ΠΑΝΙΚΟΣ Α. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. PESHCHANSKAYA LIUDMILA κ.α., Αγωγή αρ. 5678/07, 9.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 5678/07 Μεταξύ: ΠΑΝΙΚΟΣ Α. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και-
- PESHCHANSKAYA LIUDMILA, από τη Λεμεσό
- PECHTCHANSKI ANDREI, από τη Ρωσία Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 9.9.2011 (κατόπιν αδείας της Προέδρου του Δικαστηρίου) Για την ενάγουσα: κ. Χ. Χατζηστερκώτης, κα Α. Προδρόμου για ν' ακούσει απόφαση Για τους εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Παφίτης, κα Σ. Γεωργιάδου για ν'ακούσει απόφαση ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εταιρεία (βλ. Τεκμήρια 2 και 5) είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια ενός οικοπέδου (πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, αρ. εγγραφής 9/264 - Τεκμήριο 6) μέσα στο οποίο ανήγειρε πολυτελή κατοικία (βλ. Τεκμήριο 8). Καθ' ον χρόνο η κατοικία ήταν υπό ανέγερση, η ενάγουσα με συμφωνία ημερομηνίας 20.3.1998 (Τεκμήριο 9, 60 και 77) πώλησε το οικόπεδο με την κατοικία στις Stella Mamulova και Olga Danilova από τη Ρωσία, μητέρα και θυγατέρα αντίστοιχα, για το ποσό των £200.
- Κατά διάφορες ημερομηνίες η ενάγουσα εισέπραξε από τις αγοράστριες το συνολικό ποσό των £129.
- Οι αγοράστριες αγόρασαν την ίδια ημέρα από την ενάγουσα και μέρος ενός άλλου οικοπέδου (Τεκμήριο 61), που συνόρευε με το επίδικο για το ποσό των £20.000 όπου η ενάγουσα επίσης θα εκτελούσε κάποιες εργασίες για το ποσό των £8.000 όπως συμφώνησαν. Αργότερα με συμφωνία ημερομηνίας 17.6.1998 (Τεκμήριο 30) οι αγοράστριες ανέθεσαν στην ενάγουσα περαιτέρω εργασίες στις δύο περιουσίες ύψους £15.
- Σε μεταγενέστερο χρονικό στάδιο ο εναγόμενος 2, και αυτός από τη Ρωσία, παρουσιάστηκε στην ενάγουσα ως ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των αγοραστριών και την 26.5.2003 συμφώνησε με την ενάγουσα την ακύρωση της πρώτης συμφωνίας της 20.3.1998 για την αγορά της κατοικίας (ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003 - Τεκμήριο 13 και 68), προχωρώντας αυθημερόν στον καταρτισμό νέας συμφωνίας για την αγορά της (Τεκμήριο 14 και 69) με αγοράστρια τη μητέρα του εναγόμενη
- Η νέα συμφωνία αγοράς της κατοικίας ήταν για το ποσό των £269.
- Το ποσό των £129.622 που οι πρώτες αγοράστριες είχαν πληρώσει, μαζί με ποσό £40.000 που οι εναγόμενοι κατέβαλαν αυθημερόν (αντίγραφο σχετικής επιταγής - Τεκμήριο 15), λογίστηκε ως η προκαταβολή, ενώ το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς εκ £100.000 κατατέθηκε σε λογαριασμό των δικηγόρων των εναγομένων ώστε να είναι στη διάθεση της ενάγουσας κατά τη μεταβίβαση της κατοικίας στο όνομα της εναγόμενης 1 μετά τη σχετική έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η εναγόμενη 1 εξασφάλισε την άδεια να αποκτήσει την επίδικη κατοικία (βλ. επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών ημερομηνίας 26.4.2004 - Τεκμήριο 73), όμως η κατοικία ουδέποτε μεταβιβάστηκε στο όνομα της. Είναι η θέση της ενάγουσας πως περί τον Ιανουάριο του 2006 πληροφορήθηκε από τις πρώτες αγοράστριες πως αυτές δεν είχαν ποτέ πληρεξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 2 να ενεργήσει εκ μέρους τους. Είναι, κατ' ακολουθία η θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι την εξαπάτησαν, την καταδολίευσαν και με ψευδείς και απατηλές παραστάσεις επέτυχαν τη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας αγοράς της κατοικίας ημερ. 26.5.2003, η οποία, ως εκ τούτου, είναι άκυρη εξ' υπαρχής ή και ακυρώθηκε. Οι παραστάσεις προερχόμενες κατά κύριο λόγο από τον εναγόμενο 2 έγιναν προς τον Πανίκο Αριστείδου (Μ.Ε.1) (Γραπτή Δήλωση Τεκμήριο 1), διευθυντή και μέτοχο της ενάγουσας (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Αξιώνει η ενάγουσα δήλωση του δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι είναι επεμβασίες στην κατοικία και διεκδικεί ενδιάμεσα οφέλη από 26.5.2003 μέχρι την παράδοση ελεύθερης κατοχής σε αυτή. Διεκδικεί ακόμη £460.000 που, κατά τη θέση της, αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας της κατοικίας κατά την καταχώριση της αγωγής και του ποσού που οι εναγόμενοι πλήρωσαν (£500.000 μείον £40.000). Η τελευταία αξίωση είναι ακατανόητη, ιδιαίτερα ιδωμένη σε σχέση με την αξίωση για ελεύθερη κατοχή της κατοικίας. Οι εναγόμενοι αρνούνται τη θέση της ενάγουσας και ισχυρίζονται πως υπήρξε συνωμοσία μεταξύ της ενάγουσας, μέσω του Αριστείδου, και των πρώτων αγοραστριών να καταγγείλουν τον εναγόμενο 2 για πλαστογραφία του πληρεξουσίου εγγράφου ώστε να αποσπάσουν από την εναγόμενη 1 την περιουσία που νόμιμα αγόρασε και δικαιούτο να εγγραφεί επ' ονόματι της. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι πως η ενάγουσα δια του Αριστείδου τους εξαπάτησε αποσπώντας τους διάφορα χρηματικά ποσά με την υπόσχεση ότι θα μεταβίβαζαν την κατοικία στο όνομα τους ενώ δεν είχαν πρόθεση να το πράξουν. Η θέση εδράζεται στο γεγονός πως κατά τη σύναψη της συμφωνίας αγοράς της κατοικίας από την εναγόμενη 1, η ενάγουσα είχε υποθηκευμένη την κατοικία για μεγάλο χρηματικό ποσό, γεγονός που τους είχε αποκρύψει. Ανταπαιτούν οι εναγόμενοι συγκεκριμένα χρηματικά ποσά και διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει την ενάγουσα όπως μεταβιβάσει και εγγράψει στο όνομα τους την κατοικία ελεύθερη από κάθε επιβάρυνση. Η υποθήκη που επιβαρύνει την κατοικία δηλώθηκε την 10.1.2003 (Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου, Υ 98/2003 - Τεκμήριο 26). Αφορά ποσό £160.000 με τόκο προς 7.5% από 10.1.
- Η συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003 για αγορά της κατοικίας κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 9.7.
- Είναι η ΠΩΕ 1323/
- (Πιστοποιητικό Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας ημερομηνίας 20.2.2006 - Τεκμήριο 7 και ημερομηνίας 27.2.2006 - Τεκμήριο 76). Συνεπώς η υποθήκη προηγείται της κατάθεση της σύμβασης για την αγορά. Η ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 5.10.2004 (Τεκμήριο 16 και 75) ζήτησε από την εναγόμενη 1 παράταση χρόνου μέχρι την 30.7.2005, έτσι ώστε να εξεύρει τα χρήματα και να εξαλείψει την υποθήκη. Η εναγόμενη 1 με επιστολή της προς την ενάγουσα ημερομηνίας 11.10.2004 (Τεκμήριο 17 και 79) παραχώρησε την ζητούμενη παράταση χρόνου, για τελευταία φορά, όπως σημειώνεται στην επιστολή της. Πολύ μετά η εναγόμενη 1 κατεχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση (αρ. Υπ. 310/08 Ε.Δ. Λεμεσού - Τεκμήριο 24 και 87) εναντίον της ενάγουσας και του Αριστείδου για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η υπόθεση απορρίφθηκε με απόφαση ημερομηνίας 25.6.2009 (Τεκμήριο 25) αφού με την υποθήκευση και μόνο δεν διαπιστώνετο, κατά τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης υπήρχε πρόθεση μη μεταβίβασης της επίδικης κατοικίας αφού και στη συμφωνία καθοριζόταν να γίνει σε μελλοντικό χρόνο. Φαίνεται να είναι η εκτίμηση των εναγομένων πως η ενάγουσα, παρά το περιθώριο χρόνο που της δόθηκε, μη μπορώντας να εξαλείψει την υποθήκη επί της κατοικίας, επινόησε το σενάριο που προβάλλει ώστε να ξεφύγει των οικονομικών υποχρεώσεων και ευθυνών της. Προκύπτει πως υπήρξαν καθυστερήσεις εκ μέρους της ενάγουσας στην ολοκλήρωση της οικοδόμησης της κατοικίας και εκ μέρους των πρώτων αγοραστριών στην αποπληρωμή των δόσεων προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Τα μέρη συνομολόγησαν Επιπρόσθετη Συμφωνία ημερομηνίας 17.6.1998 (Τεκμήριο 11) παραχωρώντας εκατέρωθεν παράταση χρόνου τριών μηνών για την τήρηση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων. Μετά την Επιπρόσθετη Συμφωνία οι αγοράστριες πλήρωσαν κάποια ποσά έναντι του τιμήματος αγοράς φθάνοντας στο προαναφερθέν συνολικό ποσό των £129.
- Η συμφωνία της 20.3.1998 αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο την 28.10.1998 (βλ. σημείωση στο Τεκμήριο 77) και την 30.10.1998 η ενάγουσα υποθήκευσε το οικόπεδο με την κατοικία για το ποσό των £70.000 (Υ 7769/98 - Τεκμήριο 78). Αναφέρει ο Αριστείδου πως οι αγοράστριες δεν είχαν χρήματα για να εξοφλήσουν και συνεννοήθηκαν όπως αποσύρουν την κατάθεση της συμφωνίας ώστε η ενάγουσα να μπορέσει να υποθηκεύσει την κατοικία και να πάρει κάποια χρήματα. Σε μεταγενέστερο χρόνο η ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 24.1.2000 προς τις αγοράστριες (Τεκμήριο 38) ακύρωσε τη συμφωνία της 20.3.1998 και την 28.1.2000 καταχώρισε εναντίον τους την αγωγή αρ. 661/2000 Ε.Δ. Λεμεσού (αντίγραφο του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος - Τεκμήριο 27). Η αξίωση εδραζόταν στη θέση πως οι αγοράστριες καθυστερούσαν στην εξόφληση του τιμήματος αγοράς και είχαν παραλείψει να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο όπως η ενάγουσα τις είχε προσκαλέσει για να τους μεταβιβάσει την κατοικία αφού εξοφλούσαν το υπόλοιπο. Κατ' ακολουθία η ενάγουσα είχε τερματίσει τη συμφωνία της 20.3.1998 και ζητούσε μεταξύ άλλων την παράδοση ελεύθερης κατοχής της κατοικίας την οποία κατείχαν και χρησιμοποιούσαν οι αγοράστριες. Η πιο πάνω αγωγή απορρίφθηκε την 30.5.
- (Τεκμήριο 28). Επρόκειτο για συμβιβασμό που επιτεύχθηκε με την εμπλοκή του εναγόμενου 2 κατ' ακολουθία της επίδικης συμφωνίας που είχε υπογραφεί τέσσερις ημέρες προηγουμένως, όπως στη συνέχεια περιγράφεται. Στο Δικαστήριο την ενάγουσα εκπροσώπησε ο δικηγόρος κ. Τσιρίδης και τις αγοράστριες κάποιος δικηγόρος κ. Κωνσταντίνου. Θα πρέπει να σημειωθεί πως ο εναγόμενος 2 δεν πρωτοεμφανίστηκε στην ενάγουσα το
- Ο Αριστείδου ανέφερε πως από τον Ιούνιο του 2000 διέμενε στην κατοικία και έκτοτε οι όποιες επαφές ήταν μαζί του. Καμιά επαφή δεν είχε ο Αριστείδου με τις πρώτες αγοράστριες μετά τον Ιούνιο του 2000 και μέχρι τον Ιανουάριο του
- Υπήρξε κυρίαρχο ζήτημα κατά τη δίκη το κατά πόσο το πληρεξούσιο έγγραφο δυνάμει του οποίου ο εναγόμενος 2 συνομολόγησε την ακυρωτική συμφωνία ημερομηνίας 26.5.2003 εκ μέρους και για λογαριασμό των πρώτων αγοραστριών, της Mamulova και της Danilova, ήταν πλαστό ή γνήσιο. Το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 12, 32 και 70) φέρεται να υπογράφηκε την 11.6.2000 από αμφότερες τις αγοράστριες. Το έγγραφο φέρει σφραγίδα του πιστοποιούντα υπαλλήλου Ανδρέα Κυπριανού από τη Λεμεσό ο οποίος φέρεται να υπογράφει και να πιστοποιεί ότι η Danilova και η Mamulova ήταν προσωπικά γνωστές του και υπόγραψαν το πληρεξούσιο έγγραφο στην παρουσία του. Ο πιστοποιών υπάλληλος δεν κλήθηκε ως μάρτυρας κατά τη δίκη. Αναφέρθηκε πως έχει αποβιώσει. Το άρθρο 9 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39 προνοεί ότι πιστοποιητικά που φέρονται να καταρτίστηκαν από πιστοποιούντα υπάλληλο σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου, θα είναι αποδεκτά στο δικαστήριο ως μαρτυρία των γεγονότων που πιστοποιούν. Στην λέξη «αποδεκτά» προσδίδεται η σημασία της αποδοχής ένταξης στο μαρτυρικό υλικό και κατ' ακολουθία αξιολόγησης. «Receivable» είναι η λέξη που χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο. Ασφαλώς και μπορεί να αμφισβητηθεί η γνησιότητα και η εγκυρότητα ενός εγγράφου που φέρεται να πιστοποιήθηκε από πιστοποιούντα υπάλληλο. Η Stella Mamulova (Μ.Ε.3) (Γραπτή Δήλωση Τεκμήριο 33 και 34) μαρτύρησε πως γνώρισε τον εναγόμενο 2 αρχές του 2000, περίοδο κατά την οποία λόγω οικονομικών προβλημάτων σκεφτόταν να πωλήσει την επίδικη κατοικία. Ο εναγόμενος 2 της συστάθηκε ως ενδιαφερόμενος αγοραστής από κάποιο γνωστό της ονόματι Σεργκέι Τιτόβ. Οι συζητήσεις με τον εναγόμενο 2 έγιναν από την ίδια αφού η θυγατέρα της και ο σύζυγος της διέμεναν τότε στη Ρωσία. Κατέληξε σε προφορική συμφωνία με τον εναγόμενο 2 ώστε να της πληρώσει £100.000 και να εξοφλήσει συγκεκριμένες οφειλές της προς τρίτους σε αντάλλαγμα της εκχώρησης των δικαιωμάτων της στην επίδικη κατοικία. Στη συνέχεια ο εναγόμενος 2 ανέβαλλε συνεχώς την πληρωμή των £100.
- Την 7.6.2000 η Mamulova και ο εναγόμενος 2 υπόγραψαν σχετικό Προσυμφωνητικό (Τεκμήριο 36) με το οποίο η Mamulova εκχωρούσε τα δικαιώματα της στην κατοικία στον εναγόμενο
- Αναφέρεται πως είχαν πληρωθεί £210.000, £185.000 για την κατοικία και £45.000 για το επιπρόσθετο οικόπεδο και πως ο εναγόμενος 2 θα έπρεπε να πληρώσει στη Mamulova £80.
- Δεν είναι πλήρως κατανοητή η πρόνοια στο Προσυμφωνητικό για τον τρόπο καταβολής του ποσού. Αναφέρεται, όπως το έγγραφο έχει μεταφραστεί, ότι: «Το ποσό αυτό αποπληρώνεται με διαμέρισμα των δυο δωματίων στην πόλη Μόσχα και με υπόλοιπο του ποσού από την αξία του διαμερίσματος. Τα χρέη του Πωλητή 20 000 Κ.Λ. (13000 Κ.Λ. - το οικόπεδο 7 000 Κ.Λ. - οι κουρτίνες) πληρώνονται από τον Αγοραστή και το ποσό αυτό αφαιρείται από το υπόλοιπο του ποσού διαμερίσματος στην πόλη Μόσχα.» Παρουσίασε η μάρτυρας απόδειξη ημερομηνίας 24.8.2000 (Τεκμήριο 35) στην οποία η εναγόμενη 1 αναφέρει ότι η αξία του διαμερίσματος που πώλησε στην Danilova ήταν $22.
- Αυτό αναφέρει η Mamulova ήταν το μόνο αντάλλαγμα που είχαν λάβει. Ανάφερε ακόμα η Mamulova πως ο εναγόμενος 2 θα τη βοηθούσε στη διαφορά που είχε με την ενάγουσα και γι' αυτό, αναχωρώντας η ίδια την εποχή εκείνη από την Κύπρο, του παρέδωσε τα κλειδιά της κατοικίας για να μπορεί να συζητήσει με την ενάγουσα το χρέος της αλλά και επειδή εγείροντο ζητήματα κακοτεχνιών στην κατοικία οι οποίες έπρεπε να εκτιμηθούν. Ακολουθεί ένα τεράστιο χρονικό κενό μέχρι και τον Ιανουάριο του 2006 όταν, σύμφωνα με τη Mamulova, ενώ βρισκόταν στη Ρωσία πληροφορήθηκε από φιλικό της πρόσωπο που διέμενε στην Κύπρο ότι η κατοικία της είχε επαναπωληθεί. Η Mamulova μαρτύρησε πως στο διαρρεύσαντα χρόνο τηλεφωνούσε τακτικά στον εναγόμενο 2 για την υλοποίηση του Προσύμφωνου αλλά ο τελευταίος είτε την απόφευγε είτε της έδιδε υποσχέσεις. Κάπου το 2003 ή 2004 ο εναγόμενος 2 της τηλεφώνησε και της ανέφερε ότι έπρεπε να έλθει στην Κύπρο για να υπογράψει κάποια σχετικά έγγραφα αλλά αυτή αρνήθηκε και του είπε ότι δεν ήθελε να συνεχίσει τη συμφωνία γιατί κανένα χρηματικό ποσό δεν της πλήρωσε και δεν εξόφλησε τα χρέη της. Η Mamulova αρνείται ότι η ίδια ή η κόρη της υπόγραψαν το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο και διατείνεται πως ουδέποτε εξουσιοδότησαν τον εναγόμενο 2 να ακυρώσει τη συμφωνία τους για αγορά της κατοικίας. Έτσι, τον Αύγουστο του 2006 ήλθε στην Κύπρο και κατάγγειλε στην αστυνομία τον εναγόμενο 2 ότι είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή της και της θυγατέρας της στο πληρεξούσιο έγγραφο. Η Elizaveta Peshchanskaya (Μ.Υ.3) (Γραπτή Δήλωση Τεκμήριο 44) θυγατέρα του εναγόμενου 2, μαρτύρησε πως από το 2000 κατοικεί στην επίδικη κατοικία με τη γιαγιά της, την εναγόμενη
- Κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν μαθήτρια στο Saint Mary's School στη Λεμεσό. Είναι η θέση της πως παρά το νεαρό της ηλικίας της (γεννήθηκε το 1987) ο πατέρας της την πληροφορούσε για τις ενέργειες του σε σχέση με την επίδικη κατοικία και είναι γεγονός πως ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των συμφωνιών της 26.5.2003 στο γραφείο του κ. Τσιρίδη. Είναι η θέση της πως η επίδικη κατοικία και το διπλανό οικόπεδο αγοράστηκε από τις πρώτες αγοράστριες από τον πατέρα της για το ποσό των £315.000 με συμφωνία ημερομηνίας 15.2.2000 (Τεκμήριο 45 στα αγγλικά και 46 στα ρωσικά με μετάφραση στα ελληνικά) που της παραδόθηκε προς φύλαξη από τον πατέρα της και είχε στην κατοχή της. Ο εναγόμενος 2 δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας κατά τη δίκη. Ένορκη δήλωση που υπόγραψε την 1.4.2011 στη Ρωσία (Τεκμήριο 89 με μετάφραση στα ελληνικά) παρουσιάστηκε από την Elizaveta. Αναφέρει ο εναγόμενος 2 στη δήλωση του ότι αδυνατούσε να έλθει στην Κύπρο για να μαρτυρήσει για λόγο επαγγελματικό. Είναι κυβερνητικός υπάλληλος προϊστάμενος του Τμήματος του Συνδέσμου Οργανώσεων των Κυβερνητικών Συστημάτων Ασφάλειας της Μόσχας και λόγω αναγκών της εργασίας του και απόφασης των εργοδοτών του δεν του επετρέπετο η έξοδος από τη Ρωσία. Παρουσιάστηκε σχετική επιστολή τους (Τεκμήριο 88). Είναι η θέση του εναγόμενου 2 πως με τις Mamulova και Danilova υπόγραψε συμφωνία πώλησης την 15.2.
- Αναφέρει πως η συμφωνία πώλησης συντάχθηκε χειρόγραφα από την Mamulova και Danilova και ότι επισυνάπτει αντίγραφο της χειρόγραφης συμφωνίας. Ωστόσο ότι επισυνάπτεται στη δήλωση του είναι αντίγραφο των Τεκμηρίων 45 και 46, δηλαδή τις συμφωνίες ημερομηνίας 15.2.2000 στην αγγλική και ρωσική που είναι δακτυλογραφημένες και όχι χειρόγραφες. Αναφέρει πως είχαν συμφωνήσει όπως υπογράψουν τη συμφωνία ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου και στη παρουσία δύο συγκεκριμένων μαρτύρων. Η συμφωνία στη ρωσική δεν φέρει πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο. Η συμφωνία στην αγγλική φέρει πιστοποίηση από τον πιστοποιών υπάλληλο Χαράλαμπο Χατζημιλτή, αποβιώσαντα όπως ο εναγόμενος 2 αναφέρει, όμως ενώ η συμφωνία έχει ημερομηνία 15.2.2000 η πιστοποίηση έχει ημερομηνία 20.7.
- Εάν και εφόσον η συμφωνία υπογράφηκε την 15.2.2000 αυτό σημαίνει πως δεν υπογράφηκε την 20.7.2000 ενώπιον του πιστοποιούντα υπαλλήλου και συνεπώς η πιστοποίηση ήταν ψεύτικη. Την πιστοποίηση επικαλείται ο εναγόμενος 2, συνεπώς, εάν ήταν ψεύτικη, αυτός βαρύνεται με το γεγονός. Στη δήλωση του ο εναγόμενος 2 δεν λέει πως επισκέφθηκαν το γραφείο του πιστοποιούντα υπαλλήλου ή ότι τον κάλεσαν να είναι παρών στο χώρο όπου υπόγραψαν, αλλά ξεκάθαρα αφήνει να νοηθεί πως υπήρξε πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο και δεν έδωσε εξήγηση πως κάτι άλλο έγινε. Το ζήτημα έχει και συνέχεια. Η συμφωνία της 15.2.2000 προέβλεπε την πληρωμή προς τις Mamulova και Danilova £315.
- Στην αγγλική συμφωνία αναφερόταν ότι οι πωλήτριες «have received» το ποσό. Στην ελληνική μετάφραση της συμφωνίας στα ρωσικά αναφέρεται «έχουμε λάβει». Ουδείς έχει τη θέση πως το ποσό είχε πληρωθεί πριν τις 15.2.
- Η Mamulova αρνείται τέτοια συμφωνία και το έγγραφο της, ενώ ο εναγόμενος 2, που βασίζεται σε αυτό υποστηρίζει πως αργότερα σε πέντε διαδοχικές ημερομηνίες πλήρωσε προς τις πωλήτριες $500.000 με ισόποσες καταβολές των $100.
- Παρουσιάστηκαν από την Elizaveta που τις φύλαττε πέντε Δηλώσεις - Αποδείξεις στα αγγλικά, ημερομηνίας 15.3.2000, 31.3.2000, 20.4.2000, 25.5.2000, και 1.6.2000 (Τεκμήρια 47 - 51 αντίστοιχα) που φέρονται να υπογράφτηκαν από τις Mamulova και Danilova για την είσπραξη $100.000 κάθε φορά, στην παρουσία δύο μαρτύρων. Παρουσιάστηκαν επίσης πρωτότυπες Δηλώσεις - Αποδείξεις στα ρωσικά με μετάφραση στα ελληνικά (Τεκμήριο 52). Παρουσιάστηκε ακόμα Δήλωση - Απόδειξη στα αγγλικά για το συνολικό ποσό των £315.000 ημερομηνίας 1.6.2000 (Τεκμήριο 54). Ήταν η ημερομηνία καταβολής του πέμπτου ποσού σύμφωνα με τις παρουσιασθείσες Δηλώσεις - Αποδείξεις. Στις Δηλώσεις - Αποδείξεις στα αγγλικά ο πιστοποιών υπάλληλος Χαράλαμπος Χατζημιλτής πιστοποιεί τις υπογραφές της Mamulova και Danilova. Παρά το ότι οι αποδείξεις αφορούν πέντε διαφορετικές ημερομηνίες η πιστοποίηση από τον πιστοποιούντα υπάλληλο έχει πάντα ημερομηνία 20.7.2000 που δεν ανταποκρίνεται σε καμιά ημερομηνία. Υπενθυμίζω ότι 20.7.2000 είναι και η ημερομηνία της πιστοποίησης στο Τεκμήριο
- Είναι πρόδηλο και επιβεβαιώνεται πως τόσο το Τεκμήριο 45 όσο και τα Τεκμήρια 47 - 51 παρουσιάστηκαν στον πιστοποιών υπάλληλο, ο οποίος πιστοποίησε ότι η Mamulova και η Danilova τις οποίες γνώριζε προσωπικά υπόγραψαν τα έγγραφα στην παρουσία του. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως οι έξι Δηλώσεις - Αποδείξεις που φέρονται να υπογράφηκαν σε διαφορετικές ημερομηνίες μαρτυρούνται όλες από τους ίδιους μάρτυρες (όπως έκδηλα εξάγεται από σύγκριση των υπογραφών τους). Παρουσιάστηκε δήλωση του Σεργκέι Τιτόβ που υπόγραψε στη Μόσχα τη 17.2.2008 (με μετάφραση στην ελληνική, Τεκμήριο 53), όπου δηλώνει πως ήταν παρών κατά την υπογραφή τόσο της συμφωνίας της 15.2.2000 όσο και των έξι αποδείξεων που εκδόθηκαν στη συνέχεια. Η Elizaveta μαρτύρησε πως οι πληρωμές των δόσεων γίνονταν με μετρητά σε δολάρια που ο πατέρας της είχε στο σπίτι και που η ίδια καταμετρούσε. Παρουσιάστηκε ακόμα αντίγραφο οδηγιών του εναγόμενου 2 προς την Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd ημερομηνίας 12.6.2000 (Τεκμήριο 55) για να μεταφερθεί το ποσό των $10.000 σε λογαριασμό της Mamulova. Ήταν, αναφέρει ο εναγόμενος 2, για να καλύψει το ποσό των $8.064 που εξακολουθούσε να οφείλει αφού £315.000 που έπρεπε να πληρώσει αντιστοιχούσαν σε $508.
- Το έγγραφο οδηγιών δεν φέρει οιαδήποτε σφραγίδα αποδοχής από την τράπεζα και αφορά ποσό διαφορετικό από αυτό που ο ίδιος ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι όφειλε. Η μεταφορά τέτοιου ποσού σε λογαριασμό της Mamulova δεν τέθηκε υπόψη της κατά την αντεξέταση της. Η ισχυριζόμενη μεταφορά χρημάτων την 12.6.2000 εκ πρώτοις δεν συνάδει με την αναφορά στο Τεκμήριο 54 ότι εξοφλήθηκε το ποσό των £315.000 την 1.6.2000, θα πρέπει όμως να σημειωθεί πως αναφέρεται στη Δήλωση - Απόδειξη πως το αντίστοιχο των £315.000 ήταν $508.
- Μαρτύρησε η Elizaveta πως κατά τον χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας με τις αγοράστριες δεν γνώριζαν για τις διαφορές που αυτές είχαν με την ενάγουσα. Ούτε όταν τους κατέβαλλαν τα πιο πάνω ποσά. Για την αγωγή της ενάγουσας εναντίον των πρώτων αγοραστριών έμαθαν μετά την εξόφληση τους. Αναφέρθηκε η Elizaveta στους προβληματισμούς του πατέρα της όταν διαπίστωσαν ότι οι πρώτες αγοράστριες όφειλαν χρήματα προς την ενάγουσα. Είχαν ήδη καταβάλει προς αυτές $500.000 χωρίς ουσιαστική προοπτική ανάκτησης του ποσού και ο Αριστείδου έχοντας εισπράξει £129.722 από αυτές, απαιτούσε επιπλέον £140.000 από τον πατέρα της εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις. Είναι η θέση του εναγόμενου 2 πως αφότου εξόφλησε τις αγοράστριες τότε αυτές τον πληροφόρησαν για την εναντίον τους δικαστική διαδικασία από την ενάγουσα. Κατανοώντας πως δεν θα μπορούσε να ανακτήσει από τις αγοράστριες τα ποσά που τους κατέβαλε, αφού οι τελευταίες τα είχαν ξοδέψει, συμβουλεύθηκε από τον δικηγόρο του να εξασφαλίσει από αυτές πληρεξούσιο έγγραφο για να τις αντιπροσωπεύει στην αγωγή και να μπορέσει να αποκτήσει την κυριότητα της κατοικίας. Την 8.6.2000 ζήτησε από την Mamulova να τον εφοδιάσει με τέτοιο πληρεξούσιο και αυτή συνέταξε στην παρουσία του και του παρέδωσε αυθημερόν χειρόγραφο πληρεξούσιο στα ρωσικά ημερομηνίας 8.6.2000 (Τεκμήριο 39). Το πληρεξούσιο έχει μεταφραστεί (Τεκμήριο 57). Αναφέρεται σε αυτό: « Εγώ η Μαμούλοβα Στέλλα, . εμπιστεύομαι τον Πεντσανσκι Αντρέι [εναγόμενο 2] . να πράξει και να λάβει όλα τα μέτρα σε σχέση με το σπίτι [επίδικη κατοικία] και : Να είναι ο αντιπρόσωπος μου στο δικαστήριο, να συζητήσει, να εκδώσει ασφαλιστικά μέτρα, να πωλήσει το σπίτι, να υπογράψει συμφωνίες, να εισπράξει τα χρήματα από την πώληση του σπιτιού, να υπογράφει έγγραφα στην τράπεζα σε σχέση με το σπίτι, καθώς επίσης και στο Κτηματολόγιο. » Η Mamulova τον διαβεβαίωσε πως εκπροσωπούσε και την θυγατέρα της Danilova οπόταν ο εναγόμενος 2 της ζήτησε να του παρουσιάσει σχετική εξουσιοδότηση. Τρεις μέρες αργότερα στις 11.6.2000 η Mamulova του παρέδωσε πληρεξούσιο έγγραφο από την ίδια και την Danilova πιστοποιημένο από τον πιστοποιών υπάλληλο Αντρέα Κυπριανού. Όπως αναφέρει ο εναγόμενος 2 έχει και αυτός αποβιώσει. Αντίγραφο του παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 58). Επίσης του παρέδωσε ένα άλλο πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.6.1998 πιστοποιημένο από κάποιο πιστοποιών υπάλληλο Θουκιδίδη Κωνσταντινίδη με το οποίο η Danilova της παρείχε γενική πληρεξουσιοδότηση. Αντίγραφο του παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 59) Ο εναγόμενος 2 παρουσίασε το προς τον ίδιο πληρεξούσιο (Τεκμήριο 58) στον δικηγόρο κ. Γιαννάκη Θωμά που χειριζόταν την υπόθεση για τις αγοράστριες ο οποίος έκρινε πως δεν ήταν ικανοποιητικό και ζήτησε άλλο. Την ίδια ημέρα ζήτησε από την Mamulova διαφοροποιημένο πληρεξούσιο έγγραφο και η τελευταία του παρέδωσε το επίδικο. Παρουσιάστηκε ακόμα από την υπεράσπιση, μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την ενάγουσα και χωρίς αυτό να έχει προηγουμένως υποδειχθεί στην Mamulova, αντίγραφο χειρόγραφου εγγράφου ημερομηνίας 8.6.2000 που αποδίδεται στη Mamulova με μετάφραση στα ελληνικά (Τεκμήριο 56). Δηλώνει η Mamulova ότι παραχωρεί τα δικαιώματα της στην επίδικη κατοικία στον εναγόμενο 2, ο οποίος από τότε θα ήταν ο δικαιούχος ιδιοκτήτης της. Αναφορικά με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 11.6.2000 (Τεκμήριο 58) και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.6.1998 (Τεκμήριο 59) μαρτύρησε η Elizaveta πως παραδόθηκαν από τη Mamulova στον εναγόμενο 2 στην παρουσία της έξω από το σχολείο της. Το επίδικο πληρεξούσιο δεν παραδόθηκε στην παρουσία της. Η εναγόμενη 1 (Μ.Υ.5), η μητέρα του εναγόμενου 2, μαρτύρησε πως τα χρήματα που πληρώθηκαν στις πρώτες αγοράστριες ($500.000) ήταν δικές της οικονομίες που είχε σε τραπεζική θυρίδα στη Μόσχα. Το ποσό πληρώθηκε σε κάποιο φίλο του εναγόμενου 2 που κατονόμασε και ο οποίος παρέδωσε το ποσό στον εναγόμενο 2 στην Κύπρο. Η εναγόμενη 1 δεν ήταν ποτέ παρούσα κατά τις πληρωμές των ποσών προς τις πρώτες αγοράστριες αφού κατά τους ουσιώδης χρόνους απουσίαζε από την Κύπρο. Η Elizaveta μαρτύρησε πως είχαν πολλά χρήματα στο σπίτι σε μετρητά. Πέραν του ενός εκατομμυρίου δολ. Αμερ. Τα είχαν μεταφέρει στην Κύπρο σε τσάντες σε διάφορες περιπτώσεις. Κατά πόσο οι δύο μάρτυρες, γιαγιά και εγγονή, αναφέρονταν στα ίδια χρήματα δεν διευκρινίστηκε. Η εναγόμενη 1 αναγνώρισε το Τεκμήριο 35 ως έγγραφο το οποίο συνέταξε η ίδια κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου
- Όπως ανέφερε, η Mamulova το είχε ζητήσει από τον εναγόμενο
- Πράγματι πώλησε ένα διαμέρισμα στη Μόσχα στην Danilova, αλλά είναι η θέση της πως η εν λόγω πώληση καμιά σχέση δεν έχει με την αγορά της επίδικης κατοικίας από τις πρώτες αγοράστριες. Ο Αλέξανδρος Τσιρίδης (Μ.Υ.4) ήταν ο δικηγόρος της ενάγουσας από αρχές του 2003 και ήταν παρών κατά την υπογραφή των συμφωνιών της 26.5.2003 στο γραφείο του στη Λεμεσό. Ο Ανδρέας Ενταφιανός (Μ.Υ.7) ήταν ο δικηγόρος των εναγομένων από το 2001 και ήταν και αυτός παρών κατά την υπογραφή τους. Ήταν η κοινή θέση των δικηγόρων πως το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 11.6.2000 (Τεκμήριο 70) είχε παρουσιαστεί την ημέρα εκείνη από τον εναγόμενο 2 και αφού ελέχθηκε ότι ικανοποιούσε την περίσταση χρησιμοποιήθηκε και ο εναγόμενος 2 υπόγραψε εκ μέρους της Mamulova και Danilova την ακυρωτική συμφωνία. Αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου, το πρωτότυπο του οποίου κράτησε ο εναγόμενος 2, επισυνάφθηκε στην ακυρωτική συμφωνία. Πρόκειται για το Τεκμήριο 70 το οποίο σφραγίστηκε από τον πιστοποιών υπάλληλο Παντελή Σιλβέστρο που ήταν επίσης παρών στο γραφείο του κ. Τσιρίδη και σφράγισε όλα τα έγγραφα που υπογράφηκαν την ημέρα εκείνη. Είναι επίσης κοινή θέση των δικηγόρων ότι ο εναγόμενος 2 πλήρωσε προς την ενάγουσα την ημέρα εκείνη το ποσό των £40.000 με επιταγή του δικηγόρου του. Διαφέρει η μαρτυρία των δικηγόρων σε ένα σημείο. Ο κ. Τσιρίδης υποστήριξε πως η πλευρά των εναγομένων γνώριζε την ημέρα εκείνη πως η επίδικη κατοικία ήταν υποθηκευμένη. Ο ίδιος είχε πληροφορήσει σχετικά το δικηγόρο τους και ήταν η θέση του πως και ο εναγόμενος 2 γνώριζε το γεγονός. Συνέδεσε μάλιστα το ζήτημα με το ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν πλήρως το τίμημα αγοράς αλλά ποσό £100.000 κρατήθηκε από το δικηγόρο τους. Η αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον των πρώτων αγοραστριών αποσύρθηκε λίγες μέρες αργότερα στις 30.5.2003 όταν ο δικηγόρος των εναγομένων τον βεβαίωσε ότι είχε στην κατοχή του το ποσό των £100.
- Ο κ. Ενταφιανός υποστήριξε πως πολύ αργότερα ανακάλυψαν οι εναγόμενοι πως η κατοικία που αγόρασαν ήταν υποθηκευμένη. Η ενάγουσα διά του Αριστείδου δήλωνε ετοιμότητα να μεταβιβάσει αλλά εφόσον τούτο δεν μπορούσε να γίνει προτού η εναγόμενη 1 εξασφαλίσει τη σχετική έγκριση, ήταν η απαίτηση του όπως το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς κρατείται από τους δικηγόρους. Αφότου η εναγόμενη 1 εξασφάλισε τη σχετική άδεια ο Αριστείδου επανειλημμένα ζητούσε παράταση χρόνου για να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση και ήταν στη συνέχεια που αποκαλύφθηκε πως η κατοικία ήταν υποθηκευμένη. Ο εναγόμενος 2 υποστηρίζει πως για πρώτη φορά πληροφορήθηκαν για την υποθήκη με την επιστολή της ενάγουσας της 5.10.
- Η εναγόμενη 1 μαρτύρησε πως κατά την υπογραφή δεν γνώριζαν ότι η κατοικία ήταν υποθηκευμένη, κάτι που έμαθαν περίπου ένα χρόνο αργότερα. Επί της διαφωνίας, στο κατά πόσο οι εναγόμενοι και ο δικηγόρος τους γνώριζαν ή όχι την ύπαρξη της υποθήκης κατά την 26.5.03, καταλήγω πως η υπεράσπιση που επικαλείται ότι το γεγονός της υποθήκευσης δεν είχε αποκαλυφθεί, δεν απέσεισε το αποδεικτικό βάρος που είχε να πείσει το δικαστήριο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων για την εκδοχή της. Δεν μου διαφεύγει πως εάν ήταν στους εναγόμενους γνωστό πως υφίστατο υποθήκη για ποσό £160.000, αυτοί θα ήταν ενδεχομένως απρόθυμοι να καταβάλουν £40.000 στην ενάγουσα. Θα αναμενόταν ίσως να γίνει κάποια διευθέτηση ώστε το ποσό να κρατηθεί, έστω από τον δικηγόρο της ενάγουσας, για να είναι διαθέσιμο, μαζί και με το ποσό των £100.000 που κρατούσαν οι δικηγόροι τους, ώστε να χρησιμοποιηθούν για εξάλειψη της υποθήκης. Περαιτέρω εάν είχε αποκαλυφθεί η ύπαρξη της υποθήκης η απαίτηση της ενάγουσας ώστε το υπόλοιπο ποσό των £100.000 να κρατείται από τους δικηγόρους θα φάνταζε ίσως υπερβολική. Οι εναγόμενοι θα καλούνταν να εξασφαλίσουν την αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς καταθέτοντας £100.000 στους δικηγόρους τους ενώ οι ίδιοι θα ήσαν εκτεθειμένοι αφού η περιουσία που αγόρασαν επιβαρύνετο με αρκετά μεγαλύτερο ποσό. Από την άλλη το λεκτικό της συμφωνίας για αγορά της κατοικίας από την εναγόμενη 1 που αναφέρει πως η κατοικία θα ήταν ελεύθερη από οιαδήποτε υποθήκη κατά την μεταβίβαση, αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να ήταν γνωστό ότι η κατοικία ήταν υποθηκευμένη κατά τον χρόνο της υπογραφής της. Ο κ. Τσιρίδης παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση ως μάρτυρας της αλήθειας και δεν του υποβλήθηκε πως η επιμέρους θέση του δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η υπεράσπιση παρουσίασε στο δικαστήριο δύο αξιόπιστους δικηγόρους που έδωσαν διαφορετική εκδοχή ως προς την συγκεκριμένη περίσταση. Όφειλαν να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία που να καταδείξουν στο δικαστήριο ποια θέση ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα εξηγώντας πως ένας από τους δικηγόρους, ο κ. Τσιρίδης στην προκειμένη περίπτωση, υπέπεσε σε σφάλμα. Με το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό δεν μπορώ να καταλήξω πως η μια ή η άλλη εκδοχή είναι περισσότερο πιθανό παρά όχι να είναι αληθινή. Ο κ. Τσιρίδης επιβεβαίωσε την οικονομική αδυναμία της ενάγουσας να εξαλείψει την υποθήκη της κατοικίας. Τον Σεπτέμβριο του 2004 με εντολή του Αριστείδου συνέταξε συμφωνία με την οποία θα παραχωρείτο στην ενάγουσα παράταση χρόνου μέχρι 30.7.2005 (Τεκμήριο 74) όμως αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους. Ακολούθησε η επιστολογραφία (Τεκμήρια 16, 75, 17 και 79) στην οποία αναφορά έγινε πιο πάνω. Οι συμφωνίες της 17.6.1998 (Τεκμήρια 11 και 30) δεν υπογράφηκαν από την Danilova αλλά μόνο από τη Mamulova για την ίδια και ως πληρεξούσια αντιπρόσωπο της θυγατέρας της. Τούτο συνηγορεί υπέρ του ότι η Danilova είχε φύγει από την Κύπρο και φαίνεται πως προτού αναχωρήσει παραχώρησε το γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 1.6.1998 (Τεκμήριο 59) στη Mamulova για να χειρίζεται τις υποθέσεις της. Θα πρέπει να είναι αυτό το πληρεξούσιο που χρησιμοποιήθηκε ώστε τον Οκτώβριο του 1998 να αποσυρθεί η συμφωνία ημερομηνίας 20.3.1998 από το Κτηματολόγιο, προδήλως από τη Mamulova που είπε πως δεν είχε θύμηση του γεγονότος. Παρουσιάστηκε, ακόμα, από την ενάγουσα επιστολή του Υπουργείου Εσωτερικών, Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης (Τεκμήριο 23) με την οποία πληροφορείται ο δικηγόρος της που είχε υποβάλει σχετικό ερώτημα (Τεκμήριο 22) ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που το τμήμα είχε στη διάθεση του η Danilova δεν φαίνεται να βρισκόταν στην Κύπρο κατά την 11.6.
- Τη θέση αυτή υποστήριξε στη μαρτυρία της η Mamulova που μαρτύρησε πως η θυγατέρα της είχε εγκαταλείψει την Κύπρο το 1998 χωρίς ποτέ να επανέλθει. Η συμπεριφορά του εναγόμενου 2, όπως ο ίδιος την περιγράφει στην ένορκη του δήλωση, καταδεικνύει πως πιθανό να γνώριζε πως η Danilova δεν βρισκόταν στην Κύπρο ή τουλάχιστον να υποπτευόταν πως είχε φύγει. Γι' αυτό και ζητούσε από τη Mamulova διαβεβαίωση ότι εκπροσωπούσε και τη θυγατέρα της και παρέλαβε το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.6.1998 με το οποίο η Danilova εξουσιοδοτούσε τη μητέρα της. Διαφορετικά θα μπορούσε να επιμένει στην ενώπιον του παρουσία και της Danilova. Είναι η κατάληξη μου πως η Danilova είχε από το 1998 εγκαταλείψει την Κύπρο και δεν ήταν στην Κύπρο τον Ιούνιο του
- Παρουσιάστηκε δήλωση ημερομηνίας 17.2.2008 που έκανε ο Σεργκέι Τιτόβ στη Μόσχα και που μεταφράστηκε στα ελληνικά (Τεκμήριο 62) στην οποία δηλώνει ότι όλα τα πληρεξούσια που δόθηκαν από την Mamulova και Danilova ημερομηνίας 11.6.2000 υπογράφησαν στην παρουσία του. Δεν αποδέχομαι τη θέση. Το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν παρουσιάζεται ως μάρτυρας των υπογραφών τους στα πληρεξούσια. Πέραν τούτου όπως έχω διαπιστώσει και αποδεχτεί κατά τον ουσιώδη χρόνο η Danilova δεν ήταν στην Κύπρο. Όποιος επιβεβαιώνει ότι υπέγραψε στην παρουσία του είναι λανθασμένος. Εάν ο πιστοποιών υπάλληλος που υπογράφει συνήργησε στην ψευδή πιστοποίηση ή παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο παραμένει άγνωστο. Ο Σεργκέι όμως που γνώριζε τις αγοράστριες αναμφίβολα ψεύδεται. Παρουσιάστηκε ακόμη δήλωση κάποιου Σχέπελεβ Γκενάντι Νικολάεβιτς που υπόγραψε στο Κρασνοντάρ της Ρωσίας στις 4.6.2008 και που μεταφράστηκε στα ελληνικά (Τεκμήριο 63) ότι ήταν και αυτός παρών όταν η Mamulova και Danilova υπόγραψαν «όλα τα πληρεξούσια και δηλώσεις σε σχέση με την πώληση ημερομηνίας 11 Ιουνίου 2000». Απορρίπτω και αυτή την μαρτυρία. Αναφερόμενη η Elizaveta στις δηλώσεις του Τιτόβ και του Νικολάεβιτς (Τεκμήρια 62 και 63) σημειώνει (παραγρ. 18 του Τεκμηρίου 44) πως η ίδια είχε επικοινωνήσει μαζί τους και της ανέφεραν ότι ήταν παρόντες όταν η Mamulova υπόγραφε τα πληρεξούσια και της το επιβεβαίωσαν και γραπτώς. Εχω όμως σημειώσει πως στις δηλώσεις τους δεν περιορίζονται μόνο στη Mamulova αλλά αναφέρονται και στη Danilova. Ο Ανδρέας Παναγιώτου (Μ.Ε.2) είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Αφυπηρέτησε από την Αστυνομική Δύναμη Κύπρου το 2003, έχοντας εργαστεί για δεκαπέντε χρόνια στη σχετική υπηρεσία της αστυνομίας. Σύγκρινε γραφολογικά τις υπογραφές της Mamulova και Danilova στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο με αριθμό άλλων υπογραφών που έχει καταδειχθεί ότι τους ανήκουν. Ετοίμασε δύο φωτοτεχνικούς πίνακες συγκρίσεως και σχετική έκθεση ημερομηνίας 26.3.2009 (Τεκμήριο 29). Ο μάρτυρας δεν είχε στη διάθεση του τις πρωτότυπες αμφισβητούμενες υπογραφές και με την επιφύλαξη της εξέτασης τους καταλήγει ότι προσανατολίζεται ότι, τόσο στην περίπτωση της Mamulova όσο και της Danilova οι υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές τους, αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιες υπογραφές τους. Όταν η Mamulova είχε καταγγείλει τον εναγόμενο 2 στην αστυνομία για πλαστογραφία του επίδικου πληρεξουσίου εγγράφου, αντίγραφο του είχε εξεταστεί γραφολογικά από την Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Αναφέρεται σε επιστολή της Αστυνομίας προς τον τότε δικηγόρο της Mamulova ημερομηνίας 5.3.2008 (Τεκμήριο 31) πως: «Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πιο πάνω εξέτασης, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο η συγκεκριμένη υπογραφή ανήκει στην παραπονούμενη ή όχι και αυτό γιατί το αντίγραφο υπέστει παραποιήσεις κατά την διαδικασία της φωτοτύπισης του.» Από την παρουσιασθείσα γραφολογική μαρτυρία δεν έχω ικανοποιηθεί κατά τρόπο θετικό πως οι υπογραφές της Mamulova και της Danilova στο επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ήταν πλαστογραφημένες. Η αστυνομία δεν μπορούσε να καταλήξει σε διαπιστώσεις ενώ ο τρόπος έκφρασης του Παναγιώτου στο γραπτό του κείμενο και η χρήση διπλωματικής γλώσσας ότι προσανατολίζεται ότι οι υπογραφές δεν ήταν γνήσιες αφήνει σοβαρά ερωτηματικά στο δικαστήριο. Της Danilova δεν ήταν γνήσια η υπογραφή της, όμως σε αυτό καταλήγω στη βάση του ευρήματος μου πως αυτή απουσίαζε τότε από την Κύπρο και όχι στη βάση της γραφολογικής μαρτυρίας. Η υπεράσπιση δεν κάλεσε γραφολόγο ως μάρτυρα υπεράσπισης. Η κα Στέλλα Γεωργιάδου (Μ.Υ.6) δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων παρουσίασε έκθεση γραφολογικής γνωμοδοτήσεως ημερομηνίας 31.3.2011 (Τεκμήριο 93) που ετοιμάστηκε από την Παρασκευή Φλούδα, ειδική δικαστική γραφολόγο από τη Θεσσαλονίκη. Η Φλούδα δεν εξέτασε γραφολογικά το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο. Οι οδηγίες της, και κατ' ακολουθία η εργασία της, αφορούσε την εξέταση της συμφωνίας της 15.2.2000 για την πληρωμή προς τις αγοράστριες £315.000 και τις έξι σχετικές αποδείξεις που εκδόθηκαν. Περαιτέρω, οι οδηγίες της αφορούσαν την υπογραφή της Mamulova και μόνο. Καταλήγει η Φλούδα στην έκθεση της, κατόπιν συγκρίσεων με μη αμφισβητούμενες υπογραφές της Mamulova, πως οι υπογραφές στα υπό εξέταση έγγραφα ήταν της Mamulova. Το γεγονός πως η Φλούδα δεν εξέτασε γραφολογικά το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο επισημαίνεται στην αγόρευση του δικηγόρου της ενάγουσας. Από την άλλη ο δικηγόρος των εναγομένων υποδεικνύει πως στον Παναγιώτου δεν δόθηκαν οδηγίες να εξετάσει γραφολογικά τη συμφωνία και τις αποδείξεις Τεκμήρια 45 - 52 και
- Αναφέρεται στην αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων πως τα τεκμήρια είχαν αποκαλυφθεί και πως είχαν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν σε άλλες δικαστικές διαδικασίες και η ενάγουσα τα είχε υπόψη της. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκαν σε προηγούμενες δικαστικές διαδικασίες. Τα τεκμήρια αποκαλύφθηκαν με ένορκη δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 24.6.
- Η έκθεση Παναγιώτου φέρει ημερομηνία 26.3.2009, ασφαλώς όμως υπήρχε ευχέρεια εξέτασης τους πριν την ημερομηνία που ο Παναγιώτου κατέθεσε ως μάρτυρας. Επί του ζητήματος θα επανέλθω πιο κάτω. Παρουσιάστηκε επιστολή της Φλούδα, ημερομηνίας 17.5.2011 (Τεκμήριο 92), με την οποία εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο για να μαρτυρήσει. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την υπεράσπιση έγινε προσπάθεια για κλήτευση της Φλούδα (δυνάμει των προνοιών του άρθρου 26 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9) για να αντεξεταστεί σε σχέση με τα ευρήματα της, όμως η παρουσία της δεν κατέστη εφικτή. Με επιστολή της ημερομηνίας 14.6.2011 (Τεκμήριο 94) πληροφορούσε πως οι λόγοι που την εμπόδιζαν να ταξιδέψει στην Κύπρο εξακολουθούσαν να ισχύουν. Η πλευρά της ενάγουσας ζήτησε περαιτέρω την αντεξέταση των Σεργκέι Τιτόβ, Σχέπελεβ Γκενάντι Νικολάεβιτς και του εναγόμενου 2 προς τους οποίους απεύθυνε επιστολές για να εμφανιστούν στο δικαστήριο, χωρίς οιοσδήποτε να ανταποκριθεί. Η μαρτυρία συμπληρώνεται με την κατάθεση του Ιωάννη Μιχαλάκη (Μ.Ε.4), εκτιμητή ακινήτων. Εκτίμησε την επίδικη κατοικία για λογαριασμό της ενάγουσας και ετοίμασε έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 8.3.2011 (Τεκμήριο 41). Σημειώνει πως δεν κατέστηκε δυνατή η εσωτερική επιθεώρηση της κατοικίας αλλά βασίστηκε στα αρχιτεκτονικά σχέδια και τις πληροφορίες που του δόθηκαν από την ενάγουσα. Θεώρησε ότι στο εσωτερικό επρόκειτο για απλή κατοικία παρά τις πληροφορίες από την ενάγουσα ότι είχαν τοποθετηθεί υλικά πολυτελείας. Ακόμα δεν έλαβε υπόψη αναβαθμίσεις οι οποίες του αναφέρθηκαν. Κατά την εκτίμηση του η αξία της κατοικίας την 26.5.2003 ήταν €474.000 και την 18.10.2007 €893.
- Η αξία της κατοικίας σήμερα παραμένει η ίδια. Η εκτίμηση ως προς την αξία της κατοικίας φαίνεται να είναι αποδεχτή από την υπεράσπιση. (βλ. σελ. 5 της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των εναγομένων). Καθόσον αφορά την ενοικιαστική αξία της κατοικίας, ζήτημα που δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση εκτίμησης του, ανάφερε πως για την περίοδο 26.5.2003 - 18.10.2007 (52 ½ μήνες) το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο ήταν €1.696, στο σύνολο €89.040, ενώ για την περίοδο από 18.10.2007 μέχρι σήμερα €3.
- Μπορεί το 2003 το ενοίκιο να ήταν €1.696 και σήμερα να είναι €3.180, ότι όμως δεν μπορώ να αποδεχτώ είναι το διαχωρισμό του μάρτυρα και ότι ξαφνικά τον Οκτώβριο του 2007 το ενοίκιο μπορούσε ουσιαστικά να διπλασιαστεί. Η Mamulova δεν μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν μπορώ να βασιστώ στη δική της μαρτυρία για να διαπιστώσω θετικά πως το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο δεν είναι υπογραμμένο από την ίδια. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας της δεν σημαίνει χωρίς άλλο την αποδοχή των θέσεων της υπεράσπισης. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες η Mamulova παρέδωσε την κατοχή της κατοικίας στον εναγόμενο 2 και η για πέραν των έξι ετών απραξία της, κάθε άλλο παρά συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι διατηρούσε συμφέροντα στην επίδικη κατοικία. Οι δικαιολογίες γιατί να παραδώσει τα κλειδιά της κατοικίας στον εναγόμενο 2 δεν είναι πειστικές, ούτε ικανοποιήθηκα πως επέδειξε οιονδήποτε ενδιαφέρον για το ζήτημα στα χρόνια που ακολούθησαν. Κατά την αναχώρηση της από την Κύπρο εκκρεμούσε εναντίον της και της θυγατέρας της η προαναφερθείσα αγωγή από την ενάγουσα με την οποία η τελευταία αξίωνε την κατοχή της κατοικίας αφού, κατά τη θέση της, είχε τερματίσει τη συμφωνία της 20.3.
- Εάν η Mamulova διατηρούσε ενδιαφέρον και οικονομικά συμφέροντα στην κατοικία και στη συμφωνία της 20.3.1998, θα αναμενόταν να ενδιαφερόταν για την έκβαση της δικαστικής υπόθεσης. Πολύ περισσότερο εάν ο εναγόμενος 2, όπως η ίδια ανέφερε, την απόφευγε και ανέβαλε τις υποχρεώσεις του, θα αναμενόταν να ψάξει μέσω τρίτου το ζήτημα, ενδεχομένως του δικηγόρου που την εκπροσωπούσε στην αγωγή. Και αν ήταν η πραγματικότητα ότι το 2003 ή 2004 είχε πει στον εναγόμενο 2 ότι δεν ήθελε να συνεχίσει τη συμφωνία μαζί του, θα περίμενε κάποιος να του ζητήσει επιστροφή της κατοχής της κατοικίας και να εξετάσει το ζήτημα του διαμερίσματος που είχε πάρει η θυγατέρα της δυνάμει της συμφωνίας της με τον εναγόμενο
- Τίποτε δεν έπραξε, έστω μετά το 2003 ή
- Παρουσιάστηκε από τον Αριστείδου έγγραφο στη ρωσική άνευ ημερομηνίας ως επιστολή που η Mamulova απέστειλε από τη Ρωσία στην ενάγουσα (με μετάφραση στην ελληνική, Τεκμήριο 18) με την οποία την πληροφορεί ότι ούτε η ίδια ούτε η θυγατέρα της είχαν ποτέ εξουσιοδοτήσει τον εναγόμενο 2 να ακυρώσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο που είχαν μαζί της. Δεν έχω ικανοποιηθεί πως πρόκειται για επιστολή της Mamulova που αποστάληκε προς πληροφόρηση της ενάγουσας. Το έγγραφο είναι σε φύλλο χάρτου Α4 και δεν φαίνεται διπλωμένο όπως θα αναμενόταν να είναι μια πρωτότυπη επιστολή που αποστάληκε ταχυδρομικώς. Η εκ του πονηρού αναφορά του Αριστείδου, ο οποίος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, ότι την παρέλαβε σε μεγάλο φάκελο τον οποίο πέταξε, δεν με πείθει. Περαιτέρω αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία του Βασίλη Tουγιάχοβ (Μ.Υ.2), Ρώσου καθηγητή ρωσικών και ελληνικών με ειδικότητα τη γλωσσολογία, ότι το Τεκμήριο 18 δεν είναι κείμενο που συντάχθηκε στα πρότυπα της ρωσικής γλώσσας. Δεν είναι κείμενο γραμμένο από ρωσόφωνα, αλλά πιθανό το κείμενο να συντάχθηκε αρχικά στα ελληνικά και να μεταφράστηκε στα ρωσικά. Ο μάρτυρας επεσήμανε συγκεκριμένα σημεία στο κείμενο του εγγράφου εξηγώντας γιατί συνιστούν λάθη και αντιπαρέβαλε το Τεκμήριο 18 με το Τεκμήριο 39, που παραδεχτά είναι κείμενο που γράφτηκε από τη Mamulova, και όπου ανάλογα σημεία είναι ορθά διατυπωμένα σύμφωνα με τη ρωσική γλώσσα και όπως ένας ρωσόφωνος θα έγγραφε. Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου πως οι πιο πάνω θέσεις δεν ετέθηκαν υπόψη της Mamulova ώστε να της παρασχεθεί η ευκαιρία να προβάλει τις όποιες θέσεις της, το γεγονός όμως δεν διαταράσσει την ισχυρή μου πεποίθηση πως η κατάληξη του Τουγιάχοβ ήταν και ειλικρινής και ορθή. Ενισχυτικό της θέσης πως το Τεκμήριο 18 δεν συντάχθηκε από την Mamulova είναι το γεγονός πως το όνομα του εναγόμενου 2 είναι λανθασμένα γραμμένο, ενώ η ίδια σε άλλα έγγραφα της και σε ενώπιον του δικαστηρίου αναγραφή του (Τεκμήριο 40) το γράφει ορθά. Η συμφωνία της 15.2.2000 για πώληση της κατοικίας από τις πρώτες αγοράστριες στον εναγόμενο 2 στη τιμή των £315.000 και οι σχετικές αποδείξεις δεν συμβαδίζουν με το περιεχόμενο του προσυμφωνητικού ημερομηνίας 7.6.
- Όμως, όσο και αν υπάρχει κάποια διάσταση όσον αφορά το ποσό, σημαντικότερη είναι η αναφορά στο προσυμφωνητικό, που η Mamulova παρουσίασε, πως είχαν μέχρι τότε πληρωθεί £210.000 (£165.000 για την επίδικη κατοικία και £45.000 για το γειτνιάζον οικόπεδο) ενώ ο εναγόμενος 2 όφειλε να πληρώσει ακόμα £80.000 και επιπλέον να εξοφλήσει χρέη της Mamulova ύψους £20.
- Οι αποδείξεις που παρουσίασε η υπεράσπιση αναφέρονται σε $500.000 που αντιστοιχεί σε ποσό μεγαλύτερο των £210.
- Οι συναλλαγές του εναγόμενου 2 με τη Mamulova δεν ήταν ξεκάθαρες, το ουσιαστικότερο όμως είναι πως η Mamulova με δικό της έγγραφο παραδέχεται την είσπραξη £210.000, θέση κάθετα αντίθετη με τη διά ζώσης θέση της και που ανατρέπει την όλη εκδοχή της. Περαιτέρω η εκδοχή της Mamulova πως συμφώνησε την πώληση της κατοικίας στον εναγόμενο 2 για £100.000 και αργότερα συμβιβάστηκε στις £80.000, προβάλλει αφ' εαυτής αναληθοφανής ενόψει του γεγονότος πως μαζί με τη θυγατέρα της είχαν ήδη πληρώσει προς την ενάγουσα ποσό £129.622 για την περιουσία η αξία της οποίας είναι λογικό πως στο μεταξύ είχε αυξηθεί. Ερωτηματικό, κατά τρόπο που αδυνατίζει περαιτέρω την εκδοχή της Mamulova και κατ' ακολουθία την υπόθεση της ενάγουσας, παραμένει το ζήτημα του γειτνιάζοντος οικοπέδου. Δεν έχει μαρτυρηθεί κατά πόσο οι πρώτες αγοράστριες έχουν προβεί σε οιαδήποτε διαβήματα για οιαδήποτε τυχόν συμφέροντα ενδεχομένως διατείνονται ότι διατηρούν σε αυτό. Η ουσία της υπόθεσης είναι κατά πόσο οι πρώτες αγοράστριες εξουσιοδότησαν τον εναγόμενο 2 να ενεργεί εκ μέρους τους σε σχέση με την επίδικη κατοικία. Το ζήτημα δεν είναι ταυτόσημο με το κατά πόσο το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ήταν γνήσιο ή όχι. Είναι η κατάληξη μου πως ο εναγόμενος 2 απέκτησε τα συμφέροντα των πρώτων αγοραστριών στην επίδικη κατοικία και ως συνέπεια εξουσιοδοτήθηκε από αυτές να χειριστεί τα ζητήματα που αφορούσαν την περιουσία ώστε αυτή να καταλήξει στην κυριότητα του ή οιουδήποτε άλλου προσώπου αυτός ήθελε επιλέξει. Η εξουσιοδότηση δόθηκε από τη Mamulova που ενεργούσε και για λογαριασμό της θυγατέρας της Danilova. Μαρτυρείται από έγγραφα που δεν αμφισβητήθηκε ότι συντάχθηκαν από τη Mamulova. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο χειρόγραφο πληρεξούσιο ημερομηνίας 8.6.2000, που η Mamulova παραδέχτηκε ότι συνέταξε (Τεκμήριο 39 και 57). Προκύπτει αβίαστα πως η Mamulova εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να χειρίζεται την υπόθεση της κατοικίας κατά τρόπο που έστω και αν δεν επιβεβαιώνει, τουλάχιστο συνηγορεί υπέρ της εκδοχής πως ο εναγόμενος 2 είχε αποκτήσει τα συμφέροντα των πρώτων αγοραστριών στην κατοικία. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία πως ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον πιο πάνω τρόπο εξουσιοδοτημένος και υπό τας περιστάσεις κανένα λόγο δεν θα είχε να κατασκευάσει πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο όπως του αποδίδεται. Ανάλογη σημασία αποδίδω και στο χειρόγραφο της Mamulova ιδίας ημερομηνίας (Τεκμήριο 56) με το οποίο η συντάχτρια δηλώνει ότι παραχωρούσε τα δικαιώματα της στην επίδικη κατοικία στον εναγόμενο 2, ο οποίος από τότε θα ήταν ο δικαιούχος ιδιοκτήτης της. Είναι ξεκάθαρο πως στον εναγόμενο 2 είχε δοθεί εξουσιοδότηση, χωρίς περιορισμούς και όρους να χειρίζεται το ζήτημα της επίδικης κατοικίας. Εξουσιοδότηση που κάλυπτε τις ενέργειες στις οποίες αυτός προέβηκε στις 26.5.
- Απορρίπτω τη θέση της Mamulova ότι το 2003 ή 2004 είχε πει στον εναγόμενο 2 ότι δεν ήθελε να συνεχίσει τη συμφωνία μαζί του. Ακόμα και αν η θέση αυτή γινόταν αποδεχτή κατά τρόπο που να συνιστά ανάκληση της εξουσιοδότησης του εναγόμενου 2 δεν καταδεικνύεται πως η ανάκληση έγινε πριν τις 26.5.2003 αφού μπορεί να ήταν και το
- Τούτο δεν σημαίνει πως το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο ήταν καθ' όλα γνήσιο. Είναι άλλωστε η κατάληξη μου πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής του η Danilova δεν ήταν στην Κύπρο. Αποδέχομαι τη θέση της υπεράσπισης πως το έγγραφο παραδόθηκε στον εναγόμενο 2 από τη Mamulova. Επί τούτου αποδέχομαι την εξ ακοής μαρτυρία του εναγόμενου
- Όχι για οποιοδήποτε λόγο που θα μπορούσε να άπτεται της αξιοπιστίας του προσώπου που ουδέποτε είδα, αλλά γιατί τεκμηριωμένα ενώπιον μου περιστατικά συνηγορούν πως αυτό έγινε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Elizaveta η οποία μου έκανε πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ότι η ημέρα που παραδόθηκαν στην παρουσία της έγγραφα από την Mamulova στον πατέρα της ήταν ίσως Κυριακή, όπως της υποβλήθηκε, δεν ανατρέπει την εκδοχή της. Η Elizaveta έδωσε άμεσα ικανοποιητική εξήγηση. Δεν μου διαφεύγει πως η μαρτυρία της δεν αφορά το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο αλλά αυτό που δόθηκε νωρίτερα δηλαδή το Τεκμήριο
- Εφόσον το πληρεξούσιο αυτό προήλθε από την Mamulova είναι εκτός λογικής συνέπειας να υποστηρίξει κάποιος πως το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο πλαστογραφήθηκε από τον εναγόμενο 2 για να προωθήσει οιοδήποτε δόλιο σχέδιο. Προς τούτο συνηγορεί και η ύπαρξη του Τεκμηρίου
- Η Mamulova ασφαλώς και έθεσε την υπογραφή της επί του πληρεξουσίου και προς διευκόλυνση των διαδικασιών έθεσε ή ενήργησε ώστε να τεθεί και η υπογραφή της θυγατέρας της, όχι με δόλια σκέψη αφού ήταν από την τελευταία εξουσιοδοτημένη με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 1.6.1998 (Τεκμήριο 59). Ίσως η υπεράσπιση ή ο εναγόμενος 2 να γνωρίζουν σήμερα πως το επίδικο πληρεξούσιο δεν υπογράφηκε από τη Danilova αλλά μόνο με εξουσιοδότηση της. Ίσως γι' αυτό και να απέφυγαν την παρουσίαση του πρωτότυπου. Όσον αφορά τη συμφωνία ημερομηνίας 15.2.2000 εφόσον την υπογράφει και ο ίδιος ο εναγόμενος 2 σημαίνει πως γνώριζε πως η Danilova δεν ήταν παρούσα. Ίσως γι' αυτό ζητήθηκε από τη Φλούδα εξέταση της υπογραφής της Mamulova μόνο. Η υπεράσπιση έχει στην κατοχή της τα πρωτότυπα αγοραπωλητήρια έγγραφα με τα οποία οι πρώτες αγοράστριες αγόρασαν την επίδικη κατοικία και το γειτνιάζον οικόπεδο από την ενάγουσα. Η παράδοση των εγγράφων αυτών από τη Mamulova στον εναγόμενο 2, που η Elizaveta μαρτύρησε και δεν αμφισβητήθηκε, συνηγορεί υπέρ του ότι οι πρώτες αγοράστριες δεν είχαν πλέον οικονομικό ή άλλο ενδιαφέρον σε σχέση με την επίδικη κατοικία και το γειτνιάζον οικόπεδο. Εάν είχαν να λαμβάνουν κάποιο χρηματικό ποσό από τον εναγόμενο 2 είναι ζήτημα διαφορετικό. Ο δικηγόρος των εναγομένων κάλεσε το δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία του Αριστείδου και να εξεύρει πως αυτός με κακή πίστη και δολιότητα συνήργησε με τη Mamulova και κατασκεύασε την παρούσα υπόθεση για να απαλλαγεί της οικονομικά ανυπέρβλητης για την ενάγουσα υποχρέωσης να εξαλείψει την υποθήκη και να μεταβιβάσει την κατοικία στην εναγόμενη
- Το Τεκμήριο 20 είναι γενικό πληρεξούσιο ημερομηνίας 5.4.2006 με το οποίο η Mamulova και Danilova πληρεξουσιοδοτούσαν τον Αριστείδου να χειρίζεται τις υποθέσεις τους στην Κύπρο. Υπογράφηκε στην πρεσβεία της Κύπρου στη Μόσχα κατά την επίσκεψη του Αριστείδου εκεί. (βλ. Τεκμήριο 19). Υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία του Αριστείδου και της Mamulova ως προς τις συνθήκες υπογραφής του πληρεξουσίου αυτού. Σημασία όμως έχει το γεγονός της ύπαρξης του που συνηγορεί ή τουλάχιστον παρέχει έδαφος για τις υποψίες των εναγομένων. Ο Αριστείδου δεν μου έκαμε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Έχω σοβαρές υποψίες, χωρίς να μπορώ να δικαιολογήσω θετικό εύρημα προς τούτο, πως γνώριζε πως η Danilova δεν είχε η ίδια υπογράψει το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο και προσπάθησε, εκμεταλλευόμενος το γεγονός, να δημιουργήσει ζήτημα για να απαλλαγεί η ενάγουσα των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της εναγόμενης 1, αφού αδυνατούσε να εξοφλήσει την υποθήκη. Πιστεύω πως ο Αριστείδου ήταν γνώστης της αλήθειας ότι οι πρώτες αγοράστριες είχαν πωλήσει τα συμφέροντα τους στην επίδικη κατοικία στον εναγόμενο 2 και τον είχαν εξουσιοδοτήσει να χειρίζεται το ζήτημα αφού αυτός ήταν πλέον ο δικαιούχος στην περιουσία. Η ουσιαστικότερη αδυναμία της θέσης της υπεράσπισης είναι οι πιστοποιήσεις ημερομηνίας 20.7.2000 που παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 47-52 και
- Ο εναγόμενος 2 με την απουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα δεν έδωσε την ευκαιρία να ερωτηθεί για να δώσει τις εξηγήσεις του ούτε και τέτοιες πρόσφερε με την γραπτή του δήλωση. Η Elizaveta που ρωτήθηκε σχετικά δεν γνώριζε καμιά εξήγηση να δώσει. Μόνο υποθέσεις μπορεί να γίνουν που δεν έχουν καμιά απολύτως αξία. Σε επιστολή της ημερομηνίας 16.10.2008 που συντάχθηκε από την Elizaveta και η εναγόμενη 1 απέστειλε προς το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (μέρος του Τεκμηρίου 84) αναφέρεται στη σελίδα 2 πως η συμφωνία με τις αγοράστριες ημερομηνίας 15.2.2000 υπογράφηκε μετά την πληρωμή όλων των ποσών προς αυτές. Τούτο παρέχει μια εξήγηση γιατί στη συμφωνία να καταγράφεται πως το ποσό είχε καταβληθεί. Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε, οι ημερομηνίες των Δηλώσεων - Αποδείξεων είναι μεταγενέστερες της 15.2.
- Ότι όλες μαρτυρούνται από τα ίδια δύο πρόσωπα ενδεχομένως να σημαίνει πως όλες συντάχθηκαν την ίδια ημέρα. Ενδεχομένως και η συμφωνία ημερομηνίας 15.2.
- Ίσως όλα αυτά τα έγγραφα να υπογράφηκαν στις 20.7.2000 με τις ημερομηνίες που πράγματι έγινε η συμφωνία και πράγματι πληρώθηκαν τα ποσά. Έτσι μπορεί να δικαιολογούνται οι πιστοποιήσεις από τον πιστοποιούντα υπάλληλο. Έχω την εντύπωση πως τα ζητήματα θα μπορούσαν να είχαν διερευνηθεί σε μεγαλύτερο βάθος, όπως όμως η υπόθεση παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένουμε στη σφαίρα των εικασιών. Ο δικηγόρος των εναγομένων κάλεσε το δικαστήριο να αποδεχτεί την εξ' ακοής μαρτυρία της Φλούδα και να προβεί σε εύρημα πως η υπογραφή της Mamulova επί των πιο πάνω εγγράφων ήταν γνήσια. Αδυνατώ να το πράξω. Χωρίς να απορρίπτω τη μαρτυρία της ως λανθασμένη, αναξιόπιστη ή μη ειλικρινή δεν τη δέχομαι ως ορθή, αξιόπιστη ή ειλικρινή. Δεν είχα την ευκαιρία να την παρακολουθήσω στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μόνη μαρτυρία που θα μπορούσε να ενισχύσει ή καταρρίψει τη θέση της είναι αυτή των πρωταγωνιστών στα γεγονότα, εάν όμως καταλήξω σε ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας των τελευταίων, προς τι η γραφολογική θέση; Κατάληξη επί του ζητήματος θα ήταν βοηθητική, όμως εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 2 οφείλει χρήματα στις πρώτες αγοράστριες ή αν παρέλειψε να συμμορφωθεί με την όποια συμφωνία είχε μαζί τους, αλλά κατά πόσο είχε εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί για λογαριασμό τους και η εξουσιοδότηση του ήταν σε ισχύ την 26.5.
- Τα πρώτα είναι ζητήματα που οι ενδιαφερόμενοι ίσως επιλέξουν να τα επιλύσουν, ρυθμιστικά γι' αυτούς, σε άλλες διαδικασίες. Παρουσιάστηκε αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 24.6.2010 στην αγωγή 3586/07 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 90) όπου οι παρόντες εναγόμενοι ενάγονταν από κάποιο Vadim Esipovich. Η υπόθεση είχε κριθεί στη μαρτυρία του ενάγοντα ερήμην των εναγομένων. Το δικαστήριο είχε δεχθεί πως ο εναγόμενος 2 με πλαστογραφημένο πληρεξούσιο έγγραφο ακύρωσε αγοραπωλητήριο έγγραφο με το οποίο ο ενάγοντας είχε αγοράσει περιουσία την οποία αυθημερόν αγόρασε η εναγόμενη
- Φαίνεται πως υπήρχε και μια άλλη αγωγή μεταξύ του εναγόμενου 2 και του Esipovich, η 3797/00 που είχε διευθετηθεί προηγουμένως και που φαίνεται να συνδεόταν με το επίδικο ζήτημα. Η ενάγουσα παρουσίασε την απόφαση αυτή για να καταδείξει πως οι εναγόμενοι έχουν ενεργήσει με τον ίδιο δόλιο τρόπο όπως τους αποδίδεται στην παρούσα υπόθεση και σε άλλη περίπτωση. Οι περιστάσεις είναι δυνατό να δημιουργήσουν εντυπώσεις, ωστόσο η παρούσα υπόθεση κρίνεται με την μαρτυρία που αφορά τις δικές της περιστάσεις και βασικό κριτήριο στην κρίση του δικαστηρίου αποτέλεσαν τα χειρόγραφα της Mamulova της εποχής με τα οποία παρέχονται στον εναγόμενο 2 οι ίδιες ουσιαστικά εξουσίες που του δίδονται με το επίδικο υπό αμφισβήτηση πληρεξούσιο έγγραφο. Υποστηρίχτηκε από το δικηγόρο των εναγόμενων κατά την τελική του αγόρευση πως η ενάγουσα στερείται αγώγιμου δικαιώματος και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή θα πρέπει, χωρίς άλλο, να απορριφθεί. Είναι η θέση του πως η ενάγουσα έχοντας από το 1998 πωλήσει την επίδικη κατοικία στις πρώτες αγοράστριες ουδεμία ζημιά θα μπορούσε να είχε υποστεί αφού και το υπόλοιπο του, κατά τη θέση του, αυξημένου τιμήματος πώλησης της κατοικίας ήταν στη διάθεση της στη φύλαξη των δικηγόρων των εναγομένων. Μόνο οι πρώτες αγοράστριες θα μπορούσαν να είχαν υποστεί βλάβη και να είχαν, συνεπώς, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων. Εάν το επίδικο πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο από τον εναγόμενο 2 ή καλύτερα εάν ο εναγόμενος 2 δεν είχε εξουσιοδότηση από τις πρώτες αγοράστριες να ακυρώσει τη συμφωνία τους για αγορά της κατοικίας αυτή θα ήταν σε ισχύ αφού η αγωγή αρ. 661/00 Ε.Δ. Λεμεσού όπου η ενάγουσα επικαλείται τον τερματισμό της απορρίφθηκε. Τούτο κατόπιν των συμφωνιών της 26.5.2003, δεν αφορά όμως η παρούσα αγωγή αξίωση για ακύρωση της εξ συμφώνου απόφασης της 30.5.
- Άλλωστε οι τότε εναγόμενες δεν είναι διάδικα μέρη στην παρούσα αγωγή. Εάν η συμφωνία της ενάγουσας με τις πρώτες αγοράστριες είναι σε ισχύ η ενάγουσα έχει σε σχέση με την επίδικη κατοικία συμβατικές υποχρεώσεις προς τις πρώτες αγοράστριες. Θα μπορούσε να μεταβιβάσει σε αυτές την επίδικη κατοικία όσον δε αφορά την κατοχή της σημειώνεται πως δεν είναι η ενάγουσα που την παρέδωσε στους εναγόμενους αλλά οι ίδιες οι πρώτες αγοράστριες. Εάν οι πρώτες αγοράστριες εξοφλούσαν την ενάγουσα και καταχωρούσαν αγωγή εναντίον της αξιώνοντας τη μεταβίβαση της κυριότητας της κατοικίας, τότε η ενάγουσα θα είχε την ευχέρεια προσεπίκλησης των εναγομένων ως τριτοδιαδίκων ώστε το ζήτημα να αποφασιστεί μεταξύ όλων και να μην παραμείνει η ενάγουσα εκτεθειμένη καθ' οιονδήποτε τρόπο. Όμως δεν βρίσκω πως η ενάγουσα δεν θα μπορούσε να αναλάβει την πρωτοβουλία. Άλλωστε είχε να λαμβάνει χρήμα από την πώληση της επίδικης κατοικίας είτε από τις πρώτες αγοράστριες είτε από τους εναγόμενους. Δεν ήταν υπόχρεα να αναμένει την εκδήλωση αξίωσης από οιονδήποτε, των πρώτων αγοραστριών ή των εναγόμενων, για να ρυθμιστούν τα δικά της δικαιώματα. Εφόσον πίστευε ή έστω ηθέλησε να επικαλεστεί πως οι εναγόμενοι βρίσκονταν εν αδίκω κίνησε την παρούσα αγωγή για να απαλλαγεί από τις συμβατικές προς αυτούς υποχρεώσεις της. Αυτό θα ήταν από μόνο του αρκετό όμως περαιτέρω ανάλυση του θέματος περιττεύει εν όψει της κατάληξης μου ως προς τα γεγονότα. Ο δικηγόρος της ενάγουσας κάλεσε το δικαστήριο να καταλήξει πως οι συμφωνίες της 26.5.2003 καλύπτονται από παρανομία. Αδυνατώ να καταλήξω σε τέτοιο εύρημα. Οι συμφωνίες ήσαν νόμιμες. Ο εναγόμενος 2 είχε την εξουσιοδότηση των πρώτων αγοραστριών ώστε να υπογράψει την ακυρωτική συμφωνία, κατόπιν δε τούτου μπορούσε να υπογραφεί η συμφωνία για αγορά της επίδικης κατοικίας από την εναγόμενη
- Με την υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας οι πρώτες αγοράστριες έπαψαν να έχουν οιαδήποτε δικαιώματα στην επίδικη κατοικία. Αυτή, είναι πλέον το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης
- Με την 'Εκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους οι εναγόμενοι πέραν της άρνησης της θέσης της ενάγουσας ότι αυτοί πλαστογράφησαν το επίδικο πληρεξούσιο έγγραφο αναφέρουν πως επανειλημμένα είχαν καλέσει την ενάγουσα να παρουσιαστεί στο Κτηματολόγιο για να τους μεταβιβάσει την κατοικία αφού την εξοφλήσουν το συμφωνηθέν τίμημα. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους της ενάγουσας μέσω του Αριστείδου στη βάσει των οποίων ανταπαιτούν το ποσό των €289.987,25 (£169.722) που έχουν «καταβάλει» στην ενάγουσα ως επίσης και το ποσό των €538.209,45 (£315.000) που πλήρωσαν στις πρώτες αγοράστριες. Αξιώνουν ακόμα διάταγμα του δικαστηρίου που να διατάσσει την ενάγουσα να μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι τους την κατοικία ελεύθερη από κάθε επιβάρυνση. Παρουσιάστηκε επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 19.12.2005 προς τον Αριστείδου και το δικηγόρο του (Τεκμήριο 80) με την οποία ουσιαστικά τους καλούσαν να τους μεταβιβάσουν την κατοικία. Ακολούθησε την 27.2.2006 νέα επιστολή της εναγόμενης 1 προς τον Αριστείδου (Τεκμήριο 82) με ανάλογο περιεχόμενο. Την 20.4.2006 η εναγόμενη 1 κατεχώρισε εναντίον της ενάγουσας και του Αριστείδου προσωπικά την Αγωγή αρ. 1871/2006 Ε.Δ. Λεμεσού, αξιώνοντας αποζημιώσεις της τάξεως των £450.
- Παρουσιάστηκε το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Τεκμήριο 83) όπου γίνεται αναφορά στην επίδικη συμφωνία και ότι υπήρξε παράβαση της. Δεν αξιωνόταν η ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Αναφέρθηκε πως η αγωγή δεν προωθήθηκε περαιτέρω αφού ο Αριστείδου εμφανίστηκε στο δικαστήριο και υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε την υποθήκη και θα μεταβίβαζε την κατοικία. Δεν υπήρξε συνέπεια από την ενάγουσα. Οι ισχυρισμοί του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων αναφορικά με το ζήτημα της υποθήκης δεν έχουν αποδειχθεί. Γεγονός παραμένει η υποθήκευση της κατοικίας την οποία η ενάγουσα ανέλαβε να έχει ελεύθερη από κάθε βάρος κατά τον χρόνο μεταβίβασης στην εναγόμενη
- Η ενάγουσα δεν έχει εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή. Η εξέλιξη των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης θα έπρεπε να ήταν να ζητήσει η εναγόμενη 1 από την ενάγουσα να της μεταβιβάσει την κατοικία δηλώνοντας την πρόθεση της να καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς. Εάν δεν υπήρχε συμμόρφωση από την ενάγουσα η εναγόμενη 1 θα έπρεπε να διεκδικήσει δικαστικά την ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εάν δε δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, που ίσχυε κατά τους ουσιώδεις χρόνους, να διεκδικήσει χρηματική αποζημίωση στη βάση της αξίας της κατοικίας. Σύμφωνα με τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232, άρθρο 2, σύμβαση για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας ήταν δεχτική ειδικής εκτέλεσης αν ήταν έγκυρη και τηρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: Να ήταν γραπτή. Να είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο εντός δύο μηνών από της σύναψης της. Ο αγοραστής να είχε καλέσει πριν από την έγερση της αγωγής τον πωλητή να εμφανιστεί στο Κτηματολόγιο και να δηλώσει ότι συμφώνησε να πωλήσει την ιδιοκτησία που αναφέρεται στη σύμβαση και η αγωγή να είχε καταχωριστεί εντός έξι μηνών από την παράλειψη του πωλητή να μεταβιβάσει. Μαρτυρήθηκε η αποστολή δύο επιστολών (Τεκμήρια 80 και 82) όμως στη συνέχεια καταχωρίστηκε αγωγή η οποία δεν προωθήθηκε. Δεν θα μπορούσε να προωθηθεί με την παρούσα αγωγή αξίωση για ειδική εκτέλεση στη βάση των επιστολών εκείνων που χρονικά απείχαν πέραν του εξαμήνου από την παρούσα αγωγή (20 μήνες η δεύτερη επιστολή) και την καταχώρηση της Ανταπαίτησης (32 μήνες η δεύτερη επιστολή). Πέραν τούτου, είναι αμφίβολο κατά πόσο το περιεχόμενο οιασδήποτε από τις επιστολές πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 2 του Κεφ.
- Την 29.4.2011 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (αρ. 81(I) του 2011). Το άρθρο 17 προνοεί πως η ισχύς του νόμου αρχίζει μετά την παρέλευση τριών μηνών από τη δημοσίευση του, δηλαδή την 30.7.
- Το άρθρο 18 καταργεί τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Κεφ. 232 από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νέου Νόμου. Επομένως, σήμερα δεν ισχύει ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ.
- Το άρθρο 16 αφορά στις μεταβατικές διατάξεις και προβλέπει στο εδάφιο
(2)ότι οι διατάξεις του νέου Νόμου εφαρμόζονται και σε σχέση με συμβάσεις που συνομολογήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης του οι οποίες είναι ήδη κατατεθειμένες στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, ανεξάρτητα αν σε σχέση με αυτές εκκρεμεί, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του νέου Νόμου, οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Προϋπόθεση είναι (εδάφιο
(1)) η σύμβαση να βρίσκεται σε ισχύ. Όταν ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (αρ. 81(I) του 2011) εφαρμόζεται η σύμβαση μπορεί να είναι δεχτική ειδικής εκτέλεσης με διάταγμα του Δικαστηρίου εφόσον (α) η σύμβαση είναι δεόντως κατατεθειμένη και η αγωγή για έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση εγείρεται εντός της περιόδου παραγραφής που προβλέπεται για τη σχετική απαίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 7, εδάφιο
(1), το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης υπό οποιουσδήποτε όρους τούτο κρίνει αναγκαίους, παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σύμφωνα δε με το εδάφιο
(4)το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης και στην περίπτωση που πριν από την κατάθεση της σύμβασης υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη που επιβαρύνει την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης αν ικανοποιηθεί ότι ο αγοραστής κατέβαλε έναντι του ενυπόθηκου χρέους το ποσό που αναλογεί στο αντικείμενο της σύμβασης. Η ρητή αναφορά στο εδάφιο
(4)για την περίπτωση που υπάρχει ήδη κατατεθειμένη υποθήκη, περιορίζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την εξουσία που παρέχεται με το εδάφιο
(1). Συνεπώς εφόσον στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει προγενέστερη εγγραφή υποθήκης και ο ενυπόθηκος δανειστής δεν έχει πληρωθεί, δεν υπάρχει ευχέρεια το Δικαστήριο να διατάξει ειδική εκτέλεση της συμφωνίας. Ως εκ τούτου η μόνη θεραπεία στην οποία δικαιούται η εναγόμενη 1 είναι η χρηματική αποζημίωση λόγω της άρνησης της ενάγουσας να της μεταβιβάσει την κατοικία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όμως δεν δικογραφείται πότε επεσυνέβηκε αυτή η παράλειψη ούτε δικογραφείται ποια ήταν η αξία της επίδικης κατοικίας κατά τον χρόνο της παράλειψης και κατ' ακολουθία διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρεται στην Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ 867, 879 πως ο κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της αποζημίωσης την οποία δικαιούται ο συμβαλλόμενος από τη διάρρηξη της συμφωνίας από τον αντισυμβαλλόμενο είναι, κατά κανόνα, ο χρόνος της διάρρηξης και το επίμετρο η διαφορά μεταξύ της κοινής αγοράς και της αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης. Μπορεί όμως το Δικαστήριο να καθορίσει άλλο χρόνο για τον υπολογισμό της αξίας του ακινήτου. Η χρηματική ανταξίωση των εναγομένων προβάλλεται κατά τρόπο ανορθόδοξο. Το ποσό των £315.000 (παραγρ. (γ) του παρακλητικού), που κατά τους εναγόμενους πληρώθηκε στις πρώτες αγοράστριες, πληρώθηκε προτού καν οι εναγόμενοι γνωρίσουν την ενάγουσα. Μπορεί να επρόκειτο για καλή ή κακή συναλλαγή, ανάλογα με την πραγματική αξία της επίδικης κατοικίας. Δεν μπορεί η ενάγουσα να έχει οιαδήποτε ευθύνη για την αποπληρωμή του. Δεν συνιστά τη σωστή βάση πάνω στην οποία θα μπορούσε η ενάγουσα να κληθεί να αποζημιώσει για την παράλειψη της να μεταβιβάσει την επίδικη κατοικία στην εναγόμενη
- Το ποσό ή οποιοδήποτε ποσό πληρώθηκε στις πρώτες αγοράστριες ήταν το αντάλλαγμα για να αποκτήσουν οι εναγόμενοι τα δικαιώματα τους στην επίδικη κατοικία, περιλαμβανομένης της προκαταβολής και των διαφόρων πληρωμών που είχαν κάμει που συμποσούνταν σε £129.
- Το άλλο διεκδικούμενο ποσό είναι αυτό των £169.722 (παραγρ. (β) του παρακλητικού). Περιλαμβάνει ποσό £40.000 που πληρώθηκε από τους εναγόμενους στην ενάγουσα και το πιο πάνω ποσό των £129.722 που είχε καταβληθεί από τις πρώτες αγοράστριες και που μπορεί να θεωρηθεί πως επιστράφηκε στους εναγόμενους που το επαναπλήρωσαν στην ενάγουσα. Ακόμα και εάν οι εναγόμενοι είχαν πληρώσει και θα μπορούσαν να διεκδικήσουν από την ενάγουσα το ποσό που πλήρωσαν στις πρώτες αγοράστριες από αυτό θα έπρεπε να αφαιρεθεί το ποσό των £129.722 που διεκδικείται ξεχωριστά. Διαφορετικά θα είχαμε διπλή αποζημίωση. Μόνο στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά σε «τρέχουσα» αξία της επίδικης κατοικίας στις £500.000 (παραγρ. 11), ισχυρισμό που οι εναγόμενοι αρνούνταν (παραγρ. 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Ωστόσο δεν αντεξέτασαν τον μάρτυρα Ι. Μιχαλάκη που μαρτύρησε πως η αξία της επίδικης κατοικίας ήταν την 18.10.2007 (ημερ. καταχώρησης της αγωγής) €893.000 και αποδέχτηκαν την θέση του, την οποία και το Δικαστήριο αποδέχεται. Δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο οι εναγόμενοι επικαλούνται ως αιτία ανταξίωσης στην παρούσα υπόθεση την παράλειψη της ενάγουσας να συμμορφωθεί με το περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 19.12.2005 και 27.2.2006 (δεν θα μπορούσαν με δεδομένη την αγωγή 1871/2006 Ε.Δ. Λεμεσού και το όποιο αποτέλεσμα είχε) ή απλά καταγράφουν το γεγονός ως μέρος του ιστορικού της υπόθεσης και περιορίζουν την ανταπαίτηση τους στη βάση του ότι εξαπατήθηκαν γιατί τους απεκρύβη η ύπαρξη της υποθήκης. Προκύπτει λοιπόν πως ούτε στις επιστολές μπορούν οι εναγόμενοι να βασιστούν, ούτε και έχουν αποδείξει ότι εξαπατήθηκαν γιατί τους αποκρύβει το γεγονός της υποθήκης. Όμως η ενάγουσα με την καταχώριση της αγωγής επιβεβαίωσε ξεκάθαρα την πρόθεση της να μη μεταβιβάσει την κατοικία στην εναγόμενη
- Δικαιούται συνεπώς η εναγόμενη 1 στη ζημιά που θα υποστεί λόγω του ότι δεν θα καταστεί ιδιοκτήτρια της κατοικίας. Ο επιδικασμός ποσού £169.722 στην Ανταπαίτηση θα συνιστά ουσιαστική αδικία προς την εναγόμενη 1 αφού το ποσό είναι αναμφίβολα ανεπαρκές για να την αποζημιώσει για τη μη μεταβίβαση της επίδικης κατοικίας στο όνομα της. Δικαιότερο θα ήταν να της επιδικαστεί τέτοιο ποσό που να αντιπροσωπεύει την αξία της κατοικίας κατά την καταχώριση της αγωγής, σύμφωνα με την ενάγουσα, μείον το ποσό των £100.000 (€170.860) που εκκρεμεί προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Η εναγόμενη 1 δεν παρουσίασε την ανταπαίτησή της σε αυτή τη μορφή, είναι όμως ορθό και δίκαιο αυτή να τροποποιηθεί ώστε να αποδοθεί η δίκαιη θεραπεία. Ταυτόχρονα θα πρέπει να εκδοθεί και διάταγμα, με την κατάλληλη αναστολή, ώστε οι εναγόμενοι να εγκαταλείψουν την κατοικία. Εφόσον η εναγόμενη 1 θα αποζημιωθεί σε χρήμα δεν μπορεί να συνεχίσει να κατέχει την περιουσία. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν είναι απόρροια επιτυχίας οιασδήποτε πτυχής της αξίωσης αλλά λογική συνέπεια της επιτυχίας της ανταπαίτησης για χρηματική αποζημίωση. Ως εκ των ανωτέρω, η απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγόμενης 1 για το ποσό των €722.140 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της ανταπαίτησης και εκδίδεται εναντίον των εναγομένων διάταγμα για εκκένωση και παράδοση ελεύθερης κατοχής της επίδικης κατοικίας στην ενάγουσα με αναστολή έξι μηνών. Επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης 1 έξοδα ανταπαίτησης όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση του εναγομένου 2 απορρίπτεται. Καμιά διαταγή για έξοδα γι'αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Νοείται πως για τις δικασίμους που αφορούσαν τόσο την απαίτηση όσο και την ανταπαίτηση έξοδα επιδικάζονται μια μόνο φορά στην υψηλότερη κλίμακα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή υπεράσπιση και εκπροσώπηση δεν δικαιούνται σε ξεχωριστό σετ εξόδων. Η απόφαση να μη συνταχθεί προτού οι εναγόμενοι καταχωρίσουν τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με την προσθήκη παραγράφου 14(α) ως ακολούθως: «Κατά την καταχώριση της αγωγής η αξία της επίδικης κατοικίας ήταν €893.000». Η επίδικη σύμβαση θα παραμείνει καταχωρημένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για τους σκοπούς του άρθρου 5
(3)και
(6)του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011. Η ενάγουσα, που καταχώρισε την παρούσα αγωγή προτάσσοντας τα δικαιώματα των πρώτων αγοραστριών και τις συνεπακόλουθες δικές της υποχρεώσεις εναντίον τους, δύναται πλέον να προτείνει προς την εναγόμενη 1 αντί να της καταβάλει το ποσό της απόφασης να της μεταβιβάσει την κατοικία ελεύθερη από την υποθήκη. Το ποσό των €170.860 (₤100.000) που εκκρεμούσε μπορεί να πληρωθεί από τους εναγομένους έναντι του ενυπόθηκου χρέους. Ενδεχομένως και η εναγόμενη 1, που για χρόνια τώρα είναι εγκατεστημένη στην κατοικία, να προτιμά την ιδιοκτησία της πληρώνοντας €170.860 παρά το επιδικασθέν ποσό. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Αναφορά: Ακύρωση συμφωνίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο