Xρίστου Τσαγγαρίδη ν. Στέλιου Ησαϊα, Αγ. Αρ. 2596/06, 19/10/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A283 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. 2596/06 Μεταξύ: Xρίστου Τσαγγαρίδη από τη Λευκωσία Ενάγοντα και Στέλιου Ησαϊα από τη Λεμεσό Εναγομένου -------------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19/10/
- Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Λάρης Βραχίμης για κ.κ. Ελένη Βραχίμη & Σια. Για τον εναγόμενο: κα Μαρία Γιατρού. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή, αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των £11,575.90 σεντ πλέον τόκους και έξοδα. Ισχυρίζεται, ότι ο ίδιος και ο εναγόμενος ήταν ομόρρυθμοι συνέταιροι στην Στέλιος Ησαϊας & Σια Ο.Ε. με συμμετοχή ανά 49% έκαστος. Η εν λόγω εταιρεία λειτουργούσε επιχείρηση καφέ μπαρ υπό την επωνυμία «Μπαρ 74» στην Ελούντα της Κρήτης. Κατά τις 27/11/2000, ο εναγόμενος, ενεργώντας ως ο νόμιμος εκπρόσωπος της ομόρρυθμου εταιρείας, προχώρησε στην πώληση της πιο πάνω επιχείρησης έναντι του συνολικού ποσού των 14,000,000 δραχμών το οποίο κατατέθηκε απευθείας στο λογαριασμό του. Το αξιούμενο ποσό από τον ενάγοντα είναι το 49% του πιο πάνω τιμήματος πώλησης το οποίο ισχυρίζεται ότι δικαιούται σύμφωνα με το ποσοστό συμμετοχής του στην πιο πάνω εταιρεία και το οποίο ο εναγόμενος αρνήθηκε να του καταβάλει. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του, αρνείται ότι ο ενάγοντας δικαιούται το πιο πάνω ποσό και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος από το 1997, όταν αντιλήφθηκε ότι η επιχείρηση αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, την εγκατάλειψε και αρνήθηκε να επιστρέψει στην Κρήτη και να προσφέρει σε αυτή. Ο εναγόμενος περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι από μόνος του κράτησε την επιχείρηση ζωντανή και κατάφερε τελικά να την πωλήσει. Όλα τα χρόνια που εργαζόταν μόνος του δεν έπαιρνε μισθό και ισχυρίζεται ότι δικαιούται συνολικά 18,200,000 δραχμές ως οφειλόμενους μισθούς, ποσό το οποίο ανταπαιτεί. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας θα δικαιούταν μερίδιο από το πιο πάνω ποσό της πώλησης της επιχείρησης, εφόσον όλες οι υποχρεώσεις και οφειλές της εταιρείας τακτοποιούνταν καθώς επίσης και οι οφειλές της εταιρεία προς αυτόν ως δεδουλευμένους μισθούς. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του ενάγοντα κατέθεσε μόνο ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.). Για λογαριασμό της υπεράσπισης, κατέθεσε ο εναγόμενος (Μ.Υ.1) και ο κ. Νίκος Ζαχαρόπουλος (Μ.Υ.2). Επίσης, κατά την δίκη κατατέθηκαν συνολικά 25 Τεκμήρια, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Όλη η μαρτυρία έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα γίνει όμως κατωτέρω αναφορά στα κυριότερα μέρη της μαρτυρίας εκάστου από των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου για να διαφανούν οι εκδοχές των μερών. Ο ενάγοντας κατά την μαρτυρία του, ανέφερε ότι ο εναγόμενος είναι εξάδελφος του και κατά την ουσιώδη χρόνο ήταν συνέταιροι στην Ομόρρυθμη Εταιρεία Στέλιος Ησαϊας & Σια Ο.Ε. και λειτουργούσαν από κοινού επιχείρηση μπυραρίας με την επωνυμία «BAR 74» στην Ελούντα της Κρήτης. Ο εν λόγω συνεταιρισμός ενεγράφηκε αρχικά στις 10/11/1984 στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης με την επωνυμία «ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ - ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ο.Ε.» και ομόρρυθμοι συνεταίροι ήταν ο Δημήτρης Γρηγορ. Δημητρίου και ο Ευαγόρας Ευριπίδη Κυριάκου με μερίδιο συμμετοχής 50% έκαστος. Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1 το αρχικό αυτό Καταστατικό της Ομόρρυθμου Εταιρείας. Ακολούθως, ο Δημήτριος Δημητρίου, εξάδελφος των διαδίκων, τους έκανε πρόταση να αγοράσουν το μερίδιο του συνεταίρου του στον πιο πάνω συνεταιρισμό, κάτι το οποίο αποδέκτηκαν. Έτσι στις 20/05/1989 με τροποποιητικό έγγραφο (τεκμήριο 2) οι διάδικοι κατέστησαν ομόρρυθμοι συνέταιροι στο πιο πάνω συνεταιρισμό ανά 24% έκαστος και το υπόλοιπο 52% συνέχισε να κατέχει ο εν λόγω Δημήτρης Δημητρίου. Περαιτέρω, με το έγγραφο αυτό τροποποιήθηκε και το όνομα του συνεταιρισμού, ο οποίος μετονομάστηκε σε «ΗΣΑΪΑΣ ΣΤΕΛΙΟΣ & ΣΙΑ Ο.Ε.» και έκτοτε άρχισαν να εργάζονται στον συνεταιρισμό και να λειτουργούν την πιο πάνω επιχείρηση. Ο πιο πάνω αναφερόμενος Δημήτρης Δημητρίου παρέμεινε ως ομόρρυθμος συνέταιρος μέχρι το 1991, οπότε οι διάδικοι τον εξαγόρασαν και αυτόν. Έτσι, με τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 01/11/1991 (τεκμήριο 3) οι διάδικοι κατέστησαν ομόρρυθμοι συνέταιροι ανά 49% έκαστος και ο Δημητρίου παρέμεινε να κατέχει το 2% τυπικά και χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή στον συνεταιρισμό (sleeping partner). Σύμφωνα με τα πιο πάνω έγγραφα, οι διάδικοι είχαν υποχρέωση να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία για την επίτευξη των σκοπών του συνεταιρισμού και είχαν δικαίωμα να παίρνουν τα κέρδη σύμφωνα με το μερίδιο συμμετοχής τους στο τέλος έκαστου έτους, αφού πρώτα αφαιρούνταν όλα τα έξοδα, υποχρεώσεις της εταιρείας και φόροι. Από το 1989 μέχρι και το 1996 οι διάδικοι εργάζονταν και οι δύο στην πιο πάνω επιχείρηση του συνεταιρισμού από το Πάσχα μέχρι τον Οκτώβριο κάθε χρόνου, καθότι η επιχείρηση αυτή ήταν εποχιακή. Την υπόλοιπη περίοδο βρίσκονταν στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, περί το Χριστούγεννα του έτους 1996, ανέφερε στον εναγόμενο ότι δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται στην πιο πάνω επιχείρηση λόγω οικογενειακών του προβλημάτων. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η θυγατέρα του η οποία διέμενε στην Αγγλία μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο του, ήθελε να έρθει να ζήσει μαζί του στην Κύπρο και δεν θα μπορούσε να μεταβαίνει στην Κρήτη για να συνεχίσει να προσφέρει την εργασία του στην επιχείρηση που λειτουργούσε ο συνεταιρισμός. Πρότεινε στον εναγόμενο διάφορες εναλλακτικές λύσεις τις οποίες ο εναγόμενος απέρριψε. Συγκεκριμένα, είπε ότι πρότεινε στον εναγόμενο να αγοράσει το μερίδιο του κάτι το οποίο απέρριψε καθότι νομίζει ότι ο εναγόμενος δεν είχε χρήματα. Μετά του είπε να εργοδοτήσει υπάλληλο και να τον πληρώνει ο ίδιος ο ενάγοντας από το μερίδιο του, κάτι το οποίο επίσης απέρριψε. Ακολούθως, του είπε να συνεχίσει ο εναγόμενος να δουλεύει το μαγαζί με τον τρόπο που ο ίδιος ήθελε και να του δίνει το 30% των κερδών στο τέλος κάθε σαιζόν, το οποίο επίσης απέρριψε. Στο τέλος είπαν να παίρνει το 25% των κερδών και ο εναγόμενος του είπε θα δούμε, χωρίς στο τέλος να έχουν καταλήξει κάπου. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι η άλλη επιλογή ήταν να μπει άλλος συνέταιρος, κάτι το οποίο δεν αποδεχόταν ο εναγόμενος διότι δεν ήθελε ξένους στην επιχείρηση. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αυτός, ανέφερε ότι μετέβηκε στην Κρήτη περί το Πάσχα του 1997 και βοήθησε τον εναγόμενο να στήσει το μαγαζί όπως είχαν συμφωνήσει καθότι ήταν η πρώτη χρονιά που θα πήγαινε μόνος του ο εναγόμενος και πήγε να τον βοηθήσει στα προκαταρκτικά. Στο τέλος της σαιζόν του 1997, όταν επέστρεψε ο εναγόμενος από τη Κρήτη, ο ενάγοντας τον κάλεσε για να μιλήσουν αναφορικά με το τι έγινε και ο εναγόμενος του ανέφερε ότι δεν είχε βγάλει χρήματα καθότι δεν είχε δουλειά και απαιτούσε μισθούς από τον ενάγοντα. Έτσι συμφώνησαν να βρουν αγοραστή για να πουλήσουν την επιχείρηση και να πάρει ο καθένας το μερίδιο του. Ακολούθως, ο μάρτυρας επεξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο που οι διάδικοι λειτουργούσαν την επιχείρηση από το 1991 μέχρι το 1996, όταν εργάζονταν και οι δύο σε αυτήν. Ανέφερε ότι δεν έπαιρναν μισθό από τον συνεταιρισμό. Έπαιρναν χρήματα μόνο για τα έξοδα που χρειάζονταν για να ζήσουν και τα κατέγραφαν. Στο τέλος, έβγαζαν τα έξοδα και τα έσοδα, αφαιρούσαν τι είχε πάρει ο καθένας και το κέρδος που απέμενε το μοιράζονταν. Τηρούσε ο καθένας δικό του βιβλίο στο οποίο κατέγραφαν τα έσοδα και τα έξοδα. Κατέθεσε στο Δικαστήριο δέσμη από αντίγραφα των καταστάσεων που τηρούσε ο ίδιος για τα έτη 1991 - 1996 ως τεκμήριο 4 και τις επεξήγησε. Για τα επόμενα χρόνια που λειτουργούσε την επιχείρηση ο εναγόμενος από μόνος του, δεν του είχαν δοθεί ούτε έχει οποιαδήποτε στοιχεία. Ο εναγόμενος του έλεγε ότι ήταν πεσμένες οι δουλείες και δεν έβγαζε χρήματα. Επίσης, ο ενάγοντας δεν απαίτησε οποιαδήποτε κέρδη για τα χρόνια που λειτουργούσε το μαγαζί ο εναγόμενος από μόνος του. Τελικά, η εν λόγω επιχείρηση πουλήθηκε από τον εναγόμενο κατά το έτος
- Όταν επέστρεψε στην Κύπρο το 2000 μετά το τέλος της σαιζόν, ο εναγόμενος έφερε στον ενάγοντα το πωλητήριο έγγραφο με το οποίο πούλησε την επιχείρηση. Κατέθεσε στο Δικαστήριο το εν λόγω έγγραφο ως τεκμήριο
- Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό η ομόρρυθμος εταιρεία των διαδίκων, εκπροσωπούμενη από τον εναγόμενο, κατά την 27/11/2000 πώλησε την επιχείρηση μπυραρίας που λειτουργούσε σε τρίτα πρόσωπα έναντι του τιμήματος των 14,000,000 δρχ, ποσό το οποίο καταβλήθηκε με κατάθεση στον τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου. Μετά από αυτό και κατόπιν συζήτησης, ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι ακόμη δεν έχουν ξεκαθαρίσει οι φορολογίες και διάφορα έξοδα και ότι προτού του δώσει το μερίδιο του θα πρέπει να υπολογίσει πρώτα και τους μισθούς του. Συζήτησαν ακόμη δύο με τρεις φορές και ο εναγόμενος ήταν αρνητικός και ούτε τα έξοδα ούτε τους μισθούς του είχε υπολογίσει όπως είχε υποσχεθεί. Επίσης, ο ενάγοντας του ζήτησε και λογαριασμούς, τους οποίους δεν του παρουσίασε. Μετά από αυτό, ο ενάγοντας αποτάθηκε στο δικηγόρο του για να διεκδικήσει το μερίδιο του και ο οποίος με επιστολή του ημερομηνίας 9/6/2004 η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 21/07/2004 (τεκμήριο 6), απαίτησε την καταβολή του ποσού των 6,860.000 δρχ πλέον τόκους. Στην επιστολή αυτή, ο εναγόμενος απάντησε μέσω της δικηγόρου του, με επιστολή της τελευταίας ημερομηνίας 29/07/2004 (τεκμήριο 7) με την οποία έλεγε ότι δεν είχε ένσταση να αποδώσει στον ενάγοντα το μερίδιο του, νοουμένου ότι θα αφαιρούνταν τα έξοδα και οι υποχρεώσεις της εταιρείας που υπάρχουν, ανάμεσα σε αυτά και οι μισθοί του. Περαιτέρω, στην εν λόγω επιστολή ανέφερε ότι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία βρίσκονταν στην κατοχή του λογιστή της ομόρρυθμης εταιρείας και τον παρέπεμπε σε αυτόν. Στην συνέχεια, ο ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 25/11/2008 (τεκμήριο 8) ενημέρωνε την δικηγόρο του εναγόμενου ότι αποτάθηκε στον λογιστή της εταιρείας ο οποίος και του ανέφερε ότι δεν είχε στην κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία αφού τα παρέδωσε όλα στον εναγόμενο και την καλούσε ξανά όπως ο εναγόμενος του παραδώσει τα σχετικά στοιχεία. Ακολούθησε η επιστολή της δικηγόρου του εναγομένου ημερομηνίας 9/12/2004 (τεκμήριο 9) με την οποία ενημέρωνε το δικηγόρο του ενάγοντα ότι ο λογιστής της εταιρείας δεν έχει τίποτε σχετικό και ότι ο ενάγοντας μπορεί να ζητήσει τις φορολογικές δηλώσεις από την Εφορία Αγίου Νικολάου. Τέλος, ο ενάγοντας ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει οποιαδήποτε στοιχεία από τον εναγόμενο ούτε του έχει δοθεί οποιοδήποτε ποσό από την πώληση της επιχείρησης. Ο εναγόμενος κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση του η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Σε αυτή αναφέρει τον τρόπο εργασίας των διαδίκων στην επιχείρηση που λειτουργούσαν στην Ελούντα της Κρήτης από το 1991 μέχρι το 1996 και ισχυρίστηκε ότι δούλευαν 11-13 ώρες έκαστος από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο εκάστου έτους. Επίσης, ανέφερε ότι εργοδοτούσαν και μια υπάλληλο η οποία εργαζόταν περίπου 5 ώρες ημερησίως. Πέραν τούτου, ανέφερε ότι δεν έπαιρναν μισθό από την εταιρεία αλλά εκείνο που έκαναν ήταν να παίρνουν έναντι κάθε μήνα για τα τρέχοντα έξοδα τους και τα σημείωναν για να τα αφαιρέσουν στο τέλος της κάθε περιόδου από τα αναλογούντα κέρδη από την εταιρεία, αφού πληρώνονταν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας σε προμηθευτές, ρεύματα, φόρους, δικηγορικά έξοδα, λογιστή, δημοτικοί φόροι, προσωπικό, ενοίκια και ενοίκια του χειμώνα. Στην συνέχεια, αναφέρθηκε στα στοιχεία που παρουσίασε ο ενάγοντας για την περίοδο 1991 - 1996 και συγκεκριμένα στο τεκμήριο 4, για να καταλήξει ότι το έτος 1996 υπήρξε μια αισθητή πτώση των κερδών τους. Επίσης, αναφέρθηκε στο ενοίκιο του οικήματος το οποίο είπε το 1989 ήταν γύρω στις 120,000 δρχ και μέχρι το έτος 2000 αυξήθηκε σταδιακά σε 204,000 δρχ. Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, ότι λόγο της αισθητής πτώσης των εργασιών τους κατά το έτος 1996, ο ενάγοντας άρχισε να κάνει παράπονα και ήθελε να αφήσουν την επιχείρηση. Επίσης, η επιχείρηση είπε αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Όταν ο ενάγοντας το αντιλήφθηκε αυτό, εγκατέλειψε την επιχείρηση τον Απρίλιο του 1997 με αποτέλεσμα να επιστρέψει μόνος του στην Κρήτη και να προσπαθεί να κρατήσει την επιχείρηση εργαζόμενος μόνος του από η ώρα 9.00 το πρωϊ μέχρι τις 3.00 τα ξημερώματα της επομένης σε μια προσπάθεια του η επιχείρηση να είναι δραστηριοποιημένη μέχρι να βρεθεί ο κατάλληλος αγοραστής. Είναι η θέση του εναγομένου ότι ο ενάγοντας εντελώς απροειδοποίητα περί τον Μάρτιο του 1997, όταν κανόνιζαν την μετάβαση τους στην Κρήτη, του ανέφερε ότι δεν θα ερχόταν διότι δήθεν η κόρη του θα ερχόταν να μείνει μαζί του μόνιμα στην Κύπρο. Το γεγονός αυτό τον βρήκε εντελώς απροετοίμαστο γι αυτό του ζήτησε να πάει μαζί του στην Κρήτη για να τον βοηθήσει να οργανωθεί. Αν τον προειδοποιούσε έγκαιρα τότε ο ίδιος θα έφευγε πιο γρήγορα. Το πιο πάνω γεγονός ανέφερε, δημιούργησε τεράστια προβλήματα στην ομόρρυθμο εταιρεία και στον ίδιο αφού έμεινε ουσιαστικά μόνος του να εργάζεται σε μια εταιρεία στην οποία είχε αρχίσει να παρουσιάζει πτώση στα κέρδη της από το 1996, πριν ακόμη φύγει ο ενάγοντας. Με αυτό το σκεπτικό ουδέποτε δέχτηκε την πρόταση του ενάγοντα να παίρνει το 20% των κερδών του γιατί αυτό ήταν αβέβαιο γεγονός και δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Έτσι από την αρχή η θέση του ήταν ότι ήθελε ένα σταθερό μισθό και αφού αφαιρείτο ο μισθός του, να μοιράζονται τα οποιαδήποτε κέρδη υπήρχαν. Το γεγονός αυτό ο ενάγοντας ουδέποτε το αρνήθηκε και απέμεινε να ξεκαθαριστεί το ύψος του μισθού του, γι αυτό του ζήτησε να τον ενημερώσει όταν θα επέστρεφε μετά την πρώτη χρονιά από την εργασία που θα έκανε μόνος του, να δει το ωράριο και να του προσδιορίσει το ύψος του μισθού. Αυτό και έγινε είπε. Εργάστηκε από μόνος του για την περίοδο του 1997 και εργοδότησε και μια υπάλληλο για να εργάζεται 8 ώρες την ημέρα με σπαστό ωράριο η οποία έπαιρνε 200,000 δρχ. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι και το έτος
- Ο εναγόμενος περαιτέρω, ανέφερε ότι υπήρχε πτώση των εργασιών της εταιρείας και η οικονομική της κατάσταση χειροτέρευε και ο ίδιος με νύχια και δόντια προσπαθούσε να την κρατήσει στη ζωή. Δεν κάλυπτε τα έξοδα της και αναγκάστηκε ο ίδιος να δανείζει την εταιρεία από προσωπικά του χρήματα. Ο ίδιος τηρούσε κατά γράμμα το καταστατικό της εταιρείας και είναι ο ενάγοντας που παραβίασε πρώτος την εταιρική συμφωνία με το να σταματήσει να προσφέρει στην εταιρεία την προσωπική του εργασία και σίγουρα ο εργαζόμενος συνέταιρος θα πρέπει να αμοίβεται με βάση τις ώρες εργασίας του. Στην συνέχεια, ο εναγόμενος αναφέρει ότι οτιδήποτε εισέπραττε και πλήρωνε τα κατέθετε στο λογαριασμό της εταιρείας και όλα τα στοιχεία αυτά τα παρέδωσε στο λογιστή της εταιρείας ο οποίος τα υπέβαλε στην Εφορία. Από το 1997 ο ίδιος δεν έπαιρνε μισθό γιατί δεν έμεναν χρήματα. Η εταιρεία δεν πήγαινε καθόλου καλά και όπως είχαν πει με τον ενάγοντα, περίμενε να πουληθεί και να πάρει πρώτα τους μισθούς του και μετά να μοιραστούν τυχόντα κέρδη. Μετά από αυτή την κατάσταση της εταιρείας, τελικά βρέθηκε αγοραστής και στις 27/11/2000 υπογράφτηκε το συμβόλαιο για την πώληση της επιχείρησης έναντι του τιμήματος των 14,000,000 δρχ και τα χρήματα τελικά παραδόθηκαν στις 20/12/
- Από το ποσό αυτό, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έπρεπε να πληρωθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας όπως μισθοί, προμηθευτές, ενοίκια, φόροι, λογιστής, δικηγόροι κ.λ.π. Στην συνέχεια, αναφέρει ότι όπως φαίνεται ο συνέταιρος του δεν είχε αντίρρηση να παίρνει μισθό, πρότεινε μάλιστα να παίρνει το 20% από τα δικά του κέρδη, κέρδη όμως δεν υπήρχαν ή να εργοδοτεί υπάλληλο και να τον πληρώνει από τα κέρδη ή όπως είπε στην κατάθεση του (ο ενάγοντας), περίμενε να του προσδιορίσει το μισθό του και αυτό έκανε. Ακολούθως, ο εναγόμενος προσδιορίζει το μισθό που έπρεπε να παίρνει σε 1204 δρχ την ώρα σύμφωνα με πληροφορίες που πήρε από το ΙΚΑ. Ισχυρίζεται ότι για τα 4 χρόνια που εργαζόταν μόνος του στην Κρήτη και για τις ώρες που εργαζόταν έπρεπε και δικαιούται να πάρει μισθό της τάξης των 650,000 δρχ. το μήνα. Ουδέποτε αναφέρει, ο ενάγοντας του αρνήθηκε ότι δικαιούται μισθό και αν διαφωνούσε όφειλε να αντιδράσει ή να επιστρέψει πίσω στην επιχείρηση ο ίδιος. Τελικά, ο εναγόμενος αναφέρει ότι από το ποσό των 14,000,000 δρχ κανένα ποσό απέμεινε για να καλύψει τους μισθούς του αφού καλύφθηκαν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας. Ακόμα και να έμενε και να έπαιρνε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό, πάλι μέρος των μισθών του θα καλυπτόταν. Περαιτέρω, αναφέρει ότι όλα τα έγγραφα, τιμολόγια, πληρωμές κ.τ.λ. έχουν παραδοθεί στον λογιστή της εταιρείας για να κλείσει τους λογαριασμούς της εταιρείας και ισχυρίστηκε ότι παρέπεμψε τον ενάγοντα σε αυτόν για να ελέγξει τους λογαριασμούς της εταιρείας χωρίς να το έχει πράξει. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο ενάγοντας στα 4 αυτά χρόνια επισκέφθηκε ο ίδιος προσωπικά την Κρήτη και να ελέγξει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Τέλος, ο εναγόμενος με βάση τους υπολογισμούς του, επιμένει στην αξίωση του ποσού των 18,200,000 δρχ ως δεδουλευμένους μισθούς και επίσης ισχυρίζεται ότι από το ποσό των 14,000,000 δρχ θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2,356.332 δρχ ως φόρος υπεραξίας λόγω πώλησης και έτσι το καθαρό ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση ανέρχεται σε 11,643.668 δρχ. Ο κ. Νίκος Ζαχαρόπουλος (Μ.Υ.2) κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο λογιστής της ομόρρυθμου εταιρείας των διαδίκων από το
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο γραπτή δήλωση του η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως του εξέτασης. Περίγραψε την φύση εργασιών της εταιρείας και ανέφερε τον τρόπο με τον οποίο εργάζονταν στην εταιρεία οι διάδικοι. Ακολούθως, ανέφερε ότι κάθε χρόνο περί τον Οκτώβριο, πριν οι διάδικοι επιστρέψουν στην Κύπρο, του παρέδιδαν τα τελευταία τιμολόγια αγορών και δαπανών, τις πληρωμές που έκαναν, τα τελευταία ημερήσια κλεισίματα της Φ.Τ.Μ. (zero) που χρησιμοποιούσε για τις λιανικές πωλήσεις η επιχείρηση και με βάση αυτά υπέβαλε Δήλωση Εισοδήματος, τελευταία Περιοδική και Εκκαθαριστική Δήλωση Φ.Π.Α., Οριστική Δήλωση Μισθωτών Υπηρεσιών της εταιρείας, κάθε χρόνο. Κατά τον Απρίλιο του 1997, τον επισκέφθηκε στο γραφείο του ο εναγόμενος και του ανέφερε ότι ο συνέταιρος του τον εγκατάλειψε απροειδοποίητα παραβιάζοντας πρώτο το καταστατικό της εταιρείας. Τότε τον συμβούλευσε ότι μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση της εταιρείας και στη συνέχεια να γίνει εκκαθάριση και πλειστηριασμός της περιουσίας της. Ο εναγόμενος δεν συμφώνησε με τη λύση αυτή γιατί το αποτέλεσμα θα ήταν καταστροφικό και για τους δύο. Έτσι, του αντιπρότεινε να παραμείνει στην επιχείρηση ως διαχειριστής της εταιρείας με την μόνη διαφορά να χρεώνει στην εταιρεία την αμοιβή του ως διαχειριστή και τους μισθούς του ως υπαλλήλου, τώρα πια που θα έλειπε ο συνέταιρος, ο οποίος πρώτος παραβίασε την εταιρική σύμβαση. Στην συνέχεια, ανέφερε τον τρόπο καθορισμού του μισθού με βάση το νόμο και τις υποδείξεις του ΙΚΑ για να καταλήξει ότι αυτός θα έπρεπε να ήταν 1,204,000 δρχ. Πιο κάτω στη γραπτή του δήλωση, αναφέρει τα έξοδα που είχε η εταιρεία και ότι, ο ίδιος συμπλήρωνε και υπόβαλε στην Εφορία, όλες τις φορολογικές της δηλώσεις για τα έτη 1997 - 2000 με βάση όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που παραδίδονταν. Κατά το έτος 2002, με το νόμο περί αυτοπεραίωσης η εταιρεία έκλεισε οριστικά με έλεγχο και για τα δύο τελευταία χρόνια που εκκρεμούσαν, 1999 -
- Έκτοτε, ο φάκελος με τις δηλώσεις και τα πιο σημαντικά έγγραφα, βρίσκονταν στο γραφείο του στον Άγιο Νικόλαο Κρήτης. Το 2004, λόγο αποπεράτωσης της οικίας του στο Μαυρικιανό Ελούντας, οι φάκελοι των επιχειρήσεων που είχαν οριστικά ελεγχθεί αποθηκεύτηκαν στο υπόγειο της οικίας του στην Ελούντα Λασιθίου. Λόγω του χώρου και του όγκου που αποθηκεύτηκε στο αρχείο ήταν πολύ δύσκολο κάποιος να βρει κάτι συγκεκριμένο. Μετά την πρόσφατη τελευταία εκκαθάριση λόγω αλλαγών που έκανε στο υπόγειο, βρήκε το φάκελο της εταιρείας με τα λιγοστά στοιχεία που περιείχε μέσα. Ακολούθως, κατέθεσε στο Δικαστήριο, αντίγραφα Δήλωσης Φορολογίας Εισοδήματος και Μηχανογραφικά Δελτία Οικονομικών στοιχείων για τα έτη 1997 - 2000 και κατά την αντεξέταση του για το έτος
- Τα τεκμήρια αυτά έχουν σημειωθεί από το Δικαστήριο, ως «τεκμήρια 11 - 23». Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αυτός εξήγησε το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων. Ακολούθως, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι τελικά η επιχείρηση που ασκούσε η εταιρεία πωλήθηκε το 2000 έναντι του ποσού των 14,000,000 δρχ. Στο ποσό αυτό επιβλήθηκε φόρος υπεραξίας ύψους 2,147.669 δρχ (τεκμήριο 24) και χαρτόσημο του ΟΓΑ για την πώληση ύψους 463.641 δρχ (τεκμήριο 25) ήτοι σύνολο 2,611.310 δρχ. Το ποσό αυτό πληρώθηκε τελικά στις 24/04/2002 από τον εναγόμενο με προσωπικές του οικονομίες. Τέλος, αναφέρει ότι από τον Μαϊο του 1997 μέχρι σήμερα η μοναδική επαφή που είχε με τον ενάγοντα ήταν το καλοκαίρι του 2005, όταν του τηλεφώνησε και του ζήτησε στοιχεία και καταστάσεις της εταιρείας. Ποτέ δεν συνεννοήθηκαν τι ακριβώς ζητούσε και τον τρόπο παραλαβής τους. Ουδέποτε αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των στοιχείων που ζητούσε και ουδέποτε του έστειλε έγκαιρα επιστολή που να ζητά στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της εταιρείας. Ανέμενε, αναφέρει, αν ο ενάγοντας είχε αμφιβολίες, έγκαιρα το 2000 που πουλήθηκε η επιχείρηση να ζητήσει από αυτόν περισσότερες πληροφορίες τις οποίες θα του έδινε μαζί με όλο το αποδεικτικό υλικό που τότε το είχε όλο συγκεντρωμένο γιατί περίμενε τον έλεγχο της Εφορίας για να κλείσει τα φορολογικά. Πέραν των πιο πάνω κατά τη δίκη δηλώθηκαν από αμφοτέρους τους συνηγόρους των διαδίκων τα πιο κάτω παραδεκτά γεγονότα: 1) Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1,2,3 και 5 τα οποία αφορούν το Καταστατικό της Ομόρρυθμου Εταιρείας και τις τροποποιήσεις επί αυτού καθώς επίσης και τη συμφωνία πώλησης της επιχείρησης της Ομόρρυθμου Εταιρείας. 2) Ότι η ισοτιμία του ποσού των 6,860,000 δρχ που αξιώνεται με την αγωγή είναι €20,155.72 σεντ. 3) Κατατέθηκε εκ συμφώνου Πίνακας Ισοτιμίας της δραχμής με το ευρώ ως τεκμήριο 10 και έγινε αποδεκτό το περιεχόμενο του. Σύμφωνα με αυτόν κατά την 27/11/2000 η ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ ήταν 340,350 ανά €1 και στις 28/12/2000 και μετέπειτα η ισοτιμία κλειδώθηκε σε 340,750 δραχμές ανά €
- 4) Έγινε αποδεκτό γεγονός ότι το ποσό των 18,200,000 δραχμών που αξιώνεται με την ανταπαίτηση, κατά τις 27/11/2000 αντιστοιχούσε σε €53,474.36 σεντ. Διευκρινίστηκε όμως, ότι το ποσό αυτό δεν προέκυψε ολόκληρο στις 27/11/2000 και θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία αναφορικά με την ισοτιμία κατά το χρονικό διάστημα που άρχισε να προκύπτει το πιο πάνω ποσό σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ανταπαίτησης. 5) Δηλώθηκε επίσης, από τη συνήγορο του εναγομένου ότι δεν απαιτείται αποζημίωση για παράβαση συμφωνίας αλλά μόνο αποζημιώσεις για δεδουλευμένους μισθούς που προκύπτουν από το Καταστατικό της Ομόρρυθμου Εταιρείας. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και παρέμεινε αναντίλεκτη, τα δικόγραφα και τα παραδεκτά γεγονότα που δηλώθηκαν στο Δικαστήριο από τους διαδίκους, τα κάτωθι γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος ή είναι παραδεκτά: Oι διάδικοι από το 1991 και μετά ήταν συνέταιροι στην Ομόρρυθμη Εταιρεία «Ησαϊας Στέλιος & Σια Ο.Ε.» με μερίδιο 49% έκαστος. Ο τρίτος συνέταιρος, κάποιος Δημήτρης Δημητρίου συμμετείχε στο συνεταιρισμό με ποσοστό 2% ως sleeping partner. Σύμφωνα με το Καταστατικό της πιο πάνω εταιρείας και τις σχετικές τροποποιήσεις επί αυτού, η διάρκεια της εταιρείας θα ήταν αορίστου χρόνου και άπαντες οι συνεταίροι είχαν υποχρέωση να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία, απασχολούμενοι κατά το δυνατό στις αναγκαίες εργασίες προς εκπλήρωση του σκοπού της εταιρείας. Έδρα της εταιρείας ήταν η Ελούντα της Κρήτης και ο σκοπός της ήταν η εκμετάλλευση και λειτουργία του κέντρου με την επωνυμία «MΠΑΡ 74» στην πιο πάνω περιοχή καθώς επίσης και η ίδρυση και λειτουργία ομοειδών καταστημάτων, κέντρων, εστιατορίων, μπαρ και γενικώς επιχειρήσεων σχετικών με το τουρισμό. Διαχειριστής και Ταμίας της εν λόγω εταιρείας ήταν ο εναγόμενος, ο οποίος είχε δικαίωμα να την εκπροσωπεί και να την δεσμεύει. Περαιτέρω, έκαστος των συνεταίρων είχε δικαίωμα και υποχρέωση στα κέρδη και ζημιές της εταιρείας ανάλογα με τη συμμετοχή του σε αυτή. Τα καθαρά διανεμητέα κέρδη θα λογίζονταν τα απομένοντα μετά την αφαίρεση όλων των εξόδων και υποχρεώσεων της εταιρείας και των φόρων και θα κατανέμονταν στους συνεταίρους στο τέλος εκάστου έτους μετά από τη σύνταξη τακτικού ισολογισμού. Η εταιρεία θα μπορούσε να διαλυθεί ένεκα σπουδαίου λόγου ή κοινή απόφαση των συνεταίρων. Ο θάνατος ή η ηθελημένη ή μη αποχώρηση ενός από τους συνεταίρους δεν θα αποτελούσε λόγο διάλυσης της εταιρείας, η οποία θα συνέχιζε μεταξύ των υπολοίπων συνεταίρων και των κληρονόμων του αποβιώσαντος. Οι διάδικοι εργάζονταν από κοινού και πρόσφεραν την προσωπική τους εργασία στην πιο πάνω εταιρεία και λειτουργούσαν την μπυραρία με την επωνυμία «ΜΠΑΡ 74» στην Ελούντα της Κρήτης από το 1991 μέχρι και το
- Η περίοδος που λειτουργούσαν την πιο πάνω επιχείρηση ήταν από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο εκάστου έτους, καθότι η επιχείρηση αυτή ήταν εποχιακή. Τους υπόλοιπους μήνες οι διάδικοι επέστρεφαν στην Κύπρο, οντάς Κύπριοι και οι δύο, όπου διέμεναν και απασχολούνταν σε άλλες εργασίες μέχρι να επιστρέψουν στην Κρήτη. Κανένας από τους διαδίκους δεν έπαιρνε μισθό από την εταιρεία για την περίοδο που εργάζονταν σε αυτή από κοινού. Εκείνο που έκαναν ήταν να παίρνουν από την εταιρεία χρήματα κάθε μήνα, καθόλη τη διάρκεια που βρίσκονταν στην Κρήτη για να καλύπτουν τα προσωπικά του έξοδα. Τα χρήματα αυτά τα κατέγραφαν και στο τέλος της σαιζόν, αφού αφαιρούνταν όλα τα έξοδα και φορολογίες της εταιρείας και προέκυπτε το διανεμητέο κέρδος, αφαιρούνταν και τα χρήματα που είχε μέχρι τότε πάρει ο κάθε συνέταιρος και μοιράζονταν το εναπομείναν κέρδος. Κατά το έτος 1997 ο ενάγοντας αποχώρησε από τον συνεταιρισμό με την έννοια ότι σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία. Ο εναγόμενος συνέχισε να εργάζεται για τους σκοπούς του συνεταιρισμού από μόνος του μέχρι και τις 27/11/2000, οπότε η επιχείρηση του συνεταιρισμού πωλήθηκε σε τρίτα πρόσωπα. Η τιμή πώλησης της επιχείρησης ανήλθε σε 14,000,000 δραχμές, ποσό το οποίο πληρώθηκε κατευθείαν στο λογαριασμό του εναγομένου. Στο ποσό αυτό επιβλήθηκε φόρος υπεραξίας από την πώληση και χαρτόσημο ύψους 2,147,669 δραχμές και ο ΟΓΑ χαρτοσήμου ύψους 463,641 δραχμές δηλαδή σύνολο 2,611,310 δραχμές. Οι πιο πάνω φορολογίες επιβλήθηκαν κατά την πώληση της επιχείρησης και πληρώθηκαν από τον εναγόμενο στις 24/04/
- Έτσι το καθαρό ποσό της πώλησης ανήλθε σε 11,388,690 δραχμές. Το ποσό αυτό ανέρχεται σε €33,461.70 σύμφωνα με την ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πέρα από τα πιο πάνω, αντίθετες ήταν οι εκδοχές των διαδίκων αναφορικά με το λόγο που ο ενάγοντας σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία στον συνεταιρισμό, το κατά πόσο ο συνεταιρισμός από το έτος 1997 μέχρι και το 2000 είχε κέρδη ή ζημιές, κατά πόσο ο εναγόμενος για τα εν λόγω έτη δικαιούται να αξιώνει μισθούς από το ενάγοντα και αν ναι ποίο είναι το ύψος των εν λόγω μισθών και κατά πόσο το ποσό των 14,000,000 δραχμών που εισπράχθηκε από τη πώληση της επιχείρησης, χρησιμοποιήθηκε από τον εναγόμενο για εξόφληση υποχρεώσεων της εταιρείας πριν τη διάλυση και το κλείσιμο της. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι εν λόγω μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν και γενικά την όλη αντίδραση τους από το εδώλιο του μάρτυρα. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου το περιεχόμενο της προφορικής τους μαρτυρίας σε συνάρτηση με την έγγραφη μαρτυρία και οτιδήποτε άλλο είναι σχετικό με την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους όπως έχει νομολογηθεί (ενδεικτικά αναφέρομαι στην Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367 και Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Ο ενάγοντας, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ανέφερε, με το δικό του τρόπο όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του διαπίστωσα ότι προσπαθούσε να αποκρύψει κάτι με σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση του. Απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και χωρίς δισταγμούς και υπεκφυγές. Κατέθεσε το τεκμήριο 4, στο οποίο φαίνονται τα έσοδα, έξοδα και το κέρδος που απέμενε για έκαστο από τους συνεταίρους για τα έτη 1991 -
- Κατά την αντεξέταση του δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου και οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν είχαν διευκρινιστικό χαρακτήρα. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι από το έτος 1991 και μετέπειτα και μέχρι το 1996, υπήρχε μείωση των κερδών της εταιρείας, κάτι το οποίο ο μάρτυρας αρνήθηκε αναφέροντας ότι το έτος 1991 το κέρδος έκαστου από τους συνεταίρους ήταν 1,939.611 ενώ το 1994 ανήλθε σε 3,716.
- Οι αναφορές του αυτές προκύπτουν από το τεκμήριο 4 στο οποίο καταγράφονται όλα τα έσοδα, έξοδα και κέρδος. Περαιτέρω, ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι για το έτος 1996 το κέρδος τους ανήλθε σε 898,000 για τον κάθε ένα, λόγω του ότι ήταν κακή χρονιά για τον τουρισμό. Ο μάρτυρας επίσης, αντεξετάστηκε επί του γεγονότος ότι ενημέρωσε τον εναγόμενο για την απόφαση του να μην επιστρέψει στην Κρήτη για το έτος του 1997, 15 μέρες πριν την ημερομηνία που έπρεπε να αναχωρήσουν, κάτι το οποίο ο μάρτυρας αρνήθηκε και επέμενε στην αρχική του θέση ότι είναι από τα Χριστούγεννα του 1996 που το είχε αναφέρει αυτό στον εναγόμενο. Μάλιστα, ο ενάγοντας δικαιολόγησε το χρονικό διάστημα αυτό αναφέροντας ότι τα Χριστούγεννα του 1996 ήρθε η οικογένεια του από την Αγγλία και τότε η εν διαστάσει σύζυγος του ανέφερε ότι η κόρη τους η μεγάλη ήθελε να έρθει να ζήσει μαζί του στην Κύπρο. Προσπάθησε να την μεταπείσει λόγω της εργασίας του στην Κρήτη χωρίς αποτέλεσμα και έτσι από τα Χριστούγεννα το ανακοίνωσε στο εναγόμενο. Πέραν τούτου, σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας του ενάγοντα αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ο λόγος που ο ίδιος πρόβαλε για τη μη επιστροφή του στη Κρήτη για να συνεχίσει να συνεισφέρει στην εταιρεία. Επίσης, ανέφερε ότι 15 μέρες πριν φύγει ο εναγόμενος για την Κρήτη, συναντήθηκαν για να συζητήσουν τι θα γίνει τώρα που θα έλειπε ο ενάγοντας. Πρότεινε στον εναγόμενο να πηγαίνει τρείς μήνες το καλοκαίρι να το βοηθά και το αρνήθηκε. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αντεξετάστηκε και αναφορικά με τους λογαριασμούς της εταιρείας και ανέφερε ότι κάθε χρόνο υποβάλλονταν λογαριασμοί από το λογιστή της εταιρείας κ. Νίκο Ζαχαρόπουλο. Ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε αντίγραφα των εν λόγω λογαριασμών της εταιρείας και του υποβλήθηκε, ουσιαστικά ότι ο λόγος που δεν έχει είναι διότι δεν ενδιαφέρθηκε να πάρει αντίγραφα. Ο μάρτυρας ανέφερε τις ενέργειες που έκανε για να εξασφαλίσει αντίγραφα των λογαριασμών της εταιρείας και ότι επικοινώνησε και με τον λογιστή ο οποίος του ανέφερε ότι όλα τα στοιχεία τα έχει ο εναγόμενος. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο ενάγοντας ζήτησε κατ' επανάληψη τους εν λόγω λογαριασμούς και προέβηκε σε διάφορες ενέργειες για να τους εξασφαλίσει και αυτό ενισχύεται και από τα τεκμήρια 6,7,8&9 το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας είπε ότι όταν ζήτησε τα στοιχεία από τον εναγόμενο αυτός του είπε ότι δεν του τα δίνει διότι θα τα έπαιρνε στο δικηγόρο του. Πέραν των πιο πάνω, αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας αναφορικά με το ύψος του μισθού που ήταν διατεθειμένος να δίνει στον εναγόμενο, ανέφερε ότι δεν έπαιρναν μισθό από την εταιρεία αλλά μοιράζονταν τα κέρδη. Αυτό συνάδει και με το καταστατικό της εταιρείας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι για όλη την περίοδο που αυτός δεν συνείσφερε στην εταιρεία , ο εναγόμενος έπαιρνε όλα τα κέρδη και το μερίδιο που αναλογούσε στον ίδιο. Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε συμφώνησαν με τον εναγόμενο να παίρνει μισθό. Αυτός έπαιρνε όλο το κέρδος για τα χρόνια που δούλευε μόνος του στην εταιρεία και συμφώνησαν ότι όταν θα πουλούσαν την επιχείρηση αυτός θα έπαιρνε το μερίδιο του. Δεν γνώριζε αν η εταιρεία είχε κέρδη για την περίοδο που ήταν μόνος του ο εναγόμενος, διότι ουδέποτε του παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία. Από την όλη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, προκύπτει ότι σε κανένα στάδιο της κλονίστηκε η αξιοπιστία του και οι θέσεις που κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο ήταν σταθερές και ξεκάθαρες. Επίσης, ενισχύονται και συνάδουν και με τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος να μην αποδεκτώ την μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την άλλη, ο εναγόμενος δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Το παράπονο του ήταν ότι ο ενάγοντας τον εγκατάλειψε και ο ίδιος παρέμεινε να εργάζεται μέχρις ότου γίνει κατορθωτό να πουληθεί η επιχείρηση. Επίσης, πρόβαλε τη θέση ότι δικαιούται σε μισθούς για όλο αυτό το χρονικό διάστημα που εργαζόταν μόνος του, οι οποίοι με δικούς του υπολογισμούς ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 18,200,000 δρχ. Ισχυρίστηκε ότι για όλη αυτή την περίοδο που εργαζόταν μόνος του δεν υπήρχαν κέρδη αλλά μόνο ζημιές. Ουδέποτε όμως, παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιουσδήποτε λογαριασμούς της εταιρείας για τα έτη αυτά που να στηρίζουν τη θέση του αυτή. Ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι το ποσό που εισέπραξε από την πώληση της επιχείρησης το κατέβαλε για οφειλές της εταιρείας όπως ήταν η θέση του. Όταν του υποβλήθηκε ότι μέχρι το έτος 2000 όλες οι οφειλές της εταιρείας ήταν τακτοποιημένες, προσπάθησε να το δικαιολογήσει λέγοντας ότι ο ίδιος συνείσφερε με δικά του χρήματα και τα απαιτεί. Η θέση του αυτή εκτός του ότι είναι εκτός δικογράφων και προβλήθηκε πρώτη φορά κατά τη δίκη, παρέμεινε και αστήρικτη αφού δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία αναφορικά με το πού βρήκε τα χρήματα αυτά και τα συνείσφερε. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι από το ποσό των 14,000,000 που εισέπραξε πληρώθηκαν φόροι υπεραξίας ύψους 2,000.000 και ακολούθως ζημιές της τάξεως των 7,000.000 και φορολογία βάση των αντικειμενικών κριτηρίων για τα έτη 1997 - 2000 της τάξεως των 4,000.000 και κάτι, για να καταλήξει ότι με αυτή την πράξη είχε παραμείνει ένα έλλειμμα ύψους 190,000 δρχ. Η θέση αυτή του μάρτυρα δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο και είναι πρόχειροι υπολογισμοί. Ούτε δικαιολογεί από πού προκύπτουν αυτά τα στοιχεία και πώς κατέληξε σε αυτά. Πρόβαλε ένα γενικό και αόριστο ισχυρισμό για να δικαιολογήσει το ποσό των 14,000,000 που εισέπραξε από την πώληση της επιχείρησης. Πιο κάτω, αντεξεταζόμενος ότι το ποσό των 14,000,000 κατατέθηκε σε προσωπικό του λογαριασμό, το παραδέκτηκε αν και υπήρχε και ξεχωριστός λογαριασμός της εταιρείας. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει σχετική κατάσταση του προσωπικού του λογαριασμού δεν το έπραξε, παρόλο που ο ίδιος ανέφερε ότι μπορούσε να την εξασφαλίσει από την τράπεζα του. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να φανεί η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού του και κατ' επέκταση να τεκμηριωθούν και τα όσα πιο πάνω ανέφερε. Ερωτούμενος επίσης, πού βρήκε αυτά τα νούμερα ανέφερε ότι τα πήρε από τις φορολογικές δηλώσεις τις οποίες θα καταθέσει στο Δικαστήριο ο λογιστής του. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος σε σχέση με τη σχετική αλληλογραφία που έγινε το 2004 και με την οποία ζητούνταν καταστάσεις λογαριασμού της εταιρείας, ο μάρτυρας απέφευγε να απαντά για το τι έγινε τότε, απαντώντας ότι δεν θυμάται και ότι όλα τα στοιχεία βρίσκονταν στο λογιστή του. Επίσης, ανέφερε ότι δεν είχε υποχρέωση να παραδώσει οποιαδήποτε στοιχεία στον εναγόμενο αφού ο τελευταίος έφυγε από την εταιρεία και ότι αν ήθελε μπορούσε να απευθυνθεί ο ίδιος στο λογιστή. Όταν του τέθηκε ότι απευθύνθηκε στο λογιστή ο ενάγοντας και τον παρέπεμψε στον ίδιο ότι έχει όλα τα στοιχεία, ανέφερε ότι δεν θυμάται αν επικοινώνησε. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο μάρτυρας δεν ήρθε στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα και προσπαθούσε να αποκρύψει την άρνηση του να παραδώσει λογαριασμούς της εταιρείας στον ενάγοντα τόσο το 2004 και όσο και μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Πιο κάτω ερωτούμενος για τη ζημιά που έδειχναν οι φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας για το έτος 1996 ανέφερε ότι δεν μπορεί να αναφέρει καθότι δεν έχει τη φορολογική δήλωση, παρόλο που παραδέκτηκε ότι είναι ο ίδιος που υπέγραφε τις εν λόγω δηλώσεις της εταιρείας. Επίσης, δεν αρνήθηκε ότι τις πρώτες 4 σελίδες του τεκμηρίου 4 τις ετοίμασε αυτός, αλλά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν τις ετοίμασε αυτός και ότι δεν έχει τη δική του κατάσταση για να τις συγκρίνει. Αφού ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε στοιχεία όπως ανέφερε και δεν θυμάται τη ζημιά που είχε η εταιρεία, όπως ισχυρίστηκε, πώς μπόρεσε και προέβηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στην πιο πάνω ανάλυση αναφορικά με τη διάθεση του τιμήματος πώλησης έναντι των χρεών της εταιρείας; Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του εναγόμενου το οποίο καταδεικνύει την αβασιμότητα των ισχυρισμών που πρόβαλε κατά την κυρίως του εξέτασης, είναι και το γεγονός ότι οι φορολογίες και τα τρέχοντα έξοδα της εταιρείας καταβάλλονταν κάθε χρόνο και αφαιρούνταν από τα έσοδα για να υπολογιστεί το κέρδος, όπως ο ίδιος είπε. Επίσης, ανέφερε ότι οι φορολογίες πληρώνονταν την χρονιά στην οποία επιβάλλονταν. Με βάση αυτές τις αναφορές του εναγόμενου, του υποβλήθηκε ότι κατά το έτος 2000 η εταιρεία δεν είχε οποιεσδήποτε οφειλές και άρα τα χρήματα από την πώληση της επιχείρησης τα έφερε στην Κύπρο. Όταν του τέθηκε αυτό, απάντησε ότι η εταιρεία αδυνατούσε να πληρώνει τα τρέχοντα έξοδα της και για πρώτη φορά πρόβαλε τη θέση ότι τη δανειοδοτούσε ο ίδιος από δικά του χρήματα τα οποία έπαιρνε από την εργασία του το Χειμώνα, από αποταμιεύσεις που είχε από τα κέρδη των προηγούμενων χρόνων και από ένα γραμμάτιο που είχε. Πιο πριν όμως, ερωτούμενος για την χειμερινή του εργασία δεν μπορούσε να καθορίσει πόσα εισοδήματα είχε και μάλιστα ανέφερε ότι εργαζόταν ως υπάλληλος και αυτό περιστασιακά, ούτε για πέντε μήνες το χρόνο. Συνεχίζοντας, ισχυρίστηκε ότι τα προσωπικά του χρήματα με τα οποία δανειοδοτούσε την εταιρεία, ήταν αποταμιεύσεις που έκανε από τα κέρδη που έπαιρνε από την εταιρεία κάθε χρόνο και με αυτά κάλυπτε και τα προσωπικά του έξοδα. Οι θέσεις αυτές του εναγόμενου είναι αντιφατικές και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε στοιχεία. Ενώ επέμενε ότι η εταιρεία δεν είχε κέρδη όταν εργαζόταν μόνος του γι αυτή, δεν μπορούσε να το στηρίξει στο Δικαστήριο και προσπαθώντας να δικαιολογήσει αυτή του τη θέση περιέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων. Όταν του ζητήθηκαν στοιχεία, ανέφερε συγκεκριμένα ότι «Δεν έχω στοιχεία. Αν είχα δεν ξέρω πού είναι.» Θα αναμένετο από τον εναγόμενο να παρουσιάσει όλα τα σχετικά στοιχεία στο Δικαστήριο για να πείσει για αυτή του τη θέση και όχι να προσπαθεί με γενικόλογα και αοριστολογίες να τεκμηριώσει το γεγονός ότι η εταιρεία είχε ζημιές. Πιο κάτω, αντεξεταζόμενος αναλυτικά αναφορικά με τις ζημιές της εταιρείας για τα έτη 1997 - 2000, ο εναγόμενος ανέφερε ότι όλες οι ζημιές της εταιρείας καλυπτόταν με προσωπικά του χρήματα. Με βάση τους υπολογισμούς του οι ζημιές αυτές πιθανόν να ήταν και 10,000,000 δραχμές. Αρνήθηκε όμως, ότι είχε τέτοιες καταθέσεις και ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία των προσωπικών του λογαριασμών. Μάλιστα, όταν του τέθηκε το ζήτημα αυτό αναίρεσε και την αρχική του θέση ότι μπορούσε να πάρει κατάσταση του λογαριασμού του και να την παρουσιάσει, λέγοντας ότι δεν είπε κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια, αναίρεσε και την αρχική του θέση ότι τα χρήματα από την πώληση της επιχείρησης διατέθηκαν για εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι πλήρωσε πάνω από 10,000,000 δραχμές για υποχρεώσεις της εταιρείας και το ποσό που εισέπραξε από την πώληση της εταιρείας το κράτησε καθότι ήταν χρήματα που του χρωστούσε η εταιρεία. Αναφορικά με την ανταπαίτηση του, ο εναγόμενος ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι διεκδικεί τους μισθούς του από την εταιρεία για όλα αυτά τα χρόνια που δούλευε μόνος και ότι η αξίωση του γι αυτό το ποσό, προβάλλεται πρώτη φορά με την ανταπαίτηση του και ότι είναι υπόλογος και ο ενάγοντας γι αυτό. Στη συνέχεια, είπε ότι η απαίτηση του είναι εναντίον της εταιρείας και άρα ο ενάγοντας οφείλει σε αυτόν το μισό ποσό των μισθών που διεκδικεί. Ακολούθως, είπε ότι τους μισθούς του, τους ζητά από την εταιρεία και όχι από τον ενάγοντα και ότι δεν έπραξε οτιδήποτε μέχρι σήμερα για να τους διεκδικήσει. Γενικά ο μάρτυρας αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και η μαρτυρία του ήταν σε πολλά σημεία αντιφατική και ακατανόητη. Επίσης, διέκρινα μια τάση να μην θέλει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας για όλα τα χρόνια τα οποία εργαζόταν μόνος του. Επέμενε στο γεγονός ότι η εταιρεία είχε ζημιές για όλα αυτά τα χρόνια χωρίς όμως να μπορεί να τεκμηριώσει τη θέση αυτή, είτε με την παρουσίαση σχετικών στοιχείων αλλά και με την προφορική του μαρτυρία η οποία συγκρουόταν μεταξύ της, στην προσπάθεια του να δικαιολογήσει τη θέση αυτή. Δεδομένων όλων των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία του εναγόμενου στην ολότητα της, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ σε αυτή και ούτε μπορώ να εξάξω οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Ως εκ τούτου την απορρίπτω στην ολότητα της. Ο κ. Νίκος Ζαχαρόπουλος (Μ.Υ.2) κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο λογιστής της εταιρείας των διαδίκων. Από την όλη στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα και το περιεχόμενο τόσο της έγγραφης αλλά και της προφορικής του μαρτυρίας, διέκρινα ότι ήρθε στο Δικαστήριο με απώτερο σκοπό και στόχο να βοηθήσει την εκδοχή του εναγόμενου. Αναφέρθηκε σε θέματα για τα οποία ο ίδιος δεν μπορούσε να είχε προσωπική γνώση αλλά και αντεξεταζόμενος επί των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας για τα έτη 1997 - 2000 δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των στοιχείων τους. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις ώρες εργασίας των συνεταίρων χωρίς ο ίδιος να αναφέρει από πού και πώς το γνωρίζει αυτό, αφού ο ίδιος δεν εργαζόταν στην επιχείρηση των διαδίκων. Επίσης, αναφέρθηκε στην άσχημη οικονομική κατάσταση του εναγόμενου στην οποία περιήλθε μετά την πώληση της επιχείρησης και την επιστροφή του στην Κύπρο. Περαιτέρω, δεν δίστασε να κατηγορήσει τον ενάγοντα για το γεγονός ότι εγκατάλειψε την επιχείρηση και ότι όταν εργαζόταν σε αυτή δεν χρέωνε κανονικά όλες τις πωλήσεις που έκανε η επιχείρηση, με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί. Και όλα αυτά, χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία ή να αναφέρει την πηγή πληροφόρησης του αφού ο ίδιος δεν είχε άμεση εμπλοκή στην λειτουργία και διαχείριση της επιχείρησης της εταιρείας. Περαιτέρω, ο μάρτυρας στην κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειωνόταν κάθε χρόνο και τα έξοδα της αυξάνονταν. Κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές φορολογικές δηλώσεις της εταιρείας για τα έτη 1997 - 2000 και αντεξεταζόμενος για το έτος 1996, για να καταδείξει την οικονομική κατάσταση της εταιρείας και να στηρίξει τη θέση του ότι η εταιρεία είχε ζημιές. Αντεξεταζόμενος επί των πιο πάνω όμως, διαφάνηκε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση για τα στοιχεία τα οποία δήλωνε στις φορολογικές δηλώσεις και ότι αυτά αποτελούνται από ότι ο εναγόμενος του παρουσίαζε. Μάλιστα, όταν του υποβλήθηκε ότι τα στοιχεία που αναφέρονται στις εν λόγω φορολογικές δηλώσεις δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, απάντησε χαρακτηριστικά «Αυτό δεν το γνωρίζω». Πέραν τούτου, ένα άλλο σημείο στο οποίο φαίνεται η προσπάθεια του μάρτυρα αυτού να βοηθήσει την εκδοχή του εναγόμενου και όχι να παρουσιάσει την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας, είναι η αδυναμία του να εξηγήσει τις φορολογικές δηλώσεις αλλά και οι αντιφάσεις στις οποίες περιέπεσε στην προσπάθεια του να επεξηγήσει τη θέση του ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μειωνόταν κάθε χρόνο. Συμφώνησε ότι για τον υπολογισμό του κύκλου εργασιών μιας εταιρείας λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα κάθε χρονιάς. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος έχει αναφέρει στην κυρίως του εξέταση, δεν προκύπτει μείωση του κύκλου εργασιών της εταιρείας για τα έτη 1997 - 2000, αλλά αντιθέτως αύξηση. Συγκεκριμένα, παραδέκτηκε ότι το έτος 1998 υπήρξε 100% αύξηση του κύκλου εργασιών της εταιρείας σε σύγκριση με το έτος
- Επίσης, για το έτος 1998-99 περαιτέρω αύξηση κατά 70% περίπου και για το έτος 2000 περαιτέρω αύξηση του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Εκείνο που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αναφορά του μάρτυρα αυτού περί μείωσης του κύκλου εργασιών της εταιρείας, συγκρούεται και δεν συνάδει με τα στοιχεία και τους αριθμούς που ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο. Επίσης, αντεξεταζόμενος και επί του τεκμηρίου 12 που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο προκύπτει ότι ο κύκλος εργασιών της εταιρείας για το έτος 1996 ανήλθε σε 4,342,328 δρχ σε σύγκριση με το έτος 1995 που ανήλθε σε 3,200,082 δρχ, δηλαδή και εδώ προκύπτει αύξηση του κύκλου εργασιών της εταιρείας. Στην συνέχεια, ο μάρτυρας αυτός αντεξετάστηκε επί της ορθότητας των φορολογικών δηλώσεων που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδέχτηκε ότι τα νούμερα που αναγράφονται σε αυτές, προέκυψαν με βάση τα στοιχεία που του παρουσίαζε ο εναγόμενος τόσο για το έτη 1993 - 1996 όσο και για τα έτη 1997 -
- Επίσης, παραδέκτηκε ότι για να βρούμε την ζημιά έκαστου έτους, προσθέτουμε το κόστος πωληθέντων εμπορευμάτων και τις δαπάνες και αφαιρούμε το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων. Με βάση αυτά, υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι σύμφωνα με το τεκμήριο 12, για το έτη 1993 - 1996 υπάρχει μια ζημία για κάθε χρόνο η οποία κυμαίνεται από 1,100,000 δρχ μέχρι 2,500,000 δρχ και κάτι, με το οποίο συμφώνησε. Και αυτό μάλιστα προτού αφαιρεθεί οποιαδήποτε αμοιβή στους εταίρους. Με βάση τα πιο πάνω, τα στοιχεία των εν λόγω φορολογικών δηλώσεων δεν μπορεί να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ούτε παρουσιάζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρείας αφού είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι το έτος 1996 είχαν κέρδος. Το Δικαστήριο επίσης, έχει ήδη κάνει αποδεκτό το τεκμήριο 4, το οποίο κατατέθηκε από τον ενάγοντα και στο οποίο φαίνεται ότι η εταιρεία για το έτος 1996 είχε κέρδος ύψους 1,796,000 μετά και την αφαίρεση των χρημάτων που είχαν πάρει οι διάδικοι κατά την διάρκεια της παραμονής τους στην Κρήτη και είχαν πάρει και ο καθένας το ποσό των 898,000 ως κέρδος. Επομένως, τα στοιχεία των πιο πάνω δηλώσεων συγκρούονται με το τεκμήριο 4, το οποίο περιλαμβάνει και πιο αναλυτικά στοιχεία αναφορικά με τα έσοδα και έξοδα. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αυτός δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητα των όσων αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις και είναι ξεκάθαρο ότι αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία που ο εναγόμενος του είχε δώσει. Είναι δηλαδή, εξ' ακοής μαρτυρία η οποία προέρχεται από παραστάσεις του εναγόμενου και στο περιεχόμενο της οποίας δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Ήδη η μαρτυρία του εναγομένου έχει απορριφθεί αλλά και ο ίδιος δεν παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία. Πέραν τούτου, υπάρχει και η μαρτυρία του ενάγοντα που έχει γίνει ήδη αποδεκτή και η οποία συγκρούεται με τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι εν λόγω δηλώσεις ή τουλάχιστον με το τεκμήριο 12 σε ότι αφορά τα έτη 1993 -
- Αυτό καταδεικνύει ότι οι φορολογικές δηλώσεις που κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και δεν μπορεί να τους προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επιπρόσθετα, οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις δεν αποτελούν λογαριασμούς της εταιρείας, ούτε εμφαίνονται σε αυτές αναλυτικά τα έσοδα, έξοδα και δαπάνες εκάστου έτους. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού καθώς επίσης και στα σχετικά τεκμήρια που κατέθεσε και αμφισβητήθηκαν από τον ενάγοντα. Εκτός του ότι οι θέσεις του μάρτυρα αυτού συγκρούονταν με τα εν λόγω τεκμήρια, δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την ορθότητα τους. Μετά από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, προκύπτει ότι ο ενάγοντας σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία στην εταιρεία λόγω των προσωπικών και οικογενειακών του προβλημάτων και όχι διότι η εταιρεία αντιμετώπιζε οποιαδήποτε οικονομικά προβλήματα. Πέραν τούτου, προκύπτει ότι παρόλο που ο ενάγοντας πρότεινε στον εναγόμενο διάφορες λύσεις μετά που αυτός σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία στον συνεταιρισμό, εντούτοις οι διάδικοι δεν κατέλεξαν σε καμία. Εκείνο που συμφώνησαν ήταν ότι με τη πώληση της επιχείρησης, ο ενάγοντας θα λάμβανε το μερίδιο του. Ο εναγόμενος συνέχισε να λειτουργεί την επιχείρηση από μόνος του χωρίς να δίνει λογαριασμό στον ενάγοντα και ούτε να τον ενημερώνει για την πορεία της. Η τελευταία ενημέρωση του εναγομένου προς τον ενάγοντα ήταν το έτος 2000, όταν η επιχείρηση της εταιρείας πουλήθηκε και ο εναγόμενος παρέδωσε αντίγραφο του πωλητηρίου εγγράφου στον ενάγοντα. Παρόλο που ο ενάγοντας ζήτησε το μερίδιο του από τη πώληση, ο εναγόμενος του έλεγε ότι θα πρέπει να υπολογίσει τα έξοδα της εταιρείας και τους μισθούς του και αφού τα αφαιρέσει να του δώσει το μερίδιο του. Εντούτοις, ουδέποτε παρουσίασε οποιαδήποτε στοιχεία στον ενάγοντα μέχρι και το
- Ο ενάγοντας τότε ζήτησε αναλυτικούς λογαριασμούς από τον εναγόμενο κατ' επανάληψη μέσω του δικηγόρου του χωρίς ωστόσο ο εναγόμενος να του παρουσιάσει οποιουσδήποτε προφασιζόμενος ότι όλα τα στοιχεία τα έχει ο λογιστής της εταιρείας. Ακολούθως, επικοινωνώντας με το λογιστή της εταιρείας, ο τελευταίος τον παρέπεμπε στον εναγόμενο, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Επίσης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος προχώρησε με το κλείσιμο ή τη διάλυση της ομόρρυθμου εταιρείας μετά την πώληση της επιχείρησης που ασκούσε. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο ενάγοντας αξιώνει το μερίδιο του από τη πώληση της επιχείρησης της ομόρρυθμου εταιρείας Ησαϊας Στέλιος & Σια Ο.Ε. στην οποία ήταν συνέταιρος με μερίδιο συμμετοχής 49%. Η αξίωση του στρέφεται εναντίον του άλλου συνεταίρου του και είναι ξεκάθαρο ότι δεν απαιτείται μερίδιο επί των κερδών για την περίοδο 1997 - 2000 ούτε απόδοση λογαριασμών της εταιρείας γι αυτή την περίοδο. Aξιώνεται το μερίδιο του επί του συγκεκριμένου ποσού. Τα ερωτήματα που προκύπτουν στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να απαντηθούν είναι κατά την άποψη μου τα ακόλουθα: 1) Kατά πόσο η μη συνεισφορά της προσωπικής εργασίας του ενάγοντα στον συνεταιρισμό συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων του προς αυτόν. 2) Κατά πόσο η συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του συνεταιρισμού και του συνεταίρου του, επέφερε και τη διάλυση του. 3) Κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να αξιώνει μερίδιο επί του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης του συνεταιρισμού μετά που αυτός σταμάτησε να συνεισφέρει σε αυτόν. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία αποτελούν και παραδεκτά γεγονότα από τους διαδίκους, είναι ξεκάθαρο ότι ο ενάγοντας από το έτος 1997 και μετέπειτα σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία στον συνεταιρισμό και γενικά να ασχολείται με τις εργασίες του συνεταιρισμού. Έχουν γίνει αποδεκτοί από το Δικαστήριο οι λόγοι που ώθησαν τον ενάγοντα στην πιο πάνω συμπεριφορά έναντι του συνεταιρισμού και του συνεταίρου του εναγομένου, πλην όμως αυτοί δεν αναιρούν την παράβαση των υποχρεώσεων του ενάγοντα έναντι του συνεταιρισμού. Σύμφωνα με το άρθρο 5γ) της συμφωνίας σύστασης του εν λόγω συνεταιρισμού, άπαντες οι συνέταιροι είχαν υποχρέωση να προσφέρουν την προσωπική τους εργασία, απασχολούμενοι κατά το δυνατό στις αναγκαίες εργασίες προς εκπλήρωση του σκοπού της εταιρείας. Λόγο του προβλήματος που ο ενάγοντας αντιμετώπιζε με την κόρη του, αυτός σταμάτησε να προσφέρει την προσωπική του εργασία, παραβαίνοντας έτσι τη πιο πάνω συμφωνία. Πέραν τούτου, μετά τη λήξη της σαιζόν του έτους 1997 ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο να του δώσει στοιχεία αναφορικά με τα έσοδα και έξοδα της εταιρείας για το έτος αυτό χωρίς ο τελευταίος να ανταποκριθεί. Μετά από αυτό ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στη λειτουργία της επιχείρησης του συνεταιρισμού την οποία ασκούσε ο εναγόμενος. Ουδείς εκ των συνεταίρων ζήτησε την διάλυση του συνεταιρισμού μετά από αυτή την εξέλιξη ούτε συμφωνήθηκε κάτι τέτοιο, αλλά ταυτόχρονα δεν επήλθε και οποιαδήποτε διευθέτηση μεταξύ τους αφού όλες οι λύσεις που είχαν προταθεί από τον ενάγοντα απορρίφθηκαν από τον εναγόμενο. Στο σύγγραμμα Lindley on Partnership, Fourteeth Edition, p. 612 - 619 αναφέρονται οι περιπτώσεις που μπορεί να διαλυθεί ένας συνεταιρισμός εκτός από απόφαση του Δικαστήριο. Μεταξύ αυτών, στην σελ. 619 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Where there is an express agreement to dissolve entered into by all partners, no problem arises (except, perhaps, as to the construction and effect of the agreement). But questions may arise whether such an agreement and consequential dissolution can be spelt out of such circumstances as:
(1)the repudiation of the partnership by one or more of the partners which is accepted by the other partner or partners; or
(2)the service by a partner or his co-partners of an invalid notice to determine the partnership which, however, is accepted by the co-partners as a valid notice; or
(3)the conduct of the partners in acting in a way which is inconsistent with the continuance of the partnership.» Σύμφωνα με τα πιο πάνω και εξετάζοντας το ενδεχόμενο η συμπεριφορά του ενάγοντα να επέφερε και τη διάλυση του συνεταιρισμού, παρατηρώ τα ακόλουθα: Η συμπεριφορά του ενάγοντα έναντι του συνεταιρισμού και του συνεταίρου δεν είναι τέτοια που να εμποδίζει τη συνέχιση λειτουργίας του συνεταιρισμού. Δεν έχει παραβεί οποιεσδήποτε υποχρεώσεις καλής πίστης έναντι του συνεταίρου του ή του συνεταιρισμού ούτε έχει προβεί σε οποιαδήποτε κατάχρηση ή κατακράτηση χρημάτων του συνεταιρισμού. Η ενέργεια του να σταματήσει να προσφέρει στον συνεταιρισμό με την προσωπική του εργασία δεν ήταν κακόπιστη ούτε συνοδευόταν από οποιοδήποτε κίνητρο να αποφύγει τυχόν υποχρεώσεις του συνεταιρισμού ή ενδεχόμενη ζημιά που θα προέκυπτε. Η ενέργεια του αυτή συνδεόταν με προσωπικά και οικογενειακά του ζητήματα που τον εμπόδιζαν να συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρηση του συνεταιρισμού παρά τη θέληση του περί του αντιθέτου. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει τέτοια συμπεριφορά του ενάγοντα η οποία να είναι ασυμβίβαστη με τη συνέχιση του συνεταιρισμού. Oύτε ο εναγόμενος εξέλαβε σε οποιοδήποτε στάδιο ή αποδέκτηκε ότι η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντα επέφερε και τη διάλυση του συνεταιρισμού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω καταλήγω ότι συμπεριφορά του ενάγοντα δεν επέφερε και τη διάλυση του συνεταιρισμού ο οποίος συνέχισε να υφίσταται και να λειτουργεί μέχρι και το 2000 οπότε πουλήθηκε η επιχείρηση. Το κρίσιμο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο ενάγοντας δικαιούται να αξιώνει μερίδιο επί του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης του συνεταιρισμού σύμφωνα με το μερίδιο συμμετοχής του στο συνεταιρισμό από τον εναγόμενο συνέταιρο του. Σύμφωνα με το Halsbury' s Laws of England, fourth edition reissue, paragraph 147, p.96, oι συνέταιροι ενός συνεταιρισμού δεν θεωρούνται χρεώστης και πιστωτής μεταξύ τους, όσο αφορά τις δοσοληψίες του συνεταιρισμού μέχρι ο συνεταιρισμός διαλυθεί ή υπάρχει δεσμευτική διευθέτηση των λογαριασμών. Έπεται ότι ένας συνέταιρος δεν έχει δικαίωμα αγωγής εναντίον του άλλου για συγκεκριμένο ποσό που του οφείλεται μέχρι την πλήρη διευθέτηση των λογαριασμών της εταιρείας. Σε περίπτωση όμως, που ο συνέταιρος επανειλημμένως έχει ζητήσει λογαριασμούς και δεν του αποδόθηκαν, τότε δικαιούται να ζητήσει το συγκεκριμένο χρέος από το συνέταιρο του με αγωγή. Πέραν τούτου όμως, ο πιο πάνω κανόνας αφορά τις περιπτώσεις όπου ο συνέταιρος είναι εν ενεργεία και όχι τις περιπτώσεις όπου ο συνέταιρος έχει αποχωρήσει από το συνεταιρισμό αφήνοντας να νοηθεί στον άλλο συνέταιρο ότι έχει αποποιηθεί των δικαιωμάτων του. Σε τέτοια περίπτωση ο εναπομείνας συνέταιρος είναι πιστωτής του συνεταίρου που απεχώρησε για το μερίδιο του στην εταιρεία ή οποιοδήποτε άλλο συμφωνημένο ποσό που δεν του αποδόθηκε. Παραθέτω αυτούσια την πιο πάνω παράγραφο από το εν λόγω σύγγραμμα: «
- Νο ιndebtedness between partners. Partners are not, as regards partnership dealings, considered as debtor and creditor between themselves until the concern is wound up or until there is a binding settlement of the accounts; but, where exceptionally a partner has repeatedly requested the taking of an account but this has been refused, that partner may be entitled to sue his co-partners in respect of a specific debt owed to him qua partner without such an account having been taken. Subject thereto, it follows that one partner has no right of action against another for the balance owing to him until after final settlement of the accounts; and money lent to a partnership by a partner cannot be recovered in a common law action for money lent. This rule applies only in relation to persons who are currently partners; and, once a partner has left the partnership leaving the other partners to continue the firm's business on their own account, as for example, where the outgoing partner has retired or has been expelled, his former partners are creditors to him in respect of any part of his partnership share or other agreed entitlement as has not been paid out to him.» Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από τα γεγονότα ότι ο ενάγοντας επανειλημμένα είχε ζητήσει λογαριασμούς από τον εναγόμενο και δεν του αποδόθηκαν. Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές θεωρώ ότι μετά από αυτή τη συμπεριφορά του εναγομένου, ο ενάγοντας έχει δικαίωμα να αξιώνει εναντίον του το μερίδιο του επί του συγκεκριμένου ποσού προτού ξεκαθαριστούν και συμφωνηθούν οι λογαριασμοί του συνεταιρισμού, όπως ήταν και η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα. Αυτό όμως, θα μπορούσε να ήταν η περίπτωση αν ο ενάγοντας θεωρείτο εν ενεργεία συνέταιρος. Με βάση τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγοντας με τη συμπεριφορά που επέδειξε έναντι του εναγομένου άφησε να νοηθεί ότι αποποιήθηκε τα δικαιώματα του στο συνεταιρισμό ούτε ότι η συνέχιση του συνεταιρισμού θα γινόταν από τον εναγόμενο για δικό του όφελος μόνο. Ο ενάγοντας σταμάτησε να προσφέρει τη προσωπική του εργασία στο συνεταιρισμό λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Πέραν τούτου, προσπάθησε κατ' επανάλειψη να βρεθεί λύση έτσι ώστε να συνεχίσει να λειτουργεί ο συνεταιρισμός χωρίς την συνεισφορά της προσωπικής εργασίας του ιδίου χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης, ζήτησε κατάσταση λογαριασμού για το έτος 1997, μετά που ο ίδιος σταμάτησε να προσφέρει τη προσωπική του εργασία στο συνεταιρισμό. Σε καμία περίπτωση προκύπτει ότι άφησε να νοηθεί στον εναγόμενο ότι αυτός αποποιήθηκε τα δικαιώματα του στον συνεταιρισμό και ότι αυτός δεν θα είχε οποιοδήποτε μερίδιο συμμετοχής στα κέρδη ή τις ζημιές αυτού (βλ. Ηart v. Clarke 19 Beav. 349 και Lindley on Partnership, 14η έκδοση, σελ. 534 και 535). Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι μετά τη πώληση της επιχείρησης του συνεταιρισμού κατά το έτος 2000, ο ίδιος ο εναγόμενος παρέδωσε αντίγραφο στης συμφωνίας πώλησης στον ενάγοντα, κάτι που υποδηλώνει ότι και ο ίδιος θεωρούσε τον ενάγοντα εν ενεργεία συνέταιρο του. Με αυτά τα δεδομένα προκύπτει ότι ο συνεταιρισμός συνέχισε να υφίσταται και να λειτουργεί χωρίς όμως ο ενάγοντας να προσφέρει τη προσωπική του εργασία σε αυτόν. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου αλλά και του γεγονότος ότι ο ενάγοντας ζήτησε κατ' επανάλειψη καταστάσεις λογαριασμού του συνεταιρισμού χωρίς να του έχουν αποδοθεί, θεωρώ ότι δικαιούται, κατ' εξαίρεση του κανόνα ότι οι συνέταιροι δεν θεωρούνται χρεώστης και πιστωτής μεταξύ τους, να αξιώνει εναντίον του εναγομένου το μερίδιο του επί του συγκεκριμένου ποσού, δηλαδή του τιμήματος πώλησης. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία προκύπτει ότι το τίμημα πώλησης της επιχείρησης του συνεταιρισμού ανερχόταν σε 14,000,000 δρχ. Ο εναγόμενος πλήρωσε συνολικούς φόρους για την είσπραξη του πιο πάνω τιμήματος ύψους 2,611,310 δρχ. και παραμένει καθαρό πόσο 11,388,690 δρχ. Από το ποσό αυτό θα μπορούσε να αφαιρεθούν οποιεσδήποτε άλλες τυχόν υποχρεώσεις και οφειλές του συνεταιρισμού οι οποίες θα αποδεικνύονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά ο εναγόμενος όφειλε να παρουσιάσει σχετικές καταστάσεις λογαριασμών του συνεταιρισμού για την περίοδο την οποία λειτουργούσε από μόνος του τον εν λόγω συνεταιρισμό. Πέραν των στοιχείων που παρουσίασε στο Δικαστήριο και τα οποία δεν έγιναν αποδεκτά για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που να δείχνουν την ύπαρξη οποιονδήποτε άλλων οφειλών ή υποχρεώσεων της εταιρείας και οι οποίες εξοφλήθηκαν με την είσπραξη του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης του συνεταιρισμού. Ο εναγόμενος δεν τηρούσε οποιουσδήποτε λογαριασμούς μετά που ενάγοντας σταμάτησε να συμμετέχει στο συνεταιρισμό όπως ο ίδιος ανέφερε ούτε είχε οποιαδήποτε άλλα στοιχεία πέραν αυτών που παρουσίασε. Υπό αυτές τις περιστάσεις ούτε και το Δικαστήριο μπορούσε να διατάξει την παρουσίαση σχετικών καταστάσεων λογαριασμών για να εξακριβωθεί η πραγματική κατάσταση του συνεταιρισμού. Έπεται ότι δεν προκύπτουν οποιαδήποτε άλλα ποσά τα οποία να πρέπει να αφαιρεθούν από το τίμημα πώλησης του συνεταιρισμού. Επίσης, ο εναγόμενος ουδέποτε ζήτησε από τον ενάγοντα να συμφωνήσουν τους τελικούς λογαριασμούς του συνεταιρισμού μετά από την πώληση της επιχείρησης που λειτουργούσε ο εν λόγω συνεταιρισμός και προχώρησε και στην διάλυση του χωρίς να διατηρήσει ή να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούσαν τη λειτουργία του. Εκείνο το οποίο προκύπτει να είναι το κύριο παράπονο του εναγομένου στην παρούσα υπόθεση είναι ότι με δική του προσωπική εργασία και κόπο διατήρησε την επιχείρηση του συνεταιρισμού για να γίνει κατορθωτό το 2000 αυτή να πουληθεί και να εισπραχθεί το επίδικο τίμημα πώλησης. Ως εκ τούτου ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε αμοιβή και μισθούς για όλη αυτή την περίοδο που εργαζόταν από μόνος του. Οι μισθοί αυτοί αξιώνονται με την ανταπαίτηση του την οποία προχωρώ να εξετάσω με βάση πάντοτε τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν διαφανεί μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Είναι γεγονός ότι με βάση το Καταστατικό του συνεταιρισμού ουδείς εκ των συνεταίρων δικαιούταν να παίρνει μισθό. Είχαν όμως υποχρέωση και οι δύο διάδικοι να συνεισφέρουν στον συνεταιρισμό με την προσωπική τους εργασία. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Καταστατικού του συνεταιρισμού, με την ενέργεια του ενάγοντα να σταματήσει να προσφέρει την προσωπική του εργασία στο συνεταιρισμό, ο εναπομείναν συνέταιρος - εναγόμενος μπορεί να προβάλει αξίωση για μισθούς για την προσωπική του εργασία. Στο Halsbury's Laws of England, fourth edition reissue, στην παράγραφο 98 αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Remuneration for management. A managing partner, like any other partner, is not entitled to remuneration for acting in the partnership business unless there is an express or implied agreement to that effect. An exception to this rule is where an express (or perhaps an implied) obligation is, by virtue of a firm's partnership agreement, imposed upon partners to devote their whole time and attention to the firm's affairs and one or more partners in breach of this obligation willfully leaves his or their co-partners to carry on the business unaided. After dissolution, however, a partner carrying on the firm's business in its winding up may be entitled to remuneration notwithstanding the absence of any express or implied agreement therefor. Thus, a surviving partner who carries on the business profitably, retaining the capital of the deceased partner, is entitled to just allowances for management unless he is himself the executor of the deceased partner; and, where one partner becomes mentally disordered, his co - partners may be entitled to remuneration for managing the firm's business in its winding up.» Με βάση τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη και τις πρόνοιες του Καταστατικού του συνεταιρισμού ο εναγόμενος θα μπορούσε να διεκδικήσει αμοιβή ή δίκαιη αποζημίωση (just allowances) για τα έτη 1997 - 2000 που προσέφερε την προσωπική του εργασία στον συνεταιρισμό από μόνος του και ασκούσε την διοίκηση και διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού. Η αποζημίωση αυτή όμως, θα έπρεπε να διεκδικηθεί από τον συνεταιρισμό και η οποία θα αποτελούσε έξοδο του συνεταιρισμού. Δηλαδή, θα έπρεπε τέτοια αξίωση να προβληθεί εναντίον του συνεταιρισμού αφού περιλαμβανόταν στις καταστάσεις λογαριασμών και όχι εναντίον του ενάγοντα. Ο εναγόμενος ουδέποτε διεκδίκησε τέτοια αποζημίωση από τον συνεταιρισμό ούτε έχει προκύψει από την ενώπιον μου μαρτυρία να αποτέλεσε σε οποιαδήποτε στιγμή έξοδο του συνεταιρισμού τέτοια αποζημίωση. Μάλιστα ο ίδιος ο εναγόμενος προχώρησε και με το κλείσιμο του συνεταιρισμού μετά την πώληση της επιχείρησης που ασκούσε χωρίς να προβάλει τέτοια αξίωση. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, ακόμη και να θεωρηθεί ότι τέτοια αξίωση είναι παραδεκτή εναντίον του ενάγοντα, δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου έτσι ώστε να μπορεί να προχωρήσει να καθορίσει το ποσό αυτό της αποζημίωσης. Ουσιαστικά δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστα στοιχεία και καταστάσεις λογαριασμών που να αποδεικνύουν την οικονομική κατάσταση του συνεταιρισμού κατά την περίοδο 1997 - 2000 και τις απολαβές που ο εναγόμενος είχε γι αυτά τα χρόνια σε σύγκριση με τα προηγούμενα . Ελλείψει οποιωνδήποτε στοιχείων το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καθορίσει κάποιο ποσό ως δίκαιη αποζημίωση που δικαιούται να λάβει ο εναγόμενος για τα εν λόγω έτη. Ο ίδιος είχε το βάρος απόδειξης της αξίωσης του αυτής και απέτυχε να το αποσείσει. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο το 49% του ποσού των 11,388,690 δρχ το οποίο με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την ισοτιμία της δραχμής με το ευρώ κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέρχεται σε €16,396.
- Επίσης, η ανταπαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ανεξαρτήτως όλων των πιο πάνω και στην περίπτωση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, όταν ο ενάγοντας σταμάτησε να προσφέρει τη προσωπική του εργασία στον συνεταιρισμό, αυτός διαλύθηκε η κατάληξη μου θα ήταν η ίδια. Ο εναγόμενος θα θεωρείτο πιστωτής του ενάγοντα για το μερίδιο του στο συνεταιρισμό ή σε οποιοδήποτε ποσό έχει συμφωνηθεί και δεν του αποδόθηκε. Στην παρούσα υπόθεση με την αποχώρηση του ενάγοντα από το συνεταιρισμό, οι διάδικοι δεν είχαν καταλήξει σε οποιαδήποτε συμφωνία αναφορικά με το μερίδιο που δικαιούταν ο ενάγοντας κατά την ημερομηνία αποχώρησης του από το συνεταιρισμό ούτε ζητήθηκε η εκποίηση της περιουσίας του και η διανομή της στους συνεταίρους . Ως εκ τούτου το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση, θα έπρεπε να μπει στο δύσκολο έργο να καθορίσει το μερίδιο που αναλογεί στον ενάγοντα στο τίμημα πώλησης του συνεταιρισμού, στη φήμη και πελατεία του η οποία διατηρήθηκε από τον εναγόμενο χρησιμοποιώντας το κεφάλαιο και ενεργητικό του ενάγοντα και ταυτόχρονα διατηρώντας το συνεταιρισμό εν ζωή παρέχοντας την προσωπική του εργασία. Αυτό θα έπρεπε να γίνει όμως αν δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών. Εκείνο που στην πορεία φαίνεται να κατέληξαν οι διάδικοι όμως, αναφορικά με το μερίδιο του ενάγοντα, είναι ότι με την πώληση της επιχείρησης του συνεταιρισμού, ο εναγόμενος θα κατέβαλε στον ενάγοντα το 49% του τιμήματος πώλησης αφού αφαιρούνταν οποιαδήποτε έξοδα και οφειλές του συνεταιρισμού από το ποσό αυτό. Έτσι ο εναγόμενος συνέχισε να ασκεί την επιχείρηση του συνεταιρισμού χρησιμοποιώντας και το μερίδιο που ο ενάγοντας συνείσφερε σε αυτόν. Δεδομένων των πιο πάνω ο εναγόμενος θα θεωρείτο ότι είναι πιστωτής του ενάγοντα για το 49% του τιμήματος πώλησης της επιχείρησης του συνεταιρισμού αφαιρουμένων οποιονδήποτε οφειλών του συνεταιρισμού από το ποσό αυτό. Για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω, δεν προκύπτουν οποιαδήποτε άλλα ποσά τα οποία θα έπρεπε να αφαιρεθούν από το εν λόγω τίμημα πώλησης και ως εκ τούτου και σε αυτή την περίπτωση ο ενάγοντας θα δικαιούταν το πιο πάνω ποσό. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €16,396.23 πλέον νόμιμους τόκους μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπογρ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / synetairismos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο