Anthony E Rosato ν. The Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd, Αρ. Αγωγής: 4242/06, 14/9/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A253 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενωπιον: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4242/06 Μεταξύ: Anthony E. Rosato, από την Βόρειο Ιρλανδία, νυν κάτοικο Κύπρου, στην οδό Μάρκου Ανδρεάδη 15, στην Αγία Φύλα στη Λεμεσό Ενάγοντα και The Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd από την Λεμεσό Εναγομένων 14/9/2011 Για Ενάγοντα: Ο ίδιος προσωπικά Για Εναγόμενους: κ. Γιάννης Χριστοδούλου (για την εκφώνηση της απόφασης η κα Μ. Διονυσίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα διαδικασία, αν και αφορούσε μια αρκετά απλή υπόθεση ισχυριζόμενης παράνομης απόλυσης, δυστυχώς εξελίχθηκε σε απρόσμενα δύσκολη στη διεξαγωγή της αγωγή κυρίως λόγω του χειρισμού της προσωπικά από τον ενάγοντα, αφού προηγουμένως απέλυσε δύο δικηγόρους του. Παρά την προσπάθεια που έγινε, δεν αποφεύχθη η καθυστέρηση εκδίκασης και η δυστοκία στην όλη εξέλιξη της δίκης στην οποία υπήρχε δυσκολία αντίληψης των διαδικασιών, λόγω του προσωπικού χειρισμού της υπόθεσης από τον ενάγοντα με μεγάλη σπατάλη χρόνου, της δυσκολίας εξεύρεσης δέουσας διερμηνείας με κυριότερο πρόβλημα την δυσκολία που είχε ο ενάγοντας να κατανοήσει τις διαδικασίες αλλά και της προσπάθειας του Δικαστηρίου αφ' ενός να μην μετατραπεί σε σύμβουλο του ενάγοντα - πράγμα που δεν θα ήταν δίκαιο - αλλά και να δώσει κάποιες κατευθυντήριες σ' αυτόν ώστε η διαδικασία να διεξάγεται όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπώς. Παρά τις πιο πάνω ενδεικτικές δυσκολίες, ο ενάγοντας παρουσίασε την υπόθεση του με την μαρτυρία του ιδίου (Μ.Ε.1), της συζύγου του (Μ.Ε.5), της συναδέλφου του κας Helen Frantzis (Μ.Ε.4), καθώς και περιφερειακών μαρτύρων (Μ.Ε.2 Χαράλαμπος Σταύρου, Μ.Ε.3 Donna Stevenson). Θα έλεγα ότι οι τρεις ουσιώδεις μάρτυρες που απασχόλησαν - κατά το δυνατόν - την διαδικασία ήσαν οι τρεις πρώτοι μάρτυρες αλλά και ο μεγάλος όγκος τεκμηρίων που επίσης κατατέθη. Για την υπεράσπιση κατάθεσε μόνον ένας μάρτυρας, ο δικηγόρος κ. Χατζηκωστής. Ένας από τους λόγους που ταλανίσθηκε η διαδικασία ήταν ακριβώς η αδυναμία του ενάγοντα να επικεντρωθεί στα πραγματικά επίδικα θέματα. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η επίμονη προσπάθεια του να καταθέσει το τι συνεφωνήθη με τους εναγόμενους για την εργοδότηση του, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο «να αντεξετάζει δικούς του μάρτυρες». Όμως το τι συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων καθορίζεται στη γραπτή συμφωνία που παρά την καθυστέρηση να κατατεθεί ως τεκμήριο - τελικά τούτο έγινε κατορθωτό και με την σύμφωνη γνώμη του κ. Γ. Χριστοδούλου αφού το έγγραφο αυτό αποτέλεσε και μέρος της παραδεκτής βάσης γεγονότων. Η γραπτή αυτή σύμβαση εργασίας ημερ. 1.3.06 είναι το Τεκμ.
- Σκόπιμο είναι να δοθούν αυτούσιες κάποιες από τις πρόνοιες. «
- Duties and Responsibilities 1.
- The Bank hereby agrees to employ Anthony E. Rosato (hereinafter to as the "Communications Manager") as the Communications Manager of the Bank with effect as of the 1st of March
- The Communications Manager's responsibility shall be aoutlined in Annex 1 hereof and may also include additional areas as the Bank may designate from time to time. The Communications Manager hereby agrees to work for the Bank in accordance with the provisions hereof. 1.
- The regular work place of the Communications Manager shall be at the Bank's premises in Limassol, Cyprus. The Communications Manager shall be expected to travel to the Russian Federation and other countries, as the performance of his duties hereof may require from time to time. 1.3 In the performance of his duties under this Agreement the Communications Manager shall be obliged to report to the Chief Financial Officer. The reporting obligation as aforesaid shall include all oral and written reports on a regular or irregular basis. 1.4 The Communications Manager shall in addition be bound by the Memorandum and Articles of Association or other directives duly issued or confirmed by the Board of Directors and/or CEO of the Bank. 1.5 The Communications Manager shall devote all his working capacity exclusively to the Bank. Any outside professional activities of the Communications Manager during the term of this Agreement require the prior written approval of the CEO". Όσον αφορά την αμοιβή συνεφωνήθη ετήσιος μικτός (gross) μισθός ευρώ 83.884 σε 12 δόσεις πληρωτέες πριν ή την 25η εκάστου μήνα, με δικαίωμα (may) όχι υποχρέωση της τράπεζας για παραχώρηση bonus. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά για την άδεια ασθενείας, διακοπές κ.α. Για το τερματισμό της εργοδότησης προνοούνται τα ακόλουθα: "
- Termination. 8.
- This agreement shall be automatically terminated if the Cyprus Migration Authorities refuses to grant or extend a Temporary Resident/Work Permit to the Communications Manager as provided by the Aliens & Immigrations legislation applicable in Republic of Cyprus. 8.2 The Bank may terminate this agreement by notice with immediate effect only if the Communications Manager: 8.2.1 Commits an act of gross misconduct or any other breach of his material obligations hereunder; or 8.2.2 Is guilty of any conduct which is prejudicial to the material interests of the Bank; or 8.2.3 Becomes bankrupt. 8.3 The Communications Manager may terminate this Employment Agreement in accordance with the relevant provisions of the laws of the Republic of Cyprus or if the Bank has not fulfilled its obligations under the Agreement. 8.4 After termination of the Agreement, the Communications Manager shall immediately return to the Bank any and all objects, documents, correspondence, records, drafts and the like referring to the Bank's affairs, including any copies thereof, which are still in his possession. The Communications Manager shall not be entitled to exercise a right of retention concerning the aforementioned documents and objects." Σχετικές επίσης είναι οι παρ. 9: "
- Notifications and Correspondence 9.1 Any and all notices, communications, notifications and other correspondence between the Communications Manager and the Bank in relation hereto shall be made in writing". Με το παράρτημα 1 του Τεκμ.9 καθορίζονται τα καθήκοντα του ενάγοντα στους εναγόμενους στους τομείς κυρίως δημοσίων σχέσεων και human resources (ανθρώπινου δυναμικού) και με το παράρτημα 2 δίδονται επιπρόσθετα οφέλη στον ενάγοντα ιατρικής ασφαλείας, και εισιτήριο στη Μόσχα και στη Κύπρο για τον ίδιο και την οικογένεια, δωρεά χρήση τηλεφώνου, επίδομα ενοικίου μέχρι 3000 ευρώ το μήνα. Ο κ. Rosato, o ενάγων γεννήθηκε στο Belfast το 1946 και είναι πολίτης του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι σπουδές του σε διάφορα Κολλέγια και πανεπιστήμια έχουν ως κύριο τους αντικείμενο λογοτεχνικές και εκπαιδευτικές σπουδές, περιλαμβάνουν δε ακόμη Human Resource Management δίπλωμα και ορισμένα άλλα παρεμφερή σε διάφορα ινστιτούτα ή κολλέγια. (Βλ. Τεκμήρια 1(1 - 5) ). Πριν την εργοδότηση του στην Κύπρο κατά τον Μάρτη του 2006 ο ενάγων όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και η σύζυγος του (Μ.Ε.5) ζούσε και εργαζόταν στη Μόσχα ως εκπαιδευτικός σύμβουλος σε οικογενειακή εταιρεία που είχαν συστήσει για το σκοπό αυτό στο Δουβλίνο το 1998 (Lingua Educational Services Ltd). Kατά την περίοδο εκείνη ο ενάγων ήταν «Πρόεδρος και μέλος της Ιρλανδικής Κοινότητας της Ρωσσίας» και στα πλαίσια αυτά με συντονίστρια και την σύζυγο του εξετέλεσαν επιτυχώς διάφορες εκδηλώσεις. Ο κ. Zimarin ο οποίος είναι ο σημερινός διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων υπήρξε κατά την περίοδο εκείνη στη Μόσχα μαθητής του ενάγοντα για κάποια μαθήματα αγγλικών και στις αρχές του 2005 ο κ. Zimarin σύστησε τον ενάγοντα στον κ. Μ. Kuzovlev πάλι με σκοπό κάποια μαθήματα, ο οποίος κ. Kuzovlev είχε τότε διορισθεί ως διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων στην Κύπρο. Τον Ιανουάριο του 2006 ο κ. Zimarin (τότε Αναπληρωτής Δ.Σ των εναγομένων) του πρότεινε εργασία στους εναγόμενους στην Κύπρο και γι' αυτό το σκοπό ο ενάγων επισκέφθηκε την Κύπρο τον Φεβράρη του
- Στην περίοδο αυτή γνώρισε και τον κ. Popov (τότε διευθυντή του Οικονομικού Τμήματος των εναγομένων). Τελικά, ως αποτέλεσμα, υπογράφηκε η σύμβαση εργασίας ημερ. 1.3.2006 (Τεκμ.9). H διαφωνία στις σχέσεις του με τους εργοδότες του μπορεί με βάση την δικογραφία και την μαρτυρία να καταταχθεί κυρίως σε σχέση με τρία γεγονότα. Στη συνέχεια θα γίνει προσπάθεια αναφοράς των ουσιωδών γεγονότων που σύμφωνα με τον ενάγοντα οδήγησαν σε ρήξη: (Α) Αρνηση του κ. Rosato να εγκρίνει την στρατηγική απόλυσης σχετικά με εργοδοτούμενους της Ρωσικής Τράπεζας ιδιαίτερα της κας H. Φραντζή. (Β) Διοργάνωση μιας ρωσικής βραδιάς στο Προεδρικό Μέγαρο. (Γ) Συνθήκες Τερματισμού Εργοδότησης. Το τρίτο δε θέμα που απομένει να απαντηθεί είναι οι συνθήκες τερματισμού των εργασιών του ενάγοντα κατά την περίοδο Ιούνιο 2006 και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 27.9.
- Αυτή λοιπόν την κατηγοροποίηση θα ακολουθήσει το Δικαστήριο στην αντιμετώπιση της μαρτυρίας καθότι αυτά είναι τα ουσιώδη επίδικα θέματα παρά το ότι η διαδικασία ταλανίσθηκε από μη ουσιώδη θέματα. Θεωρώ ορθό ωστόσο να προβώ σε κάποιες γενικές παρατηρήσεις για την ποιότητα και αποτελεσματικότητα της μαρτυρίας. Έχω την εντύπωση ότι αρκετή μαρτυρία επιφανειακά άγγιξε τις επίδικες σχέσεις και όχι στο βαθμό που ήταν αναγκαίο να κριθούν ώστε να αποφασισθεί το αγώγιμο δικαίωμα. Αντ' αυτού η διαδικασία αναλώθηκε σε: αμετρoέπεια για ασήμαντα θέματα, γνώμες και αναφορές μαρτύρων. Η μαρτυρία της Stevenson και του Χαράλαμπου Σταύρου ήταν από περιττή ως αχρείαστη, εξετάσθηκαν από τον ενάγοντα με την μορφή σχεδόν αντεξέτασης αν και εξηγήθηκε στον ενάγοντα ότι πρόκειτο για δικούς του μάρτυρες στα πλαίσια μιας αστικής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει δεν βρίσκω ότι η μαρτυρία αυτή έχει οποιαδήποτε αξία εκτός γενικά για κάποιες επιμέρους αναφορές και τεκμήρια από την μαρτυρία της Stevenson, η οποία και δεν αμφισβητήθηκε για τα καθήκοντα του ενάγοντα. Για την κα H. Φραντζή θα γίνουν τα δέοντα σχόλια στο θέμα Α. Για την ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα και της συζύγου του επίσης θα γίνουν αναφορές κατά θέμα. Για την υπεράσπιση κατάθεσε μόνον ο κ. Χ"Κωστής εις εκ των δικηγόρων των εναγομένων που αφού αποσύρθηκε από την ιδιότητα του δικηγόρου, κατάθεσε ως μάρτυρας, παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε πολλά επί των επίδικων θεμάτων. Θα έλεγα μάλιστα ότι και η γνώση του και η μνήμη του επ' αυτών ήταν πενιχρή ως μηδενική, με ανάλογη συνέπεια στην αξία της μαρτυρία του. Ξεκινώ με την παράθεση της μαρτυρίας επί του πρώτου θέματος, δηλαδή το (Α) ανωτέρω. (Α) Αρνηση του κ. Rosato να εγκρίνει την στρατηγική απόλυσης σχετικά με εργοδοτούμενους της Ρωσικής Τράπεζας ιδιαίτερα της κας Η. Φραντζή Ο ενάγων επ'αυτού στη μαρτυρία του αναφέρει ότι αρνήθηκε να συναινέσει σε απαράδεκτες και αδικαιολόγητες απολύσεις ειδικά της κ. Η. Φραντζή την οποία στήριξε «γιατί είχε δίκαιο». Η κα Η. Φραντζή (Μ.Ε.4) στη δική της μαρτυρία ανάφερε ότι εργοδοτείτο στην εναγομένη τράπεζα από το Φεβράρη του 2003 (βλ. Τεκμ.3) και ήταν υπόλογη στον κ. Popov. H σύμβαση εργοδότησης τροποποιήθηκε τον Μάρτη 2006 (βλ. επίσης Τεκμ. 3). Το κύριο περιστατικό της διαφωνίας παρουσιάστηκε σε σχέση με ένα ατύχημα μ' ένα όχημα ιδιοκτησίας της Εναγόμενης εταιρείας και προσωπικής χρήσης του κ. V. Popov. Θεωρήθηκε ότι η χρήση του από άλλο υπάλληλο της εναγόμενης εταιρείας ήταν άνευ εξουσιοδότησης και γι' αυτό ήταν υπεύθυνη η Η. Φραντζή της οποίας μέρος των καθηκόντων στο τομέα της διοίκησης ήταν η προετοιμασία επί καθημερινής βάσης προγράμματος εργασίας για τους οδηγούς της τράπεζας ως επίσης και ο έλεγχος της διεκπεραίωσης των καθηκόντων τους. Η κα Φραντζή ανάφερε ότι οι εργοδότες της επίσης την κατηγόρησαν ανεπίσημα και άδικα ότι είχε σχέσεις με άλλο υπάλληλο. Πάντως η ίδια ως υπεύθυνη των οδηγών είχε συνέχεια να αντιμετωπίσει παράπονα των οδηγών λόγω του ότι οι διευθυντές του ζητούσαν να τρέχουν πέραν του ορίου ταχύτητας και εν γένει παραπονιούντο για τις συνθήκες εργασίας τους. Ήταν σαφής η μάρτυρας ότι οι εργοδότες της ποτέ δεν της έδωσαν επίσημο παράπονο. Όμως είχε πρόβλημα με τον κ. Popov «που της φώναζε και γενικά είχε προβληματική συμπεριφορά». Είχε αρρωστήσει και όταν απουσίαζε «δημοσίευσαν αγγελία για την θέση της». Όταν επέστρεψε δεν της άφησαν «ούτε γραφείο, ούτε θέση» Και την θέση της πήρε τελικά ο κ. Ζαχαρία. Της υποβλήθηκε εν πολλοίς ότι μέρος της μεμπτής της συμπεριφοράς ήταν ότι «συζητούσε ενέργειες και επιστολές της διοίκησης της τράπεζας με τον ενάγοντα χωρίς να έχει τέτοια αρμοδιότητα». Η Μ.Ε.4 συσχέτισε την συμπεριφορά της με την ανάγκη να το πράξει «λόγω των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν» αλλά και λόγω του ότι «τα πράγματα δεν ήταν ξεκάθαρα». Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την δοθείσα μαρτυρία και την περιθωριακή αμφισβήτηση της από την υπεράσπιση είναι ότι δεν στοιχειοθετείται ότι η κα Η. Φραντζή ήταν υπόλογη συμπεριφοράς που στα πλαίσια και τις παραμέτρους αυτής της δίκης θα μπορούσε να θεωρηθεί «μεμπτή» προς τους εργοδότες της ούτε ότι ο ενάγων υπερασπιζόμενος αυτή έπραξε ο,τιδήπoτε μεμπτό. Αυτό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι αρκετό και δεν προσδίδει λόγο νόμιμης απόλυσης για τους εργοδότες του προς τον ενάγοντα. Και εξηγώ: Η κα Η. Φραντζή στάθηκε θετικά στο εδώλιο και δεν φάνηκε να της προσδίδεται από την υπεράσπιση οποιοσδήποτε ουσιαστικός και βάσιμος λόγος συμπεριφοράς που θα οδηγούσε σε απόλυση. Και η εμπλοκή του κ. Rosato στην υπόθεση παρόλο που έμεινε κάπως νεφελώδης δεν οδηγεί επίσης σε στοιχειοθέτηση σοβαρού λόγου μη ορθής συμπεριφοράς που θα έπρεπε να οδηγήσει σε απόλυση. Η δε μαρτυρία της κας Φραντζή συμπλέει με αυτή του ενάγοντα και της συζύγου του στο βαθμό που ενδιαφέρει, οι οποίοι και προσπάθησαν, αν και εμφανώς βασανίζονταν από κάποιες εμμονές εναντίον των εναγομένων, να τοποθετηθούν επί αυτής της πτυχής με αληθινό τρόπο. Κρίνεται λοιπόν ότι η συμπεριφορά του ενάγοντα δεν φαίνεται να ήταν εκτός πλαισίων της εργοδότησης του παρά τις ανταλλαγείσες επιστολές για παράπονα είτε από εργοδοτουμένους είτε οδηγίες ή επιπλήξεις από διευθυντικά στελέχη. (ως τα Τεκμ.3
(1), 3
(6)). Το Τεκμ.3
(3)είναι ειδικά ένα e-mail 19/4/2006 του κ. Popov στον ενάγοντα με το οποίο ο πρώτος προβάλει παράπονο για το ότι συνέχεια ο ενάγων του στέλλει επιστολές και δεν μαθαίνει ο ίδιος τις διαδικασίες που χρειάζονται. Η θέση του κ. Rosato για την «απόλυση της κας Φραντζή» δόθηκε και με το περιεχόμενο του Τεκμ. 3
(9)«internal memo». Οι σκόρπιες αυτές θέσεις δεν έχουν ενταχθεί σε ένα συγκροτημένο τρόπο αντιμετώπισης των εναγομένων που να οδηγούσε σε θεμελίωση καθαρής προσέγγισης «αποπομπής» του, λόγω του ότι συστηματικά είχε προβλήματα συμπεριφοράς ως αορίστως υποβάλλετο σ' αυτόν. Άλλωστε τις θέσεις τους οι εναγόμενοι δεν προώθησαν με μαρτυρία και ουσιαστικά το Δικαστήριο έχει επ' αυτής της πτυχής μία εκδοχή την οποία και αποδέχεται. (Β) Διοργάνωση μιας ρωσικής βραδιάς στο Προεδρικό Μέγαρο Η εναγόμενη τράπεζα απέδωσε δι' υποβολών αδυναμία του ενάγοντα να ανταποκριθεί στη διοργάνωση αυτή. Μάλιστα είναι «Σωρεία λαθών» που του επιρρίπτουν. Όμως «αυτά τα λάθη» πήραν την μορφή μόνον υποβολών που ο ενάγοντας αρνήθηκε. Ακριβώς αυτή η θέση που έντονα η υπεράσπιση «δια υποβολών» προέβαλε παρέμεινε μετέωρη αφού υπήρξε παντελής απουσία εκ μέρους της προσαγωγής μαρτυρίας να στηρίξει τις υποβολές αυτές. Να επαναλάβω ότι η θέση του κ. Χ"Κωστή υπήρξε εντελώς γενική και αόριστη ως εκ της εμφανούς απουσίας γνώσης αλλά και μνήμης του επί των γεγονότων. Είναι αποδεκτή μόνον ως προς την αποστολή της επιστολής - τερματισμού Τεκμ.29, ως θα εξηγηθεί πιο πάνω. (Γ) Συνθήκες τερματισμού εργοδότησης Και στο σημείο αυτό υπήρχε «αντίθεση» των δύο πλευρών ειδικά για το πότε περιήλθε σε γνώση του ενάγοντα «η επιστολή τερματισμού» - Τεκμ.29. Πολύς λόγος έγινε επ' αυτού του θέματος. Ο κ. Χ"Κωστής μαρτύρησε θετικά επί της επιστολής των εναγομένων ημερ. 26.7.06 και που παρεδόθη σε ιδιώτη επιδότη «με σκοπό την επίδοση αυτής στον ενάγοντα δια χειρός». Κατά την εκδοχή της υπεράσπισης αυτό συνετελέσθηκε τελικά προς την σύζυγο του ενάγοντα, ενώ ο ενάγων και η σύζυγος του δεν το αποδέχθησαν. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο δύναται να προβεί σε μερική αποδοχή ή άρνηση μαρτυρίας (βλ. Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212) ). Στο σημείο λοιπόν αυτό κρίνω ότι ο ενάγων και η σύζυγος του δεν είπαν πλήρως την αλήθεια, πιθανότατα διότι αυτό - όπως πίστευαν - θα έβλαπτε την υπόθεση τους. Βρίσκω ότι ο τερματισμός συνετελέσθηκε στις 26.7.06 αφού ακολουθούν επιστολές των δικηγόρων των δύο πλευρών που επιβεβαιώνουν αυτό το χρονικό σημείο. (Βλέπετε επιστολές Χ"Κωστή 1.8.06 και 8.8.06, Τεκμ.26 και Τεκμ.28, και επιστολή Χ"Κωστή ημερ. 11.8.06). Καθίσταται σαφές από όλες τις επιστολές ότι η ημερομηνία που οι εναγόμενοι τερμάτισαν την εργοδότηση του ενάγοντα υπήρξε η ημερ. 26.7.06. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται σαφώς και στην επιστολή του κ. Χ"Κωστή ημερ. 1.8.06 προς τον τότε συνήγορο του ενάγοντα και γι' αυτό δεν υπάρχει καμιά αμφισβήτηση αφού εξίσου σαφές είναι ότι είναι σε γνώση του ενάγοντα η ενέργεια αυτή των εναγομένων είτε την αποδέχεται στην ουσία της είτε όχι. Είναι ωστόσο γεγονός ότι στην επιστολή αυτή - Τεκμ.29 δεν αναφέρεται κανένα παράπονο κατά της εργασίας ή συμπεριφοράς του κ. Rosato γεγονός που συντείνει ακριβώς στο αδικαιολόγητο της απόλυσης. Σίγουρα δε, οφείλω να το αναφέρω ότι καθόλου δεν στοιχειοθετείται η θέση της Υπεράσπισης για δοκιμαστική περίοδο 6 μήνες. Κάτι τέτοιο σαφώς και δεν υπάρχει στο συμβόλαιο εργοδότησης και ως γνωστό, εξωγενής μαρτυρία δεν είναι κατ' αρχήν αποδεκτή (βλ. Μarketventures Ltd - v - Ουρ. Δικωμίτη Π.Eφ. αρ. 127/07, ημερ. 10.4.09). Στην κρινόμενη δε περίπτωση ουδόλως στοιχειοθετείται κάτι τέτοιο, ούτε θεμελιώνεται οποιαδήποτε εξαίρεση του κανόνα. Δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ μ' όλα τα παρεμφερή θέματα γύρω από τις επιστολές αυτές (π.χ. καταγγελίες στην αστυνομία, επισκέψεις στην αστυνομία, καταγγελία στην Επίτροπο Διοικήσεως κ.α.). Είναι φανερό ότι δεν έχουν νομική σημασία για τα επίδικα θέματα. Άλλωστε αν προσεχθεί η Έκθεση Απαίτησης (παρ. 9) γίνεται παραδεκτή η πιο πάνω ημερομηνία ως ημέρα τερματισμού. Οπότε δεν έχουν νόημα τα λοιπά. H κρίση του Δικαστηρίου για το νόμιμο του τερματισμού Eκείνο που θα πρέπει πρωταρχικά να αποφασισθεί είναι αν ο τερματισμός της εργοδότησης του ενάγοντα στους εναγομένους υπήρξε ή όχι νόμιμος. Αφού η απάντηση στο ερώτημα αυτό οδηγεί στην περαιτέρω εξέταση θέματος αποζημιώσεων σύμφωνα με τη νομολογία. Το κριτήριο για το δικαιολογημένο ή μη της απόλυσης ενός εργοδοτουμένου είναι το εύλογο της κατάληξης του εργοδότη, ως λογικού εργοδότη να προβεί στον τερματισμό της εργοδότησης του εργοδοτουμένου υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τον συγκεκριμένο λόγο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του εργοδότη. (Βλέπε Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2005)1 Α..Α.Δ (Β) 1478, Κynigos Hotels Limited v. Γιωργούλλας Χρίστου, Πολ. Εφεση 11582 ημερ. 17.3.2004, Galatariotis Telecommunications v. Σωτήρη Βασιλείου
(2003)1 Α.Α.Δ 318). Στην υπόθεση Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, πιο πάνω παρατίθεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning M.R στην υπόθεση British Leylan (U.K.) Ltd. v. Swift
(1981)1 R.L.R. 91: "The correct test is this: Was it reasonable for the employers to dismiss him? If no reasonable employer would have dismissed him, then the dismissal was unfair. But if a reasonable employer might reasonably have dismissed him, then the dismissal was fair. It must be remembered in all these cases there is a band of reasonableness, within which one employer might reasonable take one view another quire reasonably take a different view". Στην απόφαση Galatariotis Telecommunications Ltd v. Σωτήρη Βασιλείου (ανωτέρω) στην σελ. 325, το Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης Post Office v. Folley και HSBC Bank plc (formerly Midland Bank pcl) v. Madden
(2001)1 All E.R. 550, ανάφερε τα ακόλουθα: «... μπορούμε να πούμε ότι η αρχή που υιοθετείται είναι ότι η λογικότητα ή μη της απόλυσης δεν κρίνεται με βάση το τι το δικάσαν δικαστήριο θα έκαμνε αν ήταν στη θέση του εργοδότη. Και συμφωνούμε με αυτή την προσέγγιση. Το σωστό κριτήριο, που έχει στον πυρήνα του τις αντιδράσεις του λογικού εργοδότη, διαμορφώθηκε ως εξής στην υπόθεση Madden, ανωτέρω: "In holding that the dismissal of Mr. Madden for that reason was unreasonable the tribunal erred in law in substituting itself as employer in place of the bank in assessing the quality and weight of the evidence. Instead it should have asked itself whether, by the standards of a reasonable employer, the bank had established reasonable grounds for its belief that Mr. Madden had been guilty of misconduct and whether the bank's investigation into the matter had been reasonable in the circumstances". Και σε μετάφραση: «Αποφασίζοντας ότι η απόλυση του κ. Madden για το λόγο εκείνο ήταν παράλογη, το δικαστήριο διέπραξε σφάλμα αντικαθιστώντας την τράπεζα ως εργοδότη με τον εαυτό του, κατά την εκτίμηση της ποιότητας και της αξίας της μαρτυρίας. Αντ' αυτού το δικαστήριο έπρεπε να ερωτήσει τον εαυτό του κατά πόσο, με το μέτρο του λογικού εργοδότη, η τράπεζα στοιχειοθέτησε λογικές αιτίες για την πεποίθηση της ότι ο κ. Madden υπήρξε ένοχος ανάρμοστης συμπεριφοράς και κατά πόσο η διερεύνηση του ζητήματος από την τράπεζα ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη». Στην απόφαση Κακοφεγγίτου (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης, είπε: «Σε περιπτώσεις σοβαρού παραπτώματος (gross misconduct) από εργοδοτούμενο το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εργοδότης είχε εύλογες υποψίες που έφθαναν στην πεποίθηση ότι ο εργοδοτούμενος ήταν ένοχος κατά το σχετικό χρόνο - και ότι προχώρησε σε διερεύνηση της υπόθεσης μέσα σε λογικά αναμενόμενα πλαίσια. Επίσης ότι ακολούθησε μια λογική διαδικασία πριν την κατάληξη του στην απόλυση του εργοδοτούμενου». Δεν έχω αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι δεν προχώρησαν σε νόμιμο τερματισμό της κρινόμενης εργασιακής σχέσης, αφού τίποτε από την προσφερθείσα μαρτυρία δεν κατέδειξε περίπτωση σοβαρού ή οποιοδήποτε ουσιώδους παραπτώματος εκ μέρους του ενάγοντα το οποίο ως sine qua non να οδηγούσε τους εναγόμενους σε νόμιμο τερματισμό στη βάση αυτής της μεμπτής συμπεριφοράς. Κάποια σκόρπια παράπονα και «πεποίθηση» των εναγομένων χωρίς αιτιολογία και γεγονότα που δικαιολογούν κάτι τέτοιο, δεν οδηγεί σε ανατροπή αυτού του συμπεράσματος μου. Μορφή της σύμβασης και τερματισμός Για να μπορεί να καταταχθεί η μορφή της επίδικης σύμβασης εργοδότησης είναι απαραίτητο να απαντηθεί η ερώτηση αν το παρόν συμβόλαιο και η επίδικη εργοδότηση μπορεί να θεωρηθεί ως ακαθορίστου διάρκειας. Η πιο πάνω αναφορά στα σχετικά αποσπάσματα της επίδικης σύμβασης οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για εργοδότηση ακαθορίστου διαρκείας. Χρήσιμη είναι η παραπομπή και στην αγγλική ταξινόμηση όπως συναντάται στο σύγγραμμα Chitty "On contracts" Vol. II, έκδοση 30η, σελ. 1109 (παρ. 39-154). «Employment for an unspecified period: terminability by reasonable notice. If a contract of employment makes no express or specifically implied provision for its duration or termination by notice, there is likely to be implied at common law a presumption that the contract is for an indefinite period and terminable by a reasonable notice given by either party. The older case law, generalizing a custom formerly attaching to the employment of agricultural workers, revealed a presumption in such circumstances that the contract of employment was for a fixed term of a year or for a series of such terms. Although that presumption could still be found at work in later cases, it now appears to have given way entirely to the presumption of an indefinite duration and terminability by reasonable notice. The latter resumption is itself subject to the statutory provisions concerning minimum entitlements to notice. The statutory provisions may in many cases, especially in relation to manual workers with some seniority of employment, give rise to longer periods of entitlement than the common law would presume as a matter of "reasonable notice" in the particular circumstances; the details of the two sets of rules are considered in the following paragraphs". Είναι σημαντικό όπως η όλη θεώρηση επί του θέματος διαχωρίζεται σ' αυτή του «συστήματος του Common Law» και «των προνοιών της εργατικής νομοθεσίας» με την επισήμανση ότι το χρονικό πλαίσιο ενός τερματισμού δεν ταυτίζεται απαραιτήτως στις δύο νομικές προσεγγίσεις, όπως ούτε και οι αρχές που διέπουν τα δύο «συστήματα» ως θα εξηγηθεί και πιο κάτω. Επί της διεργασίας της σκέψης μου λοιπόν για παραμέτρους που καθορίζονται στην συγκεκριμένη περίπτωση έλαβα υπόψη μου: (α) Ότι ο ενάγων βρίσκεται κοντά στο όριο αφυπηρέτησης με βάση την Κυπριακή Νομοθεσία. Γεννήθηκε το 1946, άρα κατά το χρόνον της απόλυσης ήταν 60 ετών. Είναι γνωστό ότι δεν παρέχεται εύλογα προσδοκία για τη συνέχιση εργοδότησης πέραν του ορίου αναγκαστικής αφυπηρέτησης η οποία όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί στα δύο νομικά συστήματα (βλ. π. 39 - 155). Αναφέρονται στο εν λόγω σύγγραμμα τα ακόλουθα στην παρ. 39-155: "The length of notice: common law. Although the contracts of employment legislation prescribes minimum periods of notice to terminate a contract of employment, the common law rules on the subject may, in particular cases, require a longer period of notice to terminate a contract. The general rule is that the length of notice depends on the intention of the parties, revealed in their contract, as to what constitutes reasonable notice. All the circumstances, such as the type of employment, local, trade or professional customs on the topic, the intervals at which remuneration is paid, or the period in relation to which the remuneration is sated (e.g. "₤450 a year"), have been regarded as relevant in fixing what amounts to reasonable notice in an individual case. A number of the many older reported decisions on this question are summarized in the footnotes below, but they do not lay down any rule of law and are merely guides to what may in the past have been held to be reasonable in different circumstances. They are summarized under the headings of clerical workers, managers and directors, editors and journalists, commercial travelers and salespersons, superior employees in manual occupations and in non-manual occupations. At common law, a period as short as one week might be regarded as reasonable notice for subordinate employees. The notice need not, in the absence of express provision, be given on a pay day, nor need it expire at the end of any period for which salary or wages are calculated, but a term of the contract or a custom may require the notice to expire at the end of a particular period of employment". β) Ότι εγκατέλειψε μια άλλη χώρα διαμονής του, την Ρωσία στην οποία είχε ιδρύσει μια εταιρεία την οποία και λειτουργούσε με την σύζυγο του. Παρά το ότι δεν είχε καταδειχθεί ο τερματισμός των εργασιών της εταιρείας κατά το χρόνο εγκατάλειψης του μέχρι τότε τόπου διαμονής είναι εύλογο να κριθεί ότι με την φυσική του απουσία επηρεάζεται η δυνατότητα λειτουργίας της εταιρείας. Δεν έχω πεισθεί ωστόσο ότι είναι αδύνατο για τον ενάγοντα να εργοδοτηθεί ή ότι προσπάθησε επαρκώς να το πετύχει. Ούτε εξηγήθηκε η αναγκαιότητα παραμονής του στην Κύπρο. Η δικαστική διαδικασία και η εξέλιξη της προφανώς δεν μπορούσε να έχει τέτοια δυναμική ώστε να είναι απαγορευτικό στον ενάγοντα να φύγει από την Κύπρο. (γ) η θέση της εργασίας του ενάγοντας ήταν σαφώς διευθυντικής υφής. (δ) o χρόνος στον οποίο εργάστηκε στους εναγομένους ήταν για μια μικρή περίοδο έξι περίπου μήνες. Για του λόγου το αληθές επί του θεωρουμένου από την αγγλική νομολογία ως εύλογου χρόνου προειδοποίησης δίδονται κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα σε συνάρτηση με επαγγέλματα. (Bλ. από το Chitty (ως πιο πάνω) σελ. 1111): «...... a person called a general manager (though in fact only a superior clerk was entitled to three months; notice (Mulholland v. Bexwell Estates Co.
(1950)66 T.L.R (Pt.2) 764, followed in SW Strange Ltd v. Mann
(1965)1 W.L.R 629, 642); clerk to merchant, six weeks held insufficient (De Stempel v. Dunkels
(1938)1 All E.R. 238). "Month" in this context means a calendar month: P. Marine superintendent of shipping company, 12 months (Kaukul v. Anglo-Soviet Shipping Co. Ltd
(1931)41 L.1.L Rep. 90): manager of the insurance department of an insurance company, one month held insufficient (Jupiter General Insurance Co. v. Shroff
(1937)3 All E.R. 67); controller of cinemas, six months (Adams v. Union Cinemas Ltd
(1939)3 All E.R. 136); production manager at a factory one week insufficient (Orman v. Saville Sportswear Ltd
(1960)1 W.L.R 1055); a director under an implied general contract of employment was entitled to three months' notice (James v. Thomas H. Kent & Co
(1951)1 K.B 551); a director and company secretary of a furniture firm, entitled to three months (HW Smith (Cabinets) Ltd v. Brindle
(1973)1.C.R. 12, 21), Newspaper editor, 12 months (Grundy v. Sun Printing Association
(1916)33 T.L.R 77; Brenham v. Gilbert-Smith
(1892)8 T.L.R 284 - a case where a custom appears to have been established), although six months has been found to be reasonable (Fox-Bourne v. Vernon & Co. Ltd, Commercial traveler, three months (Metzner v. Bolton
(1854)9 Exch. 518; Grundon v. Master & Co. (1885 1 T.L. 203), one month (Seller's v. London Counties Newspapers
(1951)1 K.B 784)". Είναι σε γνώση μου βέβαια οι περιορισμοί που ορίζει ο περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμος. Δεν θεωρώ όμως ότι επηρεάζεται η εμβέλεια των θεραπειών από το Common Law, όπως σαφώς προκύπτει από την υπόθεση Στυλιανίδη ν. British American Insurance Co. Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ 517. Η απόφαση αυτή είναι ιδιαίτερη σημαντική γιατί ενοποιεί τις αρχές των αποζημιώσεων και οριοθετεί και το ύψος αυτών. Είναι δε χρήσιμο να αποδοθεί εκτεταμένα η προσέγγιση που προκύπτει από αυτήν. Πρωταρχικά και ξεκάθαρα ξεχωρίζει τα δύο συστήματα δικαίου που καλύπτουν τέτοιες αποζημιώσεις ως ακολούθως: «
(1)Διαφορές που αφορούν την παραβίαση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν. 24/67ανάγονται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Κανένα άλλο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένου και του Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν έχει αρμοδιότητα να επιλύσει διαφορές που αναφύονται στην εφαρμογή του νόμου αυτού.
(2)Το δικαίωμα εργοδοτουμένου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο που ρητά διασφαλίζεται από το εδάφιο 2 εξυπακούει ευχέρεια διεκδίκησης αποζημιώσεων βάσει άλλου νόμου ή αρχών δικαίου. Διαφορετικά το δικαίωμα το οποίο παρέχεται θα ήταν άνευ αντικειμένου ενόψει της αποκλειστικής καθ' ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών προς επίλυση διαφορών που αναφύονται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων που παρέχει ο Ν.24/67.
(3)Το δικαίωμα για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων (για τον άνευ λόγου τερματισμό απασχόλησης) πέραν του ορίου που προβλέπεται στο Ν.24/67, υποδηλώνει την ύπαρξη δικαιώματος για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ανεξάρτητα και έξω από το πλαίσιο του νόμου αυτού.
(4)Ο Περί Τερματισμού απασχολήσεως νόμος δεν καταργεί ούτε περιορίζει τις διατάξεις του Κεφ. 149 ή την εφαρμογή των αρχών του Κοινού δικαίου (άρθρο 29
(1)(γ) - Ν. 14/60στο βαθμό που διέπουν συμβάσεις εργασίας ή τις συνέπειες από τη διάρρηξή τους. Ο πρωταρχικός σκοπός του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτουμένου από τον μονομερή τερματισμό της απασχόλησής του ως μέτρο κοινωνικής ασφάλειας. Θα αποτελούσε αντινομία προς τους σκοπούς του νόμου η αποστέρηση του εργοδοτουμένου πλέον εκτεταμένων δικαιωμάτων που δυνατό ναν του παρέχει το δίκαιο των συμβάσεων ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος». Είναι σκόπιμο να δοθούν επίσης σχετικά αποσπάσματα που αναλύουν ακριβώς το θέμα των αποζημιώσεων κάτω από το δίκαιο των συμβάσεων, όπως εν προκειμένω, σε σύμβαση ακαθόριστης διάρκειας: «Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου, ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου (ενσωματώνονται στο Κυπριακό δίκαιο με τις πρόνοιες του άρθρου 29(Ι)(γ) του Ν.14/60, σε τερματισμό κατόπιν λογικής προειδοποίησης. Το θέμα εξετάζεται και αναλύεται στα συγγράμματα Chitty on Contract, Vol. 2, 25th ed. σελίδα 712 and seq. Καθώς και στο Halsbury's Laws of England, 4th ed., vol. 16, par. 607 and seq. Εντάσσοντας το θέμα στο ακριβές δικαϊικό του πλαίσιο η αρχή η οποία ισχύει είναι η εξής. Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποιήσεως. Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση των υπηρεσιών ανάλογες με εκείνες που μπορεί να προσφέρει (ο εργοδοτούμενος) στην ελεύθερη αγορά, καθώς και τη διάρκεια της εργοδότησης του. Βοηθητική στον καθορισμό της χρονικής διάρκειας της προειδοποίησης είναι και η απόφαση Dobie v. Burns International
(1984)3 All E.R. 333. Παρόλο που η υπόθεση αποφασίστηκε σε σχέση με άδικη απόλυση (unfair dismissal) βάσει των διατάξεων του άρθρ. 57 του αγγλικού νόμου Employment Consolidation Act 1978, στο βαθμό και έκταση που ρίχνει φως στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της διάρκειας της προειδοποίησης, άπτεται του επίδικου θέματος. Όλοι οι παράγοντες που έχουν ενωρίτερα μνημονευθεί είναι άμεσα καθοδηγητικοί ως προς τον καθορισμό του χρόνου της προειδοποίησης. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν τέθηκε μαρτυρία η οποία να διαφωτίζει ειδικά οποιοδήποτε από τα θέματα που σχετίζονται με τη χρονική διάρκεια της προειδοποίησης που θα ήταν εύλογο ενόψει της σύμβασης εργοδότησης του εφεσείοντα να ληφθούν υπόψη. Αφέθηκε το θέμα να αποφασισθεί με βάση τις φυσιολογικές συνέπειες της συγκεκριμένης σύμβασης στο πλαίσιο εργοδότησης του αιτητή ως προς τη χρονική διάρκεια της προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης του. Η νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων αναφορικά με το χρόνο της προειδοποίησης που συνοψίζεται στα συγγράμματα Chitty on Contracts και Halsbury's Laws of England, (ανωτέρω), τείνει να καταδείξει ότι η προειδοποίηση κυμαίνεται μεταξύ ενός και δώδεκα μηνών ανάλογα με τη φύση του επαγγέλματος. Εξυπακουόμενος όρος για προειδοποίηση δώδεκα μηνών, όπως προκύπτει από τις αγγλικές αποφάσεις διαπιστώνεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις κυρίως για διευθυντικές θέσεις. Η πρόνοια η οποία έγινε από το πρωτόδικο Δικαστήριο για την αποζημίωση του εφεσείοντα είναι για χρονική διάρκεια μεγαλύτερη εκείνης των δώδεκα μηνών. Δεν έχει εκτεθεί κανένας λόγος που να δικαιολογεί στα πλαίσια της συγκεκριμένης σύμβασης εξυπακουόμενη υποχρέωση των εφεσιβλήτων για την παροχή μεγαλύτερης προειδοποίησης από εκείνη των δώδεκα μηνών. Καταλήγουμε ότι η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου υπερκαλύπτει τη ζημιά που υπέστη ο εφεσείων λόγω τερματισμού της απασχόλησης του». (οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, στην κρινόμενη περίπτωση βρίσκω ότι ο ενάγων δικαιούται 3 μήνες εύλογη προειδοποίηση, δηλαδή 3 μήνες χ του μηνιαίου μισθού εκ 6.990 = 20.970 ευρώ. Μπορεί σε σχέση με την ίδια περίοδο απασχόλησης του οι τρεις μήνες να φαίνονται μεγάλο διάστημα, όμως έχοντας κατά νου κυρίως ότι ο ενάγων εγκατέλειψε την χώρα διαμονής του με αποκλειστικό λόγο την εργοδότηση του στους εναγόμενους και πρόκειτο για θέση διευθυντική, θεωρώ ότι η προειδοποίηση των τριών μηνών είναι καθ' όλα επιτρεπτή. Πρέπει να πω ότι όσα αφορούν τα λοιπά εκ της δικογραφίας αξιούμενα είτε δεν προωθήθηκαν είτε δεν δόθηκε επαρκής μαρτυρία επί της απώλειας τους ως οφείλετο. Είναι λοιπόν η κατάληξη μου ότι ο ενάγων δικαιούται το πιο πάνω ποσό των 20.970 ευρώ, πλέον νόμιμους τόκους. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ ενάγοντα και εναντίον εναγομένων για €20.970 πλέον νόμιμους τόκους. Παραμένει το θέμα των εξόδων, για τα οποία αποφασίζω τα κάτωθι: Ο ενάγων χειρίσθηκε από κάποιο χρονικό σημείο προσωπικά την υπόθεση του, συνεπώς δικαιούται για την περίοδο εκείνη μόνον τα πραγματικά έξοδα. Δηλαδή οι εναγόμενοι καταδικάζονται μόνον στα έξοδα ως θα υπολογισθούν από Πρωτοκολλητή από 27.9.06 μέχρι την 20.9.10 περίοδο που υπήρξε δικηγορική εκπροσώπηση του ενάγοντα και από 20.9.10 μέχρι σήμερα καταδικάζονται μόνον στα πραγματικά έξοδα του ενάγοντα σε σχέση με την διαδικασία, αφού υποβληθεί σχετικός κατάλογος στον Πρωτοκολλητή για έγκριση. Νοείται ότι ο υπολογισμός του Πρωτοκολλητή επί των πιο πάνω θα γίνει στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final/ Aναφορά: Termatismos simvoleou ergodotisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο