ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ, Αρ. Αγ.: 1733/2006, 01/09/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 19/02/2009 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Και δια ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και
- ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία
- ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED από τη Λευκωσία
- AAA UNITED STOCKBROKERS LIMITED από τη Λευκωσία
- SHARE LINK SECURITIES LIMITED από τη Λευκωσία Εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 12/11/2009 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Αγ.: 1733/2006 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εναγομένου Και δια ανταπαιτήσεως Μεταξύ: ΛΕΥΤΕΡΗ ΔΗΜΗΤΡΗ από τη Λεμεσό Εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και
- ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD από τη Λευκωσία
- ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED από τη Λευκωσία
- Α&C UNITED ESTATE AGENCY LIMITED από τη Λευκωσία
- SHARE LINK SECURITIES AND FINANCIAL SERVICES LIMITED από τη Λευκωσία Εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι --------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 01/09/
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες και εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2: κ. Λοϊζος Παπαχαραλάμπους για κ.κ.Παπαχαραλάμπους & Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο και εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντα: κ. Κώστας Μελάς με κα Ελπίδα Ασσιώτου. Για τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και 4: κ. Νικόλας Πουμπουρίδης για κ.κ. Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των £41,864.37 σεντ πλέον τόκους προς 8,5% ετησίως από 01/01/2006 μέχρι εξόφλησης, κεφαλαιοποιούμενων την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστους έτους, το οποίο προέρχεται από δάνειο και/ή χρηματοδότηση του εναγομένου για αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2000, οι ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στον εναγόμενο, μέσω λογαριασμού που ανοίχθηκε για το σκοπό αυτό, ύψους £27,000 με αποκλειστικό σκοπό την αγορά μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Συμβαλλόμενα μέρη στην εν λόγω συμφωνία ήταν και οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, επ' ονόματι των οποίων θα εγγράφονταν οι μετοχές και oι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3, οι οποίο θα ενεργούσαν ως χρηματιστές του εναγομένου και θα χρησιμοποιούσαν το λογαριασμό του για την διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Με τροποποιητική συμφωνία που έγινε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2002 οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 αντικαταστάθηκαν με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 4 οι οποίοι θα συνέχιζαν να εκτελούν χρέη χρηματιστή για λογαριασμό του εναγομένου. Ο λογαριασμός του εναγομένου παρουσίαζε υπερβάσεις και/ή το περιθώριο ασφαλείας που είχε συμφωνηθεί ήταν χαμηλότερο και οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 23/01/2006 καλούσαν τον εναγόμενο να προβεί σε διορθωτικά μέτρα χωρίς όμως ανταπόκριση. Έτσι οι ενάγοντες, με βάση τους όρους της αρχικής συμφωνίας προχώρησαν και ζήτησαν από τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 και 4 όπως εκποιήσουν τις αξίες που ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 προς όφελος του εναγομένου και το προϊόν της πώλησης τους να πιστωθεί στο λογαριασμό του εναγομένου. Μετά την πιο πάνω εκποίηση των εν λόγω μετοχών ο λογαριασμός του εναγομένου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους £41,864.37 πλέον τόκους και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις προς τον εναγόμενο για εξόφληση του, αυτός δεν το έπραξε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 8/03/2006 να καταγγείλουν την συμφωνία και να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή αξιώνοντας τα πιο πάνω ποσά. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του αρνείται την εγκυρότητα της συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2000 γιατί είναι ετεροβαρής ιδιάζοντως επαχθής και περιέχει όρους καταχρηστικούς και ότι άτομα που ενεργούσαν εκ μέρους της ενάγουσας εταιρείας τον έπεισαν ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρα κέρδη και βασιζόμενος σε αυτά υπόβαλε την σχετική αίτηση. Περαιτέρω, αρνείται το αξιούμενο στην Έκθεση Απαίτησης ύψος του χρεωστικού υπολοίπου και ισχυρίζεται ότι αρκετές πράξεις των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 ήταν εκτός της πληρεξουσιότητος που εδόθει πράγμα που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν οι ενάγοντες. Με την ανταπαίτηση του ο εναγόμενος, ισχυρίζεται ότι οι εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ενεργούσαν αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομικών καθηκόντων τους και/ή των καθηκόντων τους βάσει των σχετικών συναλλακτικών ηθών και/ή της σχέσης που δημιούργησαν με τον δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και παραθέτει λεπτομέρειες αυτών. Επίσης, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2,3&4 συνωμοτικά με την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη 1 ενέργησαν ώστε να ολοκληρωθεί το συνωμοτικό τους σχέδιο προς το σκοπό καταδολίευσης του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα για απόσπαση χρημάτων και άλλων περιουσιακών του στοιχείων και παραθέτει λεπτομέρειες. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω πράξεων των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων, ο εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικά την ακύρωση της συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2000, αποζημιώσεις, αποκατάσταση στη θέση που βρισκόταν πριν την υπογραφή της συμφωνίας και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση τους αρνούνται τα όσα ο δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας τους καταλογίζει και επεξηγούν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η συμφωνία ημερομηνίας 6/11/2000, τον τρόπο λειτουργίας της και χρέωση του λογαριασμού του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Αναφέρουν επίσης, ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό προβάλλουν και οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 στην δική τους Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αυτοί ήταν απλά οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες (nominee) των Αξιών του Χαρτοφυλακίου του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα, τη διαχείριση του οποίου είχε ο ίδιος. Οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 με την δική τους Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα αρνούνται τους ισχυρισμούς του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και επιμένουν στην εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου που υπογράφτηκε από τον δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ενέργησαν με τον δέοντα τρόπο και εντός των καθηκόντων τους και ο δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας ουδεμία ζημιά υπέστη. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Η απαίτηση και η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και για σκοπούς απόδειξης της απαίτησης των εναγόντων μαρτύρησε μόνο ο κ. Αιμίλιος Έλληνας. Για λογαριασμό της υπεράσπισης και ανταπαίτησης κατέθεσε στο Δικαστήριο ο εναγόμενος. Οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ενώ για λογαριασμό των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4, κατέθεσε ο κ. Λοϊζος Λοϊζου. Επίσης κατά τη δίκη κατατέθηκαν συνολικά 15 τεκμήρια στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και κρίνεται απαραίτητο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να κάνω λεπτομερή αναφορά σε αυτό στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ μόνο στα κυριότερα μέρη της μαρτυρίας των μαρτύρων για να γίνουν κατανοητές οι θέσεις των μερών. Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας, κατέθεσε ότι είναι ο διευθύνον σύμβουλος των εναγόντων οι οποίοι είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις σε πελάτες τους, μεταξύ άλλων για να χρησιμοποιηθούν από τους πελάτες τους, μέσω ειδικών λογαριασμών για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ. Ο εναγόμενος ήταν ένας από τους πελάτες τους, ο οποίος στις 6/11/2000 υπέβαλε αίτηση (τεκμήριο 2) προς τους ενάγοντες για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου, ζητώντας να του παραχωρηθεί όριο ύψους £30,000 για το σκοπό επένδυσης του στο Χ.Α.Κ. Η αίτηση του εγκρίθηκε για όριο όμως £27,000 και υπογράφτηκε στις 6/11/2000 συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου (τεκμήριο 3Α). Στην εν λόγω συμφωνία συμβαλλόμενα μέρη ήταν, εκτός από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο και η δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 2 η οποία είναι θυγατρική εταιρεία των εναγόντων και ο χρηματιστής του πελάτη, ο οποίος ήταν η εταιρεία ΑΑΑ UNITED STOCKBROKERS LTD. Κατατέθηκε επίσης, ως τεκμήριο 3Β πληρεξούσιο έγγραφο προς το πιο πάνω χρηματιστή. Με βάση το εν λόγω πληρεξούσιο, ο χρηματιστής θα αναλάμβανε το χειρισμό του λογαριασμού του εναγομένου και θα τον εκπροσωπούσε στις σχέσεις του με τους ενάγοντες στα πλαίσια της συμφωνίας. Θα διενεργούσε συναλλαγές για λογαριασμό του εναγομένου, θα ενημέρωνε τους ενάγοντες γι αυτές τις συναλλαγές και θα προέβαινε σε πληρωμές προς και εισπράξεις από τους ενάγοντες για σκοπούς τελείωσης των συναλλαγών του εναγομένου στο Χ.Α.Κ. Στην ELLINAS FINANCE (CUSTODIAN) LIMITED, δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 2, θα εγγράφονταν οι Αξίες που θα αγόραζε ο εναγόμενος με την χρήση των διευκολύνσεων που του παραχωρούσαν οι ενάγοντες αλλά και άλλες αξίες που θα έφερνε ο εναγόμενος ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς τους ενάγοντες. Μετά την πιο πάνω συμφωνία ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα του εναγομένου με τον κωδικό LEFDE 700 και οι ενάγοντες έθεσαν στην διάθεση του το ποσό των £27,
- Κατά τον Ιούνιο του 2002 υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4) με βάση την οποία η ΑΑΑ UNITED STOCKBROKERS LTD αντικαταστάθηκε από την SHARELINK SECURITIES LTD. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, ο εναγόμενος χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν όριο μέσω του χρηματιστή του για την αγορά αξιών χαρτοφυλακίου, οι οποίες εγγράφηκαν στο όνομα της θυγατρικής εταιρείας. Οι ενάγοντες ενημερώνονταν καθημερινά από τον χρηματιστή του εναγομένου για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο Χ.Α.Κ. για λογαριασμό του εναγομένου δίνοντας τους κατάσταση με τις συναλλαγές μαζί με πινακίδια συναλλαγής (contract notes) για κάθε συναλλαγή. Κατάθεσε στο Δικαστήριο δέσμη από 72 πινακίδια συναλλαγής που αφορούν το λογαριασμό του εναγομένου ως τεκμήριο
- Οι ενάγοντες βασιζόμενοι στα πινακίδια συναλλαγής πλήρωνα το ποσό για την αγορά των αξιών ή πίστωναν το λογαριασμό του εναγομένου από την πώληση αξιών, ανάλογα με την περίπτωση. Επίσης, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο στη λήψη απόφασης από μέρους του εναγομένου για πώληση ή αγορά μετοχών. Η απόφαση αυτή ήταν του εναγομένου και του χρηματιστή του. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 6, δέσμη καταστάσεων λογαριασμού του εναγομένου που αποστέλλονταν σε αυτόν κάθε μήνα και ανέφερε ότι ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες για να διαμαρτυρηθεί για το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε επίσης, ότι οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο επιστολές προειδοποιώντας τον ότι ο λογαριασμός του δεν παρέχει την απαιτούμενη εξασφάλιση βάσει των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας. Κατατέθηκαν στο Δικαστήριο οι εν λόγω επιστολές ως τεκμήρια 7 Α-Ζ. Αποστάληκε επίσης, η διπλοσυστημένη επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 23/1/2006 (τεκμήριο 8) η οποία όμως επιστράφηκε πίσω με την ένδειξη «αζήτητο». Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο εναγόμενος οχλήθηκε επανειλημμένως και τηλεφωνικώς χωρίς όμως ανταπόκριση. Εν όψει αυτών, οι ενάγοντες έδωσαν εντολές, μέσω της θυγατρικής εταιρείας, στον χρηματιστή να πωλήσει τις Αξίες του εναγομένου που παρέμειναν εγγεγραμμένες στο όνομα της θυγατρικής εταιρείας. Το προϊόν από την πώληση πιστώθηκε στο λογαριασμό του εναγομένου και το χρεωστικό υπόλοιπο που παρέμενε ήταν £41,864.37 πλέον τόκο προς 8,5% από 1/1/
- Ακολούθως, στάληκε η επιστολή ημερομηνίας 8/3/2006 (τεκμήριο 9) από τους δικηγόρους των εναγόντων με την οποία τερματίστηκε ο λογαριασμός του εναγομένου. Κατατέθηκε επίσης ενώπιον του Δικαστηρίου κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου (cash statement valuation) ως τεκμήριο 10 στην οποία εμφαίνεται η κίνηση του λογαριασμού του εναγομένου από την ημέρα που ανοίχθηκε μέχρι και τον τερματισμό του. Τέλος, κατατέθηκε από το μάρτυρα ως τεκμήριο 11 και κατάσταση πραγματοποιηθέντων κερδών ανά αξία (Realized Profit Per Stock) του λογαριασμού EFC 5238 όπου φαίνονται μεταξύ άλλων οι μετοχές οι οποίες μεταβιβάστηκαν κατά διαστήματα στην θυγατρική εταιρεία από τον εναγόμενο. Ο μάρτυρα επίσης, αντεξετάστηκε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπογράφτηκε η εν λόγω συμφωνία από τον εναγόμενο. Τέθηκε σε αυτό ότι οι ενάγοντες παρότρυναν τον εναγόμενο να το πράξει και ότι οι ίδιοι διοργάνωναν σεμινάρια στα οποία έκαναν ανάλυση του χρηματιστηρίου και προέτρεπαν τους επενδυτές ότι τότε ήταν η καλύτερη εποχή για να επενδύσουν στο χρηματιστήριο. Την θέση αυτή ο μάρτυρας την απέρριψε και ανέφερε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έπραξαν κάτι τέτοιο. Ο εναγόμενος και δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας, ανέφερε ότι κατά τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2000, ενημερώθηκε από τους εκπροσώπους της ΑΑΑ United Stockbrokers Limited και Share Link Securities Limited, τους οποίους γνώριζε από προηγούμενη συνεργασία που είχε μαζί τους, για την διεξαγωγή, σε συνεργασία με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2, συγκεντρώσεων για επενδυτές και παρευρέθηκε σε δύο από αυτές που έγιναν, η μια στον ξενοδοχείο Holiday Inn και η άλλη στο ξενοδοχείο Poseidonia, στη Λεμεσό. Στις συγκεντρώσεις αυτές, τους ανέλυσαν την κατάσταση του χρηματιστηρίου, ότι δηλαδή μέχρι το τέλος του 1999 υπήρξε μεγάλη άνοδος και το χρηματιστήριο βρισκόταν στα ύψη και ότι από την αρχή του 2000 άρχισε η πτώση η οποία παρέσυρε κυρίως τη μεσαία τάξη των κυπρίων, οι οποίοι κατά την περίοδο της ανόδου επένδυσαν μεγάλα χρηματικά ποσά, αλλά όταν έγινε η πτώση οι μετοχές τους παρέμειναν απούλητες. Σκοπός της διάλεξης ανέφερε, ήταν να τους πείσουν ότι ο μόνος τρόπος να απεγκλωβιστούν από αυτή τη κατάσταση που περιήλθαν με την πτώση του χρηματιστηρίου, ήταν να επενδύσουν μέσω συγκεκριμένου επενδυτικού σχεδίου που ετοίμασαν οι ενάγοντες σε συνεργασία μαζί τους και την εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη 2 που θα τους παρουσίαζαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα πιο πάνω τους τα έλεγαν οι οικονομικοί αναλυτές των εταιρειών ΑΑΑ United Stockbrokers και Sharelink Securities Limited, μεταξύ αυτών και ο γιος του κ. Αιμίλιου Έλληνα - διευθυντή των εναγόντων- με τους οποίους οι χρηματιστές, εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 διοργάνωναν συγκεντρώσεις. Με τα όσα τους έλεγαν, συνεχίζει, στις συγκεντρώσεις και αφού τους έκαναν πλύση εγκεφάλου αναφορικά με τα πλεονεκτήματα της επένδυσης κατά τον συγκεκριμένο χρόνο, τον έπεισαν και τον παρέσυραν ότι σε σύντομο χρόνο θα υπήρχε ανάκαμψη του χρηματιστήριου και αν επένδυε θα είχε σίγουρα κέρδη. Κατά τον Νοέμβριο του 2000, οι ενάγοντες σε συνεργασία με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3&4 του παρουσίασαν το επίδικο σχέδιο, το οποίο υπέγραψε. Για την υπογραφή της αίτησης (τεκμήριο 2), τον πήρε τηλέφωνο ο κ. Παναγιώτης, υπεύθυνος της ΑΑΑ United Stockbrokers και Sharelink Securities Limited. Μετά την ένταξη του στο επενδυτικό αυτό σχέδιο, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένας σχεδιασμός για επενδύσεις σε μετοχές και όλα γίνονταν στην τύχη. Δεν γινόταν έρευνα της αγοράς και ούτε τον συμβούλευαν που θα επένδυε τα χρήματα του. Ουσιαστικά, ισχυρίστηκε, δεν έγινε τίποτε από αυτά που τους έλεγαν και τους έπεισαν να μπουν στο σχέδιο. Αναφορικά με το επενδυτικό σχέδιο, ο εναγόμενος ανέφερε ότι όλα ήταν μια κομπίνα μεταξύ των εναγομένων με σκοπό να λαμβάνουν προμήθεια και να χρεώνουν τόκους. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι τα μέρη της συμφωνίας χρηματοδότησης ήταν προκαθορισμένα. Σε σχέση με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3, ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι αυτοί δεν απαλλάσσονται από οποιαδήποτε ευθύνη, καθότι την συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4) την υπέγραψε χωρίς να την διαβάσει και κατόπιν της διαβεβαίωσης του κ. Παναγιώτη ότι αυτή ήταν τυπική και άλλαζε μόνο το όνομα του χρηματιστή. Οι χρηματιστές, αναφέρει ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας, παρόλο που είχαν υποχρέωση να παρακολουθούν τις αξίες, να ελέγχουν και να εποπτεύουν την αγορά, τίποτα δεν έκαναν με αποτέλεσμα σύντομα να χαθεί η αξία των μετοχών του και το χρεωστικό υπόλοιπο να μην καλύπτει το δάνειο που του παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες. Τότε, περί τα μέσα Ιουλίου 2002 άρχισε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας να τον παίρνει τηλέφωνο και να του αποστέλλει επιστολές για να καλύψει το χρεωστικό του υπόλοιπο. Σε όλες αυτές τις συνδιαλέξεις που είχαν, πάντοτε έλεγε στον κ. Έλληνα να προχωρήσει σε εκποίηση των μετοχών όπως διελάμβανε η συμφωνία τους καθότι δεν είχε χρήματα και ούτε μπορούσε να καλύψει το υπόλοιπο. Αντί όμως να το πράξουν αυτό, οι ενάγοντες συνέχιζαν να χρεώνουν το λογαριασμό του με τόκους και διάφορες χρεώσεις μέχρι το
- Ο εξ' ανταπαιτήσεως ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες καταχράστηκαν το δικαίωμα που είχαν να πωλήσουν τις μετοχές και αντί να το ασκήσουν έγκαιρα, περίμεναν να αυξηθεί το υπόλοιπο του με τις διάφορες παράνομες χρεώσεις. Αναφορικά με το χρεωστικό υπόλοιπο που αξιώνεται από τους ενάγοντες, ο εναγόμενος διαφώνησε με αυτό καθότι είχαν εκποιηθεί από τους ενάγοντες 13,418 μετοχές της ΜFS και το ποσό που εισπράχθηκε δεν πιστώθηκε στο λογαριασμό του. Το ποσό αυτό ανέρχεται σε £2,884.87 σεντ και ο εναγόμενος συμφώνησε ότι αν αφαιρεθεί το ποσό αυτό από το αξιούμενο ποσό, τα υπόλοιπα στοιχεία της κατάστασης λογαριασμού των εναγόντων είναι ορθά. O κ. Λοϊζος Λοϊζου κατέθεσε εκ μέρους των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 και ανέφερε ότι ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Sharelink Securities & Financial Services Limited (SLS) από το 1996 μέχρι τα μέσα του 2000 και επαναδιορίστηκε τον Νοέμβριο του 2009, όταν ανέλαβε και καθήκοντα του Διευθύνοντος Συμβούλου. Tόσο η SLS όσο και η ΑΑΑ United Stockbrokers Ltd (AAA) πριν τον Νοέμβριο του 2002, ήταν χρηματιστηριακές εταιρείες, μέλη του Χ.Α.Κ. και πρόσφεραν αποκλειστικά χρηματιστηριακές υπηρεσίες σε πελάτες. Συγκεκριμένα, παρείχαν υπηρεσίες λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, δηλαδή αγόραζαν και πωλούσαν αξίες που διαπραγματεύονταν στο Χ.Α.Κ. σύμφωνα με συγκεκριμένες εντολές πελατών τους. Δεν παρείχαν τότε υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίων πελατών με διακριτική ευχέρεια. Από την μελέτη των αρχείων που τηρούνται εκ μέρους της SLS είπε, κατά ή περί την 19/07/2002 η ΑΑΑ υπέβαλε αίτηση στο Χ.Α.Κ. λόγω συγχώνευσης των εργασιών της με την SLS, η οποία ήταν η μοναδική μέτοχος της ΑΑΑ μέχρι τότε και ως εκ τούτου, από την 19η Ιουνίου 2002 η ΑΑΑ ανέστειλε τις εργασίες της και την 12η Σεπτεμβρίου 2002 διαγράφηκε από μέλος του Χ.Α.Κ. και η SLS ανέλαβε όλες τις υποχρεώσεις και εργασίες της ΑΑΑ, καθώς και το πελατολόγιο της που υφίστατο μέχρι τότε. Ακολούθως, εξ' όσων γνωρίζει η ΑΑΑ άλλαξε το όνομα της από ΑΑΑ United Stockbrokers Ltd σε AAA United Property Consultants Ltd κατά ή περί την 15/07/2004 και σε A & C United Estate Agency Ltd κατά ή περί την 26/08/
- Ο λειτουργός εξυπηρέτησης των πελατών της ΑΑΑ στη Λεμεσό κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου, ο οποίος κατά τις 20/06/2002 έπαυσε να εργάζεται στην ΑΑΑ και σήμερα είναι άγνωστο που διαμένει ή εργάζεται για να κλητευθεί να μαρτυρήσει. Η αμοιβή της ΑΑΑ για τις υπηρεσίες εκτέλεσης εντολών ήταν προμήθεια επί τοις εκατόν πάνω στην αξία κάθε συναλλαγής. Ο πελάτης ελάμβανε γνώση για την εκτέλεση της εντολής του από το πινακίδιο συναλλαγής που εκδίδετο από την ΑΑΑ και την SLS για κάθε συναλλαγή. Με την έναρξη συνεργασία με κάθε πελάτη ανοίγετε λογαριασμός στα βιβλία της ΑΑΑ, στον οποίο χρεώνονται τα ποσά που οφείλονται από τον πελάτη για αγορές και πιστώνονται τα ποσά που δικαιούται ο πελάτης από πωλήσεις αξιών. Στην περίπτωση πελατών που διενεργούν συναλλαγές αγοράς μέσω επενδυτικών λογαριασμών (όπως στην παρούσα περίπτωση), τα οφειλόμενα ποσά καταβάλλονται από την εταιρεία παροχής του επενδυτικού λογαριασμού, ενώ για τις πωλήσεις η τελευταία εισπράττει από την ΑΑΑ το προϊόν της πώλησης. Ο εναγόμενος στην παρούσα περίπτωση ανέφερε, με βάση τη συμφωνία χρηματοδότησης με τους ενάγοντες ημερομηνίας 6/11/2000, διόρισε βάσει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 6/11/2000 την ΑΑΑ ως Χρηματιστή του για την διενέργεια συναλλαγών στο Χ.Α.Κ. Την ΑΑΑ και τον λειτουργό εξυπηρέτησης της στη Λεμεσό τον κ. Παναγιώτη Παναγιώτου, τον επέλεξε ο ίδιος ο εναγόμενος αφού ο εναγόμενος ήταν πελάτης της ΑΑΑ και πριν την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας χρηματοδότησης. Προς ενίσχυση της θέσης του αυτής κατέθεσε στο Δικαστήριο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 15/10/1999 ως τεκμήριο
- Περαιτέρω, κατά ή περί τις 20/06/2002 λόγω της συγχώνευσης της ΑΑΑ με την SLS, ο εναγόμενος υπέγραψε σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την SLS, την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο 13 και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας ως χρηματιστή του την SLS. Στην συνέχεια, υπογράφτηκε και συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4) της αρχική συμφωνίας ημερομηνίας 6/11/2000, με την οποία όλα τα μέρη συμφώνησαν όπως η εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη 3 αντικατασταθεί από τη εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένη
- Με βάση τους όρους της ως άνω συμπληρωματικής συμφωνίας ο εναγόμενος και οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 απαλλάσσουν την δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 3 από οποιοδήποτε δικαίωμα αγωγής εναντίον της σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη ή αμέλεια της που σχετίζεται με την αρχική συμφωνία. Ο μάρτυρας αυτός επίσης, ανέφερε ότι οι χρηματιστές εκτελούσαν εντολές και οδηγίες στου εναγομένου έναντι προμήθειας για κάθε πράξη που γινόταν αλλά σε καμία περίπτωση στα πλαίσια της συμφωνίας τους ανέλαβαν τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου ούτε εισέπραξαν ποτέ οποιαδήποτε αμοιβή για διαχείριση. Όλες οι πράξεις που έγιναν ήταν κατόπιν εντολών και ή οδηγιών του εναγομένου. Οι ενάγοντες επίσης, ενημερώνονταν για τις πράξεις που διενεργούσαν οι χρηματιστές εκ μέρους του εναγομένου με την αποστολή κατάστασης με τις συναλλαγές μαζί με τα πινακίδια συναλλαγής. Ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τις εν λόγω συναλλαγές ή με το υπόλοιπο στην κατάσταση λογαριασμού του. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η ΑΑΑ διαβίβαζε όλες τις εντολές που τις δόθηκαν από τον εναγόμενο με την δέουσα επιμέλεια και ουδέποτε παραβίασε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις και/ή καθήκοντα της προς τον εναγόμενο και/ή τη συμφωνία και ουδέποτε προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά, αφού αγόρασε τις αξίες που ο ίδιος επιθυμούσε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά την διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου από το εδώλιο του μάρτυρα και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που ο κάθε μάρτυρας κατέθετε και απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθώς επίσης και το περιεχόμενο της προφορικής τους μαρτυρίας σε συνδυασμό με τα σχετικά τεκμήρια και έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου όλες τις αρχές που έχει καθιέρωση η νομολογία κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, φάνηκε να είναι γνώστης όλων των γεγονότων της υπόθεσης και σε κανένα στάδιο της μαρτυρία του δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις. Ούτε διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να αποκρύψει ή παραποιήσει τα γεγονότα με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση των εναγόντων. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σωρεία εγγράφων, το περιεχόμενο των οποίων συνάδει και με την προφορική του μαρτυρία ή τουλάχιστον δεν αντικρούεται. Ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε αναφορικά με το είδος της χρηματοδότησης που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο και συγκεκριμένα ότι η συμφωνία ημερομηνίας 6/11/2000 (τεκμήριο 3Α) δεν ήταν επενδυτικό σχέδιο όπως αναγράφεται σε αυτή και ότι ο εναγόμενος παραπλανήθηκε. Ο μάρτυρας εξήγησε το είδος της χρηματοδότησης που παραχωρήθηκε στον εναγόμενο παραπέμποντας στους όρους τόσο της αίτησης (τεκμήριο 3) όσο και της συμφωνίας χρηματοδότησης (τεκμήριο 3Α). Ανέφερε ότι οι ενάγοντες έδωσαν αυτή την ονομασία στο σχέδιο καθότι η διευκόλυνση που παραχωρείτο ήταν για συγκεκριμένο σκοπό δηλαδή για αγορά και επένδυση σε μετοχές του χρηματιστηρίου. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος παραπλανήθηκε από τον τίτλο της συμφωνίας την οποία υπέγραψε, ούτε περιλαμβάνονται στην συμφωνία οποιοιδήποτε όροι που να συνηγορούν ότι αυτό που συμφωνήθηκε ήταν κάτι άλλο από αυτό που ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι τον χρηματιστή που αναφέρεται στην συμφωνία (τεκμήριο 3Α) τον επέβαλαν στον εναγόμενο οι ενάγοντες και ότι αυτός δεν ήταν δική του επιλογή. Ο μάρτυρας αρνήθηκε την θέση αυτή και ανέφερε ότι ο χρηματιστής ήταν επιλογή του εναγομένου και ότι η αίτηση για χρηματοδότηση από τον εναγόμενο προήλθε μέσω του χρηματιστή του. Δεν έχει τεθεί στον μάρτυρα ότι η επιλογή του εναγομένου ήταν κάποιος άλλος χρηματιστής τον οποίο οι ενάγοντες δεν αποδέχτηκαν και επέμεναν στον χρηματιστή τον οποίο αναφέρεται στην συμφωνία. Άλλωστε και από την υπόλοιπη μαρτυρία στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω προκύπτει ότι η χρηματιστηριακή εταιρεία ΑΑΑ ενεργούσε για λογαριασμό του εναγομένου και πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 3Α. Επίσης, υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι ο πίνακας χρεώσεων που ανέφερε στην κυρίως του εξέταση δεν είναι υπογεγραμμένος. Εκείνο που προκύπτει από την μαρτυρία είναι ότι στο τεκμήριο 3Α υπάρχει ο «Πίνακας Χρεώσεων» επισυνημμένος σε αυτό ο οποίος όμως είναι ανυπόγραφος. Δεν έχει διαφανεί ότι κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 3Α δεν υπήρχε επισυνημμένος σε αυτή ο εν λόγω πίνακας ή ότι αυτός προστέθηκε εκ των υστέρων και χωρίς την γνώση ή συγκατάθεση του εναγομένου. Περαιτέρω, στο τεκμήριο 3Α το οποίο υπογράφηκε από τον εναγόμενο, στην παράγραφο 2Γ γίνεται παραπομπή στον εν λόγω πίνακα χρεώσεων και ότι αυτός αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας. Δεδομένων αυτών θεωρώ ότι ο εν λόγω πίνακας χρεώσεων είναι δεσμευτικός για τον εναγόμενο και ότι αυτός αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος του τεκμηρίου 3Α κατά την υπογραφή του. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές του συνηγόρου του εναγομένου ότι οι ενάγοντες είχαν οποιαδήποτε σχέση με την αγορά ή πώληση μετοχών του εναγομένου και σε ποια τιμή καθότι αυτό δεν ήταν μέσα στα καθήκοντα τους και ότι η επιλογή αυτή ήταν του εναγομένου. Η θέση αυτή του μάρτυρα συνάδει και με τους όρους της συμφωνίας (τεκμήριο 3Α) καθότι πουθενά σε αυτή δεν αναγράφεται τέτοια υποχρέωση στους ενάγοντες ούτε προκύπτει ότι είχαν οποιοδήποτε συμβουλευτικό ρόλο ή καθήκον για την αγορά και πώληση μετοχών. Aναφορικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου, ο μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο αναλυτική κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο 10 στην οποία εμφαίνεται το υπόλοιπο του λογαριασμού καθώς επίσης και κατάσταση λογαριασμού με όλες τις αγοραπωλησίες μετοχών δια λογαριασμό του εναγομένου. Κατά την κατάθεση τους εξηγήθηκε από το μάρτυρα ότι έχει τυπώσει τις καταστάσεις από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή των εναγόντων, στον οποίο συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και συναλλαγές πελατών των εναγόντων, περιλαμβανομένου του εναγομένου. Ο υπολογιστής ανέφερε, χρησιμοποιείται καθημερινά και τροφοδοτείται με πληροφορίες κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων και λειτουργούσε πάντοτε κανονικά. Έλεγξε ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι οι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με τον λογαριασμό του εναγομένου με κωδικό αριθμό LEFDE
- Eπίσης, παρατηρείται ότι οι εν λόγω καταστάσεις είναι αναλυτικές και αρχίζουν από την ημέρα λειτουργίας του λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία τερματισμού του. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει προσωπική γνώση και ότι έλεγξε τις καταστάσεις που έχουν τυπωθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή από την κα Φλουρή, υπάλληλο των εναγόντων και είναι σωστές. Με την πιο πάνω μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου θεωρώ ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου (βλ. άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9) και το τεκμήριο 10 γίνεται αποδεκτό. Να αναφερθεί όμως, ότι η κατάσταση αυτή του λογαριασμού του εναγομένου, δεν αποδεικνύει το υπόλοιπο του λογαριασμού αλλά τίθεται υπό αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Οι καταστάσεις αυτές αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου τους (βλ. Μπούλος Μαρσέλ και άλλοι v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v.
- Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.α. Πολ. Έφεση Αρ. 163/2006, Ημερομηνίας 05/05/2009). Αξιολογώντας τώρα την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 10, παρατηρώ ότι ο μάρτυρας κατά την κυρίως του εξέταση εξήγησε με πάσα λεπτομέρεια το περιεχόμενο της και τις διάφορες χρεώσεις που αναγράφονται σε αυτή. Παρέπεμψε στα διάφορα πινακίδια συναλλαγής τα οποία αποστέλλονταν στους ενάγοντες από τους χρηματιστές και βάση αυτά γίνονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις. Τα εν λόγω πινακίδια συναλλαγής κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από το μάρτυρα ως τεκμήριο 5 και φαίνονται καταχωρημένα στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Τα εν λόγω πινακίδια συναλλαγής δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με την ορθότητα τους ή όχι. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα δεν του υποδείχθηκε ότι κάποια χρέωση όπως εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού είναι λάθος. Εκείνο που ρωτήθηκε ο μάρτυρας είναι κατά πόσο έπεσε στην αντίληψη του κάποια ποσότητα μετοχών να χάθηκε και να μην φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν βλέπει να υπάρχει οποιαδήποτε μετοχή που να χάθηκε εκτός αν η μετοχή αποσύρθηκε από το Χρηματιστήριο. Επίσης, σε ερώτηση κατά πόσο πουλήθηκαν όλες οι μετοχές του εναγομένου και πιστώθηκε ο λογαριασμός του, ο μάρτυρας απάντησε ότι «Πρέπει να πουλήθηκαν» και στην συνέχεια ανέφερε ότι αν υπάρχουν κάποιες μετοχές που δεν πουλήθηκαν τότε ζητά από το Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα για πώληση τους. Εκείνο που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρα τέθηκε σε αυτόν ευθέως οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό ή αριθμός μετοχών ο οποίος πουλήθηκε και δεν πιστώθηκε στην κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 10 για να τοποθετηθεί επί αυτού. Ο εναγόμενος κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι η κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 10 είναι ορθή εκτός από ένα ποσό της τάξης των £2,884.87 το οποίο αφορά την πώληση 13,418 μετοχών της Marketrends Financial Services Ltd μετά το κλείσιμο του λογαριασμού του και το οποίο δεν πιστώθηκε και ούτε φαίνεται στο τεκμήριο
- Ουσιαστικά, η θέση αυτή του εναγομένου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του απλώς του υποδείχθηκε ότι αυτό έγινε στις 2/3/2006 ενώ η κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 10, τελειώνει την 1/3/
- Προκύπτει δηλαδή, ότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι το πιο πάνω ποσό θα έπρεπε να πιστωθεί στο λογαριασμό του εναγομένου και να αφαιρεθεί από το τελικό υπόλοιπο. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από το τεκμήριο 11 που κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός στο Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρώ ότι το ποσό των £41,864.37 που εμφαίνεται στο τεκμήριο 10 θα πρέπει να μειωθεί σε £38,979.50 σεντ για να συνάδει και με την κατάσταση τεκμήριο 11 που κατατέθηκε από τον μάρτυρα. Πέραν αυτού θεωρώ ότι το υπόλοιπο περιεχόμενο του τεκμηρίου 10 είναι ορθό και μπορεί να δοθεί βαρύτητα σε αυτό. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και σε όλα τα σχετικά τεκμήρια που έχει καταθέσει. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και διαφάνηκε από την όλη μαρτυρία του ότι εκείνο που προσπαθούσε να κάνει ήταν μια ύστατη προσπάθεια να αποφύγει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις τυχόν απορρέουν από τις συμφωνίες και εν γένει από την συνεργασία που είχε με τους ενάγοντες και δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2,3&
- Θεωρώ ότι δεν ήρθε στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα και πλείστη από την μαρτυρία του, στην οποία θα αναφερθώ κατωτέρω ήταν αντιφατική και συγκρουόταν ή αναιρούσε τις δικογραφημένες θέσεις του. Επίσης, η προφορική του μαρτυρία συγκρουόταν με τις συμφωνίες τις οποίες υπέγραψε και όταν του υποδεικνυόταν αυτό, κατέφευγε στο ότι δεν διάβασε τις εν λόγω συμφωνίες πριν τις υπογράψει και δεν ξέρει ακριβώς τι περιλάμβαναν. Πιο συγκεκριμένα, θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του εναγομένου για τους κάτωθι λόγους: 1) Ενώ ο εναγόμενος πρόβαλε τη θέση ότι οι ενάγοντες και δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2,3 & 4 διοργάνωσαν σεμινάρια σε ξενοδοχεία της Λεμεσού και τους έκαναν πλύση εγκεφάλου και τους παρέστησαν ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος, εντούτοις κατά την αντεξέταση του παραδέκτηκε ότι δεν του έκανε κανένας οποιαδήποτε παράσταση όταν υπέγραφε τη συμφωνία. 2) Παρόλο που αναφέρθηκε στην κυρίως του εξέταση στα εν λόγω σεμινάρια και ότι αυτά έγιναν από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενους 3 και 4 σε συνεργασία με τους δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1 και 2, εντούτοις κατά την αντεξέταση του διαφάνηκε ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν καμία σχέση με τα εν λόγω σεμινάρια. Προσπάθησε να συνδέσει όλους τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους αναφέροντας ότι οι διευθυντές των εναγόντων και της δι' ανταπαιτήσεως εναγομένης 3 ήταν πατέρας και γιος, χωρίς να έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αναφορικά με την εμπλοκή στα εν λόγω σεμινάρια της κάθε εταιρείας. Επίσης, παραδέκτηκε ότι το σχέδιο του το παρουσίασε ο κ. Παναγιώτης ο οποίος ήταν ο χρηματιστής της AAA United με την οποία συνεργαζόταν από πριν. 3) Ενώ η βασική θέση του εναγομένου όπως προκύπτει από το δικόγραφο του είναι ότι όλοι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι του παρέστησαν πριν την υπογραφή του τεκμηρίου 3Α ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος και γι αυτό την υπέγραψε, εντούτοις κατά την αντεξέταση ο ίδιος παραδέκτηκε ότι κανένας δεν τον υποχρέωσε να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία και ότι εκείνη την εποχή επειδή είχε χάσει όλα τα χρήματα του στο χρηματιστήριο έψαχνε «σανίδα σωτηρίας» όπως είπε, με σκοπό να τα ανακτήσει πίσω. Γι αυτό το λόγο ανέφερε, όπου είχε σεμινάριο ή εκπομπή στην τηλεόραση για το χρηματιστήριο την παρακολουθούσε για να μάθει για το χρηματιστήριο και να μπορεί να στηριχτεί στις δικές του δυνάμεις. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των εναγομένων 3 και 4, ανέφερε συγκεκριμένα ότι «Εγώ δεν είπα ότι ο κ. Παναγιώτης θα μου εξασφάλιζε σίγουρα κέρδη. Δεν είναι αυτό που εννοούσα.» αναιρώντας την προηγούμενη θέση του όπως την παρουσίασε κατά την κυρίως του εξέταση αλλά όπως προκύπτει και από την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του. 4) Επίσης, αντεξεταζόμενος ότι πουθενά στη συμφωνία δεν αναφέρεται ότι θα ήταν επένδυση για σίγουρο κέρδος, το παραδέκτηκε αλλά προσπαθούσε να απεγκλωβιστεί από αυτή λέγοντας ότι την διάβασε με πολύ πρόχειρο τρόπο πριν την υπογράψει. 5) Ενώ ανέφερε ότι το όλο σχέδιο ήταν ένα καλοστημένο παιχνίδι από όλους τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους και ότι αυτοί του επέβαλαν τους συγκεκριμένους χρηματιστές, εντούτοις μετέπειτα στη μαρτυρία του παραδέκτηκε ότι με τους χρηματιστές είχε από προηγουμένως συνεργασία γι αυτό δεν το θεώρησε ότι του επιβλήθηκαν οι συγκεκριμένοι χρηματιστές που αναγράφονται στη συμφωνία και το θεώρησε λογικό. Πουθενά δεν αναφέρθηκε ότι ο ίδιος πρότεινε τον διορισμό άλλου χρηματιστή και οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι αρνήθηκαν. 6) Ενώ στο δικόγραφο του δικογραφεί ότι λόγω της αμέλειας όλων των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων υπέστη ζημιά, εντούτοις κατά την μαρτυρία του παραδέκτηκε ότι όλες οι πράξεις στο χρηματιστήριο γίνονταν από τους χρηματιστές του και κατόπιν εντολών του. Εκτός από την πώληση των μετοχών του κατά το κλείσιμο του λογαριασμού του, παραδέκτηκε ότι όλες οι υπόλοιπες πράξεις έγιναν κατόπιν εντολών του. 7) Ένα άλλο παράπονο του εναγομένου ήταν ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι δεν πούλησαν έγκαιρα τις μετοχές του και ένεκα αυτού συνέχισε να λειτουργεί ο λογαριασμός του και χρεωνόταν τόκους. Αντεξεταζόμενος, γιατί ο ίδιος δεν προέβηκε σε πώληση τους, ανέφερε ότι πίστευε ότι θα ανέβει το χρηματιστήριο για να καλύψει το χρέος του προς του ενάγοντες. Άρα η θέση του ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι τον ζήμιωσαν λόγω της μη έγκαιρης πώλησης των μετοχών του δεν ευσταθεί. Άλλωστε και ο ίδιος δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι αν πωλούνταν οι μετοχές του ενωρίτερα θα είχε κέρδος ή έστω λιγότερη ζημιά. 8) Ο εναγόμενος επίσης, πρόβαλε τη θέση ότι ο πινάκας χρεώσεων που είναι επισυνημμένος στο τεκμήριο 3Α είναι ανυπόγραφος και δεν τον δεσμεύει. Αναφέρθηκε ότι μετά προστέθηκε στη συμφωνία γι αυτό και είναι ανυπόγραφος. Ερωτούμενος, πότε αυτό έγινε, ανέφερε «δεν θυμούμαι» και στην συνέχεια ότι τη συμφωνία την διάβασε πολύ πρόχειρα διότι ήταν «πνιγμένος», πέρασαν και 10 χρόνια από την υπογραφή της και μπορεί να του τέθηκε και να μην θυμάται. Με βάση τα πιο πάνω που έχω αναφέρει έχει διαφανεί ότι δεν μπορεί να ευσταθούν οι θέσεις του εναγομένου ότι υπέγραψε τη συμφωνία τεκμήριο 3Α και τα υπόλοιπα έγγραφα κατόπιν οποιονδήποτε παραστάσεων από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους. Ο εναγόμενος προέβαλε κάποιους ισχυρισμούς για το θέμα αυτό, τους οποίους δεν μπόρεσε να στηρίξει και μάλιστα κατά την αντεξέταση του, τους αναίρεσε. Επίσης, δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε συνομωσία για καταδολίευση του από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους και οποιαδήποτε αμέλεια τους αφού παραδέκτηκε ότι όλες οι πράξεις έγιναν κατόπιν εντολής του. Επίσης, πλείστη από τη μαρτυρία του εναγομένου συγκρούεται και από την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε σε μη σωστή διαχείριση του λογαριασμού του από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους, παραδέχθηκε όμως στην συνέχεια ότι δεν προβλεπόταν κάτι τέτοιο στη συμφωνία και εν πάσει περιπτώσει δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο συγκεκριμένα παραδείγματα γι αυτή την κακή διαχείριση που ισχυρίστηκε. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 κατέθεσε ως τεκμήρια 14 και 15 καταστάσεις του λογαριασμού του που φαίνονται όλες οι πράξεις που οι χρηματιστές διενέργησαν για λογαριασμό του και τις αναγνώρισε ως ορθές και ότι αυτές έγιναν κατόπιν εντολών του. Δεδομένων όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εναγομένου γι αυτό την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο κ. Λοίζος Λοϊζου μου έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Φάνηκε ότι ήταν γνώστης των συμφωνιών που υπογράφηκαν μεταξύ όλων των διαδίκων και εξήγησε με πάσα λεπτομέρεια τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού του εναγομένου αλλά και τα καθήκοντα των χρηματιστών στα πλαίσια των εν λόγω συμφωνιών. Αντεξεταζόμενος, έμεινε σταθερός στις θέσεις του οι οποίες συμβαδίζουν με τα σχετικά τεκμήρια που βρίσκονται κατατεθειμένα στο Δικαστήριο και περιορίστηκε να αναφερθεί σε γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε. Σε καμία περίπτωση δε διέκρινα ότι ο μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την εκδοχή των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 ή να παραποιήσει τα γεγονότα. Για παράδειγμα αντεξεταζόμενος κατά πόσο γνώριζε τι διαμείφθηκε ή τι διαβουλεύονταν ο εναγόμενος και ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου απάντησε ότι δεν γνώριζε χωρίς καμία υπεκφυγή και προσπάθεια να παρουσιάσει οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. Περιορίστηκε να αναφέρει τα καθήκοντα των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 στα πλαίσια της λειτουργίας του λογαριασμού του εναγομένου και ότι αυτές δεν είχαν οποιοδήποτε εποπτικό ρόλο της αγοράς ή λόγο στην επιλογή των μετοχών που θα αγόραζε ο εναγόμενος. Τα καθήκοντα τους ανέφερε, ήταν να εκτελούν τις εντολές του εναγομένου και μόνο, κάτι το οποίο έπραξαν και ουδέποτε ο εναγόμενος τους εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο γι αυτό. Έχοντας υπόψη όλη τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τα σχετικά έγγραφα καθώς επίσης και την εντύπωση που απεκόμισα από τον μάρτυρα αυτό κατά την κατάθεση του στο Δικαστήριο, κρίνω ότι η μαρτυρία του είχε συνοχή, ήταν σταθερή και γενικά αξιόπιστη γι αυτό μπορώ να βασιστώ σε αυτή. Ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Οι ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία και οι μετοχές της είναι εισηγμένες το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχουν στους πελάτες τους δάνεια και διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς, μεταξύ αυτών και για επενδυτικά σχέδια. Δεν δέχονται καταθέσεις και δεν εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα. Ο εναγόμενος ήταν ένας από τους πελάτες των εναγόντων και κατά τις 6/11/2000, υπέβαλε αίτηση στους ενάγοντες για την χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου ζητώντας όριο ύψους £30,
- Η αίτηση του εγκρίθηκε και του παραχωρήθηκε όριο £27,000 αντί £30,000 που είχε ζητήσει και κατόπιν τούτου την ίδια ημέρα υπογράφτηκε συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου (τεκμήρια 3Α). Το όριο που του παραχωρήθηκε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για αγορά μετοχών και άλλων αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Η δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 2 είναι θυγατρική εταιρεία της ενάγουσας, η οποία συστάθηκε με σκοπό να εγγράφονται στο όνομα της οι Αξίες που αγόραζαν οι πελάτες της ενάγουσας με την χρήση της πιστωτικής διευκόλυνσης αλλά και οι αξίες που οι πελάτες της ενάγουσας θα έφερναν ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων τους προς την ενάγουσα. Οι μετοχές εγγράφονταν επ' ονόματι της δι' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 ως εξασφάλιση και δικαιούχος θα ήταν ο εναγόμενος. Η εν λόγω εταιρεία ήταν μέρος της συμφωνίας χρηματοδότησης του εναγομένου και την οποία υπέγραψε. Την συμφωνία επίσης, υπέγραψαν οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3, οι οποίοι θα ήταν οι χρηματιστές που θα ενεργούσαν για λογαριασμό του εναγομένου. Με την υπογραφή της συμφωνίας οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα του εναγομένου με κωδικό αριθμό LEFDE 700 και έθεσαν στη διάθεση του το όριο των £27,000 και ο εναγόμενος μεταβίβασε επ' ονόματι της δι' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 μετοχές ως Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας. Κατά τον Ιούνιο του 2002, υπογράφτηκε μεταξύ όλων των διαδίκων συμπληρωματική συμφωνία (τεκμήριο 4) με την οποία η δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 3 αντικαταστάθηκε με την δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 4 λόγω ανάληψης των καθηκόντων της από την τελευταία και πλέον ως χρηματιστή του εναγομένου θα ενεργούσε η δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη
- Παράλληλα με την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών ο εναγόμενος υπέγραψε και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο διορίζοντας τις δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενες 3 και 4 ως πληρεξουσίους αντιπροσώπους του και να ενεργούν ως χρηματιστές του (τεκμήριο 3Β). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας του λογαριασμού, ο εναγόμενος έδινε εντολές στους χρηματιστές του για αγορά ή πώληση μετοχών. Οι χρηματιστές διενεργούσαν την πράξη και ενημέρωναν τους ενάγοντες αποστέλλονταν τους τα πινακίδια συναλλαγής, και αυτοί είτε πλήρωναν αν ήταν αγορά και χρέωναν τον λογαριασμό του εναγομένου, είτε εισέπρατταν τον προϊόν από την πώληση και πίστωναν το λογαριασμό του εναγομένου. Οι ενάγοντες έστελλαν ταχυδρομικώς μια φορά μήνα στον εναγόμενο κατάσταση λογαριασμού μαζί με τα πινακίδια συναλλαγής και ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή αμφισβήτησε το εμφανιζόμενο σε αυτές υπόλοιπο. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα σε περίπτωση που οι εξασφαλίσεις που τους παρείχε ο εναγόμενος δεν ήταν ικανοποιητικής αξίας, να καλέσουν τον εναγόμενο να φέρει επιπρόσθετες Αξίες ως εξασφάλιση ή να φέρει μετρητά τα οποία πιστώνονταν στο λογαριασμό του εναγομένου με αποτέλεσμα τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Οι ενάγοντες, τόσο προφορικά όσο και με επιστολές τους ημερομηνίας 17/07/2002, 09/04/2002, 18/02/2003, 10/02/2004, 19/04/2004, 29/07/2004 και 23/08/2004 προειδοποιούσαν τον εναγόμενο ότι ο λογαριασμός του δεν παρέχει την απαιτούμενη εξασφάλιση και ζητούσαν από αυτόν την μείωση του χρεωστικού του υπολοίπου εντός των συμφωνηθέντων. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε ούτε έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες για πώληση των μετοχών του. Έτσι οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 23/01/2006 προειδοποιούσαν τον εναγόμενο ότι σε περίπτωση που εντός 10 ημερών από τη λήψη της επιστολής δεν ανταποκρινόταν, θα προχωρούσαν να εφαρμόσουν τους όρους της συμφωνίας, να εκποιήσουν τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του και το προϊόν της πώλησης να πιστωθεί στο λογαριασμό του προς μείωση της οφειλής του. Λόγω της μη ανταπόκρισης πάλι του εναγομένου οι ενάγοντες έδωσαν οδηγίες μέσω της δι' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 στους χρηματιστές να πωλήσουν όλες τις αξίες που ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της. Οι Αξίες πωλήθηκαν και ακολούθως αποστάληκε επιστολή ημερομηνίας 08/03/2006 με την οποία ενημερωνόταν ο εναγόμενος γι αυτό, καθώς επίσης τερματιζόταν και η λειτουργία του λογαριασμού του και αξιωνόταν η καταβολή του υπόλοιπου ποσού το οποίο ανερχόταν σε £41,864.37 πλέον τόκους από 01/01/
- Από τις καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, προκύπτει ότι το οφειλόμενο από τον εναγόμενο υπόλοιπο μετά την εκποίηση των Αξιών του χαρτοφυλακίου του, ανέρχεται σε £38,979.50 σεντ πλέον τόκους, το οποίο δεν έχει καταβληθεί από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, από την μαρτυρία προκύπτει ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι λειτούργησαν στα πλαίσια των όρων της συμφωνίας και όλες οι πράξεις που διενέργησαν οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 ήταν κατόπιν εντολών του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα, εκτός από την εκποίηση του χαρτοφυλακίου του που έγινε κατόπιν εντολών των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Ο συνήγορος του εναγομένου κατά την αγόρευση του ήγειρε διάφορα ζητήματα και ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του, αρχικά για το ότι η όλη η συμφωνία ήταν μια συνομωσία μεταξύ όλων των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων με σκοπό την καταδολίευση του εναγομένου και δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα και ότι ο δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας εξαπατήθηκε για να την υπογράψει. Πέραν τούτου, αναφέρθηκε στο δικαίωμα των εναγόντων για πώληση των μετοχών του εναγομένου και ισχυρίστηκε ότι αυτό ασκήθηκε καταχρηστικά από τους ενάγοντες. Επίσης, αμφισβητήθηκε το υπόλοιπο του λογαριασμού με την προβολή του ισχυρισμού ότι ο πίνακας χρεώσεων δεν είναι υπογραμμένος από τον εναγόμενο και ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιέχουν λάθη. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων τους που απορρέουν από το Νομό και τους κανονισμούς παραπέμποντας στο άρθρο 19
(1)της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 214/
- Θα εξετάσω κατωτέρω, τις πιο πάνω εισηγήσεις του συνηγόρου του εναγομένου στη βάση της μαρτυρίας που το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη και των σχετικών ευρημάτων του με αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν τα διάφορα ζητήματα. Η θέση του εναγομένου ότι αυτός εξαπατήθηκε κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 3 Α) δεν βρίσκει έρεισμα στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης όπως έχουν εξαχθεί από το Δικαστήριο. Η θέση του εναγομένου ότι υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία μετά από την διοργάνωση σεμιναρίων από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους και μετά από παραστάσεις των ιδίων ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος, έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω. Επομένως, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου που να χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης και εξήγησης στο κατά πόσο συνιστούν απάτη ή όχι σύμφωνα με το άρθρο 17 του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ.
- Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω ακόμη και αν γινόταν δεκτή η θέση του εναγομένου εκείνο που προκύπτει είναι ότι τα σεμινάρια διοργανώθηκαν από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και
- Σύμφωνα με τη θέση του εναγομένου στα εν λόγω σεμινάρια γινόταν ανάλυση του χρηματιστηρίου την εποχή εκείνη και ότι ήταν η καλύτερη εποχή για γίνουν επενδύσεις σε αυτό. Πουθενά στη μαρτυρία του εναγομένου δεν αναφέρεται ότι στα εν λόγω σεμινάρια του προτάθηκε το εν λόγω σχέδιο. Εκείνο που ανέφερε είναι ότι το σχέδιο του το παρουσίασε ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου ο οποίος ενεργούσε ως χρηματιστής του, αναφέροντας μάλιστα ότι δεν του είπε ότι πρόκειται για επένδυση με σίγουρο κέρδος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκείνη την εποχή είχε χάσει όλα τα χρήματα του στο Χρηματιστήριο και προσπαθούσε να ενημερωθεί είτε μέσω σεμιναρίων είτε από την τηλεόραση με σκοπό να αντιληφθεί τι γινόταν στην προσπάθεια του να επενδύσει ξανά και να μειώσει τη ζημιά του. Ακόμη και με αυτή τη μαρτυρία του εναγομένου δεν προκύπτει ότι είναι κατόπιν οποιονδήποτε παραστάσεων των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4 που υπέγραψε την επίδικη συμφωνία (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527). Η θέση αυτή του εναγομένου απορρίπτεται. Επίσης, έγινε προσπάθεια από τον εναγόμενο να συνδέσει τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και 4 με τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 λόγω της συγγενικής σχέσης των αξιωματούχων και διευθυντών των εν λόγω εταιρειών. Ο συνήγορος του εναγομένου κατά την αγόρευση του ανέφερε ότι πρόκειται για αδελφικές εταιρείες oι οποίες συνωμότησαν με σκοπό τη καταδολίευση του εναγομένου. Δεν έχει καταδειχθεί κατ' αρχή ότι ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου ο οποίος παρουσίασε το σχέδιο στον εναγόμενο ενεργούσε ως αντιπρόσωπος των δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενων 3 και 4. Ακόμη όμως και να είναι έτσι, οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 3 και 4 και οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης με ξεχωριστή οντότητα η κάθε μια και με διαφορετικούς σκοπούς (βλ. Salomon v. Salomon & Co Ltd
(1987)A.C. 22) και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο κ. Παναγιώτης Παναγιώτου αντιπροσώπευε όλες τις εταιρείες για το λόγο ότι αυτές ανήκουν σε μια οικογένεια και στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Η θέση του συνηγόρου των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 ότι η εισήγηση αυτή εγείρει θέμα άρσης του εταιρικού πέπλου κάτι το οποίο δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση είναι ορθή (βλ. Ord v. Belhaven Pubs Ltd
(1998)2 BCLC 47 Adams v. Cape Industries plc
(1980)BCLR 479). Επίσης, ο συνήγορος του εναγομένου ισχυρίστηκε ότι ένα άλλο γεγονός που συνηγορεί στο ότι η όλη συμφωνία ήταν μια συνωμοσία από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους εις βάρος του και με σκοπό την καταδολίευση, είναι ότι η επιλογή του χρηματιστή δεν ήταν του εναγομένου αλλά αυτός επιβλήθηκε από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους. Ο ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στα σχετικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Άλλωστε και ο ίδιος ο εναγόμενος δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο στην μαρτυρία του, αφού θεώρησε λογικό τον διορισμό του συγκεκριμένου χρηματιστή αφού είχε συνεργασία με αυτόν πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Τα γεγονότα που ισχυρίστηκε ο συνήγορος του εναγομένου, ότι δηλαδή το όνομα του χρηματιστή ήταν δακτυλογραφημένο στη συμφωνία και ότι σύμφωνα με τον όρο 10 της συμφωνίας ο επενδυτής αναλαμβάνει και υποχρεούται να διορίσει το Χρηματιστή ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και ότι η εξουσιοδότηση αυτή είναι ανέκκλητη συνηγορούν στη θέση του ότι ο εναγόμενος δεν είχε επιλογή χρηματιστή, δεν είναι ορθή. Η συμφωνία αναφέρεται στο διορισμό Χρηματιστή και όχι συγκεκριμένου Χρηματιστή και δεύτερο ο διορισμός του ήταν μέρος της συμφωνίας και με σκοπό να λειτουργήσει η συμφωνία. Κατά πόσο ο συγκεκριμένος χρηματιστής που αναφέρεται στη συμφωνία ήταν επιλογή του εναγομένου ή όχι δεν μπορεί να προκύψει από τους όρους της συμφωνίας. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν προκύπτει ότι ο χρηματιστής που αναφέρεται στη συμφωνία επιβλήθηκε στον εναγόμενο. Πέραν των ανωτέρω, προβλήθηκε από το συνήγορο του εναγομένου ότι στη συμφωνία περιέχονται αντιφατικοί όροι και είναι υπέρμετρα επαχθής για τον εναγόμενο αφού ο ίδιος ουσιαστικά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ισχυρίστηκε ουσιαστικά ότι ο εναγόμενος δεν είχε κανένα δικαίωμα με βάση τη συμφωνία, είχε μόνο υποχρεώσεις και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε με το λογαριασμό του αφού μόνο ο χρηματιστής μπορούσε να τον διαχειρίζεται. Ούτε η θέση αυτή του εναγομένου ευσταθεί. Κατ' αρχή για να εξεταστούν οι όροι μιας συμφωνίας κατά πόσο είναι επαχθείς και κατ' επέκταση η συμφωνία να ακυρωθεί, θα πρέπει αρχικά να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε οποιαδήποτε ειδική σχέση μεταξύ των μερών και ότι το ένα μέρος κυριάρχησε επί της θέλησης του άλλου. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια ειδική σχέση τότε ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ασκήθηκε σε αυτό αθέμιτη επιρροή. Με άλλα λόγια θα πρέπει να διαπιστωθεί αρχικά ότι η υπογραφή της συμφωνίας από τον εναγόμενο δεν ήταν προϊόν της ελεύθερης θέλησης του (Κεφάλας ν. Νικόλα
(2000)1Β ΑΑΔ 1226). Δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί ότι ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία χωρίς την ελεύθερη συναίνεση του ή ότι ασκήθηκε εις βάρος του αθέμιτη επιρροή. Ούτε προκύπτει από τη μαρτυρία ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ανέλαβαν το ρόλο του συμβούλου του εναγομένου ή τη διαχείριση των μετοχών του, ώστε να μπορούσε να συζητηθεί το ενδεχόμενο δημιουργίας σχέσης εμπιστοσύνης, έτσι ώστε οι ίδιοι να πρέπει να αποδείξουν ότι η συμφωνία δεν είναι το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του εναγόμενου και ότι δεν είναι επαχθείς για αυτόν. Ο εναγόμενος υπέγραψε την επίδικη συμφωνία με αντάλλαγμα το παραχωρηθέν όριο με σκοπό την επένδυση του στο Χρηματιστήριο για την αγορά μετοχών και με σκοπό την εξασφάλιση κέρδους. Ο τρόπος λειτουργίας του εν λόγω λογαριασμού περιλαμβάνεται στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Είναι γεγονός ότι με βάση το όρο 3Α της επίδικης συμφωνίας ο χρηματιστής αναλάμβανε να διαχειρίζεται τον λογαριασμό του εναγομένου και οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 δεν θα είχαν οποιαδήποτε ευθύνη ούτε ο εναγόμενος μπορούσε να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες σε αυτούς. Ο διορισμός του χρηματιστή όμως, έγινε από τον εναγόμενο με βάση πληρεξούσιο έγγραφο και θα τον εκπροσωπούσε σε οποιαδήποτε συναλλαγή. Με το πληρεξούσιο αυτό ο χρηματιστής είχε δικαίωμα να ενεργεί εξ' ονόματος και για λογαριασμό του εναγομένου και όχι να διαχειρίζεται εν λευκώ τον λογαριασμό του. Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν είχε λόγο ή οποιοδήποτε δικαίωμα στην αγορά ή πώληση μετοχών και ότι οι πράξεις αυτές διενεργούνταν από τον χρηματιστή του χωρίς τη συγκατάθεση του. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, ο χρηματιστής ενεργούσε εκ μέρους του εναγομένου με σκοπό την εκτέλεση των εντολών του και είχε υποχρέωση να ενημερώνει τους ενάγοντες. Η επιλογή των μετοχών που αγοράζονταν και πωλούνταν άνηκε στον εναγόμενο. Δεν προκύπτει από τους όρους της συμφωνίας ότι οι χρηματιστές θα αναλάμβαναν και το ρόλο του συμβούλου του εναγομένου και ότι ο ίδιος δεν θα είχε οποιοδήποτε λόγο ή δικαίωμα στην επιλογή και αγορά ή πώληση των μετοχών του. Επομένως, προκύπτει ότι ορθά ερμηνευόμενη η συμφωνία και ειδωμένη στο σύνολο της καταδεικνύει ότι οι χρηματιστές δεν υπείχαν θέση διαχειριστή και συμβούλου του εναγομένου για την διενέργεια οποιασδήποτε πράξης. Η διαχείριση του λογαριασμού του εναγομένου από τους χρηματιστές αφορούσε την εκτέλεση των εντολών του και την ενημέρωση των εναγόντων. Η απόφαση για την επιλογή των μετοχών άνηκε στον εναγόμενο, κάτι το οποίο έπραξε για όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επίδικης συμφωνίας. Επίσης, το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα να δίνει εντολές ή οδηγίες στην δι' ανταπαιτήσεως εναγομένη 2 για οποιεσδήποτε αξίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι επαχθής για αυτόν όρος στη συμφωνία. Επ' ονόματι της δι' ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 θα εγγράφονταν οι μετοχές που θα αγόραζε ή θα παρείχε ο εναγόμενος με σκοπό την εξασφάλιση του ορίου του λογαριασμού του. Οι μετοχές αυτές θα εγγράφονταν επ' ονόματι της πιο πάνω εταιρείας προς όφελος του εναγομένου ο οποίος θα είχε δικαίωμα να τις πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε μέσω όμως του χρηματιστή του. Το γεγονός λοιπόν ότι δεν είχε ο ίδιος δικαίωμα να δώσει οδηγίες ή εντολές κατ' ευθεία στους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 2, δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν είχε δικαίωμα να διαχειριστεί τις μετοχές που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι τους και προς όφελος του με τον τρόπο που ήθελε. Ούτε έχει διαφανεί ότι ο εναγόμενος προσπάθησε να πωλήσει τις μετοχές του και δεν του επιτράπηκε. Ως εκ τούτου, ο εναγόμενος είχε δικαιώματα με βάση τη συμφωνία και όχι μόνο υποχρεώσεις όπως ισχυρίζεται και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι όροι της είναι επαχθείς γι αυτόν, ακόμη και στην περίπτωση που φαινόταν ότι υπήρχε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών. Ο ένα άλλο ζήτημα που εγείρεται από τον εναγόμενο είναι ότι οι δι' ανταπαιτήσεως εναγόμενοι ενέργησαν αμελώς με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια εκ μέρους των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων με την αξιόπιστη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 3 και 4, δεν έχει καταδειχθεί ότι ενέργησαν κατά παράβαση των οδηγιών ή εντολών του εναγομένου και ως αποτέλεσμα αυτού ζήμιωσε. Μάλιστα ο ίδιος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι όλες οι πράξεις που διενεργήθηκαν από τους χρηματιστές ήταν συμφώνως των οδηγιών του. Το παράπονο του εναγομένου όμως, ήταν ότι δεν τον είχαν συμβουλεύσει κατάλληλα και αναφορικά με το ποιες μετοχές έπρεπε να αγοράσει και πότε. Όπως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, οι χρηματιστές δεν ανέλαβαν ρόλο συμβούλου του εναγομένου ούτε είχαν τέτοια υποχρέωση με βάση τις επίδικες συμφωνίες. Ο συνήγορος των εναγομένων παρέπεμψε στο άρθρο 19
(1),
(2)και 3) της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 214/95 και ότι η θέση των εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένων 3 και 4, ότι μέσα στα καθήκοντα τους δεν περιλαμβανόταν η παροχή συμβουλών και η έρευνα αγοράς είναι αντίθετο με την σχετική νομοθεσία. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο καθότι πρώτιστα τα καθήκοντα ενός χρηματιστή θα πρέπει να αναζητηθούν στη συμφωνία μεταξύ των μερών. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Charleswoth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, σελ.657: «General liability of stockbrokers. With regard to the customer a stockbroker's duty lies primarily in contract and stockbrokers are liable for failing to use that skill and diligence with a reasonably competent and careful stockbroker would exercise.» Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 3Α) αλλά και το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 3Β) ο εναγόμενος διόρισε τους χρηματιστές ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του για σκοπούς λειτουργίας του λογαριασμού του και εκπροσώπηση αυτού στις σχέσεις του με τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και
- Η θέση ότι οι χρηματιστές ανέλαβαν και την παροχή συμβουλών στον εναγόμενο και την γενική διαχείριση του λογαριασμού του, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων. Επίσης, από την αξιόπιστη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ξεκάθαρα ότι οι χρηματιστές δεν ανέλαβαν την εν λευκώ διαχείριση του λογαριασμού του εναγομένου. Εκείνο που είχαν καθήκον να κάνουν ήταν να εκτελούν τις οδηγίες του εναγομένου και να τον εκπροσωπούν στις σχέσεις του με τους εξ' ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και
- Το καθήκον αυτό το έχουν κάνει αφού όλες οι εντολές του εναγομένου εκτελέστηκαν και ο ίδιος ουδέποτε παραπονέθηκε για οποιαδήποτε αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος τους. Οι κανονισμοί στους οποίους παρέπεμψε ο συνήγορος του εναγόμενου δεν συγκρούονται με την συμπεριφορά που επέδειξαν οι χρηματιστές στην παρούσα περίπτωση ή τουλάχιστον με την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ακόμη και με τους κανονισμούς αυτούς δεν προκύπτει ότι οι χρηματιστές είχαν καθήκον να εποπτεύουν την αγορά. Ακόμη όμως και έτσι να είναι, κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών. Η απόφαση για την αγορά και πώληση μετοχών άνηκε αποκλειστικά στον εναγόμενο και όλες οι συναλλαγές εκτελέστηκαν από τους χρηματιστές κατόπιν οδηγιών του. Δεν προκύπτει ότι οι χρηματιστές είχαν συμβουλευτικό καθήκον έναντι του εναγομένου, ούτε ακόμη ότι έχουν παραβεί το καθήκον τους αυτό. Το άλλο παράπονο του εναγομένου είναι ότι οι ενάγοντες ενέργησαν καταχρηστικά και δεν άσκησαν το δικαίωμα τους να πωλήσουν τις ενεχεριασθείσες μετοχές του έγκαιρα με αποτέλεσμα να συνεχίσει η λειτουργία του λογαριασμού του και να υποστεί ζημιά. Κατ' αρχή ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα και όχι υποχρέωση, να εκποιήσουν τις μετοχές του εναγομένου σε περίπτωση που το όριο εξασφάλισης ήταν χαμηλότερο από αυτό που συμφωνήθηκε. Εκείνο που ισχυρίζεται είναι ότι καταχράστηκαν το δικαίωμα τους αυτό εις βάρος του εναγομένου. Θεωρώ ότι η θέση αυτή του εναγομένου συγκρούεται με την παραδοχή του ότι η εκποίηση των μετοχών ήταν δικαίωμα των εναγόντων. Από τη στιγμή που ήταν δικαίωμα των εναγόντων, μπορούσαν να το ασκήσουν οποτεδήποτε οι ίδιοι επιθυμούσαν χωρίς καμία υποχρέωση στον εναγόμενο. Η θέση έτσι όπως έχει προβληθεί από τον εναγόμενο ισοδυναμεί με υποχρέωση των εναγόντων έναντι του εναγομένου, κάτι το οποίο δεν συνάδει με τον όρο 2(Ε) και 2(ΣΤ) της επίδικης συμφωνίας (βλ. επίσης Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση Αρ. 21/2008, Ημερ. 14/07/2010, Μαρία Συρίμη v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση Αρ. 315/2007, Ημερ. 12/07/2010 και άρθρο 134
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Από τη στιγμή που η εκποίηση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου ήταν δικαίωμα και όχι υποχρέωση των εναγόντων, αυτό μπορεί να ασκηθεί οποτεδήποτε αποφάσιζαν οι ενάγοντες και αν ήθελαν να το ασκήσουν, χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση ή συνέπεια έναντι του εναγομένου (βλ. China and South Sea Bank v. Tan
(1989)A.E.R. 839). Eπίσης, στην Silver Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and Others
(2004)4 ALL ER 484 λέχθηκα τα εξής: «Ιn default of a provision to the contrary in the mortgage, the power is conferred upon the mortgagee by way of bargain by the mortgagor for his own benefit and he has an unfettered discretion to sell when he likes to achieve repayment of the debt which he is owed...A mortgagee is at all times free to consult his own interests alone when and when to exercise his power to sale..The mortgagee's decision is not constrained by reason of the fact that the exercise or non exercise of the power will occasion loss or damage to the mortgagor..» Η μόνη υποχρέωση των εναγόντων είναι ότι σε περίπτωση που αποφάσιζαν να πωλήσουν τις μετοχές του εναγομένου, κάτι το οποίο έπραξαν, έπρεπε να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια ούτως ώστε να εξασφαλίσουν την τρέχουσα τιμή της αγοράς και όχι χαμηλότερη. Έπεται ότι η θέση του εναγομένου ότι ζημιώθηκε από την μη έγκαιρη πώληση των μετοχών του από του ενάγοντες και ότι οι ενάγοντες άσκησαν καταχρηστικά το δικαίωμα τους, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Εκείνο που έχει προκύψει από τα ανωτέρω, μετά και την εξέταση των θέσεων του εναγομένου είναι ότι η επίδικη συμφωνία είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική για τον εναγόμενο. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η συμφωνία αυτή τηρήθηκε και εφαρμόστηκε από τους δι' ανταπαιτήσεως εναγομένους και ότι ο δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντας παράβηκε τους όρους αυτής. Εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο έχει αποδειχθεί το αξιούμενο υπόλοιπο. Το ζήτημα αυτό έχει εξεταστεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κ. Αιμίλιου Έλληνα και έχει αποδοθεί η σχετική βαρύτητα στις καταστάσεις λογαριασμού που έχει καταθέσει και έχουν γίνει αποδεκτές. Πέραν της διαφοράς του εναγομένου με το ποσό το οποίο εισπράχθηκε από τους ενάγοντες από την εκποίηση των μετοχών του, δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε άλλη διαφορά στις χρεώσεις όπως εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 10) ή οποιαδήποτε παρανομία στις εν λόγω χρεώσεις. Εξετάζοντας όμως, τις χρεώσεις στο τεκμήριο 10, κρίνω ότι αυτές είναι συμφώνως των προνοιών της συμφωνίας, τεκμήριο 3Α και του σχετικού πίνακα χρεώσεων που επισυνάπτεται σε αυτή. Η θέση του εναγομένου ότι δεν τον δεσμεύει ο εν λόγω πίνακας χρεώσεων διότι είναι ανυπόγραφος έχει εξεταστεί ανωτέρω και έχει απορριφθεί. Επομένως, κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι το υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού του εναγομένου ανέρχεται σε £38,979.50 πλέον τόκους προς 8,5% ετησίως από 1/1/2006 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω, οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Σύμφωνα με τον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (Ν.160
(1)/1999) ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1/1/2001 επιτρέπεται η κεφαλαιοποίηση των τόκων μέχρι δύο φορές τον χρόνο εφόσον αυτό γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη. Φυσικά, ο Νόμος αυτός δεν επηρεάζει τον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της επίδικης συμφωνίας (τεκμήριο 3Α), οι ενάγοντες συμφώνησαν με τον εναγόμενο όπως ο τόκος κεφαλαιοποιείται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επίσης, στην εν λόγω παράγραφο αναφέρεται ότι οι ενάγοντες διατηρούν το δικαίωμα τους να μεταβάλλουν από καιρό εις καιρό τα πιο πάνω αφού γνωστοποιήσουν τυχόν αλλαγές στον εναγόμενο. Από την ενώπιον μου μαρτυρία και τα σχετικά τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν προκύπτει ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε οποιαδήποτε αλλαγή στην κεφαλαιοποίηση των τόκων ούτε και ενημέρωσαν τον εναγόμενο για τέτοια αλλαγή. Έπεται ότι η αξίωση τους για κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο δεν μπορεί να επιτύχει. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, θεωρώ ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον του εναγομένου στον απαιτούμενο βαθμό και δικαιούνται απόφαση εναντίον του. Σε σχέση τώρα με την ανταπαίτηση, κρίνω ότι αυτή δεν έχει αποδειχθεί και θα πρέπει να απορριφθεί. Επομένως, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €66,600.43 (£38,979.50) πλέον τόκους προς 8,5% ετησίως από 1/1/2006 μέχρι εξόφλησης πλέον τα δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των δι' ανταπαιτήσεως εναγομένων 1,2,3&4 και εναντίον του δι' ανταπαιτήσεως ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / χρηματιστηριακός λογαριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο