← Κύπρος

Μάριου Νεοφύτου ν. Andreas Malak, Αρ. Αγωγής: 4349/2006, 27 Σεπτεμβρίου 2011

Μάριου Νεοφύτου ν. Andreas Malak, Αρ. Αγωγής: 4349/2006, 27 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4349/2006 Μεταξύ: Μάριου Νεοφύτου Ενάγοντα και Andreas Malak Εναγομένου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.10.2009 Μεταξύ: Μάριου Νεοφύτου Ενάγοντα και 1. Andreas Malak 2. Χρυσούλλας Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.2.2011 για διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπιση Ημερομηνία: 27 Σεπτεμβρίου 2011 Eμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2/Αιτήτρια: κα. Οικονόμου Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2 τη ζημιά που υπέστηκε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΗΒΡ317 από τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη λόγω της κατ' ισχυρισμό αμέλειας του Εναγομένου 1 που κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΖΗΤΜ 466 με την άδεια και/ή συγκατάθεση της Εναγομένης 2 ως ιδιοκτήτριας του. Σε σχέση με την Εναγομένη 2, είναι η θέση του Ενάγοντα στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 8.12.2009 σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5.10.2009, ότι αυτή ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα καθότι επέτρεψε στον Εναγόμενο 1 να οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΖΗΤΜ 466 χωρίς ασφαλιστική κάλυψη. Ας σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι στις 18.6.2010 το Δικαστήριο είχε εκδόσει απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €7.731,41 πλέον τόκο όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 προς 8% ετησίως επί αυτού από 3.10.2006 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως και όσον αφορά την Εναγόμενη 2 με τόκο προς 5,5% από 8.12.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Η απόφαση είχε εκδοθεί μετά από εξέταση σχετικής αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 21.4.2010 για έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Η εν λόγω απόφαση, όμως, παραμερίστηκε σε σχέση την Εναγομένη 2 σύμφωνα με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.3.2011 στα πλαίσια αίτησης παραμερισμού που καταχώρησε η Εναγομένη 2 στις 23.7.2010. Πιο συγκεκριμένα, η απόφαση ημερομηνίας 18.6.2010 παραμερίσθηκε λόγω του ότι κατά τον χρόνο έκδοσής της, η Εναγομένη 2 είχε προηγουμένως καταχωρήσει στις 17.6.2010 Σημείωμα Εμφάνισης δια δικηγόρου και Έκθεση Υπεράσπισης. Μετά τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 18.6.2010, ο Ενάγοντας καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση στις 9.3.2011. Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 4.5.2011 η Εναγομένη 2- Αιτήτρια αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για διαγραφή και/ή παραμερισμό της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως συνταχθείσα και καταχωρηθείσα κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και/ή ως παράνομη και/ή περιλαμβάνουσα μη αναγκαία και/ή σκανδαλώδη ζητήματα. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 ΘΘ. 13, 14 και 26, Δ.27 ΘΘ. 1 - 3, Δ.48 ΘΘ. 1, 2 και 9(
  2. j)και (ο), καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα επι των οποίων βασίζεται η αίτηση καταγράφονται στην αίτηση ως προκύπταντα από το φάκελο της υπόθεσης και είναι τα ακόλουθα: «(α) Τα όσα αναφέρονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγομένης 2 δεν προκύπτουν από ισχυρισμούς ή γεγονότα που αναγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης 2 αλλά αποτελούν νέους ισχυρισμούς που έπρεπε να αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα ώστε να τύχουν απάντησης και σχολιασμού στην Έκθεση Υπεράσπισης της εναγομένης 2. Οι νέοι ισχυρισμοί του ενάγοντα που προβάλλονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγομένης αρ. 2 είναι: Στην παράγραφο 3 γίνεται αναφορά στην ύπαρξη ή μη ασφαλιστικής κάλυψης για το αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή ο εναγόμενος 1. Παράλληλα υπάρχει ο νέος ισχυρισμός ότι η εναγόμενη 2 έδωσε αναληθή στοιχεία στον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης με αποτέλεσμα να υπάρχει διάσταση περιεχομένου ανάμεσα στην αστυνομική έκθεση για το εν λόγω δυστύχημα και στην προφορική μαρτυρία του αστυφύλακα 3936 κ. Φίλιππου Ανδρέου στο Δικαστήριο την 9.6.2010. Στην παράγραφο 4 παρουσιάζονται ως νέα στοιχεία οι δύο επιστολές από το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων και από την Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης ημερ. 22.6.2006 και 8.7.2005 αντίστοιχα καθώς και η ισχυριζόμενη έκδοση ψεύτικου πιστοποιητικού ασφάλισης του εν λόγω οχήματος από την εναγόμενη 2 με σκοπό να αφήσει ακάλυπτο τον ενάγοντα για τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπέστη από το εν λόγω δυστύχημα. (β) Εάν ο ενάγοντας ή/και ο δικηγόρος του επιθυμούσαν την προσθήκη νέων στοιχείων ή/και ισχυρισμών, θα έπρεπε να προβούν σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του εναγομένου και όχι να εντάξουν τα νέα στοιχεία στην Απάντηση στην Υπεράσπιση της εναγομένης 2.» Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στο αίτημα και προς τούτο στις 9.5.2011 καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία βασίζεται στη Δ.48 ΘΘ. 4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως επίσης στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τον Καθ' ου η αίτηση συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Η Δ.19 ΘΘ. 13, 14 και 26 και η Δ.27 ΘΘ. 1 -3 επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν έχουν σχέση με το αίτημα της Εναγομένης 2 και σε κάθε περίπτωση τέτοιες αιτήσεις έπρεπε να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση, πράγμα που παρέλειψε να πράξει η Εναγομένη 2 - Αιτήτρια. (β) Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 3-5 της Απάντησης στην Υπεράσπιση απαντούν στον ισχυρισμό της Εναγομένης 2 στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης αναφορικά με την παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα. (γ) Η αίτηση σκοπό έχει να καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης του Ενάγοντα και να περιπλέξει τα πράγματα. Η πιο πάνω Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 9.5.2011, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις των δύο πλευρών. Κατά τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους επικαλούμενοι διάφορα συγγράμματα και σχετική επί του θέματος νομολογία και καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις των συνηγόρων είναι καταγεγραμμένες και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, θα πρέπει να σημειώσω ότι οι αιτήσεις που καταχωρούνται δυνάμει της Δ.27 Θ. 3 και της Δ.19 Θ. 26 δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύονται από Ένορκη Δήλωση (βλέπε Δ.48 Θ. 9(
  3. j)και (ο)), με τρόπο ώστε ο λόγος ένστασης που προβάλλεται από τον Ενάγοντα σε σχέση με το θέμα αυτό να μην ευσταθεί. Ερχόμενη, τώρα, στην ουσία της αίτησης, εκείνο που καταρχήν διαπιστώνεται από τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται και καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, είναι ότι το αίτημα για διαγραφή αφορά τις παραγράφους 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Επομένως, είναι στο στάδιο αυτό, πιστεύω, που πρέπει να λεχθεί ότι η Δ.27 Θ. 3[1] επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση αφού από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία, υπό κάποιες προϋποθέσεις, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση θεωρεί δίκαιη. Βασική προϋπόθεση για μια τέτοια ενέργεια του Δικαστηρίου είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση), στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα, ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά τα γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή διότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικά διαμορφωμένο ή γραμμένο, το Δικαστήριο παράλληλα με την διαγραφή του, θα πρέπει να δώσει στο μέρος που είχε καταχωρήσει το υπό διαγραφή δικόγραφο, άδεια να τροποποιήσει και επιδώσει στην άλλη πλευρά νέο δικόγραφο ή να διορθώσει τα διάφορα ελαττώματα, και όχι να απορρίψει την αγωγή. Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd v. In Re the Companies Law Cap 113

(1991)1 ΑΑΔ 246 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 255: «Η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος το οποίο κατοχυρώνει τέτοιο δικαίωμα μέσα από το άρθρο 30.1». (Βλέπε Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176 όπου επίσης υποδεικνύεται ότι μόνο σε πολύ καθαρές περιπτώσεις πρέπει το Δικαστήριο να απορρίπτει μια αγωγή σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας). Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του ότι το αίτημα περιορίζεται στις παραγράφους 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η διαγραφή αφορούν την κατ' ισχυρισμό εισαγωγή νέων ισχυρισμών στην Απάντηση στην Υπεράσπιση οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν ενταχθεί στην Έκθεση Απαίτησης, και δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις διαγραφής δικογράφου σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27 Θ. 3. Στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.),
(1998)1 ΑΑΔ 1338, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η Δ.27 Θ. 3 δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious), σε αντίθεση με τη Δ.19 Θ.26 που περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και δεν παρέχει εξουσία διαγραφής ολόκληρης της αγωγής. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των προνοιών της Δ.19 Θ.26 η οποία προβλέπει ως ακολούθως: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Η Δ.19 Θ.26 ουσιαστικά διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή την τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος το οποίο περιέχεται στην οπισθογράφηση της αγωγής ή σε ένα δικόγραφο και το οποίο δυνατόν να είναι περιττό ή σκανδαλώδες ή να τείνει να επηρεάσει, να ενοχλήσει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σε μια αγωγή. Όμως, ένα δικόγραφο δεν είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (βλ. Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση του Δικαστηρίου είναι να διατάσσει τη διαγραφή ενός δικογράφου μόνον όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός τούτο είναι ξεκάθαρο. (Βλ. London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512 C.A.). Στην υπόθεση Kemsley v. Foot
(1951)2 K.B. 34 C.A., αποφασίστηκε ότι είναι ορθότερο να αφήνεται ένα δικόγραφο όπως έχει εκτός αν είναι ξεκάθαρα ενοχλητικό για τον άλλο διάδικο. Από το ίδιο το λεκτικό της Δ.19 Θ.26 φαίνεται ότι το όλο θέμα της διαγραφής μέρους του δικογράφου ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Όπως υποδεικνύεται και στην υπόθεση Παγκύπρια Εταιρεία Αρτοποϊών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης, η δε σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης και ειδικότερα από τον Θεσμό 4 σύμφωνα με τον οποίο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται. Επίσης, στη σελίδα 690 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 690 ως προς το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί «embarrassing» εν τη εννοία της Δ.19 Θ. 26: «Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it, ............... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing. » Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, αποδίδεται η έννοια του ουσιαστικού (material) γεγονότος και ερμηνεύεται ως απαραίτητο για την δημιουργία μιας πλήρους βάσης αγωγής. Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης των θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης θεωρώ ότι θα πρέπει να καταγραφούν τα εξής: Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, στην παράγραφο 7 της τροποποιημένης Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η Εναγομένη 2 υπέχει ευθύνη για το ατύχημα καθότι υπήρξε αμελής και/ή επιπόλαια και/η παρέβηκε τις εκ του Νόμου υποχρεώσεις της ως ακολούθως (παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό μέρος της παραγράφου 7) : «α. Επέτρεψε εις τον Εναγόμενο αρ. 1 ο οποίος ήτο αλλοδαπός και/ή τουρίστας και/ή άλλως πως να οδηγά το όχημα ενοικιάσεως υπ' αρ. εγγραφής ΖΗΤΜ 466 χωρίς τούτος να καλύπτεται από ασφαλιστική κάλυψη. β. Επέτρεψε και/ή έδωσε άδεια στον Εναγόμενο αρ. 1 να οδηγήσει το εν λόγω αυτοκίνητο χωρίς να βεβαιωθεί ότι τούτος κατείχε νόμιμη άδεια οδηγού και/ή ήτ οικανός να οδηγήσει το εν λόγω αυτοκίνητο με ασφάλεια και/ή γνώριζε τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. γ. Παρέλειψε να διευθετήσει και/ή προνοήσει να υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη κατά τον χρόνο του δυστυχήματος και/ή κατά τον χρόνο που ο Εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο και/ή επέτρεψε εις τούτον να οδηγά άνευ ασφαλιστικού συμβολαίου. δ. Παρέλειψε να ασκήσει τη δέουσα επιμέλεια προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε ασφαλιστική κάλυψη κατά τους χρόνους που οδηγούσε το εν λόγω αυτοκίνητο.» Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε η Εναγομένη 2, προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης με την εξαίρεση της παραδοχής της ότι κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν ο οδηγός του οχήματος ΖΗΤΜ 466 και η ίδια ήταν ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος (βλέπε παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Επιπρόσθετα, στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται πως το οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα που ενδεχομένως να είχε εναντίον της ο Ενάγοντας έχει παραγραφεί και/ή ότι αυτός εμποδίζεται λόγω παραγραφής να αξιώνει εναντίον της οποιαδήποτε θεραπεία. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τον Ενάγοντα στις παραγράφους 2, 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αναφορικά με τους οποίους καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση έχουν ως ακολούθως: «
  1. Ο Ενάγων εις απάντηση όλων των ισχυρισμών της Εναγομένης που περιέχονται στην υπεράσπιση της αναφέρει ότι οι παραγράφοι 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 10 αποτελούν απλώς μια γενική άρνηση των ισχυρισμών της έκθεσης απαίτησης του ενάγοντος χωρίς να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς πάνω στα γεγονότα της υπόθεσης και ο μόνος ισχυρισμός που προβάλλει η Εναγομένη 2 είναι εις την παράγραφο 9 της υπεράσπισης της όπου ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί πράγμα το οποίο ο Ενάγων αρνείται και εις περαιτέρω απάντηση ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει παραγραφή του Ενάγοντος για τους ακόλουθους λόγους.
  2. Η Εναγομένη αρ. 2 μετά το δυστύχημα με επιστολή της ίδιας και/ή των αντιπροσώπων της ημερ. 05.11.2004 υπέβαλε αίτηση στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης για την ασφάλιση του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος αρ. 1 μετά το τροχαίο δυστύχημα δηλαδή στις 05.11.2004 και ώρα 22:16 ενώ το δυστύχημα έγινε στις 05.11.2004 και ώρα 20:25 και έτσι κατά τον χρόνο του δυστυχήματος δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη πλην όμως η Εναγομένη αρ. 2 έδωσε αναληθή στοιχεία στον αστυνομικό εξεταστή της υπόθεσης με αποτέλεσμα η αστυνομία στην έκθεση που παρέδωσε στον Δικηγόρο του Ενάγοντος να αναφέρεται στην παράγραφο αρ. 8 ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος αρ. 1 είχε ασφαλιστική κάλυψη στην Κοινοπραξία Ασφαλιστών με αρ. ασφαλιστικού συμβολαίου 3ΗC/15209/26 ενώ όπως εφάνη από την προφορική μαρτυρία του αστυφύλακα 3936 κ. Φίλιππου Ανδρέου ο οποίος έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο στις 09.06.2010 ότι το ατύχημα συνέβηκε στις 20:25 της 5.11.2004 και προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα το επίδικο δυστύχημα δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη προς όφελος του Εναγομένου αρ. 1 και η Εναγομένη 2 ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτού επέτρεψε στον Εναγόμενο 1 να το οδηγήσει χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.
  3. Λόγω της πιο πάνω πράξης της Εναγομένης αρ. 2 η Αστυνομία επέμενε στην θέση ότι το αυτοκίνητο ΖΗΤΜ 466 ήταν ασφαλισμένο και το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων απέστειλε και επιστολή προς το Δικηγόρο του Ενάγοντος ημερ. 22.06.2006 και επέμενε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο ενώ η Κοινοπραξία Ασφαλιστών Οχημάτων Δημόσιας Χρήσης με επιστολή της ημερ. 08.07.2005 πληροφορούσε τον Δικηγόρο του Ενάγοντος ότι δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη και όλα αυτά λόγω της συμπεριφοράς της Εναγομένης αρ. 2 η οποία έδωσε το εν λόγω αυτοκίνητο στον Εναγόμενο 1 να το οδηγά χωρίς να έχει ασφαλιστική κάλυψη και όταν έγινε το δυστύχημα έκδωσε ψεύτικο πιστοποιητικό με αποτέλεσμα ο Ενάγων να μείνει ακάλυπτος για τις ζημιές του αφού ο Εναγόμενος 1 ήτο τουρίστας και εγκατέλειψε την Κύπρο και η Εναγομένη 2 τώρα με διάφορα τεχνάσματα προσπαθεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι του Ενάγοντος.» Όπως προκύπτει και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης 2, οι λόγοι για τους οποίους επιζητείται η διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπισης είναι οι εξής: Με τις παραγράφους 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση εισάγονται νέοι ισχυρισμοί από τον Ενάγοντα οι οποίοι θα έπρεπε να αναφέρονταν στην Έκθεση Απαίτησης ώστε να τύχουν απάντησης από την Εναγομένη 2 στην Έκθεση Υπεράσπισής της. Με την προβολή αυτών των ισχυρισμών εισάγονται νέα γεγονότα τα οποία αποτελούν νέα βάση αγωγής και είναι ασυμβίβαστα με την αρχική αιτία αγωγής. Ο Ενάγοντας καταλογίζει ανειλικρινή και ανέντιμη συμπεριφορά στην Εναγομένη 2 με τρόπο σκανδαλώδη και προσβλητικό για το άτομό της. Σε σχέση με τα θέματα υπό στοιχεία
(1)και
(2)πιο πάνω, η Εναγομένη 2 επικαλείται στις πρόνοιες της Δ.19 ΘΘ. 13 και 14 που έχουν ως ακολούθως: «
  1. The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable.
  2. No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same.» Η Δ.19 Θ. 13 αφορά ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφο του εναγόμενου ή του ενάγοντα προς υπεράσπιση της απαίτησης ή της ανταπαίτησης (ανάλογα με την περίπτωση) και όχι τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Όπως επεξηγείται και στο The Annual Practice 1958 στις σελίδες 466 - 471, όπου εξετάζεται το αγγλικό O. 19 r. 15 που έχει πανομοιότυπες πρόνοιες, η εν λόγω διάταξη αφορά τις ειδικές υπερασπίσεις που πρέπει οπωσδήποτε να δικογραφούνται ώστε το άλλο μέρος να μην καταλαμβάνεται εξ' απίνης. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω η Δ.19 Θ. 13 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση. Από την άλλη, η Δ.19 Θ. 14 θα μπορούσε να έχει εφαρμογή εάν κριθεί ότι με την Απάντηση στην Υπεράσπιση εισάγονται νέοι ισχυρισμοί από τον Ενάγοντα οι οποίοι συνιστούν μια νέα βάση αγωγής ή είναι ασυμβίβαστοι με τους ήδη προβληθέντες ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης. Κρίνω, όμως, ότι δεν είναι αυτή η περίπτωση αφού: Όπως επεξηγείται και στο The Annual Practice 1958 στις σελίδες 471 και 472, η έννοια της νέας βάσης αγωγής έχει ως ακολούθως: «New Ground. - This means that a party's second pleading must not contradict his first. If a plaintiff claims rent on his writ, he cannot claim the same sum in his reply as damages for unlawfully "holding over" (Duckworth v. McClelland, 2 L. R. Ir. 527). Or, if the statement of claim alleges merely a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent (Kingston v. Corker, 29 L. R.Ir. 364). Such inconsistent claims should be pleaded, if at all, alternatively in the statement of claim; and the plaintiff may amend his statement of claim once without leave before replying (O. 28, r.2). For a note explanatory of this Rule see Law Times Newspaper for March 15, 1924, at p.
  3. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα της μη ασφαλιστικής κάλυψης του Εναγομένου 1 σε σχέση με το όχημα ΖΗΤΜ 466 και της ευθύνης της Εναγομένης 2 για αυτό δεν τέθηκε για πρώτη φορά στην Απάντηση στην Υπεράσπιση αλλά είχαν δικογραφηθεί οι σχετικοί ισχυρισμοί στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Στη βάση των εν λόγω ισχυρισμών, στην Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν προκύπτει οποιαδήποτε ασυμβίβαστη ή αντίθετη (inconsistent) θέση από πλευράς του Ενάγοντα ούτε και προβάλλεται οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής αφού η βάση της αγωγής παραμένει η ίδια και είναι η αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης 2 ως ιδιοκτήτριας του ενεχόμενου οχήματος. Η δε αναγκαιότητα δικογράφησης των εν λόγω ισχυρισμών από την πλευρά του Ενάγοντα στις παραγράφους 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση προέκυψε ενόψει της έγερσης ζητήματος παραγραφής της αξίωσης στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης και των προνοιών του άρθρου 8Α του περί Παραγραφής Νόμου, Κεφ. 15[2] και του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 167[3]. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο για τον οποίο ζητείται η διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπιση παρατηρούνται τα ακόλουθα: Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 στη σελίδα 477 αναφέρεται ότι ο κανόνας στα πλαίσια εξέτασης αιτήσεων δυνάμει του Ο. 19 r. 25 (η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.19 Θ. 26) είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υποδεικνύει στα μέρη πως να συντάξουν τα δικόγραφά τους, με την εξαίρεση, όμως, της περίπτωσης όπου ένας διάδικος καταχωρεί ένα δικόγραφο το οποίο είναι αχρείαστο και το οποίο είναι ενοχλητικό, σκανδαλώδες ή που τείνει να καθυστερήσει τη διαδικασία. Είναι η θέση της Εναγομένης 2 ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα που περιέχονται στην Απάντηση στην Υπεράσπιση είναι σκανδαλώδεις λόγω του ότι αποδίδουν σε αυτήν ανέντιμη συμπεριφορά και συνιστούν κατηγορίες για το άτομο της. Σχετικά με το θέμα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 478 του πιο πάνω συγγράμματος: «Scandalous. - The Court has a general jurisdiction to expunge scandalous matter in any record or proceeding (even in bills of costs, Re Miller, 54 L.J. Ch. 205). As to scandal in affidavits, see O. 38, r.
  4. Allegations of dishonesty and outrageous conduct, etc., are not scandalous, if relevant to the issue (Everett v. Prythergch, 12 Sim. 363; Rubery v. Grant, L.R. 13 Eq. 443). "The mere fact that these paragraphs state a scandalous fact does not make them scandalous" (per Brett, L.J., in Millington v. Loring, 6 Q. B.D. p. 196). But if degrading charges be made which are irrelevant, or if, though the charge be relevant, unnecessary details are given, the pleading becomes scandalous (Blake v. Albion Assurance Society, 45 L.J. C.P. 663). "The sole question is whether the matter alleged to be scandalous would be admissible in evidence to show the truth of any allegation in the pleading which is material with reference to the relief prayed" (per Selborne, L.C., in Christie v. Christie, L.R. 8 Ch. p. 503; and see Cashin v. Cradock, 3 Ch. D. 376; Whitney v. Moignard, 24 Q. B. D. 630). In Brooking v. Maudslay, 55 L. T. 343, the plaintiff made allegations in statement of claim of dishonest conduct against defendant, but he stated in his reply that he sought no relief on that ground. The allegations thus became immaterial, and were struck out as scandalous and embarrassing. So in an action on marine policies, a paragraph which purported to state what took place at an official inquiry held by the Wreck Commissioners was struck out as an attempt to discredit the plaintiffs, and to prejudice the fair trial of the action (Smith v. The British Insurance Co., [1883] W. N. 232; Lumb v. Beaumont, 49 L. T. 772). One of two co-defendants may apply to strike out scandalous passages from the defence delivered to him by the other (Bright v. Marner, [1878] W.N. 211, Jessel, M.R.). When considering whether a particular passage in a pleading is embarrasing regard must be had to the form of the action. Thus averments in aggravation of damages may be and often are, made in actions for tort, but cannot (it is submitted) be properly made in actions for breach of contract except in three cases mentioned by Lord Atkinson in Addis v. Gramophone Co., Ltd., [1909] A.C. 488, at p. 495.» Είναι γεγονός ότι στη βάση των όσων προβάλλονται στις παραγράφους 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση αποδίδεται στην Εναγόμενη 2 ανέντιμη και ανειλικρινής συμπεριφορά. Όμως, υπό το φως των πιο πάνω αρχών και με δεδομένη την αναγκαιότητα προβολής των πιο πάνω ισχυρισμών για τους λόγους που επεξηγούνται αμέσως πιο πάνω, οι θέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν από το Δικαστήριο αφού είναι αναγκαίοι σε σχέση με το θέμα της παραγραφής της αξίωσης που εγείρεται από την Εναγομένη 2 στην Έκθεση Υπεράσπισής της. Επομένως, για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία ωστόσο θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/αίτηση για διαγραφή ισχυρισμών από την Απάντηση στην Υπεράσπιση [1] Δ. 27 Θ. 3: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just». [2] 8A: «Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεση του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ΄ αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης» [3] «
  5. Καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια. .................». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.