 14/02/2011, όταν είχε απευθυνθεί σε αυτόν ο σύζυγος της. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αναφέρει ότι επιδόθηκε στην ίδια προσωπικά στις 20/12/2010 αλλά λόγω του ότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση καθότι βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της δεν έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της για καταχώριση σημειώματος εμφάνισης. Επίσης, αναφέρει ότι δεν γνώριζε ότι αυτό ήταν αναγκαίο και ότι τα εν λόγω θέματα τα χειρίζεται ο σύζυγος της με τον οποίο στις 20/12/2010 ήταν σε διάσταση και καμία σχέση ή επαφή είχαν. Πέραν τούτου, η εναγομένη αρ. 2 ισχυρίζεται ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής μόνο γι αυτήν και όχι για το σύζυγο της. Δήλωσε στον δικαστικό επιδότη ότι ο σύζυγος της δεν μένει μαζί της και ότι είναι σε διάσταση. Στην συνέχεια αναφέρει ότι η υπογραφή παραλαβής στο κλητήριο ένταλμα που ως αναφέρεται ότι επιδόθηκε για τον σύζυγο της είναι δική της και τα όσα αναγράφει ο επιδότης ότι επέδωσε στο σύζυγο της προσωπικά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επίσης, αναφέρει ότι ουδέποτε ενημέρωσε το σύζυγο της για την παραλαβή του κλητηρίου εντάλματος για λογαριασμό του. Αναφορικά με το κατά πόσο έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ισχυρίζεται ότι σχετικά με το συμβόλαιο εγγύησης, το οποίο φαίνεται ότι υπέγραψε, όταν το υπέγραφε δεν γνώριζε τι υπέγραφε ενώ οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε να λάβει νομική συμβουλή πριν το υπογράψει. Επίσης, αναφέρει ότι τα εν λόγω συμβόλαια είναι νομικά άκυρα και ότι έχουν καταβληθεί ποσά τα οποία ουδέποτε έχουν αφαιρεθεί. Υπάρχουν περαιτέρω, παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις τόκων και παράνομοι τόκοι στους λογαριασμούς, ενώ ουδέποτε ειδοποιήθηκε από τους ενάγοντες ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός θα χρεωνόταν με τόκο προς 14,95%. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ουδεμία επιστολή έχει λάβει μέχρι σήμερα από τους ενάγοντες, ούτε έχει τερματιστεί η εν λόγω συμφωνία και ούτε κλήθηκε από τους ενάγοντες να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό όπως ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση των εναγομένων αρ. 1 και 2 - αιτητών με την οποία παραθέτουν σειρά λόγων, όπως φαίνονται σε αυτήν, που εξηγούν γιατί το αίτημα των εναγομένων αρ. 1 και 2 - αιτητών πρέπει να απορριφθεί. Ουσιαστικά, αμφισβητούν την αλήθεια των ισχυρισμών των αιτητών καθώς επίσης και ότι αυτοί δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ούτε προβάλουν οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη εμφάνισης τους στο Δικαστήριο. Η ένσταση των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις του κ. Νεόφυτου Παρέα, υπαλλήλου των εναγόντων και του κ. Κώστα Χριστοδουλίδη, ιδιώτη δικαστικού επιδότη. Ο κ. Νεόφυτος Παρέας με την ένορκη του ομολογία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των εναγόντων, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην παρούσα ένορκη ομολογία και ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και για τα νομικά ζητήματα τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των εναγόντων. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένων αρ. 1 και 2 - αιτητών που περιλαμβάνονται στις ένορκες τους ομολογίες που συνοδεύουν την αίτηση τους ως αναληθείς και ότι η παρούσα αγωγή επιδόθηκε σε αυτούς νομότυπα και με τον τρόπο που αναφέρει ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης. Για τον ισχυρισμό του αυτό παραπέμπτει στην ένορκο δήλωση επίδοσης του δικαστικού επιδότη που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου καθώς επίσης και στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων. Επίσης, ο εν λόγω ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - αιτητές δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και ότι οι ισχυρισμοί τους, πέραν του ότι είναι αναληθείς, είναι γενικοί και αστήρικτοι. Περαιτέρω, επισυνάπτει σε αυτήν ως τεκμήρια Α και Β συστημένες επιστολές που αποστάληκαν στους εναγομένους αρ. 1 και 2 - αιτητές. Ο κ. Κώστας Χριστοδουλίδης στην ένορκη του ομολογία αναφέρει ότι είναι ιδιώτης δικαστικός επιδότης και ότι στις 20/12/2010 επέδωσε στη διεύθυνση Γεώργιου Μουζούρη αρ. 18, Κάτω Πολεμίδια, Λεμεσός, το κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής στους εναγομένους αρ. 1 και 2 - αιτητές προσωπικά αφού οι ίδιοι την υπέγραψαν και την παρέλαβαν έκαστος ξεχωριστά. Αρνείται τη θέση του εναγομένου αρ. 1 - αιτητή ότι δεν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή προσωπικά και ισχυρίζεται ότι και στις 11/02/2011 επέδωσε στον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή στην ίδια διεύθυνση την Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 144/
- Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι προς ενίσχυση της θέση του ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή προσωπικά αυτό φαίνεται και από τα κλητήρια εντάλματα που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου αφού σε αυτά υπάρχουν δύο διαφορετικές υπογραφές. Τόσο οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 - αιτητές όσο και οι ενάγοντες - καθ' ών η αίτηση, με αιτήσεις τους στο Δικαστήριο εξασφάλισαν διατάγματα αντεξέτασης των πιο πάνω ενόρκως δηλούντων. Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των αιτητών αναφορικά με τους ισχυρισμούς του όπως αναγράφονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση, ο κ. Κώστας Χριστοδουλίδης. Σε σχέση με τον κ. Νεόφυτο Παρέα, η πλευρά των αιτητών δεν επέμεινε στην αντεξέταση του παρόλο που είχε εκδοθεί και γι αυτόν σχετικό διάταγμα. Η εναγόμενη αρ. 2 - αιτήτρια επίσης, αντεξετάστηκε από το συνήγορο των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση αναφορικά με το περιεχόμενο της ένορκης της ομολογίας. Όσον αφορά τον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή, αυτός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί, παρόλο που είχε εκδοθεί διάταγμα για αντεξέταση του. Ο συνήγορος των εναγόντων - καθ' ων η αίτηση επέμενε στην αντεξέταση του και ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν κατέστη δυνατή η επίδοση της κλήσης σε αυτόν καθότι σύμφωνα με τον επιδότη, αυτός κρύβεται για να αποφύγει τόσο την επίδοση της κλήσης για αντεξέταση που έχει εκδοθεί αλλά και της Αίτησης Πτώχευσης που έχει καταχωρηθεί εναντίον του. Η συνήγορος του εναγομένου 1 - αιτητή ανέφερε αρχικά ότι δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο πελάτης της ενώ στην συνέχεια είπε ότι επικοινώνησε μαζί του και βρίσκεται εκτός Λεμεσού. Ανέφερε επίσης, ότι δεν γνωρίζει αν έχει πρόθεση να έρθει στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί και ούτε δεσμεύεται να τον παρουσιάσει αφού δεν του έχει επιδοθεί κλήση. Κατόπιν τούτου, προχώρησε η ακρόαση με την αντεξέταση των πιο πάνω προσώπων μόνο που έχουν αναφερθεί. Αντεξεταζόμενη η εναγομένη αρ. 2 - αιτήτρια επί των ισχυρισμών της ένορκης της ομολογίας, φάνηκε στο Δικαστήριο ότι τα όσα αναφέρονται σε αυτήν δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μάρτυρας αυτή δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν συγχυσμένη και προσπάθησε να στηρίξει τα όσα αναφέρει στην ένορκη της ομολογία χωρίς όμως, επιτυχία. Ενώ ισχυρίστηκε ότι δεν εμφανίστηκε στη διαδικασία λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης που βρισκόταν, λόγω προβλημάτων που είχε με το σύζυγο της, στη συνέχεια παραδέκτηκε τη θέση του συνηγόρου των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση ότι ο λόγος που δεν εμφανίστηκε ήταν διότι δεν την ενδιέφερε η υπόθεση και δεν ασχολήθηκε με αυτή. Ανέφερε ότι βρισκόταν σε διάσταση με το σύζυγο της από τις 20/11/2010 μέχρι τις 14/01/
- Στη συνέχεια όμως, ισχυρίστηκε ότι η διάσταση με το σύζυγο της συνεχίζεται. Στην παράγραφο 2 της ένορκης της ομολογίας αναφέρει ότι πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον της από το δικηγόρο της στις 14/02/
- Αντεξεταζόμενη επί αυτού του σημείου δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης και από ποιόν. Ανέφερε ότι το πληροφορήθηκε όταν πήγε ξανά ο επιδότης να της πάρει ένα χαρτί αλλά δεν θυμάται πότε ήταν αυτό. Αναφορικά με την επίδοση της αγωγής στο σύζυγο της, στην ένορκη ομολογία της ισχυρίζεται ότι παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα της αγωγής μόνο γι αυτήν και όχι για το σύζυγο της διότι με αυτόν βρίσκονταν σε διάσταση. Πιο κάτω στην παράγραφο 4 της εν λόγω ένορκης της ομολογία αναφέρει ότι η υπογραφή στο κλητήριο ένταλμα είναι δική της αφήνοντας να νοηθεί ότι τελικά παρέλαβε την αγωγή και για τον σύζυγο της. Αντεξεταζόμενη επί του σημείου αυτού και γιατί παρέλαβε την αγωγή για το σύζυγο της αφού δεν διέμεναν μαζί και δεν είχαν επικοινωνία, ισχυρίστηκε ότι ο ιδιώτης δικαστικός επιδότης επέμενε και ότι αυτός πηγαινοερχόταν και τον έβλεπε ο κόσμος και δεν είχε άλλη επιλογή. Κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ένορκη της ομολογία και ούτε προκύπτει ότι παρέλαβε την αγωγή για το σύζυγο της κατόπιν πιέσεων του δικαστικού επιδότη. Πιο κάτω, αντεξεταζόμενη για το ίδιο θέμα και όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τις υπογραφές επί των κλητηρίων ενταλμάτων, ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή της είναι πάντοτε η ίδια. Παραδέκτηκε όμως, ότι η υπογραφή στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής που φέρεται να επιδόθηκε στο σύζυγο της είναι διαφορετική. Ισχυρίστηκε όμως, ότι και αυτή η υπογραφή είναι δική της αλλά είναι διαφορετική καθότι η πρώτη υπογράφτηκε στο τραπέζι ενώ η δεύτερη στον αέρα όταν την κρατούσε ο επιδότης και διότι ήταν βιαστική. Οι θέσεις αυτές της εναγομένης 2 - αιτήτριας δεν πείθουν. Κατ' αρχή δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη της ομολογία για τον τρόπο που έγινε η επίδοση σε αυτήν της αγωγής για τον σύζυγο της όπως την περιέγραψε στο Δικαστήριο. Προφανώς, όταν κατά την αντεξέταση της, ήρθε αντιμέτωπη με τη διαφορετικότητα της υπογραφής στα δύο κλητήρια, πρόβαλε αυτούς τους ισχυρισμούς για να δικαιολογήσει την αρχική της θέση ότι είναι και οι δύο οι υπογραφές της. Περαιτέρω, ενώ ανέφερε ότι είναι κατόπιν πιέσεων του επιδότη που παρέλαβε την αγωγή και επειδή πηγανοερχόταν δεν διευκρινίζει πότε παρέλαβε την αγωγή για τον σύζυγο της και κατά πόσο αυτό έγινε σε άλλη ημερομηνία. Στο κλητήριο ένταλμα φαίνεται ότι η ημερομηνία επίδοσης των εν λόγω κλητηρίων και στους δύο είναι η 20η/12/2010, κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ισχυρισμός στην ένορκη της ομολογία ή ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της για το εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, η μάρτυρας παραδέκτηκε αρχικά ότι υπέγραψε το έγγραφο εγγύησης που αφορά η παρούσα αγωγή χωρίς να ισχυριστεί ότι δεν κατάλαβε τι υπέγραψε. Επίσης, ενώ στην ένορκη της ομολογία αναφέρει ότι ουδεμία επιστολή έχει λάβει μέχρι σήμερα από τους ενάγοντες σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, αντεξεταζόμενη κατά πόσο πήρε οποιαδήποτε επιστολή ανέφερε ότι πρέπει να πήρε και νομίζει πήρε μια επιστολή αναιρώντας την αρχική θέση που προβάλει στην ένορκη της ομολογία. Ενώ στην ένορκη της ομολογία αναφέρει ότι σε καμία περίπτωση δεν οφείλει στους ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται στην αγωγή καθότι έγιναν πληρωμές, αντεξεταζόμενη δεν γνώριζε να αναφέρει αν οφείλονται ή όχι. Νομίζω είπε, δεν οφείλονται. Δεν ήταν σίγουρη γιατί με τα θέματα αυτά ασχολείτο ο σύζυγος της. Τέλος, η μάρτυρας αυτή ενώ επέμενε ότι πήρε την αγωγή και για το σύζυγο της, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση και δεν μπορεί να θυμάται τι είπε ακριβώς τις ημέρες εκείνες. Επίσης, ανέφερε ότι δεν μπορεί να θυμάται καθότι έχει πρόβλημα από κτύπημα στο κεφάλι και ορισμένες φορές μπορεί να μην θυμάται ακριβώς τι είπε και ζήτησε συγνώμη από το Δικαστήριο. Μετά από την αντεξέταση της εναγομένης 2 - αιτήτριας φάνηκε ότι οι ισχυρισμοί της που περιλαμβάνονται στην ένορκη της ομολογία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Περιέπεσε σε αντιφάσεις και πολλές φορές αναίρεσε τις αρχικές της θέσεις ή προσπαθούσε να τις δικαιολογήσει χωρίς επιτυχία όμως. Δεδομένων όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να κάνω αποδεκτώ το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγομένης 2 - αιτήτριας και ως εκ τούτου αυτό απορρίπτεται στην ολότητα του. Το διάταγμα αντεξέτασης αφορούσε ολόκληρο το περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης της και αντεξετάστηκε σε πλείστα από τα θέματα που αναφέρει σε αυτήν. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο η εν λόγω μάρτυρας ήταν κακή και δεν μπορώ να λάβω υπόψη μου και ισχυρισμούς της ένορκης της ομολογίας επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε όπως για παράδειγμα τη θέση της ότι δεν έλαβε νομική συμβουλή προτού υπογράψει την εγγύηση. Εν πάσει περιπτώσει όμως, η ίδια παραδέκτηκε ότι υπέγραψε την εν λόγω εγγύηση χωρίς να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου και το γεγονός ότι φάνηκε από την αντεξέταση της ότι τουλάχιστον δεν θυμάται ή δεν γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία ανέφερε. Ο δε κ. Κώστας Χριστοδουλίδης κατά την αντεξέταση του επεξήγησε τους ισχυρισμούς που παραθέτει στην δική του ένορκη ομολογία που συνοδεύει την ένσταση των εναγόντων. Επέμενε στη θέση του ότι επέδωσε την αγωγή και στους δύο αιτητές στην παρούσα αίτηση προσωπικά και απέρριψε οποιεσδήποτε άλλες θέσεις του υποβλήθηκαν από πλευράς συνηγόρου των αιτητών. Εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί κατά την επίδοση ενός εγγράφου και ανέφερε ότι όταν αυτό επιδίδεται προσωπικά δεν αναγράφεται το όνομα αυτού που το παραλαμβάνει αφού είναι το ίδιο πρόσωπο γι αυτό και δεν αναγράφεται οποιοδήποτε όνομα στο κλητήριο ένταλμα που επιδόθηκε στον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή. Επίσης, ανέφερε ότι την επόμενη μέρα της επίδοσης προβαίνει σε ένορκη δήλωση την οποία καταχωρεί στο Πρωτοκολλητείο και ακολούθως ενημερώνει το μητρώο που διατηρεί. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 αντίγραφο της σελίδας του σχετικού μητρώου στην οποία φαίνεται καταχωρημένη η επίδοση που έγινε τόσο στον εναγόμενο αρ. 1 όσο και στην εναγομένη αρ.
- Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω σελίδα υπάρχουν καταχωρημένες άλλες προηγούμενες αλλά και επόμενες επιδόσεις από αυτές των εναγομένων αρ. 1 και
- Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η εν λόγω σελίδα και γενικά όλες οι σελίδες του μητρώου που διατηρεί δεν φέρουν αύξον αριθμό κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών. Ο μάρτυρας συμφώνησε με αυτό αλλά απέρριψε τη θέση ότι αυτό επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την εγκυρότητα των επιδόσεων που έκανε αλλά και του μητρώου του γενικά. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο αναφορικά με τον τρόπο που επέδωσε την παρούσα αγωγή στους εναγομένους αρ. 1 και 2 και δεν προέκυψε κάτι κατά το στάδιο της αντεξέτασης του που να κλονίζει στην αξιοπιστία του ή ότι η αναγραφή στο κλητήριο ένταλμα ότι επέδωσε στον εναγόμενο αρ. 1 προσωπικά είναι λανθασμένη. Παρόλο που ο μάρτυρας προβαίνει σε αρκετές επιδόσεις καθημερινά όπως ο ίδιος παραδέκτηκε, εντούτοις εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθεί και συνάδει και με το τεκμήριο 1 που καταχώρησε στο Δικαστήριο. Δηλαδή, φαίνονται σε αυτό αναγραμμένες οι εν λόγω επιδόσεις και ο τρόπος που έγιναν και ο οποίος συνάδει και με τις σχετικές ένορκες του δηλώσεις που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, παρέπεμψε και στις υπογραφές των δύο κλητηρίων ενταλμάτων και στη διαφορετικότητα τους κάτι που ενισχύει τους ισχυρισμούς του. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης της υπογραφής επί αυτών ούτε είναι ειδικός ο μάρτυρας. Παρόλα αυτά όμως, ανέφερε ότι είναι διαφορετικές διότι υπέγραψαν δύο ξεχωριστά άτομα ενώπιον του. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρώ ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και την κρίνω ως αξιόπιστη. Αναφορικά με τον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή, έχει αναφερθεί ανωτέρω ο λόγος για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η αντεξέταση του. Δεν έχει επιδοθεί σε αυτό κλήση για αντεξέταση σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εξαναγκάσει την παρουσία του εν λόγω μάρτυρα. Παρόλα αυτά όμως, από τις δηλώσεις αμφοτέρων των συνηγόρων στο Δικαστήριο έχει διαφανεί ότι ο εναγόμενος αρ. 1 δεν ήταν διατεθειμένος να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί για το περιεχόμενο της ένορκης του ομολογίας. Η στάση του αυτή θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση των ισχυρισμών του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμός 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο έχει εξουσία για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης σε κατάλληλες περιπτώσεις. Η εν λόγω Διάταξη έχει ως ακολούθως: «Where judgment is entered pursuant to any proceeding rule of this order, it shall be lawful for the court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε ερήμην του αιτητή εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ioannis Kotsapas and Sons Limited v Titan Construction and Engineering Company
(1961)A.A.Δ. 317, λέχθηκε ότι ο Θεσμός αυτός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες. Τόσο από την Αγγλική όσο και από την πλούσια Κυπριακή νομολογία που υπάρχει επί του θέματος φαίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στις περιπτώσεις αυτές είναι απεριόριστη. Τα Δικαστήρια όμως, έχουν θέσει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να ασκήσουν την διακριτική τους ευχέρεια. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και που έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans V Bartlam
(1937)ALL E.R. 646. Στην σελ. 479 ο Lord Atkins αναφέρει: « The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit of the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει ένορκος δήλωση επί της ουσίας. Ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικές επίσης είναι η Watt V Barnett 32 Q.B.D. 363 και η Costas Christoforou v Kyriacoulli
(1963)2 Α.Α.Δ. 161. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση. (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v Tράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Ο αιτητής στο στάδιο αυτό δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά έχει υποχρέωση να αποδείξει με τα γεγονότα που παραθέτει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερής παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από την νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο αιτητής για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελής έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v Xαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Στην Ντίνος Μουγής v Xαράλαμπος Σπανούδη
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 997 η αίτηση για παραμερισμό καταχωρήθηκε 38 μήνες μετά την απόφαση και αφού είχαν μεσολαβήσει 7 διαβήματα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Στην υπόθεση αυτή καταλογίστηκε στον αιτητή παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος. Επίσης, στην Χριστοφόρου και άλλος v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 18 κρίθηκε ότι η συμπεριφορά της εφεσείουσας - αιτήτριας αποτελούσε κατάφωρη περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο χρόνια μετά την επίδοση της αγωγής, 16 μήνες μετά την απόφαση και 5 μήνες μετά την επίδοση της αίτησης παρακοής. Πέρα από τα πιο πάνω ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από την μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενος τώρα στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι, εν όψει του ισχυρισμού που προβάλλεται από τον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή περί μη ή κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής σε αυτόν καθότι αυτή επιδόθηκε στη σύζυγο του με την οποία βρισκόταν σε διάσταση, το πρώτο θέμα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο πράγματι η αγωγή επίδοθηκε σε αυτόν ή όχι και κατά πόσο έλαβε γνώση αυτής. Και τούτο λόγω της σημαντικότητας του ζητήματος αυτού αλλά και τις συνέπειες που επιφέρει η μη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. Michaelides (Estates) 2002
(1)Α.Α.Δ. 43 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «1. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.1 (α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του Συντάγματος». Οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν για την έκδοση απόφασης ερήμην του εναγομένου με βάση την Δ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι η ύπαρξη καλής επίδοσης, η εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και η παράλειψη του εναγομένου να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Τότε μόνο ενεργοποιείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση απόφασης ερήμην του εναγομένου. Σε περίπτωση που πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις τότε το ζήτημα του παραμερισμού της απόφασης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται με βάση τις αρχές που έχουν εκτεθεί ανωτέρω. Σε αντίθετη περίπτωση ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης δικαιωματικά και χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Στην White v. Weston [1968] 2 ALL ER 842 το κλητήριο ένταλμα στάληκε για επίδοση σε διεύθυνση η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ήταν η διεύθυνση κατοικίας του εναγομένου ή διεύθυνση εργασίας του και τελικά δεν την παράλαβε. Ο Russell L.J στην απόφαση του ανέφερε τα εξής: «Τhe defect is in my judgment fundamental as to entitle the defendant as of right, ex debito justiciae, to have the judgment avoided and set aside.» Επίσης, στην Γιωργαλλίδης v. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247 λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Aπό τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή ..., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justiciae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» Στην παρούσα υπόθεση ο εναγόμενος αρ. 1 διατείνεται ότι η αγωγή ουδέποτε του επιδόθηκε προσωπικά. Από το φάκελο του Δικαστηρίου και την μαρτυρία του δικαστικού επίδοτη προκύπτει ότι η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο αρ. 1 προσωπικά. Η θέση του ότι αυτή επιδόθηκε στη σύζυγο του με την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ζούσαν μαζί, έχει ως πηγή γνώσης του εναγομένου αρ. 1 την πληροφόρηση που έλαβε από την σύζυγο του. Η σύζυγος του και εναγόμενη αρ. 2 αντεξετάστηκε στο Δικαστήριο επί αυτών των ισχυρισμών οι οποίοι και απορρίφθηκαν για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω. Περαιτέρω, έχει γίνει αποδεκτή και η μαρτυρία του δικαστικού επιδότη που επέδωσε την αγωγή και ως εκ τούτου οι θέσεις και ισχυρισμοί του εναγόμενοι αρ. 1 επί του σημείου αυτού δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος αρ. 1 δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός ζούσε σε άλλη διεύθυνση και όχι σε αυτή που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Δεδομένων όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα στον εναγόμενο και αυτός έλαβε γνώση για την ύπαρξη της. Εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου είναι φανερό ότι η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί από τον εναγόμενο αρ. 1 - αιτητή δικαιωματικά. Εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εν λόγω απόφαση μπορεί να παραμεριστεί από το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια. Έχοντας υπόψη τις αρχές που έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία, οι αιτητές θα πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα γεγονότα που αποκαλύπτουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και επίσης, να δικαιολογήσουν την μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτηση.» Συνεχίζοντας από τα πιο πάνω και εν όψει του γεγονότος ότι ο λόγος που προβάλει ο εναγόμενος αρ. 1 - αιτητής για τη μη εμφάνιση του απορρίφθηκε, ουσιαστικά ο αιτητής ουδεμία δικαιολογία προβάλει για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Η δικαιολογία του ότι η αγωγή δεν του επιδόθηκε και δεν έλαβε γνώση για την ύπαρξη της έμεινε αστήρικτη και ο ίδιος εκτεθειμένος. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20/12/2010, επιδόθηκε στον αιτητή την ίδια ημερομηνία και η απόφαση εκδόθηκε στις 31/01/
- Πέραν τούτου, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση για την έκδοση της απόφασης εναντίον του στις 14/02/2011 όταν επισκέφθηκε το δικηγόρο του κατόπιν επίδοσης σε αυτόν της ειδοποίησης πτώχευσης. Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 22/02/
- Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης να δικαιολογήσει και το χρόνο που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης του για παραμερισμό. Αν και ο εναγόμενος αρ. 1 - αιτητής δεν έχει αποδείξει οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο, παρατηρείται ότι ο χρόνος που διέρρευσε τόσο από την έκδοση της απόφασης όσο και μετά την επίδοση σε αυτόν της ειδοποίησης πτώχευσης δεν είναι μεγάλος σε βαθμό που να πλήττονται τα Συνταγματικά Δικαιώματα των εναγόντων. Αμέσως μετά την παραλαβή της ειδοποίησης πτώχευσης, που είναι και το πρώτο μέτρο που λήφθηκε από τους ενάγοντες μετά την έκδοση της απόφασης, ο εναγόμενος αρ. 1 έδρασε άμεσα και αποτάθηκε στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Σίγουρα δεν μπορεί να επιτρέπεται στον εναγόμενο αρ. 1 να μην εμφανίζεται στο Δικαστήριο μετά την επίδοση σε αυτόν της αγωγής χωρίς την προβολή οποιασδήποτε δικαιολογίας και να ενδιαφέρεται για το επανάνοιγμα της υποθέσης του μετά που θα βρεθεί αντιμέτωπος με την εκτέλεση της απόφασης. Παρόλα αυτά όμως, για να του καταλογιστεί κατάχρηση των διαδικασιών και παντελής περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών, η συμπεριφορά του θα πρέπει να ειδωθεί στο σύνολο της. Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση προκύπτει ότι ο αιτητής αποτάθηκε στο Δικαστήριο δύο περίπου μήνες μετά την επίδοση της αγωγής και 22 μέρες μετά την έκδοση απόφασης εναντίον του. Δεδομένου του σύντομου χρονικού διαστήματος από την έναρξη της αγωγής εναντίον του και την άμεση αντίδραση του εναγομένου αρ. 1 αιτητή μετά την παραλαβή της ειδοποίησης πτώχευσης, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να του στερήσω το δικαίωμα να ακουστεί στην υπόθεση, νοουμένου ότι θα ικανοποιήσει και την βασική προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης καλής εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω και κατά πόσο ο αιτητής με τους ισχυρισμούς που προβάλλει αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, θα λάβω υπόψη μου τους ισχυρισμούς που αναφέρει στην ένορκη του ομολογία. Κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού, δεν απαιτείται από τον αιτητή να αποδείξει τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση του. Στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία και οι ισχυρισμοί του αιτητή (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 Α.Α.Δ. 1094). Επομένως, η αίτηση του αιτητή για το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί με βάση τα όσα ο ίδιος ισχυρίζεται στην αίτηση και ένορκη του δήλωση ασχέτως αν αυτά διαψεύδονται και απορρίπτονται από του ενάγοντες, χωρίς να παραγνωρίζονται φυσικά οι θέσεις και ισχυρισμοί τους. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του αιτητή για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, αυτοί εμφαίνονται στις παραγράφους 7 και 10 της ένορκης του ομολογίας, για τους οποίους αναφορά έγινε ανωτέρω. Θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του αιτητή δεν είναι ικανοί να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Είναι γενικοί και αόριστοι και συγκρούονται μεταξύ τους. Κατ' αρχή ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι τα συμβόλαια που αναφέρονται στην αγωγή είναι νομικά άκυρα χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά και για ποιο λόγο αυτά είναι άκυρα. Αναφέρει ότι έχει καταβάλει αρκετά ποσά τα οποία δεν έχουν αφαιρεθεί από αυτά που αξιώνονται χωρίς πάλι να παρουσιάζει οποιαδήποτε στοιχεία γι αυτόν τον ισχυρισμό του. Ούτε καν αναφέρει τι ποσά έχει καταβάλει και ποια είναι η διαφορά του με τα αξιούμενα στην αγωγή ποσά. Επίσης, προβάλει τη γενική θέση για παράνομες χρεώσεις και παράνομες χρεώσεις τόκων χωρίς να συγκεκριμενοποιεί τουλάχιστον ποια είναι αυτά τα ποσά και πώς προκύπτουν σε συνάρτηση με τους όρους των συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων. Σίγουρα δεν θα αναμένετο στο στάδιο αυτό από τον εναγομένο αρ. 1 να αποδείξει τη θέση του αυτή αλλά κάποια στοιχεία για τη θέση του αυτή θα έπρεπε να παρουσιαστούν ή τουλάχιστον να γίνει αναφορά σε αυτές τις παράνομες χρεώσεις και ποιες είναι αυτές. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος αρ. 1 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συμφώνησε ή ειδοποιήθηκε ότι ο λογαριασμός της πιστωτικής του κάρτας θα χρεωνόταν με τόκο προς 18,10% και ο τρεχούμενος λογαριασμός του με 14,95%. Αν και προβάλει αυτόν τον ισχυρισμό ο εναγόμενος αρ. 1, δεν επισυνάπτει στην ένορκη του ομολογία τις σχετικές συμφωνίες για το άνοιγμα των πιο πάνω λογαριασμών και ούτε παραπέμπει ή κάνει αναφορά σε ποιο επιτόκιο συμφώνησε. Προβάλει αυτή τη γενική θέση χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία ή ισχυρισμούς που να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως ότι δεν είναι αυτό το επιτόκιο που συμφώνησε αλλά κάποιο άλλο και ότι εν πάσει περιπτώσει οι ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να το μεταβάλουν ή ότι δεν το μετέβαλαν. Με μόνο το πιο πάνω γενικό ισχυρισμό του εναγομένου αρ. 1 δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επί του σημείου αυτού για να δοθεί το δικαίωμα στον εναγόμενο αρ. 1 να υπερασπιστεί την αγωγή. Τέλος, προβάλει τη θέση ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν έχουν τερματιστεί και ότι ουδεμία επιστολή έχει παραλάβει. Ούτε εδώ γίνεται παραπομπή στους όρους της συμφωνίας και κατά πόσο απαιτείται η αποστολή οποιασδήποτε επιστολής για να τερματιστεί η λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη και την ένσταση των εναγόντων, σε αυτή επισυνάπτονται ως τεκμήρια συστημένες επιστολές προς τον εναγόμενο αρ. 1 αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Ο εναγόμενος αρ. 1 δεν επεξηγεί στην ένορκη του δήλωση για ποιο λόγο δεν παρέλαβε ουδεμία επιστολή. Είναι διότι δεν αποστάληκε από τους ενάγοντες ή διότι αποστάληκε σε λάθος διεύθυνση; Η προβολή ενός ισχυρισμού στο στάδιο αυτό δεν απαιτεί και την απόδειξη του. Πρέπει όμως να παρατίθενται όλες οι σχετικές λεπτομέρειες και στοιχεία τα οποία, αν κατά την ακροαματική διαδικασία κριθούν αξιόπιστα και ορθά, θα συνιστούν υπεράσπιση Κρίνω ότι ο τρόπος με τον οποίο παρατίθενται οι θέσεις του εναγόμενου είναι γενικός και αόριστος και δεν ικανοποιούν το Δικαστήριο για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Ως εκ τούτου η αίτηση του δεν μπορεί να επιτύχει για το λόγο αυτό. Σε σχέση τώρα με την αίτηση της εναγόμενης αρ. 2, κρίνω ότι ούτε αυτή μπορεί να επιτύχει αφού η μαρτυρία επί της οποίας στηρίζεται το αίτημα της έχει απορριφθεί και το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε γεγονότα αναφορικά με το λόγο της μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο αλλά και για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Πέραν τούτου και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, ακόμη και να λάμβαναν υπόψη την μαρτυρία της εναγομένης αρ. 2, προκύπτει ότι ενώ η ίδια παρέλαβε προσωπικά την αγωγή ουδεμία αποδεκτή δικαιολογία έχει δώσει αναφορικά με την μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο. Ισχυρίστηκε ότι δεν έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο της για να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καθότι θεωρούσε ότι αυτό δεν ήταν αναγκαίο και επίσης λόγω της ψυχολογικής της κατάστασης και ότι επειδή τα θέματα αυτά τα χειρίζεται ο σύζυγος της. Οι θέσεις αυτές της καθ' ής η αίτηση δεν εξηγούν ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος της μη εμφάνισης της στο Δικαστήριο. Ήταν επείδη δεν το θεωρούσε αναγκαίο ή διότι ήταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Και αν ακόμα τα θέματα αυτά τα χειρίζεται ο σύζυγος της, γιατί δεν τον ενημέρωσε για την αγωγή για να χειριστεί το θέμα αυτό. Και αφού δεν είχε επαφή μαζί του λόγω της διάστασης γιατί δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα η ίδια. Οι δικαιολογίες αυτές της καθ' ής η αίτηση δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Περαιτέρω, η ίδια κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν την ενδιέφερε η παρούσα αγωγή κατά τον ουσιώδη χρόνο λόγω της κατάστασης της και γι αυτό δεν έπραξε οτιδήποτε. Πέραν τούτου, η εναγόμενη αρ. 2 δεν αναφέρει πότε έλαβε γνώση για την παρούσα απόφαση και με ποιο τρόπο και πότε αποτάθηκε στο δικηγόρο της για την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Ούτε απάντησε αντεξεταζόμενη γιατί έκανε την παρούσα αίτηση. Αν και το χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της αγωγής και έκδοσης της απόφασης εναντίον της εναγομένης αρ. 2 είναι μικρό εντούτοις με την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και ακόμα αν αυτή γινόταν αποδεκτή, προκύπτει ότι η εναγόμενη αρ. 2 επέδειξε παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος για την δικαστική διαδικασία και αδιαφορία, ακόμα και στο στάδιο αυτό της παρούσας αίτησης. Ως εκ τούτου για το λόγο αυτό και μόνο δεν θα μπορούσε να επιτύχει η αίτηση της εναγομένης αρ. 2. Πέραν τούτου, η εναγόμενη αρ. 2 δεν αποκαλύπτει ούτε εκ πρώτης υπεράσπιση αφού οι ισχυρισμοί που προβάλει είναι πανομοιότυποι με αυτούς που προβάλει ο εναγόμενος αρ. 1 και οι οποίοι έχουν κριθεί ως γενικοί και αόριστοι. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται από τον αιτητή να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Πρέπει όμως να παρατίθενται τέτοια στοιχεία, τα οποία αν κατά τη δίκη γίνουν πιστευτά να συνιστούν υπεράσπιση. Ο αιτητής θα πρέπει να πείσει με τα στοιχεία που παρουσιάζει ότι αυτά, χωρίς να κρίνεται η αξιοπιστία τους, είναι αρκετά για να στοιχειοθετήσουν υπεράσπιση. Στην Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 793, στη σελ.799 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «Αντλώντας κατεύθυνση από την νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων ... Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Επίσης, στην Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2118, στη σελ. 2124 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται». Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια 2 με τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει με την ένορκη της ομολογία αλλά και την μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης των αιτητών. Επομένως, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων - καθ' ών η αίτηση και εναντίον των εναγομένων αρ.1 και 2 - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: aitisi set aside cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο