Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin, Αρ. Αίτησης: 4/10, 7 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A243 Αρ. Αίτησης: 4/10 Αναφορικά με τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 - ν - Αναφορικά με την Αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin από την Ρωσία Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 7 Σεπτεμβρίου 2011 Για αιτήτρια χώρα: κα Ελένη Λοϊζίδου Για καθ' ου η αίτηση: κος Γιώργος Γεωργίου με κο Βαγγέλη Πουργουρίδη Καθ' ου η αίτηση: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της, η αιτήτρια χώρα ζητά την έκδοση του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία προκειμένου να δικαστεί ενώπιον Ρωσικού Δικαστηρίου για τα αδικήματα της απάτης σε μεγάλο βαθμό και της πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία με απάτη και κατάχρηση εμπιστοσύνης σε συνομωσία με άλλα πρόσωπα. Η παρούσα δεν είναι η πρώτη αίτηση που καταχωρείται ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την έκδοση του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Είχαν προηγηθεί άλλες δύο αιτήσεις ενώπιον συναδέλφων Δικαστών. Η πρώτη, αποσύρθηκε λόγω λάθους στην αναγραφή του ονόματος του καθ' ου η αίτηση στην εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας. Δόθηκε δεύτερη εξουσιοδότηση από τον Υπουργό Δικαιοσύνης με το σωστό όνομα αυτή την φορά. Καταχωρήθηκε δεύτερη αίτηση, η οποία όμως απορρίφθηκε από συνάδελφο Δικαστή επειδή κατά την πρώτη εμφάνιση, εκ λάθους δεν καταχωρήθηκε από το Πρωτοκολλητείο στον φάκελο της υπόθεσης, η εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας, η οποία προχώρησε ενώπιον μου για ακρόαση αφού αυτή την φορά τηρήθηκαν όλες οι προδικασίες που ορίζει ο νόμος για την έναρξη της διαδικασίας. Σύμφωνα με τα έγγραφα που απεστάλησαν από τις αρμόδιες Ρωσικές αρχές, ο καθ' ου η αίτηση ενώ κατείχε την θέση του Προέδρου συγκροτήματος εταιρειών στην Ρωσία, συνωμότησε με αξιωματούχους άλλων εταιρειών του συγκροτήματος και κατέστρωσε σχέδιο εξαπάτησης κρατικής εμπορικής τράπεζας με αποτέλεσμα να υπεξαιρέσει από αυτή μεγάλα χρηματικά ποσά και να της επιφέρει μεγάλη χρηματική ζημιά της τάξης των 50 εκατομμυρίων Ευρώ. Σύμφωνα με την αιτήτρια χώρα, ο καθ' ου η αίτηση αφού εξασφάλισε δάνειο από την τράπεζα με σκοπό την αναμόρφωση των εργοστασίων του συγκροτήματος του, στην συνέχεια επικαλούμενος κρίση στον τομέα των εργασιών του, υπέβαλε αίτηση εκκαθάρισης των εταιρειών που σχετίζονταν με το δάνειο. Άλλαξε επίσης το εγγεγραμμένο γραφείο και τα ονόματα των εταιρειών του με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεων του προς την τράπεζα. Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, έφερε ένσταση στο αίτημα έκδοσης. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η ποινική δίωξη που αντιμετωπίζει ο καθ' ου στην Ρωσία, είναι κακόπιστη και μολυσμένη με αλλότρια κίνητρα, κυρίως πολιτικά. Είναι η θέση της υπεράσπισης όπως προκύπτει από την ακροαματική διαδικασία ότι η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση γίνεται για να τιμωρηθεί για τις πολιτικές του θέσεις όπως εκφράστηκαν με αρθρογραφία στα Ρωσικά ΜΜΕ. Στην πιο πάνω αρθρογραφία, ο καθ' ου η αίτηση ασκεί έντονη κριτική στις Ρωσικές αρχές για την οικονομική πολιτική της χώρας. Η πλευρά της υπεράσπισης, επικαλέστηκε επίσης έλλειψη των τυπικών προϋποθέσεων για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως αυτές καθορίζονται στον Περί Έκδοσης Φυγοδίκων Νόμο 97/
- Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι η αίτηση δεν υποβλήθηκε μέσω της διπλωματικής οδού και ότι δεν επισυνάπτονται με αυτή τα αναγκαία έγγραφα όπως το ένταλμα σύλληψης και η Ρωσική νομοθεσία επί της οποίας στηρίζονται οι κατηγορίες. Υποστηρίχθηκε τέλος ότι από τα επισυναφθέντα έγγραφα, η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση δεν συνιστά ποινικό αδίκημα κατά τον Ρωσικό άλλα ούτε και τον Κυπριακό Νόμο. Με τον τρόπο αυτό παραβιάζεται ο κανόνας της διπλής εγκληματικότητας (double criminality rule), σύμφωνα με τον οποίο η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να συνιστά ποινικό αδίκημα και στις δύο δικαιοδοσίες. Μαρτυρία Η ολοκλήρωση της Δικαστικής διαδικασίας υπήρξε χρονοβόρα αφού πλείστοι μάρτυρες που κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες προέρχονταν από το εξωτερικό, η δε εξέταση και αντεξέταση τους ήταν μακροσκελής. Θα παραθέσω στην συνέχεια, σύνοψη της δοθείσας μαρτυρίας αφού σκοπός δεν είναι η αναπαραγωγή του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε στο Δικαστήριο. Εκτενέστερη ανάλυση θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ως Μ.A.1 για την αιτήτρια, κατέθεσε η αστυφύλακας 4282 Ελένη Λοΐζου. Αναφέρθηκε γενικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνελήφθη ο καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο κατόπιν μηνύματος της Interpol. Αναφέρθηκε επίσης στις διαδικασίες που καταχωρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και στα αιτήματα της αστυνομίας για την κράτηση του. Αντεξεταζόμενη, κατέθεσε ότι ο καθ' ου η αίτηση όταν συνελήφθη ανέφερε ότι δεν διέπραξε κανένα αδίκημα και ότι προσπαθούν να του αποσπάσουν την επιχείρηση που διατηρεί στην Ρωσία. Ως Μ.Α.2 για την αιτήτρια κατέθεσε η Έλλη Μορφάκη. Ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη της Μονάδας Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στις 28.4.10 ενημερώθηκε για την προσωρινή σύλληψη του καθ' ου η αίτηση και την παρουσίαση του ενώπιον Δικαστηρίου. Ενημέρωσε τις Ρωσικές Αρχές και ζήτησε την υποβολή επίσημου αιτήματος έκδοσης μαζί με τα υποστηρικτικά έγγραφα. Οι Ρωσικές Αρχές ζήτησαν παράταση και τελικά στις 27.5.10 μέσω της διπλωματικής οδού, λήφθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης η αίτηση έκδοσης του καθ' ου μαζί με τα έγγραφα που την υποστηρίζουν. Μετά από μελέτη των εγγράφων αυτών, ετοιμάσθηκε η εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης για έναρξη της διαδικασίας. Στις 3.6.10 προέκυψε πρόβλημα με την εξουσιοδότηση αφού αντί να δαχτυλογραφηθεί το όνομα του καθ' ου η αίτηση, δαχτυλογραφήθηκε αυτό του πατέρα του. Υπογράφηκε τότε νέα διορθωμένη εξουσιοδότηση και ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήθηκε η απόσυρση της αίτησης και καταχώρηση νέας. Στις 4.6.10, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού απέρριψε την αίτηση και ο φυγόδικος αφέθηκε ελεύθερος. Εκδόθηκε αργά το απόγευμα νέο ένταλμα σύλληψης και ο καθ' ου παρουσιάστηκε εκ νέου στο Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η μάρτυρας κατέθεσε στη συνέχεια ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα που αφορούν την αίτηση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας ανέφερε ότι η εξουσιοδότηση του Υπουργού εκδόθηκε αποκλειστικά στην βάση των εγγράφων που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Επρόκειτο όπως είπε για τα αρχικά έγγραφα που αποστάληκαν αφού η Ρωσική Ομοσπονδία δεν έστειλε οποιοδήποτε συμπληρωματικό έγγραφο. Η μάρτυρας στηρίχθηκε στο έγγραφο με τίτλο «Έκθεση Γεγονότων» (τεκμ. 17), προκειμένου να συντάξει την εξουσιοδότηση του Υπουργού. Ως Μ.Α.3 για την αιτήτρια χώρα κατέθεσε ο Sergei Egorov. Εργάζεται στην Ακαδημία της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στα πλαίσια της εργασίας του, έχει επίσης εξουσιοδότηση για διερεύνηση ποινικών αδικημάτων και εμφάνιση σε δικαστικές διαδικασίες. Είναι απόφοιτος της Ανώτερης Σχολής Νομικών στο Κίεβο και επικεφαλής του Τμήματος Διερεύνησης Προβλημάτων της Γενικής Εισαγγελίας σε σχέση με ποινικά αδικήματα. Είναι επίσης πτυχιούχος μεταπτυχιακού διπλώματος σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα στο ποινικό σύστημα της Ρωσίας. Μελέτησε την αίτηση έκδοσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε σχέση με τον καθ' ου η αίτηση. Ο μάρτυρας ετοίμασε δυο εκθέσεις (τεκμήρια 19 και 20), στις οποίες απαντά στις γνωματεύσεις των καθηγητών Bowring και Sakwa, που κατατέθηκαν εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Στην αντεξέταση, επανέλαβε ότι μελέτησε τον φάκελο της αίτησης έκδοσης προτού συντάξει τις εκθέσεις του. Του υποβλήθηκε ότι η αίτηση αλλαγής ονόματος της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση, έχει επικυρωθεί από νόμιμο Δικαστήριο της Ρωσίας παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη τράπεζα είχε υποβάλει ένσταση. Δήλωσε άγνοια για το γεγονός και ανέφερε ότι γνωρίζει μόνο τις εκθέσεις των καθηγητών Sakwa και Bowring. Δεν είχε συμμετοχή στις ποινικές υποθέσεις εναντίον του καθ' ου η αίτηση, για τον οποίον ξέρει μόνο ότι είναι κατηγορούμενος σε αυτή την υπόθεση. Γνωρίζει επίσης ότι η όλη υπόθεση αφορά την αλλαγή του ονόματος της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση, η οποία έγινε με εγκληματικό σκοπό. Του υποβλήθηκε ότι κατόπιν αιτήματος της παραπονούμενης τράπεζας, το Δικαστήριο στην Ρωσία αποφάνθηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας ήταν νόμιμη και ότι η τράπεζα δεν έχει υποστεί καμία ζημιά ούτε υπήρξε επηρεασμός των υποχρεώσεων της εταιρείας για αποπληρωμή των δανείων της, στην παραπονούμενη τράπεζα. Ήταν η θέση του ότι ο καθ' ου η αίτηση, πήρε δάνεια από την τράπεζα χωρίς να έχει σκοπό να τα επιστρέψει. Στα πλαίσια της διάπραξης του αδικήματος αυτού, εμπίπτει και η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας. Ισχυρίστηκε μάλιστα ότι τέτοιες αποφάσεις των πολιτικών Δικαστηρίων στη Ρωσία μπορούν να εξαγοραστούν. Υπάρχει κάποια διαφθορά όπως είπε στο νομικό σύστημα της Ρωσίας χωρίς όμως να ισχυριστεί ότι όλα τα Δικαστήρια είναι διεφθαρμένα. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι υπάρχει διαφθορά στις ανακριτικές αρχές της Ρωσίας, ιδιαίτερα σε σοβαρές υποθέσεις. Επέμενε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση, έγινε με δόλιο τρόπο και με σκοπό να μην επιστρέψει τα χρήματα που δανείστηκε από την τράπεζα, η οποία ανήκει στο Ρωσικό κράτος. Δέχθηκε παρόλα αυτά ότι το πραγματικό στοιχείο αναγνώρισης εταιρείας στην Ρωσία είναι ο αριθμός εγγραφής και όχι το όνομα. Δέχθηκε επίσης ότι τα δεδομένα κάθε εταιρείας είναι προσβάσιμα στο κοινό. Του υποβλήθηκε επίσης ότι η παραπονούμενη τράπεζα δεν εφεσίβαλε την απόφαση του Πολιτικού Δικαστηρίου που απέρριψε την ένσταση της για αλλαγή των ονομάτων. Απάντησε ότι υποθέτει ότι κατά την δεδομένη χρονική στιγμή, η τράπεζα είχε εμπιστοσύνη στον καθ' ου η αίτηση. Ο μάρτυρας στη συνέχεια, δήλωσε άγνοια στο κατά πόσο υπάρχουν περιοχές στην Ρωσική Ομοσπονδία στις οποίες ευνοείται η ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων λόγω φορολογικών ελαφρύνσεων. Του υποβλήθηκε ότι η αλλαγή διεύθυνσης της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση, έγινε γι' αυτό ακριβώς τον λόγο. Απάντησε ότι η διεύθυνση της εταιρείας δεν έχει σχέση με τις φορολογικές υποχρεώσεις της. Ο ίδιος δεν συμμετείχε στην διερεύνηση της υπόθεσης. Από τα έγγραφα όμως που μελέτησε, συμπεραίνει ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι ένοχος του αδικήματος της απάτης. Παρόλα αυτά, δέχθηκε ότι στα εν λόγω έγγραφα δεν υπάρχει πουθενά η υπογραφή του καθ' ου η αίτηση. Του υποβλήθηκε ότι τα έντυπα δανείων υπογράφηκαν από τρίτα πρόσωπα και όχι από τον καθ' ου η αίτηση. Απάντησε ότι δεν είδε ποιος υπόγραψε, είναι σίγουρος όμως ότι η παραπονούμενη κρατική τράπεζα δεν θα παρείχε δάνειο χωρίς νομική κάλυψη. Τα άλλα πρόσωπα που υπέγραψαν δεν κατηγορήθηκαν γιατί δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία εναντίον τους. Ο ίδιος όμως, επανέλαβε ότι δεν έχει δει κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει την γνώση του καθ' ου για την σύναψη των δανείων. Παρόλα αυτά, ήταν σίγουρος ότι ο καθ' ου η αίτηση γνώριζε για την ύπαρξη των δανείων και οι ενέργειες του αποσκοπούσαν στην αποφυγή πληρωμής τους. Είναι σίγουρος ότι υπάρχει αποδεικτικό υλικό, το οποίο δεν έχει ο ίδιος στην κατοχή του αλλά οι εξεταστές της υπόθεσης. Ανέφερε δε ότι δεν μελέτησε τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης αφού δεν είναι επιτρεπτό στην Ρωσική Ομοσπονδία να μελετήσουν τα έγγραφα αυτά, πρόσωπα άλλα πλην των εξεταστών. Δεν γνωρίζει ως εκ τούτου λεπτομέρειες της υπόθεσης. Του υπεβλήθη στην συνέχεια ότι η παραπονούμενη τράπεζα, υπέβαλε αίτημα στις ανακριτικές αρχές με βάση τις πρόνοιες του Ρωσικής Ποινικής Δικονομίας για διακοπή της διαδικασίας. Αυτό γιατί έχει ήδη ξοφληθεί το δάνειο και δεν έχει πλέον παράπονο από τον καθ' ου η αίτηση. Απάντησε ότι η απάτη είναι κατά το Ρωσικό δίκαιο, πολύ σοβαρό αδίκημα. Από την στιγμή δε που ξεκίνησε ποινική υπόθεση, δεν είναι δυνατόν να σταματήσει επειδή κάποιος παραπονούμενος δεν επιθυμεί την συνέχιση της δίωξης. Η τελική ετυμηγορία επαφίεται όπως είπε στο Δικαστήριο. Επέμενε δε ότι ο καθ' ου η αίτηση θα τύχει δίκαιης Δίκης στην Ρωσία και ότι δεν υπάρχουν πολιτικά κίνητρα στην ποινική του δίωξη. Όσον αφορά τον καθηγητή Bowring δεν αμφισβήτησε τα προσόντα του και την εμπλοκή του στην αναμόρφωση του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα το
- Θεωρεί όμως υπερβολή να χαρακτηρίζεται ο Bowring ως ειδικός επί θεμάτων Ρωσικού Ποινικού Δικαίου. Χαρακτήρισε την έκθεση του Bowring ως μη αντικειμενική. Ενώ αναφέρεται σε πλείστες υποθέσεις καταδίκης της Ρωσίας από το ΕΔΑΔ, παραλείπει κατά τον μάρτυρα να αναφερθεί στις σοβαρές μεταρρυθμίσεις, στις οποίες προχώρησε η Ρωσική Ομοσπονδία τα τελευταία χρόνια στον τομέα απονομής της Δικαιοσύνης. Όσον αφορά την έκθεση του καθηγητή Sakwa, ισχυρίστηκε ότι οι αναφορές του για πολιτικά κίνητρα, είναι άσχετες με το αίτημα έκδοσης του καθ' ου η αίτηση. Στην συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Υ.1 ο καθηγητής William Bowring. Είναι καθηγητής Νομικής στο Birkbeck College του University of London. Κατέχει άπταιστα την Ρωσική γλώσσα και από το 1983 έχει επισκεφθεί πολλές φορές την Ρωσία. Είναι μελετητής της Ρωσικής γλώσσας και ιστορίας αλλά και του Σοβιετικού και Ρωσικού Δικαίου, δημοσιεύοντας πολλά άρθρα και μελέτες. Από το 1997 έως το 2003, ήταν σύμβουλος της κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ρωσία. Ο μάρτυρας είναι μεταξύ των εμπειρογνωμόνων που συνέταξαν τον νέο Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, εξακολουθεί δε μέχρι σήμερα να παραδίδει μαθήματα εφαρμογής της ποινικής Δικονομίας σε Ρώσους Δικαστικούς μετά από πρόσκληση των Ρωσικών αρχών. Έχει επίσης δώσει σε αρκετές περιπτώσεις, μαρτυρία σε Αγγλικά και Κυπριακά Δικαστήρια ως εμπειρογνώμονας του Ρωσικού Δικαίου, αναφορικά με αιτήσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας για έκδοση φυγοδίκων. Στην έκθεση που κατέθεσε στο Δικαστήριο (τεκμ. 21), ο μάρτυρας αναφέρθηκε αρχικά στην πολιτική κατάσταση στην Ρωσία και στην κατά την άποψη του διαφθορά που υπάρχει στο Δικαστικό σύστημα της χώρας. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση, υποστηρίζοντας ότι αυτή είναι εμποτισμένη με πολιτικά κίνητρα. Η επίθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, ξεκίνησε κατά τον μάρτυρα από δύο άρθρα μιας δημοσιογράφου σε διαδικτυακό τόπο της περιοχής Stavropol Krai. Τον κατηγορούσε για αλλαγή του ονόματος και της έδρας του εργοστασίου του, προκειμένου να εξαπατήσει τους πιστωτές του και να αποφύγει πληρωμή των χρεών του. Λίγες μέρες αργότερα στις 10.8.2009, έλαβε χώρα συνάντηση μεταξύ του πρωθυπουργού Putinκαι του κυβερνήτη της περιοχής Stavropol Krai. Ο κυβερνήτης πληροφόρησε τον πρωθυπουργό για την προβληματική κατάσταση που δημιουργείτο λόγω της πρόθεσης του καθ' ου να μεταφέρει την επιχείρηση του από την περιοχή. Αυτό γιατί η περιοχή εξαρτάτο οικονομικά από το εργοστάσιο της εταιρείας του καθ' ου η αίτηση. Ακολούθησαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ποινικές διαδικασίες εναντίον του καθ' ου η αίτηση για τα υπό κρίση αδικήματα. Ήταν επιπλέον η θέση του μάρτυρα ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η δίωξη του καθ' ου η αίτηση να ενέχει πολιτική σκοπιμότητα λόγω των πολιτικών θέσεων που εξέφρασε εναντίον της κυβερνητικής πολιτικής σε διάφορα; θέματα. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε ανάμειξη του Πρωθυπουργού Putinστο θέμα αλλά και στο γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση σε σειρά άρθρων και συνεντεύξεων του, ασκεί δριμεία κριτική στην Ρωσική κυβέρνηση. Η κριτική αυτή, προερχόμενη από τον καθ' ου η αίτηση που είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας με πολιτικές απόψεις πολύ κοντά στην εθνικιστική δεξιά δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως απειλή για την καθεστηκυία τάξη του Κρεμλίνου. Μπορεί δε να λεχθεί ότι η παρούσα κατάσταση με την εταιρεία του καθ' ου η αίτηση, έδωσε στις Ρωσικές αρχές την ευκαιρία που επιζητούσαν για να ασχοληθούν και τιμωρήσουν τον καθ' ου η αίτηση. Υπό αυτήν την έννοια, η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία είναι μολυσμένη με πολιτικά κίνητρα. Επίσης κατά την άποψη του μάρτυρα, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα αν ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στην Ρωσία να τύχει δυσμενούς μεταχείρισης, να του στερηθεί η ελευθερία και να παραβιαστούν τα δικαιώματα του για δίκαιη Δίκη. Αυτό γιατί υπάρχει ορατός κίνδυνος, το Ρωσικό Δικαστήριο που θα δικάσει τον καθ' ου η αίτηση, να μην είναι ανεξάρτητο και να δεχθεί κυβερνητικές επιρροές, οι οποίες είναι συχνό φαινόμενο ιδιαίτερα σε Δίκες επιχειρηματιών του κύρους του καθ' ου η αίτηση. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην συνέχεια στην κατάσταση στις Ρωσικές φυλακές, ισχυριζόμενες ότι οι συνθήκες κράτησης εκεί είναι απάνθρωπες και συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κρατουμένων. Με δεδομένο ότι ο καθ' ου η αίτηση θα κρατηθεί στις φυλακές αυτές για τις οποίες υπάρχει σωρεία καταγγελιών ως προς τις συνθήκες κράτησης, ο μάρτυρας θεωρεί δεδομένο ότι σε περίπτωση έκδοσης του καθ' ου στην Ρωσία θα παραβιαστούν τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι έχει εξειδίκευση στον Ρωσικό Νόμο καθώς και στις διαδικασίες που αφορούν προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ). Έχει αναλάβει περισσότερες από 50 υποθέσεις στο ΕΔΑΔ και είναι εξειδικευμένος όπως είπε, στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι πολύ καλός γνώστης της Ρωσικής γλώσσας και τον τελευταίο καιρό, διδάσκει στο Αγγλικό πανεπιστήμιο στα Ρωσικά. Η σύζυγος του είναι Ρωσίδα και στο σπίτι μιλούν την Ρωσική γλώσσα. Του ζητήθηκε να γνωματεύσει κατά πόσο το αίτημα έκδοσης του καθ' ου η αίτηση αφορά συνηθισμένη εγκληματική πράξη ή κατά πόσο υπάρχει πολιτικό κίνητρο. Στην έκθεση του, αναφέρεται σε μαρτυρία σύμφωνα με την οποία το ΕΔΑΔ αποφάνθηκε ότι υπάρχει καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από Ρωσικά Δικαστήρια σε Δίκες επιχειρηματιών, οι οποίοι αντιπολιτεύονται την Ρωσική κυβέρνηση. Στις παραγράφους 151-153 της έκθεσης του, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους κατά την άποψη του δεν θα πρέπει να εκδοθεί ο καθ' ου η αίτηση στη Ρωσία. Υπάρχει κατά τον μάρτυρα, σοβαρή πιθανότητα το αίτημα έκδοσης να έγινε για σκοπούς τιμωρίας του καθ' ου η αίτηση λόγω των πολιτικών του απόψεων. Στην έκθεση του δε, αναφέρεται σε αρκετούς λόγους για τους οποίους με βάση την Ευρωπαϊκή Συνθήκη θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Επιπλέον από τα έγγραφα που επισύναψε στην έκθεση του, προκύπτει κατά τον μάρτυρα ανάμιξη του πρωθυπουργού Putinστην ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Όσον αφορά τον καθ' ου η αίτηση, τον χαρακτήρισε ως πολύ επιτυχημένο επιχειρηματία με πολιτικές απόψεις δεξιών αποκλίσεων. Ανέφερε μάλιστα ότι εκφέρει εθνικιστικές απόψεις, οι οποίες κατά τη γνώμη του συνιστούν απειλή για την Ρωσική κυβέρνηση. Υπάρχει ως εκ τούτου ουσιαστικός κίνδυνος να παραβιαστεί το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση για δίκαιη Δίκη εφόσον εκδοθεί στη Ρωσία. Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, οι δικαστές να είναι προκατειλημμένοι και η ετυμηγορία τους να ληφθεί κατόπιν πιέσεων της Ρωσικής κυβέρνησης. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε διάφορες πολιτικές εκδηλώσεις, ομιλίες και συνεντεύξεις του καθ' ου η αίτηση, στις οποίες αυτός εμφανιζόταν ως επικριτής της πολιτικής της Ρωσικής κυβέρνησης κυρίως σε οικονομικά ζητήματα. Ασκούσε σφοδρή κριτική, αναφέροντας ότι υπάρχει σήμερα στη Ρωσία μεγάλη διαφθορά σε κυβερνητικούς κύκλους. Η Ρωσική κυβερνητική ελίτ χαρακτηρίζεται ως αδύναμη, διεφθαρμένη και ανεπαρκής. Οι πιο πάνω χαρακτηρισμοί ως είναι φυσικό ενόχλησαν τη Ρωσική κυβέρνηση. Γι' αυτό τον λόγο, ο μάρτυρας χαρακτήρισε την δίωξη του καθ' ου η αίτηση ως παρόμοια με τη δίωξη αξιωματούχων της εταιρείας Yukos. Στη συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε ο πρωθυπουργόςPutinμε τον κυβερνήτη της περιοχής Stavropol στις 10.8.
- Δεν είναι τυχαίο κατά το μάρτυρα ότι αμέσως μετά τη συνάντηση αυτή, στην οποία διατυπώθηκαν παράπονα από τον κυβερνήτη για τη μεταφορά του εργοστασίου του καθ' ου η αίτηση, αμέσως μετά ξεκίνησε η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι ο πρωθυπουργός Putin,ήταν αναμειγμένος στην απόφαση για τη δίωξη του καθ' ου η αίτηση. Επεσήμανε δε ότι ο εμπειρογνώμονας για την αιτήτρια χώρα Egorov δεν διαψεύδει στη δική του έκθεση, τη θέση αυτή. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στην ιστοσελίδα της κυβέρνησης τηςStavropol, στην οποία ο ίδιος ο κυβερνήτης ανέφερε ότι συναντήθηκε με τον πρωθυπουργόPutin στις 10.8.2009 και συζήτησαν μαζί τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την απόφαση του καθ' ου η αίτηση να μεταφέρει το εργοστάσιο του από την περιοχή. Υπάρχουν δε αρκετές πληροφορίες τόσο στο διαδίκτυο όσο και στις ειδήσεις της τηλεόρασης, σύμφωνα με τις οποίες ο πρωθυπουργός Putin επενέβηκε αρκετές φορές προκειμένου να μην σταματήσουν τη λειτουργία τους εργοστάσια όπως αυτό του καθ' ου η αίτηση από τα οποία εξαρτώνται ολόκληρες πόλεις. Ο ίδιος εξάλλου ο κυβερνήτης τηςStavropol, αναφέρει στην πιο πάνω ιστοσελίδα ότι στην συνάντηση, συζητήθηκαν και οι ποινικές διώξεις εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Στην συνέχεια κατέθεσε ως Μ.Υ.2 ο καθηγητής Richard Sakwa. Διδάσκει από το 1996, Ρωσική και Ευρωπαϊκή Πολιτική στο Τμήμα Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Kent στο Canterbury. Πήρε το Διδακτορικό του το 1984 από το κέντρο Ρωσικών και Ανατολικοευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Birmingham. Η ειδικότητα του, είναι η σύγχρονη πολιτική ζωή στην Ρωσία για την οποία δημοσίευσε πολλές μελέτες, τόσο πριν όσο και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Στην γραπτή γνωμάτευση του, ο μάρτυρας αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό που οδήγησε στην ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Ο καθ' ου η αίτηση ήταν ο πρόεδρος και ο βασικός μέτοχος του βιομηχανικού συγκροτήματος με την ονομασία MAIR Industrial Group. Επρόκειτο για την μεγαλύτερη μονάδα παραγωγής σιδηρομεταλλουργίας στην Ρωσία. Εγκαθιδρύθηκε το 1992 και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κατέστη η πιο μεγάλη επιχείρηση του είδους με 200 εργοστάσια στην Ρωσία και άλλα 70 στην Ουκρανία και Πολωνία. Ο καθ' ου η αίτηση μετά το 2000, εμφανίζεται ως ένας από του πλουσιότερους ανθρώπους στην Ρωσία. Ταυτόχρονα υπήρξε με διάφορες ομιλίες και συνεντεύξεις του, ένας από τους σφοδρότερους επικριτές της Ρωσικής κυβέρνησης, εστιάζοντας κυρίως σε οικονομικά ζητήματα και θέματα διαφθοράς των Ρώσων αξιωματούχων. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο ιστορικό της ποινικής δίωξης του καθ' ου η αίτηση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην Ρωσία, είναι ότι από τον Ιανουάριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2008, μαζί με τους συνεργάτες του συνωμότησε όπως εξαπατήσει την κρατική τράπεζα Sberbank και κλέψει από αυτή ένα σημαντικό ποσό χρημάτων. Συγκεκριμένα, εξασφάλισε δάνειο 2,3 δισεκατομμυρίων ρουβλιών με την αιτιολογία της τεχνικής αναβάθμισης των εργοστασίων του. Παρόλα αυτά, η οικονομική κρίση που ξεκίνησε στον τομέα της μεταλλουργίας, οδήγησε το συγκρότημα εταιρειών του καθ' ου η αίτηση σε αδυναμία πληρωμής των χρεών του. Έγινε επιτυχής επαναδιαπραγμάτευση δανείων με αρκετές τράπεζες πλην της Sberbank. Αντιθέτως, η Sberbank ενέπλεξε τον κυβερνήτη της περιοχής στις διαπραγματεύσεις, ο οποίος πίεζε τον καθ' ου η αίτηση να αποδεχθεί παράλογες απαιτήσεις της τράπεζας. Η σύγκρουση τράπεζας και καθ' ου η αίτηση πήρε διαστάσεις μέσω του τύπου. Ο καθ' ου η αίτηση έδωσε δημοσιογραφική διάσκεψη αναφέροντας ότι η άρνηση της τράπεζας να επαναδιαπραγματευθεί το χρέος, οδηγεί την επιχείρηση του σε χρεοκοπία και δεν απέκλεισε την έναρξη διαδικασιών πτώχευσης του συγκροτήματος. Αιτήσεις για εκκαθάριση καταχωρήθηκαν τελικά από σε όλες τις επιχειρήσεις του καθ' ου η αίτηση που εμπλέκονταν σε δάνεια από την Sberbank, οι οποίες όμως απορρίφθηκαν από το Ρωσικό Δικαστήριο. Ταυτόχρονα έγινε αλλαγή των ονομάτων των εταιρειών καθώς και του εγγεγραμμένου τους γραφείου. Παρά την ένσταση της Sberbank το Ρωσικό Δικαστήριο δέχθηκε αυτές τις αλλαγές, απορρίπτοντας την θέση ότι οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν τις αστικές υποχρεώσεις των εταιρειών. Από την άλλη πλευρά εμφανίστηκε αρθρογραφία με προσωπικές επιθέσεις εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπου κατηγορείτο ότι πήρε τα χρήματα από τις κρατικές τράπεζες και στην συνέχεια μεθόδευσε την πτώχευση των εταιρειών του, την μετονομασία τους και την μεταφορά τους σε άλλες περιοχές. Ο μάρτυρας χαρακτήρισε αυτές τις επιθέσεις ως κατευθυνόμενες από την κυβέρνηση. Ισχυρίστηκε ότι στην Ρωσία, συνήθως πριν την επίθεση των αρχών με προκατασκευασμένες κατηγορίες, προηγείται επίθεση μέσω του τύπου από κατευθυνόμενα δημοσιεύματα που προετοιμάζουν την κοινή γνώμη εναντίον του θύματος. Η απάντηση του καθ' ου η αίτηση ήταν ότι με την αλλαγή των ονομάτων, επιχειρείτο η προστασία των άλλων εταιρειών του συγκροτήματος του που δεν εμπλέκονταν στις διαδικασίες με την Sberbank. Στην συνέχεια ξεκίνησε ποινική έρευνα εναντίον του καθ' ου η αίτηση για αδικήματα συνομωσίας και απάτης εναντίον της Sberbank. Στις 5.8.09 καταχωρήθηκε ποινική υπόθεση για τα πιο πάνω αδικήματα από γραφείο του Δημόσιου κατηγόρου. Η καταχώρηση της ποινικής δίωξης, έγινε την ίδια ημέρα της συνάντησης του πρωθυπουργού Putinμε τον κυβερνήτη της Stavropolκαι την έκφραση ανησυχιών από τον τελευταίο για την μεταφορά του εργοστασίου από την περιοχή. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ενώ οι Ρωσικές αρχές αναφέρονται σε κατηγορίες για συνωμοσία, καμία κατηγορία δεν προσήφθη εναντίον οιουδήποτε άλλου προσώπου πλην του καθ' ου η αίτηση. Την ίδια περίοδο, ο καθ' ου η αίτηση μετακόμισε στην Κύπρο μαζί με την οικογένεια του λόγω απειλών για την ζωή του. Τον Δεκέμβριο του 2009, οι Ρωσικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης του. Συνελήφθη στην Κύπρο μετά από αίτημα έκδοσης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και παρέμεινε υπό κράτηση. Κατά την διάρκεια της κράτησης του, τον επισκέφθηκαν αξιωματούχοι της Sberbank όπου και συμφωνήθηκε ο διακανονισμός των χρεών προς την τράπεζα. Μετά την τελικό διακανονισμό όλων των χρεών προς την Sberbank, η τράπεζα υπέβαλε αίτηση στον Δημόσιο κατήγορο στην Ρωσία για απόσυρση των κατηγοριών εναντίον του καθ' ου η αίτηση δυνάμει του άρθρου 42 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα. Ο δημόσιος κατήγορος όμως, αρνήθηκε να αποσύρει τις κατηγορίες και επέμενε στην αίτηση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση προκειμένου να δικαστεί στην Ρωσία. Ο μάρτυρας ανέφερε στην συνέχεια ότι ενόψει των πιο πάνω, είναι εμφανή τα πολιτικά κίνητρα της ποινικής δίωξης του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Αυτό γιατί μια κατά τα αλλά εμπορική διαφορά μεταξύ των εταιρειών του και της Τράπεζας, προκάλεσε το ενδιαφέρον του κράτους και την εμπλοκή πολλών αξιωματούχων και πολιτικών της Μόσχας. Η εμμονή δε για συνέχιση των διαδικασιών παρά την αντίθετη θέση της παραπονούμενης τράπεζας, καταδεικνύει ότι οι Ρωσικές αρχές, άδραξαν την ευκαιρία από αυτή την ιδιωτική διαφορά για να εξοντώσουν πολιτικά και οικονομικά τον καθ' ου η αίτηση. Η επιρροή της κρατικής εξουσίας στο Δικαστικό σύστημα της Ρωσίας είναι κατά τον μάρτυρα, εμφανής. Η ποινική δικαιοσύνη χρησιμοποιείται συχνά προκειμένου να επιτευχθούν πολιτικοί και οικονομικοί στόχοι. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση του καθ' ου η αίτηση. Τα στοιχεία της παρούσας υπόθεσης καταδεικνύουν ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση να είναι μολυσμένη με πολιτικά κίνητρα λόγω του ρόλου του στην οικονομική και πολιτική ζωή της Ρωσίας. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις κατά τον μάρτυρα, η ποινική δίωξη να είναι μέρος της στρατηγικής της Ρωσικής κυβέρνησης για αναδιανομή της περιουσίας των επιχειρήσεων και την τιμωρία των επιχειρηματιών που δεν θεωρούνται πιστοί στο καθεστώς. Υπό τας περιστάσεις, υπάρχει στον μάρτυρα η ισχυρή πεποίθηση ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν θα τύχει δίκαιης Δίκης στην Ρωσία, θα του στερηθεί η προσωπική ελευθερία και υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να παραβιαστούν τα δικαιώματα του, στην περίπτωση που αυτός εκδοθεί στην Ρωσική Ομοσπονδία. Στην αντεξέταση, ο μάρτυρας ανέφερε ότι μέχρι το 2006 ο καθ' ου η αίτηση ήταν πολύ αυστηρός στην κριτική του προς το Ρωσικό κράτος. Ο ίδιος δεν εντόπισε σχετική αρθρογραφία μετά το
- Ισχυρίστηκε ότι ο καθ' ου για μερικά χρόνια μετά το 2006, επικεντρώθηκε στις επιχειρήσεις του χωρίς όμως να σταματήσει να αναμειγνύεται στα πολιτικά πράγματα. Μετά την έναρξη της ποινικής υπόθεσης εναντίον του, ξεκίνησε εκ νέου την κριτική του προς το Ρωσικό κράτος. Του υποβλήθηκε ότι η ποινική δίωξη δεν ξεκίνησε κατά την περίοδο 2002 έως 2006 όπου ο καθ' ου η αίτηση ασκούσε κριτική στο κράτος αλλά πολύ αργότερα κατά το
- Απάντησε ότι το γεγονός ότι ασκούσε κριτική μέχρι το 2006 δεν σημαίνει ότι οι αρχές τον ξέχασαν αφού είχε ήδη συμπεριληφθεί στους εχθρούς του καθεστώτος. Εξ' άλλου, ο καθ' ου η αίτηση ήταν πολιτικά ενεργός και μετά το 2006 σε διάφορες εκδηλώσεις της αντιπολίτευσης. Το 2009 το πολιτικό σκηνικό άλλαξε και δεν του επέτρεπαν να εμφανίζεται στην τηλεόραση. Όταν δε τους δόθηκε η ευκαιρία, δεν παρέλειψαν να του επιτεθούν. Ήταν μάλιστα η θέση του μάρτυρα ότι το σήμα για να ξεκινήσει η επίθεση εναντίον του καθ' ου η αίτηση, το έδωσε ο ίδιος ο πρωθυπουργός Putin. Ήταν ακόμη η θέση του μάρτυρα ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έκλεψε τα χρήματα για τα οποία τον κατηγορούν. Αντιθέτως επέστρεψε όλο το ποσόν του δανείου στην Τράπεζα. Η μη απόσυρση των κατηγοριών παρά το αίτημα της παραπονούμενης τράπεζας, καταδεικνύει κατά τον μάρτυρα ότι υπεισέρχεται στην υπόθεση, το πολιτικό στοιχείο. Του υποβλήθηκε επίσης ότι δεν προέβη σε δική του ανεξάρτητη έρευνα ως προς τα γεγονότα και ότι στηρίχθηκε στα γεγονότα που του παρουσίασαν οι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση. Αρνήθηκε την υποβολή, αναφέροντας ότι ο μάρτυρας της αιτήτριας χώρας δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε ο μάρτυρας για να συντάξει την έκθεση του. Η μόνη διαφορά τους, ήταν ως προς το πολιτικό στοιχείο της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι αρνήθηκε να καταθέσει σε πολλές υποθέσεις έκδοσης όπου τέθηκαν ζητήματα τα οποία δεν μπορούσε να υποστηρίξει. Στην παρούσα όμως υπόθεση δεν τίθεται θέμα υποστήριξης του καθ' ου η αίτηση. Αντιλαμβάνεται τις ευθύνες του προς το Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας γι' αυτό και το υλικό που χρησιμοποίησε έχει προσεκτικά ελεγχθεί από τον ίδιο. Όσον αφορά την έκθεση του Egorov, την διάβασε προσεκτικά αλλά διαφωνεί με αυτή. Ο Egorov κατά τον μάρτυρα εσκεμμένα αγνοεί την πολιτική πτυχή της ποινικής δίωξης του καθ' ου η αίτηση. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Vladimir Gladyshev.Σύμφωνα με την έκθεση του (τεκμ. 27) ασκεί το επάγγελμα του Δικηγόρου στην Μόσχα αλλά και στο Λονδίνο. Μεγάλο μέρος των εργασιών του, συνίσταται στην αντιπροσώπευση δυτικών εταιρειών στα Ρωσικά Δικαστήρια σε τελωνειακές και φορολογικές υποθέσεις. Εκπροσωπεί επίσης διάφορες δυτικές και Ρωσικές εταιρείες σε Πτωχευτικές διαδικασίες. Κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας σε δύο υποθέσεις έκδοσης στην Ρωσική Ομοσπονδία. Η πρώτη στο Αγγλικό Δικαστήριο Bow Street Magistrates Court,στα αιτήματα έκδοσης των Chernysheva & Maruyev και η δεύτερη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο αίτημα έκδοσης του Kartashov. Eχει λάβει μέρος σε πολλές δημόσιες συζητήσεις μεταξύ των νομικών της Ρωσίας σε σχέση με την υπόθεση Yukos αλλά και την πολιτική επιρροή της Ρωσικής κυβέρνησης στο Δικαστικό σύστημα της χώρας. Έχει ως εκ τούτου την γνώση και την πείρα, προκειμένου να εκθέσει την επιστημονική άποψη του σε σχέση με τα ζητήματα που αναφύονται στην παρούσα διαδικασία έκδοσης. Σύμφωνα με την έκθεση του μάρτυρα, του ζητήθηκε να εκφέρει γνώμη σε δύο κύρια σημεία που τέθηκαν στην παρούσα υπόθεση. Το πρώτο αφορά ισχυρισμό για διάπραξη αδικήματος απάτης με την αλλαγή του ονόματος και της διεύθυνσης των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση και το δεύτερο, ισχυρισμό για προσπάθεια φαινομενικής πτώχευσης με την καταχώρηση σχετικής αίτησης στο Δικαστήριο. Και οι δύο αυτοί ισχυρισμοί, αναφέρονται στα έγγραφα που συνοδεύουν το αίτημα έκδοσης του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Ο μάρτυρας έχει υπόψιν του και άλλους ισχυρισμούς που αναφέρονται στο αίτημα έκδοσης, όμως δεν θεωρεί ότι αυτοί εμπίπτουν στα πλαίσια της επιστημονικής του γνώσης, ούτως ώστε να είναι σε θέση να δώσει μαρτυρία σχετικά μες αυτούς. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για αλλαγή ονόματος των εταιρειών, η θέση της αιτήτριας χώρας είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση προέβη σε αλλαγές των ονομάτων συγκεκριμένων εταιρειών του συγκροτήματος του, οι οποίες εμπλέκονταν στις συμφωνίες δανείου με την Sberbank. Σκοπός κατά την αιτήτρια χώρα ήταν η εξαπάτηση της Sberbank και η αποφυγή πληρωμής των δανείων. Η πιο πάνω θέση κατά τον μάρτυρα δεν ευσταθεί αφού υπάρχει ήδη απόφαση Ρωσικού πολιτικού Δικαστηρίου, το οποίο ενέκρινε την αλλαγή του ονόματος και απεφάνθη ότι αυτή δεν επηρεάζει σε κανένα σημείο τα δικαιώματα της Sberbank στην αποπληρωμή των δανείων. Ο μάρτυρας κρίνει την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου ως απόλυτα ορθή και σύμφωνη με τον Ρωσικό Νόμο. Εξ' άλλου η πιο πάνω απόφαση δεν προσβλήθηκε από την Sberbank με άλλο ένδικο μέσο. Όπως πληροφορείται δε η αλλαγή των ονομάτων έγινε από τον καθ' ου η αίτηση όχι για εξαπάτηση των πιστωτών του αλλά για να διασφαλίσει ότι κανένας δεν θα χρησιμοποιούσε παράνομα τις σφραγίδες και άλλα έγγραφα των εταιρειών. Ως Ρώσος Δικηγόρος, ο μάρτυρας θεωρεί την πιο πάνω εξήγηση ικανοποιητική. Με την ίδια ιδιότητα κρίνει ότι η Sberbank προσπάθησε με την πιο πάνω πολιτική αίτηση της να προετοιμάσει το έδαφος για έναρξη ποινικών κατηγοριών εναντίον του καθ' ου η αίτηση, τακτική που είναι συνήθης στην Ρωσία. Όμως, το πολιτικό Δικαστήριο απέρριψε την θέση της τράπεζας ότι οι αλλαγές των ονομάτων έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση των πιστωτών των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση. Οι ισχυρισμοί για εξαπάτηση της τράπεζας λόγω αλλαγής του ονόματος των εταιρειών, επαναλαμβάνεται κατά τον μάρτυρα και στο αίτημα έκδοσης παρά την πιο πάνω απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου. Όσον αφορά την αλλαγή διεύθυνσης των εταιρειών δεν έχει υποπέσει στην αντίληψη του μάρτυρα να έχει προσβληθεί από την Sberbank με οιονδήποτε τρόπο. Η εξήγηση που ο καθ' ου η αίτηση έδωσε για την αλλαγή διεύθυνσης είναι ότι με τον τρόπο αυτό θα μείωνε δραστικά τα έξοδα της πτώχευσης αν οι διαδικασίες πτώχευσης γίνονταν εκτός Μόσχας. Η εξήγηση αυτή κρίνεται κατά τον μάρτυρα ως ικανοποιητική. Η αλλαγές ονόματος και διεύθυνσης μιας εταιρείας δεν επηρεάζουν κατά τον μάρτυρα την νομική προσωπικότητα της. Υπό τας περιστάσεις, ο ίδιος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί πως οι πιο πάνω αλλαγές θα επηρέαζαν με οιονδήποτε τρόπο τις υποχρεώσεις των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση προς τους πιστωτές τους. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην Ρωσική νομοθεσία που ρυθμίζει τα ζητήματα πτώχευσης και εκκαθάρισης εταιρειών. Σύμφωνα με την άποψη του δεν στοιχειοθετείται κανένα ποινικό αδίκημα με βάση τον Ρωσικό Νόμο σε σχέση με τις ενέργειες του καθ' ου η αίτηση που αποσκοπούσαν στην νόμιμη πτώχευση των εταιρειών του. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στην αίτηση της Sberbank για να αποσυρθούν οι κατηγορίες του καθ' ου η αίτηση. Ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την πιο πάνω αίτηση, η Sberbank ικανοποιήθηκε για την απουσία ποινικής πρόθεσης και δόλου του καθ' ου η αίτηση να την εξαπατήσει. Στην αίτηση διευκρινίζεται ότι από τα γεγονότα, απουσιάζουν τα συστατικά στοιχεία της διάπραξης ποινικού αδικήματος. Κατά τον μάρτυρα, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσίας, τα πιο πάνω στοιχεία δίνουν έρεισμα για τερματισμό της ποινικής δίωξης του καθ' ου η αίτηση. Παρότι ο τερματισμός της διαδικασίας δεν γίνεται αυτόματα με την αίτηση και χρειάζεται προς τούτο απόφαση των αρμοδίων αρχών, εντούτοις μια άρνηση για τερματισμό της ποινικής δίωξης δεν μπορεί κατά τον μάρτυρα να είναι αναιτιολόγητη. Η άρνηση των Ρωσικών αρχών να αποσύρουν τις κατηγορίες παρά την πλήρως αιτιολογημένη αίτηση της Sberbank, καταδεικνύει κατά τον μάρτυρα ότι η ποινική δίωξη εναντίον του καθ' ου η αίτηση δεν είναι γνήσια αλλά είναι εμποτισμένη με αλλότρια κίνητρα. Ο μάρτυρας κατέθεσε στην συνέχεια δέσμη 15 εγγράφων, στα οποία στήριξε την έκθεση του (τεκμ. 28) καθώς και αντίγραφο του Ρωσικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας μεταφρασμένο στην Αγγλική γλώσσα. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε εκτεταμένα στην εφαρμογή του άρθρου 24 του Ρωσικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Αναφορικά με την αίτηση της τράπεζας Sberbank για τερματισμό της δίωξης, ισχυρίστηκε ότι σε αυτή δεν επιζητείται απλά η απόσυρση των κατηγοριών. Αντιθέτως, αναφέρεται ρητά ότι η τράπεζα δεν θεωρεί ότι διαπράχθηκε αδίκημα και ότι δεν υπάρχει ουσιαστικός λόγος για συνέχιση της δίωξης. Εν κατακλείδι δεν αναφέρεται μόνον ότι υπήρξε οικονομική ικανοποίηση της τράπεζας αλλά τονίζεται ότι το χρέος δεν προέκυψε από δόλο ή εγκληματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση. Με λίγα λόγια, η τράπεζα παραδέχεται ότι δεν υπήρξε διάπραξη ποινικού αδικήματος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Κατά την άποψη του μάρτυρα, η διακοπή της διαδικασίας δεν γίνεται αυτόματα με την αίτηση του θύματος αλλά χρειάζεται απόφαση των αρμοδίων αρχών. Από την άλλη, η απόφαση για συνέχιση της υπόθεσης παρά την αίτηση του θύματος, δεν μπορεί να είναι αναιτιολόγητη ή παράλογη. Στην περίπτωση του καθ' ου η αίτηση, μετά την αίτηση της τράπεζας για απόσυρση των κατηγοριών, η συνέχιση της δίωξης δεν μπορούσε να προχωρήσει παρά μόνο μετά από πλήρη αιτιολόγηση εκ μέρους των Ρωσικών αρχών και για πολύ σοβαρούς λόγους. Ο ίδιος ο μάρτυρας δεν έχει εντοπίσει κάποιο σοβαρό λόγο γιατί θα έπρεπε να προχωρήσει η ποινική διαδικασία εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Αντιθέτως προκύπτει από την πιο πάνω άρνηση ότι δεν πρόκειται για γνήσια ποινική δίωξη αλλά ότι οι κατηγορίες έχουν καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε στην συνέχεια ότι την απουσία δόλου του καθ' ου η αίτηση επεσήμανε και το αστικό Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε ότι η αλλαγή του ονόματος των εταιρειών δεν επηρεάζει σε καμία περίπτωση τις υποχρεώσεις τους προς την τράπεζα. Ήταν επιπλέον η θέση του μάρτυρα ότι σύμφωνα με τον Ρωσικό Νόμο Περί Εταιρειών, η εγγραφή μιας εταιρείας δεν είναι τοπική αλλά ομοσπονδιακή. Ακόμα και αν αλλάξει όνομα μια εταιρεία δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστεί και να μην την βρίσκουν οι πιστωτές της. Η τράπεζα Sberbank δεν είχε καμία δυσκολία να εντοπίσει αυτές τις εταιρείες και να απαιτήσει το λαβείν της, γεγονός που επεσήμανε και το Ρωσικό πολιτικό Δικαστήριο στην πιο πάνω απόφαση του. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις τρεις πτυχές της υπεράσπισης όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία και που έχουν ως ακολούθως: · Ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν διέπραξε κανένα αδίκημα. · Ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση γίνεται με αλλότρια κίνητρα, κυρίως πολιτικά για να τον φιμώσουν πολιτικά και να τον καταστρέψουν οικονομικά, και γι' αυτό · Αν ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί στην Ρωσία δεν θα έχει δίκαιη Δίκη και θα παραβιαστούν βασικά ανθρώπινα του δικαιώματα. Όσον αφορά την πολιτική δράση του καθ' ου η αίτηση, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην δοθείσα μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία αυτός πέραν της έκφρασης θέσεων σε πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, ήταν επιπλέον και έντονα επικριτικός προς την πολιτική της Ρωσικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα σε ζητήματα διαφθοράς. Οι πιο πάνω απόψεις του καθ' ου η αίτηση, γίνονταν ευρέως γνωστές από τα ΜΜΕ της Ρωσίας και σχολιάζονταν ευρέως λόγω της σημαίνουσας θέσης του στην οικονομική ζωή του τόπου. Την κριτική στάση του καθ' ου η αίτηση απέναντι στην Ρωσική κυβέρνηση, παραδέχθηκε κατά τον συνήγορο και ο μάρτυρας της αιτήτριας χώρας Egorov. Ισχυρίστηκε παρόλα αυτά ότι η κριτική δεν ήταν πολιτική αλλά επιχειρηματικής υφής. Η υπεράσπιση κατά τον συνήγορο, παρουσίασε μαρτυρία που καταδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση, πολύ πριν καταστούν ληξιπρόθεσμα τα χρέη των εταιρειών του, ήταν σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα για την διευθέτηση των οφειλών. Αυτό καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν είχε πρόθεση αποπληρωμής των δανείων. Σε σχέση με την ουσία της μαρτυρίας του κου Egorov, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν κατέθεσε ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας αλλά ως εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσίας με μοναδικό σκοπό να πετύχει την έκδοση του καθ' ου η αίτηση. Επιπλέον, με την μαρτυρία του δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει πειστικά τις θέσεις των εμπειρογνωμόνων της υπεράσπισης Sakwa και Bowring. Αρκέστηκε στην γενική τοποθέτηση ότι η μαρτυρία τους είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα. Στην ουσία όμως δεν αμφισβήτησε τα γεγονότα που αυτοί έλαβαν υπόψη και τις πηγές στις οποίες στηρίχθηκαν προκειμένου να καταλήξουν στα συμπεράσματα τους. Αναφορικά με την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης Sakwa, Bowring και Gladyshev, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτοί θα πρέπει να κριθούν ως εμπειρογνώμονες στα θέματα για τα οποία κατέθεσαν. Παρέθεσαν όλες τις πηγές από τις οποίες άντλησαν στοιχεία για να συντάξουν τις εκθέσεις τους και απαντούσαν με ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν. Τα αλλότρια κίνητρα των Ρωσικών αρχών κατά τον συνήγορο, προκύπτουν ξεκάθαρα από την άρνηση τους να αποσύρουν τις κατηγορίες παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από την παραπονουμένη τράπεζα. Η ίδια η παραπονουμένη με την αίτηση της, αναφέρει ότι δεν υπήρχε εγκληματική πρόθεση του καθ' ου η αίτηση και ότι το όλο πρόβλημα ήταν αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Επιπλέον, το χρέος έχει ξοφληθεί και η τράπεζα δεν έχει καμία απαίτηση οικονομική ή άλλης φύσης. Είναι προφανές κατά τον κο Γεωργίου ότι η ποινική δίωξη δεν συνεχίζεται για σκοπούς εφαρμογής του νόμου. Δεν υπάρχει κανένας άλλος λόγος για τον οποίο συνεχίζεται η δίωξη πέραν του ότι αυτή είναι εμποτισμένη με αλλότρια κίνητρα. Οι Ρωσικές αρχές, βρήκαν την ευκαιρία μέσω αυτής της υπόθεσης να τιμωρήσουν τον καθ' ου η αίτηση για την αυστηρή κριτική που ασκεί στο Ρωσικό κατεστημένο. Είναι περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι από τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραβιαστούν τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση για δίκαιη Δίκη σε περίπτωση που εκδοθεί στην Ρωσία. Είναι σίγουρο ότι στην Ρωσία θα συλληφθεί θα κρατηθεί και θα υποστεί εξευτελιστική συμπεριφορά χωρίς στην ουσία να έχει διαπράξει οιονδήποτε έγκλημα. Πέραν των πιο πάνω υπερασπίσεων επί της ουσίας, οι συνήγοροι υπεράσπισης ισχυρίστηκαν ότι η παρούσα αίτηση πάσχει και ως προς τις τυπικές προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος. Υποστηρίχθηκε συγκεκριμένα από τον κο Πουργουρίδη ότι η Ρωσική Ομοσπονδία επεφύλαξε το δικαίωμα να μην εφαρμόζει και δεν εφαρμόζει το άρθρο 5 του 2ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (Ν. 17/84), το οποίο ρυθμίζει την διαδικασία υποβολής της αίτησης έκδοσης φυγοδίκου. Ως εκ τούτου για την αιτήτρια χώρα ισχύει το άρθρο 7 του Νόμου 97/70, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί από την Ρωσική πρεσβεία προς το Υπουργείο Εξωτερικών και όχι προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Με δεδομένο ότι η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και όχι στο Υπουργείο Εξωτερικών, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αυτή είναι εξ' αρχής άκυρη γιατί αντιβαίνει το άρθρο 7
(1)του Νόμου 97/
- Επιπλέον σύμφωνα με τον συνήγορο δεν έχει επισυναφθεί στο αίτημα έκδοσης, πρωτότυπο ένταλμα σύλληψης δυνάμει του άρθρου 12.2 (α) του Νόμου 97/
- Το τεκμήριο 10, το οποίο στην Αγγλική του μετάφραση φέρει τον τίτλο "warrant of arrest" δεν αποτελεί κατά τον συνήγορο ένταλμα σύλληψης παρά τον τίτλο που του απέδωσε η μετάφραση. Εξέταση του εν λόγω εγγράφου καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για ένταλμα σύλληψης όπως επιβάλλει ο νόμος αλλά για διάταγμα κράτησης του. Αντιθέτως, το τεκμήριο 14 που φέρει τον τίτλο "resolution on search for accused" αναφέρει ξεκάθαρα ότι εξουσιοδοτεί την σύλληψη του καθ' ου η αίτηση. Στο σημείο αυτό, η μαρτυρία της αιτήτριας χώρας παρέμεινε σιωπηλή ως προς τους τύπους που καθορίζονται από την νομοθεσία της, αναφορικά με το ένταλμα σύλληψης. Ούτε και δόθηκε μαρτυρία ως προς το κατά πόσον το τεκμήριο 10 αποτελεί πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο. Κατά τον συνήγορο ούτε η υποχρέωση για επισύναψη έκθεσης γεγονότων δυνάμει του άρθρου 12.2(β) του Νόμου 97/70 έχει εκπληρωθεί από την αιτήτρια χώρα. Το τεκμήριο 17 που φέρεται ως «έκθεση γεγονότων», είναι πολύ γενικό και ασαφές και δεν αναφέρεται στον τόπο και χρόνο τέλεσης των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Ο τόπος και χρόνος τέλεσης των πράξεων, συναρτάται κατά τον συνήγορο με ζητήματα εφαρμογής του νόμου της αιτούσας χώρας, το ισχύον δίκαιο καθώς και ζητήματα παραγραφής. Στην παρούσα υπόθεση, το τεκμήριο 17 είναι κατά τον συνήγορο ένα έντεχνα ασαφές κείμενο, το οποίο απαιτεί ιδιαίτερα προσεκτική μελέτη προκειμένου να εντοπιστούν οι ποινικά κολάσιμες πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση. Ελλείπουν από το κείμενο αυτό, σημαντικά στοιχεία όπως ο τόπος και χρόνος διάπραξης των αξιόποινων πράξεων αλλά και ο τρόπος με τον οποίο υποτίθεται πως ο καθ' ου έκλεψε τα χρήματα, από ποιόν τα έκλεψε και τις ψευδείς παραστάσεις που κατ' ισχυρισμό χρησιμοποίησε. Ελλείπουν επίσης λεπτομέρειες ως προς τα πρόσωπα με τα οποία ο καθ' ου η αίτηση συνωμότησε κατά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας χώρας να εξαπατήσει την τράπεζα. Τα υπόλοιπα δικαιολογητικά που συνοδεύουν το αίτημα έκδοσης δεν συμπληρώνουν κατά τον συνήγορο, τα πιο πάνω κενά. Ως προς τις κολάσιμες πράξεις του καθ' ου η αίτηση μετά την σύναψη του δανείου, το τεκμήριο 17 επικαλείται αλλαγές ονομάτων και διευθύνσεων των εταιρειών καθώς και υποβολή αιτήσεων στο Δικαστήριο για διάλυση τους. Δεν πραγματεύεται όμως το τεκμήριο 17, το πώς οι πιο πάνω πράξεις θα μπορούσαν να επιφέρουν ή να προκαλέσουν την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση προς την τράπεζα. Οι ισχυριζόμενες στο τεκμήριο 17 ψευδείς παραστάσεις του καθ' ου η αίτηση δεν περιγράφονται πουθενά ούτε και ο αποδέκτης τους. Ούτε και τα γεγονότα που συνιστούν την ισχυριζόμενη κλοπή από τον καθ' ου η αίτηση δεν εξειδικεύονται. Οι πιστώσεις δόθηκαν σε συγκεκριμένη εταιρεία, την Arzil και όχι στον καθ' ου η αίτηση. Ούτε και περιγράφεται ο τρόπος απόκτησης των υπό κρίση χρημάτων από τον καθ' ου η αίτηση. Η γενική αναφορά κατά τον συνήγορο για μεταφορά χρημάτων σε άλλες εταιρείες του καθ' ου η αίτηση δεν αναιρεί τις πιο πάνω παρατηρήσεις. Ανακεφαλαιώνοντας επί του σημείου αυτού, ο κος Πουργουρίδης εισηγήθηκε ότι το τεκμήριο 17 και τα λοιπά δικαιολογητικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις σαφήνειας του άρθρου 12.2(β). Είναι σκιώδεις και διφορούμενες προκειμένου να αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο παρερμηνείας. Στην σωστή τους διάσταση, αντικειμενικά κρινόμενες οι πράξεις που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση δεν στοιχειοθετούν κανένα αδίκημα κάτω από τον Ρωσικό αλλά ούτε και κάτω από τον Κυπριακό Νόμο. Απεναντίας, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της υπόθεσης, καταδεικνύουν το κακόπιστο της αίτησης και τα αλλότρια κίνητρα τα οποία την διαπνέουν. Αναφορικά με τις νομοθετικές διατάξεις της αιτούσας χώρας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ισχύον δίκαιο της Ρωσίας. Συγκεκριμένα, στο τεκμήριο 16 αναφέρεται αντίγραφο του άρθρου 154,4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα επί του οποίου στηρίζονται οι κατηγορίες που προσάπτονται στον καθ' ου η αίτηση. Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε στις 8.12.
- Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει τις πρόνοιες του Ρωσικού Νόμου πριν την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου και κατ' επέκταση, τις πρόνοιες κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά τα επίδικα γεγονότα. Έτσι δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν κατά τον χρόνο τέλεσης των πράξεων που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, αυτές συνιστούσαν αδίκημα κατά το Ρωσικό Δίκαιο. Τέλος, όσον αφορά τον κανόνα της διπλής εγκληματικότητας (double criminality rule), ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον καθ' ου η αίτηση από τις Ρωσικές αρχές, κατά το Κυπριακό Δίκαιο δεν θα στοιχειοθετούσε κανένα απολύτως αδίκημα. Η συνήγορος για την αιτήτρια χώρα στην δική της αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι διαβιβάστηκε με το αίτημα έκδοσης απόσπασμα της Ρωσικής Νομοθεσίας όπως ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους και όχι όπως ισχύει σήμερα. Υπέδειξε δε ότι κανένας εμπειρογνώμονας της υπεράσπισης δεν ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 154.4 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα που αναφέρεται στο τεκμήριο 16 δεν είναι αυτό που ίσχυε κατά τους επίδικους χρόνους. Έτσι δεν ευσταθεί κατά την κα Λοϊζίδου, η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις πρόνοιες του Ρωσικού Νόμου κατά την τέλεση των αδικημάτων που καταλογίζονται στον καθ' ου η αίτηση. Η συμπεριφορά του καθ' ου η αίτηση όπως προκύπτει από τα δικαιολογητικά έγγραφα της αίτησης, συνιστά αδίκημα όχι μόνο κατά το δίκαιο της Ρωσίας αλλά και σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Η συνήγορος αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα άρθρα του Ποινικού Κώδικα που ρυθμίζουν αδικήματα κλοπής, απάτης, απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, πλαστογραφίας και συνομωσίας, τα οποία προβλέπουν ποινή φυλάκισης από τρία μέχρι δέκα χρόνια κατά το Κυπριακό Δίκαιο. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι η αιτήτρια χώρα έχει ικανοποιήσει όλες τις τυπικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Έκδοσης Φυγοδίκων. Δεν αμφισβητείται ότι η αίτηση υποβλήθηκε δια της Διπλωματικής οδού δυνάμει του άρθρου 12
(1)της Σύμβασης. Το γεγονός αυτό, προκύπτει από την ρηματική διακοίνωση της Ρωσικής Πρεσβείας ημ. 20.5.10 προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι σαφές ότι η αίτηση υποβλήθηκε από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ρωσικής Ομοσπονδίας μέσω της Ρωσικής Πρεσβείας στην Κύπρο προς το Υπουργείο Εξωτερικών, από το οποίο ζητήθηκε να διαβιβάσει την αίτηση στον αρμόδιο Υπουργό, ο οποίος σύμφωνα με τον Νόμο 97/70 είναι ο Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Όσον αφορά την υποχρέωση για προσκόμιση αντιγράφου του εντάλματος σύλληψης, η συνήγορος παρέπεμψε στο έγγραφο με τίτλο «arrest warrant» ισχυριζόμενη ότι πρόκειται για επίσημο αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης υπογραμμένο από Δικαστή στην Ρωσία. Επιπλέον, τα γεγονότα της υπόθεσης αναφέρονται με σαφήνεια στην έκθεση γεγονότων που επισυνάπτεται με το αίτημα έκδοσης. Δεν ευσταθεί ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι δεν προσδιορίζεται στα δικαιολογητικά της αίτησης ο τόπος και χρόνος τέλεσης των αδικημάτων. Ως προς την θέση της υπεράσπισης για μη τεκμηρίωση ποινικής υπόθεσης από πλευράς της αιτήτριας χώρας, η συνήγορος υπενθύμισε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα εκδικάσει την ποινική ευθύνη του καθ' ου η αίτηση ούτε και ήταν υποχρέωση της αιτήτριας χώρας να αποστείλει μαζί με το αίτημα έκδοσης, τα τεκμήρια της ποινικής υπόθεσης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για πολιτική δίωξη, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι από την δοθείσα μαρτυρία δεν προκύπτει ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση, είναι πολιτικής φύσης ούτε και δημιουργούνται υπόνοιες ότι η αίτηση έκδοσης έχει υποβληθεί με σκοπό την δίωξη για τα πολιτικά του φρονήματα. Επιπρόσθετα, στο τεκμήριο 9 που συνοδεύει την αίτηση έκδοσης, δίδονται διαβεβαιώσεις από την Ρωσική Ομοσπονδία σε συμμόρφωση με τα άρθρα 3, 4 και 6 της Σύμβασης ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε εξευτελιστική και ταπεινωτική μεταχείριση σε περίπτωση που εκδοθεί στην Ρωσία. Ούτε υπάρχει κατά την συνήγορο μαρτυρία εκ μέρους της υπεράσπισης ότι σε περίπτωση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση, θα υπάρξει παραβίαση του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης Δίκης Ως προς την δοθείσα μαρτυρία, η συνήγορος αναφέρθηκε στην μαρτυρία του εμπειρογνώμονα της αιτήτριας χώρας Egorov, ο οποίος κατά την άποψη της αντέκρουσε αιτιολογημένα τις εκθέσεις των καθηγητών και Sakwa που κατέθεσαν για την υπεράσπιση. Όσον αφορά τον μάρτυρα υπεράσπισης Gladyshev, η κα Λοϊζίδου εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε απλώς στο να υιοθετεί τις θέσεις του καθ' ου η αίτηση. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε από την συνήγορο, στο γεγονός που έγινε παραδεκτό και από τον μάρτυρα υπεράσπισης Sakwa ότι ο καθ' ου η αίτηση σταμάτησε να αρθρογραφεί και να ασκεί κριτική στην Ρωσική κυβέρνηση, αρκετό χρονικό διάστημα πριν το 2009, οπότε εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Υπό τας περιστάσεις δεν μπορεί να υποστηριχθεί κατά την συνήγορο ότι η δίωξη του καθ' ου η αίτηση, γίνεται για πολιτικούς λόγους. Σε σχέση με την αίτηση της τράπεζας για απόσυρση της υπόθεσης, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία, η τράπεζα απέσυρε το παράπονο της ως αντάλλαγμα για την διευθέτηση του δανείου. Επομένως, η θέση της υπεράσπισης ότι η απόσυρση του παραπόνου αποδεικνύει ότι δεν διαπράχθηκε ποινικό αδίκημα δεν μπορεί κατά την συνήγορο να ευσταθήσει. Η ίδια εξ' άλλου η μαρτυρία της υπεράσπισης, κατέδειξε ότι η ποινική δίωξη στην Ρωσία για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση δεν εξαρτάται από την ύπαρξη καταγγελίας του παραπονουμένου. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου, ότι η αιτήτρια χώρα δεν είχε καμία υποχρέωση με βάση την Σύμβαση να αποδείξει οιονδήποτε γεγονός αναφέρεται στο αίτημα έκδοσης. Από τα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση, προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς οιανδήποτε αντίφαση, τα γεγονότα επί των οποίων η αιτήτρια χώρα βασίζει τις κατηγορίες εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Νομική φύση της αίτησης έκδοσης Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων που υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 13.12.1957 και η οποία κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον Νόμο 95/70 (στο εξής 'Η Σύμβαση') και από τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 97/90. Ο Νόμος 97/70 ρυθμίζει γενικά την διαδικασία για την έκδοση Φυγοδίκων ενώ ο Νόμος 95/70 καθορίζει τις προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκων ειδικά μεταξύ των χωρών που προσχώρησαν στην πιο πάνω Σύμβαση. Η έκδοση φυγοδίκου από την φύση της, αφορά κλασική ποινική διαδικασία. Παρόλα αυτά, η διαδικασία εξέτασης αιτήματος έκδοσης συνιστά πολιτική δικαιοδοσία, η οποία όμως δεν εξομοιώνεται με αστική αγωγή. Στην υπόθεση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ 2261, λέχθηκε ότι πρόκειται για μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου. Κύριος σκοπός είναι η διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση. Επιπλέον, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία αιτήματος έκδοσης σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)του Νόμου 97/70, ακολουθεί κατά το πλησιέστερο δυνατό την ίδια διαδικασία όπως ο Δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Ο Δικαστής δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου ή οποιασδήποτε κατ' αυτού κατηγορίας. Η διαταγή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας, μπορεί να οδηγεί είτε στην έκδοση του φυγόδικου είτε στην απόρριψη του αιτήματος. Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση φυγοδίκου καθορίζονται στο άρθρο 12 του Κυρωτικού Νόμου 95/70 σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει το αίτημα να διατυπώνεται εγγράφως μέσω της Διπλωματικής οδού και να υποστηρίζεται από όλα τα σχετικά έγγραφα που αναφέρονται στην Σύμβαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12.2 θα πρέπει να επισυνάπτονται με το αίτημα έκδοσης, τα ακόλουθα έγγραφα:
- Το πρωτότυπο ή επίσημο αντίγραφο είτε καταδικαστικής απόφασης είτε εντάλματος συλλήψεως, που εκδίδεται κατά τους τύπους που καθορίζονται από την νομοθεσία της αιτήτριας χώρας.
- Έκθεση γεγονότων για τα οποία ζητείται η έκδοση, στην οποία συμπεριλαμβάνονται ο τόπος και ο χρόνος των πράξεων, ο κατά νόμο χαρακτηρισμός και οι παραπομπές στις νομοθετικές διατάξεις που έχουν εφαρμογή και οι οποίες πρέπει να εμφαίνονται κατά το δυνατόν ακριβέστερα.
- Αντίγραφο των κατ' εφαρμογή διατάξεων ή αν αυτό δεν είναι εφικτό, δήλωση για το εφαρμοζόμενο δίκαιο καθώς και ο κατά το δυνατόν ακριβής χαρακτηρισμός του καταζητουμένου προσώπου και κάθε άλλη πληροφορία που δύναται να καθορίσει την ταυτότητα και την εθνικότητα του. Επιπλέον, το άρθρο 2 της Σύμβασης, καθιερώνει τον κανόνα της διπλής ή αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule). Σύμφωνα με το πιο πάνω κανόνα, έκδοση διατάσσεται για πράξεις ποινικά κολάσιμες από τους νόμους τόσον της αιτούσας χώρας όσον και της χώρας από την οποία επιζητείται η έκδοση. Στην υπόθεση Διευθυντής Κεντρικών Φυλακών ν. Golov
(2001)1 Α.Α.Δ 1109, τονίστηκε ότι ο Νόμος 97/70 καθιστά την «έκθεση γεγονότων» που υποβάλλεται από την αιτούσα χώρα, το απαιτούμενο αποδεικτικό υλικό για έκδοση σε χώρες που προσυπέγραψαν την Σύμβαση. Η νομολογία σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, επιβεβαιώνει την αρχή ότι το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το νόμο της χώρας αυτής. Επίσης, ο χαρακτηρισμός των αδικημάτων στο αλλοδαπό ένταλμα δεν έχει καθοριστική σημασία, αρκεί όμως το αδίκημα για το οποίο αξιώνεται η έκδοση να αναγνωρίζεται ως ουσιαστικά παρόμοιο και στις δύο χώρες. Σχετική είναι η υπόθεση Mechanov (Αρ.2)
(2001)1 Α.Α.Δ 1228,1234, στην οποία λέχθηκε ότι δεν υπάρχει καμία νομοθετική πρόνοια που να απαιτεί ότι η εξουσιοδότηση έναρξης της διαδικασίας θα πρέπει να περιέχει οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες των αδικημάτων για τα οποία επιζητείται η έκδοση όπως ο ακριβής αριθμός του άρθρου του κώδικα που δημιουργεί το αδίκημα. Παρόλα αυτά, η «έκθεση πράξεων» είναι απολύτως αναγκαία ούτως ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξετάσει το αξιόποινο των πράξεων που η αιτούσα χώρα καταλογίζει στον εκζητούμενο. Επιπλέον, η προσαγωγή της προβλεπόμενης από την Σύμβαση «έκθεσης πράξεων», αποβλέπει στη σαφή πληροφόρηση τόσο του ίδιου του εκζητούμενου προσώπου όσο και των αρχών της χώρας από την οποία ζητείται η έκδοση, περί των αξιόποινων πράξεων που καταλογίζονται στον εκζητούμενο από την αιτήτρια χώρα. Σχετική είναι η απόφαση Δημοκρατία ν. kolesnikov
(2008)1αΑ.Α.Δ 594. Στην υπόθεση αυτή παρότι την αίτηση συνόδευαν διάφορα έγγραφα Ρωσικών Δικαστηρίων στα οποία γινόταν αναφορά σε αδικήματα που διέπραξε ο εκζητούμενος, εντούτοις δεν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπέχει θέση έκθεσης των πράξεων για τις οποίες εζητείτο η έκδοση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για αυτόν τον λόγο, θεωρώντας ότι δεν είχαν εκπληρωθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 12.2 της Σύμβασης. Στην έφεση που ακολούθησε, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφέροντας μεταξύ άλλων και τα εξής στην σελίδα 602 της απόφασης: « Η προσαγωγή της έκθεσης των πράξεων αποτελεί βασική προϋπόθεση για την έκδοση φυγοδίκων. Η μη προσαγωγή του συγκεκριμένου αυτού στοιχείου, χωρίς δυνατότητα λογικής υποκατάστασής του από άλλα αξιόπιστα στοιχεία που προσάγονται για σκοπούς έκδοσης αναπόφευκτα καθιστά απορριπτέα την αίτηση έκδοσης. Στην προκείμενη περίπτωση ο πρωτόδικος δικαστής ορθά διέκρινε τη Mechanov (Αρ. 2)
(2001)1 ΑΑΔ 1228 από την παρούσα υπόθεση καθότι στη Mechanov υπήρχε ένα δισέλιδο έγγραφο που δεν είχε επικεφαλίδα τη φράση «Έκθεση πράξεων». Ωστόσο, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου αποτελούσε ουσιαστικά «έκθεση πράξεων» στην έννοια του άρθρου 12
(2)(β) της Σύμβασης, ικανοποιώντας έτσι τη σχετική προϋπόθεση. Στην υπό εξέταση υπόθεση η παραπομπή στα επισυνημμένα έγγραφα για τον εντοπισμό των ποινικά επιλήψιμων πράξεων του Κολέσνικοφ οι οποίες συνιστούν τα αδικήματα της παραποίησης αποδείξεων και απάτης δεν είναι αρκετή καθότι ολόκληρο το υλικό προς το οποίο γίνεται η παραπομπή, αποτελείται από διάφορα έγγραφα. Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να επιλέξει σε ποια από αυτά τα έγγραφα θα μπορούσε ενδεχομένως να εντοπιστεί η λεπτομερής περιγραφή των πράξεων ούτε και να ταξινομήσει, σύμφωνα με τη δική του κρίση, τις όποιες πράξεις θεωρούσε ότι ενδεχομένως συνιστούν τα ποινικά αδικήματα για τα οποία αντιμετωπίζει κατηγορίες ο εκζητούμενος. Αυτή η υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά το μέρος το οποίο ζητά την έκδοση. Στην προκείμενη περίπτωση η παράλειψη της Ρωσικής Ομοσπονδίας να υποβάλει την έκθεση των πράξεων ως είχε υποχρέωση, άφησε κενό που δεν μπορούσε υπό τις περιστάσεις να συμπληρωθεί με άλλο τρόπο, όπως ορθά έκρινε ο πρωτόδικος δικαστής. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης δεν διατάσσεται η έκδοση προσώπου αν οι πράξεις που αποδίδονται σε αυτό είναι πολιτικής φύσης ή αν η έκδοση επιδιώκεται με σκοπό την δίωξη ατόμου για τα πολιτικά, θρησκευτικά ή φυλετικά και εθνικά του φρονήματα και ότι η θέση του δυνατόν να επιδεινωθεί σε σχέση με αυτά τα φρονήματα του. Επιπλέον, στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ Soering v. United Kingdom (App.No 4038/88 7.7.1989), έγινε αποδεκτό ότι δεν συμβαδίζει με τις βαθύτερες αξίες και τους σκοπούς της Σύμβασης αλλά και με την κοινή κληρονομιά των πολιτικών παραδόσεων και των ιδεωδών σεβασμού της ελευθερίας στην οποία αναφέρεται το προοίμιο της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εάν ένα συμβαλλόμενο μέρος, παρέδιδε φυγόδικο σε άλλο κράτος ενώ γνώριζε ότι υφίσταται βάσιμος λόγος ότι το άτομο αυτό κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση, όσο ειδεχθές και αν είναι το έγκλημα που του αποδίδεται. Είναι γεγονός ότι στο άρθρο 3 της Σύμβασης δεν υπάρχει ρητή πρόνοια για τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου. Το άρθρο περιορίζεται μόνο στην άρνηση έκδοσης φυγόδικου, στις περιπτώσεις πολιτικών διώξεων. Όπως όμως νομολογήθηκε στην Soering (ανωτέρω), η έκδοση φυγοδίκου σε περιπτώσεις που υφίσταται βάσιμος λόγος ότι κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη συμπεριφορά θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς και το πνεύμα της Σύμβασης. Υφίσταται ως εκ τούτου μια συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αρνηθεί το αίτημα έκδοσης εφόσον διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις. Η αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση Soering (ανωτέρω), επεκτάθηκε από την νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ ώστε να συμπεριλαμβάνει την απέλαση προσώπου που έπασχε από AIDS σε χώρα που υπήρχε έλλειψη ιατρικής φροντίδας (D. ν United Kingdom
(1997)34 EHRR 423) και την απέλαση προσώπου σε κράτος που δεν είχε την δυνατότητα να παράσχει προστασία στον εκζητούμενο έναντι της μαφίας (HLR v. France
(1997)26 EHRR 29). Όσον αφορά το δικαίωμα δίκαιης Δίκης που κατοχυρώνει το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Ε.Δ.Α.Δ στην υπόθεση Soering (ανωτέρω), άφησε ανοικτό σε περιπτώσεις έκδοσης φυγοδίκου, το ενδεχόμενο παραβίασης των υποχρεώσεων του κράτους - μέλους για δίκαιη Δίκη κάτω όμως από εξαιρετικές περιστάσεις. Το σχετικό απόσπασμα της παρ. 113 από την πιο πάνω απόφαση έχει ως ακολούθως: "113. The right to a fair trial in criminal proceedings, as embodied in Article 6 (art. 6), holds a prominent place in a democratic society (see, inter alia, the Colozza judgment of 12 February 1985, Series A no. 89, p. 16, § 32). The Court does not exclude that an issue might exceptionally be raised under Article 6 (art. 6) by an extradition decision in circumstances where the fugitive has suffered or risks suffering a flagrant denial of a fair trial in the requesting country." Σχετική είναι επίσης η Κυπριακή υπόθεση Yaseed Essa,
(2007)1Β Α.Α.Δ 1127, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Soering (ανωτέρω), επικύρωσε την προσέγγιση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος να εξετάσει σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου, ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αιτήτρια χώρα. Η εξέταση αυτών των ισχυρισμών, επιβάλλεται κατά την κρίση μου και από το άρθρο 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο δεσμεύει άμεσα τις τρεις λειτουργίες του κράτους, Εκτελεστική, Νομοθετική και Δικαστική να διασφαλίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του πολίτη. Πηγάζει επίσης και από την συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου ως προασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ζήτημα του βάρους απόδειξης των πιο πάνω ισχυρισμών του καθ' ου η αίτηση, καθορίστηκε στην υπόθεση Essa (ανωτέρω) με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Fernandez v. Government of Singapore
(1971)2 All E.R. 691 από την οποία υιοθέτησε το πιο κάτω απόσπασμα του Δικαστή Diplock. " Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί." Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία στην ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Η μαρτυρία των δύο πρώτων μαρτύρων της αιτήτριας χώρας της Ελένης Λοΐζου και Έλλης Μορφάκη, ήταν τυπικής μορφής και αφορούσε κυρίως την παραλαβή του αιτήματος έκδοσης και τις συνθήκες σύλληψης του καθ' ου η αίτηση στην Κύπρο. Ανεξαρτήτως τούτου, πρέπει να αναφέρω ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες μου έκαναν καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία τους εξ' άλλου δεν αμφισβητήθηκε στα ουσιαστικά της σημεία και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της από το Δικαστήριο. Ο τρίτος μάρτυρας για την αιτήτρια χώρα Sergei Egorov κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας προκειμένου να απαντήσει στις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων της υπεράσπισης, καθηγητών Bowring και Sakwa. Παρόλα αυτά, η μαρτυρία του εξαντλήθηκε στο να πείσει το Δικαστήριο ως προς την ενοχή του καθ' ου η αίτηση, στα αδικήματα που αντιμετωπίζει στην Ρωσία. Αυτό παρότι ο ίδιος δεν συμμετείχε στην ανακριτική ομάδα, δεν μελέτησε τον ποινικό φάκελο της υπόθεσης και όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην έκθεση του, τα άντλησε μόνο από τα έγγραφα που συνοδεύουν το αίτημα έκδοσης. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι απαντώντας σε ερώτημα της αντεξέτασης, ανέφερε ότι πιστεύει στην ενοχή του καθ' ου η αίτηση μόνο από την μελέτη του αιτήματος έκδοσης που υπέβαλε η Ρωσική Ομοσπονδία. Παρόλα αυτά δεν έχει υπόψη του κανένα έγγραφο που να υποδεικνύει ότι ο καθ' ου η αίτηση, υπέγραψε ή είχε γνώση για την σύναψη των επιδίκων δανείων. Επιπλέον, η θέση του για την μη ύπαρξη πολιτικών κινήτρων στην υπόθεση, ήταν πολύ γενική και στηρίχθηκε βασικά στην εκ μέρους του πεποίθηση ότι ο καθ' ου η αίτηση διέπραξε τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται. Ακόμα, ο μάρτυρας Egorov έκρινε τις αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων, ανάλογα με το κατά πόσο βοηθούσαν στην εκδοχή της αιτήτριας χώρας. Ισχυρίστηκε αρχικά ότι οι αποφάσεις για την έγκριση αλλαγής ονόματος και διεύθυνσης των εταιρειών θα μπορούσαν να είχαν εξαγοραστεί από τον καθ' ου η αίτηση, αποδεχόμενος κάποιου είδους διαφθορά στο Ρωσικό Δικαστικό σύστημα. Στην συνέχεια όμως, υποστήριξε την απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση εκκαθάρισης των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση, ισχυριζόμενος ότι η διαφθορά των Δικαστηρίων δεν επεκτείνεται σε μεγάλες υποθέσεις απάτης όπου εμπλέκονται επιχειρηματίες χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για την διαφοροποίηση αυτή. Σύμφωνα με την νομολογία, η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη. Καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και στοιχεία, τα οποία αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και να βοηθήσουν το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Νεάρχου ν. Στεφανίδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351). Γενικότερη θεώρηση της μαρτυρίας του μάρτυρα Egorov, καταδεικνύει ότι αυτή αποσκοπούσε κυρίως στο να ενισχύσει την εκδοχή της αιτήτριας χώρας και όχι να εφοδιάσει ως εμπειρογνώμονας το Δικαστήριο με τα αναγκαία στοιχεία προκειμένου αυτό να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Επιπλέον ο μάρτυρας Egorov, αγνοούσε βασικές πτυχές της υπόθεσης και δεν ήταν έτσι σε θέση να καταθέσει σε σχέση με τον Ρωσικό Νόμο Περί Πτωχεύσεων. Επέμενε όμως κατά την αντεξέταση ότι στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση πτώχευσης εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, συνιστά απάτη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του μάρτυρα για την αιτήτρια χώρα Egorov, απορρίπτεται από το Δικαστήριο στο σύνολο της. Η πλευρά της υπεράσπισης κάλεσε δύο εμπειρογνώμονες, τους καθηγητές Bowring και Sakwa προκειμένου να αποδείξει ότι η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση είναι μολυσμένη με πολιτικά κίνητρα και ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να παραβιαστούν τα δικαιώματα του για δίκαιη Δίκη αν εκδοθεί στην Ρωσία. Πρέπει δε εξ' αρχής να αναφέρω ότι οι δύο καθηγητές δεν ήταν ιδιαίτερα πειστικοί ως προς την πιο πάνω θέση τους. Η εκδοχή για πολιτική δίωξη, στηρίζεται κατά τους δύο καθηγητές σε δύο στοιχεία. Το πρώτο, αφορά το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν ιδιαίτερα επικριτικός στην πολιτική της Ρωσικής κυβέρνησης σε συνεντεύξεις και αρθρογραφία του σε βαθμό που να θεωρείται εχθρός του καθεστώτος. Το δεύτερο, σχετίζεται με συνάντηση που είχε ο Κυβερνήτης της περιοχής Stavropol με τον Πρωθυπουργό Putin την ίδια περίοδο που ξεκίνησε η ποινική δίωξη εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Αντικείμενο δε της συνάντησης σύμφωνα με την πιο πάνω μαρτυρία, ήταν η απόφαση του καθ' ου η αίτηση να μεταφέρει σε άλλη περιοχή τις επιχειρήσεις του. Κατά τους δύο καθηγητές, η χρονική περίοδος των δύο αυτών γεγονότων δεν μπορεί να είναι τυχαία. Όσον αφορά το πρώτο στοιχείο, έχω την άποψη ότι η κριτική στην Ρωσική κυβέρνηση όσον αυστηρή και να είναι δεν δικαιολογεί από μόνη της, την θέση ότι η ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση, έγινε αποκλειστικά για πολιτικούς λόγους. Ο ίδιος εξ' άλλου ο καθηγητής Sakwa, ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι δεν εντόπισε μετά το 2006, κανένα άρθρο ή συνέντευξη του καθ' ου η αίτηση. Η δικαιολογία που έδωσε ότι έκτοτε αφοσιώθηκε στις επιχειρήσεις του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική. Ισχυρίστηκε παρόλα αυτά ότι ο καθ' ου η αίτηση ήταν πολιτικά ενεργός και μετά το 2006 χωρίς όμως να δώσει κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν αυτόν τον ισχυρισμό. Αναφορικά με την συνάντηση του Πρωθυπουργού Putinμε τον Κυβερνήτη της περιοχής Stavropol, κρίνω ότι ακόμη και να συμπίπτει με την έναρξη της ποινικής δίωξης του καθ' ου η αίτηση, το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει χωρίς άλλο ότι ο Πρωθυπουργός Putin διέταξε την ποινική δίωξη εναντίον του καθ' ου η αίτηση ούτε ήταν αναμεμειγμένος με οιονδήποτε τρόπο στην υπόθεση. Δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία για το τι διαμείφθηκε στην πιο πάνω συνάντηση. Οι ίδιοι εξ' άλλου οι δύο καθηγητές, ανέφεραν στην μαρτυρία του ότι η σύμπτωση της χρονικής περιόδου των δύο γεγονότων, δημιουργεί μεν σοβαρή καχυποψία ως προς τον συσχετισμό τους αλλά όχι και βεβαιότητα ως προς την εμπλοκή του πρωθυπουργού της Ρωσίας Putin στην υπόθεση. Ένα τρίτο στοιχείο, το οποίο κατά την μαρτυρία της υπεράσπισης συνηγορεί υπέρ της θέσης ότι πίσω από την ποινική δίωξη υπάρχουν αλλότρια κίνητρα, είναι το γεγονός ότι οι Ρωσικές αρχές αρνήθηκαν να αποσύρουν την ποινική υπόθεση παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη τράπεζα ζήτησε κάτι τέτοιο με γραπτή αίτηση της μετά που ο καθ' ου η αίτηση εξόφλησε όλο το ποσόν του επίδικου δανείου. Ούτε όμως το στοιχείο αυτό καταδεικνύει χωρίς άλλο, αλλότρια κίνητρα από την πλευρά των Ρωσικών αρχών. Η ίδια η μαρτυρία της υπεράσπισης, κατέδειξε ότι δυνάμει του Ρωσικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι Ρωσικές αρχές δεν ήταν υποχρεωμένες να αποσύρουν την υπόθεση παρά την αίτηση της τράπεζας. Για τους ιδίους λόγους, η θέση των δύο καθηγητών ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν θα τύχει δίκαιης Δίκης στην Ρωσία, απορρίπτεται. Να σημειώσω επί του προκειμένου, την βεβαιότητα των δύο καθηγητών ότι οι Δικαστές που θα δικάσουν τον καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία θα υποστούν πολιτική πίεση προκειμένου να τον καταδικάσουν. Η πιο πάνω πεποίθηση όμως δεν υποστηρίχθηκε από ανεξάρτητη μαρτυρία. Εξάλλου, οι δύο καθηγητές παρά την διαπίστωση τους για τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Ρωσικό σύστημα απονομής δικαιοσύνης, δεν αμφισβήτησαν τις προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις που γίνονται τα τελευταία χρόνια. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης καθηγητών Bowring και Sakwa απορρίπτονται από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία του 3ου μάρτυρα υπεράσπισης δικηγόρου Gladyshev δεν βοήθησε στην επίλυση των επίδικων θεμάτων της παρούσας. Ο Δικηγόρος Gladyshev αναφέρθηκε εκτεταμένα στο Ρωσικό Δίκαιο προκειμένου να αποδείξει ότι κατά τον Ρωσικό Νόμο δεν έχει διαπραχθεί κανένα αδίκημα από τον καθ' ου η αίτηση. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι κατά το Ρωσικό Δίκαιο, η αλλαγή διεύθυνσης και ονόματος εταιρείας δεν συνιστά δόλο. Το ίδιο υποστήριξε και για τις αιτήσεις πτώχευσης εκ μέρους των εταιρειών του καθ' ου η αίτηση. Όμως αυτή η προσέγγιση, παραγνωρίζει το γεγονός ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα εκδικάσει την ουσία της ποινικής υπόθεσης που αντιμετωπίζει ο καθ' ου η αίτηση στην Ρωσία. Στην παρούσα διαδικασία, το Δικαστήριο περιορίζεται στο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος έκδοσης όπως αυτές καθορίζονται στην Σύμβαση και την Νομολογία. Οι πιο πάνω θέσεις του Δικηγόρου Gladyshev θα είχαν κάποια αποδεικτική αξία ως ενισχυτικές του ισχυρισμού της υπεράσπισης για ύπαρξη πολιτικών κινήτρων στην ποινική δίωξη του καθ' ου η αίτηση. Η θέση όμως αυτή της υπεράσπισης, απορρίφθηκε από το Δικαστήριο για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω. Το ίδιο ισχύει και για την θέση του ως προς την άρνηση των Ρωσικών αρχών να αποσύρουν την υπόθεση μετά από αίτηση της παραπονούμενης τράπεζας. Ο ίδιος εξάλλου ο μάρτυρας, ανέφερε ότι η αίτηση της τράπεζας δεν επιφέρει αυτόματα την απόσυρση της υπόθεσης αλλά χρειάζεται σχετική απόφαση της κατηγορούσας αρχής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Δικηγόρου Gladyshev απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Συμπεράσματα Με δεδομένη την απόρριψη από το Δικαστήριο της θέσης της υπεράσπισης για ύπαρξη πολιτικών κινήτρων και πιθανότητας μη δίκαιης Δίκης, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος έκδοσης. Από την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και δεν έχει αμφισβητηθεί, έχω ικανοποιηθεί ως προς τις πιο κάτω προδικαστικές προϋποθέσεις: · Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Έκδοσης Φυγοδίκων, η οποία μαζί με τα Πρωτόκολλα της ισχύει καθόσον αφορά την Ρωσία από της 9.3.2000 (τεκμ.18). · Η διαδικασία έκδοσης άρχισε με την εξουσιοδότηση του Υπουργού Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημ. 3.6.10 (τεκμ. 3). Ήταν η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι το αίτημα έκδοσης θα πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν στάλθηκε μέσω της Διπλωματικής οδού ως όφειλε να πράξει η Ρωσική Ομοσπονδία. Συγκεκριμένα ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα το αίτημα έκδοσης έγινε απ' ευθείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και όχι μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών. Αυτό γιατί η Ρωσική Ομοσπονδία επεφύλαξε το δικαίωμα να μην εφαρμόζει και δεν εφαρμόζει το άρθρο 5 του 2ου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης (Ν. 17/84), το οποίο ρυθμίζει την διαδικασία υποβολής της αίτησης έκδοσης φυγοδίκου μέσω των Υπουργείων Δικαιοσύνης των εμπλεκομένων χωρών. Ως εκ τούτου για την αιτήτρια χώρα, ισχύει το άρθρο 7 του Νόμου 97/70, σύμφωνα με το οποίο η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί από την Ρωσική πρεσβεία προς το Υπουργείο Εξωτερικών και όχι προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου δεν ευσταθεί. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και ιδιαίτερα από το τεκμήριο 8, το αίτημα έκδοσης υποβλήθηκε από την Ρωσική Πρεσβεία στην Κύπρο μέσω της Διπλωματικής οδού. Σύμφωνα με το τεκμήριο 8, επιδόθηκε σχετική ρηματική διακοίνωση από την Ρωσική Πρεσβεία προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Κύπρου με την οποία ζητείτο η διαβίβαση του αιτήματος έκδοσης προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δεν τίθεται ως εκ τούτου θέμα παράβασης του άρθρου 7 του Νόμου 97/70 ως προς την ακολουθητέα διαδικασία υποβολής του αιτήματος έκδοσης. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε επιπλέον ότι δεν επισυνάφθηκε με το αίτημα έκδοσης, το ένταλμα σύλληψης του καθ' ου η αίτηση που εκδόθηκε από τις Ρωσικές αρχές, κατά παράβαση των τυπικών προϋποθέσεων που καθορίζει η Σύμβαση. Ούτε η θέση αυτή ευσταθεί. Προσεκτική μελέτη του τεκμηρίου 10 που φέρει τον τίτλο «arrest warrant», καταδεικνύει ότι αυτό αποτελεί πιστό αντίγραφο του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από Ρωσικό Δικαστήριο εναντίον του καθ' ου η αίτηση, αναφορικά με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για τις οποίες ζητείται η έκδοση του στην Ρωσική Ομοσπονδία. Επίσης δεν ευσταθεί η θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν έχουν επισυναφθεί όλα τα αναγκαία έγγραφα όπως καθορίζονται στο άρθρο 12 της Σύμβασης. Με την αίτηση επισυνάπτονται τα αναγκαία πιστοποιητικά όπως ένταλμα σύλληψης, έκθεση γεγονότων, καθορισμός των αδικημάτων δυνάμει του Ρωσικού Δικαίου καθώς και στοιχεία για την ταυτότητα του καθ' ου η αίτηση. Τα έγγραφα αυτά που συντάχθηκαν στα Ρωσικά, έχουν μεταφραστεί στην Αγγλική γλώσσα δυνάμει του άρθρου 23 της Σύμβασης. Το τελευταίο θέμα που απομένει να εξεταστεί, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν τηρείται στην παρούσα υπόθεση ο κανόνας της διπλής η αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule). Σύμφωνα με τον πιο πάνω κανόνα και την προαναφερθείσα νομολογία, το κριτήριο για την έκδοση φυγοδίκου δεν είναι το κατά πόσο το αδίκημα που αναφέρεται στο αλλοδαπό ένταλμα σύλληψης, είναι ουσιαστικά παρόμοιο με αδίκημα δυνάμει του ημεδαπού νόμου, αλλά κατά πόσο η συμπεριφορά του φυγόδικου αν αυτή παρατηρηθεί στη χώρα από την οποία ζητείται η έκδοση, θα συνιστούσε αδίκημα σύμφωνα με το Νόμο της χώρας αυτής. Είναι ως εκ τούτου σημαντικό να μελετηθεί η έκθεση γεγονότων (τεκμ. 17) προκειμένου να εξεταστεί κατά πόσον η συμπεριφορά που αποδίδεται στον καθ' ου η αίτηση αν παρατηρείτο στην Κύπρο θα συνιστούσε αδίκημα κατά το Κυπριακό Δίκαιο. Εν πρώτοις θα πρέπει να συμφωνήσω με την παρατήρηση του κου Πουργουρίδη στο ότι το τεκμήριο 17, είναι συνταγμένο με πολύ γενικό τρόπο και δεν παρέχει λεπτομέρειες για την κατ' ισχυρισμό συνομωσία ούτε και για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η κατ' ισχυρισμό κλοπή των χρημάτων της τράπεζας. Επιπλέον στοιχεία, προκύπτουν βέβαια και από άλλα έγγραφα που συνοδεύουν την αίτηση όπως το τεκμήριο 11 που φέρει τον τίτλο «resolution» χωρίς όμως να φωτίζονται ιδιαίτερα οι πτυχές της υπόθεσης. Αυτό που με γενικό τρόπο προκύπτει από τα τεκμήρια 17 & 11, είναι ότι οι Ρωσικές αρχές καταλογίζουν την πιο κάτω συμπεριφορά στον καθ' ου η αίτηση: Αρχικά, διευθέτησε σε συνομωσία με άλλα πρόσωπα, την σύναψη μεγάλου δανείου από την παραπονούμενη τράπεζα προς όφελος του συγκροτήματος εταιρειών ιδιοκτησίας του με σκοπό την αναβάθμιση των εργοστασίων του συγκροτήματος. Στην συνέχεια, προσπάθησε να αποφύγει την εξόφληση του δανείου με το να υποβάλει αίτηση εκκαθάρισης των εταιρειών που σχετίζονταν με το δάνειο στο Δικαστήριο και αφού προηγουμένως έγινε αλλαγή των ονομάτων και του εγγεγραμμένου γραφείου των εταιρειών. Στις αιτήσεις πτώχευσης, ο καθ' ου επικαλέστηκε οικονομική κρίση στον τομέα δραστηριοποίησης των εταιρειών του με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις δόσεις του δανείου. Δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία ότι οι αιτήσεις αλλαγής ονόματος και εγγεγραμμένου γραφείου είχαν εγκριθεί από Ρωσικό Δικαστήριο ενώ αντιθέτως απορρίφθηκαν οι αιτήσεις εκκαθάρισης μετά από ένσταση της παραπονούμενης τράπεζας. Ανεξαρτήτως τούτου, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσον η πιο πάνω συμπεριφορά που αποδίδεται στον καθ' ου η αίτηση αν παρατηρείτο στην Κύπρο θα συνιστούσε ποινικό αδίκημα δυνάμει του Κυπριακού Δικαίου. Έχω την πεποίθηση ότι από όποια πλευρά και να ειδωθεί η πιο πάνω συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να συνιστά κανένα ποινικό αδίκημα με βάση τον Κυπριακό Νόμο. Η επίκληση αδυναμίας πληρωμών μια εταιρείας με την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης, η οποία μάλιστα απορρίφθηκε από το Δικαστήριο δεν συνιστά στην Κυπριακή Δημοκρατία κανένα ποινικό αδίκημα. Ιδιαίτερα αδίκημα κλοπής, απάτης ή απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις όπως εισηγήθηκε η συνήγορος για την αιτήτρια χώρα. Ούτε βέβαια η αλλαγή ονόματος ή εγγεγραμμένου γραφείου μιας εταιρείας επηρεάζει κατ' ελάχιστον τις αστικές της υποχρεώσεις ώστε να συνιστά απόπειρα απάτης των πιστωτών της κάτι που ισχύει και στην Ρωσική Ομοσπονδία όπως προκύπτει από την μαρτυρία που προσκομίστηκε και από τις δύο πλευρές χωρίς να αμφισβητηθεί. Είναι ορθή επί του προκειμένου η θέση του κου Πουργουρίδη ότι το τεκμήριο 17 δεν αναφέρει πως οι πιο πάνω πράξεις του καθ' ου η αίτηση θα μπορούσαν να προκαλέσουν την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εταιρειών του προς την τράπεζα. Όπως ορθή είναι και η θέση ότι οι ισχυριζόμενες στο τεκμήριο 17 ψευδείς παραστάσεις του καθ' ου η αίτηση δεν περιγράφονται πουθενά ούτε και ο αποδέκτης τους. Γεγονός παραμένει ότι όπως είναι διατυπωμένη η έκθεση γεγονότων (τεκμ.17), δεν αποκαλύπτει την διάπραξη κανενός ποινικού αδικήματος εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Για τον πιο πάνω λόγο και με βάση των κανόνα της διπλής ή αμφοτερόπλευρης εγκληματικότητας (double criminality rule) δεν θα μπορούσε να διαταχθεί η έκδοση του καθ' ου η αίτηση στην Ρωσική Ομοσπονδία αφού η συμπεριφορά που του αποδίδουν οι Ρωσικές αρχές δυνάμει των εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση δεν συνιστά κατά την κρίση μου ποινικό αδίκημα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Η παρούσα απόφαση να κοινοποιηθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. ............ Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο