Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Αναστασίας Κώστα Χριστοδούλου, Αρ. Αγωγής: 5421/07, 31/8/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5421/07 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, από τη Λευκωσια Εναγόντων και Αναστασίας Κώστα Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Εναγομένης -------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31/8/2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Ευαγγέλου για κ. Ερμή Στυλιανίδη & Σία (για να ακούσει απόφαση κ. Η. Αγαθοκλέους) Για την Εναγομένη: κ. Α. Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των Λ.Κ.1499.34 πλέον τόκους προς 11.5% από το 2003 κεφαλαιοποιημένο στις 30.6 και 31.12 εκάστου έτους μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει συμφωνίας εγγυήσεως. Με βάση την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες αξιώνουν το πιο πάνω ποσό από την Εναγομένη δυνάμει συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 12.4.1995 με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Κώστα Χριστοδούλου εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 26.11.
- Η Εναγόμενη κατεχώρησε υπεράσπιση η οποία στην παρ. 3 αρνείται ότι υπήρξε η συμφωνία παροχής σε τρεχούμενο λογαριασμό πίστωσης και/ή δάνειο προς τον Κώστα Χριστοδούλου μέχρι του ποσού των ΛΚ
- Στη συνέχεια στην παρ. 4 ισχυρίζεται ότι τόσο η σύμβαση πιστώσεως και/ή ο τρεχούμενος λογαριασμός ημερ. 12.4.1995 καθώς και το έγγραφο εγγυήσεως της ίδιας ημερομηνίας έχουν πλαστογραφηθεί και ως ισχυρίζεται θα προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία. Αρνείται τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης και συγκεκριμένα ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε επ' ονόματι του Κώστα Χριστοδούλου είναι ανεδαφικός, παράτυπος, παράνομος και δεν συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα και περαιτέρω αρνείται ότι οι Ενάγοντες ως όφειλαν έχουν προχωρήσει στον τερματισμό της λειτουργίας του ισχυριζόμενου λογαριασμού. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν τρεις μάρτυρες και η Εναγόμενη κατέθεσε η ίδια. Συνολικά κατατέθησαν 15 τεκμήρια εκ των οποίων τα τεκμήρια 1, 10, 11 και 15 αποτελούν τις γραπτές καταθέσεις των μαρτύρων ΜΕ1 εώς ΜΕ3 και της Εναγομένης. Ο ΜΕ1 Βάσος Χαραλάμπους ανέφερε ότι εργάζεται στους Ενάγοντες από το 1978 και για την περίοδο 1.2.1978 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 1996 εργάζετο στο κατάστημα με αρ. 541 στο οποίο ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός. Ισχυρίζεται ότι μαζί με άλλους συναδέλφους του χειρίσθηκε προσωπικά την υπόθεση και συγκεκριμένα ότι τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και η σύζυγος του υπέγραψαν στην παρουσία του. Παραδέχθηκε ότι στη συμφωνία που υπεγράφη τόσο από τον πρωτοφειλέτη όσο και από την εναγόμενη με βάση τους ισχυρισμούς του δεν αναγράφεται ο αριθμός ταυτότητας και θεωρεί ότι αυτό έγινε από λάθος. Ανέφερε ότι ο λογαριασμός στις 13.2.2003 είχε χρεωστικό υπόλοιπο το ποσό των €1683.86 (Λ.Κ.985.52). Ποσό το οποίο παρατράβηξε ο Κώστας Χριστοδούλου. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι Ενάγοντες τερμάτισαν το λογαριασμό στις 13.2.
- Αναφέρθηκε στις διαφοροποιήσεις των αριθμών λογαριασμού και ανάφερε ότι αυτό έγινε λόγω του τερματισμού. Απ' ότι θυμάται ίδιος ο λογαριασμός παρουσίαζε κίνηση και αποστελλόταν στον πρωτοφειλέτη όπως ήτα πάγια πρακτική των Εναγόντων, μηνιαίες καταστάσεις που παρουσίαζαν όλες τις πιστώσεις και χρεώσεις του επίδικου λογαριασμού. Δεν θυμάται να υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο τόσο ο πρωτοφειλέτης όσο και η σύζυγος του. Στην αντεξέταση ο μάρτυρας είπε ότι γνωρίζει τον Κώστα Χριστοδούλου. Παραδέχθηκε ότι δεν αναγράφεται στη συμφωνία ο αριθμός της ταυτότητας της εναγομένης, συμφώνησε ότι υπό κανονικές συνθήκες έπρεπε να αναγράφει, δεν γνωρίζει την Εναγομένη προσωπικά αλλά την στιγμή που υπέγραψε έλεγξε τα στοιχεία της. Εντός της αιθούσης υπεδείχθηκε στον μάρτυρα η Εναγόμενη και ανέφερε ότι δεν θυμάται το πρόσωπο της. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τις επιστολές τις απέστειλαν όπως συνήθως συστημένες δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν οι συγκεκριμένες επιστολές στάληκαν συστημένες ή απλές. Ο ΜΕ2 Κωνσταντίνος Αργυρού ανέφερε ότι εργάζεται στους ενάγοντες από το 1971 και από τις 8 Δεκεμβρίου του 1994 μέχρι 31.10.1995 ήταν υποδιευθυντής στο κατάστημα των Εναγόντων με αρ.
- Είναι αυτός που υπέγραψε τη συμφωνία Τεκμ. 3 εκ μέρους των Εναγόντων καθώς και τα Τεκμήρια 5,6, και 8 τα οποία αποτελούν την προειδοποιητική επιστολή, την επιστολή τερματισμού και την επιστολή της Εναγομένης ότι έλαβε νομική συμβουλή. Όσον αφορά τον επίδικο λογαριασμό ανέφερε ότι δύο άτομα τα οποία γνώριζε ήσαν στο κατάστημα και υπέγραψαν την συγκεκριμένη συμφωνία. Όσον αφορά την επιστολή τερματισμού (Τεκμ. 6) ανέφερε ότι υπογράφηκε από τον ίδιο στάληκε με απλό ταχυδρομείο στην διεύθυνση του πρωτοφειλέτη και της Εναγομένης και αυτό το γνωρίζει καθότι από τις 26.8.2002 μέχρι και τις 19.12.2005 ήταν διευθυντής στο συγκεκριμένο κατάστημα. Επίσης ανέφερε ότι η Εναγόμενη είναι σύζυγος του πρωτοφειλέτη και ότι κατά την εποχή που στάληκε η επιστολή τερματισμού διέμεναν μαζί. Ανέφερε ότι είναι αυτός που έχει πληροφορήσει τον ΜΕ1 ότι όταν ήταν διευθυντής του συγκεκριμένου καταστήματος και συγκεκριμένα μετά τον τερματισμό τον επισκέφθηκε ο πρωτοφειλέτης Κώστας Χριστοδούλου και του ανέφερε ότι είχε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να πληρώσει το χρέος του. Χωρίς να μπορεί να καθορίσει ακριβώς το χρόνο ανέφερε ότι κατά την εποχή που ευρίσκετο στο κατάστημα δηλαδή μεταξύ 1.11.95 μέχρι 25.9.2002 τον επισκέφθηκε ο πρωτοφειλέτης και του ζήτησε δάνειο επ' ονόματι άλλου προσώπου με προσωπική εγγύηση και αυτός του ανέφερε ότι πρέπει πρώτα να διευθετήσει τις προηγούμενες του οφειλές και εννοούσε τα καθυστερημένα του επίδικου λογαριασμού χωρίς φυσικά να γνωρίζει ότι είναι πτωχεύσας ο πρωτοφειλέτης. Τέλος ανέφερε ότι ο πρωτοφειλέτης δεν έχει εξοφλήσει το χρέος του και οφείλει μέχρι σήμερα το ποσό των €1530.10 (Λ.Κ.895.52) πλέον τόκους 11.5% με εξαμηνιαίο ανατοκισμό όπως αναφέρεται στην επιστολή τερματισμού Τεκμ.
- Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ταυτόχρονα με την υπογραφή των ενεχομένων προσώπων υπογράφουν και οι μάρτυρες επέμενε ότι κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν παρών ο ίδιος και ανέφερε ότι ο λογαριασμός που ανοίχθηκε ήταν υπ' αρ. 541-337166-02 και συγκεκριμένα ο αριθμός 541 είναι το κατάστημα και ο αρ. 337166 είναι ο αριθμός του λογαριασμού. Περαιτέρω αναφέρθηκε στην αλλαγή του αριθμού του λογαριασμού λόγω των καθυστερήσεων και τέλος επέμενε στην θέση του ότι όλες οι επιστολές έχουν ταχυδρομηθεί και έχουν παραληφθεί. Ο ΜΕ3 Θεόδωρος Καλασίδης αναφέρθηκε ουσιαστικά στο θέμα που αφορά τις καταστάσεις λογαριασμών και συγκεκριμένα τις δοσοληψίες (πιστώσεις και χρεώσεις) που γίνονται σε κάθε λογαριασμό, στο αρχείο που διατηρεί η τράπεζα και συγκεκριμένα κατέθεσε ως Τεκμήριο 12 και 13 καταστάσεις λογαριασμού που αφορούν τον επίδικο λογαριασμό. Επίσης κατέθεσε δέσμη επιταγών ως Τεκμήριο 14 με εκδότη τον Κώστα Χριστοδούλου. Στην αντεξέταση του ουσιαστικά ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο σύστημα που διατηρεί η Τράπεζα και αφορά τις καταστάσεις των λογαριασμών. Η Εναγόμενη καταθέτοντας χαρακτήρισε ως ανεδαφικούς και αβάσιμους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ότι η σύμβαση πιστώσεως ημερ. 12.4.1995 καθώς και το έγγραφο εγγυήσεως υπεγράφηκε από την ίδια προσωπικά. Ισχυρίζεται ότι η αναγραφή του ονόματος της έλαβε χώρα παράνομα και παράτυπα και η υπογραφή της αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την ισχυριζόμενη σύμβαση και δεν εγγυήθηκε το Κώστα Χριστοδούλου. Στάθηκε σ' αυτά που έχει αναφέρει ο ΜΕ1 και συγκεκριμένα ότι δεν την αναγνώρισε ότι ήταν το πρόσωπο που έχει παρουσιαστεί στην Τράπεζα και έχει υπογράψει το έγγραφο. Επίσης αναφέρθηκε στο γεγονός ότι δεν υπάρχει το δελτίο ταυτότητας της στην συγκεκριμένη ημερομηνία με αποτέλεσμα ο έλεγχος κατά την υπογραφή να είναι αδύνατος και αναποτελεσματικός. Ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε καμιά από τις επιστολές των Εναγομένων και για την συγκεκριμένη αγωγή έλαβε γνώση κατά την επίδοση της αγωγής στις 12.11.
- Κατά την αντεξέταση δεν γνωρίζει από πού οι Ενάγοντες γνώριζαν το πατρικό της επίθετο, δεν αναγνωρίζει τα Τεκμήρια 3,8 και 9 και σε ερώτηση αν στα Τεκμήριο 8 και 9 είναι η υπογραφή της απάντησε «πάντως εγώ δεν έχω υπογράψει». Δεν γνωρίζει την υπογραφή του συζύγου της και δεν γνωρίζει ποιος είναι αυτός που έχει θέσει το όνομα της στην συμφωνία εγγυήσεως. Παραδέχθηκε ότι μέχρι το 2003 διέμενε στην οδό Παπαφλέσσα 25 και αργότερα μετακόμισαν σε άλλη οδό στο Ζακάκι. Αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε οποιαδήποτε μέρα την Τράπεζα και συγκεκριμένα τους Ενάγοντες. Αμφότεροι οι δικηγόροι στο στάδιο της αγόρευσης αφού έκαμαν αναφορά στην μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και σε νομολογία επί των θεμάτων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις η κάθε πλευρά ζήτησε όπως το Δικαστήριο κάνει αποδεκτή την εισήγηση του και απορρίψει την άλλη. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και ειδικά την συμπεριφορά και τον τρόπο που αντιδρούσαν στο εδώλιο του μάρτυρα κατά την στιγμή που κατέθεταν. Με ιδιαίτερη προσοχή προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Εξετάζοντας με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία που έχουν θέσει οι Ενάγοντες ενώπιον μου και συγκεκριμένα την μαρτυρία των ΜΕ1 εώς ΜΕ3 υπαλλήλων των Εναγόντων καταλήγω στο συμπέρασμα ότι με νηφαλιότητα και χωρίς προσπάθεια να αποκρύψουν οτιδήποτε το οποίο μπορούσε να αποβεί σε βάρος των Εναγόντων κατέθεσαν στο Δικαστήριο όλα τα στοιχεία τα οποία είχαν στην κατοχή τους και αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 Βάσος Χαραλάμπους έχει αφήσει θετική εντύπωση και καταλήγω ότι τα όσα έχει καταθέσει αποτελούσαν γεγονότα που αφορούσαν τον επίδικο λογαριασμό. Το γεγονός ότι δεν έχει αναγνωρίσει την Εναγόμενη εντός της αίθουσας και δεν μπόρεσε να συνδέσει ότι είναι το πρόσωπο που ευρίσκετο στην αίθουσα και του υποδείχθηκε ως η Εναγόμενη ότι είναι το πρόσωπο το οποίο στην παρουσία του υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης (Τεκμ. 3) αυτό από μόνο του δεν μειώνει και την αξιοπιστία των όσων έχει αναφέρει. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου το οποίο να δικαιολογεί ή ακόμα να επιτρέπει στον μάρτυρα να παρεκκλίνει από την γενική πρακτική που όπως ο ίδιος ανέφερε χρησιμοποιούν οι ενάγοντες για την υπογραφή οποιωνδήποτε συμφωνιών και συγκεκριμένα να υπεγράψει στο Τεκμ. 3 ως μάρτυρας χωρίς να γνωρίζει το πρόσωπο για το οποίο έχει μαρτυρήσει την υπογραφή. Είναι φυσικό μετά από παρέλευση 15 και πλέον χρόνων να μην θυμάται το πρόσωπο αυτό. Όμως τα τεκμήρια 3, 7, 8 και 9 παρά το γεγονός ότι δεν έχουν τον αριθμό ταυτότητας του προσώπου που αναφέρονται στο χώρο των υπογραφών αναφέρουν συγκεκριμένο όνομα και ειδικά το Τεκμήριο 9 αποτελεί δήλωση του συγκεκριμένου προσώπου. Η Εναγόμενη στο στάδιο της μαρτυρίας της και αφού της υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 8 και 9 απέφυγε να απαντήσει αν είναι η υπογραφή της με τον ισχυρισμό ότι δεν έχει υπογράψει. Θετική εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο και ο ΜΕ2 Κωνσταντίνος Αργυρού ο οποίος είναι αυτός που έχει υπογράψει τη συμφωνία Τεκμ. 3 εκ μέρους των Εναγόντων. Ουσιαστικά σημεία της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα την επικοινωνία που είχε με τον πρωτοφειλέτη δεν έχουν αμφισβητηθεί και ειδικά το γεγονός ότι τον επισκέφθηκε ο πρωτοφειλέτης μετά την λήψη της επιστολής τερματισμού καθώς και η επίσκεψη του πρωτοφειλέτη για παροχή δανείου επ' ονόματι άλλου προσώπου. Επίσης θετική είναι και η εντύπωση που έχει αφήσει στο Δικαστήριο ο ΜΕ3 Θεόδωρος Καλασίδης που ουσιαστικά έχει αναφερθεί στον τρόπο διαχείρισης του αρχείου των Εναγόντων καθώς και την κατάθεση σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμών. Είναι ξεκάθαρο από την όλη συμπεριφορά της Εναγομένης στο εδώλιο του μάρτυρα ότι προσπαθούσε να αποφύγει τις υποχρεώσεις της από την υπογραφή της ως εγγυήτριας του συζύγου της. Με ένα ιδιαίτερο τρόπο προσπαθούσε να μην κάνει καμιά αναφορά ότι ο πρωτοφειλέτης είναι σύζυγος της, δεν γνώριζε τίποτε γι' αυτό και ενώ δεν γνώριζε καν την ύπαρξη του συγκεκριμένου λογαριασμού ισχυρίζεται ότι αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας. Στην υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι θα προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία δεν έχει κάνει οτιδήποτε από την ημερομηνία κατάθεσης της υπεράσπισης αν και έχει παρέλθει χρόνος πέραν των τριών ετών. Οι ισχυρισμοί της ότι η υπογραφή της στο Τεκμήριο 3 καθώς και στα Τεκμήρια 8 και 9 τα οποία ούτε καν θέλησε να τα δει είναι προϊόν πλαστογραφίας έχουν παραμείνει εντελώς ατεκμηρίωτοι και ο μόνος λόγος που προβάλλει και ο οποίος αν και θετικός δεν έχει την δύναμη να ανατρέψει τα γεγονότα είναι η μη αναγραφή επί των εγγράφων του αριθμού της ταυτότητας της. Η μαρτυρία της είναι γεμάτη από ανακρίβειες και είναι φανερή η προσπάθεια της να απεβάλει από τον εαυτό της οποιαδήποτε ευθύνη η οποία πηγάζει από την υπογραφή εκ μέρους της του Τεκμηρίου
- Ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στο σύνολο της. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων των Εναγόντων και την απόρριψη της μαρτυρίας της Εναγομένης καταλήγω ότι στις 12.4.1995 υπεγράφη εκ μέρους των Εναγόντων και του Κώστα Χριστοδούλου συμφωνία χορήγηση σε αυτόν τρεχούμενου λογαριασμού πιστώσεως ύψους ΛΚ1000 με την εγγύηση της Εναγομένης επί του ιδίου εγγράφου. Μετά την άνοιξη του πιο πάνω λογαριασμού και με βάση τα Τεκμήρια 12 και 13 που αποτελούν μέρος των καταστάσεων λογαριασμού καθώς και το Τεκμήριο 14 το οποίο αποτελείται από δέσμη επιταγών που έκδιδε κατά καιρούς ο Κώστας Χριστοδούλου διαπιστώνεται η λειτουργία του συγκεκριμένου λογαριασμού που είχε ως αριθμό λογαριασμού 541-337166-02 ο οποίος στις 16.2.1999 έχει αλλάξει και αναγραφόταν ως 541-337166-
- Μετά την επιστολή τερματισμού η οποία αποστάληκε στους Εναγόμενους στις 13.2.2003 οι Ενάγοντες έκλεισαν τον πιο πάνω λογαριασμό τερμάτισαν την λειτουργία του και μετέφεραν το υπόλοιπο σε λογαριασμό καθυστερήσεων με αρ. 541-337027-
- Με βάση το Τεκμήριο 2 οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει τραπεζικές εργασίες. Αντλώντας κατεύθυνση από τις καταστάσεις λογαριασμού και συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 7 που έχει καταθέσει ο ΜΕ1 αλλά και την μαρτυρία του ΜΕ2 ο οποίος ήταν ξεκάθαρος επί του υπολοίπου του λογαριασμού του πρωτοφειλέτη οι Ενάγοντες δικαιούνται το ποσό των €1530.10 (ΛΚ 895.92) πλέον τόκους. Το Τεκμήριο 3 αναφέρει ότι το χρεωστικό υπόλοιπο θα φέρει τόκο προς 8.5% ετησίως κεφαλαιοποιημένο την 15η Ιουνίου και την 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους και θα μπορεί να υποκαθιστά το πιο πάνω επιτόκιο οποιαδήποτε τροποποίηση είτε διά νόμου ή διά αποφάσεως της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ως προς το ανώτατο επιτόκιο εφόσον προηγουμένως ειδοποιηθεί γραπτώς ο οφειλέτης. Με βάση λοιπόν το Τεκμήριο 3 και παρά την επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 6 και αναφορά σ' αυτή αυξημένου επιτοκίου καταλήγω ότι ο τόκος που θα πρέπει να φέρει το υπόλοιπο είναι το επιτόκιο που αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία και ανέρχεται στο 8.5%. Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €1530.10 (Λ.Κ. 895.51) πλέον τόκο προς 8.5% από 13.2.03 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 15η Ιουνίου και 15η Δεκεμβρίου εκάστου έτους πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other action/Final Αναφορά: Πολιτική - Συμφωνία Εγγύησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο