← Κύπρος

Sergey Enenkov ν. Ragusprapus Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1222/10, 1.11.2011

Sergey Enenkov ν. Ragusprapus Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 1222/10, 1.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A299 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1222/10 Μεταξύ: Sergey Enenkov, από τη Ρωσία Ενάγοντα - και -

  1. Ragusprapus Trading Limited, από τη Λεμεσό
  2. Oleg Nikolaychuk, από τη Ρωσία
  3. Scripta Secretarial Servises Ltd, από τη Λεμεσό
  4. Narvesen Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 29.9.2010 Μεταξύ: Sergey Enenkov, από τη Ρωσία Ενάγοντα - και -
  5. Ragusprapus Trading Limited, από τη Λεμεσό
  6. Oleg Nikolaychuk, από τη Ρωσία
  7. Scripta Secretarial Servises Ltd, από τη Λεμεσό
  8. Narvesen Ltd, από τη Λεμεσό
  9. ΚPM Μanagement Services Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 16.3.2011 Ημερομηνία: 1.11.2011 Για Αιτητή/Ενάγοντα: κ. Χριστοφόρου Για Καθ'΄ων η αίτηση/Εναγομένους 3, 4 και 5: κ. Γ. Κωνσταντινίδης (για να ακούσει απόφαση Π. Κωνσταντινίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αξιώσεις του ενάγοντα, όπως προκύπτουν μέσα από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την μετέπειτα καταχωρηθείσα έκθεση απαίτησης καλύπτουν δύο κυρίως θέματα. Την καταβολή αποζημιώσεων και την μη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων. Διεκδικείται εναντίον του εναγόμενου 2 αποζημίωση για ποσό Δολ. Αμερικής ύψους 411.652.38 ή το ισόποσο σε ευρώ, πλέον €1.410.948,86 τα οποία ποσά κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα οικειοποιήθηκε παράνομα ο εναγόμενος 2 και/ή υπεξαίρεσε και/ή αποξένωσε από την εναγόμενη
  10. Αξιώνει περαιτέρω εναντίον του ιδίου εναγόμενου αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας ή καθήκοντος εμπιστοσύνης προς την εναγόμενη
  11. Διεκδικούνται επίσης εναντίον των Εναγομένων 2, 3, 4, και 5 γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας (duty of care) και /ή καθήκοντος εμπιστοσύνης (Fiduciary duty) προς την Εναγομένη 1 και/ή για απάτη και/ή δόλο και/ή άλλως πως με σκοπό την καταδολίευση και/ή την πρόκληση οικονομικής ζημιάς. Αξιώνεται τέλος εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 έκδοση διατάγματος, το οποίο να τους απαγορεύει από του να προβούν σε οποιαδήποτε περαιτέρω αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 1, μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής. Στα πλαίσια της αγωγής, εξεδόθησαν διατάγματα κατόπιν αιτήσεως ημερ. 12.3.10 τα οποία έγιναν απόλυτα και σύμφωνα με τα οποία:
  12. Δεσμεύονται και παγοποιούνται οι λογαριασμοί του εναγόμενου 2 στην τράπεζα Alfa Bank Ltd και στην ZAO CITIBANK MOSCOW ή και σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα μέχρι του ποσού των €1.706.315,00.-
  13. Η εναγόμενη 3 εμποδίζεται από του να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει ή και αποξενώσει τις μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 1 ως εμπιστευματοδόχος του εναγόμενου
  14. Δεσμεύονται και παγοποιούνται οι λογαριασμοί της εναγόμενης 1 στην τράπεζα Alfa Bank. Με την κρινόμενη αίτηση, ο ενάγων επιδιώκει: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 4 και/ή τους Εναγόμενους 3 και/ή 5 όπως εντός επτά

(7)εργάσιμων ημερών από την επίδοση του διατάγματος να ετοιμάσουν, καταχωρίσουν και επιδώσουν στους Δικηγόρους του ενάγοντα ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο τους η οποία: (α) Να αποκαλύπτει και/ή να δηλώνει το πλήρες όνομα του φυσικού προσώπου και/ή των φυσικών προσώπων που είναι οι τελικοί πραγματικοί δικαιούχοι και/ή ιδιοκτήτες (ultimate beneficial owners) των μετοχών της Εναγομένης 4 καθώς και τις πλήρεις διευθύνσεις των εν λόγω φυσικών προσώπων. (β) Να παρουσιάζει όλα τα έγγραφα που έχουν στη φύλαξη και/ή έλεγχο τους σχετικά με τους τελικούς πραγματικούς δικαιούχους και/ή ιδιοκτήτες (ultimate beneficial owners) των μετοχών της Εναγομένης 4, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς επηρεασμό, οιονδήποτε αντιγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εγγράφων μεταβίβασης μετοχών, συμφωνιών, δηλώσεων και οποιονδήποτε άλλων εγγράφων έχουν σχέση με τα ανωτέρω. (γ) Να αποκαλύπτει και/ή να δηλώνει με βάση τις οδηγίες ποιου ή ποιων φυσικών προσώπων ιδρύθηκε η Εναγόμενη
  1. (δ) Να αποκαλύπτει πλήρεις πληροφορίες αναφορικά με τον Yiani Panaioti, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς επηρεασμό, αντίγραφο διαβατηρίου, διεύθυνση διαμονής, συμβόλαιο εργοδότησης και οποιονδήποτε άλλα έγγραφα έχουν σχέση με το εν λόγω πρόσωπο και την εμπλοκή του με τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Β. Διάταγμα που να επιτρέπει την επιθεώρηση των εγγράφων και την λήψη αντιγράφων από τους Δικηγόρους του Αιτητή όλων των εγγράφων την αποκάλυψη των οποίων εξαιτείται ο Αιτητής.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Πυρκώτου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου του ενάγοντα. Αποκαλύπτει, πως όσα καταγράφει προέχονται από πληροφορίες που έλαβε από τον ενάγοντα και το δικηγόρο του, και παραπέμπει στα γεγονότα, όπως αυτά περιέχονται στην ένορκη δήλωση της Ten Dem Suk, ημερ. 12.3.10, (το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί) η οποία υποστήριζε την αίτηση για έκδοση των ανωτέρω διαταγμάτων (12.3.10). Καταγράφονται εδώ σε συντομία πως: «Ο Αιτητής μαζί με τον Εναγόμενο 2, είναι οι μόνοι διευθυντές αλλά και μέτοχοι της Εναγομένης 1, σε ίσα μερίδια 50/
  2. Ο Αιτητής σήμερα κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 απευθείας (μέχρι την 3/3/2010 το κατείχε μέσω της Εναγομένης 5) ενώ ο Εναγόμενος 2 κατείχε και εξακολουθεί να κατέχει το άλλο 50% των μετοχών μέσω της Εναγόμενης 3 η οποία είναι εταιρεία παροχής εταιρικών υπηρεσιών και γραμματέας της Εναγόμενης
  3. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εγείρεται από τον Ενάγοντα/Αιτητή εκ μέρους της Εναγομένης 1 (derivative action) υπό την ιδιότητα του ως μετόχου της Εναγομένης 1 για προστασία των συμφερόντων της λόγω του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2 (ο αδικοπραγούντας στην προκειμένη περίπτωση) ο οποίος ελέγχει το άλλο 50%, θα σταματούσε οποιαδήποτε προσπάθεια για έγερση αγωγής εναντίον του από την Εναγομένη 1.» Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και στην Ένορκη Δήλωση της κας Ten, ο Ενάγων αιτητής έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει, ότι ο Εναγόμενος 2 εμπλέκεται σε παράνομες πράξεις και αδικοπραγίες εναντίον της Εναγομένης 1, οι οποίες συνδέονται μεταξύ άλλων με αποξένωση και/ή υπεξαίρεση χρημάτων από τους λογαριασμούς της Εναγομένης
  4. «Η εναγόμενη 1 είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγεγραμμένο γραφείο στην οδό Σπύρου Αραούζου αρ. 165, Λεμεσός, και παρέχει ταξιδιωτικές υπηρεσίες όπως, μεταξύ άλλων, αγορά εισιτηρίων, κρατήσεις ξενοδοχείων, μετακινήσεις προσωπικού (crew transportation) κτλ από την 2/2/
  5. Η εργασία της Εναγομένης 1 προείρχετο αποκλειστικά από τη ρωσική εταιρεία Instone International Ltd (Instone) η οποία υπομίσθωνε (sub-contracted) τις υπηρεσίες της Εναγομένης 1 κυρίως όσον αφορά τη μετακίνηση προσωπικού εκτός Ρωσίας. Αντίγραφο της συμφωνίας μεταξύ της Instone και της Εναγομένης 1 ημερ. 1/2/06 επισυνάπτεται στην παρούσα ως Τεκμήριο
  6. Διευθυντές της ρωσικής εταιρείας Instone ήταν ο Εναγόμενος 2, ο Αιτητής, ο Pavel Lyshko και Andrey Aprelenko, χωρίς όμως οι τρεις τελευταίοι να έχουν ενεργό συμμετοχή στην διοίκηση της, παρά μόνον ο εναγόμενος 2.» Η εναγόμενη 4 είναι Κυπριακή Εταιρεία και Διευθυντής της είναι η εναγόμενη 5, γραμματέας της η εναγόμενη 3, ενώ μέτοχοι με ίσο ποσοστό είναι οι ίδιες εταιρείες. «Ο Ενάγοντας έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι πίσω από την Εναγόμενη 4 βρίσκεται ο Εναγόμενος 2, θέτοντας εαυτόν σε σύγκρουση συμφερόντων και παραβαίνοντας έτσι τα καθήκοντα εμπιστοσύνης και επιμέλειας του προς την Εναγόμενη 1, καθότι η Εναγόμενη 4 είναι ανταγωνιστική εταιρεία της Εναγόμενης 1, όπως φαίνεται από την συμφωνία (Τεκμήριο 11). Ο Ενάγοντας με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 διοχέτευε εργασία (συμβόλαια για μεταφορά προσωπικού) στην Εναγόμενη 4 αντί στην Εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1/6/09 μεταξύ της Εναγομένης 4 και της ρωσικής Instone." Οι υποψίες του ενάγοντα για όσα ανωτέρω αναφέρει βασίζονται σε πληροφορίες που έλαβε από την κα Ten η οποία έλαβε επιβεβαίωση από τον κ. Π. Χηράτου, διευθυντή της εναγόμενης 5 ότι βοήθησε τον εναγόμενο 2 για τη σύσταση εταιρείας. Αναφέρονται περαιτέρω στην ίδια ένορκη δήλωση στοιχεία και γεγονότα για κάποιο άτομο ονόματι Yani Panaioti, το οποίο φέρεται να υπογράφει συμφωνίες εκ μέρους της εναγόμενης 1, την ύπαρξη του οποίου ο ενάγων αγνοεί και αμφισβητεί. Οι εναγόμενοι 3, 4 και 5 - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης και εγείρουν διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρούν την αίτηση απορριπτέα. Στους λόγους τούτους καθώς και ενασχόληση με αυτούς γίνεται κατωτέρω. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Π. Χηράτου, με την οποία αμφισβητείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και επίσης επαναλαμβάνεται και υιοθετείται το περιεχόμενο της έκθεσης υπεράσπισης. Πρόσθετα αναφέρει ότι γνωρίζει τον ενάγοντα από το έτος 1998, όταν ενέγραψε την εταιρεία YALSEN MARINE LTD η οποία ιδρύθηκε στις 14.5.
  7. Τον Ιανουάριο του 2006 ο ενάγων του σύστησε τον εναγόμενο 2, με τον οποίο αγόρασαν από κοινού την υφιστάμενη εταιρεία Ragusprapus Trading Ltd, δηλαδή την εναγόμενη
  8. Τον Ιούλιο του 2009 ο ενάγων αγόρασε την εταιρεία ΑΚΕR SHIPPING LTD, οι δραστηριότητες της οποίας είναι παρόμοιες και συναφείς με αυτές της εναγόμενης
  9. Αποτελεί ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα ότι τόσο στην έκθεση απαίτησης του ο ενάγοντας όσο και στην ένορκη δήλωση της η κα Πυρκώτου περιορίζονται στο να αναφέρουν ότι ο εναγόμενος 2 μέσω της εναγόμενης 4 έθεσε τον εαυτό του σε σύγκρουση συμφερόντων με την εναγόμενη 1, ιδρύοντας την ανταγωνιστική εταιρεία - εναγόμενη 4, χωρίς να δίδει μαρτυρία για τις συνέπειες που προκάλεσε η ίδρυση και λειτουργία αυτής της φερόμενης ως ανταγωνιστικής εταιρείας, την ίδια στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο ενάγοντας αποδεδειγμένα είχε ιδρύσει ανταγωνιστική της εναγόμενης 1 εταιρεία. (Τεκμ. 4 ιδρυτικό και καταστατικό της εταιρείας και πιστοποιητικά). Σε σχέση με τον Yani Panaiotis είναι η θέση του, πως δεν γνωρίζει οποιοδήποτε άτομο με αυτό το όνομα, ούτε έχει στην κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία που να αφορούν πρόσωπο με τούτο το όνομα. Δηλώνει επίσης πως όπως φαίνεται, ο Yanis Panaiotis χρησιμοποιείτο τόσο από τον ενάγοντα όσο και τον εναγόμενο
  10. Παραπέμπει προς τούτο στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 η οποία έγινε στα πλαίσια ένστασης του για έκδοση προσωρινού διατάγματος και στην οποία αναφέρεται πως: «H κα Ten στην ένορκη δήλωση της αναφέρεται σε κάποιο πρόσωπο με το όνομα Yani Panaioti. Είμαι σίγουρος ότι το πρόσωπο αυτό το γνωρίζει ο ενάγοντας ή και η κα Ten. Αν δε το πρόσωπο αυτό δεν υπάρχει θα πρέπει να είναι δημιούργημα των ιδίων. Η κα Ten όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση της είναι η νομική σύμβουλος του ενάγοντα/αιτητή. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο 18Α (μαζί με τη σχετική μετάφραση), email της κας Ten προς εμένα με επισυνημμένη συμφωνία μεταξύ της εναγόμενης 1 και της Ρωσικής Instone International Ltd την οποία ως γενικό διευθυντή της εναγόμενης 1 παρουσιάζει το Yanis Panaiotis. Περαιτέρω επισυνάπτω ως Τεκμήριο 18Β email της κας Ten με επισυνημμένο συμβόλαιο μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων που για την εναγόμενη 1 παρουσιάζεται ως γενικός διευθυντής ο Yanis Panaiotis. Στο τέλος του Συμβολαίου επισυνάπτω και με τη μετάφραση του εν λόγω email της κας Ten.» Περαιτέρω ο ενόρκος δηλών προβαίνει σε σχολιασμό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, για τα οποία γίνεται μνεία κατωτέρω. Νομική βάση της αίτησης αποτελεί κυρίως το άρθρο 32 του Ν. 14/60 και οι γενικές αρχές διαταγμάτων αποκάλυψης και διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmasal. Τέτοια διατάγματα έχουν δοθεί στη Norwich Pharmacal v. Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. 94 για τρίτο μάλιστα άτομο εναντίον του οποίου δεν καταλογιζόταν κατ΄ ανάγκη ανάμειξη στην όλη δόλια συμπεριφορά που ασκήθηκε επί των εναγόντων. Ακολουθήθηκε στην Bankers Trust v. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353, και πιο πρόσφατα στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)1 W.L.R. 2033, όπου τονίστηκε και πάλιν, από τη μια, η δραστική και εξαιρετική αυτή δικαιοδοσία, αλλά από την άλλη, αναγνωρίστηκε ότι με το πολύπλοκο σύγχρονο σύστημα ζωής, ιδιαίτερα στις οικονομικές συναλλαγές, η εξαιρετική έστω αυτή δικαιοδοσία θα πρέπει να αφήνεται να ασκείται με την αναγκαία ευελιξία στις ανάγκες των όποιων νέων πραγματικοτήτων κατά καιρούς εμφανίζονται. Στην Κύπρο υιοθετήθηκε η αρχή στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ 153, όπου αναφέρθηκε ότι ναι μεν το δικονομικό αυτό μέτρο δεν ασκείται συχνά, αλλά ασκείται όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαια έκβαση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Norwich οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντας τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκείμενη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν και τα εξής:- «Discovery as a remedy in equity haws a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery an that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose." Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)LCL 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd's Rep. 417 2001 WL 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία. (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UΚ Ltd
(2005)3 All. E.R. 511, σελ. 518. Παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- "[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimated wrongdoer to be sued." Οι προϋποθέσεις αυτές εξετάζονται βέβαια πάντοτε μέσα στα πλαίσια του άρθρου 32 του Ν. 14/60, αφού τίποτα από την ενυπάρχουσα Νομολογία δεν καταδεικνύει την αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών, όταν επιζητούνται διατάγματα τύπου Norwich. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστόν είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ΄ αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσης αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. ΄Ετσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσίαν με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (K.O.T v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Το Δικαστήριο θα εξετάσει τις κλασσικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 και κάτω από τις αρχές που θέτει το Αγγλικό Δίκαιο ως οι αρχές της επιείκειας για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (άρθρο 29(γ) του Ν. 14/60 και Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Οι πιο πάνω αρχές όμως, ενόψει ανάλογα της δραστικότητας τέτοιων διαταγμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα για πιο αυστηρή προσέγγιση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την εξέταση της προσφορότητας για την έκδοση ή μη του διατάγματος, πράγμα που θα γίνει, εάν η απόφαση είναι θετική στην πλήρωση των δύο πρώτων προϋποθέσεων. Για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 που θεωρείται ότι είναι αλληλένδετες κατά κάποιο τρόπο σε αγωγές αποκάλυψης, ιχνηλάτησης και παρεμφερείς αγωγές, εκείνο που ενέχει πρωταρχική σημασία είναι, να μπορούν οι ενάγοντες να στοιχειοθετήσουν ότι μια αδικοπραξία συντελέσθηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής αλλά όχι και ποιος την έκανε, έστω και αν «κομμάτια του πάζλ» ελλείπουν (Carlton Firm Districutors Ltd v. VC1 Plc, VDC Ltd.
(2003)ENHC 616 (Ch.) «So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position. Είναι επίσης αναγκαίο να καταδειχθεί η εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα (Ashworth Security Hospital v. MGN
(2002)W.L. 1310757). Λέχθηκε στην ανωτέρω υπόθεση πως: «My Lords, I fully agree with my notice and learned friend Lord Woolf that this appeal should be dismissed for the reasons he gives. His analysis of the case law and the principles involved to my mind makes two things in particular abundantly clear. The first is that the jurisdiction recognized in Norwich Pharmacal Co. v. Customs and Excise Commissioners
(1974)AC 133 to order disclosure of, inter alia, the identity of a source of information or documents does not depend on whether the person against whom the order is sought has committed a tort, a breach of contract or other civil or criminal wrong. It is sufficient but, it is important to stress, also necessary that the person should be shown to have "participated" or been "involved" in the wrongdoing which is at the basis of the application for discovery». Ο συνήγορος του ενάγοντα, εισηγείται με την γραπτή του αγόρευση, αφού αναλύει τις αρχές της Norwich Pharmacal, πως: «Η εφαρμογή της σχετικής νομικής αρχής, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί μία από τις κλασσικές περιπτώσεις κατά τις οποίες τα Κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και μπορούν να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης αφού όπως προκύπτει από τα γεγονότα τα οποία έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου, τόσο οι Καθ' ων η Αίτηση 3 και/ή 5 πιθανόν να είναι αναμειγμένες στις εν λόγω αδικοπραγίες και/ή φαίνεται να κατέχουν όλες τις πληροφορίες τις οποίες ζητά ο Ενάγων λόγω της θέσης τους στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση
  1. Παρόλα ταύτα, ακόμα και εάν οι καθ' ων η Αίτηση 3 και/ή 4 και/ή 5 δεν συνδέονται άμεσα με τις παράνομες μεταφορές χρημάτων από τους λογαριασμούς της Εναγομένης 1 τις οποίες διενήργησε ο Εναγόμενος 2, δεν συνεπάγεται «απαλλαγή» από την υποχρέωση τους να βοηθήσουν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, και να δώσουν τις πληροφορίες τις οποίες εξαιτείται ο Αιτητής, ώστε να προωθηθεί η αγωγή και να αποδοθεί δικαιοσύνη.» Αντίθετη είναι η άποψη του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση, ο οποίος υποβάλλει ότι δεν έχει καταδειχθεί διάπραξη με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, οποιασδήποτε μορφής αδικοπραγία ούτε έχει υποδειχθεί πως η εναγόμενη 4 συνδέεται με αδικοπραγία. Υποδεικνύει περαιτέρω πως από την ένορκο δήλωση της κας Πυρκώτου, πέραν του γενικού και αόριστου ισχυρισμού ότι ο εναγόμενος 2 μέσω της εναγόμενης 4 ανταγωνίζεται την εναγόμενη 1, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε που να καταδεικνύει την ύπαρξη οποιασδήποτε αδικοπραγίας. «Το γεγονός της ύπαρξης της εναγόμενης 4 από μόνο του αλλά και το γεγονός της υπογραφής της συμφωνίας ημερομηνίας 01/06/2009 μεταξύ Instone και εναγόμενης 4 με το συγκεκριμένο μάλιστα περιεχόμενο όπως το έχω εκθέσει πιο πάνω - ευσεβάστως υποβάλλω ότι δεν συνιστούν αδικοπραγία. Ουδεμία ένδειξη, ή ίχνος μαρτυρίας υπάρχει για τα δυσμενή αποτελέσματα του κατ' ισχυρισμό ανταγωνισμού, τη στιγμή μάλιστα που η πηγή για τέτοια πληροφορία είναι και μπορεί να είναι αποκλειστικά και μόνον η Instone, αφού είναι ο μοναδικός πελάτης της εναγόμενης 1 όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας) και ταυτόχρονα είναι εταιρεία στην οποία ο ενάγοντας είναι Διευθυντής και μέτοχος.» Από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και την αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα προκύπτει πως τα αιτούμενα διατάγματα σχετίζονται και συνδέονται με την ισχυριζόμενη υπεξαίρεση χρημάτων από τους λογαριασμούς της εναγόμενης 1, εκ μέρους του εναγόμενου 2 και διοχέτευσης του σε δικούς του λογαριασμούς. Αυτή είναι οπωσδήποτε αδικοπραξία μια από τις βάσεις της αγωγής, η οποία ευχερώς μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης. Οι εναγόμενοι 3 και 5, δεν φαίνονται να έχουν οποιαδήποτε σχέση με τούτο το γεγονός ή να φέρονται να γνωρίζουν οτιδήποτε, πέραν της σχέσης του γραμματέα και διευθυντή της εναγόμενης 4, η οποία και τις συνδέει και συσχετίζει με την τελευταία. Για τούτο, σημαντικό είναι να εξεταστεί η θέση της εναγόμενης 4 προς τη βάση αυτή της αγωγής. Είναι σημαντικό να υπενθυμιστεί πως την έκδοση παρόμοιου διατάγματος με το εξεταζόμενο είχε αιτηθεί ο ενάγων με αίτηση του ημερ. 12.3.2010, εναντίον της εναγόμενης 4, το οποίο όμως αρχικά δεν εξεδόθη και σε μεταγενέστερο στάδιο το απέσυρε, ενδεχομένως λόγω της πρόθεσης του, η οποία υλοποιήθηκε για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και προσθήκης, ως εναγομένων 5 της KPΜ Management Services. Στην ένορκη δήλωση της κας Ten που συνόδευε την πρώτη αίτηση, στο περιεχόμενο της οποίας η κα Πυρκώτου παραπέμπει, γίνεται αναφορά στις παράνομες και δόλιες πληρωμές τις οποίες ο εναγόμενος 2 διενήργησε είτε προς τον εαυτό του είτε προς τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Στα πρόσωπα αυτά δεν κατονομάζεται το όνομα της εναγόμενης
  2. Δεν φαίνεται να επωφελήθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο από την ισχυριζόμενη παράνομη και δόλια συμπεριφορά του εναγόμενου 2, ώστε να δίδεται έρεισμα για εφαρμογή των αρχών της Norwich. Πρόσθετα όμως με τα ανωτέρω υπάρχει ισχυρισμός του ενάγοντα ο οποίος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι πίσω από την ίδρυση της εναγόμενης 4 βρίσκεται ο εναγόμενος 2 ο οποίος την ελέγχει θέτοντας με αυτόν τον τρόπο εαυτόν σε σύγκρουση συμφερόντων με την εναγόμενη 1 και παραβαίνοντας τα καθήκοντα εμπιστοσύνης και επιμέλειας που έχει προς αυτή. (Τεκμήριο 11). Υποστηρίζει ο ενάγων ότι ο εναγόμενος 2 διοχέτευε εργασία στην εναγόμενη 4 αντί στην εναγόμενη 1, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 1.6.2009 μεταξύ της εναγόμενης 4 και της ρωσικής Instone. Τις υποψίες του ο ενάγων για όσα ανωτέρω αναφέρονται θεωρεί απόλυτα δικαιολογημένες διότι: «(α) Τόσο η συμφωνία ημερομηνίας 1.2.2006 (Τεκμήριο 9) όσο και η συμφωνία ημερομηνίας 1.6.2009 (Τεκμήριο 11) υπογράφονται από τα ίδια ακριβώς πρόσωπα, ήτοι τον Yani Panaioti υπό την ιδιότητά του ως γενικού διευθυντή τόσο της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 4 αντίστοιχα και από τον Εναγόμενο 2 ως διευθύνοντα σύμβουλο της Instone, (β) ο σκοπός των δύο συμφωνιών είναι ακριβώς ο ίδιος, ήτοι η παροχή ταξιδιωτικών υπηρεσιών όπως η μεταφορά προσωπικού, η έκδοση εισιτηρίων κτδ. Και (γ) η συμφωνία Τεκμήριο 11 υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 2 εκ μέρους και για λογαριασμό της Instone εν αγνοία του Ενάγοντα ο οποίος ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής στην Instone κατά τον ουσιώδη χρόνο της υπογραφής της συμφωνίας.» Η απάντηση των καθ' ων στους ισχυρισμούς αυτούς του αιτητή είναι πως δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε ζημιά της εναγόμενης 1 η οποία να προέρχεται λόγω της ύπαρξης και από τις δραστηριότητες της εναγόμενης
  3. Οι επικαλούμενες συμφωνίες 1.2.2006 και 1.6.2009, Τεκμήρια 9 και 11 δεν μπορούν από μόνες τους να συνδεθούν με την ύπαρξη οποιασδήποτε ζημιάς, ούτε δίδουν μαρτυρία για τις συνέπειες που τυχόν προκάλεσε η ίδρυση και λειτουργία της εναγόμενης
  4. Υποδεικνύεται περαιτέρω με την ίδια ένορκο δήλωση ότι: «Στη Ρωσική εταιρεία Instone o ενάγοντας είναι τόσο διευθυντής όσο και μέτοχος. Αυτό φαίνεται και στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. Η βασική δε θέση του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου 2, είναι ότι ο εναγόμενος 2, μέσω της εναγόμενης 4 και με τη βοήθεια των εναγομένων 3 και 5 ανταγωνίστηκαν την εναγόμενη 1 αθέμιτα συνάπτοντας συμφωνία μεταξύ εναγόμενης 4 και της Ρωσικής Instone Ltd. Δηλαδή μέρος σε αυτή την απατηλή συμπεριφορά ήταν και η εταιρεία που ελέγχεται και από τον ίδιο τον ενάγοντα.» Υποδεικνύεται με την αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 11 εκείνος ο οποίος φαίνεται να ωφελείται είναι η ρωσική εταιρεία Instone και όχι η εναγόμενη 4, και επομένως δεν μπορούν να ευσταθήσουν οι ανωτέρω αιτιάσεις του Ενάγοντα, πολύ περισσότερο αν ληφθεί υπόψη ότι και ο ενάγοντας συμμετέχει στην ανωτέρω εταιρεία. Ουδεμία ένδειξη ή ίχνος μαρτυρίας υπάρχει για τα δυσμενή αποτελέσματα του κατ' ισχυρισμό ανταγωνισμού, τη στιγμή μάλιστα που η πηγή για τέτοια πληροφορία είναι και μπορεί να είναι αποκλειστικά και μόνο η Instone αφού είναι ο μοναδικός πελάτης της εναγομένης όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας και ταυτόχρονα είναι εταιρεία στην οποία ο ενάγοντας είναι διευθυντής και μέτοχος. Είναι φανερό τόσον από την ένορκο δήλωση της κας Πυρκώτου, όσον και την αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα, πως οι αναφορές στην ίδρυση και λειτουργία της εναγόμενης 4, η οποία αποδίδεται στον εναγόμενο 2, γίνονται για να καταδείξουν τη σχέση της και εμπλοκή με το γεγονός της υπεξαίρεσης χρημάτων από το λογαριασμό της εναγόμενης
  5. Για το οποίο όμως, όπως ανωτέρω λέχθηκε, δεν υπάρχει στοιχείο ή ένδειξη εμπλοκής της εναγόμενης
  6. Είτε αθώας είτε μη. Το γεγονός της ίδρυσης ανταγωνιστικής εταιρείας, ακόμη και να κριθούν βάσιμες οι υποψίες του αιτητή, δεν αποτελεί καλήν ένδειξη για διάπραξη της ανωτέρω αδικοπραξίας εκ μέρους της Εναγομένης 4 ή συμμετοχή της σε αυτήν. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στους όρους και λεπτομέρειες των συμφωνιών, Τεκμ. 9 και 11 (Ε/Δ κας Πυρκώτου), ούτε να κρίνει και αποφασίσει σε τούτο το στάδιο την ύπαρξη ή μη ζημιάς, από τη συνομολόγηση της συμφωνίας Τεκμ.
  7. Για την οποία ζημιά ομολογουμένως εκ πρώτης όψεως, ο αιτητής δεν πρόσφερε οποιοδήποτε στοιχείο. Δεν είναι δίκαιο επίσης να ασχοληθεί με τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων που αναφέρονται σε ίδρυση από τον ενάγοντα-αιτητή ανταγωνιστικής προς την εναγομένη 1 εταιρείας και στο κατ' ισχυρισμό κώλυμα του να διαμαρτύρεται βασιζόμενος σε υποψίες για τη λειτουργία της εναγομένης
  8. Η ενασχόληση με τούτα τα θέματα, και η διακρίβωση των εκατέρωθεν ζημιών και απωλειών αποτελεί θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Συνεπώς, έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνεται πως δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 3, 4 και 5-καθ΄ ων η αίτηση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων και εναντίον του αιτητή, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ, ΓΚ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό διάταγμα τύπου Norwich cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.