← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5597/2003, 5 Οκτωβρίου, 2011

Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ανδρέα Κυριάκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5597/2003, 5 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A271 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5597/2003 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Εναγόντων και 1. Ανδρέα Κυριάκου 2. Ηλία Μανώλη 3. Πόλυ Πολυκάρπου Εναγομένων Αίτηση του Εναγομένου 2 ημερομηνίας 11.4.2011 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2003 Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο 2/Αιτητή: κ. Μ. Ιωάννου Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα. Χ. Θεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 16.12.2003 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των £4.590,33 πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως επί του ποσού των £1.588,51 από 7.7.2003 μέχρι εξοφλήσεως και τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού των £2.888,46 από 7.7.2003 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση σχετικής αίτησης των Εναγόντων ημερομηνίας 2.10.2003 για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τους Εναγομένους 1, 2 και 3. Αναφορικά με την επίδοση στον Εναγόμενο 2, σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη κ. Χαράλαμπου Γεωργίου ημερομηνίας 16.9.2003 η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης ημερομηνίας 2.10.2003, επίσημο αντίγραφο του Κλητηρίου Εντάλματος επιδόθηκε στον πατέρα και συγκάτοικο του Εναγομένου 2, Ζαχαρία Μανώλη. Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος 2-Αιτητής επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.12.2003. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 ΘΘ. 1-3, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ. 14 και Δ.48 ΘΘ. 2- 4 και 9(h), στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στη σύμφυτη εξουσία και την εν γένει πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή ημερομηνίας 11.4.2011 όπου ο ίδιος αναφέρει ότι το Κλητήριο Ένταλμα της παρούσας αγωγής δεν του επιδόθηκε κανονικά καθότι στις 12.9.2003 δεν συγκατοικούσε με τον πατέρα του Ζαχαρία Μανώλη αλλά διέμενε στην Οδό Αποστόλου Βαρνάβα 3, Λεμεσός, μαζί με την γυναίκα του Διαμάντω Κυπριανού. Παρόμοιοι ισχυρισμοί προβάλλονται και στις Ένορκες Δηλώσεις των κ.κ. Ζαχαρία Μανώλη και Διαμάντως Κυπριανού ημερομηνίας 11.4.2011 που επίσης συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση. Στις 23.6.2011 οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 ΘΘ. 1-3, Δ.17 Θ. 10, Δ.26 Θ. 14, Δ.39 ΘΘ. 1 και 2 και Δ.48 ΘΘ. 1-4 και 9(
  2. h)και στις συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τους Καθ' ων η αίτηση αφορούν στο ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και ότι δεν προβάλλεται οποιαδήποτε υπεράσπιση εκ μέρους του Αιτητή η οποία να δικαιολογεί τον παραμερισμό της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Η πιο πάνω Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Χρίστου Τσίγκη, εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση, ημερομηνίας 23.6.2011, όπου αναλύονται περαιτέρω οι εγειρόμενοι λόγοι ένστασης. Στις 7.7.2011 η πλευρά του Αιτητή εξασφάλισε διάταγμα αντεξέτασης του κ. Τσίγκη σε σχέση με τις παραγράφους 3, 6 και 8 της Ένορκης Δήλωσής του, όμως κατά την ακροαματική διαδικασία ο συνήγορος του Αιτητή δήλωσε ότι τελικά δεν επιθυμεί να τον αντεξετάσει. Έτσι, οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις και αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των συνηγόρων των δύο πλευρών είναι καταγεγραμμένα και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αναφορά, ωστόσο, θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2003 δυνάμει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Όπως προκύπτει και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία εναγόμενου επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, ζητώντας τον παραμερισμό απόφασης ένας αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και καλή δικαιολογία για την μη εμφάνισή του στη δικαστική διαδικασία (βλ. Evans v. Bartlam

(1957)2 All ER 646, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)1 CLR 317, Takis Phylactou v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Σύμφωνα με τη σχετική επί του θέματος νομολογία, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει από την μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να ικανοποιήσει το αίτημα του, όπως επίσης δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα του σε περίπτωση που αυτός επιδεικνύει υπέρμετρη ολιγωρία λήψης οποιωνδήποτε μέτρων μετά που πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση (βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)). Βέβαια, όλα τα πιο πάνω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι εκεί όπου παρουσιάζεται αντικανονικότητα στην έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση στη βάση ex debito justitiae[1] με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγόμενου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του (βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) ΑΑΔ 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 ΑΑΔ 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26 στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order. Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται τα ακόλουθα: «In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant.» Μελετώντας τις Ένορκες Δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί από αμφότερες πλευρές σε σχέση με το θέμα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα: - Σε σχέση με το θέμα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, από την πλευρά του Αιτητή υπάρχει καταρχήν η μαρτυρία του ίδιου, ο οποίος ισχυρίζεται ότι κατά τον χρόνο επίδοσης στον πατέρα του στην Οδό Φώτη Πίττα 9, Λεμεσός, δεν διέμενε με τον πατέρα του στην εν λόγω διεύθυνση αλλά στην Οδό Αποστόλου Βαρνάβα 3 στη Λεμεσό. Παράλληλα, η αίτηση του Αιτητή συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του πατέρα του κ. Ζαχαρία Μανώλη, ο οποίος δηλώνει ότι κατά την 12.9.2003 ο Αιτητής διέμενε μαζί με τη σύζυγο του στην Οδό Αποστόλου Βαρνάβα 3 στη Λεμεσό, γεγονός που επιβεβαιώνει και η σύζυγος του Αιτητή κα. Διαμάντω Κυπριανού στην Ένορκη Δήλωσή της που επίσης συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. - Αποτελεί επίσης ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο πατέρας του, ο οποίος είναι αγράμματος και ανάπηρος άνθρωπος που βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι, ουδέποτε τον ενημέρωσε για την επίδοση σε αυτόν της εν λόγω αγωγής. - Σε σχέση με το ίδιο θέμα, από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση η μόνη αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χρίστου Τσίγκη που συνοδεύει την Ένσταση είναι ότι «η υπό τον πιο πάνω αγωγή καταχωρήθηκε με ειδική οπισθογράφηση στις 09-09-2003 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο-Αιτητή στις 12-09-03 στη διεύθυνση Φώτη Πίττα αρ. 9» (βλέπε παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης). - Πέραν της πιο πάνω γενικής αναφοράς, ουδεμία άλλη θέση τίθεται από τον Ενόρκως Δηλούντα κ. Χρίστο Τσίγκη σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν στην επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον Εναγόμενο 2, ούτε η πλευρά των Εναγόντων - Καθ' ων η Αίτηση προσκόμισε, υπό μορφή Ένορκης Δήλωσης, μαρτυρία από τον Ιδιώτη Επιδότη κ. Χαράλαμπο Γεωργίου ο οποίος διενήργησε την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον πατέρα του Εναγομένου 2 σε σχέση με τα γεγονότα που αφορούν το όλο ζήτημα. - Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και ειδικότερα το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να αντικρούονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή και των υπολοίπων Ενόρκως Δηλούντων, όπως επίσης ότι κανένας από αυτούς δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Αιτητή σε σχέση με την κατά τον χρόνο της επίδοσης μη συγκατοίκησή του με τον πατέρα του στην οδό Φώτη Πίττα 9, Λεμεσός, παρέμειναν αναντίλεκτοι. - Παρομοίως, αναντίλεκτος παρέμεινε ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο πατέρας του ουδέποτε τον πληροφόρησε για την επίδοση της αγωγής σε αυτόν. Επί τούτου, υποδεικνύεται ότι οι θέσεις που προβάλλονται από τον κ. Τσίγκη σε σχέση με την γνώση του Αιτητή για την έκδοση της σε βάρος του απόφασης αφορούν την περίοδο από τον Μάρτιο του 2009 και έπειτα και όχι τον ουσιώδη χρόνο της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Σε αυτή τη βάση λοιπόν, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσον η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον πατέρα του Εναγόμενου 2, ο οποίος κατά τον χρόνο της επίδοσης δεν διέμενε με τον Εναγόμενο, συνιστά καλή επίδοση. Το άρθρο 30
(1)του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε ατόμου να προσφεύγει στο δικαστήριο και να ζητάει δικαστική προστασία. Ταυτόχρονα, όμως, η παράγραφος 3(α) του Άρθρου 30 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε ατόμου το οποίο ενάγεται ενώπιον δικαστηρίου να πληροφορείται τους λόγους για τους οποίους καλείται να παραστεί. Είναι θεμελιωμένη αρχή ότι χωρίς νόμιμη ή παραδεκτή επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να προχωρήσει να δικάσει την υπόθεση αφού η επίδοση είναι το θεμέλιο της δικαιοδοσίας (βλέπε Philippou ν. Philippou
(1986)1 CLR 689, Sekavin v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 CLR 69 και Lion Insurance v. Νικολάου
(2004)1 ΑΑΔ 1610). Στην υπόθεση Sekavin v. Ship "Platon Ch" (πιο πάνω) ο Δικαστής Πικής ανέφερε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα σε σχέση με το θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου να πληροφορείται για διαδικασία που τον αφορά, τονίζοντας ότι ο κανόνας είναι η προσωπική επίδοση: "Article 30.3(
  1. a)of the Constitution safeguards as a fundamental human right, the right of every litigant to be informed of proceedings against him. rules regulating service of judicial proceedings upon defendants, those in particular, enacted before 1960 as the Admiralty Rules, must be applied in a way conforming to the above article of the Constitution and in a manner effectively safeguarding the protected right. Personal service is the norm where proceedings are directed against physical persons." Παρόμοια προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Νικόλας Γιωργαλλίδης ν. Χρυσόστομου Χρίστου (πιο πάνω) στη σελίδα 250: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 Θ.2 των Διαδικα­στικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δι­καστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφο­ρηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Αρθρο 30.3 (α) και (β) του Συντάγματος).» Παρομοίως, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 48-49: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(
  2. a)και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(
  3. a)και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος.» Το θέμα της επίδοσης διέπεται από τη Δ.5 Θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα: « 2.
(1)The service shall, whenever it is practicable, be effected by leaving the copy with the person to be served; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left- (
  1. i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof; or (
  2. ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii) with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affidavit of service shall state (if such be the case) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment. (Form 5.)
(2)The affidavit of service endorsed upon, or having attached thereto as an exhibit, a duplicate of the copy of the writ of summons served, shall be sworn and filed within seven days after service. The registrar shall, within forty-eight hours after the affidavit of service is filed, give the plaintiff notice of the date on which the service was effected.» Στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος στον πατέρα του Εναγόμενου 2 θα πρέπει να δοθεί ερμηνεία στον όρο «member of the family» (μέλος της οικογένειας) που προβλέπεται στη Δ.5 Θ. 2
(1)(i). Επί του σημείου αυτού καθοδηγητική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου κ.ά. ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μακράσυκας
(2003)1 ΑΑΔ 1305, όπου η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος έγινε σε κάποια κα. Χαρίκλεια Ξενοφώντος η οποία ήταν συγγενής των Εναγομένων (γιαγιά του πρώτου εφεσείοντα και αντίστοιχα μητέρα και πεθερά της τρίτης εφεσείουσας και του δεύτερου εφεσείοντα) που κατοικούσε στα βοηθητικά της οικίας των εφεσειόντων. Τόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο όσο και το Εφετείο έκριναν ότι η επίδοση ήταν καλή αφού η εν λόγω Χαρίκλεια Ξενοφώντος ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.5 Θ. 2
(1)(i) ενόψει της συγγενικής σχέσης της με τους εφεσείοντες και του ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους. Σε σχέση με τον ορισμό της λέξης «οικογένεια» αναφέρονται τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 1310 - 1312 : «Δεν δίδεται ορισμός της λέξης «οικογένεια» στους σχετικούς κανονισμούς ούτε και η έρευνα μας αποκάλυψε απόφαση που να ερμηνεύει τον όρο στο πλαίσιο της πιο πάνω Διαταγής. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Τουμαζή ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, προσφ 940/95, ημερ. 19/3/97, υιοθετείται ο ορισμός της λέξης «οικογένεια», όπως δίδεται στο «Σύντομο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό» - Ελευθερουδάκη. Αναφέρει: «Η έννοια της λέξης «οικογένεια» πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη συνήθη χρήση και έννοια της λέξης, χωρίς να δίδονται ερμηνείες παράλογες με παράλογα αποτελέσματα. Το «Σύντομον Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό» - Ελευθερουδάκη ερμηνεύοντας τη λέξη «οικογένεια» αναφέρει: «Οικογένεια εν τη στενοτέρα εννοία ομάς αποτελούμενη εκ των δια νομίμου γάμου συνδεομένων γονέων και των τέκνων αυτών, εν τη ευρυτέρα εννοία ομάς περιλαμβάνουσα τους δύο γονείς τα τέκνα των και συζύγους των αρρένων τέκνων και τους τούτων απογόνους. Η μορφή της οικογένειας εξαρτάται από την εκάστοτε μορφή του πολιτισμού έκαστου λαού και εκ των οικονομικών συνθηκών αυτού.» Να σημειωθεί, χωρίς βεβαίως να μειώνει τη σημασία της αναφοράς στην υπόθεση, ότι ο ορισμός δίδεται το πλαίσιο του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου αρ. 52/
  1. Στο πλαίσιο του ίδιου Νόμου η λέξη «οικογένεια» απασχόλησε το Δικαστήριο και στην υπόθεση Ανδρέας Γ. Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, προσφ. αρ. 935/94, ημερ. 30/1/
  2. Αφού ο δικαστής Κωνσταντινίδης συζητά την έννοια του όρου με αναφορά σε αριθμό σχετικών αυθεντιών καταλήγει: «Συνυπολογίζω συναφώς πως δεν συνάγεται από τα λεξικά κάποια σταθερή έννοια του όρου «οικογένεια» καλυπτική κάθε χρήσης της λέξης και πως, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να περιλάβει και τους αδελφούς. (Βλ. Το Μεγάλο Λεξικό της Νεολληνικής Γλώσσας, το Λεξικόν Πρωίας, Νέον Λεξικόν - Δ. Β. Δημητράκου, Νέο Ελληνικό Λεξικό - Ε. Κριαρά, Words and Phrases Legally Defined - John B. Saunders, Stroud's Judicial Dictionary, Jowitt's Dictionary of English Law, The Shorter Oxford English Dictionary)." Στο Λεξικόν Πρωΐας η λέξη «οικογένεια» ορίζεται σαν «ομάς ανθρώπων συνδεδεμένων διά δεσμών αίματος, ήτοι αποτελούμενη από τους γονείς, τα τέκνα, ή και τους εκγόνους, ζώσα δε συνήθως υπό την αυτήν στέγην και έχουσα κοινά συμφέροντα.» Παρόμοιος ορισμός δίδεται και στο Νέον Ορθογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν του Δ. Δημητράκου: «ομάς ανθρώπων, διά δεσμών αίματος συνδεδεμένη, ζώσα υπό την αυτήν συνήθως στέγην.» O συνήγορος των εφεσειόντων μας παρέπεμψε στο John B. Saunders, Words and Phrases Legally Defined, 2nd Ed. P. 228, όπου δίδονται διάφοροι ορισμοί της λέξης «family". Δεν κάμνουμε ειδική αναφορά σε κάποιον από τους ορισμούς αυτούς, που ας λεχθεί δίδονται σε σχέση με θέματα κληρονομικής διαδοχής. Αυτό όμως που προκύπτει είναι ότι η λέξη επιδέχεται μια ποικιλία ερμηνειών ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Green v. Marsden [1853] 1 Drew 646: "it is still in itself a word of most loose and flexible description." Αυτό που άνετα προκύπτει είναι ότι κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο θεωρείται μέλος μιας οικογένειας εξαρτάται όχι μόνο από τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και από τους σκοπούς της συγκεκριμένης νομικής πρόνοιας στην οποία η λέξη «οικογένεια» απαντάται. Βρίσκουμε ότι η Χαρίκλεια Ξενοφώντος ήταν μέλος της οικογένειας των εφεσειόντων μέσα στην έννοια του όρου όπως αυτός απαντάται στη Δ.
  3. Καταλήγουμε σ' αυτό το συμπέρασμα έχοντας υπόψη τη στενή συγγενική σχέση της με τους εφεσείοντες αλλά και το γεγονός ότι κατοικούσε στον ίδιο χώρο μαζί τους. Επιπλέον λαμβάνουμε υπόψη ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέρνοντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση.» Στην παρούσα περίπτωση όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, η επίδοση έγινε στον πατέρα του Εναγομένου 2 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν διέμενε μαζί του. Υιοθετώντας τις ερμηνείες που αποδίδονται στα λεξικά στα οποία γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Θεοδώρου ν. ΣΠΕ Μακράσυκας (πιο πάνω) όπου ως «οικογένεια» καθορίζεται η ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με δεσμούς αίματος και ζουν κάτω από την ίδια στέγη, κρίνεται ότι η γενόμενη επίδοση δεν έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 Θ. 2
(1)(i) αφού ναι μεν υπήρχε συγγενική σχέση πλην όμως ο Εναγόμενος 2 δεν διέμενε με τον πατέρα του. Διαφορετική ερμηνεία του όρου «μέλος της οικογένειας» ώστε να περιλαμβάνει συγγενικά πρόσωπα που δεν διαμένουν με το πρόσωπο προς το οποίο θα πρέπει να γίνει επίδοση δεν θα εξυπηρετούσε τον σκοπό για τον οποίο γίνεται η επίδοση. Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής παρέμεινε αναντίλεκτος ενώ τα όσα προβάλλονται από τους Καθ' ων η αίτηση στις παραγράφους 5 - 7 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Τσίγκη δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τον εν λόγω ισχυρισμό αφού αφορούν γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση της απόφασης. Εκείνο το οποίο έχει προβληματίσει έντονα το Δικαστήριο, είναι ο χρόνος που μεσολάβησε από τη στιγμή που ο Αιτητής έλαβε γνώση της απόφασης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, κατά τον οποίο ο Αιτητής όχι μόνο παρέμεινε αδρανής αλλά παράλληλα ουδέποτε προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με το παράτυπο της έκδοσης απόφασης εναντίον του για λόγους κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Επί τούτου επισημαίνεται καταρχήν ότι στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση ο ίδιος δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση της εναντίον του απόφασης. Επιπρόσθετα, από το φάκελο του Δικαστηρίου τον οποίο έχω διεξέλθει, ως είναι επιτρεπτό (βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938), προκύπτουν τα ακόλουθα: - Το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 9.9.2003 και μετά την παράλειψη των Εναγομένων 1 - 3 να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης, στις 16.12.2003 οι Ενάγοντες εξασφάλισαν απόφαση εναντίον τους ως αναφέρεται πιο πάνω. - Στις 24.3.2004 καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής εναντίον του Εναγομένου 1 η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 21.9.2005 λόγω μη προώθησης. - Στις 27.3.2008 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση εντάλματος παραδόσεως του οχήματος μάρκας Mazda 323 τύπου Saloon 1994 με αριθμούς εγγραφής ΕΑΤ
  1. - Στις 30.3.2009 καταχωρήθηκε ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας των Εναγομένων 1-3 το οποίο σε σχέση με τους Εναγομένους 1 και 2 επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Ειδικότερα, εντός του φακέλου της υπόθεσης υπάρχει η επιστολή του Δικαστικού Επιδότη κ. Σωτήρη Χριστοφή ημερομηνίας 9.4.2009 προς τον δικηγόρο των Εναγόντων κ. Μάριο Χαρτζιώτη όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Με την ειδοποίηση αυτή σας πληροφορώ ότι η εκτέλεση του εντάλματος κινητής περιουσίας με τα αναφερόμενα πιο πάνω στοιχεία που εκδόθηκε στις 30.3.2009 δεν έχει καταστεί δυνατή για τον ακόλουθο λόγο: ο εξ αποφάσεως χρεώστης Νο. 1-2 στερούνται κινητής περιουσίας στις δοθείσες διευθύνσεις Ηλία Βενέζη και Φώτη Πίττα 9 στον Ύψωνα» (η εν λόγω ειδοποίηση επισυνάπτεται και ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Τσίγγη ημερομηνίας 23.6.2011). Επομένως, προκύπτει εμμέσως από την εν λόγω ειδοποίηση ότι κατά τον χρόνο εκείνο ο Εναγόμενος 2 έλαβε γνώση της εναντίον του δικαστικής απόφασης και δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για τον παραμερισμό της ούτε την αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο. - Στις 10.9.2009 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση έρευνας εναντίον του Εναγόμενου 2 η οποία ορίστηκε στις 3.11.
  2. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση του Ιδιώτη Επιδότη Νίκου Νικολάου ημερομηνίας 16.9.2009, η αίτηση επιδόθηκε στην μητέρα και συγκάτοικο του Εναγομένου 2 κα. Χρυσούλλα Μανώλη. Λόγω της απουσίας του Εναγομένου 2 από το Δικαστήριο στις 3.11.2009, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του το οποίο ορίστηκε για έλεγχο στις 17.12.
  3. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Εναγόμενος 2 εμφανίστηκε με τον δικηγόρο κ. Χ. Σιάρπ ο οποίος ζήτησε όπως η αίτηση οριστεί για οικονομική εξέταση καθότι ο πελάτης του δεν ήταν σε θέση να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ακολούθως, η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση στις 8.2.2010 και εκείνη την ημέρα ο Εναγόμενος 2 ζήτησε και πάλι δια του δικηγόρου του κ. Σιάρπ όπως του δοθεί ακόμη λίγος χρόνος για την καταχώρηση της ένστασής του και για το σκοπό αυτό η αίτηση ορίστηκε εκ νέου για Ακρόαση στις 8.3.2010 με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι 1.3.
  4. Η πλευρά των Εναγόντων δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την προγραμματισμένη ημέρα και ώρα της ακρόασης της αίτησης και κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του Εναγομένου 2 στις 8.3.2010 το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω μη προώθησης. Σημειώνεται ότι όπως φαίνεται και στα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.2009, 8.2.2010 και 8.3.2010 κατά τις εμφανίσεις του κατά τις εν λόγω ημερομηνίες μετά του δικηγόρου του κ. Χ. Σιάρπ, ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιαδήποτε θέση αναφορικά με την εναντίον του εκδοθείσα απόφαση. Σε σχέση με την εν λόγω αίτηση, στην Ένορκη Δήλωση του κ. Χάρη Τσίγκη που συνοδεύει την Ένσταση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3, επιστολή του δικηγόρου κ. Χάρη Σιάρπ, ημερομηνίας 9.12.2009, εκπροσωπώντας τον Αιτητή και τον Εναγόμενο 3 στην αγωγή, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Χάρης Σιάρπ εκπροσωπώντας τον Ηλία Μανώλη και τον Πόλυ Πολυκάρπου (συλλογικά θα αναφέρονται ως «Πελάτες»), υπεύθυνα δηλώνω ότι οι προαναφερθέντες θα ήθελαν να συμβιβάσουν με σκοπό την διευθέτηση, τις υποχρεώσεις τους έναντι της Ελληνικής Τράπεζας. Λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις των Πελατών, και τα ποσά τα οποία οφείλονται στην Ελληνική Τράπεζα οι Πελάτες προτείνουν όπως τους επιτραπεί να αποπληρώσουν τα υπόλοιπα τα οποία οφείλουν σε μηνιαίες δόσεις οι οποίες δεν υπερβαίνουν τα €200 έκαστη. Για αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας οι αναλυτικές προσφορές των Πελατών είναι οι ακόλουθες: 1) ο κ. Ηλίας Μανώλη θα πληρώνει μηνιαίως €100 σε λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας ο οποίος θα καθοριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. 2) ο κ. Πόλυ Πολυκάρπου θα πληρώνει μηνιαίως €100 σε λογαριασμό της Ελληνικής Τράπεζας ο οποίος θα καθοριστεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε περίπτωση όπου οι πιο πάνω προσφορές σας βρίσκουν σύμφωνους θα ήθελα θερμά να σας παρακαλέσω όπως αποσύρεται, ως διευθετηθείσες, όλες τις δικαστικές διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούν ή πιθανότατα να εκκρεμούν ενώπιον των Πελατών. Αναμένω με ανυπομονησία.» Η πιο πάνω επιστολή έχει ως θέμα τις «υποχρεώσεις κ. Ηλία Μανώλη και κ. Πόλυ Πολυκάρπου» ενώ σημειωτέον είναι επίσης το γεγονός ότι ο κ. Τσίγκης δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Αιτητή επί των σχετικών θέσεων του στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσης του. Στη βάση της πιο πάνω επιστολής ημερομηνίας 8.12.2009 φαίνεται ότι στο στάδιο εκείνο ο Εναγόμενος 2 όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την εναντίον του απόφαση αλλά τουναντίον αποδέχθηκε την οφειλή του και εισηγήθηκε μέσω του δικηγόρου του τρόπους αποπληρωμής της απόφασης. - Στις 18.1.2010 δόθηκε άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2003 λόγω παρέλευσης έξι ετών από την έκδοση της ενώ στις 5.5.2010 δόθηκε άδεια στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ να συνεχίσει τη διαδικασία και να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης της απόφασης εναντίον των Εναγομένων. - Στις 19.5.2010 οι Ενάγοντες καταχώρησαν εκ νέου αίτηση έρευνας εναντίον του Εναγομένου 2 η οποία ορίστηκε στις 22.11.2010 και επίσης επιδόθηκε στην μητέρα του Εναγομένου 2 κα. Χρυσούλλα Μανώλη. Στις 22.11.2010 ο Εναγόμενος 2 εμφανίστηκε με την δικηγόρο κα. Ιωάννου και ζήτησε όπως η αίτηση οριστεί για εξέταση καθότι ο πελάτης της δεν προσφέρει κανένα ποσό για πληρωμή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση στις 14.1.2011 και στις 12.1.2011 ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στην οποία δεν εγείρεται ως λόγος ένστασης οποιαδήποτε παρατυπία στην έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2003 για λόγους κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, ούτε επιφυλάσσεται το δικαίωμα του Αιτητή να εγείρει αυτό το ζήτημα σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπρόσθετα, στην Ένορκη Δήλωσή του ημερομηνίας 19.5.2010 που συνοδεύει την ένστασή του στην αίτηση ημερομηνίας 12.1.2011, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση και την αδυναμία του να αποπληρώσει το εξ΄ αποφάσεως χρέος του. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράγραφος 5 της εν λόγω Ένορκης Δήλωσης η οποία παρατίθεται αυτούσια: «
  5. Εκτός των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι είναι άδικο σαν εγγυητής η Ενάγουσα Τράπεζα να αξιοί από εμέ την εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως διότι εν τω μεταξύ ο πρωτοφειλέτης και ο συνεγγυητής μου δεν γνωρίζω που ευρίσκονται, έχω κάμει προσπάθειες να τους συναντήσω σε μία προσπάθεια συζήτησης της υπόθεσης αλλά δυστυχώς άλλαξαν διευθύνσεις και έτσι δεν μπορώ να ζητήσω συνεισφορά με αποτέλεσμα λόγω της καθυστέρησης της Ενάγουσας τράπεζας να επηρεασθούν τα δικαιώματα μου.» - Στις 11.4.2011 και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση έρευνας ημερομηνίας 19.5.2010 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση αφού προηγήθηκε έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου από τον συνήγορο του Αιτητή στις 21.3.
  6. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων το Δικαστήριο θα πρέπει να αξιολογήσει τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής στο διάστημα που μεσολάβησε από την ημέρα που έλαβε γνώση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και ειδικότερα το γεγονός ότι με τη διαχρονική του συμπεριφορά αποδέχθηκε την οφειλή του στους Ενάγοντες, και να αποφασίσει κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice (21η έκδοση) στη σελίδα 58, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η απόφαση εκδίδεται αντικανονικά και θα πρέπει να παραμεριστεί δικαιωματικά, η αίτηση θα πρέπει να καθορίζει τους λόγους για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός και να καταχωρηθεί εντός ευλόγου χρόνου και προτού ο εναγόμενος κάνει οποιοδήποτε διάβημα στην αγωγή αφού έλαβε γνώση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Το σχετικό απόσπασμα παρατίθεται πιο κάτω: "Where a judgment is irregularly obtained, the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr. 1, 2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh steps is taken after knowledge of the irregularity." (οι υπογραμμίσεις δικές μου) Στην υπόθεση Hewitson and Milner v. Fabre
(1888)Law Journal, Vol. 57, στη σελίδα 449, όπου διατάχθηκε παραμερισμός της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του εναγομένου λόγω του ότι ενώ ήταν γάλλος υπήκοος του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα αντί η ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, ένα από τα ζητήματα τα οποία εγέρθηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα ήταν ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα με τρόπο ώστε ο εναγόμενος να μην δικαιούται στον παραμερισμό της απόφασης. Το Δικαστήριο απέρριψε την εν λόγω εισήγηση και ο Wills J. ανέφερε τα ακόλουθα: 'The defendant was here improperly served with the writ itself, which was no service, and accordingly he has been dealt with by our Courts without having been served with our process. He has done nothing to disentitle him in any way to relief; he did not appear or evince any willingness to be treated as a British subject. This is not a mere irregularity in the proceedings which we can cure under Order LXX. rule 2, but a defect in the jurisdiction
(6)." (υπογραμμίσεις δικές μου) Επομένως, από την όλη συμπεριφορά του Εναγόμενου 2 όπως περιγράφεται πιο πάνω συνάγεται ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι εκάστοτε δικηγόροι του αποδέχθηκαν την οφειλή του στους Ενάγοντες ως δεδομένη και για περίοδο δύο και πλέον χρόνων κανένα μέτρο λήφθηκε για σκοπούς παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 16.12.2003 ενώ ο ίδιος γνώριζε για την ύπαρξη της και τις λεπτομέρειες αυτής, με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι στην Ένορκη Δήλωσή του που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ο Αιτητής δεν αναφέρει οτιδήποτε σχετικό με την τυχόν υπεράσπιση του στην αγωγή, παρά μόνο ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του να υπερασπιστεί. Σημειώνεται ότι το απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) στη σελίδα 559 στο οποίο παρέπεμψε ο κ. Ιωάννου στα πλαίσια της αγόρευσης του[2] απλά υποδεικνύει ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε μέτρα για παραμερισμό αντικανονικής απόφασης εντός ευλόγου χρόνου από την ημέρα που λαμβάνει γνώση αυτής δεν αποκλείει (υπογράμμιση δική μου) τον παραμερισμό της απόφασης, χωρίς όμως να αναφέρεται ότι έχει αναφαίρετο δικαίωμα στον παραμερισμό. Η δε απόφαση Muir v. N. Jenks & Co
(1913)Law Journal, Vol. 82, στη σελίδα 703, όπου αναφέρεται ότι είναι η υποχρέωση του πιστωτή και όχι του χρεώστη να διορθώσει μια απόφαση η οποία είναι λανθασμένη, διαφοροποιείται από την προκειμένη περίπτωση αφού στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης είχε εκδοθεί απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από το οφειλόμενο εν γνώση του πιστωτή ότι ο χρεώστης είχε πληρώσει ένα αρκετά μεγάλο ποσό έναντι του χρέους του πριν την έκδοση της απόφασης. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει σε καμία περίπτωση τις αρχές που τέθηκαν από τη νομολογία και αναφέρονται πιο πάνω σε σχέση με το απόλυτο δικαίωμα του εναγομένου για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε στη βάση κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Κρίνω, όμως, ότι η υπό εξέταση αίτηση διαφοροποιείται από τις εν λόγω αποφάσεις (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου, Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd (πιο πάνω)) αφού:
  1. Στην Γιωργαλλίδης ο μοναδικός λόγος της έφεσης στρεφόταν εναντίον του όρου καταβολής των εξόδων που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο ενώ είχε παραμερίσει την απόφαση λόγω κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και αυτό ήταν και το μόνο θέμα που εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο.
  2. Στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, το Ανώτατο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης και έκρινε ότι αυτή ήταν η αιτία που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της αγωγής για να αμυνθεί ως ήταν η πρόθεση της, πρόθεση η οποία και δεν διακρίνεται από μέρους του Αιτητή στην υπό κρίση αίτηση αφού στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του ο Αιτητής περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που αφορούν την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον πατέρα του και ουδεμία αναφορά γίνεται στην πρόθεση του να υπερασπιστεί την αγωγή ή την φύση της υπεράσπισης του. Αντίθετα, στην προκειμένη περίπτωση, ουδεμία αναφορά γίνεται από τον Αιτητή στην Ένορκη Δήλωση του αναφορικά με τη φύση και έκταση της τυχόν υπεράσπισης του στην αγωγή, αφού οι ισχυρισμοί του στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση του περιορίζονται στα γεγονότα που αφορούν στο παράτυπο της επίδοσης.
  3. Στην δε υπόθεση J. Z. Classic, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε μεν το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος ήταν καλή, υπέδειξε, όμως, ότι η εφεσείουσα είχε γνώση της υπόθεσης που αντιμετώπιζε αφού υπήρχε ισχυρισμός εκ μέρους της εφεσίβλητης, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, πως μετά την έκδοση της απόφασης ο διευθυντής της εφεσείουσας ερχόταν σε επαφή με το διευθυντή της εφεσίβλητης για διακανονισμό του εξ΄ αποφάσεως χρέους. Κρίνω επίσης ότι η συμπεριφορά του Αιτητή όπως καταγράφεται πιο πάνω και ειδικότερα η συμμετοχή του σε δύο διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου και η μη έγερση ζητήματος αντικανονικότητας στην έκδοση της εναντίον του απόφασης όπως επίσης η μη λήψη οποιονδήποτε μέτρων για παραμερισμό της απόφασης ενώ στις 9.12.2009 ο τότε δικηγόρος του δήλωνε ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν πρόθυμος να καταβάλλει στους Ενάγοντες κάποιο ποσό μηνιαίως έναντι του χρέους του, ήταν τέτοια ώστε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, ενόψει και της μη προβολής οποιασδήποτε υπεράσπισης στην αγωγή, να είναι κακόπιστη και να συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τα γεγονότα της υπόθεσης δεικνύουν ότι ούτε ο Αιτητής, ούτε οι δικηγόροι του αμφισβήτησαν επί της ουσίας την οφειλή του προς τους Ενάγοντες. Στο ελληνικό συνταγματικό δίκαιο υπάρχει η έννοια της κατάχρησης ενός συνταγματικά κατοχυρωμένου ατομικού δικαιώματος. Στο σύγγραμμα Συνταγματικό Δίκαιο: Ατομικά Δικαιώματα Α΄ του Π. Δ.Δάγτογλου
(1991), επεξηγείται στη σελίδα 134 ότι κατάχρηση τέτοιου δικαιώματος συντρέχει όταν η χρήση του δικαιώματος αντιστρατεύεται τη συνταγματική τάξη και ειδικά τον σκοπό του συγκεκριμένου δικαιώματος. Όπως υποδεικνύεται στη σελίδα 136 του εν λόγω συγράμματος, η απαγόρευση της καταχρηστικής άσκησης των ατομικών δικαιωμάτων δεν αποτελεί περιορισμό τους αλλά απλώς προσδιορισμό του προστατευόμενου από το Σύνταγμα χώρου∙ όποιος ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμα, κινείται εκτός του χώρου αυτού και δεν προστατεύεται από το Σύνταγμα. Πότε συντρέχει κατάχρηση ατομικού δικαιώματος αποφασίζει τελικά ο δικαστής ενώ η κύρωση της κατάχρησης είναι ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά δεν απολαμβάνει τη συνταγματική προστασία του ατομικού δικαιώματος, το οποίο δεν μπορεί πλέον να επικαλείται ο καταχρώμενος (βλέπε σελίδες 137 - 139). Είναι γεγονός ότι στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν περιέχεται παρόμοια πρόνοια. Η έννοια της κατάχρησης, όμως, δεν είναι άγνωστη στην Κυπριακή νομολογία καθ΄ όσον αφορά τις διάφορες δικονομικές δυνατότητες. Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911 έγινε αναφορά στις αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Παραθέτω πιο κάτω την σχετική περικοπή από την απόφαση: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσω τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση τους σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Επίσης, ως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην προώθηση κάποιου ζητήματος δύναται υπό κάποιες περιστάσεις να χαρακτηριστεί και ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλέπε Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλόκκας Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1763, Impregilo S.P.A v. Demiatte Shipping Co. Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1 και K.S.R. Comersio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Nov. Ltd
(1995)1 AAD 309). Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής μέσω της συμπεριφοράς του και των ενεργειών των εκάστοτε δικηγόρων του αποδέχθηκε με τρόπο άμεσο και σαφή την οφειλή του προς τους Ενάγοντες με τρόπο ώστε η παρούσα περίπτωση να διακρίνεται από τις διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος, πόσο μάλλον ενόψει και της μεγάλης καθυστέρησης που διαπιστώνεται από την ημέρα που λαμβάνει γνώση μέσω του εντάλματος για εκποίηση της κινητής περιουσίας του τον Απρίλιο του 2009 μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Συνεπώς, χωρίς να παραγνωρίζω τις πιο πάνω αρχές στη βάση των οποίων το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου αγωγής έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30
(3)(α) και (β) του Συντάγματος και ειδικότερα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του Αιτητή είναι τέτοια ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να γίνει αρωγός στην καταχρηστική διαδικασία που αυτός προωθεί και να επιτρέψει την υπό εξέταση αίτηση. Έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα δημιουργούσε καίριο πλήγμα την αρχή της τελεσιδικίας η οποία είναι και κοινωνικά επιβεβλημένη. Επομένως, για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου 2 - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: ενδιάμεση / αίτηση παραμερισμού απόφασης [1] Σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, ο όρος ex debito justitiae ερμηνεύεται ως «as a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant.» [2] «Failure to take steps to have the judgment corrected within a reasonable time after notice of it does not preclude the defendant from having the judgment set aside; it is not the duty of the debtor but of the creditor, if he obtains a wrong judgment to have it set right». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.