← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Φρουταρία «Το Πανέρι Λιμιτεδ» κ.α., Αρ. Αγωγής: 5300/07, 19 Σεπτεμβρίου, 2011

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Φρουταρία «Το Πανέρι Λιμιτεδ» κ.α., Αρ. Αγωγής: 5300/07, 19 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A257 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5300/07 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd Ενάγοντα και

  1. Φρουταρία «Το Πανέρι Λιμιτεδ»
  2. Πολύκαρπου Καττάση
  3. Νίνας Καττάση Εναγόμενοι - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου, 2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Αγιομαμίτης Για τους Εναγόμενους: κ. Ν. Καλλής (κα Δ. Κωνσταντίνου για ν' ακούσει απόφαση) Εναγόμενος 2 παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον όλων των Εναγομένων ανάκτηση ποσού Λ.Κ. 79.704,70 σεντ πλέον τους σχετικούς τόκους ως οφειλόμενο υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού. Δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 2.4.1992 οι Ενάγοντες παραχώρησαν προς τους Εναγόμενους 1 διευκολύνσεις και ή παρατράβηγμα και γενικότερα πιστωτικές διευκολύνσεις και για το σκοπό αυτό άνοιξαν επ΄ ονόματι των Εναγομένων 1 τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 255-01-125590-01, που μετέπειτα μετατράπηκε εσωτερικά σε 215-01-125590-
  4. Με την ίδια συμφωνία ο τόκος καθορίστηκε στο 9% το χρόνο ή ίσο προς το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου το επιτρεπόμενο από το Νόμο. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει εγγράφου συμφωνίας εγγυήσεως ημερομηνίας 3.6.1994 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και ή ξεχωριστά όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες μέχρι ποσού ύψους Λ.Κ. 46.000 πλέον τόκους προς 8,5% ετησίως. Οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερομηνίας 26.3.2001 και 7.9.2006 προς τους Εναγομένους 1, 2 και 3 τους ενημέρωσαν ότι το χρεωστικό επιτόκιο του λογαριασμού μετατράπηκε από τις 26.3.2011 σε 12% σταθερό και από τις 7.9.2006 σε 10,5% σταθερό. Συνεπεία της μη τήρησης εκ μέρους των Εναγομένων των όρων της επίδικης συμφωνίας οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού και με επιστολές ημερομηνίας 18.8.2000 και 7.9.2006 κάλεσαν τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν εντός 7 ημερών ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού πλέον τόκους το οποίο υπόλοιπο ανερχόταν κατά την 31.8.2007 στο ποσό των Λ.Κ. 79.704,70 σεντ πλέον τόκους προς 10.5% από 1.9.07 επί ποσού Λ.Κ. 78.288,98 σεντ μέχρι τελείας αποπληρωμής και εξόφλησης. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι υπέγραψαν «κάποια συμφωνία» με τους Ενάγοντες για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και ότι ανοίχθηκε κάποιος λογαριασμός στο όνομα των Εναγομένων αρ.
  5. Παραδέχονται επίσης ότι ο λογαριασμός αυτός θα χρεωνόταν με τόκο προς 9% αλλά αρνούνται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς των Εναγόντων για τη δυνατότητα τροποποίησης του επιτοκίου. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραδέχονται ότι υπέγραψαν «κάποια» συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 3.11.
  6. Αρνούνται όμως το δικαίωμα των Εναγόντων να ανανεώνουν οποιοδήποτε δάνειο ή να δίνουν πίστωση ή να παρέχουν τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους Εναγόμενους
  7. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγομένων ότι τα δικογραφημένα ποσά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αλλά είναι προϊόν αντισυμβατικού υπολογισμού. Ισχυρίζονται πως τα αξιούμενα ποσά εμπεριέχουν ποσά που αποτελούν ανατοκισμούς, δικαιώματα και επιτόκια τα οποία υπολογίστηκαν παράνομα και αυθαίρετα από τους Ενάγοντες. Πέραν τούτου, του ισχυρισμού δηλαδή περί παράνομου και αντισυμβατικού υπολογισμού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται και τα ακόλουθα: Όταν οι Εναγόμενοι έλαβαν την επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 18.8.2000 με την οποία τους καλούσαν να προβούν σε εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου που ανερχόταν σε Λ.Κ. 33.554.02 (€51330.45), απέστειλαν επιστολή μέσω του δικηγόρου τους ημερομηνίας 31.8.2000 και εξέφρασαν την ετοιμότητα να εξοφλήσουν κάθε οφειλόμενο ποσό αφού πρώτα οι Ενάγοντες τους εφοδιάσουν με αναλυτικούς λογαριασμούς. Οι Ενάγοντες αφού παρήλθαν 7 μήνες χωρίς να τους εφοδιάσουν με τους αιτούμενους λογαριασμούς τους απέστειλαν νέα επιστολή ημερομηνίας 23.3.2001 απολογούμενοι για την καθυστέρηση και υποσχόμενοι να επανέλθουν το συντομότερο με τις καταστάσεις λογαριασμού. Ζήτησαν δε σε τηλεφωνική επικοινωνία ημερομηνίας 29.3.2001 παράταση χρόνου ενός μηνός ούτως ώστε να ολοκληρώσουν τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Αντ΄ αυτού τους απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 26.3.2001 με την οποία ενημέρωναν τους Εναγόμενους για αυξημένο επιτόκιο προς 12%, την οποία αύξηση οι Εναγόμενοι απέρριψαν με επιστολή τους ημερομηνίας 2.4.
  8. Οι Ενάγοντες αμέλησαν και παρέλειψαν να παραδώσουν αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών με αποτέλεσμα να παρέλθει χρονικό διάστημα πέραν των 7 ετών από της ημερομηνίας τερματισμού της συμφωνίας ενώ εξακολουθούσαν στο εν λόγω διάστημα να χρεώνουν παράνομα με αυξημένα επιτόκια και άλλες επιβαρύνσεις το λογαριασμό των Εναγομένων . Οι Ενάγοντες επανήλθαν με νέα επιστολή τους ημερομηνίας 7.9.2006 υπενθυμίζοντας τους Εναγομένους περί του τερματισμού της συμφωνίας χωρίς εν τω μεταξύ να έχουν εφοδιάσει τους τελευταίους με τις καταστάσεις του λογαριασμού τους. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν στους Ενάγοντες το αξιούμενο ποσό ισχυριζόμενοι ότι αυτό είναι υπερβολικό ενώ το οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι έχουν καταθέσει στον εν λόγω λογαριασμό έναντι των οφειλομένων, μεταξύ των ετών 1991 και 2001, ποσά ύψους Λ.Κ. 15.573 (€30.025,25) τα οποία προέρχονται από ένα γραμμάτιο, ένα βιβλιάριο καταθέσεων και μετρητά. Είναι σαφές από τα ανωτέρω καταγραφόμενα στα δικόγραφα πως τα επίδικα θέματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι (α) η σύναψη της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού, (β) η σύναψη συμφωνίας εγγυήσεως, (γ) ο τερματισμός της συμφωνίας και (δ)το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Να σημειωθεί πως κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκαν «αναδομημένες» καταστάσεις λογαριασμών με μείωση του αξιούμενου ποσού. Οι διάδικοι πρόσφεραν μαρτυρία για απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών η οποία εξετάζεται κατωτέρω. Μαρτυρία Εναγόντων Για την υπόθεση των Εναγόντων κατέθεσαν οι Γεώργιος Παπαδόπουλος (ΜΕ1), Μαρία Κουμέρα (ΜΕ2) και Αγνή Προκοπίου (ΜΕ3) η μαρτυρία των οποίων αναγράφεται κατωτέρω σφαιρικά. Οι Εναγόμενοι 1 με αίτημα τους το οποίο υποβλήθηκε μέσω του Εναγομένου 2, προς τον ΜΕ1 ζήτησαν την παραχώρηση τραπεζικής διευκόλυνσης με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού παρατραβήγματος με όριο μέχρι του ποσού των Λ.Κ.15.
  9. Το αίτημα είχε υποβληθεί τότε στο κατάστημα των Εναγόντων με αριθμό 253 το οποίο βρίσκεται στην Αγία Φύλαξη στη Λεμεσό. Το αίτημα αυτό ο ΜΕ1 προώθησε προς τον περιφερειακό διευθυντή Λεμεσού το οποίο και εγκρίθηκε. Υπογράφτηκε ακολούθως μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 2.4.1992 (Τεκμήριο 2) βάσει των όρων της οποίας θα λειτουργούσε ο τρεχούμενος λογαριασμός. Προς επίτευξη της συμφωνίας και διευκόλυνση των Εναγομένων 1, ανοίχθηκε στο κατάστημα 253 ο λογαριασμός με αριθμό 53-01-1255908-01 μετέπειτα 253-01-125590-
  10. Υποβλήθηκε στη συνέχεια προς τον ΜΕ1 νέο αίτημα από τους Εναγομένους 1, μέσω του διευθυντή τους Εναγόμενο 2, για αύξηση του ορίου παρατραβήματος σε Λ.Κ.20.000 αίτημα το οποίο και εγκρίθηκε το Νοέμβριο του
  11. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 3.11.1994 (Τεκμήριο 3) με την οποία εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 προς τους Ενάγοντες μέχρι του ποσού των Λ.Κ. 46.000 πλέον τόκους και έξοδα. Περί τα τέλη Μαρτίου του 1996 οι Εναγόμενοι 1 μέσω και πάλι του Εναγομένου 2 υπέβαλαν αίτημα προς τον ΜΕ1 για μεταφορά του λογαριασμού τους στο κατάστημα των Εναγόντων με αριθμό
  12. Ο λόγος για τον οποίο αιτείτο η μετακίνηση αυτή ήταν διότι το εν λόγω κατάστημα των Εναγόντων είχε αρχίσει τη λειτουργία στην οδό Νίκου Παττίχη και βρισκόταν απέναντι σχεδόν από τη φρουταρία που διατηρούσαν και εξακολουθούν να διατηρούν μέχρι σήμερα οι Εναγομένοι. Εγκρίθηκε και το αίτημα αυτό των Εναγομένων. Ενόψει όμως του γεγονότος της έκδοσης μεταχρονολογημένων επιταγών από τους Εναγόμενους 1 δεν ήταν δυνατή η άμεση μεταφορά του λογαριασμού από το κατάστημα 253 στο κατάστημα 255 διότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το λογισμικό σύστημα των Εναγόντων δεν είχε τη δυνατότητα όταν μεταφερόταν ένας λογαριασμός σε άλλο κατάστημα να δείχνει ότι ο λογαριασμός αυτός δεν έκλεισε. Επομένως αν μεταφερόταν άμεσα ο λογαριασμός από το ένα κατάστημα στο άλλο δεν θα μπορούσαν να τιμηθούν οι επιταγές που είχαν εκδώσει οι Εναγόμενοι 1 αφού στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή του τραπεζικού υπαλλήλου που θα πληκτρολογούσε τον αριθμό λογαριασμού του Εναγομένου 1 όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, θα εμφανιζόταν η ένδειξη ότι ο λογαριασμός είναι κλειστός και επομένως οι επιταγές θα επιστρέφονταν απλήρωτες. Για τούτο το λόγο οι Ενάγοντες άνοιξαν στις 3.4.1996 στο κατάστημα 255 «το λογαριασμό με αριθμό 55-01-1255908-01 μετέπειτα 255-01-125590-01 και τώρα 215-01-125590-01, ο οποίος είναι ο ίδιος λογαριασμός με τον λογαριασμός με αριθμό 253-01-125590-01 καθώς λειτουργεί με βάση τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 02/04/1992 και με το εγκριμένο όριο παρατραβήγματος μέχρι του ποσό των Λ.Κ.20.000.Η μοναδική διαφορά μεταξύ των δύο λογαριασμών είναι τα τρία πρώτα ψηφία τα οποία παραπέμπουν στον αριθμό καταστήματος των Εναγόντων.» Παράλληλα με το νέο λογαριασμό στο κατάστημα 255 διατηρήθηκε μέχρι τις 6.6.1996 ο λογαριασμός στο κατάστημα 253 ούτως ώστε να τιμηθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές που είχαν εκδοθεί από τους Εναγόμενους
  13. Ο ΜΕ1 ενημέρωσε τους Εναγόμενους 1 μέσω του Εναγομένου 2 για τη διαδικασία που θα ακολουθείτο γεγονός το οποίο αποδέχτηκαν. Μετά την τίμηση όλων των επιταγών των Εναγομένων 1 έκλεισε ο λογαριασμός στο κατάστημα 253 στις 6.6.1996 και την ίδια ημερομηνία το χρεωστικό υπόλοιπο του μεταφέρθηκε στο λογαριασμό του καταστήματος
  14. Συνεπεία της μη ομαλής λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού του Εναγομένου 1 και του γεγονότος ότι το χρωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού αυξανόταν χωρίς να γίνονται οι απαιτούμενες πιστώσεις στο λογαριασμό, οι Ενάγοντες αποφάσισαν τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού και προς το σκοπό αυτό αποστάληκαν από την υπηρεσία ανάκτησης επισφαλών χρεών των Εναγόντων σχετικές επιστολές τερματισμού ημερομηνίας 18.8.2000 τόσο προς τους Εναγομένους 1 όσο και στους Εναγομένους 2 και 3 (Τεκμήρια 4(α), 4(β), 4(γ). Επειδή οι Εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των εν λόγω επιστολών οι Ενάγοντες απέστειλαν νέες επιστολές ημερομηνίας 7.9.2006 (Τεκμήρια 5(α), 5(β), 5(γ)) με τις οποίες καλούσαν περαιτέρω τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά. Όλες οι καταστάσεις λογαριασμού που ετηρούντο σύμφωνα με την πρακτική της τράπεζας στους λογαριασμούς που ανοίχθηκαν προς όφελος των Εναγομένων 1 κατετέθησαν ως Τεκμήριο 9 από την ΜΕ2, Μαρία Κουμέρα. Κατέθεσε επίσης σχετικό πιστοποιητικό, Τεκμήριο 10 και 10(α) στο οποίο είναι επισυνημμένες και οι εν λόγω καταστάσεις. Η ΜΕ2 ετοίμασε αργότερα αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού ξεχωριστές για τους Εναγόμενους 1 (Τεκμήριο 11) και άλλες για τους Εναγόμενους 2 και 3 (Τεκμήριο 12). Ο λόγος όπως η ίδια ανέφερε για τον οποίο προχώρησε σ΄ αυτήν την ενέργεια είναι διότι στο Έγγραφο Εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 με τους Ενάγοντες συμφωνήθηκε ως ποσοστό τόκου το 8,50% ετησίως σε αντίθεση με την συμφωνία παραχώρησης τρεχούμενου λογαριασμού που υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 όπου ως ποσοστό τόκου συμφωνήθηκε το 9% ετησίως. Κατά την ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων έλαβε, όπως ανέφερε, υπόψη της όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις των λογαριασμών (Τεκμήριο 9). Εξηγώντας τη διαδικασία που ακολούθησε ανέφερε τα εξής «Έχοντας πάντα κατά νου τις συναλλαγές των λογαριασμών και διερχόμενη αυτές μία προς μία αφαίρεσα όλες τις χρεώσεις τις οποίες οι Ενάγοντες, μετά από νομική συμβουλή, αποφάσισαν ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία καθώς και την νομολογία δεν δικαιούνται. Επίσης, πάντοτε λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές των λογαριασμών και αφού και πάλι διήλθα μία προς μία τις συναλλαγές άρχισα την ετοιμασία αναθεωρημένης κατάστασης του λογαριασμού με αριθμό 253-01-125590-01 από την 6.4.1992 και του λογαριασμού με αριθμό 215-01-125590-01 από την 3.4.1996, ημερομηνίες κατά τις οποίες ξεκίνησε η λειτουργία των εν λόγω λογαριασμών. Όπως φαίνεται στις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών για τους Εναγόμενους 1 το επιτόκιο που έχω χρησιμοποιήσει είναι 9% από την 6.4.1992 μέχρι την 31.8.1994, 8.50% από την 1.9.1994 μέχρι την 17.7.1997, 8% από την 18.7.1997 μέχρι την 18.11.1998 και από την 19.11.1998 μέχρι σήμερα 9% ετησίως, ενώ η διαφορά στις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών για τους Εναγόμενους 2 και 3 είναι ότι χρησιμοποίησα επιτόκιο προς 8,50% και για την περίοδο 6.4.1992 μέχρι 31.8.
  15. Η χρέωση του τόκου στις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού γίνεται την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Περαιτέρω την 31.12.2007, μετέτρεψα το υπόλοιπο που παρουσίαζε ο λογαριασμός με αριθμό 215-01-125590-01 από Λίρες Κύπρου (Λ.Κ.) σε Ευρώ (€).» Σύμφωνα με την ίδια μάρτυρα ενόψει των αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμού το ποσό που οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγομένους 1 είναι μικρότερο από το αναγραφόμενο στην Έκθεση Απαιτήσεως και είναι αυτό των €69.923,53 (Λ.Κ. 40.924,42) πλέον τόκους προς 9% ετησίως από την 1.8.08 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €37.245,32 (Λ.Κ. 21.798,72) και από τους Εναγόμενους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους Εναγόμενους 1 είναι €68.526,70 (Λ.Κ.40.106,90) πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €36.494,49 (Λ.Κ. 21.359,28) από 1.8.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής. Εκ μέρους της ΜΕ2 κατατέθηκε κατά την αντεξέταση της μετά από αίτημα του Εναγομένου 2, κατάσταση με τις «αυθαίρετες χρεώσεις» και επιβαρύνσεις τις οποίες είναι αφαιρέσει (Τεκμήριο 13). Ακολούθησε έλεγχος των αναθεωρημένων καταστάσεων από την ΜΕ3, Αγνή Προκοπίου, η οποία από το 2006 κατέχει τη θέση της λειτουργού στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών. Ο έλεγχος αφορούσε κυρίως το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεώνετο ο επίδικος λογαριασμός. Ελέγχθηκε επίσης αν αφαιρέθηκαν όλα τα ποσά τα οποία μετά από νομική συμβουλή και σύμφωνα με τη νομοθεσία, τη νομολογία, το τεκμήριο 2 και το τεκμήριο 3 δεν θα έπρεπε να χρεωθούν στον επίδικο λογαριασμό των Εναγομένων
  16. Αφού περατώθηκε ο έλεγχος οι αναθεωρημένοι λογαριασμοί παραδόθηκαν προς τους Εναγόμενους από τον υπάλληλο των Εναγόντων Π. Γαβριηλίδη τον Δεκέμβριο του 2006, με μια συνοδευτική επιστολή, Τεκμήριο
  17. Οι εν λόγω αναθεωρημένες καταστάσεις στάλθηκαν και περί τα τέλη Αυγούστου του έτους 2008 στους δικηγόρους των Εναγόντων προκειμένου να δοθούν εκ νέου στους Εναγομένους και όντως παραδόθηκαν στον τότε δικηγόρο των Εναγομένων. Η ΜΕ3 ενόψει της παρουσίας της στο Δικαστήριο, προτού δώσει τη μαρτυρία της, έλεγξε εκ νέου τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμού και διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής δεν αφαιρέθηκαν ορισμένα ποσά που αφορούν έξοδα επιστραφέντων επιταγών και αμοιβές εντολής μη πληρωμής επιταγής τα οποία και συμποσούνται στο ποσό των €230.
  18. Ανέφερε με λεπτομέρεια τα ποσά τα οποία αφαίρεσε και κατέληξε ότι το ποσό των €230.66 πλέον οι αναλογούντες τόκοι επί του ποσού αυτού που συμποσούνται στο ποσό των €461.32 έπρεπε να αφαιρεθεί και το αφαίρεσε από το τελικό ποσό της απαίτησης των Εναγόντων το οποίο πλέον διαμορφώνεται ως εξής: εναντίον των Εναγομένων 1 στο ποσό των €69.462,21 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.8.2008 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €37.014,66 και από τους Εναγόμενους 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους Εναγόμενους 1 το ποσό των €68.065,38 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €36.263,83 από 1.8.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της παρούσας αγωγής. Αξίζει να σημειωθεί ότι την αντεξέταση του ΜΕ1 και το μέγιστο μέρος της αντεξέτασης της ΜΕ2 χειρίστηκε προσωπικά ο Εναγόμενος 2 ο οποίος μετά από αποχώρηση του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Εναγόμενους, χειριζόταν μόνος του την υπόθεση. Το κυριότερο μέρος της αντεξέτασης τόσο από τον Εναγόμενο 2 όσο και από το νέο δικηγόρο του εστιάστηκε στις χρεώσεις που εγίνοντο στο λογαριασμό και στον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου. Μαρτυρία Εναγομένων Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσε ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1) ο οποίος είναι και διευθυντής της Εναγομένης 1 εταιρείας. Αναφερόμενος στην επίδικη συμφωνία της οποίας την υπογραφή αποδέχτηκε συμπλήρωσε ότι υπήρχαν οι εξής όροι: «(α) Να ανοιχτεί τρεχούμενος λογαριασμός στην Εταιρεία Πανέρι Λτδ με τον αριθμό 53-01-1255908-01 με όριο 15.000 Λ.Κ. στο κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στην Αγ. Φυλάξεως στην Λεμεσό. (β) Για εξασφάλιση αυτού του ορίου των 15.000 Λ.Κ. να καταθέσω εγώ ο ίδιος από προσωπικά μου λεφτά το χρηματικό ποσό της τάξεως των 10.000 Λ.Κ. τα οποία θα ήταν ως εγγύηση προς τον τρεχούμενο λογαριασμό που θα δινόταν στην Εταιρεία Φρουταρία το Πανέρι Λτδ. Το γραμμάτιο που έγινε στις 3.4.1992 ήταν χρονιαίο και έληγε στις 31/12 εκάστου έτους και κάθε τέλος του χρόνου το επιτόκιο του γραμματίου επροσθέτετο στο εκάστοτε υπόλοιπο του γραμματίου. Από το 1992 μέχρι και τις 5.4.2000 το ποσό του γραμματίου ανήλθε στις Λ.Κ: 12.735,83.» Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 ότι όταν στις 7.4.1992 που άρχισε η συνεργασία του με τους Ενάγοντες, είχε μηδενικό υπόλοιπο στον τρεχούμενο λογαριασμό και στις 5.5.1998 το χρεωστικό υπόλοιπο των Εναγομένων ανερχόταν στις Λ.Κ. 29.696,
  19. Μετά από αυτή την ημερομηνία ουδεμία επιταγή των Εναγομένων ετιμήθηκε και καμία άλλη συναλλαγή έγινε με τους Ενάγοντες πλην των καταθέσεων που οι Εναγόμενοι 1 προέβαιναν στο λογαριασμό τους. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι πέραν των επιταγών και των καταθέσεων που υπήρχαν στις καταστάσεις λογαριασμών που οι Ενάγοντες τους απέστελναν κάθε μήνα, περιλαμβάνονταν και αρκετά άλλα ποσά χρεωμένα στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εναγόμενης
  20. Επανειλημμένως αποτάθηκαν στους διευθυντές των καταστημάτων Αγίας Φυλάξεως και Νίκου Παττίχη, κ.κ. Παπαδόπουλο και Παλάοντα αντίστοιχα και τους εξέφρασαν τα παράπονα τους για όλες αυτές τις χρεώσεις και προέβαλλαν πάντοτε τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες δεν εδικαιούνταν να προβαίνουν σ΄ αυτές τις χρεώσεις και επιβαρύνσεις. Αμφότεροι όμως οι διευθυντές και των δύο καταστημάτων του έλεγαν ότι δικαιούνταν βάσει της νομοθεσίας να προβαίνουν στις χρεώσεις αυτές. Ο ίδιος ο ΜΥ1 λόγω της καθημερινής του συναλλαγής και επίσκεψης στο κατάστημα είχε αναπτύξει φιλική σχέση με τους εν λόγω διευθυντές και είχε δείξει εμπιστοσύνη στα πρόσωπα τους. Όταν όμως πληροφορήθηκε ότι οι χρεώσεις στις οποίες προέβαιναν οι Ενάγοντες δεν ήταν νόμιμες αναγκάστηκε να σταματήσει τη συναλλαγή των Εναγομένων με τους Ενάγοντες και τη λειτουργία του λογαριασμού τους λόγω ακριβώς των αυθαίρετων χρεώσεων και υπερτοκισμό. Ο ίδιος ο ΜΥ1 επανειλημμένα από τον Ιούνιο του 1998 μέχρι και το τέλος του 1999 επιζητούσε τις καταστάσεις λογαριασμών με αφαιρεμένες τις αυθαίρετες χρεώσεις με σκοπό και πρόθεση να πληρώσει οποιοδήποτε τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο προέκυπτε και να του επιστραφεί το γραμμάτιο και τα χρήματα των δύο βιβλιαρίων καταθέσεων. Αποτελεί ισχυρισμό του ότι το βιβλιάριο το οποίο είχε υπόλοιπο Λ.Κ.2.660 παρά τις προσπάθειες που έχει καταβάλει δεν εντοπίστηκε μέχρι τώρα και εξακολουθεί να διερευνά τον εντοπισμό του. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του μάρτυρα ότι ουδέποτε οι Ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία με την Εναγόμενη 1 ούτε και απέστειλαν οποιαδήποτε επιστολή προς αυτήν. Αντίθετα οι επιστολές ημερομηνίας 18.8.2000 και 7.9.2006 στάλησαν προς τον ίδιο προσωπικά και σαν εγγυητής της Εναγόμενης 1 γι΄αυτό θεωρεί τον εν λόγω τερματισμό παράνομο και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του μάρτυρα οι Ενάγοντες εισέπραξαν στις 23.12.99 το ποσό των Λ.Κ. 12.735,36 και από τα βιβλιάρια καταθέσεων του τα ποσά των Λ.Κ.2.660 και Λ.Κ.136.65 δηλαδή σύνολο Λ.Κ.14.164,89 ενώ το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγόμενης 1 στις 5.5.98 ήταν Λ.Κ. 29.696,
  21. Κατά «περίεργο», όπως τον χαρακτηρίζει ο ΜΥ1, τρόπο αντί το χρεωστικό υπόλοιπο της Εναγομένης 1 να έχει μειωθεί αφού είχε αφαιρεθεί το ποσό του γραμματίου και των δύο βιβλιαρίων καταθέσεων, αντίθετα στις 18.8.2000 αυξήθηκε στο ποσό των Λ.Κ.33.554,
  22. Αποτελεί θέση του ΜΥ1 ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τους Ενάγοντες να του αποστείλουν καταστάσεις λογαριασμών, αυτοί αμελούσαν να το πράξουν παρά την παρέλευση 6 και πλέον χρόνων. Όταν επιτέλους μετά από παρέμβαση κάποιου υπαλλήλου των Εναγόντων και των συνεχών οχλήσεων του Εναγομένου 2 (ΜΥ1) του απέστειλαν τις καταστάσεις λογαριασμού από τις οποίες είχαν αφαιρεθεί οι αυθαίρετες χρεώσεις και υπερτοκισμός και άρχισε να διενεργεί έλεγχο των καταστάσεων αυτών διαπίστωσε ότι αυτές ήσαν ελλιπείς και απουσίαζαν καταστάσεις λογαριασμών με αφαιρεμένες τις χρεώσεις για την περίοδο από 7.4.92 μέχρι 30.6.96 κατά τις οποίες διατηρούσε το κατάστημα της Ενάγουσας επί της Αγίας Φυλάξεως. Ο αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας, κ. Γαβριηλίδης, στον οποίο εξέφρασε το παράπονο του τον παρέπεμψε να επικοινωνήσει με την κα Ιωαννίδου υπάλληλο της Ενάγουσας στη Λευκωσία, πράγμα το οποίο και έκανε. Εν τέλει παρέλαβε καταστάσεις λογαριασμού με αφαιρεμένες τις αυθαίρετες χρεώσεις και υπερτοκισμούς τον Ιούλιο του 2010 και από τότε άρχισε και συνεχίζει μαζί με το λογιστή του να διενεργεί έλεγχο για τη διαπίστωση της αλήθειας. Από τον έλεγχο αυτό διαπίστωσαν ότι πέραν των αυθαίρετων χρεώσεων που έχει παρουσιάσει η ΜΕ2 στο Τεκμήριο 13 έγιναν άλλες 350 περίπου αυθαίρετες χρεώσεις ανερχόμενες συνολικά στο ποσό των Λ.Κ. 86.000 οι οποίες και θα πρέπει να αφαιρεθούν. Είναι η γνώμη του μάρτυρα ότι κάθε αυθαίρετη χρέωση έπρεπε να αφαιρείται από το ημερήσιο εκάστοτε υπόλοιπο ώστε με αυτό τον τρόπο να γνωρίζουν ποιο είναι το ακριβές ποσό που οφείλουν οι Ενάγοντες προς τους Εναγομένους με αφαιρεμένες όλες τις αυθαίρετες χρεώσεις και υπερτοκισμούς. Ήταν, εν κατακλείδι, η θέση του ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό οφείλουν στους Ενάγοντες αλλά αντίθετα οι Ενάγοντες οφείλουν σ΄αυτούς και επεφύλαξε το δικαίωμα τους να καταχωρήσουν εναντίον των Εναγόντων αγωγή διεκδικώντας όλα τα οφειλόμενα σ΄ αυτούς ποσά. Ο Δημήτρης Δημητρίου (ΜΥ2) είναι λογιστής και είναι το άτομο στο οποίο οι Εναγόμενοι ανέθεσαν το 2010 τον έλεγχο των καταστάσεων λογαριασμών των Εναγομένων . Συγκεκριμένα των Τεκμηρίων 9 και 10(α). Παρέλαβε από τον ΜΥ1 αντίγραφο του Τεκμηρίου 13 το οποίο και μελέτησε και είναι η θέση του ότι στις αυθαίρετες αυτές χρεώσεις που αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 θα πρέπει να προστεθούν και οι αναλογούντες τόκοι όπως έγινε και στην περίπτωση της δήλωσης της κας Αγνής Προκοπίου (ΜΕ3). Διαπίστωσε από τον έλεγχο που έκανε ότι οι Ενάγοντες δεν προέβηκαν στην αφαίρεση των αυθαίρετων και παράνομων επιβαρύνσεων λαμβάνοντας υπόψη το εκάστοτε ημερήσιο υπόλοιπο αλλά αφαίρεσαν το ποσό των Λ.Κ. 25.790,54 από το συνολικά υποτιθέμενο χρεωστικό υπόλοιπο των Εναγομένων. Πέραν των χρεώσεων τα οποία παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 13 εντόπισε ο ίδιος και άλλες αυθαίρετες χρεώσεις όμως ο έλεγχος που διενεργεί είναι ημιτελής και δεν έχει φθάσει στα τελικά αποτελέσματα μέχρι τις 5.4.95 λόγω του ότι υπολείπονται οι τόκοι για την περίοδο αυτή. Βασιζόμενος στον έλεγχο τον οποίο είχε μέχρι την παρουσία του στο Δικαστήριο, διενεργήσει και αφαιρώντας όλες τις αυθαίρετες χρεώσεις από το εκάστοτε ημερήσιο υπόλοιπο που αφορά την περίοδο από 7.4.92 μέχρι τις 5.4.95 έχει φθάσει στο ποσό των €113.317 με πιστωτικό υπόλοιπο. Διαπίστωσε επίσης ότι μετά τις 5.5.98 οι Εναγόμενοι εξακολουθούσαν σε τακτά χρονικά διαστήματα να κάνουν 18 καταθέσεις των Λ.Κ.100 η κάθε μια δηλαδή κατέθεσαν συνολικά Λ.Κ1800 (€3.075,48). Αφού ο μάρτυρας προέβη σε διάφορες εκτιμήσεις, προσθέσεις και αφαιρέσεις κατέληξε ότι υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο προς όφελος των Εναγομένων στις 5.5.98 ύψους Λ.Κ 7.809,
  23. Τελειώνοντας εξέφρασε την ελπίδα ότι στους προσεχείς μήνες θα μπορέσει να ολοκληρώσει τον έλεγχο που ήδη ξεκίνησε. Αυτή ήταν η δοθείσα υπό και εκ μέρους των μερών μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους κάλεσαν το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη δοθείσα για το διάδικο που εκπροσωπούσαν, μαρτυρία και ανέπτυξαν με επιχειρηματολογία τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ιδιαίτερη μνεία των θέσεων των συνηγόρων γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση Προτού προβεί το Δικαστήριο στην εξέταση των επιδίκων θεμάτων θα πρέπει να γίνει η αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες να καταθέτουν και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω ενδιατρίψει στην προφορική όσο και γραπτή μαρτυρία και τεκμήρια και συγκρίνει τη δοθείσα μαρτυρία με τις δικογραφημένες θέσεις. Από τη μαρτυρία των Εναγόντων έχει αμφισβητηθεί από το συνήγορο των Εναγομένων αυτή της ΜΕ2 τη μαρτυρία της οποίας χαρακτηρίζει ανεπαρκή, αόριστη και χωρίς καμία συνοχή. Αποτελεί γεγονός ότι η ρηθείσα μάρτυς σε μερικές, (πολύ λίγες σε σχέση με τo συνολικό αριθμό) από τις ερωτήσεις τόσο του Εναγόμενου προσωπικά όσο και αργότερα του συνηγόρου του, όταν αυτός ανέλαβε την εκπροσώπηση τους, απαντούσε ότι δεν ήξερε ή δεν γνώριζε τι εκπροσωπούσαν ορισμένοι αριθμοί. Απ΄ ό,τι διεφάνη από τη μελέτη της μαρτυρίας της δεν ήταν σε θέση κυρίως να απαντήσει για ορισμένες χρεώσεις που παρουσιάζονταν στο Τεκμήριο 9 και περιγράφονταν στην στήλη «Λεπτομέρειες» με τις συντομογραφίες RET, RTN, REI, ADJ, B.S και DEBIT. ADV. Αν η μαρτυρία της ΜΕ2 ήταν η μοναδική προσφερθείσα, από τους Ενάγοντες, μαρτυρία και ήταν η μόνη μάρτυρας που είχε σχέση με το λογαριασμό τότε ενδεχομένως να ήταν επισφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία της. Όμως θα πρέπει να ιδωθεί η δική της κατάθεση σε σχέση με το έργο και τις ενέργειες στις οποίες η ίδια προέβη για το συγκεκριμένο λογαριασμό. Το έργο της μάρτυρας αυτής ήταν συγκεκριμένο και σε προσδιορισμένα πλαίσια και οδηγίες από την υπηρεσία ανάκτησης χρεών της τράπεζας. Καθήκον της ήταν η ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε αφού έλαβε τις καταστάσεις λογαριασμών που ήδη είχαν ετοιμασθεί από τους Ενάγοντες και επεξήγησε τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε. Συνεπώς δεν αναμενόταν από τη μάρτυρα αυτή να γνωρίζει όλες τις χρεώσεις ή τι αυτές εκπροσωπούσαν. Υπέστη όμως αρκετή και επίμονη αντεξέταση και προέβη σε σύγκριση των πλείστων χρεώσεων που εμφανίζονται στο Τεκμήριο 11 με αυτές που καταγράφονται στο Τεκμήριο
  24. Περαιτέρω στοιχεία για τη μαρτυρία της θα δοθούν όταν εξετάζεται το θέμα του ύψους του επίδικου λογαριασμού. Αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος δεν έχει αμφισβητηθεί ουσιωδώς και η μαρτυρία του οποίου υπήρξε σαφής και ειλικρινής. Παρά την έντονη αντεξέταση που υπέστη η ΜΕ3 η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από σαφήνεια, συνοχή και λεπτομερή περιγραφή και συνεπώς γίνεται καθόλα αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή προέβη επίσης σε επεξήγηση των αναφορών με τους κωδικούς, τους οποίους η ΜΕ2 αγνοούσε. Ο ΜΥ2, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη την εργασία του. Βασίσθηκε σε ορισμένα από τα έγγραφα και τεκμήρια που κατατέθεισαν παραδεχόμενος ότι δεν είχε υπόψη του τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών, τεκμήρια 11 και 12 και ότι δεν είχε λάβει υπόψη του την αφαίρεση των τόκων. Η μαρτυρία του ΜΥ1, Εναγομένου 2, στόχευε κυρίως να πλήξει την υπόθεση των Εναγόντων σε σχέση κυρίως με το ύψος του αξιωμένου ποσού. Στην προσπάθεια του αυτή δεν δίστασε να μειώνει τους μάρτυρες των Εναγόντων, να παρεμβαίνει συνεχώς στη διαδικασία αναφερόμενος υποτιμητικά ακόμη και για το συνήγορο των Εναγόντων (ο οποίος επέδειξε υποδειγματική ευγένεια και υπομονή) με αποτέλεσμα να αναγκάζει το Δικαστήριο να παρεμβαίνει για να τον επαναφέρει σε κόσμια συμπεριφορά. Βέβαια αυτά αναφορικά με τη συμπεριφορά του. Ανάλογη όμως υπήρξε και η μαρτυρία του. Αρκετές θέσεις έρχονταν σε σύγκρουση με το δικόγραφο της υπεράσπισης ή ετίθοντο για πρώτη φορά στη μαρτυρία του χωρίς να έχουν υποβληθεί ως θέσεις κατά την αντεξέταση των μαρτύρων. Οι αναφορές του τις περισσότερες φορές ήταν αόριστες κυρίως για τις αναφερόμενες 350 αυθαίρετες χρεώσεις συμποσούμενες σε Λ.Κ.86.000 για απόδειξη των οποίων παρέπεμπε στον έλεγχο που διενεργούσε ο ΜΥ2, ο οποίος όμως όπως ανωτέρω αναφέρθηκε δεν τα επιβεβαίωσε. Οι αναφορές του ότι (α) είχε αποταθεί επανειλημμένα στους διευθυντές των καταστημάτων των Εναγόντων για να πάρει αναθεωρημένους λογαριασμούς ή ότι έχει χαθεί κάποιο βιβλιάριο καταθέσεων το οποίο εξακολουθεί να διερευνά, (β) ότι από τον Ιούνιο του 1998 μέχρι και το τέλος του 1999 είχε αποταθεί στους διευθυντές του καταστήματος Νίκου Παττίχη και ζητούσε τις καταστάσεις λογαριασμού με πρόθεση να αποπληρώσει οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο προέκυπτε αφού αφαιρούνταν οι αυθαίρετες χρεώσεις και ότι ζητούσε να του επιστραφεί το γραμμάτιο των Λ.Κ.10.000 και τα χρήματα δύο βιβλιαρίων καταθέσεων εκ των οποίων το ένα με υπόλοιπο Λ.Κ.2.660 δεν εντοπίστηκε μέχρι τώρα και εξακολουθεί να διερευνά τον εντοπισμό του και (γ) ότι ο ίδιος προσωπικά ανέφερε στον κ. Γαβριηλίδη ότι καταστάσεις λογαριασμών που του έχουν αποστείλει ήσαν ελλιπείς και τον παρέπεμψαν να επικοινωνήσει με την κα Ιωαννίδου στη Λευκωσία με την οποία και επικοινώνησε και η τελευταία τον διαβεβαίωσε ότι θα του στείλει νέες πλήρεις καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες τελικά παρέλαβε το 2010 κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και εξακολουθεί μαζί με το λογιστή του να διενεργεί έλεγχο για διαπίστωση της αλήθειας δεν είχαν τεθεί κατά την αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων ούτως ώστε να δοθεί ευκαιρία στους τελευταίους να τους απαντήσουν και είτε να τους επιβεβαιώσουν, είτε να τους αντικρούσουν. Η παράλειψη αυτή του Εναγομένου έρχεται σε σύγκρουση με τη νομολογημένη αρχή η οποία θέτει «δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα Δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» (Δέστε Πολιτικές Εφέσεις 8266 και 8530 Frederickou School Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002 1Γ Α.Α.Δ 1527). Έχοντας προβεί στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με την οποία γίνεται αποδεκτή η προσφερθείσα από τους Ενάγοντες, προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα τα οποία αφορούν το κάθε επίδικο θέμα ξεχωριστά. Σύναψη συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού-Σύναψη συμφωνίας εγγυήσεως Κρίνεται πως και τα δύο αυτά θέματα μπορούν να εξεταστούν μαζί. Η απόδειξη της σύναψης της συμφωνίας τρεχούμενου λογαριασμού και η σύναψη της συμφωνίας εγγυήσεως έχει αποδειχθεί με τη μαρτυρία του ΜΕ1 και την κατάθεση των Τεκμηρίων 2 και
  25. Υπενθυμίζεται ότι για τα θέματα τούτα ο ΜΕ1 δεν έχει αντεξεταστεί ούτε αμφισβητηθεί. Αντίθετα, κατά την αντεξέταση του, θεωρήθηκε ως δεδομένη η σύναψη των συμφωνιών αυτών δυνάμει των οποίων λειτούργησε ο επίδικος λογαριασμός και παραχωρήθησαν οι τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους Εναγομένους
  26. Εξάλλου από το δικόγραφο της εκθέσεως υπεράσπισης, παρά το ότι δεν υπάρχει ρητή παραδοχή των συμφωνιών αυτών δεν υπάρχει αμφισβήτηση τους αλλά αποδοχή υπογραφής «κάποιων» συμφωνιών οι οποίες και τελικά απεδείχθησαν με τα Τεκμήρια 2 και
  27. Τερματισμός της συμφωνίας-Απαιτητό του αξιούμενου ποσού Για να καταστεί ένα ποσό απαιτητόν και να είναι δυνατή η διεκδίκηση του θα πρέπει να προηγηθεί τερματισμός της σχετικής συμφωνίας ή λογαριασμού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη

(1999)1 Α.Α.Δ 1466). Η προϋπόθεση όμως αυτή δεν είναι ασύνδετη με τους όρους της συμφωνίας που διέπουν τις μεταξύ των μερών σχέσεις. Σχετικός επί του θέματος είναι ο όρος 3 του Τεκμηρίου 2 ο οποίος προνοεί πως: «Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον πελάτην να τερματίση την λειτουργίαν οιουδήποτε λογαριασμού και/ή καταστήση απαιτητόν ή απαιτητά οιονδήποτε δάνειον και/ή πίστωσιν και/ή άλλας Τραπεζικάς ή πιστωτικάς διευκολύνσεις γενομένας ή γενησομένας προς τον πελάτην και ζητήση αμέσως παρά του πελάτου την πληρωμήν όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει εις την Τράπεζαν συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμηθείας και οιουδήποτε άλλου οφειλομένου ποσού εν σχέσει προς οιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνας.» Παρά τη δήλωση του Εναγόμενου 2, ΜΥ1, κατά την κυρίως εξέταση του ότι δεν έγινε τερματισμός της συμφωνίας και παρά τη σχετική αναφορά και επιχειρηματολογία του συνηγόρου του κατά την αγόρευση του, που υποστηρίζει την ίδια θέση, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους εξής λόγους. (α) Το δικόγραφο της εκθέσεως υπερασπίσεως ενώ αρχικά απορρίπτει με γενικό τρόπο την παράγραφο 10 της εκθέσεως απαιτήσεως των Εναγόντων στην οποία γίνεται αναφορά σε τερματισμό της συμφωνίας αλλά και αύξηση του επιτοκίου και κεφαλαιοποίηση του τόκου στην αμέσως επόμενη παράγραφο του ιδίου δικογράφου αναφέρεται το εξής (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «14. Περαιτέρω και άνευ βλάβης των πιο πάνω αναφερομένων οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: (α) Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 18.8.2000 πληροφορούσαν τους Εναγόμενους περί του τερματισμού της συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως προβούν στην εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου των που ανερχόταν σε Λ.Κ.33.554,02 - (€51330.45).» (β) Τα Τεκμήρια 4(α)-(γ) αλλά και τα Τεκμήρια 5 τα οποία κατάθεσε ο ΜΕ1 είναι αποκαλυπτικά της ενέργειας των Εναγόντων με την οποία τερματίζουν τη συμφωνία και τον επίδικο λογαριασμό. Οι επιστολές αυτές έχουν αποσταλεί και έχουν ως αποδέχτες τόσο την Εναγομένη 1, ξεχωριστά, όσο και τους Εναγομένους 2 και 3 υπό την ιδιότητα των εγγυητών, και όχι μόνο τον Εναγόμενο 2 όπως ο ίδιος ανέφερε κατά τη μαρτυρία του. (γ) Όταν κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 2 του υπεδείχθη το Τεκμήριο 4 ρητά παραδέχθηκε ότι είναι η επιστολή τερματισμού. Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων Lombard (ανωτέρω). Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Στη Savvides v. Christofiides
(1978)1 C.L.R. 303 διαπιστώνεται ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο γιατί η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του, καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Μπορεί όμως όπως αναγνωρίζεται και στη Savvides (ανωτέρω) τα μέρη να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από τον δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτηση του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα τους χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησης του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Stimpson v. Smith
(1999)2 All. E.R.
  1. Ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφαση του «. the time from which the liability can be enforced".. (Lombard (ανωτέρω)). Και στην κρινόμενη υπόθεση, όρος 2 της συμφωνίας τεκμήριο 3 μεταξύ των μερών προνοεί: «Εγώ ο κάτωθεν υπογεγραμμένος δια της παρούσης εγγυώμαι απάσας τας υποχρεώσεις τους πρωτοφειλέτου προς την τράπεζαν, είτε αι υποχρεώσεις αυται είναι παρούσαι ή μελλοντικαί, είτε αυταί κατέστησαν ή ενδέχεται να καταστώσιν απαιτηταί, είτε αυται είναι προσωπικαί ή κοιναί μεθ΄ οίουδήποτε άλλου προσώπου ή προσώπων και είτε είναι άμεσοι ή έμμεσοι, αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς υμάς άμα τη ζητήσει οιονδήποτε ποσόν χρημάτων ήθελε καταστή πληρωτέον είς υμάς εν σχέσει με τας ρηθείσας υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτου ή οιανδήποτε τούτων, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων» Κρίνεται συνεπώς πως υπήρξε τερματισμός της επίδικης συμφωνίας Τεκμήριο 2 και κατ΄ ακολουθίαν του τρεχούμενου λογαριασμού και των πιστωτικών διευκολύνσεων και συνακόλουθα το χρέος κατέστη απαιτητό τόσο εναντίον των Εναγομένων 1 όσο και εναντίον των Εναγομένων 2 και
  2. Ύψος αξιούμενου ποσού Το υπόλοιπο χρεωστικό υπήρξε το πλέον επίμαχο επίδικο θέμα και ο άξονας γύρω από τον οποίο περιεστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασης και η επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κατέθεσαν τα Τεκμήρια 11 και 12 τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού απετέλεσε καίριο επιχείρημα των Εναγομένων το οποίο χρησιμοποίησαν για να πλήξουν την αξιοπιστία των Εναγόντων χαρακτηρίζοντας το ως ανακολουθία στις θέσεις και στους υπολογισμούς τους. Η τακτική να κατατίθενται αναδομημένοι και αναθεωρημένοι λογαριασμοί από μόνη της δεν πλήττει ούτε την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά ούτε και την υπόθεση των Εναγόντων. Η τακτική αυτή ακολουθείται κατά την ακρόαση ή και την απόδειξη υπόθεσης με σκοπό να διαφανεί το πραγματικά οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην υπόθεση Γ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ. Πολ. Έφεση 21/2008 ημερ. 14.7.2010, λέχθηκαν τα εξής: «Ο εφεσείων παραπονείται ότι το δικαστήριο για να διαμορφώσει τα πιο πάνω ποσά, έλαβε υπόψη την αναδομημένη κατάσταση, Τεκμήριο 35, η οποία όχι μόνο ήταν εκτός δικογράφων, αλλά ούτε καν είχε αποδειχθεί ενώπιον του δικαστηρίου. Ο Εφεσείων θεωρεί την όλη απαίτηση της Τράπεζας, όπως τελικά διαμορφώθηκε μέσα από 4 αναδομημένους λογαριασμούς, ως «αβέβαιη και ατεκμηρίωτη» και ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τη συνεχή διαφοροποίηση των λογαριασμών που παρουσίασε η τράπεζα. Οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν. Δεν συμφωνούμε με το δικηγόρο του Εφεσείοντος, ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση ήταν εκτός δικογράφων. Εκείνο που συνέβη, ήταν ότι μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, η τράπεζα έκρινε, μετά από αναδόμηση των λογαριασμών, ότι θα έπρεπε να διαμορφώσει το ποσό της απαίτησης προς τα κάτω. Δεν βλέπουμε γιατί αυτή η ενέργεια θα πρέπει να θεωρηθεί εκτός δικογράφων. Αυτός ακριβώς είναι ένας από τους σκοπούς των δικογράφων:- τα μέρη αφού αντιπαραβάλλουν τους ισχυρισμούς τους, διαμορφώνουν τις θέσεις τους με απώτερο πάντα σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Πέραν τούτου, τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του δικαστηρίου, με μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση, τα δικόγραφα καλύπτουν πλήρως την επίδικη διαφορά. Το δικαστήριο είχε την εξουσία, ανάλογα με τη μαρτυρία που αποδέχθηκε, να διαφοροποιήσει προς τα κάτω τα ποσά για τα οποία θα εξέδιδε απόφαση. Ούτε με την καταχώρηση αναδομημένων λογαριασμών δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Δεν διαπιστώνουμε να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ασάφεια.» Από την όλη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο δεν διεφάνη να γίνονται χρεώσεις εις βάρος των Εναγομένων για ποσά ανύπαρκτα ή να μην πιστώνονται πληρωτέα από αυτούς ποσά. Η αφαίρεση των ποσών που έγινε αφορούσε επιτόκια πέραν των συμφωνημένων και χρεώσεις για έκδοση βιβλιαρίων επιταγών, εντολές μη πληρωμής, επιστροφή επιταγών, μελέτη εγγράφων κλπ. Αφορούσε δηλαδή χρεώσεις των Εναγόντων για υπηρεσίες που πρόσφεραν. Αναφορικά με τον ισχυρισμό, παράπονο και θέση των Εναγομένων ότι ποσά των γραμματίων και των βιβλιαρίων καταθέσεων του δεν πιστώθηκαν από τους Εναγόμενους αυτός ανατράπηκε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 (Εναγομένου 2) όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 10 Α, σελ. 25 καθιστώντας έτσι τον ισχυρισμό αυτό αβάσιμο και απορριπτέο. Συγκεκριμένα κατάθεση ποσού Λ.Κ.13236,60 πλέον τόκους οι οποίοι συμποσούνται στο συνολικό ποσό των Λ.Κ.15573 και το οποίο είναι μεγαλύτερο του ποσού του γραμματίου. Η κατάθεση του ποσού αυτού υποδείχθηκε και από την ΜΕ2 με αναφορά και πάλι στο Τεκμήριο 10 Α. Για το θέμα τούτο δεν υπήρξε αντεξέταση και αμφισβήτηση της ΜΕ
  3. Τα τεκμήρια 9 και 10 και οι αναδομημένοι λογαριασμοί, τεκμήρια 11 και 12, περιέχουν και περιλαμβάνουν όλες, μια προς μια, τις χρεωπιστώσεις του λογαριασμού των Εναγομένων 1 καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας του και συνεργασίας του με τους Ενάγοντες. Ο τρόπος ετοιμασίας των λογαριασμών και χρέωσης των Εναγομένων 1 έχει αναλυτικά και διεξοδικά επεξηγηθεί από τους μάρτυρες των Εναγόντων και αποτελούν επαρκή απόδειξη. Οι Ενάγοντες τηρούν τραπεζικό βιβλίο τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή και στο εν λόγω βιβλίο περιέχονται όλες οι συναλλαγές και πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς των πελατών των Εναγόντων συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού των Εναγομένων
  4. Οι πιο πάνω αναφερόμενες καταχωρήσεις έγιναν και γίνονται κατά την κανονική και συνήθη διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων, δηλαδή κατά τον χρόνο που ο εκάστοτε πελάτης ή αντιπρόσωπος του παρουσιάζεται σε οποιοδήποτε από τα καταστήματα που διατηρούν οι Ενάγοντες για να διεκπεραιώσει οποιαδήποτε τραπεζική συναλλαγή. Η διεκπεραίωση της συναλλαγής γίνεται ενώπιον του πελάτη ή αντιπροσώπου αυτού. Κατά την λήξη της ημέρας γίνεται έλεγχος από τους ταμίες του καταστήματος, στην παρουσία του προϊσταμένου του καταστήματος, των καταχωρήσεων που έγιναν κατά την διάρκεια της ημέρας, δηλαδή γίνεται έλεγχος των μετρητών και των επιταγών που βρίσκονται στο ταμείο σε σχέση με τις χρεοπιστώσεις που καταχωρήθηκαν στο μηχανογραφικό σύστημα. Το ταμείο κλείνει μόνον όταν επιβεβαιωθεί η ορθότητα των συναλλαγών που έγιναν κατά τη διάρκεια της ημέρας. Οι αναδομημένοι λογαριασμοί (Τεκμήρια 11 και 12) δημιουργήθηκαν, λαμβάνοντας και πάλιν υπόψη όλες τις χρεωπιστώσεις των συναλλαγών των Εναγομένων 1 με τους Ενάγοντες που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 9 αφού αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις ανατοκισμού και όσες αφορούσαν αμοιβές και προμήθειες των Εναγόντων. Αποτελεί θέση των Εναγομένων πως υπήρξε λανθασμένος ο τρόπος δημιουργίας των αναδομημένων λογαριασμών και πως ο ορθός τρόπος ήταν η αφαίρεση του κάθε «αυθαίρετου ποσού από το εκάστοτε υπόλοιπο». Υποδεικνύουν περαιτέρω πως με δεδομένο πως στο τεκμήριο 13 περιέχονται αυθαίρετες χρεώσεις ύψους £25790,59- και με δεδομένο ότι ο λογαριασμός των Εναγομένων στις 18.8.2000 παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.33559,02 τότε το χρεωστικό υπόλοιπο έπρεπε να ήταν κατά πολύ μικρότερο. Σύμφωνα με τις ίδιες εισηγήσεις, οι αυθαίρετες, όπως τις χαρακτηρίζουν, χρεώσεις, χρεώνοντο παράνομα με τόκο για 18 χρόνια. Κρίνεται πως οι αιτιάσεις και οι εισηγήσεις αυτές δεν ευσταθούν για τους κάτωθι λόγους: Για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων χρησιμοποιήθηκε από τη ΜΕ2 το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή το οποίο με την πληκτρολόγηση του αριθμού λογαριασμού εμφανίζει τον συγκεκριμένο λογαριασμό, με τις χρεώσεις και πιστώσεις μόνο, χωρίς τους τόκους. Απογυμνώθηκε ουσιαστικά η κατάσταση λογαριασμού από τους τόκους και έμειναν μόνο οι πιστώσεις και χρεώσεις. Ακολούθως η ΜΕ2 εξέτασε μια προς μια τις χρεώσεις και αφαίρεσε αυτές που αναφέροντο σε ανατοκισμό και άλλες χρεώσεις της τράπεζας όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Ακολούθως, τοποθετήθηκε στο σύστημα το ποσοστό επιτοκίου, όπως είχε καθορισθεί στην επίδικη συμφωνία, το επεξεργάσθηκε ο ηλεκτρονικός υπολογιστής και κατέληξε στο νέο αναδομημένο υπόλοιπο του λογαριασμού. Ακολούθησε ο εκ μέρους της ΜΕ3 έλεγχος με αποτέλεσμα να διακριβωθεί η παράλειψη του μικρού ποσού που καταγράφηκε ανωτέρω. Στο τεκμήριο 13 έχει επίσης αφαιρεθεί το σύνολο των χρεώσεων που αφορούν τον τόκο για την περίοδο που καλύπτει το τεκμήριο
  5. Δηλαδή αφαιρέθηκε τόσο ο τόκος που αναλογούσε στις χρεώσεις που οι Ενάγοντες δεν διεκδικούν όσο και ο τόκος που αναλογούσε στις χρεώσεις που οι Ενάγοντες διεκδικούν. Ακολούθως στα Τεκμήρια 11 και 12, στα οποία παρέμειναν μόνο οι χρεώσεις που οι Ενάγοντες διεκδικούν χρεώθηκε ο τόκος με τον οποίο έπρεπε να επιβαρύνεται ο επίδικος λογαριασμός. Όπως δε σαφέστατα επεξήγησε η ΜΕ3 η κάθε χρέωση που έπρεπε να αφαιρεθεί, αφαιρέθηκε στα Τεκμήρια 11 και 12 την ημερομηνία που είχε χρεωθεί στο Τεκμήριο
  6. Ως εκ τούτου οι χρεώσεις που αφαιρέθηκαν δεν τοκίζονται στα Τεκμήρια 11 και 12 διότι απλούστατα δεν περιλαμβάνονται στα εν λόγω Τεκμήρια, τα οποία ξεκινούν με μηδενικό υπόλοιπο από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού. Για τον λόγο τούτο ο συλλογισμός και εισήγηση των Εναγομένων κρίνεται λανθασμένος αφού ήδη στο τεκμήριο 13 έχει αφαιρεθεί το σύνολο των τόκων που αντιστοιχεί στις περιόδους που καλύπτει το τεκμήριο τούτο. Όπως δε υποδεικνύει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων «Απλή σύγκριση του Τεκμηρίου 13 με τα Τεκμήρια 9 και 10 Α επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε στο Τεκμήριο 13, σελίδα 1, ημερομηνίας 31.12.92, όπου καταγράφεται το ποσό των Λ.Κ. 1.559,50 ως CAP INTEREST. Αν ανατρέξει κάποιος στο Τεκμήριο 9 στην κατάσταση ημερομηνίας 31.12.92, σελίδα 9, θα διαπιστώσει ότι το σύνολο του τόκου για το 1992 ήταν ακριβώς Λ.Κ. 1.559,
  7. Επομένως αφαιρέθηκε το σύνολο του τόκου που αφορούσε την κίνηση του λογαριασμού για το
  8. Αυτό επαναλαμβάνω ότι ισχύει για όλη την περίοδο που καλύπτει το Τεκμήριο
  9. Όμως ο επίδικος λογαριασμός όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 και είναι παραδεκτό άλλωστε από τους Εναγόμενους χρεώνετο με τόκο. Αυτό ακριβώς ανέφεραν και οι ΜΕ2 και 3 όταν δήλωσαν ότι μετά την αφαίρεση των χρεώσεων που δεν έπρεπε να χρεωθούν, όσες απέμειναν χρεώθηκαν στα Τεκμήρια 11 και 12 με τον τόκο που αντιστοιχούσε στην κάθε περίοδο. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από το Τεκμήριο 11 όπου στη σελίδα 74, ημερομηνίας 31.12.92 στην στήλη «Debit Interest» αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ.1.528,39 ως τόκος για το
  10. Δηλαδή ναι μεν με βάση το Τεκμήριο 13 αφαιρέθηκε ο τόκος για το 1992 εκ ποσού Λ.Κ. 1.559,50, πλην όμως στο Τεκμήριο 11 (στο οποίο δεν περιλαμβάνονται οι χρεώσεις που αφαιρέθηκαν) χρεώθηκε ο τόκος για το 1992 ο οποίος (μετά την αφαίρεση του τόκου και των χρεώσεων που οι Ενάγοντες επέλεξαν να αφαιρέσουν) περιορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ. 1.528,
  11. Επομένως ο συλλογισμός των Εναγομένων θα ήταν ορθός μόνο εάν ο επίδικος λογαριασμός δεν επιβαρύνετο καθόλου με τόκο, κάτι που εν προκειμένω δεν μπορεί να ισχύει». Εκείνο, επομένως, που μπορεί με σαφήνεια να λεχθεί είναι πως: Αφ΄ ης στιγμής αφαιρέθηκε το σύνολο του τόκου που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 9 (ΜΕ2 και ΜΕ3) αφαιρέθηκε και ο τόκος που αναλογούσε και επεβάρυνε τις χρεώσεις που αφαιρέθηκαν. Για τούτο και το γεγονός πως η ΜΕ3 αφαίρεσε εκ των υστέρων χρεώσεις ποσό ύψους €230,66 οι οποίες συμποσούνται με τους τόκους τους σε αυτό των €461,32 δεν είναι ούτε μεμπτό, ούτε αποδεικνύει λανθασμένη δημιουργία των αναδομημένων λογαριασμών διότι ήδη τα Τεκμήρια 11 και 12 ξεκίνησαν με μηδενικό υπόλοιπο από την ημερομηνία έναρξης του επίδικου λογαριασμού, απογυμνωμένες από οποιαδήποτε επιβάρυνση οποιουδήποτε ποσοστού επιτοκίου σε οποιαδήποτε χρέωση. Κρίνεται συνεπώς πως οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την ύπαρξη οφειλόμενου από τους Εναγόμενους ποσού. Εκδίδεται απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 για το ποσό των €69.462,21 πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 1.8.2008 μέχρι εξοφλήσεως επί του ποσού των €37.014,66 και εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τους Εναγόμενους 1, για το ποσό των €68.065,38 πλέον τόκους προς 8,50% ετησίως επί του ποσού των €36.263,83 από 1.8.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΚ Subject: Civil/Final Αnafora: xreostiko ipoloipo-anadomimenos logariasmos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.