← Κύπρος

CHIVAS BROTHERS LIMITED κ.α. ν. OSILAN TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 2748/11, 26 Οκτωβρίου 2011

CHIVAS BROTHERS LIMITED κ.α. ν. OSILAN TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 2748/11, 26 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A293 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2748/11 Μεταξύ

  1. CHIVAS BROTHERS LIMITED ALLIED DOMECQ SPIRITS & WINE LIMITED Εναγόντων και OSILAN TRADING LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.6.2011 Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Αιτήτριες: κ. Γεωργιάδης Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θρασυβούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητριών-εναγουσών στις 29.6.2011 παρεμπίπτον: «
  2. Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή τους διοικητικούς συμβούλους αυτών, αξιωματούχους, συνεργάτες, υπαλλήλους, υπηρέτες, αντιπροσώπους, μεταπωλητές ή οποιουσδήποτε εξ αυτών, καθώς και σε θυγατρικές εταιρείες αυτών, από του να πωλούν και/ή εμπορεύονται και/ή κυκλοφορούν εμπορεύματα και/ή αποπειρώνται και/ή υποβοηθούν άλλους, να προβαίνουν στις εν λόγω πράξεις καθώς και να εισάγουν και/ή διαθέτουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή σε οποιαδήποτε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή εξάγουν σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, εμπορεύματα με το εμπορικό σήμα "BALLANTINE'S" ιδιοκτησίας των εναγόντων, τα οποία βρίσκονται στις αποθήκες (bonded) της εταιρείας E.S.D. ALLFREIGHT-KIRZIS LOGISTICS LIMITED υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών και/ή από του να μετακινήσουν τα εν λόγω προϊόντα από τις εν λόγω αποθήκες, τα οποία προϊόντα παραβιάζουν τα εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήμερα των εναγόντων καθ' ότι συνιστούν παράνομες παράλληλες εισαγωγές για τις οποίες οι ενάγοντες δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους για να τεθούν στην κοινοτική αγορά, και/ή δεν φέρουν επ' αυτών και/ή έχουν διαγραφεί από αυτά και/ή έχουν παραποιηθεί και/ή άλλως πως αλλοιωθεί οι επιβαλλόμενες από το νόμο πληροφορίες και/ή κωδικοί σήμανσης των τροφίμων και
  3. Απαγορευτικό διάταγμα το οποίο εμποδίζει και/ή απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους, υπαλλήλους, υπηρέτες, μεταπωλητές ή οποιουσδήποτε εξ αυτών, από του να εισάγουν, πωλούν ή κυκλοφορούν εμπορεύματα ή εμπορεύονται με οποιοδήποτε τρόπο, ή αποπειρώνται να εισάγουν και/ή πωλήσουν, εξάγουν ή υποβοηθούν άλλους να εισάγουν ή εξάγουν, πωλούν ή κυκλοφορούν εμπορεύματα με το εμπορικό σήμερα "BALLANTINE'S" ιδιοκτησίας των εναγόντων, τα οποία προϊόντα παραβιάζουν τα εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα των εναγόντων και τα οποία συνιστούν παράνομες παράλληλες εισαγωγές για τις οποίες οι ενάγοντες δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους για να τεθούν στην κοινοτική αγορά, και/ή δεν φέρουν επ' αυτών και/ή έχουν διαγραφεί από αυτά και/ή έχουν παραποιηθεί και/ή άλλως πως αλλοιωθεί οι επιβαλλόμενες από το νόμο πληροφορίες και/ή κωδικοί σήμανσης των τροφίμων, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 15.7.2011, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα της διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 8.8.
  4. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι ενάγουσες αξιώνουν απαγορευτικά διατάγματα παρόμοιας φύσης με τα υπό εξέταση και περαιτέρω αποζημιώσεις για παραβίαση εμπορικού σήματος και/ή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας για το παράλληλο εμπόριο και/ή για παραβίαση του Κοινοτικού Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 178/2002, διάταγμα εναντίον των εναγομένων να αποκαλύψουν ενόρκως την πηγή των επίδικων εμπορευμάτων και/ή να παράσχουν πληροφορίες αναφορικά με τους προμηθευτές τους καθώς και έρευνα ως προς τις ζημιές ή λογαριασμό των κερδών και την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών μετέπειτα. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τα άρθρα 6, 9, 10 και 10δις. του Κυρωτικού της Σύμβασης των Παρισσίων για την προστασία της Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας Νόμου του 1982 (Ν.66/83), ο περί Εμπορικών Σημάτων Νόμος Κεφ. 268, οι Διεθνείς και Ευρωπαϊκές Συμβάσεις περί Προστασίας Δικαιωμάτων Πνευματικής Ιδιοκτησίας και Εμπορικών Σημάτων, τα άρθρα 18 και 19 του Κοινοτικού Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 178/2002, τα άρθρα 9 και 13 του Κοινοτικού Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 40/94 περί Εμπορικών Σημάτων και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.θ. 2 και 8 καθώς και οι συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην μακροσκελή ένορκη δήλωση ημερομηνίας 28.6.2011 που συνοδεύει την αίτηση, η Jodie McCombie, διευθύντρια ασφάλειας σημάτων στην Pernod Ricard (στο εξής "PR"), η οποία είναι η τελική μητρική εταιρεία των εναγουσών εταιρειών, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση, γνωρίζοντας τα γεγονότα και βάσει πληροφοριών που έλαβε από άτομα που κατονομάζει. Η "PR" είναι κορυφαίος διεθνής παραγωγός ποτών πρώτης ποιότητας και παγκοσμίως ιδιοκτήτρια και υπεύθυνη για την παραγωγή, προώθηση και διανομή των αλκοολούχων ποτών που φέρουν τα σήματα του ομίλου. Δύο από τα Σκωτικά ουίσκι που παράγονται από την ενάγουσα 1 είναι το Chivas Regal και το Ballantine's, για το τελευταίο δε τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στην ενάγουσα
  5. Επισυνάπτοντας τα Τεκμήρια 1 - 4, η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην εγγραφή του εμπορικού σήματος Ballantine's, που αποτελεί ένα από τα πιο πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας 2 και έχει αποκτήσει εμπορική εύνοια και φήμη παγκόσμιας εμβέλειας. Οι ενάγουσες προμηθεύουν τις αγορές διεθνώς μέσω των αποκλειστικών διανομέων τους με εμπορεύματα σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες σήμανσης σε κάθε επικράτεια. Εμπορεύματα που δεν προορίζονται για πώληση στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Αγορά συχνά φέρουν μία ειδική ετικέτα με αυτή την ένδειξη. Με τον τρόπο αυτό η ενάγουσα 2 μπορεί να εγείρει αγωγή για παραβίαση εμπορικού σήματος όταν προϊόντα της τοποθετήθηκαν στην αγορά εκτός της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Αγοράς και στη συνέχεια εισέρχονται εντός της αγοράς αυτής χωρίς τη συγκατάθεση της. Η εγγραφή των κοινοτικών εμπορικών σημάτων της ενάγουσας 2 σε σχέση με το Ballantine's καλύπτει ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα Τελωνεία της Κύπρου, γνωρίζοντας για την εν λόγω εγγραφή, είναι υπεύθυνα για την τήρηση της διαδικασίας που προνοείται από τη σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΚ αρ. 1383/2003). Με βάση την εν λόγω διαδικασία, την 1.12.2010 τα Τελωνεία της Κύπρου απέστειλαν σε δικηγόρο αντιπρόσωπο των εναγουσών, δείγματα φιαλών ουίσκι με το εμπορικό σήμα Chivas Regal από φορτίο που κατασχέθηκε με την υποψία ότι αποτελείτο από απομιμήσεις. Η ενόρκως δηλούσα ερχόμενη στην Κύπρο επιθεώρησε το εν λόγω φορτίο σε αποθήκη αποταμίευσης και διαπίστωσε ότι τα προϊόντα ήταν μεν αυθεντικά αλλά είχαν αφαιρεθεί από αυτά οι κωδικοί τους. Η τοποθέτηση των κωδικών επί των εμπορευμάτων γίνεται με βάση το Ευρωπαϊκό Δίκαιο για να είναι δυνατή η παρακολούθηση της διαδρομής των εμπορευμάτων εκ μέρους των παραγωγών τους. Η τυχόν αφαίρεση των κωδικών εμποδίζει τον εντοπισμό του προϊόντος και κατ΄ επέκταση την ανάκληση του προϊόντος για λόγους υγείας και ασφάλειας ή άλλους λόγους. Η απάλειψη κωδικών γίνεται στην περίπτωση διεξαγωγής παράνομων παράλληλων εισαγωγών, δηλαδή όταν προϊόντα που προστατεύονται με εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα εισάγονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο από χώρες εκτός αυτού χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του σήματος. Η προσφορά προς πώληση και η πώληση τέτοιων εμπορευμάτων παραβιάζει τα εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα των ιδιοκτητών βάσει του άρθρου 9

(1)(α) του Κανονισμού Συμβουλίου με αρ. 40/94 καθ' όσον η εισαγωγή χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του εμπορικού σήματος αποτελεί χρήση σήματος ταυτόσημου προς τα εγγεγραμμένα κοινοτικά εμπορικά σήματα και η αφαίρεση του κωδικού δίνει τη δυνατότητα στους παράλληλους εισαγωγείς να αποκρύψουν την αγορά προς την οποία τα εμπορεύματα αρχικά στάληκαν. Η διαδικασία παρακολούθησης της αναγκαστικής διαδρομής του προϊόντος από την πηγή του μέχρι να φθάσει στα χέρια του καταναλωτή είναι εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλεια και την υγεία των καταναλωτών και προβλέπεται από τον Κανονισμό Συμβουλίου ΕΕ με αρ. 178/
  1. Οι κωδικοί παρτίδας βοηθούν τις ενάγουσες να βεβαιώνονται ότι τα προϊόντα τους συμμορφώνονται πλήρως με υποχρεωτικές απαιτήσεις σήμανσης τροφών στις εθνικές επικράτειες. Για τους λόγους αυτούς η ενάγουσα 1 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή με αρ. 42/2011 εναντίον των εναγομένων της παρούσας αγωγής, ως παραλήπτες του φορτίου των Chivas Regal. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην εξασφάλιση μονομερώς ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην υπό αναφορά αγωγή, στην απορριπτική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στην έφεση που καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της ενδιάμεσης αυτής απόφασης, η οποία διακόπηκε στις 10.5.2011 (Τεκμήρια 5 - 11). Όπως πληροφορήθηκε η ενάγουσα 1 μετά την απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης τα προϊόντα απελευθερώθηκαν στην Κυπριακή αγορά. Για τα εμπορεύματα εκείνα το Υπουργείο Υγείας, που είναι η αρμόδια αρχή σε ό,τι αφορά κανονισμούς σήμανσης τροφίμων, κατέληξε στην άποψη ότι αν επανατοποθετούνταν στις φιάλες από τον εισαγωγέα οι αριθμοί παρτίδας, τα προϊόντα δεν θα προσέβαλαν πλέον τον Κανονισμό 178/
  2. Κατά την ενόρκως δηλούσα ο εισαγωγέας επανατοποθέτησε στις φιάλες παντελώς τεχνητούς και άνευ σημασίας κωδικούς παρτίδας παρακάμπτοντας τους κανονισμούς για την ασφάλεια τροφίμων καθόσον μόνο οι ενάγουσες μπορούν να γνωρίζουν τους ορθούς κωδικούς και να συμβουλεύουν τους μεταπωλητές αν δικαιούντο να εμπορεύονται τα εμπορεύματα εντός ή εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης από την ενόρκως δηλούσα των φιαλών Chivas Regal, αυτή πρόσεξε κάποια άλλα κιβώτια που περιείχαν ουίσκι με το εμπορικό σήμα Ballantine's που έφεραν την ετικέτα «Πωλήσεις εκτός Ευρωπαϊκού Χώρου μόνο» και που φανερώνει ότι οι ενάγουσες έθεσαν αρχικά τα εμπορεύματα στην αγορά εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και ότι δεν συγκατατίθενται στην εισαγωγή ή διανομή τους εντός του χώρου αυτού. Οι ενάγουσες θεωρούν ότι τα εμπορεύματα αυτά είναι παράνομες παράλληλες εισαγωγές που παραβιάζουν τα εγγεγραμμένα κοινοτικά σήματα της ενάγουσας 2 βάσει του άρθρου 9
(1)(α) του Κανονισμού Συμβουλίου EC 40/94 εφόσον η εισαγωγή χωρίς τη συγκατάθεση των εναγουσών είναι χρήση σήματος στην πορεία της εμπορίας, που είναι πανομοιότυπο με τα εγγεγραμμένα κοινοτικά σήματα τους σε σχέση με εμπορεύματα πανομοιότυπα με εκείνα για τα οποία τα εν λόγω σήματα έχουν εγγραφεί. Η επιθεώρηση των προϊόντων αυτών κατέδειξε επίσης ότι οι αριθμοί παρτίδας είχαν αφαιρεθεί κατά παράβαση των άρθρων 18 και 19 του Κανονισμού 178/
  1. Ενόψει του ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος να ελευθερωθούν οι εν λόγω φιάλες Ballantine's στην Κυπριακή αγορά, η ενάγουσα 2 καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 22.12.2010 την αγωγή με αρ. 10843/10 εναντίον της εταιρείας εντός των αποθηκών της οποίας είχαν βρεθεί οι φιάλες αυτές. Τότε δεν ήταν γνωστό στις ενάγουσες ποιοι ήταν οι εισαγωγείς των εμπορευμάτων, ούτε δικαιούντο να λάβουν αυτή την πληροφορία από τα Κυπριακά Τελωνεία. Η υπό αναφορά αγωγή καταχωρήθηκε επίσης αρχικά εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσώπου των αρμοδίων αρχών που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση. Κατόπιν ενδιάμεσης αίτησης στην προαναφερθείσα αγωγή το Δικαστήριο εξέδωσε στις 23.12.2010 ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο τροποποιήθηκε στις 29.12.2010 εναντίον της εταιρείας εντός των αποθηκών της οποίας είχαν βρεθεί οι υπό αναφορά φιάλες καθώς και διάταγμα αποκάλυψης του ονόματος των εισαγωγέων και προμηθευτών των εμπορευμάτων (Τεκμήρια 12 - 15). Μετά την καταχώρηση ένστασης η αίτηση που αφορά το ενδιάμεσο αυτό διάταγμα ορίστηκε για οδηγίες στις 14.6.
  2. Όπως περαιτέρω αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, οι ενάγουσες έχουν τώρα πληροφορηθεί ότι εισαγωγείς και/ή προμηθευτές και/ή ιδιοκτήτες των επίδικων εμπορευμάτων είναι οι εναγόμενοι, οι οποίοι χωρίς τη συγκατάθεση των εναγουσών και κατά παράβαση των εγγεγραμμένων κοινοτικών εμπορικών σημάτων τους βάσει του άρθρου 9
(1)(α) του Κανονισμού Συμβουλίου EC 40/94, σκοπεύουν να εισαγάγουν και να διανείμουν τα εμπορεύματα εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, παραβαίνοντας επίσης τα άρθρα 18 και 19 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού αρ. 178/2002 αναφορικά με την ασφάλεια τροφίμων, εφόσον πωλούν καταναλώσιμα προϊόντα των οποίων οι αριθμοί παρτίδας έχουν διαγραφεί. Η αποκάλυψη της ταυτότητας των εναγομένων ως των εισαγωγέων και/ή προμηθευτών και/ή ιδιοκτητών των εν λόγω εμπορευμάτων έγινε με την ένορκη δήλωση της Λειτουργού Τελωνείων Μάρης Χαραλάμπους (Τεκμήριο 16), με την οποία κατατέθηκαν, στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 10843/2010, τα έγγραφα εισαγωγής και τα τιμολόγια σχετικά με τα εν λόγω εμπορεύματα. Επειδή η αγωγή με αριθμό 10843/2010 δεν είχε εγερθεί εναντίον των εναγομένων/εισαγωγέων, σύμφωνα με την παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης οι ενάγουσες «φοβούνται ότι οι εναγόμενοι θα εισαγάγουν και/ή θα διαθέσουν αυτά τα εμπορεύματα στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή άλλως θα τα θέσουν στην αγορά του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (παραβιάζοντας έτσι τα κοινοτικά εμπορικά σήματα τους) και/ή ότι θα τα εξαγάγουν σε οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο (κατά παράβαση των Κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με νομοθεσίες περί ασφάλειας τροφίμων)». Επαναλαμβάνοντας τη θέση ότι οι πράξεις των εναγομένων σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα αποτελούν παράνομες παράλληλες εισαγωγές, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι οι ενάγουσες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά στη φήμη τους και στην εμπορική εύνοια τους, η οποία θα είναι αδύνατο να αποτιμηθεί σε κατοπινό στάδιο. Επίσης αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα και τα εμπορεύματα είτε εισαχθούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο είτε εξαχθούν σε τρίτη χώρα, οι ενάγουσες δεν θα μπορούν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του Κανονισμού 178/2002 και θα είναι αδύνατο να εντοπίσουν την αλυσίδα προμήθειας των εμπορευμάτων τους σύμφωνα με τις ρητές απαιτήσεις του Κανονισμού αυτού. Κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου των εναγουσών, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι ενάγουσες δικαιούνται σε άμεση θεραπεία καθώς και ότι θα είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο, αν δεν εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα, να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει σαφώς υπέρ των εναγουσών καθότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα η ζημιά που θα προκληθεί με τη μείωση της φήμης του πασίγνωστου εμπορικού σήματος των εναγουσών 2 καθώς και με την αναπόφευκτη βλάβη στην εμπορική εύνοια των εναγουσών, θα είναι ανεκτίμητη ενώ η οποιαδήποτε ζημιά που πιθανόν να υποστούν οι εναγόμενοι μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 26 της ένορκης δήλωσης «εάν τα διατάγματα τα οποία ζητούνται εκδοθούν, οι ενάγοντες 2 θα αποσύρουν την αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία στην αγωγή αρ. 10843/10 και πιθανόν να διακόψουν εντελώς την εν λόγω αγωγή». Επιπρόσθετα η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η πρόσφατη αλλαγή των δικηγόρων των εναγουσών, οι οποίες έχουν έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, έχει αναπόφευκτα προκαλέσει καθυστέρηση στη συλλογή του αναγκαίου υλικού και πληροφοριών για την προετοιμασία και καταχώρηση της παρούσας αγωγής, της ενδιάμεσης αίτησης και της συνοδευτικής ένορκης δήλωσης. Με τη θέση τέλος ότι το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον και η ζημιά των εναγουσών θα είναι τεράστια και ανυπολόγιστη, η ενόρκως δηλούσα ζητά την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων μέσα στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, που καταχωρήθηκε στις 8.8.2011, έχοντας παρόμοιο νομικό υπόβαθρο με αυτό της αίτησης με την προσθήκη του Κοινοτικού Κανονισμού (Ε.Κ.) αρ. 1383/2003 καθώς και της Πρώτης Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, περιέχει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: - Ότι η καταχώρηση της αγωγής συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εφόσον αφορά το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία με την αγωγή 10843/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και εναλλακτικά ή επιπρόσθετα η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η επιδίωξη εξασφάλισης του επίδικου διατάγματος συνιστά αφ' εαυτής κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού οι ενάγουσες επιδιώκουν με παράλληλα ένδικα μέσα την επίτευξη του ίδιου στόχου - Ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία που να ικανοποιεί την προϋπόθεση του κατεπείγοντος σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 - Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων επειδή μεταξύ άλλων οι αιτήτριες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτές ανεπανόρθωτης ζημιάς αν δεν εκδίδοντο τα υπό κρίση διατάγματα - Ότι οι ενάγουσες προσπαθούν ανεπίτρεπτα να περιορίσουν το παράλληλο εμπόριο και γενικότερα την ελεύθερη διακίνηση εμπορευμάτων επικαλούμενες τα δικαιώματα τους επί του σήματος σε αντίθεση με το άρθρο 5 της Πρώτης Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, όπως αυτό έχει ερμηνευθεί - Ότι δεν είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα καθότι το ισοζύγιο της ευχέρειας επιτάσσει την απόρριψη τους - Ότι οι ενάγουσες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή κωλύονται από του να ζητούν την προς όφελος τους άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και/ή την ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του και/ή των φυσικών αρχών της επιείκειας για την έκδοση των διαταγμάτων - Ότι οι ενάγουσες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση τους να ενεργούν με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith) - Ότι το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση και/ή οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων - Ότι τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα είναι γενικά και/ή αόριστα επειδή μεταξύ άλλων στρέφονται ανεπίτρεπτα εναντίον μη διαδίκων κατά τρόπο άμεσο - Ότι δεν αποκαλύπτεται από τις ενάγουσες η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στη φήμη του σήματος και των δικαιούχων του που να αποδίδεται σε ενέργειες των εναγομένων ενώ οι ενέργειες που αποδίδονται στους τελευταίους δεν υπάρχει πιθανότητα να προκαλέσουν τέτοια ζημιά - Ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον επιδιώκεται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με αντικείμενο τις ίδιες και/ή παρόμοιες με τις αιτούμενες τελικές θεραπείες της αγωγής και - Ότι η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ίδιας ημερομηνίας, η Φρόσω Χριστοδουλίδου ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους να προβεί στην ένορκη της δήλωση λόγω της απουσίας του διευθυντή τους από την Κύπρο. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και όσα δεν γνωρίζει προσωπικά προερχόμενα από άλλη πηγή γνώσεως είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει, αρνείται δε όλους τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας των εναγουσών με εξαίρεση τους ισχυρισμούς που ρητά παραδέχεται. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κανονικά εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγουσα διεθνώς την εμπορία οινοπνευματωδών ποτών, χρησιμοποιώντας την Κύπρο ως διαμετακομιστικό σταθμό όπου αποθηκεύουν τα εμπορεύματα τους σε τελωνειακές αποθήκες στη Λεμεσό μέχρι την διάθεση τους προς εξαγωγή σε τρίτες χώρες. Η απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από το Δικαστήριο συνίσταται στο ότι οι ενάγουσες παραπλάνησαν το Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν μονομερώς ενώπιον του εξασφαλίζοντας τα επίδικα διατάγματα εφόσον στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι «οι ενάγοντες έχουν τώρα πληροφορηθεί ότι οι εισαγωγείς και/ή οι προμηθευτές και/ή οι ιδιοκτήτες των εν λόγω εμπορευμάτων είναι οι εναγόμενοι», που αποτελεί γλωσσικό τέχνασμα για δημιουργία εντυπώσεων ενόσω στην ίδια παράγραφο πιο κάτω αναφέρουν ότι η ταυτότητα των εναγομένων αποκαλύφθηκε από τη Λειτουργό Τελωνείων στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 10843/10, παραλείποντας όμως να υποδείξουν ότι η ένορκη δήλωση της εν λόγω Λειτουργού που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 16 είναι ημερομηνίας 30.12.2010. Με τον τρόπο που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο η ένορκη δήλωση της εν λόγω Λειτουργού σε συνδυασμό με την παραπλανητική εισαγωγική αναφορά «ότι οι ενάγοντες έχουν τώρα πληροφορηθεί» την ταυτότητα των εναγομένων, δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη. Επίσης οι ενάγουσες παρέλειψαν να επιστήσουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι στις αποθήκες που ήταν αποθηκευμένα τα επίδικα προϊόντα υπήρχαν και φιάλες ουίσκι Ballantine's ιδιοκτησίας άλλου προσώπου με αποτέλεσμα να είναι αβέβαιο κατά πόσο η επιθεώρηση που έγινε από την ενόρκως δηλούσα των αιτητριών αφορούσε φιάλες ουίσκι των εναγομένων ή άλλων, παραπέμποντας παραπλανητικά στο Τεκμήριο 12 που διαψεύδει τους ισχυρισμούς τους. Δεν περιέχεται ίχνος μαρτυρίας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση που να δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, οι ενάγουσες γνώριζαν από τις 30.12.2010 την ταυτότητα των ιδιοκτητών των εμπορευμάτων αλλά για έξι μήνες αδράνησαν αναμένοντας να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή στις 16.6.2011 και την υπό κρίση αίτηση στις 28.6.2011. Η προβαλλόμενη δικαιολογία για την εξόφθαλμη αυτή καθυστέρηση που αναφέρεται στο ότι πρόσφατα έχουν αλλάξει τους δικηγόρους που ενεργούν για λογαριασμό τους δεν είναι ικανοποιητική εφόσον πέραν του ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία για την επιδειχθείσα καθυστέρηση, από το Τεκμήριο 1 που η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει, αποδεικνύεται ότι η ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου που έγινε στην Πολιτική Έφεση 52/2011 φέρει ημερομηνία 4.4.2011 και όχι πρόσφατα. Ούτε και η συλλογή του υλικού που οι ενάγουσες επικαλούνται δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση εφόσον το σύνολο του υλικού βρισκόταν στην κατοχή των εναγουσών και του δικηγόρου τους. Δεν υπήρχε θέμα επείγοντος ούτε και ανεπανόρθωτης ζημιάς για τις ενάγουσες εφόσον έχουν εξασφαλίσει το διάταγμα ημερομηνίας 23.12.2010 στα πλαίσια της αγωγής 10843/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που απαγορεύει την εισαγωγή και/ή διάθεση των ίδιων εμπορευμάτων, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Όσα αναφέρονται στην παράγραφο 28 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση επιβεβαιώνουν τη θέση των εναγομένων ότι οι ενέργειες και η συμπεριφορά των εναγουσών αποτελούν παράδειγμα άγρας Δικαστηρίου (forum shopping) και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Κατόπιν συμβουλής από το δικηγόρο των εναγομένων που χειρίζεται την υπόθεση, η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι το άρθρο 18 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 178/2002 απαιτεί από τους υπεύθυνους επιχειρήσεων τροφίμων να είναι σε θέση να προσδιορίζουν από ποιον και σε ποιον έγινε η προμήθεια προϊόντος ώστε να είναι σε θέση να συνδέουν προμηθευτές με προϊόντα, για σκοπούς ασφάλειας των τροφίμων με αποτέλεσμα η δυνατότητα προσδιορισμού του εξαγωγέα ενός προϊόντος να ικανοποιεί την απαίτηση και τον στόχο του εν λόγω άρθρου. Δεν αποκαλύπτεται από τις ενάγουσες η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στη φήμη και εμπορική εύνοια τους κατόπιν ενεργειών των εναγομένων ενόσω οι αποδιδόμενες ενέργειες στους εναγόμενους δεν υπάρχει πιθανότητα να προκαλέσουν τέτοια ζημιά. Το επίδικο διάταγμα στρέφεται άμεσα και εναντίον των αξιωματούχων των εναγομένων, των συνεργατών τους και των θυγατρικών εταιρειών τους, χωρίς αυτοί να είναι διάδικοι, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο. Υιοθετώντας τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση των εναγομένων η ενόρκως δηλούσα ζητά την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων και την καταδίκη των εναγουσών στα έξοδα. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις σε εισηγήσεις οι οποίες θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Δηλώθηκε δε εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητριών ως πραγματικό γεγονός, με τη συμφωνία του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ότι στις 5.7.2011 αποσύρθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 23.12.2010 που είχε εκδοθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αγωγή με αρ. 10843/10. Ως προς τη νομική πτυχή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγοντας, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση....» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 CLR 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 CLR 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 CLR 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 CLR 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2)
(1994)1 AAΔ 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947). Επίσης, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) κρίθηκε ότι μόνο όπου το αντικείμενο της αγωγής είναι το επίδικο, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 4 του Κεφ. 6 και σε αντίθετη περίπτωση δεν μπορεί να εξεταστεί το άρθρο αυτό ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
  1. Ως πρώτο θέμα θα πρέπει κατά την αντίληψη μου να εξεταστεί ο λόγος ένστασης ότι η καταχώρηση τόσο της παρούσας αγωγής όσο και της υπό κρίση αίτησης και η επιδίωξη εξασφάλισης του επίδικου διατάγματος συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των αιτητριών. Είναι αναμφισβήτητο ότι τα επίδικα προϊόντα αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με αρ. 10843/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία οι διάδικοι είναι διαφορετικοί από αυτούς της παρούσας υπόθεσης (βλ. Τεκμήριο 12). Διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε η εισαγωγή και/ή η διάθεση στην Κυπριακή αγορά των ίδιων με τα επίδικα εμπορευμάτων είχε εκδοθεί στις 23.12.2010 στα πλαίσια της αγωγής εκείνης σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα των αιτητριών (βλ. Τεκμήριο 13). Αποτελεί επίσης αποδεκτό γεγονός ότι στις 5.7.2011 αποσύρθηκε το προαναφερθέν ενδιάμεσο διάταγμα στην αγωγή με αρ. 10843/10, ενόσω η αγωγή εκείνη προφανώς εκκρεμεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η εισήγηση του κ. Θρασυβούλου είναι ότι η ταυτόχρονη ύπαρξη σε ισχύ της παρούσας αγωγής και της αγωγής αρ. 10843/10 συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου με δεδομένο ότι τόσο η βάση της αγωγής και των δύο αγωγών όσο και τα προσωρινά διατάγματα, καθ΄ ον χρόνο ίσχυαν παράλληλα, είναι επάλληλα. Σύμφωνα με την εισήγηση παρείχετο η δυνατότητα στην ενάγουσα 2 στα πλαίσια της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να προσθέσει τους εναγόμενους ως διάδικους στην εκεί διαδικασία αλλά οι ενάγουσες προτίμησαν να καταχωρήσουν νέα αγωγή στη Λεμεσό. Επιπρόσθετα η καταχώρηση από τις ενάγουσες της υπό κρίση αίτησης και η επιδίωξη εξασφάλισης του επίδικου διατάγματος συνιστά αφ΄ εαυτής κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου εφόσον οι ενάγουσες επιδιώκουν με παράλληλα ένδικα μέσα την επίτευξη του ίδιου στόχου. Η θέση του κ. Γεωργιάδη είναι αντίθετη με το σκεπτικό ότι οι δύο αγωγές δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό. Η αγωγή με αρ. 10843/10 και η παρούσα αγωγή στρέφονται εναντίον διαφορετικών νομικών προσώπων και αφορούν στην παραβίαση από κάθε εναγόμενο ξεχωριστά των αποκλειστικών δικαιωμάτων της ενάγουσας 2 στα κοινοτικά της σήματα καθώς επίσης και σε παραβίαση του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 178/
  2. Όπως επεξηγείται στην ένορκη δήλωση των αιτητριών, η πρώτη εκ των αγωγών είχε στραφεί εναντίον των εκεί εναγομένων καθότι κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή οι ενάγουσες δεν είχαν γνώση της ταυτότητας του ιδιοκτήτη/εισαγωγέα των εμπορευμάτων. Η παρούσα αγωγή στρέφεται προσωπικά εναντίον του ίδιου του ιδιοκτήτη/εισαγωγέα των εμπορευμάτων για τις παράνομες πράξεις του σε σχέση με τα επίδικα προϊόντα και το δικαίωμα των εναγουσών να εγείρουν την παρούσα αγωγή δεν επηρεάζεται από την ύπαρξη ή απόσυρση της αγωγής με αριθμό 10843/
  3. Το ίδιο ισχύει και για τα δύο διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια των πιο πάνω αγωγών και η δέσμευση που είχε αναφερθεί από την ενόρκως δηλούσα των αιτητριών υλοποιήθηκε εφόσον το διάταγμα που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 10843/10 έχει αποσυρθεί στις 5.7.
  4. Σε σχέση με την κατάχρηση διαδικασίας, στην υπόθεση Impregilo S.P.A. v. Damiatta Ship. Co. Ltd κ.ά.
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 1, την οποία επικαλέστηκε μεταξύ άλλων αποφάσεων ο κ. Θρασυβούλου και στην οποία απορρίφθηκε ως καταχρηστική η αγωγή επειδή οι απαιτήσεις/θεραπείες που ζητούσαν οι ενάγοντες είχαν ως επίκεντρο το φορτίο που ήταν το επίδικο αντικείμενο σε προγενέστερη αγωγή και όπου είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του πλοίου για ποσό ίσο προς την αξία του επίδικου φορτίου, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Επειδή η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές ανάλογη είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της. Στην Beogradska D.D.
(1996)1 A.Α.Δ. 911 έγινε αναφορά στις αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Παραθέτω την πιο κάτω περικοπή από την απόφαση του Καλλή, Δ. στην Beogradska D.D. (ανωτέρω): «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση τους σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Εξετάζοντας τις προβληθείσες θέσεις με βάση τις νομολογιακές αρχές κρίνεται ότι η εισήγηση του κ. Θρασυβούλου είναι βάσιμη. Υπήρχε προφανώς δυνατότητα να προστεθούν οι εναγόμενοι της παρούσας αγωγής ως διάδικοι στην αγωγή με αρ. 10843/10 και να ζητηθούν στα πλαίσια της αγωγής εκείνης και ως προς αυτούς οι αιτούμενες με την παρούσα αίτηση θεραπείες. Ως προς τις ενάγουσες που παρουσιάζονται διαφορετικές στις δυο αγωγές δημιουργούνται ερωτηματικά δεδομένου ότι στην αγωγή με αρ. 10843/10 η μόνη εκεί ενάγουσα (και εδώ ενάγουσα 2) παρουσιάζεται εκτός από ιδιοκτήτης των πνευματικών δικαιωμάτων των επίδικων εμπορευμάτων και ως παραγωγός του ουίσκι Ballantine's (βλ. παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αίτησης- Τεκμήριο 13), ενόσω στην παρούσα αγωγή ως παραγωγός των επίδικων προϊόντων παρουσιάζεται η ενάγουσα
  2. Περαιτέρω κατά το χρόνο που οι αιτήτριες-ενάγουσες αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση του επίδικου διατάγματος ήταν σε ισχύ διάταγμα που απαγόρευε την εισαγωγή και ή διάθεση στην Κυπριακή αγορά των επίδικων προϊόντων χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της ενάγουσας
  3. Το επίδικο βέβαια διάταγμα είναι ευρύτερο εφόσον απαγορεύει την εν γένει εμπορία καθώς και την εξαγωγή των επίδικων εμπορευμάτων από την Κυπριακή Δημοκρατία σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, θεραπείες που θα μπορούσε να είχαν ζητηθεί στην αγωγή με αρ. 10843/
  4. Κατά την καταχώρηση της πρώτης χρονικά αγωγής η ενάγουσα 2 επέλεξε να περιοριστεί στην έκδοση του προαναφερθέντος διατάγματος ενώ είχε την δυνατότητα να επιδιώξει την έκδοση ευρύτερου διατάγματος, όπως το επίδικο, στη βάση του αιτητικού Β της εκεί οπισθογράφησης απαιτήσεως (βλ. Τεκμήριο 12). Η απαίτηση των εναγουσών-αιτητριών στην παρούσα υπόθεση ως εκ της φύσεως της και βάσει της κανονικής πορείας των πραγμάτων υπαγόταν στην προγενέστερη αγωγή. Η επαναφορά του θέματος στην παρούσα αγωγή θεωρώ ότι συνιστά υπό τις περιστάσεις κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το ότι μετά την επίτευξη του στόχου των εναγουσών με την έκδοση του επίδικου διατάγματος αποσύρθηκε το διάταγμα της αγωγής με αρ. 10843/10, η οποία ακόμη εκκρεμοδικεί, δεν διαφοροποιεί τη διαπίστωση ότι το επίδικο διάταγμα εξασφαλίστηκε κατόπιν κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως καταχρηστική. Παρά την διαπίστωση αυτή θα προχωρήσω στην εξέταση των λοιπών θεμάτων της υπόθεσης, πορεία που, υπό τις περιστάσεις, εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης, αν, σε περίπτωση που καταχωρηθεί έφεση, η κατάληξη μου αυτή κριθεί εσφαλμένη. Εξετάζοντας αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το κατεπείγον του θέματος ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, επισημαίνεται ότι όπως τονίστηκε στη νομολογία η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Σύμφωνα με τον κ. Θρασυβούλου, οι αιτήτριες στην υπό κρίση αίτηση δεν ήρθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα. Συγκεκριμένα η εισήγηση είναι ότι οι αιτήτριες παραπλάνησαν το Δικαστήριο όταν αποτάθηκαν μονομερώς και εξασφάλισαν το επίδικο διάταγμα, εφόσον η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 21 της ένορκης της δήλωσης δηλώνει ότι «οι ενάγοντες έχουν τώρα πληροφορηθεί ότι οι εισαγωγείς και /ή οι προμηθευτές και /ή οι ιδιοκτήτες των εν λόγω εμπορευμάτων είναι οι εναγόμενοι». Χρησιμοποίησαν, δηλαδή, οι ενάγουσες γλωσσικό τέχνασμα για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η πληροφόρηση τους ως προς την ταυτότητα των εναγομένων έγινε πρόσφατα και οι ίδιες ενήργησαν άμεσα προς εξασφάλιση του διατάγματος. Στην ίδια ωστόσο παράγραφο πιο κάτω η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η ταυτότητα των εναγομένων αποκαλύφθηκε με την ένορκη δήλωση της τελωνειακού Μ. Χαραλάμπους στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 10843/10 που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 16, παραλείποντας να υποδείξει ότι αυτή η ένορκη δήλωση ήταν ημερομηνίας 30.12.
  5. Αντίθετη είναι η θέση του κ. Γεωργιάδη, ο οποίος αφενός υποστηρίζει ότι είναι σαφής ο προσδιορισμός του χρόνου κατά τον οποίο η κα Χαραλάμπους προέβη στην ένορκη της δήλωση και αυτό διαφαίνεται στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης των αιτητριών, αφετέρου δε ισχυρίζεται ότι η αναφορά στην αρχή της παραγράφου 21 ότι οι ενάγουσες «are now informed» που μεταφράστηκε στα ελληνικά «έχουν τώρα πληροφορηθεί» έχει την έννοια ότι οι ενάγουσες είναι τώρα ενήμερες της ταυτότητας των εναγομένων. Ο χρόνος απόκτησης της πληροφορίας κατά τον κ. Γεωργιάδη προβάλλει ξεκάθαρα στο τέλος της παραγράφου 21 προσθέτοντας ότι εάν τα πράγματα ήταν όπως ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση η ενόρκως δηλούσα των αιτητριών θα ανέφερε «the plaintiffs have just been informed». Εξετάζοντας την εν λόγω εισήγηση, αναμφίβολα η εντύπωση που εκ πρώτης όψεως δίδεται από την παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης των αιτητριών είναι ότι η πληροφόρηση της ταυτότητας των εναγομένων είχε γίνει χρονικά πρόσφατα πριν την υποβολή της αίτησης τους. Το Δικαστήριο για να διαπιστώσει πότε έγινε η ένορκη δήλωση της Μ. Χαραλάμπους, θα έπρεπε να ανατρέξει στο Τεκμήριο 16, που αποτελεί αντίγραφο της εν λόγω ένορκης δήλωσης και από τη σελίδα 8 της ένορκης αυτής δήλωσης να δει ότι είχε γίνει στις 30.12.
  6. Ο τρόπος καταγραφής του όλου θέματος στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης των αιτητριών μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν προσδιόριζε με τη δέουσα ευκρίνεια την ακριβή ημερομηνία της ένορκης δήλωσης της κας Χαραλάμπους και ως εκ τούτου τον χρόνο που περιήλθε σε γνώση των αιτητριών η ταυτότητα των εναγομένων. Συνεπώς και παρόλο που η υπό αναφορά ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 16 στην αίτηση, έχω την άποψη ότι οι αιτήτριες έντεχνα αποπροσανατόλισαν το Δικαστήριο σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα. Η δεύτερη εισήγηση του κ. Θρασυβούλου σε σχέση με την μη αποκάλυψη των αιτητριών αφορά την παράλειψη τους να επιστήσουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι στις αποθήκες αποταμίευσης υπήρχαν φιάλες ουίσκι Ballantine's ιδιοκτησίας άλλου προσώπου πέραν των εναγομένων και ως εκ τούτου είναι αβέβαιο κατά πόσο η επιθεώρηση που έγινε από την ενόρκως δηλούσα των αιτητριών αφορούσε εμπορεύματα των εναγομένων, παραπέμποντας παραπλανητικά στο Τεκμήριο 12 που διαψεύδει τους ισχυρισμούς τους. Ο κ. Γεωργιάδης θεωρεί ότι δεν είναι ουσιώδες το αν υπήρχαν και άλλα εμπορεύματα στις αποθήκες αποταμίευσης και δεν τίθεται θέμα απόκρυψης ή παραπλάνησης δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι τα εμπορεύματα τους συνιστούν παράνομες παράλληλες εισαγωγές και φέρουν αλλοιωμένους ή διαγραμμένους κωδικούς. Η εξέταση του κειμένου της ένορκης δήλωσης των αιτητριών καταδεικνύει ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε ύπαρξη φιαλών ουίσκι Ballantine's που να ανήκουν σε πρόσωπα άλλα από τους εναγόμενους κατά την επιθεώρηση που έγινε από την ενόρκως δηλούσα. Αυτό θα μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο αν το Δικαστήριο ανέτρεχε στο Τεκμήριο 12 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση της κας Χαραλάμπους (Τεκμήριο 16) και που αφορά τον αποθεματικό έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στις αποθήκες αποταμίευσης στις 28.12.2010, όπου αναφέρονται τα υπόλοιπα των ουίσκι Chivas Regal και Ballantine's και οι ιδιοκτήτες αυτών. Αντίθετα μάλιστα στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης των αιτητριών καταγράφεται αφενός ότι οι εναγόμενοι κατονομάζονται ως εισαγωγείς των φιαλών Ballantine's στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της κας Χαραλάμπους και αφετέρου ότι στο Τεκμήριο 4 που συνοδεύει την ίδια ένορκη δήλωση οι εναγόμενοι κατονομάζονται ως ιδιοκτήτες των φιαλών αυτών. Τίποτε από τα δυο δεν ευσταθεί. Η κα Χαραλάμπους αναφέρεται σε εισαγωγή των ουίσκι Chivas Regal στην εν λόγω παράγραφο 3 της ένορκης της δήλωσης ενώ το Τεκμήριο 4 της ίδιας ένορκης δήλωσης αφορά επίσης το Chivas Regal. Παρόλο που τα πιο πάνω Τεκμήρια κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προβάλλει και πάλι ότι οι αιτήτριες έντεχνα παραπλάνησαν το Δικαστήριο με την περιγραφή των γεγονότων και η συμπεριφορά τους συνιστά απόκρυψη ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η διαπίστωση της παραπλάνησης του Δικαστηρίου ως προς το χρόνο πληροφόρησης των αιτητριών της ταυτότητας των εναγομένων, ιδιοκτητών των επίδικων εμπορευμάτων, συναρτάται και με το στοιχείο του κατεπείγοντος. Ο χρόνος που διέρρευσε από τις 30.12.2010 μέχρι τις 16.6.2011, που καταχωρήθηκε η υπό κρίση αγωγή, αλλά πολύ περισσότερο μέχρι τις 28.6.2011 που αποτάθηκαν οι αιτήτριες μονομερώς προς έκδοση του επίδικου διατάγματος, φανερώνει ότι ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης του υπό κρίση διατάγματος μονομερώς. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση του κ. Γεωργιάδη ότι ο χρόνος που διέρρευσε δικαιολογείται από την ενόρκως δηλούσα των αιτητριών, η οποία υποστηρίζει ότι η καθυστέρηση στη συλλογή του αναγκαίου υλικού και πληροφοριών για την προετοιμασία και καταχώρηση τόσο της αγωγής όσο και της υπό κρίση αίτησης αλλά και της ένορκης της δήλωσης ήταν αναπόφευκτη, λόγω της πρόσφατης αλλαγής των δικηγόρων των εναγουσών οι οποίες έχουν έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Θρασυβούλου η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί δικαιολογία στην καθυστέρηση των έξι μηνών που παρατηρείται στην παρούσα υπόθεση δεδομένου μάλιστα ότι προβλήθηκε αναμφισβήτητα ενώπιον του Δικαστηρίου με το Τεκμήριο 1 της ένορκης δήλωσης των καθ' ων η αίτηση ότι η αλλαγή των δικηγόρων τουλάχιστον αναφορικά με την ενάγουσα 1 στην Πολιτική Έφεση 52/11 είχε γίνει στις 4.4.2011 και όχι πρόσφατα σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της υπό κρίση αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1953, ..«Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». (βλ. και την πιο πρόσφατη απόφαση στις υποθέσεις DMITRY RYBOLOVLEV κ.α. v. ELENA RYBOLOVLEVA, Πολ. Εφ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29.1.2010). Τα προαναφερθέντα στην παρούσα υπόθεση λαμβανόμενα υπόψη από κοινού αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά καταδεικνύουν την εκ μέρους των αιτητριών απόκρυψη γεγονότων που θα έπρεπε να είχαν τεθεί με την ένορκη τους δήλωση ως είχαν στην πραγματικότητα σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Προκύπτει ότι υπήρξε σοβαρή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και η απόφαση του ενδεχόμενα να ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον το Δικαστήριο αποστερήθηκε της ορθής εικόνας της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε να είχε. Ως εκ τούτου για το μόνο λόγο της παραπλάνησης του Δικαστηρίου που σχετίζεται και με το θέμα του κατεπείγοντος το προσωρινό διάταγμα μπορεί και πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης των αιτητριών. Ωστόσο για να δοθεί πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης ως προς τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη συντρέχουν εν προκειμένω, σε αντίθεση με τον κ. Θρασυβούλου που εισηγήθηκε το αντίθετο, μπορεί να λεχθεί ότι, υπό τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και βάσει της έκθεσης απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 5.9.2011, υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραβίαση των άρθρων 18 και 19 του Κοινοτικού Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 178/2002, εφόσον τα επίδικα προϊόντα ενδέχεται να μην φέρουν τους απαιτούμενους κωδικούς βάσει του εν λόγω Κανονισμού. Αντίθετα ωστόσο κρίνεται η αξίωση των αιτητριών- εναγουσών σε σχέση με την παραβίαση των κοινοτικών εμπορικών σημάτων της ενάγουσας 2 στη βάση του ισχυρισμού ότι πρόκειται περί παράλληλων εισαγωγών. Συμφωνώ εν προκειμένω με τη νομική επί του θέματος ανάλυση που γίνεται στην ενδιάμεση απόφαση της Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή με αρ. 42/11 ημερομηνίας 1.2.2011, που αποτελεί το Τεκμήριο 9 της ένορκης δήλωσης των αιτητριών. Το μόνο που κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω είναι ότι όσον αφορά τις παράλληλες εισαγωγές προϊόντων, τα οποία φέρουν εμπορικά σήματα τρίτων, ανεξαρτήτως αυθεντικότητας τους, από χώρες εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σε οποιοδήποτε κράτος μέλος αυτού, χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, απαραιτήτως εφαρμόζεται η ερμηνεία της Οδηγίας 89/104/ΕΚ όπως αυτή έχει αποδοθεί από το Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση Silhouette και στις Davidoff και Levi Strauss (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-414/99 έως C-416/99). Όπως προκύπτει δε από την υπόθεση C-405/03 26 Μαΐου 2005, όπου ζητήθηκαν από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία της φράσεως «να χρησιμοποιεί [ένα σήμα] στις συναλλαγές» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5 της οδηγίας περί εμπορικών σημάτων, Οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21.12.1988, προς απάντηση των τεθέντων ερωτημάτων δόθηκαν οι πιο κάτω απαντήσεις: «
  1. Ο δικαιούχος εμπορικού σήματος δεν μπορεί να εναντιωθεί στην είσοδο, χωρίς τη συγκατάθεση του, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μη κοινοτικών εμπορευμάτων τα οποία φέρουν το σήμα του και τα οποία έχουν υπαχθεί σε κοινοτικό καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης ή τελωνειακής αποταμίευσης, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εισαγωγή αυτή καθαυτή συνιστά «χρησιμοποίηση (του σήματος) στις συναλλαγές», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
  2. Ενόσω τα εν λόγω εμπορεύματα διατηρούν τον χαρακτήρα των μη κοινοτικών προϊόντων, η προσφορά τους προς πώληση ή η πώλησή τους δεν συνιστούν «χρησιμοποίηση (του σήματος) στις συναλλαγές», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ.
  3. Ο δικαιούχος του εμπορικού σήματος το οποίο φέρουν τα εν λόγω εμπορεύματα νομιμοποιείται, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, να εμποδίσει τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.
  4. Στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οσάκις δικαιούχος εμπορικού σήματος προσφεύγει στα δικαστήρια επικαλούμενος παραβίαση του εμπορικού του σήματος, το ποιος διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως καθορίζεται σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, εκτός αν πρόκειται για το ζήτημα αν τα εμπορεύματα διατέθηκαν προς εμπορία στην αγορά εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, υπό το σήμα αυτό, με τη συγκατάθεση του δικαιούχου.». Όπως έχει προαναφερθεί, τα επίδικα προϊόντα ευρίσκονται σε αποθήκη αποταμίευσης και οι τελωνειακές αρχές μετά από παρέμβαση τους, όπως προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1383/2003, κατέληξαν ότι αυτά δεν παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Η θέση των αιτητριών άλλωστε ότι τα προϊόντα δεν είναι υπό διαμετακόμιση για επανεξαγωγή σε τρίτες χώρες δεν βρίσκει έρεισμα στα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, λαμβανομένου υπόψη και ότι η ενόρκως δηλούσα των καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί των προβληθεισών θέσεων της. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της διαφοράς δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι, παρόλο που δεν φαίνεται να πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ως προς το σκέλος αυτής της αξίωσης των εναγουσών, δεν μπορεί να λεχθεί το ίδιο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, για τους ισχυρισμούς περί παραβίασης του Κοινοτικού Κανονισμού με αρ. 178/
  5. Και το δεύτερο κριτήριο που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενόψει των προαναφερθέντων δεδομένων για το πρώτο κριτήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ικανοποιείται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο τουλάχιστον για την προαναφερθείσα αξίωση των εναγουσών, παρά μόνο για την ισχυριζόμενη παραβίαση του Κοινοτικού Κανονισμού με αρ. 178/
  6. Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται εφόσον η τυχόν ζημιά των αιτητριών δεν σχετίζεται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται η αυθεντικότητα των προϊόντων ενόσω η ύπαρξη κωδικών, που κατά τον ισχυρισμό των αιτητριών έχουν αλλοιωθεί/διαγραφεί από τα επίδικα προϊόντα, έχει αποκλειστικό σκοπό τον προσδιορισμό της παραγωγής για σκοπούς ασφάλειας τροφίμων. Εν πάση δε περιπτώσει, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Χαραλάμπους, η εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) με αρ. 178/2002 (για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων) εμπίπτει στην αρμοδιότητα των Υγειονομικών Υπηρεσιών της Δημοκρατίας (βλ. Τεκμήριο 16 και τα επισυναπτόμενα σε αυτό Τεκμήρια 5 και 6) και αν όντως τα επίδικα προϊόντα δεν φέρουν τους κωδικούς που είναι απαραίτητοι, η αποδέσμευση τους μπορεί να γίνει μόνο αφού ελεγχθούν από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες (βλ. σχετικά το Τεκμήριο 9 που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 16). Όπως προκύπτει άλλωστε από την προηγηθείσα ανάλυση, η ύπαρξη του ενδιάμεσου διατάγματος στην αγωγή με αρ. 10843/10 κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος καταδεικνύει ότι οι αιτήτριες δεν θα υφίσταντο ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδίδετο το επίδικο διάταγμα, οπότε η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση κατά το χρόνο έκδοσης μονομερώς του διατάγματος δεν υφίστατο. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ των αιτητριών στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει των πιο πάνω, ως προς τους λοιπούς προβληθέντες ισχυρισμούς του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων, θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι παρόλο που δεν θεωρώ σωστή τη διατύπωση επί του διατάγματος αναφορικά με την διαπίστωση παραβίασης των εγγεγραμμένων κοινοτικών εμπορικών σημάτων των εναγουσών παρατηρώ ότι, παρά το ότι μετά την έκδοση του το διάταγμα επιδόθηκε αφού ορίστηκε επιστρεπτέο, τότε δεν λήφθηκαν ένδικα διαβήματα από τους εναγόμενους ως προς αυτό το θέμα και στο παρόν στάδιο οι προϋποθέσεις έκδοσης του εξετάζονται εξ υπαρχής. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 29.6.2011 ακυρώνεται στην ολότητα του με έξοδα εναντίον των αιτητριών-εναγουσών και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.