← Κύπρος

Λένιν Θεοδούλου ν. Mustafa Svavadi, Αρ. Αγωγής: 294/07, 14 Σεπτεμβρίου, 2011

Λένιν Θεοδούλου ν. Mustafa Svavadi, Αρ. Αγωγής: 294/07, 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A251 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 294/07 Μεταξύ: Λένιν Θεοδούλου Ενάγοντα και Mustafa Svavadi Εναγόμενο - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2011 Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Χ"Λοϊζου με κ. Π. Χ"Λοϊζου Για τον Εναγόμενο: κα Στ. Ερωτοκρίτου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ενώ στο εδώλιο του μάρτυρα βρισκόταν ο ΜΥ2 Κυριάκος Λοϊζίδης, ιδιωτικός ερευνητής, μετά την απάντηση του «εδόθη στο γραφείο μου εντολή από την ασφαλιστική εταιρεία Κόσμος να παρακολουθήσουμε τον Λένιν και ότι «ο ίδιος διεξήγαγα την έρευνα από 24.7.09» ηγέρθηκε ένσταση εκ μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντα για το παράνομο της έρευνας για τους εξής λόγους: (α) Κατά την γενόμενη αποκάλυψη εγγράφων από τους Εναγόμενους δεν έγινε αναφορά στη μαρτυρία του προσώπου αυτού και (β) ότι έγινε παραβίαση του Νόμου 138

(1)/2001 περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (προστασία του ατόμου). Εδόθη στους συνηγόρους χρόνος να αγορεύσουν επί του εγερθέντος θέματος. Κατά την επανεμφάνιση των συνηγόρων ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Χ"Λοίζου πρόσθεσε στην ένσταση του και την αντισυνταγματικότητα της γενόμενης έρευνας η οποία έγινε κατά παράβαση των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος τα οποία προστατεύουν την ιδιωτική ζωή του ατόμου. Υπογράμμισε δε πως ο Νόμος 138/01 παραβιάζεται κατάφορα αφού ο Ενάγων ο οποίος είναι το υποκείμενο των δεδομένων ουδέποτε παρείχε τη συγκατάθεση του για τέτοια επεξεργασία και παρέπεμψε στα άρθρα 5
(1)και 6
(3)του Νόμου. Υπέδειξε, εν κατακλείδι πως η ασφαλιστική εταιρεία που έδωσε την εντολή για την έρευνα δεν είναι διάδικος. Απαντώντας στα επιχειρήματα και ενστάσεις η συνήγορος του Εναγόμενου, κα Ερωτοκρίτου, προσέτρεξε και επικαλέσθηκε τη Διαταγή 28, Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υποδεικνύοντας πως η βιντεοκασέτα και ή κασέτα αποτελούν πραγματική μαρτυρία (real evidence) και ως τέτοια δεν τυγχάνει αποκάλυψης. Επικαλούμενη και η ίδια το Νόμο 138
(1)/01, υπενθύμισε πως υπάρχουν εξαιρέσεις στο άρθρο 5, και επικαλέσθηκε την υποπαράγραφο 5
(2)(ε) αλλά και την παράγραφο 6(ε) για να τονίσει πως ο Εναγόμενος είχε έννομο συμφέρον να λάβει πληροφορίες για τον Ενάγοντα. Υπέδειξε περαιτέρω πως σύμφωνα με τον περί Υποχρεωτικής Ασφάλισης Νόμο εκείνος που πληρώνει σε περιπτώσεις ατυχημάτων, είναι η ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας θίγονται τα συμφέροντα και για τούτο διατηρεί έννομο συμφέρον όπως προνοεί ο Νόμος. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο στην απόφαση της Ελληνικής Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα αρ. 19/2010, Αριθ. Πρωτ.:Γ/ΕΞ/1326-1/30-03-2010 και απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Α. Ευσταθίου κ.α αρ. υπόθεσης 17179/06 η οποία πραγματεύεται παρόμοια με τα εγερθέντα θέματα. Το εγερθέν ζήτημα είναι όντας ενδιαφέρον και πρωτότυπο. Προτού γίνει ενασχόληση με τη νομική πτυχή θα πρέπει να υπομνησθούν κάποια σημεία και γεγονότα που θα υποβοηθήσουν στην κατάληξη και απόφαση του Δικαστηρίου. Η αγωγή αναφέρεται σε τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο ο Ενάγων υπέστη τραυματισμό, κυρίως στο δεξιό γόνατο. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, πλήρη ανικανότητα για εργασία. Τα ίδια επικαλέσθηκε κατά την κυρίως εξέταση του αναφέροντας ότι δεν εργάζεται και ότι είναι λήπτης δημόσιου βοηθήματος. Ο Εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισης του αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό του Ενάγοντα θεωρώντας τον ικανό για εργασία. Κατά την αντεξέταση του τελευταίου, υποβλήθηκε σ΄ αυτόν η θέση ότι εργάζεται, ότι είναι ικανός για εργασία και προειδοποιήθηκε πως θεάθηκε από ιδιωτικό ερευνητή, να εκτελεί εργασία σε κατάστημα πώλησης και επιδιόρθωσης μπαταριών. Δεν θα εξετάσω, στο παρόν στάδιο, θεωρώντας τον ως πρόωρο τον λόγο που αφορά ισχυριζόμενη μη αποκάλυψη της μαρτυρίας. Αφενός η αποκάλυψη που έγινε και που προνοείται από τους θεσμούς αναφέρεται σε έγγραφα και όχι σε μαρτυρία και αφετέρου, η ένσταση εστιάζεται σε βιντεοκασέτα της οποίας δεν έχει γίνει ακόμη προσπάθεια κατάθεσης της. Το άρθρο 15 του Συντάγματος (το οποίο είναι και το σχετικό με την εγερθείσα ένσταση) διασφαλίζει την προστασία της ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής του ατόμου προνοώντας πως «έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνει σεβασμού». Στη διαφύλαξη του δικαιώματος τούτου αποβλέπει ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος 138
(1)2001 (εν τοις εφεξής ο Νόμος). Η διαφύλαξη του δικαιώματος αυτού επιτυγχάνεται μέσω των συγκεκριμένων περιορισμών που τίθενται αναφορικά με τη συλλογή και επεξεργασία «δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Το ερμηνευτικό άρθρο 2 καθορίζει τις επίμαχες έννοιες και προβλέπει ότι για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» σημαίνει «κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε υποκείμενο των δεδομένων που βρίσκεται εν ζωή». «Ευαίσθητα δεδομένα» σημαίνει «τα δεδομένα που αφορούν τη φυλετική ή εθνική προέλευση, τα πολιτικά φρονήματα, τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, τη συμμετοχή σε ένωση, σωματείο και συνδικαλιστική οργάνωση, την υγεία, την ερωτική ζωή και ερωτικό προσανατολισμό, καθώς και τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες». «Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» είναι «κάθε εργασία ή σειρά εργασιών που πραγματοποιείται από οποιοδήποτε πρόσωπο με ή χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων μεθόδων και που εφαρμόζεται σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει τη συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διατήρηση, αποθήκευση, τροποποίηση, εξαγωγή, χρήση, διαβίβαση, διάδοση ή κάθε άλλης μορφής διάθεση, τη συσχέτιση ή το συνδυασμό, τη διασύνδεση, το κλείδωμα, τη διαγραφή ή την καταστροφή». «Τρίτος» περιλαμβάνει «κάθε πρόσωπο, εκτός από το υποκείμενο των δεδομένων, τον υπεύθυνο επεξεργασίας, τον εκτελούντα την επεξεργασία και τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να επεξεργάζονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφόσον ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία ή για λογαριασμό του υπεύθυνου επεξεργασίας». Με το άρθρο 4 του Νόμου επιβάλλεται γενικά η υποχρέωση και το καθήκον όπως ο σκοπός της επεξεργασίας είναι καθορισμένος, σαφής και νόμιμος, τα δε δεδομένα να είναι συναφή, πρόσφορα και όχι περισσότερα από όσα απαιτούνται ενόψει του σκοπού της επεξεργασίας. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων διέπεται από τη διάταξη του άρθρου 5 του Νόμου, σύμφωνα με την υποπαράγραφο 1 του οποίου η επεξεργασία επιτρέπεται μόνο όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεση του. Στη ρητή αυτή απαγόρευση τίθενται με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου εξαιρέσεις εκ των οποίων εκείνη που ενδιαφέρει την εκδικαζόμενη περίπτωση είναι η προνοούμενη υπό στοιχείο 2(ε) η οποία αναφέρει πως «
(2)Επεξεργασία δεδομένων επιτρέπεται και χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων όταν - (ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την ικανοποίηση του έννομου συμφέροντος που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή ο τρίτος στον οποίο ανακοινώνονται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, υπό τον όρο ότι τούτο υπερέχει των δικαιωμάτων, συμφερόντων και θεμελιωδών ελευθεριών των υποκειμένων των δεδομένων.» Η ίδια προστασία αλλά και εξαίρεση τίθενται και για τα «ευαίσθητα δεδομένα» με το άρθρο 6
(2)(ε) να προνοεί πως «
(2)Κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή και η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (ε) η επεξεργασία αφορά αποκλειστικά δεδομένα τα οποία το υποκείμενο των δεδομένων δημοσιοποιεί ή είναι αναγκαία για την αναγνώριση ή άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου.» Όταν επομένως η χορήγηση και επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον Δικαστηρίου, τότε η σχετική προστασία του υποκειμένου των δεδομένων υποχωρεί. Το ίδιο ισχύει κατά μείζονα λόγο και στα απλά προσωπικά δεδομένα όπως τονίστηκε στην απόφαση 19/10 (ανωτέρω). Στην κρινόμενη περίπτωση, σκοπός της παρακολούθησης του Ενάγοντα και κατ΄ επέκταση της επεξεργασίας των δεδομένων του είναι η συλλογή πληροφοριών και χρήση τους για την υπεράσπιση του Εναγομένου κατά την δίκη του. Πληρούνται συνεπώς οι προϋποθέσεις που θέτουν κατ΄ εξαίρεση τα άρθρα 5 και 6 του Νόμου (όπως ανωτέρω εκτέθηκαν) για χρήση των προσωπικών δεδομένων του Ενάγοντα ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα και έννομο συμφέρον να υπερασπιστεί στην εναντίον του καταχωρηθείσα αγωγή. Το γεγονός πως η οδηγία στον ΜΥ2 εδόθη από την ασφαλιστική εταιρεία και όχι απευθείας από τον εναγόμενο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού εξυπηρετείται η υπεράσπιση και το έννομο συμφέρον του εναγομένου. Πέραν δε τούτου, η ασφαλιστική εταιρεία, ως ή κατά νόμον υπόχρεη να εξασφαλίσει την εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης εκδοθεί κατά του Εναγομένου, διατηρεί κάθε έννομο συμφέρον στην προάσπιση των συμφερόντων του Εναγομένου. Συνεπώς η σχετική ένσταση απορρίπτεται. (Υπ.) ................... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Προσωπικά Δεδομένα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.