Αικατερίνης Σάββα ν. Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, Αρ. Αγωγής: 3084/2006, 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3084/2006 Μεταξύ: Αικατερίνης Σάββα υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του Νεοκλή Σάββα, αποβιώσαντα, τέως από το Όμοδος Λεμεσού Ενάγουσας και Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους Μαρίας Ανδρέα Πιττή, συζύγου Στέλιου Στυλιανού Στέλιου Στυλιανού Εναγομένων Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 8.1.2008: Μεταξύ: Αικατερίνης Σάββα υπό την ιδιότητά της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του Νεοκλή Σάββα, αποβιώσαντα, τέως από το Όμοδος Λεμεσού Ενάγουσας και Ιωάννη άλλως γνωστού και ως Γιάννη Γεωργίου ως Διαχειριστή της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους από το Όμοδος Μαρίας Ανδρέα Πιττή, συζύγου Στέλιου Στυλιανού Στέλιου Στυλιανού Εναγομένων Ημερομηνία: 14 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Α. Κυπρίζογλου Για τους Εναγόμενους: κ. Δ. Παυλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 10645, Φ/Σχ. XLVII 25, Τεμάχιο 681, στην τοποθεσία «Κουρβούλλια» στο Όμοδος της επαρχίας Λεμεσού (στο εξής το «Ακίνητο») ήταν εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτησία του Νεοκλή Σάββα κατά 2/4 μερίδια, του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους κατά 1/4 μερίδιο και του Νεοκλή Νεοκλέους κατά 1/4 μερίδιο. Δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992, φωτοαντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, οι τρεις πιο πάνω συνιδιοκτήτες συμφώνησαν και καθόρισαν σε επισυνημμένο στο εν λόγω Συμφωνητικό Έγγραφο σχεδιάγραμμα το ακριβές μερίδιο εκάστου κατά τρόπο ώστε η εξ' αδιαιρέτου συνιδιοκτησία τους να μετατραπεί σε συγκεκριμένη. Ειδικότερα, επί του σχεδιαγράμματος, το Μέρος Α θα ανήκε στον Νεοκλή Νεοκλέους, το Μέρος Β στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και το Μέρος Γ στον Νεοκλή Σάββα. Ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και ο Νεοκλής Νεοκλέους ήταν αδέλφια και με τον Νεοκλή Σάββα εξαδέλφια. Σε μεταγενέστερο χρόνο μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 ο Νεοκλής Νεοκλέους πώλησε και μεταβίβασε το δικό του μερίδιο στην κα. Ελενίτσα Λουκά Σιλβέστρου, η οποία με τη σειρά της το πώλησε στην Εναγομένη 2, σύζυγο του Εναγομένου
- Και οι δύο πωλήσεις έγιναν με τη συγκατάθεση των δυο άλλων συνιδιοκτητών. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αμφισβητούνται από τους Εναγόμενους και αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, όπως επίσης ότι ο μεν Νεοκλής Σάββα απεβίωσε στις 3.8.2004 και στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 442/2004 η σύζυγός του Αικατερίνη Σάββα διορίστηκε Διαχειρίστρια της περιουσίας του (το σχετικό διάταγμα ημερομηνίας 22.10.2004 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2), ο δε Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους απεβίωσε στις 3.11.2007 και ως Διαχειριστής της περιουσίας του διορίσθηκε στις 28.6.2007 ο γιός του Ιωάννης Γεωργίου, άλλως γνωστός και ως Γιάννης Γεωργίου. Αποτελεί ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι κατά ή περί τον Αύγουστο του 2003 ο Εναγόμενος 3 μαζί με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους επισκέφθηκαν τον σύζυγο της Νεοκλή Σάββα και την θυγατέρα τους Αθηνά Σάββα (ΜΕ1) και ψευδώς παρέστησαν εν γνώσει του ψεύδους και/ή χωρίς πίστη για το αληθές της δήλωσης και/ή απερίσκεπτα και αδιάφορα του κατά πόσον η δήλωση ήταν αληθής ή ψευδής με σκοπό όπως ο Νεοκλής Σάββα ενεργήσει στη βάση της δήλωσης και/ή προς το σκοπό εξαπάτησής του και/ή εξώθησής του και/ή παριστάνοντας αναληθές γεγονός ως αληθές ενώ τα δύο αυτά πρόσωπα δεν πίστευαν ότι η δήλωσή αυτή ήταν αληθής, ότι η Εναγομένη 2 διεκδικεί δήθεν νομίμως 6 τ.π. από το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους για σκοπούς οικοδόμησης εντός του μεριδίου της και ότι προς το σκοπό της εν λόγω μεταβίβασης από το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους προς την Εναγομένη 2 ήταν αναγκαία η υπογραφή του Νεοκλή Σάββα στο Κτηματολόγιο ως συνιδιοκτήτη. Σύμφωνα πάντοτε με τις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, ο Νεοκλής Σάββα που ήταν τότε ηλικίας 63 ετών και πρώτος εξάδελφος του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους πείστηκε από όσα του είπαν και περί την 8.8.2003 παρουσιάστηκε στο Κτηματολόγιο με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και την Εναγομένη 2 και υπέγραψε τα έγγραφα που του υπέδειξαν και/ή τον παρότρυναν να υπογράψει. Κατά ή περί την 30.12.2003 στα πλαίσια προτιθέμενης μεταβίβασης του μεριδίου του στο Ακίνητο επ' ονόματι του γιού του Αριστείδη, ο Νεοκλής Σάββα ανακάλυψε εντελώς τυχαία πως τα τετραγωνικά μέτρα που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο του μετά την υπογραφή των εγγράφων που του υποδείχθηκαν από τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και την Εναγομένη 2, δεν ήταν 502/1004 τ.μ. αλλά κατά 106 τ.μ. λιγότερα, ήτοι 396 τ.μ. ή 396/1004, αφού τα 106 τ.μ. και/ή 106/1004 μεταβιβάστηκαν εν όλω ή εν μέρει στο μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και της Εναγομένης
- Είναι, περαιτέρω, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η σχέση του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και του Νεοκλή Σάββα ήταν τέτοια ώστε ο πρώτος να κυριαρχεί επί της θέλησης του δευτέρου και ότι ουσιαστικά η επίδικη μεταβίβαση έγινε κατόπιν ψυχικής πίεσης σε βάρος του Νεοκλή Σάββα και/ή διαζευκτικά ότι η μεταβίβαση είναι το αποτέλεσμα της απάτης και/ή των ψευδών παραστάσεων και/ή της ψυχικής πίεσης που ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και οι Εναγόμενοι 2 και 3 από κοινού και κεχωρισμένα άσκησαν σε βάρος του Νεοκλή Σάββα (σχετικές λεπτομέρειες δίδονται στην παράγραφο 10 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης). Στη βάση των πιο πάνω, η Ενάγουσα αξιώνει από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: (Α) Αναγνωριστική απόφαση ότι οι υπογραφές και/ή δηλώσεις που έγιναν από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα στις 8.8.2003 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και που οδήγησαν στη μεταβίβαση 106 τ.μ. και/ή 106/1004 τ.μ. του Ακινήτου στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και στους Εναγομένους 2 και 3 έγιναν υπό το κράτος απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχικής πίεσης που ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και/ή οι Εναγόμενοι 2 και 3 από κοινού και ξεχωριστά άσκησαν σε βάρος του Νεοκλή Σάββα. (Β) Αναγνωριστική απόφαση ότι οι υπογραφές και/ή δηλώσεις που έγιναν από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα στις 8.8.2003 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και που οδήγησαν στη μεταβίβαση 106 τ.μ. και/ή 106/1004 τ.μ. του Ακινήτου στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και στους Εναγομένους 2 και 3 είναι άκυρες εξ' υπαρχής ανυπόστατες και στερημένες οποιασδήποτε έννομης συνέπειας. (Γ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάζεται και/ή επιτρέπεται η επανεγγραφή των 106 τ.μ. και/ή 106/1004 τ.μ. στο Ακίνητο επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά: (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την κατεδάφιση της οικοδομής και/ή οικοδομών και/ή οποιουδήποτε κτίσματος ανεγέρθηκε παράνομα από τους Εναγομένους 2 και/ή 3 εντός του τμήματος των 106/1004 τ.μ. στο Ακίνητο που κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήκε στον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. (Ε) Αποζημιώσεις εκ £2.956,00 πληρωτέες από κοινού και/ή αλληλεγγύως από τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και/ή τους Εναγομένους 2 και
- (Στ) Αποζημιώσεις και/ή διαφυγόντα κέρδη για τα 106 τ.μ. και/ή 106/1004 τ.μ. στο Ακίνητο με βάση την αγοραστική αξία ολόκληρου του Ακινήτου και επιπλέον του υπολειπόμενου συντελεστή δόμησης του ποσοστού κάλυψης υπολογιζόμενης επί της ζώνης κάλυψης επί ολόκληρου του Ακινήτου. (Ζ) Παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Με την κοινή Έκθεση Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι εγείρουν καταρχήν τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: Δεν υπάρχει και/ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του οποίου να νομιμοποιείται η Ενάγουσα να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί λανθασμένα εναντίον των Εναγομένων. Δικονομικά δεν υπάρχει κανένα υπαρκτό θέμα για εξέταση. Η αγωγή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι το θέμα της ισχυριζόμενης απαίτησης έχει ήδη κριθεί στην πρώτη μεταβίβαση η οποία έγινε από τον Νεοκλή Νεοκλέους προς τον Λάκη Σιλβέστρο. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και δεν νομιμοποιείται να εξετάσει και αποφασίσει την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης της οικοδομής και/ή του κτίσματος των Εναγομένων 2 και 3 που ανεγέρθηκε εντός του Ακινήτου και η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να αιτείται την έκδοση τέτοιου διατάγματος που εκδίδεται στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης και μετά από καταδίκη και όχι στα πλαίσια πολιτικής αγωγής. Επί της ουσίας της αγωγής, είναι η θέση των Εναγομένων ότι μετά την αγορά του 1/4 μεριδίου στο Ακίνητο από την Εναγόμενη 2, οι Εναγόμενοι 2 και 3 εκπόνησαν αρχιτεκτονικά σχέδια μέσω του αρχιτέκτονά τους τα οποία ο Νεοκλής Σάββα υπέγραψε και ακολούθως αυτοί τα υπέβαλαν στην Πολεοδομία Λεμεσού για σκοπούς έκδοσης πολεοδομικής άδειας. Ακολούθως, αφού εκδόθηκε η Πολεοδομική Άδεια οι Εναγόμενοι συμφώνησαν και μεταβίβασαν στο Κτηματολόγιο και υπέγραψαν ενώπιον του αρμοδίου κτηματολογικού λειτουργού σύμφωνα με την έκταση του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 (Τεκμήριο 1), ενώ είχε προηγηθεί επιτόπια εξέταση του Κτηματολογίου για διαχωρισμό και έκδοση ξεχωριστού τίτλου. Είναι δε η θέση τους ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ψευδής παράσταση και/ή απάτη προς τον Νεοκλή Σάββα ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε ψυχική πίεση σε αυτόν. Προσκομισθείσα Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία για την υπόθεση της Ενάγουσας κατέθεσε η κα. Αθηνά Σάββα (ΜΕ1), η Ενάγουσα (ΜΕ2), η Λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κα. Ρίτα Μακρή (ΜΕ3), η κα. Μαρία Ανδρεοπούλου Κολώτα, Λειτουργός στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού ως ΜΕ4, ο ιδιώτης γραφολόγος κ. Ανδρέας Παναγιώτου (ΜΕ5) και ο Λειτουργός της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού κ. Νίκος Γερολέμου (ΜΕ6), ενώ προς υποστήριξη της εκδοχής των Εναγομένων κατέθεσαν οι Εναγόμενοι 1 και
- Η κόρη της Ενάγουσας και του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα, Αθηνά Σάββα, κατέθεσε ως ΜΕ1 και αρχικά αναφέρθηκε στο Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 5.10.1992 (Τεκμήριο 1), από το οποίο προκύπτει ότι ο πατέρας της ως ιδιοκτήτης 2/4 μεριδίου επί του Ακινήτου και οι Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και Νεοκλής Νεοκλέους, ιδιοκτήτες ¼ μεριδίου έκαστος, συμφώνησαν ώστε το Ακίνητο να διαχωριστεί με τον τρόπο που εκεί καθορίζεται. Η κα. Αθηνά Σάββα έκανε αναφορά σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους τον Αύγουστο του 2003 κατά την οποία αυτός της ανέφερε ότι θα πήγαινε να πάρει τον πατέρα της από το κατάστημα οπτικών που διατηρούσε η ίδια και να τον μεταφέρει στο Κτηματολόγιο για να υπογράψουν για τη μεταβίβαση 6 τ.π. επ' ονόματι της Εναγομένης 2, τα οποία περίσσευαν από το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και ήταν αναγκαία για αυτήν ώστε να μπορεί να κτίσει στο μέρος του Ακινήτου που της αναλογούσε. Σύμφωνα με την ΜΕ1, ο πατέρας της, ο οποίος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον εξάδελφο του Μιχάλη, τον εμπιστεύθηκε και πήγε στο Κτηματολόγιο μαζί του για να γίνει η εν λόγω μεταβίβαση. Στην πάροδο του χρόνου του ίδιου έτους, ο πατέρας της αποφάσισε να μεταβιβάσει στα τρία παιδιά του τα ακίνητα που είχε το χωριό και για το σκοπό αυτό πήγαν όλοι μαζί στο Κτηματολόγιο στις 30.12.
- Όταν επρόκειτο να γίνει η μεταβίβαση του Ακινήτου από τον πατέρα της στον αδελφό της Αριστείδη, η λειτουργός του Κτηματολογίου τους ανέφερε ότι ενώ είχε δηλωθεί προς μεταβίβαση τα 2/4 μερίδια του Ακινήτου, επ' ονόματι του πατέρα της ήταν εγγεγραμμένα μόνο 396 τ.μ. καθότι είχε προηγουμένως γίνει δωρεά από τον πατέρα της στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και στην Εναγομένη 2 106/1004 τ.μ. Αμέσως μετά, επισκέφθηκαν τον δικηγόρο τους κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου και στα πλαίσια εξεύρεσης μιας συμβιβαστικής λύσης ώστε να μην καταλήξει το θέμα στο Δικαστήριο, έγιναν διαφορές συναντήσεις με τον Εναγόμενο 3 και τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους με τον πατέρα της, κατά τις οποίες ήταν παρούσα και η ίδια. Σύμφωνα με την κα. Αθηνά Σάββα, κατά το έτος 2003 ο πατέρας της ήταν άρρωστος με καρκίνο αλλά είχε σώας τας φρένας, ο δε Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους ήταν άνθρωπος δραστήριος με ιδιαίτερα δυναμικό χαρακτήρα, στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ο πατέρας της. Σε μεταγενέστερο στάδιο όταν διαπίστωσαν ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ξεκίνησαν να ανεγείρουν οικοδομή στο Ακίνητο ενώ ο πατέρας της δεν τους είχε υπογράψει οποιαδήποτε αρχιτεκτονικά σχέδια, εκείνη και η μητέρα της αποτάθηκαν στην Πολεοδομία για να διερευνήσουν το θέμα καθότι στο μεταξύ ο πατέρας της είχε αποβιώσει. Κατά την επίσκεψη τους στην Πολεοδομία τους υποδείχθηκαν αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία έφεραν την υπογραφή του πατέρα της. Λόγω, όμως, του ότι αυτός ουδέποτε τα υπέγραψε, η ίδια και η μητέρα της αποτάθηκαν στην Αστυνομία και προέβηκαν σε καταγγελία για πλαστογραφία. Στα πλαίσια της έρευνας διεφάνηκε ότι οι υπογραφές δεν ήταν του πατέρα της, παρόλο που στην ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αυτοί αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν διότι δεν κατέστη δυνατόν να συνδεθούν με τις εν λόγω υπογραφές. Κατά την αντεξέτασή της η κα Αθηνά Σάββα ανέφερε ότι το Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 5.10.1992, Τεκμήριο 1, καταρτίστηκε μεταξύ των τριών συνιδιοκτητών στο Όμοδος και κατά την συνομολόγησή του η ίδια δεν ήταν παρούσα, ενώ είχε επίσης συμφωνηθεί όπως ο Νεοκλής Νεοκλέους το κατέθετε στο Κτηματολόγιο. Επανέλαβε επίσης ότι ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους τηλεφωνούσε επανειλημμένα στον πατέρα της λέγοντας του ότι έπρεπε να υπογράψουν για να βοηθήσουν τους Εναγομένους 2 και 3 να κτίσουν και επειδή ο πατέρας της του είχε πλήρη εμπιστοσύνη πήγε μαζί του στο Κτηματολόγιο με αποτέλεσμα να γίνει αυτό που συνέβηκε. Η Ενάγουσα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΕ2 και για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε τη Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία κάνει αναφορά στα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι μετά από την παράνομη μεταβίβαση και απώλεια των 106/1004 τ.μ. από τον αποβιώσαντα σύζυγό της, η Εναγομένη 2 προχώρησε σε οικοδόμηση εντός του μεριδίου της, πλην της συμπλήρωσης της στέγης αφού έλαβε σχετική πολεδομομική άδεια εν αγνοία τους και καταθέτοντας στις αρμόδιες αρχές έγγραφα και αρχιτεκτονικά σχέδια, υπογεγραμμένα κατ' ισχυρισμό από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα, παρά το ότι ο ίδιος δεν έπραξε ποτέ κάτι τέτοιο. Προς τούτο, η ίδια και η θυγατέρα της, Αθηνά Σάββα (ΜΕ1), προέβηκαν σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία και μετά από έρευνα του γραφολόγου κ. Ανδρέα Παναγιώτου (ΜΕ5) διαπιστώθηκε ότι οι υπογραφές στα εν λόγω σχέδια και έγγραφα ήταν πλαστογραφημένες. Κατόπιν αυτής της διαπίστωσης, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και μέσω των δικηγόρων της υποβλήθηκε σχετικό παράπονο στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και αφού διερευνήθηκε η υπόθεση, η παραχωρηθείσα άδεια οικοδομής αναστάληκε από την Έπαρχο Λεμεσού και δόθηκαν οδηγίες όπως σταματήσει οποιαδήποτε ενέργεια οικοδόμησης στο εν λόγω τεμάχιο γης. Η Ενάγουσα σημείωσε περαιτέρω ότι κατά τον χρόνο της γενόμενης μεταβίβασης, ο σύζυγός της υπέφερε από καρκίνο αλλά «είχε τις μνήμες του», ενώ αναφορικά με τις σχέσεις του με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, η Ενάγουσα ανέφερε ότι μεταξύ τους ήταν πολύ αγαπημένοι και ο σύζυγός της του είχε πολλή εμπιστοσύνη. Πρόσθεσε, επίσης ότι ο σύζυγος της ήταν άνθρωπος με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο αφού είχε φοιτήσει μέχρι και την 3η τάξη δημοτικού σχολείου. Κατά την αντεξέτασή της η κα. Αικατερίνη Σάββα, με αναφορά στο Συμφωνητικό Έγγραφο και το συνημμένο σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1), κατέθεσε ότι η συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ των τριών συνιδιοκτητών ώστε να καθοριστεί το μερίδιο του κάθενός και σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα έγινε ο σχετικός διαχωρισμός, στη βάση του οποίου ο αποβιώσαντας σύζυγός της είχε 2/4 μερίδιο επί του Ακινήτου. Σε σχέση με την επίδικη μεταβίβαση, η κα. Σάββα ανέφερε ότι αυτή έγινε την 8.8.2003 και κατά τον χρόνο εκείνο η ίδια ήταν στη Λεμεσό, όπως δε της είχε πεί ο σύζυγός της, τον έπιασε ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και τον πήρε στο Κτηματολόγιο δήθεν για να βάλει υπογραφή για να πιάσει ο Στέλιος Στυλιανού 6 τ.π. ενώ εκεί αντί για 6 τ.π. υπέγραψε για 106 τ.μ. Ήταν επίσης η θέση της ΜΕ2 ότι ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους ήταν το πρόσωπο που ξεγέλασε τον σύζυγό της, στον οποίο και ο τελευταίος είχε πλήρη εμπιστοσύνη. Ως ΜΕ3 κατέθεσε η κα. Ρίτα Μακρή, Λειτουργός του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας από το 1992, η οποία από το 1998 υπηρετεί στο Τμήμα Μεταβιβάσεων και Υποθηκών. Σε σχέση με την μεταβίβαση με αριθμό 2782/2003 η μάρτυρας κατέθεσε ότι όπως προκύπτει και από τη Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου με αριθμό Δ.2782/2003 (φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4) κατά τη μεταβίβαση την οποία διεκπεραίωσε η ίδια, δικαιοπάροχος ήταν ο Νεοκλής Σάββα και δικαιοδόχοι η Μαρία Ανδρέα Πιττή και ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους. Η μεταβίβαση έγινε στις 20.8.2003 και ώρα 9:25 και παρόντες στο Κτηματολόγιο εκείνη την ημέρα ήταν τα τρία αυτά πρόσωπα. Στα πλαίσια των καθηκόντων της προέβηκε σε έλεγχο ως προς το κατά πόσον το Ακίνητο ήταν ελεύθερο από εμπράγματα βάρη και φωνάχθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη ώστε να τους διαβαστεί η πράξη. Αυτή η διαδικασία ακολουθείται σε όλες τις μεταβιβάσεις και ακολουθήθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αφού διαβάστηκε η πράξη, ρωτήθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη εάν είναι σύμφωνοι και αφού συμφώνησαν εκδόθηκε η απόδειξη για πληρωμή των μεταβιβαστικών τελών. Ερωτηθείσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατά πόσον ο δικαιοπάροχος ερωτήθηκε κατά πόσον είναι αγγράμματος, η μάρτυρας κατέθεσε ότι το θέμα αυτό δεν αφορά το τμήμα Κτηματολογίου από τη στιγμή που η δήλωση μεταβίβασης φέρει το όνομα και την υπογραφή του, όπως έγινε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας επανέλαβε ότι οι υπογραφές επί του Τεκμηρίου 4 τέθηκαν ενώπιον της και πως επεξηγήθηκε στον Νεοκλή Σάββα η πράξη η οποία θα γινόταν και η ίδια ικανοποιήθηκε ότι αντιλαμβανόταν τι έκανε. Η κα. Μαρία Ανδρεοπούλου Κολώτα, Λειτουργός Πολεοδομίας Α' στο Επαρχιακό Τμήμα Πολεοδομίας Λεμεσού παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως ΜΕ4 για να καταθέσει αναφορικά με το Φάκελο για Αίτηση Πολεοδομικής Άδειας με αναφορά ΛΕΜ/0278/
- Η μάρτυρας ανέφερε ότι η Εναγομένη 2 υπέβαλε αίτηση για χορήγηση πολεοδομικής άδειας στις 12.2.2003, η οποία υπογραφόταν και από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες του Ακινήτου, οι οποίοι με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας που προσκομίσθηκε, ήταν ο Νεοκλής Σάββα Νεοκλέους (2/4 μερίδια) και ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους (1/4 μερίδιο). Στα πλαίσια υποβολής της αίτησης καταβλήθηκαν και τα σχετικά τέλη και εκδόθηκε απόδειξη ημερομηνίας 12.2.2003, φωτοαντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης μαζί με τα αρχιτεκτονικά σχέδια που φαίνονταν να ήταν υπογραμμένα από όλους τους συνιδιοκτήτες (Τεκμήριο 12), αποστάληκε στην κα. Μαρία Ανδρέα Πιττή σχετική Γνωστοποίηση Λήψεως Πολεοδομικής Αίτησης ημερομηνίας 25.2.2003 (φωτοαντίγραφο της γνωστοποίησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11). Όπως σημείωσε η μάρτυρας, κατά την υποβολή της αίτησης προσκομίστηκε ο τίτλος ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 14) με βάση τον οποίο η κα. Μαρία Ανδρέα Πιττή ήταν ιδιοκτήτρια 1/4 μεριδίου του Ακινήτου. Στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης, ενημερώθηκε τηλεφωνικά ο αρχιτέκτονας και στάληκε και σχετική επιστολή ημερομηνίας 10.7.2003 (Τεκμήριο 15) με την οποία ενημερωνόταν η Εναγομένη 2 ότι για να προχωρήσει η παραπέρα μελέτη της αίτησής της θα έπρεπε να προσκομιστεί νέο χωροταξικό σχέδιο με την προτεινόμενη ρυμοτομία, νέα τροποποιημένα σχέδια έτσι ώστε να μειωθούν οι συντελεστές ανάπτυξης στους επιτρεπόμενους από την ζώνη στην οποία εμπίπτει το τεμάχιο και διορθωμένα σχέδια μετά από τις μορφολογικές παρατηρήσεις του αρμοδίου λειτουργού της περιοχής. Σύμφωνα με την κα. Κολώτα, στις 24.9.2003 προσκομίστηκαν νέοι τίτλοι ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 13) όπου φαίνεται ότι η Εναγομένη 2 έχει περισσότερο εμβαδό από τον αρχικό τίτλο, ενώ στις 8.12.2003 υποβλήθηκαν νέα σχέδια με μορφολογικές παρατηρήσεις και μείωση του εμβαδού του κτιρίου και αύξηση των τετραγωνικών μέτρων του Ακινήτου επί του οποίου θα ανεγειρόταν η προτεινόμενη οικοδομή (τα νέα σχέδια κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 16). Μετά την έκδοση της άδειας και την αποστολή σχετικής Γνωστοποίησης Χορήγησης Πολεοδομικής Άδειας ημερομηνίας 19.12.2003 (Τεκμήριο 6), το Τμήμα Πολεοδομίας ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι υπήρχε καταγγελία για πλαστογράφηση υπογραφών του κ. Νεοκλή Σάββα επί των κατατεθειμένων σχεδίων. Ο κ. Ανδρέας Παναγιώτου, ιδιώτης γραφολόγος, ο οποίος ασχολείται με το αντικείμενο της γραφολογίας από το 1974 και αφυπηρέτησε από την Αστυνομία το 2008, όπου από το 2003 διετέλεσε Διευθυντής του Τμήματος Εγκληματολογικών Ερευνών, κατέθεσε ως ΜΕ
- Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, ο κ. Παναγιώτου ανέφερε ότι στις 15.3.2006 παρέλαβε για εξέταση αίτηση για Πολεοδομική Άδεια με αριθμό ΛΕΜ/278/03 στο όνομα της Εναγομένης 2 ημερομηνίας 12.2.2003, χωροταξικό σχέδιο με ημερομηνία κατάθεσης 12.2.2003 και σετ σχεδίων ημερομηνίας 8.12.2003 με σφραγίδα Πολεοδομικής Αρχής ημερομηνίας 8.12.2003, όπου υπήρχαν αμφισβητούμενες υπογραφές του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα ώστε αυτές να συγκριθούν με τα δείγματα υπογραφής του Νεοκλή Σάββα και με τα δείγματα γραφής και υπογραφής του Μιχάλη Γ. Νεοκλέους και του Εναγομένου 3 στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Εξέτασε την υπόθεση και σύγκρινε τις υπογραφές με τα δείγματα που υποβλήθηκαν και κατέληξε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών και των δειγμάτων που αποδίδονται στον Νεοκλή Σάββα. Κατά τη γνώμη του οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν είναι γνήσιες υπογραφές του Νεοκλή Σάββα αλλά αποτέλεσμα προσπάθειας απομίμησης της αυθεντικής υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Νεοκλή Σάββα. Όπως καταγράφει και στην Έκθεσή του ημερομηνίας 20.6.2006, (Τεκμήριο 18), η προσπάθεια απομίμησης αποκλείει την εκφορά γνώμης όσον αφορά τον καθορισμό του προσώπου που προέβηκε στην αμφισβητούμενη υπογραφή και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να την αποδώσει σε κάποιον. Επιπρόσθετα, με αναφορά στον Φωτοτεχνικό Πίνακα Συγκρίσεως τον οποίο ετοίμασε για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 19, ο κ. Παναγιώτου ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε συγκρίνει τις αμφισβητούμενες υπογραφές με τις γνήσιες και οι πρώτες παρουσίαζαν διαφορές ως προς τον ρυθμό και την ποιότητα χάραξης όπως επίσης δείκνυαν ένα πιο βελτιωμένο τρόπο γραφής, και τέλος ότι μεταξύ των δυο ειδών γραφής εντοπιζόταν διαφορά στη δομή σχηματισμού των γραμμάτων. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν έλαβε δείγμα γραφής και υπογραφής από την Εναγομένη 2, παρόλο που η υπόθεση σε σχέση με την οποία ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 18 στρεφόταν εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 ως κατηγορουμένων και διευκρίνισε ότι τα δείγματα γραφής του Μιχάλη Γ. Νεοκλέους και του Εναγομένου 3 δεν λήφθηκαν από τον ίδιο αλλά του είχαν δοθεί από το CID Λεμεσού και ότι στα πλαίσια της έρευνάς του δεν εξέτασε οποιοδήποτε έγγραφο για μεταβίβαση ακινήτου ημερομηνίας Αυγούστου του
- Ο ΜΕ6 κ. Νίκος Γερολέμου είναι Λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού στον Κλάδο Οικοδομών και υπηρετεί στον εν λόγω κλάδο από το 1981 με μια διακοπή κατά τα έτη 1984-
- Με παραπομπή στο φάκελο της Επαρχιακής Διοίκησης με αριθμό Β665/2005 για την έκδοση Άδειας Οικοδομής με αριθμό 51541 τον οποίο έχει στην κατοχή του, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι στις 28.8.2006 η Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού απέστειλε επιστολή στην Εναγομένη 2 ανακαλώντας την άδεια οικοδομής που της παραχωρήθηκε για ανέγερση δύο κατοικιών στο Ακίνητο λόγω του ότι είχε ληφθεί επιστολή του δικηγορικού γραφείου Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία ημερομηνίας 31.7.2006 εκ μέρους της Ενάγουσας όπου προβαλλόταν ισχυρισμός ότι οι υπογραφές που υπάρχουν στην αίτηση και τα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχαν υποβληθεί στην Επαρχιακή Διοίκηση για τους σκοπούς παραχώρησης της άδειας οικοδομής δεν ανήκαν στο αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα, γεγονός που επιβεβαίωνε και ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού (φωτοαντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 28.8.2006 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). Στα πλαίσια της αντεξέτασης του, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η επιστολή/Τεκμήριο 7, υπογράφεται από τον κ. Χάρη Ζαχαρίου που εκτελούσε τότε χρέη του Επαρχιακού Επιθεωρητή στον Κλάδο Οικοδομών και ο ίδιος ουδεμία ανάμειξη είχε στο όλο θέμα. Ο Εναγόμενος 3 κατέθεσε ως ΜΥ1 και καταρχήν ανέφερε ότι η γυναίκα του, Εναγομένη 2, είχε αγοράσει από την κα Σιλβέστρου το ¼ μερίδιο του Ακινήτου και η μεταβίβαση έγινε στις 8.10.2002, ημερομηνία κατά την οποία είχε δοθεί στον ίδιο και τη σύζυγό του, το Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 5.10.1992 μαζί με το συνημμένο σχέδιο (Τεκμήριο 1). Όταν ο ίδιος ήθελε να βγάλει σχέδια για σπίτι συμφώνησε με τους άλλους δυο συνιδιοκτήτες, ήτοι τον Νεοκλή Σάββα και τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλεους, ότι έπρεπε ο κάθε ένας να γνωρίζει τα τετραγωνικά μέτρα που του αναλογούσαν. Για το λόγο αυτό τον Αύγουστο του 2003 επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο και ακολούθως το Κτηματολόγιο επισκέφθηκε το Ακίνητο επιτόπου, το χώρισε και βγήκαν τα τετραγωνικά μέτρα που αναλογούσαν στον καθένα. Όπως ανέφερε, κατά την μεταβίβαση ήταν παρούσα η σύζυγός του, όπως επίσης και ο ίδιος και δεν διαπίστωσε οποιαδήποτε πίεση στον Νεοκλή Σάββα από οποιονδήποτε είτε κατά την ώρα της μεταβίβασης είτε ενωρίτερα. Αναφορικά με την επιτόπια εξέταση, ο κ. Στυλιανού κατέθεσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους δεν ήταν παρόντες και προσθεσε ότι μια εβδομάδα μετά έλαβαν τηλεφώνημα από το Κτηματολόγιο όπου τους αναφέρθηκε ότι διεκπεραιώθηκε η επιτόπια έρευνα και ο διαχωρισμός έγινε. Κατά την αντεξέταση, ο Εναγόμενος 3 δέχθηκε ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του δεν είχαν οποιαδήποτε συγγενική σχέση με τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα και ισχυρίστηκε ότι τα 76/1004 τ.μ. δεν τα έλαβε η συζυγός του από τον Νεοκλή Σάββα αλλά από το Κτηματολόγιο στα πλαίσια του διαχωρισμού που είχε γίνει. Επιπρόσθετα, σε ερώτηση του κ. Κυπριζογλου εάν ο αποβιώσαντας Νεοκλής Σάββα υπέγραψε τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τα σχετικά έγγραφα για την έκδοση πολεοδομικής άδειας απάντησε καταφατικά, αναφερόμενος σε περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους στο Όμοδος. Ο κ. Γιάννης Γεωργίου, γιός και Διαχειριστής της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους κατέθεσε ως ΜΥ2 και αρχικά ανέφερε ότι το μερίδιο του πατέρα του επί του Ακινήτου ανήκει πλέον στην αδελφή του Γεωργία Μιχαήλ Γεωργίου και προς τούτο κατέθεσε φωτοαντίγραφο του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας ως Τεκμήριο
- Σε σχέση με το Τεκμήριο 1, ο κ. Γεωργίου υποστήριξε ότι το συνημμένο σχεδιάγραμμα ταυτίζεται με την επιτόπου κατάσταση, γεγονός που σύμφωνα με τον ίδιο επιβεβαιώνουν ο θείος του Νεοκλής Νεοκλέους που είναι εν ζωή και τα πρόσωπα που υπέγραψαν ως μάρτυρες στο Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο1), κ.κ. Χρίστος Σωκράτους και Φειδίας Παναγιώτου. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του αρνήθηκε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί άσκησης ψυχικής πίεσης και απάτης στον Νεοκλή Σάββα από τον πατέρα του και ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν άνθρωπος αγαπητός και αποδεκτός από την κοινωνία και ουδέποτε καταχράστηκε την εμπιστοσύνη κανενός. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι την εποχή για την οποία υπάρχει ο ισχυρισμός για άσκηση ψυχικής πίεσης ο Νεοκλής Σάββα ζούσε με την κόρη του Αθηνά και ήταν μαζί της στο κατάστημά της στη Λεμεσό και για το λόγο αυτό ο πατέρας του δεν μπορούσε να μιλήσει μόνος του με τον Νεοκλή Σάββα και να τον επηρεάσει. Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Γεωργίου δέχθηκε ότι κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ιδιοκτήτης του 1/4 μεριδίου ήταν ο πατέρας του, αλλά επέμεινε στη θέση του ότι η μεταβίβαση προς την Εναγομένη 3 και τον πατέρα του έγινε ώστε να αντικατοπτρίζεται ο φυσικός διαχωρισμός του Ακινήτου. Αγορεύσεις Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Οι εκατέρωθεν θέσεις τους είναι καταγεγραμμένες στα γραπτά περιγράμματα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τα οποία υιοθέτησαν για σκοπούς αγορεύσεων και γι' αυτό το λόγο δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω αμέσως να κρίνω την αξιοπιστία τους. Κάνοντας αρχή με την κα Αθηνά Σάββα (ΜΕ1) θα πρέπει να πω ότι μου έκανε θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν ειλικρινής, συνεπής και σταθερή στη μαρτυρία της. Η όλη κατάθεση της στο Δικαστήριο χαρακτηριζόταν από συνοχή και ήταν ευδιάκριτη η προσπάθεια της να μεταφέρει στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν. Η κα. Σάββα είχε προσωπική γνώση των τηλεφωνημάτων τα οποία ελάμβανε τόσο η ίδια όσο και ο πατέρας της από τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους ώστε αυτός να μεταβεί στο Κτηματολόγιο και να μεταβιβαστούν 6 τ.π. στην Εναγομένη 2 τα οποία περίσσευαν από το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και ήταν αναγκαία για αυτήν για να κτίσει εντός του ακινήτου της, αφού, όπως ανέφερε, ο Μιχάλης Νεοκλέους τηλεφωνούσε στο μαγαζί της καθότι ο πατέρας της ήταν μαζί της στο κατάστημα οπτικών που διατηρούσε, θέση η οποία ικανοποιεί το Δικαστήριο. Σημειώνεται, μάλιστα ότι σε σχέση με τα εν λόγω τηλεφωνήματα η ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης, όπως επίσης δεν αντεξετάστηκε επί της μαρτυρίας της αναφορικά με τη στενή σχέση του πατέρα της και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και ότι ο πρώτος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον δεύτερο, εξ' ου και τον ακολούθησε στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση. Αναφορικά με την ημέρα κατά την οποία έγινε η επίδικη μεταβίβαση, η κα Αθηνά Σάββα έδωσε επαρκείς πληροφορίες αφού όπως ανέφερε ο θείος της Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους ήρθε με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του γύρω στις 8:00 το πρωί και η ίδια βγήκε και τον χαιρέτισε. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας έκανε αναφορά σε μετάβαση στο Κτηματολόγιο στις 8.8.2003 αντί στις 20.8.2003 όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, όμως με δεδομένη τη δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε κατά ή περί την 8.8.2003, δεν διαπιστώνεται αντίφαση με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Οι δε υποβολές που τέθηκαν από τον κ. Παυλίδη κατά την αντεξέταση σε σχέση με το ότι ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους δεν επισκέφθηκε ποτέ το μαγαζί της και ότι δεν οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο παρέμειναν μετέωρες αφού κανένας από τους μάρτυρες υπεράσπισης δεν κατέθεσε οτιδήποτε σχετικό. Η θέση της ΜΕ1 ότι τον Δεκέμβριο του 2003 η ίδια και η οικογένεια της έλαβαν γνώση της γενόμενης μεταβίβασης και των αποτελεσμάτων της συνάδει και με τη θέση της κατά την αντεξέταση ότι αμέσως μετά επισκέφθηκαν τον δικηγόρο κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου και ότι από τον Ιανουάριο του 2004 ξεκίνησαν διάφορες συναντήσεις με τον Εναγόμενο 3 και τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους οι οποίες κράτησαν μέχρι το τέλος Νοεμβρίου 2004, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επιπρόσθετα, η θέση αυτή επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Εντύπου Ν.313, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5, από όπου προκύπτει ότι πρόθεση του Νεοκλή Σάββα ήταν να μεταβιβάσει στον γιο του Αριστείδη δια δωρεάς 2/4 μερίδιο επί του Ακινήτου. Για όσα θέματα δεν γνώριζε κάτι, η μάρτυρας δεν δίστασε να το αναφέρει, όπως για παράδειγμα όταν ερωτάτο για την κατάρτιση του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 και δήλωσε ότι δεν ήταν παρούσα, γεγονός ενδεικτικό για την αξιοπιστία της. Υποδεικνύεται, τέλος, ότι με δεδομένη την καλή εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο η κα Αθηνά Σάββα, κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν στη μαρτυρία της, όπως το ότι ο πατέρας της δεν υπέγραφε τα αρχιτεκτονικά σχέδια διότι γνώριζε ότι τον ξεγέλασαν ενώ η υποβολή των αρχικών αρχιτεκτονικών σχεδίων έγινε πριν την επίδικη μεταβίβαση δεν θα ήταν δυνατόν να πλήξουν την αξιοπιστία της καθότι αφορούσαν επιμέρους θέματα (βλέπε μεταξύ άλλων Νίκος Αυξεντίου ν. Αλουάχα Διγκλή
(2007)1 ΑΑΔ 1367). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τα όσα της ανέφερε ο πατέρας της για το ότι δεν του διαβάστηκε η πράξη της μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο δεν γίνεται αποδεκτή διότι έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της ΜΕ3, η οποία και γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω. Δεν θα μπορούσα να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της Ενάγουσας η οποία κατέθεσε ως ΜΕ2, πέραν από την έκταση στην οποία η μαρτυρία της δεν αμφισβητείται και επιβεβαιώνεται από τα ενώπιον μου κατατεθημένα τεκμήρια ή από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Θα πρέπει, βέβαια, από την αρχή να σημειώσω ότι καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της Ενάγουσας δεν διακρίθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει την αλήθεια. Ωστόσο, η μαρτυρία της ήταν ασαφής και συγχυσμένη σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορώ να την αποδεχθώ. Kαι εξηγώ: Κατά την έναρξη της αντεξέτασής της όταν ο συνήγορος των Εναγομένων της υπέδειξε τη Γραπτή της Δήλωση (Έγγραφο Α), η Ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να την αναγνωρίσει και όταν ερωτήθηκε σχετικά, απάντησε ότι είναι το έγγραφο με το οποίο η ίδια διορίστηκε ως Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα συζύγου της. Επί τούτου, να προσθέσω ότι όταν ερωτήθηκε εάν ετοίμασε η ίδια το Έγγραφο Α, απάντησε ότι η Γραπτή Δήλωση ετοιμάστηκε από το δικηγόρο της και η ίδια απλά την παρουσίασε στο Δικαστήριο καθότι δεν γνωρίζει γράμματα, παρόλο που την ανέγνωσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το Συμφωνητικό Έγγραφο ημερομηνίας 5.10.1992 και το συνημμένο σε αυτό σχεδιάγραμμα (Τεκμήριο 1), ενώ αρχικά η Ενάγουσα κατέθεσε ότι ήταν στη βάση αυτού του σχεδιαγράμματος που έγινε ο διαχωρισμός και ο σύζυγός της είχε 2/4 μερίδιο στο Ακίνητο, όταν κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε κατά πόσον συμφωνεί με το σχεδιάγραμμα, αρχικά απάντησε «δεν ξέρω, δεν έχω ιδέα από σχέδια» και λίγο αργότερα «αφού δεν καταλαβαίνω από σχέδια, τι να πώ;». Επιπρόσθετα, ενώ δήλωνε ότι γνωρίζει την επιτόπου περιοχή, δεν ήταν σε θέση να καταθέσει στο Δικαστήριο ποιο από τα μέρη Α και Β επί του σχεδιαγράμματος ανήκε στον Νεοκλή Νεοκλέους και στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση πόσα άτομα ήταν παρόντα κατά την επίδικη μεταβίβαση, η κα. Σάββα απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν ήταν παρούσα, ενώ λίγο αργότερα σε ερώτηση κατά πόσον ήταν παρόντες οι Εναγομένοι 2 και 3, απάντησε ότι όπως της ανέφερε ο σύζυγός της «πήγαν όλοι ομαδικά». Όμως, σε επόμενη ερώτηση, κατέθεσε τα εξής: «Επιμένω ότι ο Εναγόμενος 3 ήταν παρών. Ότι λέει στη Γραπτή μου Δήλωση είναι αλήθεια.. ΟK, ήρθε μόνη της η Εναγομένη
- Δεν έχει σημασία εάν ήρθε μονη της ή μαζί του». Γενικά, η όλη εικόνα που αποκόμισα από την Ενάγουσα ήταν ενός ειλικρινούς ατόμου μεν, το οποίο όμως ήταν συγχυσμένο ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, με τρόπο ώστε η μαρτυρία της να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο παρά μόνο στην έκταση και στο βαθμό που αναφέρεται πιο πάνω. Η μαρτυρία της ΜΕ3 κας. Ρίτας Μακρή γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ήταν αντικειμενική και παρουσίαστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κατά την επίδικη μεταβίβαση, την οποία διενήργησε η ίδια προσωπικά ως λειτουργός του Τμήματος. Ήταν ειλικρινής και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της ότι η πράξη της μεταβίβασης διαβάσθηκε στους εμπλεκόμενους, ρωτήθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη εάν ειναι σύμφωνοι και ακολούθως διενεργήθηκε η πράξη. Ήταν σαφής στη θέση της ότι η πράξη επεξηγήθηκε στον Νεοκλή Σάββα και ότι η ίδια πείσθηκε ότι αυτός αντιλαμβανόταν τη φύση της πράξης που διενεργείτο. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγομένων. Επίσης αποδεκτή είναι και η μαρτυρία της ΜΕ4 κας. Μαρίας Ανδρεοπούλου Κολώτα η οποία ήταν αμερόληπτη, αντικειμενική και ξεκάθαρη. Κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα σχετικά με την υποβολή της αίτησης για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας με αναφορά ΛΕΜ/0278/203, την αποστολή γνωστοποίησης παραλαβής της αίτησης (Τεκμήριο 11), την εξέταση της αίτησης και την έκδοση της σχετικής άδειας. Τα γεγονότα σε σχέση με τα οποία έδωσε μαρτυρία ενέπιπταν στην προσωπική της γνώση, αφού όπως ανέφερε είναι επικεφαλής της ομάδας η οποία εξετάζει αιτήσεις/υποθέσεις του Τομέα Δυτικής Λεμεσού, όπου εμπίπτει και το Ακίνητο. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η ΜΕ4 κατέθεσε με λεπτομέρεια τα έγγραφα και τις διευκρινίσεις που είχαν ζητηθεί από τους αιτητές με την επιστολή ημερομηνίας 10.7.2003 (Τεκμήριο 15) και τους λόγους για τους οποίους κατέστη αναγκαία η προσκόμιση νέου χωρομετρικού σχεδίου, τροποποιημένων σχεδίων στη βάση των οποίων θα υπήρχε μείωση των συντελεστών ανάπτυξης και διορθωμένα σχέδια μετά από τις μορφολογικές παρατηρήσεις του αρμοδίου λειτουργού της περιοχής. Η κα. Κολώτα ήταν σαφής και ξεκάθαρη στη θέση της ότι με βάση τους νέους τίτλους που προσκομίσθηκαν από την Εναγομένη 2 (Τεκμήριο 13), υπάρχει μεγαλύτερο εμβαδό στο τμήμα όπου θα ανεγείρονταν οι κατοικίες. Πιο συγκεκριμένα, σε ερώτηση του κ. Παυλίδη εάν τα τροποποιημένα σχέδια (Τεκμήριο 16) είναι διαφοροποιημένα από τα αρχικά (Τεκμήριο 12), η λειτουργός ανέφερε με σαφήνεια ότι υπήρχε ελάχιστη μείωση των τετραγωνικών του κτιρίου στο σημείο όπου υπάρχει η επίπεδη πλάκα και αύξηση των τετραγωνικών μέτρων του μέρους του Ακινήτου όπου θα ανεγειρόταν η οικοδομή για την οποία ζητείτο η έκδοση Πολεοδομικής Άδειας, θέση η οποία και δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. Τέλος, σημειώνεται ότι στο ερώτημα του κατά πόσον στους τίτλους ιδιοκτησίας υπήρχε οποιοδήποτε σχεδιάγραμμα του Ακινήτου, η ΜΕ4 απάντησε αρνητικά, επεξηγώντας ότι τυχόν σχέδια για διευθέτηση ιδιωτικών σχέσεων δεν αφορούν το τμήμα πολεοδομίας για σκοπούς έκδοσης άδειας, θέση η οποία και ικανοποιεί το Δικαστήριο. Ερχόμενη στη μαρτυρία του ΜΕ5 κ. Ανδρέα Παναγιώτου, θα πρέπει καταρχήν να λεχθεί ότι ο κ. Παναγιώτου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας αφού όπως ανέφερε ασχολείται με το αντικείμενο της γραφολογίας από το 1974 και από το 1989 ήταν υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας, ενώ από το 2003 διετέλεσε διευθυντής του Τμήματος Εγκληματολογικών Ερευνών στο Αρχηγείο Αστυνομίας, από όπου και αφυπηρέτησε το
- Όπως υπογραμμίζεται στη σχετική νομολογία, η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984). Η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του. (Βλέπε Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 A.A.Δ. 875 και Χαραλάμπους ν. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους για να μπορέσει το Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (Βλ. επίσης Σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο κ. Παναγιώτου εξέτασε και σύγκρινε τις αμφισβητούμενες υπογραφές με επαρκή, λεπτομερή και επιστημονικό τρόπο ώστε να καταλήξει στα συμπεράσματά του τα οποία ήταν εμπεριστατωμένα και τεκμηριωμένα. Ειδικότερα σημειώνω ότι ο μάρτυρας παρέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα έγγραφα που του δόθηκαν από το ΤΑΕ για σκοπούς εξέτασης των αμφισβητούμενων υπογραφών του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα και της σύγκρισής τους με τις υπογραφές του Εναγομένου 3 και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους. Ο κ. Παναγιώτου περιέγραψε με λεπτομέρεια την μέθοδο που ακολούθησε ώστε να καταλήξει στα συμπεράσματά του και συγκεκριμένα, ότι εφαρμόσε την επιστημονική μέθοδο της αναλυτικής συγκριτικής κατά την οποία εξετάζονται με λεπτομέρεια όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά μιας αμφισβητούμενης υπογραφής και αφού εντοπιστούν αυτά, ακολούθως γίνεται σύγκριση με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του δείγματος. Μετά από την εν λόγω περιγραφή, ο μάρτυρας εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση παρόλο που διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών του Νεοκλή Σάββα και των γνήσιων υπογραφών του και κατ' επέκταση ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές δεν ήταν γνήσιες, εντούτοις με βάση τη δεδομένη απομίμηση της υπογραφής δεν μπορούσε να καθοριστεί το πρόσωπο που έκανε τις εν λόγω υπογραφές. Επιπρόσθετα, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ο μάρτυρας ετοίμασε Φωτοτεχνικό Πίνακα (Τεκμήριο 19) και με παραπομπή σε αυτόν επεξήγησε με σαφήνεια και κάθε λεπτομέρεια ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον ρυθμό και την ποιότητα χάραξης, πιο βελτιωμένο τρόπο γραφής σε σχέση με τις γνήσιες, όπως επίσης ότι εντοπίζεται διαφορά στη δομή των γραμμάτων. Γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι ο κ. Παναγιώτου ήταν αντικειμενικός και εφοδίασε το Δικαστήριο με όλα τα εχέγγυα προς το σκοπό τεκμηρίωσης της θέσης του και ως εκ τούτου η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Η μαρτυρία του κ. Νίκου Γερολέμου (ME6) γίνεται επίσης αποδεκτή σε σχέση με τον περιορισμένο σκοπό για τον οποίο προσάχθηκε, ήτοι αναφορικά με το τι προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 28.8.2006 της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού προς την Εναγομένη 2 (Τεκμήριο 7) και την ειδοποίηση προς αυτήν ότι η άδεια οικοδομής που παραχωρήθηκε για την ανέγερση δύο κατοικιών στο Ακίνητο ανακλήθηκε λόγω του ότι προβλήθηκε ισχυρισμός ότι οι υπογραφές του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα στην αίτηση και τα αρχιτεκτονικά σχέδια δεν ανήκουν σε αυτόν. Υπενθυμίζεται ότι ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή ή ανάμειξη στο όλο θέμα και η επιστολή/Τεκμήριο 7 υπεγράφη από τον κ. Χάρη Ζαχαρίου που εκτελούσε χρέη Επαρχιακού Επιθεωρητή στον Κλάδο Οικοδομών της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το γεγονός της ανάκλησης της παραχωρηθείσας άδειας οικοδομής δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Αξιολογώντας τον Εναγόμενο 3, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας με μοναδικό σκοπό να σκιάσει τα πραγματικά γεγονότα και να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά τον τρόπο που ο ίδιος έκρινε αναγκαίο και προς όφελος του. Το σύνολο της μαρτυρίας του, σε ότι βέβαια αφορά τα ουσιώδη θέματα και τα σημεία αντιπαράθεσης με τη θέση των μαρτύρων της Ενάγουσας είναι απορριπτέο και απορρίπτεται. Οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο κρίνει αναξιόπιστο τον Εναγόμενο 3 είναι διάφοροι και επεξηγούνται αμέσως πιο κάτω. Ο Εναγόμενος 3 καταρχήν δέχθηκε ότι στις 11.10.2002 η Εναγομένη 2 αγόρασε από την Ελενίτσα Λουκά Σιλβέστρου ¼ μερίδιο επί του Ακινήτου και ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω μεταβίβαση η κα. Σιλβέστρου έδωσε σε αυτόν και τη σύζυγό του αντίγραφο του Τεκμηρίου 1 για ενημέρωσή τους. Ήταν επίσης η θέση του ότι ήθελε να ξέρει πόσα τετραγωνικά μέτρα τους αναλογούσαν για να μπορεί να βγάλει αρχιτεκτονικά σχέδια και για το λόγο αυτό συμφώνησε με τους άλλους δύο δικαιούχους να επισκεφθούν το Κτηματολόγιο ώστε να διευθετηθεί το θέμα. Η θέση του, όμως, αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του στην Έκθεση Υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι η μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο έγινε αφού εκδόθηκε η Πολεοδομική Άδεια, ενώ από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι η αίτηση για έκδοση Πολεοδομικής Άδειας υποβλήθηκε από την Εναγομένη 2 στις 12.2.2003, ήτοι πολύ πριν από την ημερομηνία της επίδικης μεταβίβασης. Επίσης, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι η επίσκεψή τους στο Κτηματολόγιο τον Αύγουστο του 2003 έγινε ώστε να γίνει ο κατάλληλος διαχωρισμός του Ακινήτου με βάση το Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 1). Η Δήλωση Μεταβίβασης (Τεκμήριο 4), όμως, δεν επιβεβαιώνει τη θέση του αυτή αφού ουδεμία αναφορά γίνεται σε διαχωρισμό, επιτόπια έρευνα ή οτιδήποτε άλλο, αλλά σε σύμβαση δωρεάς. Παράλληλα, ενώ κατέθεσε ότι το Κτηματολόγιο επισκέφθηκε το Ακίνητο επί τόπου στα πλαίσια εξέτασης του όλου θέματος της έκδοσης τίτλων, εντούτοις ουδεμία λεπτομέρεια έδωσε σε σχέση με το γεγονός αυτό και περιορίστηκε να καταθέσει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους δεν ήταν παρόντες και ότι μια εβδομάδα μετά έλαβαν τηλεφώνημα από το Κτηματολόγιο πληροφορώντας τους ότι έγινε η επιτόπια έρευνα και θα βγουν τα τετραγωνικά μέτρα. Εάν, όμως, τα πράγματα είχαν ως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 3 δεν θα έπρεπε τα ενδιαφερόμενα μέρη να είχαν κληθεί στην ισχυριζόμενη επιτόπια εξέταση και να έχουν λόγο στη διαδικασία; Όταν, μάλιστα, στο στάδιο της αντεξέτασης του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 και ερωτήθηκε εάν με βάση αυτό μεταβιβάστηκαν από τον Νεοκλή Σάββα στην Εναγομένη 76/1004, αρχικά απάντησε ότι δεν κατάλαβε την ερώτηση ενώ μετά κατέθεσε «εγώ ξέρω ότι είναι από το Κτηματολόγιο που μεταβιβάστηκαν βάση των συμφωνητικών εγγράφων που δώσαμε στο Κτηματολόγιο για διαχωρισμό». Απέφευγε επίμονα να απαντήσει εάν είναι ο Νεοκλής Σάββα που είχε μεταβιβάσει στην Εναγομένη 2 τα 76/1004 τ.μ. και επέμενε ότι το Κτηματολόγιο μεταβίβασε τα εν λόγω μερίδια, χωρίς, ωστόσο, να υπάρχει σχετική λογική εξήγηση προς τούτο. Τέλος, ερωτηθείς εάν επί του Τεκμηρίου 4 δηλώνεται ότι τα 106/1004 τ.μ. μεταβιβάστηκαν με δωρεά, διαφώνησε και υπέδειξε το Τεκμήριο 1, χωρίς να προβάλλει οποιαδήποτε άλλη τεκμηριωμένη θέση. Περαιτέρω και επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο που να επιβεβαιώσει τη θέση του Εναγομένου 3 αλλά ούτε κλήθηκε σε σχέση με αυτό το θέμα ο αρμόδιος Κτηματολογικός Λειτουργός, για να καταθέσει σχετικά, κάτι που θα ανέμενε το Δικαστήριο με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της υπεράσπισης. Επίσης, στα πλαίσια της μαρτυρίας, του ο Εναγόμενος 3 προέβηκε σε υπολογισμό των τετραγωνικών μέτρων του (Μέρος Α του Ακινήτου επί του σχεδιαγράμματος του Τεκμηρίου 1) χρησιμοποιώντας τις εκεί αποτυπωμένες διαστάσεις (15,8μ. Χ 20,75 μ. = 327 M²) έτσι ώστε να παρουσιάσει μια εξήγηση για τα 327 M² που αναλόγησαν στην Εναγομένη 2 μετά την επίδικη μεταβίβαση. Όμως, ουδεμία εξήγηση έδωσε ο Εναγόμενος 3 ως προς το πώς προκύπτουν αυτά τα τετραγωνικά μέτρα δεδομένων των μεριδίων 1/4 και 1/4 της συζύγου του και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους (τα τετραγωνικά μέτρα των οποίων δεν είναι τα ίδια μετά την επίδικη μεταβίβαση), ούτε οποιαδήποτε δικαιολογία για το ότι τα τετραγωνικά μέτρα δεν αντιστοιχούν με τα μερίδια που ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους. Παράλληλα, καμιά εξήγηση δόθηκε ως προς το γιατί για το 1/4 μερίδιο της Εναγομένης 2 προέκυψαν 327/1004 τ.μ. ενώ για το άλλο 1/4 μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους αντιστοίχισαν 281/1004 τ.μ. (Τεκμήριο 13). Επιπρόσθετα, από τον υπολογισμό των διαστάσεων των Μερών Β και Γ επί του σχεδιαγράμματος του Τεκμηρίου 1 με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο Εναγόμενος 3 δεν υπάρχει αντιστοιχία με τα τετραγωνικά μέτρα που αναλόγησαν στον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα και στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους μετά την επίδικη μεταβίβαση. Πιο συγκεκριμένα, εάν γίνει ο υπολογισμός για το Μέρος Β (14,6 Χ 20,7) προκύπτει αποτέλεσμα 302 ενώ ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους έγινε κάτοχος 281/1004 τ.μ. ενώ σε σχέση με το Μέρος Α (23,25 Χ 20,7) το αποτέλεσμα της πράξης είναι 481,28 ενώ μετά την μεταβίβαση κατείχε 396/
- Επομένως, με βάση τα πιο πάνω η μαρτυρία του Εναγομένου 3 παραμένει μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Τέλος, ερωτηθείς σε σχέση με τα αρχιτεκτονικά σχέδια και την υπογραφή του Νεοκλή Σάββα επί αυτών, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όλα τα αναγκαία έγγραφα και αρχιτεκτονικά σχέδια για σκοπούς της Πολεοδομίας υπογράφθηκαν από τον Νεοκλή Σάββα στο σπίτι του Μιχάλη Γεωργίου στο Όμοδος, όπου ήταν παρούσα και η σύζυγος του Μιχάλη Γεωργίου, όμως: Εν πρώτοις, η θέση αυτή του Εναγομένου 3 έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία του κ. Αντρέα Παναγιώτου (ΜΕ5), ιδιώτη γραφολόγου, σύμφωνα με τον οποίο οι υπογραφές του Νεοκλή Σάββα επί της Αίτησης για Πολεοδομική Άδεια με αριθμό ΛΕΜ/278/03 ημερομηνίας 12.2.2003, στο χωροταξικό σχέδιο ημερομηνίας 12.2.2003 και στο σετ σχεδίων με σφραγίδα Πολεοδομικής Αρχής ημερομηνίας 8.12.2003 δεν είναι γνήσιες αλλά προσπάθεια απομίμησης της αυθεντικής υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Νεοκλή Σάββα. Επιπρόσθετα, μια τέτοια θέση δεν τέθηκε ούτε στην Ενάγουσα αλλά ούτε και στην ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή τους και σε κάθε περίπτωση δεν επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία της συζύγου του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, η οποία δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας και που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 3 ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των εν λόγω εγγράφων από τον Νεοκλή Σάββα. Για παρόμοιους λόγους ούτε η μαρτυρία του κ. Γιάννη Γεωργίου, Διαχειριστή της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η κύρια θέση που προέβαλε ο ΜΥ2 ήταν ότι η επίδικη μεταβίβαση έγινε ώστε τα τετραγωνικά μέτρα του κάθε συνιδιοκτήτη να αντικατοπτρίζουν τον φυσικό διαχωρισμό του Ακινήτου. Όμως: Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι ο μάρτυρας δεν έδωσε καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η διεκπεραίωση της επίδικης μεταβίβασης κατέστη αναγκαία 11 χρόνια μετά την υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 (Τεκμήριο 1). Επιπρόσθετα, σε σχέση με τη θέση του ότι το σχέδιο επί του Τεκμηρίου 1 συμφωνά με την επί τόπου κατάσταση, στην κυρίως εξέτασή του ο κ. Γεωργίου κατέθεσε ότι «ενημερώθηκε για αυτή τη συμφωνία και από τους μάρτυρες - τον Χρίστο Σωκράτους που πέθανε πριν 2 χρόνια και τον Φειδία Παναγιώτου που είναι εν ζωή- και τον θείο του τον Νίκ (Νεοκλή Νεοκλέους) που είναι εν ζωή όπου όλοι τον εβεβαίωσαν ότι η συμφωνία είναι σωστή και επίσης πήγε με τον Στέλιο Στυλιανού και μέτρησαν τα δικά τους κτήματα και είναι σωστά». Όμως, η θέση αυτή του κ. Γεωργίου δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και ο κ. Γεωργίου δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο σε σχέση με τη μη κλήτευση ενός από τα πιο πάνω πρόσωπα τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του γνώριζαν προσωπικά τα γεγονότα. Παρομοίως, ενώ ο κ. Γεωργίου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι κατά τη σύναψη του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 (Τεκμήριο 1) ήταν παρών και κάποιος εμπειρογνώμονας ο οποίος διενήργησε μετρήσεις στην παρουσία των τριών ιδιοκτητών και των μαρτύρων στο Συμφωνητικό Έγγραφο, εντούτοις δεν ανέφερε το όνομα του εν λόγω εμπειρογνώμονα και ούτε εξήγησε γιατί αυτός δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της υπεράσπισης. Σε σχέση δε με τη θέση του ότι ο ίδιος με τον Εναγόμενο 3 προσπάθησαν να βεβαιωθούν ότι με βάση τα ροθέσια τα τετραγωνικά μέτρα ήταν τα ορθά και προς τούτο έκαναν μέτρηση επαλήθευσης, επισημαίνεται αφενός ότι ο κ. Γεωργίου δεν ανέφερε ότι κατέχει οποιαδήποτε σχετικά προσόντα και αφετέρου ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρθηκε από τον Εναγόμενο 3 στα πλαίσια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο. Παράλληλα, ο κ. Γεωργίου υποστήριξε ότι παρόλο που τα μερίδια επί του Τεκμηρίου 1 καθορίζονται σε 1/4, 1/4 και 2/4, εντούτοις υπήρχε νοητή γραμμή που χώριζε το μέρος του ακινήτου του πατέρα του και του Νεοκλή Νεοκλέους με αυτό του Νεοκλή Σάββα και το κτήμα μετρήθηκε με βάση τη δόμη και τα ροθέσια και χωρίστηκε με βάση το τι είχε δοθεί από τους προγόνους τους, ενώ η εν λόγω νοητή γραμμή δεν αμφισβητήθηκε από κανένα πέραν από την κα. Αθηνά Σάββα. Περάν όμως από την εν λόγω γενική και αόριστη αναφορά η οποία, ας σημειωθεί ότι δεν είχε τεθεί ούτε στην ΜΕ1 αλλά ούτε και στην Ενάγουσα κατά την αντεξέτασή τους από τον συνήγορο υπεράσπισης, η πιο πάνω θέση του κ. Γεωργίου παρέμεινε αόριστη και ατεκμηρίωτη. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κ. Γεωργίου υποδεικνύεται επίσης ότι ο ίδιος δεν επιβεβαιώνει τη θέση του Εναγομένου 3 περί «μεταβίβασης» των τετραγωνικών αυτών από το Κτηματολόγιο αλλά στα πλαίσια της μαρτυρίας του περιορίσθηκε να αναφέρει ότι η μεταβίβαση που έγινε τον Αύγουστο του 2003 κατέστη αναγκαία ώστε τα τετραγωνικά μέτρα του κάθε μέρους να αντικατοπτρίζουν τον φυσικό διαχωρισμό του Ακινήτου. Όπως δε δέχθηκε κατά την αντεξέταση, ο ίδιος δεν ήταν παρών στην εν λόγω μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο και σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενεπλάκη στο θέμα κατά τις συναντήσεις που είχαν τα εμπλεκόμενα μέρη με τον δικηγόρο κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου στα πλαίσια εξεύρεσης εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης. Αναφορικά με τα τετραγωνικά μέτρα του κάθε μέρους, και ο κ. Γεωργίου, όπως και ο Εναγόμενος 3, επιχείρησε να υποστηρίξει ότι οι διαστάσεις που φαίνονται στο σχεδιάγραμμα επί του Τεκμηρίου 1 συμφωνούν με τα τετραγωνικά μέτρα που καθορίζονται στα νέα πιστοποιητικά έγγραφής (Τεκμήριο 13), χωρίς όμως να επιτύχει κάτι τέτοιο, αφού η αναφορά του ότι «οι διαστάσεις φαίνονται στο σχεδιάγραμμα ..σε απόλυτο αριθμό πρέπει να κάνουμε τον υπολογισμό . όπως τα βλέπω πρέπει να είναι σωστά τα μερίδια με βάση τις διαστάσεις» παρέμεινε ασαφής και αόριστη. Αόριστη και ασαφής ήταν και η μαρτυρία του κ. Γεωργίου σε σχέση με συνάντηση που ισχυρίστηκε ότι είχε ο ίδιος και ο πατέρας του με τους Εναγόμενους 2 και 3 και την Ενάγουσα με την ΜΕ1 στο γραφείο του δικηγόρου κ. Ρίκκου Ερωτοκρίτου με σκοπό να υπογραφθεί κάποια συμφωνία, αφού η εν λόγω συμφωνία δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ενώ η θέση αυτή και πάλι δεν είχε υποβληθεί στην Ενάγουσα και την ΜΕ
- Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του κ. Γιάννη Γεωργίου είναι απορριπτέα και απορρίπτεται εκτός του μέρους που αφορά τη μεταβίβαση του μεριδίου του πατέρα του στην αδελφή του, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ερχόμενη, τέλος, στη θέση του κ. Γεωργίου αναφορικά με τη σχέση του πατέρα του με τον Νεοκλή Σάββα, επισημαίνεται ότι με τη μαρτυρία του δεν αρνήθηκε την ύπαρξη καλών σχέσεων και περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι επειδή ο Νεοκλής Σάββα διέμενε με την κόρη του (ΜΕ1), ο πατέρας του δεν ήταν σε θέση να τον επηρεάσει σε οτιδήποτε. Ειδικότερα, κατέθεσε τα ακόλουθα στην κυρίως εξέταση: «Για το εάν πήγαν να τον επηρεάσουν, δεν ξέρω εάν πήγαν τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Λέω ξεκάθαρα, όμως, ότι δεν ήταν στη φύση του πατέρα μου να ενεργεί με αυτό τον τρόπο». Νομική Πτυχή Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η επίδικη μεταβίβαση είναι αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, απάτης, δόλου και ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από τους Εναγομένους στον αποβιώσαντα συζύγό της. Αναμφίβολα, η ελεύθερη συναίνεση των μερών που συνάπτουν μια σύμβαση αποτελεί συστατικό κάθε νόμιμης σύμβασης (βλέπε άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149). Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 149, η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού, άσκησης ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης. Πιο συγκεκριμένα, τα άρθρα 17 και 18 του Κεφ. 149 διαλαμβάνουν τις περιπτώσεις όπου μια σύμβαση καταρτίζεται συνεπεία δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων. Ο δόλος αποτελείται ουσιαστικά από την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς με γνώση περί της αναλήθειας αυτού, αλλά περιλαμβάνει και οποιαδήποτε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση άλλου προσώπου. Σε γενικότερο πλαίσιο, απάτη διαπράττεται όταν κάποιος εξωθεί κάποιο άλλο πρόσωπο να ενεργήσει στη βάση ψευδούς πεποίθησης παρουσιάζοντας σε αυτόν κάτι που ο ίδιος δεν πιστεύει ότι είναι αληθές. Οι πρόνοιες των άρθρων 17 και 18 του Κεφ. 149 είναι οι ίδιες με τις αντίστοιχες του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου οι οποίες αναλύονται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla: The Indian Contract Law and Specific Reliefs Acts (9η έκδοση) στις σελίδες 157 -
- Στην απόφαση Μαρία Ιακώβου ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 992, υιοθετείται σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England και υποδεικνύεται ότι συνήθως ο όρος «δόλος» αναφέρεται σε κάτι ανέντιμο και ηθικώς ανάρμοστο, ειδικά σε σχέση με την απόκτηση χρηματικού ή υλικού οφέλους με άδικα μέσα. Σχετική είναι και η απόφαση Joliffe v. Baker [1883] 11 Q.B.D. 255 όπου σημειώνεται ότι ο όρος δόλος πρέπει να χρησιμοποιείται και να γίνεται αντιληπτός στην κοινή έννοιά του, όπως συνήθως χρησιμοποιείται στην αγγλική γλώσσα και ως εξυπονοών κάποια κακή συμπεριφορά και ηθική αισχρότητα (Βλέπε επίσης Re Companies Acts, Ex p. Watson [1888] 21 Q.B.D. 301, στη σελίδα 309). Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση αρ. 35/2008 Συμεών Μ. Συμεών ν. Χριστάκη Γεωργίου ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αντώνη Χριστοφή Λαπιέρη, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2011. Στην παράγραφο 6-0.4.3 του συγγράμματος Chitty on Contracts (30η Έκδοση, Τόμος 1ος), γίνεται αναφορά στην κλασσική διατύπωση του δόλου η οποία δόθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στην απόφαση Derry v. Peek
(1889)14 App. Cas. 337, και υποδεικνύεται ότι σημαντικό στοιχείο για την απόδειξη του δόλου συνιστά η παράσταση ψευδούς γεγονότος που έγινε ενσυνείδητα και χωρίς να πιστεύει ο παριστάνων το γεγονός στην αλήθεια του περιεχομένου της δήλωσης[1]. Σε αγωγή που εγείρεται στη βάση ισχυρισμών για δόλο και ψευδείς παραστάσεις ο ενάγοντας θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε έντιμα στη δήλωση που έκανε ή στην παράσταση του γεγονότος που προώθησε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ενάγων οφείλει να αποδείξει και τη γνώση του εναγόμενου περί της αναλήθειας της δήλωσης ούτε την ανεντιμότητα της πρόθεσης του εναγόμενου. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί είναι ότι ο εναγόμενος υποψιαζόταν ότι η δήλωσή του πιθανόν να ήταν ανακριβής ή ότι αμέλησε να διερευνήσει την ορθότητά της. Σε σχέση με το θέμα της ψυχικής πίεσης, το άρθρο 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί τα εξής: "16. -
(1)Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία "ψυχικής πίεσης" όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2)Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο- (α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου· ή (β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3)Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου". Σύμφωνα δε με τις πρόνοιες του άρθρου 20
(1)του Κεφ. 149, εάν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, τότε η σύμβαση είναι ακυρώσιμη κατ' εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με αυτό τον τρόπο και απόδειξη της ύπαρξης ψυχικής πίεσης οδηγεί σε απαλλαγή από αναληφθείσα συμβατική υποχρέωση (βλέπε επίσης Eurohouse Finance Ltd v. Μιχαηλίδη
(2002)1 ΑΑΔ 721). Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το δίκαιο της Επιείκιας με το δόγμα της ψυχικής πίεσης και της ανεπίτρεπτης επιρροής (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Η εφαρμογή του δόγματος του αθέμιτου επηρεασμού, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, σκοπό είχε να εξασφαλίσει ότι δεν θα επιτρέπεται σε κανένα να διατηρεί τα οφέλη του δόλου του ή της άδικής του πράξης (βλέπε Chitty on Contracts (πιο πάνω) στην παράγραφο 7-057). Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1887] 35 Ch. D. 145, στη σελίδα 190, η αντιμετώπιση αυτή δεν είναι περιορισμός που τίθεται στο δωρητή, αλλά εμπόδιο στη συνείδηση του αποδέκτη της δωρεάς, το οποίο βασίζεται στο δημόσιο συμφέρον και στην ορθή συμπεριφορά. Όταν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού που ασκήθηκε άμεσα από το δωρεοδόχο για το σκοπό αυτό ή όπου οι σχέσεις μεταξύ του δωρητή και του δωρεοδόχου κατά τον χρόνο της δωρεάς ή λίγο πριν από αυτή, είναι τέτοιες που να δημιουργούν τεκμήριο ότι ο δωρεοδόχος έχει επηρεάσει το δωρητή, το δικαστήριο ακυρώνει τη δωρεά. Για να είναι έγκυρη θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η δωρεά συνιστούσε αυθόρμητη πράξη του δωρητή, ο οποίος ενεργούσε υπό περιστάσεις που τον καθιστούσαν ικανό να εκδηλώσει ανεξάρτητη βούληση και μόνο αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η δωρεά ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του δωρητή. Η έννοια της ψυχικής πίεσης δεν έχει προσδιοριστεί με ακρίβεια από τη νομολογία, όμως τα αγγλικά Δικαστήρια έχουν δώσει σε ορισμένες υποθέσεις τις δικές τους ερμηνείες. Στην υπόθεση Allcard v. Skinner (πιο πάνω), ο Lindley L.J. αναφέρει ότι η ψυχική πίεση είναι "un unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party", ενώ ο Lord Selborne στην υπόθεση Aulesford (Earl) v. Morris
(1873)8 Ch. App. 484, στη σελίδα 490, την περιγράφει ως "the unconcientious use by one person of power possessed by him over another in order to induce the other to enter into a contract". Στην Allcard v. Skinner (πιο πάνω) ο Cotton L.J. προσεγγίζει το θέμα με τον εξής τρόπο: "First, where the court has been satisfied that the gift was the result of influence expressly used by the donee for the purpose; second, where the relations between the donor and donee have at or shortly before the execution of the gift been such as to raise a presumption that the donee had influence over the donor. In such a case the Court sets aside the voluntary gift, unless it is proved that in fact the gift was the spontaneous act of the donor acting under circumstances which enabled him to exercise an independent will and which justifies the Court in holding that the gift was the result of a free exercise of the donor's will. The first class of cases may be considered as depending on the principle that no one shall be allowed to retain any benefit arising from his own fraud or wrongful act. In the second class of cases the Court interferes, not on the ground that any wrongful act has in fact been committed by the donee, but on the ground of public policy and to prevent the relations which existed between the parties and the influence arising therefrom being abused." Η ψυχική πίεση, ως δόγμα του δικαίου της επιείκιας, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εξαναγκασμού, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες γίνεται κατάχρηση της εμπιστοσύνης που δόθηκε ή όπου έχει προδοθεί η εμπιστοσύνη που δόθηκε (Βλ. Μιχαήλ Κεφάλας κ.ά. ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα
(2000)1 ΑΑΔ 1226, Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου
(1998)1 ΑΑΔ 555). Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται εκείνες οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών, όπου η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός, ενώ η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση, όπου η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει. Σε μια αντιδικία, ο ενάγοντας μπορεί να ισχυρισθεί ότι υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις· ότι δηλαδή, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει και ότι όντως υπάρχει. Στο τέλος, δεν αποκλείεται να αποβεί επιτυχής η επίκληση και των δύο περιπτώσεων, εφόσον η μια δεν εξουδετερώνει την άλλη (Βλ. Re Craig Meneces and Another v. Middleton and Others [1970] 2 All E.R. 390). Στην περίπτωση όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, η ψυχική πίεση θα πρέπει να αποδειχθεί με το να καταδειχθεί ότι ο παραλήπτης της δωρεάς άσκησε πραγματικό εξαναγκασμό ή ότι ο τελευταίος άσκησε επί του δωρητή τέτοιο βαθμό γενικής κυριαρχίας ή ελέγχου, ούτως ώστε να είχε υπονομευθεί ουσιωδώς η δυνατότητά του να καταλήξει σε ανεξάρτητη απόφαση. Αυτό μπορεί να γίνει αποδεικνύοντας είτε ότι υπήρξε πραγματική πίεση από το δωρεοδόχο ή ότι αυτός άσκησε επί του μυαλού του δωρητή τέτοιου βαθμού γενική επιβολή ή έλεγχο, με τρόπο ώστε η ανεξαρτησία στη λήψη της απόφασης να είχε ουσιαστικά υπονομευθεί (Bank of Montreal v. Stuart [1911] A.C. 120 και Coldunell Ltd v. Gallon and another [1986] 1 All E.R. 429). Σ' αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση (Βλ. Chitty on Contracts (πιο πάνω) παραγρ. 7-064). Όπως το θέτει και ο Slade L.J. στην υπόθεση Bank of Credit and Commerce International S.A. v. Aboody [1990] 1 Q.B. 923 στη σελίδα 967: «.we think that a person relying on a plea of actual undue influence must show that (
- a)the other party to the transaction .had the capacity to influence the complainant; (
- b)the influence was exercised; (
- c)its exercise was undue; (
- d)that its exercise brought about the transaction.» Όπως, επίσης, αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (πιο πάνω) στην παράγραφο 7-065, πραγματική ψυχική πίεση υπάρχει εκεί όπου αποδεικνύεται ότι η συγκεκριμένη πράξη προέκυψε αφού ο παραπονούμενος ακολούθησε τις εισηγήσεις του άλλου μέρους, και αυτό το μέρος δεν επέτρεψε στον παραπονούμενο να ασκήσει την δική του ελεύθερη και καλά πληροφορημένη κρίση. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου τεκμαίρεται η ύπαρξη της ψυχικής πίεσης, το μέρος στο οποίο έχει εναποτεθεί η εμπιστοσύνη, έχει το βάρος να καταδείξει ότι αυτός που τον εμπιστεύθηκε και τώρα επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής, ενήργησε οικειοθελώς υπό την έννοια ότι ήταν ελεύθερος και καλά πληροφορημένος να προβεί ο ίδιος σε ανεξάρτητη εκτίμηση της ωφελιμότητας της σύμβασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς αυτό να αποτελεί τον κανόνα, ο μόνος τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι το μέρος που επιδιώκει την κατάργηση της σύμβασης ή της συναλλαγής πήρε ανεξάρτητη συμβουλή πριν από τη σύναψη της συμφωνίας την οποία και ακολούθησε (Κεφάλας κ.ά. ν. Νικόλα (πιο πάνω), Powell v. Powell [1900] Ch. D. 164). Στη δε υπόθεση Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1928] All E.R. Rep. 189). Ουσιαστικά, για να μπορεί να ανατραπεί το τεκμήριο της ύπαρξης ψυχικής πίεσης, είναι απαραίτητο για το πρόσωπο που λαμβάνει τη δωρεά να αποδείξει ότι αυτή ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του δωρεοδόχου και ο πιο ορθός τρόπος για να το αποδείξει αυτό είναι με το να τεκμηριώσει ότι η δωρέα έγινε αφού κάποιο τρίτο, ανεξάρτητο και καλά καταρτισμένο άτομο επεξήγησε πλήρως σε αυτόν τη φύση και επίδραση της πράξης (βλέπε επίσης Morley v. Loughnan [1893] 1 Ch. 736, 752). Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης κάποιου όταν έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επ΄αυτού ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντί του ή καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης (βλέπε άρθρο 16
(2)του Κεφ.149 και Δημητρίου κ.ά. ν. Κωνσταντινίδη κ.ά
(2002)1 ΑΑΔ 1503). Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων όπως π.χ. μεταξύ δικηγόρου και πελάτη, γιατρού και ασθενούς (Radcliffe v. Price [1902] 18 TLR 466), κηδεμόνα και ανηλίκου (Hylton v. Hylton [1754] 2 Ves. Sen. 547), γονέα και παιδιού (Lancashire Loans Ltd v. Black [1934] 1 K.B. 380), θρησκευτικού συμβούλου και μαθητευομένου (Allcard v. Skinner (πιο πάνω), η ύπαρξη ψυχικής πίεσης τεκμαίρεται, αφού η θέση εμπιστοσύνης που έχει το ένα πρόσωπο τον τοποθετεί σε θέση κάποιας ασυνήθιστης εξουσίας σε βαθμό που να δικαιολογείται η λήψη κάποιας ανεξάρτητης συμβουλής. Η πιθανότητα να θέσει το πιο πάνω πρόσωπο τα δικά του συμφέροντα πάνω από τα συμφέροντα του άλλου προσώπου που μπορεί να επηρεασθεί είναι τόσο ορατή, που ο νόμος του επιβάλλει την υποχρέωση να αποδείξει ότι δεν έχει καταχραστεί τη θέση του (Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 1602). Πρέπει όμως να τονιστεί ότι η απλή ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης δεν εξυπακούει αυτόματα την ύπαρξη ψυχικής πίεσης. Η φύση της εμπιστευτικής σχέσης πρέπει να είναι τέτοια που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου. (Ιδε Re Coomber, Coomber v. Coomber [1911] Ch. 723, 728, 729). Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πουλλα κ.ά.
(2004)1 ΑΑΔ 961, στη σελίδα 970, το τεκμήριο ότι ασκήθηκε ψυχική πίεση εγείρεται μόνο όταν η συναλλαγή ήταν υπερβολικά επαχθής για το πρόσωπο που επηρεάστηκε ([1985] Α.C. 686, 704, relying on a Privy Council decision on the Indian Contracts Act, Poosathurai v. Kannappa Chettiar [1919] L.R. 47 Ind. App.1). Όπως επίσης τέθηκε από τον Nourse L.J. στην υπόθεση Goldsworthy v. Brickell [1987] Ch. 378, στη σελίδα 401, το τεκμήριο παραμένει ανενεργό μέχρις ότου ο διάδικος ο οποίος επιδεικνύει την εμπιστοσύνη προβαίνει σε μία δωρεά τόσο μεγάλη ή συνάπτει μια σύμβαση τόσο ανισοσκελή, ούτως ώστε να μην δικαιολογείται από φιλία, συγγένεια, φιλανθρωπία ή άλλα συνήθη ελατήρια[2]. Ευρήματα του Δικαστηρίου Με βάση την όλη ανάλυση που έγινε πιο πάνω επί της αξιοπιστίας των διαφόρων μαρτύρων το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς και σαφούς διατύπωσης παρατίθενται αναλυτικά αμέσως πιο κάτω: · Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο στην παρούσα αγωγή ο Νεοκλής Σάββα ήταν συνιδιοκτήτης του Ακινήτου μαζί με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και τον Νεοκλή Νεοκλέους. Ειδικότερα ο Νεοκλής Σάββα κατείχε 2/4 μερίδιο επί του Aκινήτου και οι Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και ο Νεοκλής Νεοκλέους από 1/4 μερίδιο έκαστος. · Στις 5.10.1992 οι πιο πάνω αναφερόμενοι συνιδιοκτήτες του Ακινήτου υπέγραψαν Συμφωνητικό Έγγραφο στο οποίο επισυναπτόταν σχεδιάγραμμα που αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος αυτού (Τεκμήριο 1), το οποίο καθόριζε ότι ο Νεοκλής Νεοκλέους θα ελάμβανε το μέρος του Ακινήτου το οποίο προσδιοριζόταν με το γράμμα Α επί του σχεδιαγράμματος, ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους θα ελάμβανε το μέρος του Ακινήτου που καθοριζόταν με το γράμμα Β και ο Νεοκλής Σάββα το μέρος του κτήματος το οποίο φαινόταν στο σχεδιάγραμμα με το γράμμα Γ. · Με βάση τις πρόνοιες του Συμφωνητικού Εγγράφου ο κάθε συμβαλλόμενος υποχρεούτο να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο, σχέδιο ή αίτηση προς τις Αρμόδιες Αρχές για την έκδοση Άδειας Οικοδομής για την ανέγερση κτιρίων μέσα στο μερίδιο του καθενός, όπως επίσης κάθε αναγκαίο έγγραφο, αίτηση ή δήλωση για την επίτευξη διαχωρισμού του Ακινήτου όπως προνοείται στο Συμφωνητικό Έγγραφο για τους σκοπούς έκδοσης ξεχωριστού τίτλου για το κάθε μέρος. Επιπρόσθετα, οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν όπως το Συμφωνητικό Έγγραφο δεσμεύει τους ίδιους και τους κληρονόμους, διαχειριστές, εκτελεστές και εκδοχείς των δικαιωμάτων τους. · Μετά την υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 ο Νεοκλής Νεοκλέους πώλησε και μεταβίβασε το 1/4 μερίδιο του επί του Ακινήτου στην Ελενίτσα Λουκά Συλβέστρου με την συγκατάθεση των δύο άλλων συνιδιοκτητών. · Στις 11.10.2002 η Ελενίτσα Λουκά Συλβέστρου πώλησε και μεταβίβασε το μερίδιο της επί του Ακινήτου στην Εναγομένη 2, σύζυγο του Εναγομένου 3, και πάλι με την συγκατάθεση των υπόλοιπων συνιδιοκτητών (Βλέπε Τεκμήριο 14). Κατά το χρόνο της μεταβίβασης στην Εναγόμενη 2, η Ελενίτσα Λουκά Συλβέστρου παρέδωσε στην ίδια και τον Εναγόμενο 3 αντίγραφο του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 προς ενημέρωσή τους. · Την 20 Αυγούστου 2003 ο Νεοκλής Σάββα μεταβίβασε στην Εναγομένη 2 76/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου και στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους 30/1004 τ.μ. διά δωρεάς (η Δήλωση Μεταβίβασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4). Σύμφωνα με την μαρτυρία της κας Αθηνάς Σάββα (ΜΕ1), ο πατέρας της Νεοκλής Σάββα μετέβηκε κατά την εν λόγω ημερομηνία στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού μαζί με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, αφού αυτός του παρέστησε ότι η μετάβαση τους στο Κτηματολόγιο ήταν αναγκαία προκειμένου ο ίδιος ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους να μεταβιβάσει επ' ονόματι της Εναγομένης 2, 6 τ.π. τα οποία περίσσευαν και τα οποία η Εναγόμενη 2 χρειαζόταν για σκοπούς οικοδόμησης εντός του μεριδίου της. Κατά το χρόνο της μεταβίβασης παρόντες στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ήταν εκτός των δύο προαναφερόμενων και οι Εναγόμενοι 2 και
- Επισημαίνεται στο στάδιο αυτό ότι αν και η μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς τα άτομα που ήταν παρόντα στη μεταβίβαση απορρίφθηκε, το εύρημα μου ότι παρών ήταν και ο Εναγόμενος 3 βασίζεται στο ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 3 τοποθετεί τον εαυτό του στον χρόνο και τόπο της μεταβίβασης. · Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κας Ρίτας Μακρή (ΜΕ3) η πράξη είχε διαβαστεί στο Νεοκλή Σάββα ως η διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και ειδικότερα ότι η πράξη διαβάσθηκε στους εμπλεκόμενους οι οποίοι και συμφώνησαν με αυτή. · Κατά τον επίδικο χρόνο ο Νεοκλής Σάββα ήταν ηλικίας 63 ετών και διατηρούσε στενές σχέσεις με τον πρώτο εξάδελφό του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους. · Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Ενάγουσας η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ο Νεοκλής Σάββα ήταν άνθρωπος με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο αφού είχε φοιτήσει μέχρι και την τρίτη τάξη δημοτικού σχολείου. · Στις 12.2.2003 η Εναγομένη 2 υπέβαλε στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού για χορήγηση Πολεοδομικής Άδειας συνοδευόμενη με τα σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια και όλα τα απαραίτητα έγγραφα και το Τμήμα Πολεοδομίας εξέδωσε σχετική Γνωστοποίηση Λήψεως Πολεοδομικής Αίτησης ημερομηνίας 25.2.2003 (Τεκμήριο 11). · Στις 10.7.2003 το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού απέστειλε στην Εναγομένη 2 επιστολή με την οποία την ενημέρωνε ότι για να προχωρήσει η μελέτη της Αίτησης θα έπρεπε να προσκομιστούν νέο Χωροταξικό Σχέδιο με την προτεινόμενη ρυμοτομία, τροποποιημένα σχέδια έτσι ώστε να μειωθούν οι συντελεστές ανάπτυξης από την επιτρεπόμενη ζώνη στην οποία εμπίπτει το τεμάχιο σύμφωνα με το μερίδιό της και διορθωμένα σχέδια μετά από τις μορφολογικές παρατηρήσεις της αρμόδιας λειτουργού της περιοχής (βλέπε Τεκμήριο 15). · Στις 24.9.2003 η Εναγομένη 2 προσκόμισε στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού το νέο πιστοποιητικό εγγραφής ημερομηνίας 2.9.2003 όπου εμφαίνετο ότι είναι κάτοχος 327/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου (βλέπε Τεκμήριο 13), ενώ στις 8.12.2003 η Εναγομένη 2 προσκόμισε σχέδια με μορφολογικές παρατηρήσεις όπως επίσης νέα αρχιτεκτονικά σχέδια από τα οποία διαπιστώνεται μικρή μείωση των τετραγωνικών μέτρων του κτιρίου για την ανέγερση του οποίου ζητείτο η χορήγηση της Πολεοδομικής Άδειας και αύξηση των τετραγωνικών μέτρων του ακινήτου επί των οποίων αυτό θα ανεγείρετο. · Στη βάση των προσκομισθέντων εγγράφων το Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού εξέδωσε Πολεοδομική Άδεια στις 19.12.2003 (βλέπε Τεκμήριο 6). · Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του ιδιώτη γραφολόγου κ. Ανδρέα Παναγιώτου (ΜΕ5), οι υπογραφές του Νεοκλή Σάββα οι οποίες εμφαίνονται στην Αίτηση για Χορήγηση Πολεοδομικής Άδειας ημερομηνίας 12.2.2003 και στο Χωροταξικό Σχέδιο ίδιας ημερομηνίας, όπως επίσης στο σετ σχεδίων ημερομηνίας 8.12.2003, δεν είναι γνήσιες υπογραφές του αλλά προσπάθεια απομίμησης της αυθεντικής υπογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Νεοκλή Σάββα. Σύμφωνα με την Έκθεση του κ. Ανδρέα Παναγιώτου ημερομηνίας 20.6.2006 (Τεκμήριο 8), η προσπάθεια απομίμησης αποκλείει την εκφορά γνώμης όσον αφορά τον καθορισμό του προσώπου που έγραψε την αμφισβητούμενη υπογραφή και για τον λόγο αυτό ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εκφέρει γνώμη κατά πόσο ο Εναγόμενος 3 ή ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους, από τους οποίους λήφθηκαν δείγματα γραφής και υπογραφής, συνδέονται ή όχι με τις αμφισβητούμενες υπογραφές του Νεοκλή Σάββα. · Στις 30.12.2003 ο Νεοκλής Σάββα μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με σκοπό να μεταβιβάσει στον γιο του Αριστείδη τα 2/4 μερίδια επί του Ακινήτου διά δωρεάς (βλέπε Τεκμήριο 5). Τεκμ. 5). Κατά την εν λόγω μεταβίβαση ενημερώθηκε από την αρμόδια λειτουργό του Τμήματος ότι επ' ονόματι του ήταν εγγεγραμμένα μόνο 396/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου και όχι 2/4 μερίδιο ως είχαν δηλωθεί. · Κατόπιν τούτου, τον Ιανουάριο του 2004 ο Νεοκλής Σάββα επισκέφθηκε τον δικηγόρο του κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου ενημερώνοντας τον σχετικά με τα γεγονότα, ο οποίος με την σειρά του διευθέτησε αριθμό συναντήσεων μεταξύ του Νεοκλή Σάββα και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, όπως επίσης των Εναγομένων 2 και
- Παρούσα στις εν λόγω συναντήσεις ήταν και η κα Αθηνά Σάββα η οποία μετέφερε τον πατέρα της καθότι αυτός δεν οδηγούσε. · Οι συναντήσεις αυτές διήρκησαν μέχρι το τέλος Νοεμβρίου του 2004 ενώ στο μεταξύ στις 3.8.2004 ο Νεοκλής Σάββα απεβίωσε και η σύζυγος του Αικατερίνη Σάββα διορίσθηκε Διαχειρίστρια της περιουσίας του δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 22.10.2004 στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρησης υπ΄ αριθμό 442/2004 (Τεκμήριο 2). · Όπως προκύπτει από το Πιστοποιητικό Εγγραφής το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20, περί την 21.2.2005 ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους μεταβίβασε διά δωρεάς το τότε εγγεγραμμένο μερίδιο του επί του Ακινήτου στην κόρη του Γεωργία Μιχαήλ Γεωργίου. · Ο εν λόγω Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους απεβίωσε κατά ή περί την 3.1.2007 και ως Διαχειριστής της περιουσίας του διορίσθηκε δυνάμει διατάγματος διαχείρισης ημερομηνίας 28.6.2007 ο υιός του Ιωάννης, άλλως γνωστός και ως Γιάννης Γεωργίου/Εναγόμενος
- · Αφού εξασφάλισε Άδεια Οικοδομής στις 13.6.2006, η Εναγόμενη 2 προχώρησε στην ανέγερση δύο κατοικιών εντός του ακινήτου και ενώ η ανέγερση αυτών ήταν υπό εξέλιξη η Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα προέβηκε σε έρευνα η οποία αποκάλυψε ότι οι υπογραφές του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα στην αίτηση και στα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχαν υποβληθεί στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού δεν ανήκαν στον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. Για τον λόγο αυτό με επιστολή της Επαρχιακής Διοίκησης προς την Εναγομένη 2 ημερομηνίας 28.8.2006 (βλέπε Τεκμήριο 7), η Άδεια Οικοδομής ανακλήθηκε και η Εναγομένη 2 κλήθηκε να σταματήσει κάθε περαιτέρω οικοδομική εργασία μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αξιολόγηση εκατέρωθεν θέσεων Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων εκείνο το οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσον η μεταβίβαση που έγινε από τον Νεοκλή Σάββα στους Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και στην Εναγομένη 2 στις 20.8.2003 ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του. Κρίνω ότι από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι η γενόμενη αυτή μεταβίβαση ήταν το αποτέλεσμα δόλου και απάτης που ασκήθηκαν από τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους σε συνεργασία με τους Εναγομένους 2 και
- Αυτό που ουσιαστικά καταλογίζεται στους Εναγόμενους στις παραγράφους 5 και 10 της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 27.12.2010, όπως επίσης στις Λεπτομέρειες Απάτης και/ή Ψευδών Παραστάσεων, είναι ότι οι Εναγόμενοι δήλωσαν και παρέστησαν ψευδώς στον Νεοκλή Σάββα του ότι η υπογραφή ήταν αναγκαία ώστε να μεταβιβαστούν στην Εναγομένη 2, 6 τ.π. τα οποία διεκδικούσε νόμιμα από το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους για σκοπούς οικοδόμησης εντός του μεριδίου της, ενώ οι ίδιοι γνώριζαν πως κάτι τέτοιο δεν ήταν αληθές και ενεργώς απέκρυψαν πως το γεγονός της υπογραφής του Νεοκλή Σάββα στο Κτηματολόγιο θα είχε σαν συνέπεια την απώλεια 106 τ.μ. και/ή 106/1004 τ.μ. από το μερίδιο του ενώ γνώριζαν αυτό το γεγονός και τη συνέπεια του. Επί αυτού του θέματος κατέθεσε η κα. Αθηνά Σάββα η οποία έκανε λόγο για σχετικές προς τούτο δηλώσεις του πατέρα της, ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε, όπως επίσης σε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που η ίδια είχε με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους για την αναγκαιότητα μετάβασης του πατέρα της στο Κτηματολόγιο για τους σκοπούς υπογραφής των αναγκαίων εγγράφων. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι οι δηλώσεις του Νεοκλή Σάββα στην ΜΕ1 θα πρέπει να ιδωθούν με προσοχή λόγω του ότι αυτός έχει στο μεταξύ αποβιώσει (βλέπε μεταξύ άλλων Χρυσάνθη Ανδρέα Κουκούνη κ.α. ν. Γεώργιου Νικολάου κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 630), εντούτοις επαναλαμβάνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μόνο αυτή η μαρτυρία αλλά και τα όσα κατέθεσε η κα Αθηνά Σάββα (ΜΕ1) η οποία έκανε ειδική αναφορά σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους κατά την οποία της αναφέρθηκε από αυτόν ότι στη συγκεκριμένη ημερομηνία θα έπρεπε να έχει τον πατέρα της στο κατάστημα οπτικών που διαθέτει η ίδια ώστε αυτός να τον πάρει μαζί του στο Κτηματολόγιο για να υπογράψει ώστε ο Μιχάλης να μεταβιβάσει στην Εναγομένη 2 6 τ.π. που εντοπίστηκαν ως περίσσευμα στο μερίδιο του και η Εναγομένη 2 να είναι σε θέση να κτίσει εντός του μεριδίου της. Επιπρόσθετα, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της η κα Αθηνά Σάββα αναφέρθηκε σε επανειλημμένα τηλεφωνήματα του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους στον πατέρα της για τον σκοπό αυτό, επομένως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μόνο η μαρτυρία αποβιώσαντος προσώπου αλλά η μαρτυρία της ίδιας της ΜΕ1 επί της οποίας μάλιστα και αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ταυτόχρονα, υπάρχει και η μαρτυρία της ότι της λέχθηκε από τον πατέρα της ότι αυτός ήταν ο σκοπός της μετάβασης του στο Κτηματολόγιο. Σημειώνεται επίσης ότι το γεγονός της τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ της ΜΕ1 και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον Εναγόμενο 3, ο οποίος στα πλαίσια της αντεξέτασής του ανέφερε ότι η Αθηνά Σάββα δεν ήταν παρούσα στην μεταβίβαση, όμως είχε μιλήσει μαζί της ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και της είχε αναφέρει τον σκοπό τις επίσκεψής τους στο Κτηματολόγιο. Μία άλλη θέση επί της οποίας η ΜΕ1 δεν αντεξέταστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ήταν αυτή που αφορούσε το γεγονός ύπαρξης στενής σχέσης μεταξύ του Νεοκλή Σάββα και του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους αφού, όπως η ίδια το έθεσε, ο πατέρας της του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη διότι ήταν ένα από τα καλύτερα ξαδέλφια του. Παρομοίως, ούτε η Ενάγουσα αντεξέταστηκε επί της θέσης της ότι ο αποβιώσαντας σύζυγος της και ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους ήταν πολύ αγαπημένοι και ο πρώτος είχε στον δεύτερο απόλυτη εμπιστοσύνη. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι ο μεν Εναγόμενος 3 δεν ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο δε ΜΥ2, κ. Γιάννης Γεωργίου, περιορίστηκε να αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο Νεοκλής Σάββα διέμενε με την κόρη του και για τον λόγο αυτό ο πατέρας του δεν ήταν σε θέση να τον ξεγελάσει. Επομένως, σ' αυτή την βάση κρίνεται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το θέμα αυτό η μαρτυρία της ΜΕ1 παρέμεινε χωρίς αμφισβήτηση. Παρά την απόρριψη της μαρτυρίας της Ενάγουσας για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω επισημαίνεται ότι στην παράγραφο 11 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Α) η Ενάγουσα αναφέρει ότι ο σύζυγος της ήταν χαμηλού μορφωτικού επιπέδου με επίπεδο φοίτησης την τρίτη τάξη δημοτικού, θέση επί της οποίας και πάλι δεν αντεξετάστηκε με τρόπο ώστε και αυτή να παραμένει χωρίς αμφισβήτηση. Συνδυασμός όλων των πιο πάνω γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επίδικη μεταβίβαση δεν ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Νεοκλή Σάββα, χωρίς αυτή η θέση του Δικαστηρίου να επηρεάζεται από το γεγονός ότι η μεταβίβαση είχε διαβαστεί στο Νεοκλή Σάββα από την ΜΕ3 και ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΕ1 κατά τον επίδικο χρόνο ο Νεοκλής Σάββα είχε σώας τας φρένας. Η κατάληξη του Δικαστηρίου δικαιολογείται και από τα ακόλουθα γεγονότα: Εν πρώτοις επισημαίνεται ότι ο Νεοκλής Σάββα ήταν πρώτος εξάδελφος με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, ενώ δεν διατηρούσε οποιαδήποτε συγγενική σχέση με την Εναγόμενη 2. Επομένως, στη βάση της λογικής δεν δικαιολογείται η δωρεά συνόλου 106/1004 τ.μ. στα πρόσωπα αυτά από τον Νεοκλή Σάββα (76/1004 στην Εναγομένη 2 και 30/1004 στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους). Η θέση του Εναγομένου 3 ότι η μεταβίβαση που έγινε στις 20 Αυγούστου 2003 διεκπεραιώθηκε από το Κτηματολόγιο προς το σκοπό υλοποίησης των προνοιών του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερ. 5.10.1992 (Τεκμήριο Δ) έχει απορριφθεί για τους λόγους που αναλυτικά επεξηγούνται πιο πάνω. Σημειώνω επίσης ότι ο υπολογισμός τον οποίο έκανε ο Εναγόμενος 3 σε σχέση με τα τετραγωνικά μέτρα τα οποία προκύπτουν από τις διαστάσεις που εμφαίνονται στο Σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται επί του Τεκμηρίου 1 δεν κατέληγε σε αντιστοιχία των τετραγωνικών μέτρων ή των μεριδίων του Νεοκλή Σάββα ή του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους όπως αυτά προέκυψαν μετά τη μεταβίβαση. Παρομοίως, έχει απορριφθεί και η θέση του κ. Γιάννη Γεωργίου, ο οποίος επί του θέματος αυτού ανέφερε τα ακόλουθα: «Oι διαστάσεις φαίνονται στο σχεδιάγραμμα. Σε απόλυτο αριθμό πρέπει να κάνουμε τον υπολογισμό - όπως τα βλέπω πρέπει να είναι σωστά τα μερίδια με βάση τις διαστάσεις». Η αναφορά αυτή είναι απορριπτέα για τους ίδιους λόγους και σε κάθε περίπτωση κρίνεται ως γενική και αόριστη και ουδόλως τεκμηριώνει τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Επισημαίνεται επίσης ότι η θέση του Εναγομένου 3 ότι όταν ο ίδιος και η σύζυγος του επιθυμούσαν να βγάλουν σχέδια για ανέγερση σπιτιού συμφώνησαν με τους άλλους δύο συνιδιοκτήτες να επισκεφθούν το Κτηματολόγιο για σκοπούς καθορισμού των τετραγωνικών μέτρων που αναλογούσαν σε κάθε ιδιοκτήτη δεν βρίσκει έρεισμα στη βάση των ενώπιον μου κατατεθειμένων τεκμηρίων αφού από το Τεκμήριο 11 προκύπτει ότι η αίτηση για χορήγηση Πολεοδομικής Άδειας στην οποία επισυνάπτονταν και αρχιτεκτονικά σχέδια είχε κατατεθεί στις 12.2.2003, ήτοι 6 μήνες περίπου πριν από την γενόμενη μεταβίβαση. Η μαρτυρία του Εναγομένου 3 επί του σημείου αυτού δεν συνάδει ούτε και με την δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης που περιέχεται στην παράγραφο 4Η της Έκθεσης Υπεράσπισης όπου αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο και υπέγραψαν για τις μεταβιβάσεις στην βάση των προνοιών του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερ. 5.10.1992 αφού εκδόθηκε η Πολεοδομική Άδεια. Η πιο πάνω θέση του Εναγομένου 3 δεν μπορεί να ισχύσει και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Ο ίδιος στα πλαίσια της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι στις 20.8.2003 επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο για σκοπούς διαχωρισμού του Ακινήτου και ότι μετά την επίσκεψη τους αυτή το Κτηματολόγιο μετέβηκε επί τόπου στο Ακίνητο και αφού προχώρησε στο διαχωρισμό βγήκαν τα ανάλογα τετραγωνικά μέτρα του καθενός. Με βάση αυτή τη θέση και πέραν του ότι η αναφορά του Εναγομένου 3 σε επιτόπια εξέταση του Κτηματολογίου παρέμεινε γενική και αόριστη, ενώ παράλληλα ο κ. Γιάννης Γεωργίου δεν έκανε μνεία στο θέμα αυτό ενώ ήταν κάτι στοιχειώδες για την υπεράσπιση τους, θα έπρεπε η μεταβίβαση να έπεται της επιτόπιας εξέτασης, κάτι το οποίο δεν φαίνεται, με βάση τη μαρτυρία της υπεράσπισης να έχει συμβεί. Αναφορικά με τη θέση της υπεράσπισης ότι η μεταβίβαση έγινε προς το σκοπό υλοποίησης του Συμφωνητικού Εγγράφου σημειώνω ότι ούτε η μαρτυρία του κ. Γιάννη Γεωργίου με έχει ικανοποιήσει αφού και αυτός προέβαινε σε γενικούς και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για τη θέση του αυτή. Πέραν του ότι ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε δωρεά από τον Νεοκλή Σάββα και ότι τα επίδικα τετραγωνικά μέτρα μεταβιβάστηκαν στη σύζυγο του Εναγόμενη 2 και τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους από το Κτηματολόγιο ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν αμφισβητεί τη δωρεά αλλά υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση έγινε στα πλαίσια υλοποίησης του Συμφωνητικού Εγγράφου ημερομηνίας 5.10.1992 (Τεκμήριο 1), επισημαίνεται ότι η πλευρά της υπεράσπισης δεν προχώρησε στην κλήτευση είτε του αρμόδιου Κτηματολογικού Λειτουργού είτε του Νεοκλή Νεοκλέους ή του μάρτυρα στο Συμφωνητικό Έγγραφο (Τεκμήριο 1) που βρίσκεται στην ζωή, τον οποίο επικαλέστηκε ο κ. Γιάννης Γεωργίου, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν και να τεκμηριώσουν τις θέσεις που προέβαλαν οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της μαρτυρίας τους. Το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ο Νεοκλής Σάββα δεν εγνώριζε ούτε αντιλήφθηκε ότι με τη Δήλωση Μεταβίβασης (Τεκμήριο 4) επρόκειτο να μεταβιβάσει διά δωρεάς στους Εναγόμενους 1 και 3 συνολικά 106/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου επιβεβαιώνεται και από το ότι αφενός στις 30.12.2003 επιχείρησε να μεταβιβάσει στο γιο του Αριστείδη τα 2/4 του μεριδίου του μη γνωρίζοντας το τι είχε συμβεί στις 20 Αυγούστου 2003, αφετέρου αμέσως μόλις αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί επισκέφθηκε το δικηγόρο του. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι το γεγονός της μη λήψης νομικών μέτρων για περίοδο 2 και πλέον ετών δεν κρίνεται αδικαιολόγητο ενόψει των οικογενειακών σχέσεων που είχε ο Νεοκλής Σάββα με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, για ένα μεγάλο διάστημα γίνονταν συζητήσεις προς το σκοπό εξώδικης διευθέτησης και του ότι τον Οκτώβριο του 2004 ο Νεοκλής Σάββα απεβίωσε. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι αν και με βάση το Τεκμήριο 19 δεν μπορεί να καταδειχθεί ποιος έθεσε την υπογραφή του Νεοκλή Σάββα στα έγγραφα τα οποία υποβλήθηκαν στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λεμεσού, εντούτοις παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία υποβλήθηκαν στο Τμήμα Πολεοδομίας στις 8.12.2003 δεν έφεραν την γνήσια υπογραφή του Νεοκλή Σάββα και ότι ήταν στη βάση αυτών των σχεδίων που η Εναγομένη 2 εξασφάλισε Πολεοδομική Άδεια έχοντας αυξήσει το εμβαδό του ακινήτου επί του οποίου θα ανεγείρετο η οικοδομή της. Σημειώνεται, τέλος, ότι παρά το ότι η ενώπιον μου μαρτυρία καταδεικνύει τηλεφωνικές συνομιλίες του Νεοκλή Σάββα μόνο με τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, ο οποίος τον μετέφερε στο Κτηματολόγιο, εντούτοις η εμπλοκή και συμμετοχή των Εναγομένων 2 και 3 τεκμηριώνεται από την παρουσία τους στο Κτηματολόγιο κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης και την ενεργή απόκρυψη από τον Νεοκλή Σάββα της φύσης της συναλλαγής και των συνεπειών της που οι ίδιοι εγνώριζαν (βλέπε άρθρο 17
(1)(β) του περί Συμβάσεων Νόμου). Επομένως, συνολικά ειδωμένα όλα τα πιο πάνω γεγονότα δεν αφήνουν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την πιο πάνω κατάληξή του. Επιπροσθέτως της απάτης και των ψευδών παραστάσεων που έχουν κριθεί ότι αποδείχθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγούνται εν πάση περιπτώση σε ακύρωση της επίδικης μεταβίβασης, το Δικαστήριο θα πρέπει στο στάδιο αυτό να εξετάσει το ζήτημα της ψυχικής πίεσης. Επί τούτου, το πρώτο πράγμα που πρέπει να λεχθεί είναι ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν υπάρχει το τεκμήριο σχέσης εμπιστοσύνης λόγω της θέσης που είχαν τα δύο πρόσωπα, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις γόνεα και τέκνου, δικηγόρου και πελάτη, γιατρού και ασθενούς (βλέπε Royal Bank of Scotland v. Etridge (no. 2)
(2001)4 All E.R. 449 και Chitty on Contract (πιο πάνω) στις παραγράφους 7-069 - 7-078). Εκείνο, όμως, που εντοπίζεται στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η δωρεά των 106/1004 τ.μ. στους Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και στην Εναγομένη 2 από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα ήταν από τη φύση της μια συναλλαγή υπέρμετρα επαχθής για τον τελευταίο αφού χωρίς οποιοδήποτε αντάλλαγμα μεταβίβασε στα δύο αυτά πρόσωπα το 1/4 περίπου του μεριδίου του επί του Ακινήτου. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Chitty on Contract (πιο πάνω) στην παράγραφο 7-083, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η σχέση εμπιστοσύνης μπορεί να προκύπτει από τις περιστάσεις και την φύση της υπό εξέταση συναλλαγής. Στην υπόθεση Re Craig (deceased)
(1971)Ch. 95, το Δικαστήριο έκρινε ότι και στην απουσία τεκμαιρόμενης ψυχικής πίεσης, το γεγονός ότι σε διάστημα ενός μηνός από την εργοδότηση μιας δυναμικής και ικανής γραμματέως για να συντροφεύει και να φροντίζει τον 84χρόνο εργοδότη της, που με βάση τη μαρτυρία ήταν γενναιόδωρος και ήπιου χαρακτήρα, όλη η περιουσία του πέρασε στην γραμματέα, ήταν από μόνο του επαρκές για να θεωρηθεί ότι στην απουσία ψυχικής πίεσης δεν θα ήταν δυνατή μια τέτοια μεταβίβαση, σε σχέση με την οποία ο εργοδότης/αποβιώσας δεν είχε λάβει οποιαδήποτε ανεξάρτητη συμβουλή. Επίσης, στην υπόθεση Macklin v. Dowsett [2004] EWCA 904, κρίθηκε κατ' έφεση ότι η συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων έπρεπε να ακυρωθεί στη βάση άσκησης ψυχικής πίεσης των πρώτων στον δεύτερο αφού από τη φύση της ήταν υπέρμετρα επαχθής στον εναγόμενο. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο εναγόμενος ήταν απένταρος και δεν είχε καμία άλλη περιουσία, έγινε διευθέτηση όπως απωλέσει τα δικαιώματά του σε ένα κομμάτι γης που του ανήκε για ένα πολύ μικρό χρηματικό ποσό εκτός εάν έκτιζε μια έπαυλη σε αυτό μέσα σε τρία χρόνια την οποία, κάτι που δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να πράξει. Άλλα παραδείγματα υπέρμετρα επαχθών συναλλαγών που από μόνες τους δεικνύουν άσκηση ψυχικής πίεσης δίδονται στην παράγραφο 7-084 του Chitty on Contract (πιο πάνω) όπου γίνεται λόγος για ένα νεαρό άνδρα ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ζήτησε την συμβουλή ενός συγγενή του που ήταν γνώστης τέτοιων θεμάτων και αγόρασε την περιουσία του νεαρού στο 1/3 της τιμής της και στην περίπτωση μιας κοπέλας η οποία καθ' υπόδειξη του εργοδότη της έβαλε υποθήκη το διαμέρισμά της και υπέγραψε απεριόριστη εγγύηση για τα χρέη της εταιρείας ενώ είχε εργοδοτηθεί στην εν λόγω εταιρεία για μικρό χρονικό διάστημα. Στην υπό εξέταση υπόθεση, δόθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από την κα. Αθηνά Σάββα (ΜΕ1) ότι ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους ήταν άνθρωπος δραστήριος και δυναμικός στον οποίο ο αποβιώσαντας πατέρας της είχε απόλυτη εμπιστοσύνη αφού ήταν ένα από τα αγαπημένα του εξαδέλφια. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας της κας. Αθηνάς Σάββα δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, όπως επίσης ούτε το μέρος της μαρτυρίας της Ενάγουσας σύμφωνα με την οποία ο Νεοκλής Σάββα έπασχε για τα τελευταία 11 χρόνια από καρκίνο. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, όπως επίσης τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στα πλαίσια εξέτασης της συναλλαγής στη βάση των ισχυρισμών για ύπαρξη δόλου και απάτης και το γεγονός ότι πριν την επίδικη μεταβίβαση δεν δόθηκε στον Νεοκλή Σάββα οποιαδήποτε συμβουλή ή εξήγηση σε σχέση με τη φύση και το αποτέλεσμα της δωρεάς από κάποιο ανεξάρτητο και καταρτισμένο άτομο[3], όπως δικηγόρο ή κάποιο άλλο εμπειρογνώμονα, ενώ ο ίδιος ήταν χαμηλού μορφωτικού επιπέδου, κρίνεται υπό τις περιστάσεις ότι στην απουσία ψυχικής πίεσης η επίδικη μεταβίβαση δεν θα λάμβανε χώρα. Κλείνοντας επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι το γεγονός ότι η ΜΕ3 διάβασε την πράξη της μεταβίβασης στον Νεοκλή Σάββα δεν ισοδυναμεί με παροχή της απαιτούμενης συμβουλής. Προδικαστικές Ενστάσεις οι οποίες εγείρονται από τους Εναγόμενους Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου, θα προχωρήσω να εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται με την Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων. Οι προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται στις παραγράφους 1Α και 1Γ της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε στις 4.1.2011, δεν χρήζουν εξέτασης καθότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Παυλίδης δήλωσε ότι δεν τις προωθεί. Επιπρόσθετα, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας των Εναγομένων αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους έγινε η επίδικη μεταβίβαση, δεν τίθεται θέμα εξέτασης της προδικαστικής ένστασης που παρατίθεται στην παράγραφο 1Δ της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Σε σχέση, τώρα, με την προδικαστική ένσταση που αφορά στην αξίωση της Ενάγουσας για έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του οικοδομήματος που ανήγειρε η Εναγομένη 2 και/ή οι Εναγόμενοι 2 και 3 και την εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ο συνήγορος της Ενάγουσας επικαλέστηκε τις αρχές και το δίκαιο της αποκατάστασης (the law of restitution), ενώ ο κ. Παυλίδης εισηγήθηκε ότι η έκδοση διατάγματος κατεδάφισης εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου αφού τέτοια εξουσία υπάρχει μόνο στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας με βάση το άρθρο 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Σύμφωνα με καλά καθιερωμένες νομικές αρχές, η έκδοση διαταγμάτων κατεδάφισης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά με βάση ορισμένα κριτήρια και όχι αυθαίρετα. Διάταγμα διατακτικής μορφής (mandatory injunction) εκδίδεται μόνο όπου: (α) Ο ενάγοντας δείχνει ότι υπάρχει πολύ δυνατή πιθανότητα να του προκληθεί σοβαρή ζημιά αν δεν επέμβει το Δικαστήριο, (β) Όπου η ζημιά που προκαλείται από την άρνηση έκδοσης του διατάγματος είναι τέτοια που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με αποζημιώσεις, (γ) Το δικαστήριο θα αρνηθεί τη θεραπεία αν η συμμόρφωση με το διάταγμα από τον εναγόμενο θα είναι παράνομη, όπως επίσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το κόστος που θα υποστεί ο ενάγοντας για σκοπούς συμμόρφωσης, και (δ) Εάν το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της έκδοσης του διατάγματος, τότε θα πρέπει να εξεταστεί και το κατά πόσον ο εναγόμενος θα γνωρίζει ακριβώς τι πρέπει να κάνει. (Βλέπε Μιχαλάκης Σ. Σχίζας ν. Μάριου Αδάμου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 395). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παρόλο που με βάση τις πιο πάνω αρχές το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία για την έκδοσή του, και αυτό λόγω του ότι η μόνη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με την ανεγερθείσα οικοδομή είναι ότι αυτή υφίσταται ακόμα και συνίσταται από δύο ενωμένες κατοικίες που έχουν κτιστεί μέχρι τα κεραμίδια. Ελλείπει όμως οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σε σχέση με την εν λόγω οικοδομή, όπως σε σχέση με τη διαρρύθμιση των χώρων ή για το μέρος της οικοδομής που ενδεχομένως βρίσκεται εντός του μεριδίου που μεταβιβάστηκε στην Εναγομένη 2 από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα, ούτε ως προς το κατά πόσον τυχόν έκδοση διατάγματος κατεδάφισης θα επηρεάσει την οικοδομή που βρίσκεται νόμιμα εντός του ακινήτου της Εναγομένης 2, όπως επίσης για το κόστος που θα υποστεί η Εναγόμενη 2 για σκοπούς συμμόρφωσης, στοιχεία απόλυτα σχετικά με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Επομένως, για τους λόγους αυτούς κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατεδάφισης. Παραμένει λοιπόν να εξεταστεί η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1Β της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης με την οποία οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή έχει κινηθεί εναντίον λανθασμένων προσώπων ως Εναγομένων. Υποστηρίζοντας τη θέση αυτή κατά την τελική του αγόρευση, ο κ. Παυλίδης ανέφερε ότι αυτό σχετίζεται με το ότι πριν από την καταχώρηση της αγωγής το μερίδιο του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους μεταβιβάστηκε στην κόρη του (βλέπε Τεκμήριο 20), με τρόπο ώστε ο εν λόγω Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους να μην είναι δικαιούχος του επίδικου μεριδίου. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή τη θέση. Εν πρώτοις υποδεικνύεται ότι με δεδομένους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας περί εξαπάτησης του αποβιώσαντα συζύγου της Νεοκλή Σάββα μεταξύ άλλων από τον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους και άσκησης ψυχικής πίεσης από αυτόν λόγω του ότι ήταν σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του Νεοκλή Σάββα, η έγερση αγωγής εναντίον του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη. Το ίδιο αφορά και τη συνέχιση της αγωγής εναντίον του Διαχειριστή της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους καθότι αυτός είχε αποβιώσει μετά την έγερση της αγωγής εναντίον του και συγκεκριμένα στις 3.11.2007 (βλέπε Διάταξη 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας). Το μόνο ζήτημα που χρήζει εξέτασης στα πλαίσια αυτά είναι το κατά πόσον η μη συμπερίληψη της κόρης του αποβιώσαντα Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους στην παρούσα αγωγή εμποδίζει το Δικαστήριο από του να διατάξει την ακύρωση της εγγραφής που έγινε στις 20.8.2003 και την επανεγγραφή των μεριδίων επ' ονόματι του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. Αναφορικά με το θέμα αυτό θα πρέπει καταρχήν να σημειώσω ότι σύμφωνα με το Πιστοποιητικό Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 20, στις 21.1.2005 ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους μεταβίβασε επ' ονόματι της κόρης του Γεωργίας Μιχαήλ Γεωργίου, συζύγου του Γρίβα Μαραθεύτη, 281/1004 μερίδιο επί του Ακινήτου δια δωρεάς. Υπενθυμίζεται ότι το μερίδιο αυτό ήταν ως προέκυψε μετά την επίδικη μεταβίβαση. Σύμφωνα με πάγια νομολογημένες αρχές, σε περίπτωση που αποδειχθεί ο αθέμιτος επηρεασμός, η συναλλαγή είναι ακυρώσιμη και όχι άκυρη αφού το δικαίωμα ακύρωσης της συμφωνίας μπορεί να χαθεί λόγω ρητής αποδοχής της πράξης ή κωλύμματος (estoppel) ή καθυστέρησης που ισοδυναμεί με μιας μορφής αποδοχή (Βλέπε παράγραφο 7-097 του συγγράμματος Chitty on Contracts (πιο πάνω)). Όταν όμως δεν ισχύουν τα πιο πάνω και η συναλλαγή ακυρωθεί τότε ο παραπονούμενος που δεν έλαβε οποιοδήποτε όφελος δικαιούται απλά στην ακύρωσή της, ενώ εκεί όπου έλαβε κάποιο όφελος και η συναλλαγή ακυρωθεί, το δικαίωμα για ακύρωση της συναλλαγής προϋποθέτει την αποζημιώση του άλλου μέρους. Ουσιαστικά, τα μέρη πρέπει να επανέλθουν στην προτέρα κατάσταση. Η υποχρέωση για αποκατάσταση των διαδίκων στη θέση που κατείχαν πριν τη συνομολόγηση της σύμβασης διατυπώνεται και στην υπόθεση Χαράλαμπος Γεωργίου κ.ά. ν. Alpha Concrete Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1049. Όπως δε τέθηκε και από τον Lord Blackburn στην υπόθεση Erlanger v. New Sombrero Phosphate Co.
(1878)3 App. Cas 1218 στη σελίδα 1278: «It is, I think, clear on the principles of general justice, that as a condition to a rescission there must be restitution in integrum. The parties must be put in statu quo.It is a doctrine which has often been acted upon both at law and in equity». Στις παραγράφους 9-024 - 9-026 του συγγράμματος Goff and Jones The Law of Restitution (Sweet and Maxwell, 7η έκδοση, 2007), υποδεικνύεται ότι η ακύρωση της σύμβασης δύναται να μην διαταχθεί σε περίπτωση που ο χαρακτήρας του αντικειμένου της περιουσίας που μεταβιβάστηκε δυνάμει της σύμβασης έχει αλλάξει εξ ολοκλήρου[4] ή όπου η περιουσία έχει εξαφανιστεί ή μειώθηκε η αξία της[5]. Εκεί, όμως, όπου η σύμβαση συνομολογήθηκε κατόπιν άσκησης δόλου, τα Δικαστήρια θα πρέπει να δείχνουν ιδιαίτερη ετοιμότητα στην ακύρωσή της. Όπως σημειώνει και ο Lord Wright στην υπόθεση Spence v. Crawford [1939] 3 All ER 271, στις σελίδες 288 - 289: «A case of innocent misrepresentation may be regarded rather as one of misfortune than as one of moral obliquity. There is no deceit or intention to defraud. The court will be less ready to pull a transaction to pieces where the defendant is innocent, whereas in the case of fraud the court will exercise its jurisdiction to the full in order, if possible, to prevent the defendant from enjoying the benefit of his fraud at the expense of the innocent plaintiff. Restoration, however, is essential to the idea of restitution.The court can go long way in ordering restitution if the substantial identity of the subject - matter of the contract remains». To δικαίωμα για ακύρωση της σύμβασης μπορεί να χαθεί εάν πριν την ακύρωσή της κάποιο τρίτο πρόσωπο αποκτήσει δικαιώματα επί του αντικειμένου της σύμβασης, νοουμένου, όμως, ότι καταβάλλει αξία για την απόκτησή του και δεν ήταν γνώστης των σχετικών γεγονότων. Αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στο σύγγραμμα Goff and Jones The Law of Restitution (πιο πάνω) στις παραγράφους 9-029 και 9-030 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τhe right to rescind a contract will generally be lost if, before rescission, a third party acquires, for value and without notice of the defect with which the contract is obtained, an interest in the subject matter of the contract. Thus, if a purchaser fraudulently induces another to sell goods to him, and then resells the goods to an innocent third party, it will be too late for the vendor to revest the title to the goods in himself by rescission of the voidable contract of sale. ............................ However, if the third party is a volunteer, or is aware of the defect in his transferor's title, his acquisition of an interest in the subject matter of the contract will provide no obstacle to rescission». (υπογραμμίσεις δικές μου) Αναφορικά με την προστασία του καλόπιστου αγοραστή παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα Hαlsbury's Laws of England (4η έκδοση, 2007 Reissue), Tόμος 40
(1)στην παράγραφο 171 και στο σύγγραμμα The Law of Contract by G.H. Treitel (8η έκδοση, 1991) στις σελίδες 373 - 375. Με βάση λοιπόν, τις πιο πάνω αρχές και με δεδομένη την απόκτηση 281/1004 τ.μ. από την κόρη του Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους, Γεωργία Μιχαήλ Γεωργίου, δια δωρεάς από αυτόν, κρίνεται ότι η ακύρωση της μεταβίβασης δεν μπορεί να εμποδισθεί για το λόγο αυτό. Κατάληξη του Δικαστηρίου Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η αγωγή επιτυγχάνει και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η μεταβίβαση 106/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Νεοκλέους στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους (30/1004 τ.μ.) και στην Εναγομένη 2 (76/1004 τ.μ.) είναι άκυρη ως γενόμενη υπό το κράτος απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων που ο Μιχάλης Γεωργίου Νεοκλέους και οι Εναγόμενοι 2 και 3 μαζί και ξεχωριστά άσκησαν σε βάρος του Νεοκλή Σάββα. Επιπρόσθετα, εκδίδεται διάταγμα για ακύρωση της μεταβίβασης 76/1004 τ.μ. και 30/1004 τ.μ. επί του Ακινήτου από τον αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα στην Εναγομένη 2 και στον Μιχάλη Γεωργίου Νεοκλέους αντίστοιχα και εγγραφής τους επ' ονόματι της Ενάγουσας ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νεοκλή Σάββα. Σε σχέση με την αξίωση της Ενάγουσας για απόδοση αποζημιώσεων ως οι παραγράφοι Ε και Ζ του Παρακλητικού της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 27.12.2010, παρατηρώ τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η Ενάγουσα κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 και 9 Εκθέσεις Εκτίμησης ημερομηνίας 26.5.2005 και 19.2.2004 αντίστοιχα. Η μεν πρώτη υπογράφεται από κάποιο Πολιτικό Μηχανικό επ' ονόματι Γιώργο Γεωργίου, η δε δεύτερη φαίνεται να ετοιμάστηκε από κάποιον εκτιμητή ακινήτων κ. Άγγελο Αγαθαγγέλου. Τα πρόσωπα αυτά δεν κατέθεσαν στο Δικαστήριο ως μάρτυρες ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την μη κλήτευσή τους ώστε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο και να αναλύσουν και επεξηγήσουν τα συμπεράσματά τους και να αξιολογηθούν κατάλληλα. Ως αποτέλεσμα τούτου, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με την αξία του Ακινήτου κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ή σε οποιοδήποτε μετέπειτα χρόνο ή σε σχέση με τα διαφυγόντα κέρδη που αξιώνονται στην παράγραφο Ζ του Παρακλητικού της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και ως εκ τούτου ουδέν ποσό μπορεί να αποδοθεί. Παρομοίως, ούτε σε σχέση με την απαίτηση της Ενάγουσας για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις δεν θα αποδοθεί κάποιο ποσό αφού η εν λόγω απαίτηση δεν προωθήθηκε από τον συνήγορό της. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από των Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / final / Θέμα: Πολιτική / τελική / Απάτη και Δόλος [1] Όπως το θέτει ο Lord Herschell στη σελίδα 374 «. fraud is proved when it is shown that a false representation has been made:
(1)knowingly; or
(2)without belief in its truth; or
(3)recklessly, careless whether it be true or false». [2] Στην υπόθεση Allcard v. Skinner (πιο πάνω) ο Lindley L.J. σημειώνει ότι «the transaction must be such that cannot reasonably be accounted for on the grounds of friendship, relationship, charity or other ordinary motives on which ordinary men act». [3] Βλέπε Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar
(1928)All E.R. Repr. 189 [4] Βλέπε Clarke v. Dickson
(1858)E.B. & E. 148. [5] Βλέπε Adam v. Newbigging
(1888)13 App. Cas. 308. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο