← Κύπρος

OCELLUS CO LIMITED ν. G J MAGDON LIMITED, Αρ. Αγωγής: 424/09, 27 Σεπτεμβρίου 2011

OCELLUS CO LIMITED ν. G J MAGDON LIMITED, Αρ. Αγωγής: 424/09, 27 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A263 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 424/09 Μεταξύ: OCELLUS CO LIMITED εκ Λεμεσού Εναγόντων και G. J. MAGDON LIMITED εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερ. 20.4.2011 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους: κ. Νικολάου για Χρίστο Ευσταθίου και Σία Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Ασσιώτου για Κώστα Μελά και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης με την προσθήκη παραγράφων που θα φέρουν αριθμό 9 Α, 9 Β και 9 Γ μετά την παράγραφο 9, παραθέτοντας το κείμενο των τροποποιήσεων στο αιτητικό. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ1-6 και Δ.48 θθ 1-3 καθώς και η εγγενής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Κλεάνθη Καραμανίδη, δικηγόρου, που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους και ως αναφέρει είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό τους. Όπως περαιτέρω αναφέρει στην εν λόγω ένορκη δήλωση του ο ενόρκως δηλών, τα γεγονότα εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση, ενώ για όσα δεν ισχύει αυτό και προέρχονται από άλλη πηγή γνώσεως είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει, πιστεύει και πληροφορείται. Την παρούσα υπόθεση ανέλαβε αρχικά άλλος συνάδελφος του και περί τον Δεκέμβριο του 2009 την ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο που τώρα εκπροσωπεί τους εναγόμενους, αφού είχε ήδη καταχωρηθεί η υπεράσπισή τους. Η επικοινωνία με τους εναγόμενους γινόταν μέσω αντιπροσώπου τους στη Λεμεσό και κατά την πρώτη συνάντηση μεταξύ του δικηγόρου Χρίστου Ευσταθίου και των εναγομένων, που έγινε στις 7.1.2011, κρίθηκε επιβεβλημένο να τροποποιηθεί η υπεράσπιση. Ως εκ τούτου καταχωρήθηκε αίτηση αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης, που ήταν ορισμένη στις 14.1.2011, με αποτέλεσμα να επαναοριστεί η ακρόαση στις 5.5.

  1. Λόγω του ότι ο διευθυντής των εναγομένων διαμένει στο εξωτερικό, το γεγονός ότι έπρεπε να μεταφραστούν κάποια έγγραφα από τα σερβικά στα ελληνικά για να μελετηθούν από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση καθώς και το ότι η προχωρημένη ηλικία του διευθυντή των εναγομένων δεν του επιτρέπει να ταξιδεύει συχνά, συνέβαλαν στο να πραγματοποιηθεί η συνάντηση μεταξύ των εναγομένων και των δικηγόρων τους στις 15.4.2011, με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση να καταχωρηθεί στις 20.4.
  2. Οι δικηγόροι των εναγομένων έχοντας πλέον όλα τα απαραίτητα στοιχεία και έγγραφα διαπίστωσαν ότι βασικές πτυχές της υπεράσπισης των εναγομένων δεν είχαν δικογραφηθεί και είναι αναγκαίο να τεθούν στα δικόγραφα για να προσκομιστεί ανάλογη μαρτυρία. Για να απονεμηθεί δικαιοσύνη το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι στην παρούσα περίπτωση δεν θα εισάξουν νέα αιτία αγωγής ή μαρτυρία ή γεγονότα άσχετα με τα επίδικα αλλά θα παρουσιάσουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, που είναι σημαντικά για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας φανερώνει ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν την τροποποίηση ακόμη και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και στην παρούσα περίπτωση, όπου δεν ξεκίνησε ακόμα η ακρόαση, είναι αναγκαίο να επιτραπεί η τροποποίηση της υπεράσπισης, ιδιαίτερα καθ' όσον δεν προκαλείται στον αντίδικο οποιαδήποτε ζημιά, που να μην μπορεί να καλυφθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επισημαίνοντας το γεγονός ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν εκτροχιάζει την πορεία της υπόθεσης, ο ενόρκως δηλών πιστεύει ότι είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να εκδοθεί διάταγμα ως η αίτηση. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης υποβολής ένστασης των καθ' ων η αίτηση που καταχωρήθηκε στις 10.6.11 και βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ 1-6, Δ.48 θθ 1-4, 8 και 9 και Δ.64 θ.1 καθώς και στη διακριτική ευχέρεια και εξουσία του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση, - υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και/ή αυτή γίνεται κακόπιστα σε προχωρημένο στάδιο χωρίς να δικαιολογείται η καθυστέρηση, - η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και όσα σχετικά παρατίθενται στην ένορκη δήλωση δεν προσδίδουν εξουσία στο Δικαστήριο και δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ή να στηρίξουν την αιτούμενη θεραπεία, - τυχόν αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει ζημιά στους ενάγοντες - και για όλους τους λόγους που προβάλλουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της Αθηνούλας Χαραλάμπους, δικηγορικής υπαλλήλου, η οποία, ως αναφέρει, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και προβαίνει στην ένορκη δήλωση κατόπιν εξουσιοδότησης από τους ενάγοντες καθώς και από όσα γνωρίζει και πιστεύει, έχοντας λάβει νομικές συμβουλές από τον κ. Κώστα Μελά. Όπως συμβουλεύεται, οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση καθώς και τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Όπως πληροφορείται, η αίτηση έγινε καθυστερημένα, δηλαδή πέραν των δύο χρόνων από την έγερση της αγωγής. Ενώ τα περιστατικά που επικαλούνται οι αιτητές ήταν γνωστά σ' αυτούς από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής εναντίον τους, δεν έπραξαν οτιδήποτε παρόλο που η υπόθεση ορίστηκε αρκετές φορές για οδηγίες και για ακρόαση στις 29.4.2010, 6.10.2010 και 14.1.
  3. Περαιτέρω, η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή αντικανονική και/ή ελαττωματική καθότι ο ενόρκως δηλών είναι δικηγόρος των αιτητών και δεν ήταν επιτρεπτό να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και προκαλεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση. Ενόψει των θέσεων της και δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, η ενόρκως δηλούσα εισηγείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia

(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.2.
  1. Με αυτήν οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγόμενους ποσό U.S.D. 275.000,00 πλέον τόκους, οφειλόμενο δυνάμει γραπτής συμφωνίας και/ή οφειλής χρέους και/ή εγγράφου, που οι εναγόμενοι έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσαν, αποδέχθηκαν, υπέγραψαν και παρέδωσαν στους ενάγοντες την 1.3.1994 στη Λεμεσό. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 11.3.
  2. Στην έκθεση υπεράσπισης, που καταχωρήθηκε στις 10.4.2009, οι εναγόμενοι αρνούνται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους. Στην απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στις 14.4.2009 οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις των εναγομένων εμμένοντας στην αξίωση τους. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 21.5.2009 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια εκ νέου για οδηγίες πέντε φορές, ενόψει αιτήσεων των διαδίκων για να προβούν σε ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων. Στις 19.10.2009 η υπόθεση παρέμεινε για οδηγίες για να γίνει αλλαγή δικηγόρου των εναγομένων και στις 3.12.2009, που είχε οριστεί για απόδειξη, καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 29.4.
  3. Στη συνέχεια επαναορίστηκε για ακρόαση στις 6.10.2010 και στις 14.1.2011, οπότε και αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος των εναγομένων ενόψει της πρόθεσης τους να ζητήσουν τροποποίηση της υπεράσπισης τους. Στις 20.4.2011 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ενόσω η αγωγή είχε οριστεί για ακρόαση στις 5.5.2011 και έκτοτε αναβάλλεται για οδηγίες ενόψει της εκδίκασης της υπό κρίση αίτησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω όπως τα επικαλούνται οι αιτητές, παρόλο που οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τους εναγόμενους ανέλαβαν την υπόθεση τον Δεκέμβριο του 2009 σε αντικατάσταση της δικηγόρου που προγενέστερα εκπροσωπούσε τους εναγόμενους, η οποία και είχε καταχωρήσει την υπεράσπιση τους, η αναγκαιότητα τροποποίησης της υπεράσπισης διαφάνηκε ουσιαστικά στο στάδιο ετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης στις αρχές του 2011 και αφού προηγουμένως είχε ορισθεί για ακρόαση η υπόθεση δυο φορές. Έχει εξηγηθεί ότι μέχρι τότε η επικοινωνία των συνηγόρων γινόταν με αντιπροσώπους των εναγομένων στην Κύπρο και κατόπιν της πρώτης συνάντησης του διευθυντή των εναγομένων με τους συνηγόρους κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών προς υποστήριξη της θέσης των εναγομένων. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην υπεράσπιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγομένων αν και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους εναγόμενους καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ως προς το θέμα αυτό. Παρεμβάλλεται σ' αυτό το σημείο ότι αναπτύχθηκε επιχειρηματολογία από τους καθ' ων η αίτηση περί ακυρότητας και αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση επειδή αυτή έγινε από δικηγόρο. Στην πρόσφατη απόφαση DMITRY RYBOLOVLEV κ.α. v. ELENA RYBOLOVLEVA, Πολ. Εφ. Αρ. 130/2009 κ.α., ημερ. 29.1.2010, όπου έγινε ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας λέχθηκε ότι «.μία ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεση του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036).». Όπως περαιτέρω κρίθηκε στην ίδια απόφαση, αποτελεί αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα - δικηγόρο, ο διευθυντής των εναγομένων διαμένει στο εξωτερικό, η προχωρημένη ηλικία του δεν του επιτρέπει να ταξιδεύει συχνά και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την αναχώρηση του για το εξωτερικό, αφού προηγήθηκε συνάντηση του με τους συνηγόρους των εναγομένων. Υπό τις περιστάσεις, δεν απαιτείτο κατά την αντίληψη μου να δοθούν οποιεσδήποτε άλλες εξηγήσεις ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου, ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησης του. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών δεν χειρίστηκε την υπό κρίση αίτηση ως δικηγόρος ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέροντας στην ένορκη του δήλωση ότι συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό στοιχείων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα στοιχεία ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους των εναγομένων της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι εναγόμενοι κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι εναγόμενοι του δικαιώματος να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτεινόμενες νέες παραγράφους της υπεράσπισης οι εναγόμενοι επικαλούνται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και νομικά θέματα. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση των εναγομένων, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να αποδείξουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγομένων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικής υπεράσπισης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο ορθό νομικό πλαίσιο είναι πρόδηλο ότι είναι αστήρικτη και κρίνεται ανυπόστατη. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό τους ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Αναφορικά δε με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι επιζητείται αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης δεν συμφωνώ καθότι δεν προκύπτει ότι αυτή μεταβάλλεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί άλλωστε να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης τους. Οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες μπορούν να καταχωρήσουν τροποποιημένη απάντηση ενώ οι αιτητές-εναγόμενοι δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, θα έχουν ωστόσο την δυνατότητα οι ενάγοντες να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των εναγομένων, οι οποίοι, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη των καθ' ων η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Ως προς τα έξοδα, αποτελεί εισήγηση των αιτητών ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει όλα τα έξοδα υπέρ τους καθότι η ένσταση των καθ' ων η αίτηση είχε ως αποτέλεσμα την σπατάλη περαιτέρω εξόδων και χρόνου. Εξετάζοντας το θέμα αυτό, επισημαίνεται αρχικά ότι στη Δ.25 θ.1 και θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών προνοείται η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων με άδεια του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο τροποποίησης και με όρους που θα κρίνει το Δικαστήριο δίκαιους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και όροι ως προς τα έξοδα. Όταν δίδεται άδεια για τροποποίηση δικογράφου η αρχή είναι ότι ο αντίδικος δικαιούται να αποζημιωθεί με τα έξοδα που θα επιβαρυνθεί συνεπεία της τροποποίησης. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια εγκρίνοντας την αίτηση τροποποίησης να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους θεωρεί αναγκαίους αναφορικά με τα έξοδα ή να τα επιφυλάξει για να αποφασιστούν κατά την ακρόαση ή να μην επιβάλει οποιοδήποτε όρο (βλ. Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και The Annual Practice Book του 1958, στη σελ. 1941). Στη σελ. 631 του Annual Practice Book του 1958, και συγκεκριμένα σχετικά με την Αγγλική Δ.28 θ.6 αναφέρεται ότι οι όροι τους οποίους γενικά επιβάλλει το Δικαστήριο επιτρέποντας την τροποποίηση δικογράφων είναι η πληρωμή όλων των εξόδων που δημιουργούνται από την τροποποίηση. Αυτή είναι και η επικρατούσα πρακτική σε παρόμοιες αιτήσεις και συνήθως τα έξοδα απαιτούνται από το διάδικο που αποδέχεται διάταγμα τροποποίησης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αλλά και επιδικάζονται από το Δικαστήριο εναντίον του αιτούντος την τροποποίηση μετά την επιτυχία της αίτησης του. Το θέμα έχει τύχει εξέτασης στην υπόθεση Πιερή
(1999)1 ΑΑΔ 809, όπου επικροτήθηκε η πρωτόδικη προσέγγιση επιδίκασης εξόδων σε παρόμοια υπόθεση καθότι όπως λέχθηκε, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκήθηκε δικαστικά μέσω της ορθής διαπίστωσης ότι υπαίτιος της εκτροπής της υπόθεσης από τη φυσιολογική πορεία της διαδικασίας ήταν ο αιτητής-εναγόμενος που επιζητούσε την τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του αιτητή - εναγόμενου που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή ενώ η ένσταση της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας αν και τελικά ήταν ανεπιτυχής δεν μπορούσε να επηρεάσει την παρέκκλιση από τον κανόνα εφόσον γενεσιουργός αιτία της εκτροπής ήταν η αίτηση (βλ. και Χατζηϊωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)1 ΑΑΔ 1451). Στην παρούσα υπόθεση και χωρίς να μου διαφεύγουν τα λεχθέντα στην υπόθεση Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(2003)3 ΑΑΔ 31, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος των αιτητών, θεωρώ ότι θα πρέπει να ακολουθηθεί η συνήθης πρακτική ως προς την επιδίκαση των εξόδων σε τέτοιες αιτήσεις. Και αυτό επειδή η ένσταση των καθ' ων η αίτηση δεν ήταν παντελώς αδικαιολόγητη εφόσον τα θέματα που εγέρθηκαν ήταν συζητήσιμα και διαπιστώθηκε ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, ασχέτως αν στην κατάληξη του Δικαστηρίου οδήγησαν οι προαναφερθέντες, βαρύνουσας σημασίας, παράγοντες. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να ακολουθήσει εντός 10 ημερών η καταχώρηση της τροποποιημένης απάντησης. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΙ -ΜΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.