← Κύπρος

Αναφορικά με την Loudmila Pechtchachanskaia, Αίτηση Πτώχευσης: 192/2011, 21 Οκτωβρίου 2011

Αναφορικά με την Loudmila Pechtchachanskaia, Αίτηση Πτώχευσης: 192/2011, 21 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A288 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης: 192/2011 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Αναφορικά με την Loudmila Pechtchachanskaia από τη Λεμεσό Χρεώστιδα ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 13.9.2011 για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση της Πολιτικής Έφεσης αρ. 310/2010 Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Χρεώστιδα/Αιτήτρια: κ. Α. Παφίτης Για Πιστωτή/Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Ιωάννου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση του ημερομηνίας 2.5.2011 (στο εξής η «κυρίως αίτηση») ο Vadim Esipovich (στο εξής ο «Πιστωτής») ζήτησε την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας της Loudmila Pechtchachanskaia (στο εξής η «Χρεώστιδα») λόγω του ότι αυτή διέπραξε πράξη πτώχευσης εφόσον παρέλειψε να συμμορφωθεί με την Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ. αριθμό 351/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αρ. 3586/2007. Σύμφωνα με την κυρίως αίτηση, στα πλαίσια της αγωγής υπ. αριθμό 3586/2007 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού καταδίκασε στις 24.6.2010 την Χρεώστιδα και τον Andrey Pechchanskiy (Εναγόμενους 1 και 2 αντίστοιχα στην αγωγή) να πληρώσουν στον Πιστωτή (Ενάγοντα) το ποσό των €4.676,00 έξοδα με τόκο επ' αυτού προς 8% ετησίως από 31.5.2007 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €4.642,00 πλέον €76,00 έξοδα έκδοσης της απόφασης, όπως αυτά υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Στις 13.9.2011 και ενώ η κυρίως αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 14.9.2011 και αφού είχε καταχωρηθεί η ένσταση της Χρεώστιδας, υποβλήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία η Χρεώστιδα εξαιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της διαδικασίας για έκδοση διατάγματος παραλαβής μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Πολιτικής Έφεσης με αρ. 310/2010 που καταχωρήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης στην αγωγή 3586/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στην οποία στηρίζεται η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση πτώχευσης. Η φύση της θεραπείας που ζητείται επέβαλλε όπως η υπό κρίση αίτηση εξεταστεί πριν από την κυρίως αίτηση (Βλ. Επί τοις Αφορώσι τον Λουκή Παπαχριστοφόρου

(2003)1 ΑΑΔ 332). Στην Ένορκη Δήλωση της κας Στέλλας Γεωργιάδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Α.Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της Χρεώστιδας, που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 3586/2007 ημερομηνίας 24.6.2010 καταχωρήθηκε η Πολιτική Έφεση με αριθμό 310/2010 στην οποία καταχωρήθηκαν περιγράμματα αγόρευσης και από τις δύο πλευρές και αναμένεται ο ορισμός της για ακρόαση. Είναι η θέση της κας. Γεωργιάδου ότι λόγω της καλής υπεράσπισης που έχει η Χρεώστιδα στην αγωγή 3586/2007 αλλά και λόγω των καλών πιθανοτήτων επιτυχίας της Έφεσης, είναι δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής. Σημειώνει, επίσης, ότι υπάρχει πραγματική και καλή τη πίστη έφεση η οποία στηρίζεται σε δύο λόγους και αφορά νομικά θέματα, ενώ η Χρεώστιδα προωθεί την έφεσή της με όλη τη δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια. Πιστό αντίγραφο της Ειδοποίησης Έφεσης που καταχωρήθηκε στις 14.10.2010 και του πλήρους κειμένου της εκκαλούμενης απόφασης ημερομηνίας 30.9.2010 επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση της κας. Γεωργιάδου ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Ο Πιστωτής καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στις 20.9.2011 η οποία συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωσή του ίδιας ημερομηνίας προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης που μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η αίτηση δεν στηρίζεται στους ορθούς δικονομικούς θεσμούς ούτε και στους ορθούς πτωχευτικούς κανονισμούς.
(2)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
(3)Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στα πλαίσια αίτησης πτώχευσης, αφού τέτοια εξουσία έχει το Δικαστήριο που εξέδωσε την πρωτόδικη απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο.
(4)Τα γεγονότα που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση της κας Γεωργιάδου που συνοδεύει την αίτηση δεν αποτελούν ικανοποιητικό πραγματικό υπόβαθρο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ειδικότερα δεν τεκμηριώνουν τη θέση της Χρεώστιδας ότι η Έφεση με αριθμό 310/2010 είναι πραγματική και καλόπιστη.
(5)Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίδονται λεπτομέρειες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης, η οποία εν πάση περιπτώση δεν έχει οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας.
(6)Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της Χρεώστιδας γίνεται από δικηγόρο χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία γιατί η Χρεώστιδα δεν προβαίνει η ίδια στην Ένορκη Δήλωση. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας η κα Στέλλα Γεωργιάδου αντεξετάστηκε από τον συνήγορο του Πιστωτή σε σχέση με τους ισχυρισμούς της στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσής της ημερομηνίας 13.9.2011, σύμφωνα με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22.9.
  1. Αντεξεταζόμενη η κα Γεωργιάδου συμφώνησε με τον κ. Ιωάννου ότι η κυρίως αίτηση αφορά τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν στις 24.6.2010 εναντίον των Εναγομένων στην αγωγή 3586/2007, ως έχουν ψηφιστεί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η απόφαση του οποίου και δεν προσβάλλεται στα πλαίσια της έφεσης με αριθμό 310/
  2. Σε σχέση με την έφεση η κα Γεωργιάδου ανέφερε ότι αυτή στηρίζεται σε δύο λόγους οι οποίοι σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης θα οδηγήσουν σε ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης, κάτι που θα συμπαρασύρει και τη σχετική διαταγή των εξόδων. Όσον δε αφορά την υπεράσπιση της Χρεωστίδας στην αγωγή 3586/2007, ερωτηθείσα η κα Γεωργιάδου έδωσε τη δική της θέση ως προς την ύπαρξη και τη φύση της υπεράσπισης, δεχόμενη παράλληλα ότι η Έκθεση Υπεράσπισης που είχε καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής ήταν «γενικού περιεχομένου» όπως η ίδια την χαρακτήρισε. Μετά την αντεξέταση της κας Γεωργιάδου οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει στη συνέχεια στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης και των λόγων ένστασης. Θα ασχοληθώ πρώτα με το νομικό υπόβαθρο της αίτησης και τον ισχυρισμό του Πιστωτή ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρατηρούνται τα εξής: Το άρθρο 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, επί του οποίου εδράζεται, μεταξύ άλλων, η παρούσα αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «6.-
(4)Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.» Στη σελίδα 75 του συγγράμματος Williams' Law and Practice on Bankruptcy (18η έκδοση) αναφέρονται τα εξής σε σχέση με το άρθρο 5
(4)του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5: «Subsection
(4)provides for the stay or dismissal of the petition where the act of bankruptcy is non-compliance with a bankruptcy notice, and there is an appeal pending from the judgment or order on which the notice is founded. Nothing is said as to security being required, when a petition is stayed on this ground (as distinct from security pending the trial of a disputed debt, vide infra), perhaps on the ground that to require security from a person who had committed an act of bankruptcy, independently of the establishment of the debt alleged to be due to the petitioning creditor, was a very different thing from requiring security from a person who has committed no act of bankruptcy unless such a debt was established." Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 310: «If the appeal appears to be bona fide, the hearing of the petition ought to be adjourned; if evidently frivolous, a receiving order ought to be made (Re Rhodes, Ex parte Heyworth
(1884)14 Q.B. D. 49, C.A.; Re Flatau, Ex parte Scotch Whisky Distillers, Ltd.
(1888)22 Q.B.D. 83, C.A.)." Αναφορά θα πρέπει επίσης να γίνει στην υπόθεση Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 όπου, ενώ αναγνωρίστηκε κατά γενικό τρόπο η ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκκρεμούσας πτωχευτικής διαδικασίας, τέθηκε ως συγκεκριμένο κριτήριο το κατά πόσον υπάρχει πραγματική ή καλή τη πίστη έφεση. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο οφείλει πλέον να αναστείλει τη διαδικασία μέχρι το αποτέλεσμα της έφεσης. Στην υπόθεση Re Noble [1964] 2 All E.R. 522 (C.A.) θεωρήθηκε ότι το εν λόγω κριτήριο είναι σωστό. Ακολούθως, στην υπόθεση Heath v. Tang and another, Stevens v. Peacock and others [1993] 4 All E.R. 694 (C.A.) επιβεβαιώθηκε η ίδια αρχή η οποία τέθηκε επιγραμματικά ως ακολούθως: «Although this provision confers upon the court a discretion (see Re Flatau, ex p Scotch Whisky Distillers Ltd
(1888)22 QBD 83), it has been said more than once that if the appeal appears to be bona fide the court should adjourn the petition until it has been heard: see Ex p Yeatman, re Yeatman
(1880)16 Ch D 283 and Re Noble (a bankrupt), ex p the bankrupt v. Official Receiver [1964] 2 All E.R. 522, [1965] Ch 129.» Πιο πρόσφατα, στην υπόθεση Re a Debtor (No 799 of 1994), ex Parte Cobbs Property Services Ltd [1995] 3 All E.R. 723 (Ch.D.) αναγνωρίστηκε ένα επιπρόσθετο κριτήριο, ήτοι το κατά πόσον ο εφεσείων χειρίζεται με την δέουσα σοβαρότητα και επιμέλεια την έφεση του. Πειστικά εξηγείται ότι εάν ο χρεώστης-εφεσείοντας δεν ενεργεί έναντι της έφεσης του με την δέουσα σοβαρότητα, εκείνο που μπορεί να λεχθεί είναι πως αυτός ο ίδιος δεν προσδίδει σημασία στην έφεση του ανεξάρτητα από το τι θα μπορούσε να σκεφτεί το Δικαστήριο. Mε αυτά τα δεδομένα, κρίνεται ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5 που αποτελεί και το νομικό πλαίσιο στη βάση του οποίου θα εξεταστεί η παρούσα αίτηση. Όπως επισημάνθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση επί της Αφορώσι τον Λουκη Παπαχριστοφόρου (πιο πάνω) αποκλειστική αρμοδιότητα για εξέταση αίτησης δυνάμει του άρθρου 6
(4)του Κεφ. 5 έχει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η πτωχευτική διαδικασία. Το άρθρο 97 του Κεφ. 5 που επικαλείται η Χρεώστιδα δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση. Οι πρόνοιες του άρθρου 97 είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 113 του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914 και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα William's Law and Practice on Bankruptcy (πιο πάνω) στη σελίδα 525, η διάταξη αυτή αφορά την αναστολή των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης μετά την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής σε αντίθεση με το άρθρο 5
(4)του Bankruptcy Act 1914 (το αντίστοιχο άρθρο 6
(4)του Κεφ. 5) που αφορά την αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας πριν την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής. Επισημαίνεται ότι με την παρούσα αίτηση η Χρεώστιδα επιδιώκει την αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι αποπεράτωσης της έφεσης και όχι την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 24.6.2010, που με βάση τη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να παραχωρηθεί από το Δικαστήριο η απόφαση του οποίου εφεσιβλήθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Με αυτά τα δεδομένα το γεγονός ότι στην Ένορκη Δήλωση της κας Στέλλας Γεωργιάδου που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται αναφορά στην καταχώρηση αιτήσεων για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παραμερισμού ημερομηνίας 28.6.2010 και για αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητής περιουσίας στις 20.7.2010 και 3.12.2010 αντίστοιχα, δεν κρίνεται ουσιώδες αφού το αντικείμενο της παρούσας αίτησης είναι η αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας και μόνο. Παρομοίως, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση του συνηγόρου του Πιστωτή ότι ενόψει της καταχώρησης των εν λόγω αιτήσεων η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού στις δύο προηγούμενες αιτήσεις ημερομηνίας 20.7.2010 και 3.12.2010, τα αιτήματα δεν ήταν τα ίδια με το αίτημα που υποβάλλεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, με τρόπο ώστε η απόφαση Loykos Trading Co. Ltd κ.ά v. Ρεινμποου Πλήτσινγκ και Ντάιγκη Κο. Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1014 που επικαλείται ο κ. Ιωάννου να διακρίνεται από την υπό κρίση περίπτωση. Στην εν λόγω υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο απέρριψε αίτηση για έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης λόγω του ότι το ίδιο ένδικο διάβημα είχε υποβληθεί για τρίτη φορά χωρίς να δοθεί αποδεκτή εξήγηση σε σχέση με τις δύο προηγούμενες αιτήσεις με τρόπο ώστε η συμπεριφορά του αιτητή να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στην προκειμένη περίπτωση, οι τρεις αιτήσεις είχαν διαφορετικό αντικείμενο κάθε φορά. Επομένως, θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης στη βάση των προνοιών του άρθρου 6
(4)του Κεφ.
  1. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης, το πρώτο σημείο που πρέπει να εξετάσω αφορά το λόγο ένστασης υπό στοιχείο (ρ) στην Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης του Πιστωτή και σχετίζεται με την μη προσκόμιση Ένορκης Δήλωσης της Χρεώστιδας προς υποστήριξη της αίτησής της. Αναφορικά με το θέμα αυτό, κρίνεται ότι με δεδομένη τη δήλωση της κας. Γεωργιάδου ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ. Α.Γ. Παφίτης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της Χρεώστιδας, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης (κάτι το οποίο διεφάνη και κατά την αντεξέταση της) και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Χρεώστιδα να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση, η θέση του Πιστωτή περί παρατυπίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ. 2[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονται κατ' αναλογία στην πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με τον Κανονισμό 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Ερχόμενη, τώρα, στην ουσία της αίτησης, από τις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές και τα συνημμένα επ' αυτών τεκμήρια προκύπτουν τα ακόλουθα γεγονότα: Η ακρόαση της αγωγής 3586/2007 ήταν ορισμένη στις 22 και 24.6.
  2. Στις 22.6.2010 τόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 όσο και ο δικηγόρος τους παρέλειψαν να εμφανιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Το Δικαστήριο κάλεσε τον ενάγοντα να προχωρήσει οπότε και η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την παράθεση της μαρτυρίας του. Στις 24.6.2010 απαγγέλθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία οι Εναγόμενοι καταδικάστηκαν να πληρώσουν στον Πιστωτή το ποσό των εξόδων που αναφέρεται στην κυρίως αίτηση. Κατά την απαγγελία της απόφασης παρών ήταν και ο δικηγόρος κ. Άγγελος Παφίτης ο οποίος είχε καταχωρήσει ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου την ίδια ημέρα σε σχέση με την εκπροσώπηση των Εναγομένων. Μετά την έκδοση της απόφασης, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 28.6.2010 αίτηση για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 24.6.2010, η οποία μετά από ακρόαση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση ημερομηνίας 30.9.
  3. Κατά της εν λόγω απόφασης ημερομηνίας 30.9.2010 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 14.10.2010 την Πολιτική Έφεση με αριθμό 310/2010, στην οποία σύμφωνα με την αναντίλεκτη και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της κας. Γεωργιάδου έχουν καταχωρηθεί περιγράμματα αγόρευσης και αναμένεται ο ορισμός της για ακρόαση. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία και τις θέσεις που προέβαλε η κα Γεωργιάδου κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της από τον κ. Ιωάννου έχω ικανοποιηθεί ότι η Έφεση με αριθμό 310/2010 κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 30.9.2010 στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 28.6.2010 για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στις 24.6.2010 είναι μια καλή τη πίστη προωθούμενη διαδικασία που χρονολογείται. Η Χρεώστιδα έχει αποκαλύψει στην αίτησή της τους λόγους της έφεσης και τις θέσεις που υποστηρίζει, οι οποίες σε κάθε περίπτωση καταγράφονται αναλυτικά στην Ειδοποίηση Έφεσης που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωσή της κας Στέλλας Γεωργιάδου και έχουν επεξηγηθεί από αυτήν στη δια ζώσης μαρτυρία της. Επί του σημείου αυτού ήταν η θέση του κ. Ιωάννου ότι κατά την αντεξέταση της η κα Γεωργιάδου έκανε αναφορά σε διάφορες υπερασπίσεις της Χρεώστιδας, οι οποίες δεν καλύπτονται από τις δικογραφημένες θέσεις της στην Έκθεση Υπεράσπισης που έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής 3586/
  4. Σε σχέση με το θέμα αυτό, περιορίζομαι να αναφέρω ότι από μελέτη της απόφασης της Προέδρου Δ. Μιχαηλίδου ημερομηνίας 30.9.2010 στην αίτηση παραμερισμού ημερομηνίας 28.6.2010 προκύπτει ότι το θέμα της διευθέτησης που έγινε στην αγωγή 3797/2000 (που αναφέρθηκε από την κα Γεωργιάδου ως μια από τις υπερασπίσεις της Χρεώστιδας) και το κατά πόσον αυτή η θέση καλύπτεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι κάτι που απασχόλησε την Πρόεδρο και αποτελεί αντικείμενο του πρώτου λόγου έφεσης που εγείρεται στην Ειδοποίηση Έφεσης. Το κατά πόσον οι υπερασπίσεις και τα θέματα στα οποία έκανε αναφορά η κα Γεωργιάδου καλύπτονται από τα δικόγραφα της Χρεώστιδας ή η Χρεώστιδα έδωσε επαρκείς λόγους για τη μη εμφάνιση της στο Δικαστήριο στις 22.6.2010 που ήταν ορισμένη για Ακρόαση η αγωγή 3586/2007 (που αφορά τον δεύτερο λόγο έφεσης) δεν είναι του παρόντος Δικαστηρίου να κρίνει. Αυτό το οποίο εντοπίζεται, όμως, από το Δικαστήριο είναι ότι οι λόγοι έφεσης αιτιολογούνται επαρκώς και χρήζουν της ετυμηγορίας του Εφετείου με τρόπο ώστε η Έφεση που καταχωρήθηκε από την Χρεώστιδα να μπορεί να χαρακτηριστεί ως καλή τη πίστη και να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η δε θέση του κ. Ιωάννου ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι με την έφεση δεν προσβάλλεται η ψήφιση των εξόδων από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού εάν η έφεση επιτύχει, η αναγνωριστική απόφαση που εκδόθηκε στις 24.6.2010 θα παραμεριστεί, όπως επίσης και η διαταγή για τα έξοδα που αποτελούν τη βάση καταχώρησης της κυρίως αίτησης. Περαιτέρω, έχουν δοθεί τα απαιτούμενα στοιχεία σε σχέση με την προώθηση της έφεσης και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να δεικνύει ότι η Χρεώστιδα δεν χειρίζεται την έφεση της με τη δέουσα επιμέλεια ή σοβαρότητα. Άλλωστε, όπως φαίνεται, στο παρόν στάδιο αναμένεται ουσιαστικά ο ορισμός της έφεσης για ακρόαση αφού και οι δύο πλευρές έχουν καταχωρήσει τα περιγράμματα αγορεύσεων τους. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης το οποίο εγείρεται από την πλευρά του Πιστωτή, παρόλο που συμφωνώ ότι η υπό κρίση αίτηση θα μπορούσε να καταχωρηθεί σε ενωρίτερο στάδιο, εντούτοις κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρατηρείται δεν είναι τέτοια ώστε να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσοι τον Λουκή Παπαχριστοφόρου (πιο πάνω), η αίτηση για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας καταχωρήθηκε την προηγούμενη ημέρα από την απαγγελία της απόφασης στην αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής. Επομένως στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης με αριθμό 310/
  5. Τέλος, αναφορά θα πρέπει να γίνει στην παράγραφο 8(θ) της Ένορκης Δήλωσης του Πιστωτή ημερομηνίας 20.9.2011 που συνοδεύει την Ένσταση του, όπου προβάλλεται από τον Πιστωτή ότι οι λόγοι που εγείρονται στην Ένορκη Δήλωση της κας. Γεωργιάδου προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης είναι τέτοιοι ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης ή η έκδοση διαταγής του Δικαστηρίου για παροχή εγγύησης για τα έξοδα τα οποία αναφέρονται στην αίτηση. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 6
(4)του Κεφ. 5 δεν παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να διατάξει την παροχή εγγύησης από τον αιτητή στα πλαίσια της αίτησης για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης (σχετικό είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams' Law and Practice on Bankruptcy (πιο πάνω) στη σελίδα 5 πιο πάνω). Εκεί όπου ο νομοθέτης είχε σκοπό να δώσει τέτοια εξουσία, το έκανε ρητά όπως στην περίπτωση του άρθρου 6
(6)του ίδιου Νόμου. Παράλληλα, ο Κανονισμός 19 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών που προβλέπει για την παροχή ασφάλειας ρυθμίζει τον τρόπο παροχής της εξασφάλισης όταν δίδεται σχετική διαταγή και όχι υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να δοθεί τέτοια διαταγή. Σχετικά με το θέμα αυτό μπορεί να γίνει αναφορά και στη Δ.35 Θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως, όπου η παροχή εξασφάλισης προβλέπεται ρητά και επιτακτικά. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναστέλλεται η εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτησης πτώχευσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην Έφεση αρ. 310/2010 η οποία καταχωρήθηκε κατά της απόφασης ημερομηνίας 30.9.2010 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ημερομηνίας 28.6.2010 για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 3586/2007 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 24.6.2010. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι είναι δίκαιο όπως τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Έφεσης που αποτελεί και το υπόβαθρο της αναστολής. Η κυρίως αίτηση τίθεται εκτός πινακίου. Να οριστεί μετά το πέρας της Έφεσης αρ. 310/2010 κατόπιν αίτησης οιουδήποτε εκ των διαδίκων. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: ενδιάμεση / αναστολή πτωχευτικής διαδικασίας λόγω εκκρεμούσας έφεσης [1] Δ. 39 Θ. 2: «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.