Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ ν. Ευθύμιου Κώστα Αρiστη κ.α., Αρ. Αγωγής 200/07, 2 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A300 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 200/07 Μεταξύ: Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ Εναγόντων και
- Ευθύμιου Κώστα Αρíστη
- S. Raftis Company Limited
- Raftis Holding Limited
- Raftis Tourist Enterprises Limited
- Raftis Developments Limited
- Κτηνοτροφία ´Ηρα Λίμιτεδ Εναγομένων ----------------------------- 2 Νοεμβρίου, 2011 Για τους ενάγοντες: κ. Χρ. Χατζηστερκώτης με κα Α. Προδρόμου Για την εναγόμενη 1: κ. Χρ. Αδάμου Για τους εναγόμενους 2 - 6: κ. Χρ. Γεωργιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η διαφορά των εναγόντων με την εναγομένη 1 ανατρέχει σε βάθος χρόνου. Το ιστορικό της συνοψίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Πολ. Έφεση 176/07, ημερομηνίας 13.3.2009 μεταξύ των εδώ εναγόντων και εναγομένων, σε έφεση ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία έχει καταστεί οριστικό προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στην εφεσίβλητη 1 - εναγόμενη 1 να πωλήσει, διαθέσει, μεταβιβάσει, υποθηκεύσει και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει το κτήμα με αριθμό εγγραφής 11064, αρ. τεμαχίου 104 του Φ/Σχ 54/27 στην περιοχή Αγίου Αθανασίου Λεμεσού είτε προς τους εφεσίβλητους 2 - 6, είτε προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Εξάγεται από τη μαρτυρία που έχει ακουστεί, προφορική και εμπράγματη, Τεκμ. 1 - 56, πως η διαφορά μεταξύ των μερών περιορίζεται κατά βάση στη νομική της διάσταση και όχι επί των γεγονότων που σχεδόν στο σύνολο τους είναι παραδεκτά και αυταπόδεικτα.
- Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 8.10.1997 οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εναγόμενη 1, ιδιοκτήτρια, την αγορά του επιδίκου κτήματος, έναντι του ποσού των ΛΚ55.000, όπως με λεπτομέρεια καταγράφεται στη συμφωνία, Τεκμ.
- Η συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του Περί Πωλήσεως Γαιών (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, Κεφ. 232, αρ. πωλητηρίου Ε.816/
- Είναι ισχυρισμός των εναγόντων, που γίνεται παραδεκτός από την άλλη πλευρά, πως οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τους όρους πληρωμής και κατέβαλαν στην εναγομένη 1 τα ποσά που προνοούνταν στη συμφωνία Τεκμ. 7 και
- Οι ενάγοντες ήσαν έτοιμοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να καταβάλουν στην εναγόμενη 1, στις 16.6.1999, ποσό ΛΚ20.000, όπως προνοούσε η συμφωνία, με τη μεταβίβαση του ακινήτου στους ενάγοντες. Η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί και έτσι οι ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 16.9.1999 την κάλεσαν, ορίζοντας ημερομηνία και ώρα, να εμφανιστεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για μεταβίβαση και εγγραφή του επιδίκου ακινήτου με την ταυτόχρονη πληρωμή του υπολοίπου τιμήματος πώλησης, με την οποία η εναγόμενη 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί.
- Ως επακόλουθο της παράλειψης της εναγόμενης, οι ενάγοντες καταχώρισαν στις 8.9.2000 την αγωγή 5785/00 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επιζητώντας ουσιαστικά ως μοναδική θεραπεία την ειδική εκτέλεση της συμφωνίας, Τεκμ.
- Στις 27.2.2001 η εναγόμενη 1 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, δέχεται απόφαση εναντίον της, Τεκμ. 15, οπότε και εκδόθηκε διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας: μεταβίβασης και εγγραφής επ΄ ονόματι των εναγόντων του ακινήτου, με την ταυτόχρονη είσπραξη του ποσού των ΛΚ20.000, πλέον τόκους, προς εξόφληση του τιμήματος αντιπαροχής. Σημειώνεται για σκοπούς περαιτέρω ανάλυσης της απόφασης και του σχολιασμού των γεγονότων που ακολουθούν, πως στις 27.2.2001 ο δικηγόρος της εναγόμενης στην αγωγή 5785/00 και εναγόμενης 1 στην παρούσα, είχε προβεί, αποδεχόμενος την έκδοση διαταγμάτων, σε δήλωση, ότι εναντίον της επίδικης περιουσίας υπάρχει καταχωρημένο ΜΕΜΟ από εκκρεμούσα αγωγή εκ μέρους του συζύγου της εναγόμενης 1, Τεκμ. 16(α). Είχε προηγηθεί της μεταβίβασης και λίγες μέρες μετά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, μεταξύ των Εναγόντων και της εναγόμενης 1, στις 13.11.1997, η καταχώριση της αίτησης υπ. αρ. 95/97 Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, Τεκμ.10, εκ μέρους του συζύγου της εναγόμενης 1, Ιάκωβου Φιλίππου. Επεδίωκε ο τελευταίος τη διασφάλιση των συμφερόντων του στο επίδικο κτήμα και την παροχή θεραπειών: δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ½ μερίδιο του επιδίκου ακινήτου ανήκει στον ίδιο, ως εξ αδιαιρέτου ιδιοκτήτη, με τη σύζυγο του εναγόμενη 1, καθώς και άλλες συναφείς ή παρεπόμενες θεραπείες, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην πιο πάνω αίτηση.
- Μέσα στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης είχε εκδοθεί στις 17.11.1997 παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην εναγόμενη 1 η μεταβίβαση του επιδίκου κτήματος, Τεκμ.11, διάταγμα το οποίο κατέστη απόλυτο στις 28.11.
- Σε συνέχεια της εκ συμφώνου απόφασης και προς συμμόρφωση των προνοιών της στην Αγωγή 5785/00, η εναγόμενη 1 μεταβίβασε το επίδικο κτήμα στους ενάγοντες την 1.6.
- Στις 17.4.2002 με απόφαση του το Οικογενειακό Δικαστήριο κατέληξε ότι ο Ιάκωβος Φιλίππου δικαιούταν να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του επιδίκου κτήματος κατά το ½ μερίδιο του όλου Τεκμ. 20, και εξέδωσε ανάμεσα σ' άλλα και διάταγμα για μεταβίβαση και εγγραφή του ½ μεριδίου που του αναλογούσε, στο όνομα του.
- Εναντίον της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, καταχωρίστηκε έφεση και αντέφεση υπ' αρ.
- Στις 6.10.2003 το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με απόφαση του, Τεκμ. 21, όπως δημοσιεύθηκε, Φιλίππου ν. Φιλίππου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1343, απέρριψε την έφεση και έκανε δεκτή κατά πλειοψηφία την αντέφεση του συζύγου της εναγόμενης 1, υιοθετώντας τη θέση πως ο σύζυγος της εναγόμενης 1: «. κατέστη, στη βάση των αρχών του δικαίου της επιείκειας εμπιστευματούχος του ½ του προϊόντος της πώλησης, όπως το αποτίμησε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με εμπιστευματοδόχο το εφεσίβλητο. Κατέστη, δηλαδή, εμπιστευματούχος του ½ της αγοραίας αξίας του κτήματος κατά την ημερομηνία της πώλησής του (8.10.1997), ήτοι του ½ των £Κ81.339, δηλαδή £Κ40.669,50, με εμπιστευματοδόχο τον εφεσίβλητο. Το τελευταίο αυτό ποσό εδικαιούτο, στη βάση των αρχών του δικαίου της επιείκειας, να επιδικάσει το πρωτόδικο Δικαστήριο υπέρ του εφεσίβλητου. Εκείνο το οποίο δεν εδικαιούτο ήταν να εκδώσει διάταγμα εις βάρος της εφεσείουσας για μεταβίβαση και/ή εγγραφή του ½ μεριδίου του κτήματος στο όνομα του εφεσίβλητου εφόσον, εξ αντικειμένου, η εφεσείουσα δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τέτοιο διάταγμα μετά την 1.6.2001 οπότε είχε μεταβιβάσει και/ή εγγράψει ολόκληρο το κτήμα σε τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία Κτηματικές Επιχειρήσεις Ε. Διογένους Λτδ. Ούτε, βέβαια, εδικαιούτο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα εις βάρος της εταιρείας Κτηματικές Επιχειρήσεις Ε. Διογένους Λτδ ή του Διευθυντή του Κτηματολογίου αφού αυτοί, αν μη τι άλλο, δεν ήσαν διάδικοι στην υπόθεση.»
- Ο Ιάκωβος Φιλίππου, κρίνοντας ότι η πώληση και μεταβίβαση του κτήματος προς τους Ενάγοντες ήταν προϊόν δόλου, καταχωρίζει στις 9.10.2003 στα πλαίσια της Αίτησης 95/97, Τεκμ.22, στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, αίτηση με την οποία επιζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η μεταβίβαση του κτήματος στους ενάγοντες, στη βάση του Περί Ακυρώσεως Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμο, Κεφ.62, πράγμα που πέτυχε. Το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού με απόφαση του ημερομηνίας 12.9.2006, Τεκμ. 28, εξέδωσε τα πιο κάτω διατάγματα: «(α) ακύρωση της μεταβίβασης του κτήματος από την εφεσίβλητη προς τους εφεσείοντες, (β) κατάσχεση και πώληση του κτήματος προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους της εφεσίβλητης 1 προς το σύζυγό της, (γ) ταυτόχρονα με την ακύρωση της μεταβίβασης, την επανεγγραφή του κτήματος στο όνομα της εφεσίβλητης 1 και εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επί του κτήματος κλπ.» Σημειώνεται πως στη διαδικασία καταχώρησαν ένσταση οι εδώ ενάγοντες, η εναγόμενη 1, και η Τράπεζα Κύπρου Λτδ, στην οποία Τράπεζα οι Ενάγοντες είχαν υποθηκεύσει στις 4.6.2001 το επίδικο ακίνητο για το ποσό των ΛΚ21.000, δυνάμει ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου, όπως φαίνεται στη Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης Ακινήτου, Τεκμ.
- Υποθήκη την οποία παραχώρησαν οι Ενάγοντες προς εξασφάλιση δανείου που είχε γίνει για εξόφληση του τιμήματος αγοράς του επιδίκου ακινήτου.
- Οι ενάγοντες αντιδρώντας στην πιο πάνω απόφαση και με σκοπό να διασφαλίσουν τα δικαιώματα τους, καταχώρισαν στο Ανώτατο Δικαστήριο τις Αιτήσεις 69/2006, 70/2006 για Ένταλμα Certiorari εναντίον της τελευταίας απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε σχέση με τα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 12.9.2006 στην αίτηση 95/
- Μετά από ακρόαση των Αιτήσεων, το Δικαστήριο κατέληξε στις 20.2.2007 να ακυρώσει μόνο το διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η κατάσχεση και πώληση του ακινήτου προς ικανοποίηση του χρέους της εφεσίβλητης 1 προς το σύζυγο της. Ο λόγος: δεν καθόριζε, το διάταγμα, το «χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να γίνει η πώληση του ακινήτου» Τεκμ.
- Οι ενάγοντες, σε μια ακόμα προσπάθεια τους να αποκαταστήσουν τα πράγματα προς όφελος τους, καταχωρίζουν έφεση εναντίον του μέρους εκείνου της απόφασης του Νικολάτου Δ., με το οποίο απερρίφθησαν οι αιτήσεις τους για certiorari και prohibition. Το Ανώτατο Δικαστήριο στις 11.6.2008 με απόφαση του, Τεκμ. 35, όπως δημοσιεύθηκε Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ ν. Ιάκωβος Φιλίππου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 720 απέρριψε την έφεση. Το Δικαστήριο σχολιάζοντας την απόφαση του Νικολάτου Δ., παρατήρησε και τα εξής: «Το γεγονός ότι ο συνάδελφος μας με την απόφαση του να χορηγήσει άδεια για καταχώρηση των υπό συζήτηση ενταλμάτων, δέχτηκε ότι συνέτρεχαν εξαιρετικές περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη, πέραν της εκ πρώτης όψεως υπέρβασης δικαιοδοσίας, τις δυσμενείς συνέπειες που θα είχε το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου στα οικονομικά συμφέροντα των εφεσειόντων και, πιθανόν, του ενυπόθηκου δανειστή, ήτοι της Τράπεζας Κύπρου, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα.»
- Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι με το φάκελο Α.893/06 Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και ως συνέπεια της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Αίτηση 95/97, η δήλωση μεταβίβασης Π.1709/01 προς τους ενάγοντες ακυρώθηκε και το ακίνητο επαναφέρθηκε στο όνομα της εναγόμενης 1, στις 22.9.2006, Τεκμ.
- Η εναγομένη 1 ακολούθως πωλεί στους εναγόμενους 2 - 6, στις 28.12.2006 το επίδικο ακίνητο, αντί του ποσού των Λ.Κ.280.000,00 και/ή €478.408,40 δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμ.
- Ήταν όρος της σύμβασης ότι η εναγόμενη 1 θα μεταβίβαζε το ακίνητο στο όνομα των εναγομένων 2 - 6 ταυτοχρόνως με την εξόφληση του τιμήματος, που θα γινόταν εντός 10 τραπεζικών εργασίμων ημερών από της υπογραφής.
- Οι εναγόμενοι 2 - 6 κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού αντίγραφο της αναφερόμενης σύμβασης.
- Στις 12.1.2007 οι ενάγοντες καταχωρίζουν την παρούσα αγωγή.
- Ακολουθούν τρεις έγγραφες συμφωνίες, Τεκμ.43-Τεκμ.45 παράρτημα του πωλητηρίου εγγράφου, Τεκμ. 42, όπου φαίνεται να καταβάλλονται, στην εναγόμενη 1, διάφορα ποσά έναντι του τιμήματος πώλησης. Στις πιο πάνω Συμφωνίες επαναλαμβάνεται σταθερά ότι «η μη μεταβίβαση του πωληθέντος κτήματος στους αγοραστές, οφείλεται στο Προσωρινό Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 12.1.2007 στην Αγωγή με αρ. 200/07 που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της εταιρείας Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευριπίδη Διογένους Λτδ». Τροποποιείται ακολούθως η ημερομηνία μεταβίβασης του κτήματος και προβλεπόταν ότι η μεταβίβασή του προς τους αγοραστές, «θα γίνει εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που η κυρία Ευθυμίου Αρίστη θα ειδοποιήσει τους αγοραστές ότι έχει ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα Δικαστηρίου Λεμεσού και ότι το κτήμα θα είναι ελεύθερο δια μεταβίβαση».
- Όπως φανερώνουν τα γεγονότα ο Ιάκωβος Φιλίππου στις 18.5.2010 δηλώνει ότι έχει εισπράξει το οφειλόμενο από την εναγόμενη 1 ποσό δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, €166.149,74, μέσω των αγοραστών του ακινήτου εναγομένων 2 - 6, αποσύροντας τις οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις επί του κτήματος από το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού καθώς και τη διαδικασία εκποίησης που είχε τροχοδρομηθεί, Τεκμ.
- Οι εναγόμενοι 2 - 6 παρουσιάζονται να καταβάλλουν το πιο πάνω ποσό για λογαριασμό της εναγόμενης ,1 ως υπόλοιπο τιμήματος που οφείλουν από την αγορά του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 28.12.
- Η εναγόμενη 1 καθίσταται πλέον η μοναδική δικαιούχος και ιδιοκτήτρια του επιδίκου ακινήτου απαλλαγμένου οποιασδήποτε εμπράγματης επιβάρυνσης. Οι ενάγοντες αξιώνουν με την Έκθεση Απαιτήσεως εναντίον της εναγόμενης 1 και των εναγομένων 2 - 6 εταιρειών μια σειρά από θεραπείες στην προσπάθεια τους να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην προτεραία κατάσταση: «
- Αποζημιώσεις λόγω απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας και/ή συμπαιγνίας.
- Ακύρωση πώλησης του κτήματος με αριθμό εγγραφής 11064 στην περιοχή Δήμος Αγίου Αθανασίου τοποθεσία Μερσίνια στην Λεμεσό, Φ/ΣΧ 54/27, τεμάχιο
- 3Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τις ως άνω πωλήσεις συνεπεία νομικού κωλύματος (estoppel) και/ή προκαταβολικού κωλύματος (proprietary estoppel) λόγω συμπεριφοράς και/ή εγγράφων και/ή συμφωνιών και/ή δικαστικών αποφάσεων και/ή λόγω της απόφασης ημερομηνίας 27.02.2001 που εκδόθηκε στην αγωγή 5785/00 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και/ή λόγω της απόφασης του δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 6.10.2003 στην έφεση 164 και/ή της απόφασης ημερομηνίας 20.2.2007 που εκδόθηκε στις Αιτήσεις Certiorari και Prohibition με αρ. 69/2006 και 70/2006 και/ή άλλως. 3Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να δηλώνει ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στην αγωγή 5785/2000 είναι τελεσίδικη, τα έννομα αποτελέσματα της παραμένουν ισχυρά και η επίδικη πώληση από την εναγόμενη 1 προς τους εναγόμενους 2 - 6 είναι εξ αρχής άκυρη και/ή ακυρώσιμη διότι έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης εφόσον εξακολουθεί να είναι έγκυρη και ισχυρή και η οποία μέχρι και σήμερα δεν έχει προσβληθεί με οποιονδήποτε ένδικο μέσο.
- Και/ή αποζημιώσεις συνεπεία αδικαιολόγητου πλουτισμού.
- Διαζευκτικά καταβολή του ποσού των €1.206.272,60 (Λ.Κ.706.000,00) που αντιπροσωπεύει την σημερινή αξία του επιδίκου ακινήτου και/ή την αξία που πρόκειται να έχει το επίδικο ακίνητο με το πέρας της αγωγής και/ή κατά την έκδοση της Δικαστικής Απόφασης.
- Τιμωριτικές αποζημιώσεις.
- Αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.
- Τόκους και έξοδα.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία ή απόφαση ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαια και εύλογη υπό τις περιστάσεις.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την εναγόμενη 1 να μεταβιβάσει και να εγγράψει επ' ονόματι της ενάγουσας το πιο πάνω ακίνητο.» Η εναγόμενη 1 προώθησε με την Υπεράσπιση της τη θέση ότι ενήργησε μέσα στο πλαίσιο των αποφάσεων τόσο του Οικογενειακού, όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπό δευτεροβάθμια δικαιοδοσία και ως εκ τούτου, στηριζόμενη στην τελεσιδικία των αποφάσεων, είχε κάθε δικαίωμα να πωλήσει το ακίνητο στους εναγόμενους 2 - 6, απορρίπτοντας τις όποιες λεπτομέρειες δόλου της αποδίδονται. Προβάλλει ακόμα τη θέση πως οι ενάγοντες εμποδίζονται εξ αιτίας της προηγούμενης παράνομης συμπεριφοράς τους να διεκδικούν και να αξιώνουν θεραπείες εναντίον της: Οι ενάγοντες εγνώριζαν μέσω του διευθυντή τους πλήρως τα προβλήματα που είχε με το σύζυγο της σχετικά με το επίδικο ακίνητο και εν γνώσει τους ενήργησαν ούτως ώστε να εγγραφούν ιδιοκτήτες. Οι εναγόμενοι 2 - 6 αρνούμενοι τους ισχυρισμούς των εναγόντων που τους αποδίδουν δόλο και συνωμοσία με την εναγομένη 1 και τον ισχυρισμό ότι η πώληση του ακινήτου είναι παράνομη και/ή δόλια, εγείρουν κατά κύριο λόγο ως νομικό σημείο ότι οι εναγόμενοι 2 - 6 είχαν και έχουν δικαίωμα να στηριχτούν στην τελεσιδικία των αποφάσεων ημερομηνίας 12.9.2006, 20.2.2007 και 11.6.2008 και στην αρχή της προστασίας του καλόπιστου αγοραστή. Εισάγουν Ανταπαίτηση εναντίον της εναγομένης 1 στη βάση της παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας και αξιώνουν μια σειρά από θεραπείες, με κύρια την ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης του ακινήτου ημερομηνίας 28.12.
- Η εναγόμενη 1 στην Υπεράσπιση της στην Ανταπαίτηση των εναγομένων 2 - 6 αρνούμενη τις θέσεις των τελευταίων προβάλλει ως κώλυμα για τη μη μεταβίβαση του ακινήτου, την ύπαρξη του προσωρινού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην παρούσα αγωγή. Εισάγει τέλος η Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αποδοχή της εναγομένης για έκδοση διατάγματος για ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης του ακινήτου, νοουμένου ότι θα της πληρωθεί άμεσα κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο. Είναι πάγια θέση των εναγόντων, την οποία σταθερά προώθησαν και κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι η εκ συμφώνου απόφαση ημερομηνίας 27.2.2001 που εκδόθηκε στην αγωγή 5785/00 μεταξύ των εναγόντων και της εναγόμενης 1 είναι τελεσίδικη: δεν έχει προσβληθεί από οποιοδήποτε μέχρι σήμερα και εξακολουθεί να είναι έγκυρη και δεσμευτική παράγουσα έννομα αποτελέσματα. Κατά συνέπεια η επίδικη πώληση του κτήματος, είναι η θέση τους, από την εναγόμενη 1 στους εναγόμενους 2 - 6, είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη. Η εκ συμφώνου απόφαση στην πιο πάνω αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού δημιουργεί, είναι η θέση τους, δεδικασμένο και προσδιορίζει το τελεσίδικο της απόφασης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1 σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου, επισφραγίζοντας τη λύση της διαφοράς τους. Οι πιο πάνω επίμαχες αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου, προχωρούν το συλλογισμό τους οι ενάγοντες, αναγνώρισαν και εξασφάλισαν τα συμφέροντα του πρώην συζύγου της εναγομένης 1 και σε καμία περίπτωση δεν στόχευαν στο να προσπορίσει ή εναγόμενη 1 παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος των εναγόντων. Πολλώ δε μάλλον η εναγόμενη 1, δεν είχε δικαίωμα να πωλήσει το επίδικο ακίνητο μετά από την εκδίκαση των αιτήσεων Certiorari και Prohibition αρ. 69/06 και 76/06, και την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την 12.09.2006 στην αίτηση υπ' αριθμό 95/
- Κάτω από το ίδιο κεφάλαιο οι ενάγοντες αποδίδουν δόλο στην εναγόμενη 1, τόσο πριν από την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, όσο και σε χρόνο μεταγενέστερο της μεταβίβασης του κτήματος επ' ονόματι τους και/ή σε χρόνο που ακολουθεί μετά την έκδοση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το ίδιο αποδίδεται και στους εναγόμενους 2 - 6, οι οποίοι ενήργησαν χωριστά και ή από κοινού με την εναγόμενη 1, για να ματαιώσουν τη μεταβίβαση του κτήματος προς τους ενάγοντες και ταυτοχρόνως να πετύχουν τη μεταβίβαση του κτήματος στους ιδίους, ενώ γνώριζαν ότι το επίδικο κτήμα ανήκει στην ενάγουσα ή ότι η ενάγουσα το διεκδικούσε δικαστικώς: Γνώριζαν την ύπαρξη της εκ συμφώνου απόφασης στην αγωγή 5785/00, όπως γνώριζαν και όλες τις άλλες διαδικασίες και ένδικα μέσα που εκκρεμούσαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων τους, σε συνδυασμό με την όλη συμπεριφορά όλων των εναγομένων, επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τις πωλήσεις συνεπεία νομικού κωλύματος (estoppel) και/ή προκαταβολικού κωλύματος (proprietary estoppel). Η ακροαματική διαδικασία ήταν στην πράξη σύντομη, με τους ενάγοντες να προωθούν με τη μαρτυρία του διευθυντή τους Ανδρέα Διογένους, Μ.Ε.1, πέρα από τις νομικές θέσεις περί δεδικασμένου και δεσμευτικότητας της εκ συμφώνου απόφασης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1, γεγονότα και θέσεις που αποδίδουν στην εναγόμενη 1 δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις με τελική κατάληξη τον ισχυρισμό ότι η πώληση του ακινήτου είναι παράνομη και δόλια για παράνομο προσπορισμό οφέλους και αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων 1 - 6, και πρέπει να ακυρωθεί. Όπως αναμενόταν, η εναγόμενη 1 με τη δική της δήλωση, που απετέλεσε την κυρίως εξέτασή της, αρνείται ότι της αποδίδουν οι ενάγοντες. Προβάλλει πως η ίδια ενήργησε συννόμως και κάτω από το γράμμα και το πνεύμα των αποφάσεων των Δικαστηρίων. Από τη στιγμή που ακυρώθηκε η μεταβίβαση του κτήματος στους ενάγοντες, ήταν πλέον ελεύθερη να το πωλήσει προς τρίτους. Παραδεχόμενη τις πληρωμές που έγιναν από τους εναγομένους 2 - 6 προς την ίδια, Τεκμ. 42 - 47 και 54, παρουσιάζεται έτοιμη να τηρήσει τη συμφωνία της με τους τελευταίους, για να δηλώσει εν κατακλείδι ότι αποδέχεται να εκδοθεί διάταγμα ως η Ανταπαίτηση των εξ Ανταπαιτήσεως εναγόντων 2 - 6 υπό στοιχείο (α): Διάταγμα που να διατάσσει την ειδική εκτέλεση της σύμβασης πώλησης του ακινήτου ημερομηνίας 28.12.
- Το ζήτημα της Ανταξίωσης των εναγομένων 2 - 6 εναντίον της εναγομένης 1 διευθετήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία με την μεταξύ των μερών συμφωνία, Τεκμ.Ε, η οποία έγινε κανόνας του Δικαστηρίου και δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο εξέτασης. Στον αντίποδα των πιο πάνω θέσεων των εναγόντων ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 2 - 6 με την αγόρευση του, την οποία υιοθέτησε και ο συνήγορος της εναγομένης 1 στηρίχτηκε κατ' ουσία στην νομική διάσταση του ζητήματος και την εμβέλεια των αποφάσεων που έχω παραθέσει πιο πάνω επικαλούμενος την αρχή της τελεσιδικίας: η θέση των εναγόντων ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 27.2.2001 στην υπόθεση 5785/00, Τεκμ.15, εξακολουθεί να ισχύει και να παράγει έννομα αποτελέσματα, προσκρούει στην αρχή του δεδικασμένου και κατ' ουσία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Στήριγμα στην πιο πάνω εισήγηση τους βρίσκουν στις αποφάσεις Level Tachexcars Ltd (Αρ.2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1105, David Lee Carter (Αρ.1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 12, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Αναφορικά με την αίτηση του Refaat Barquwi
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Ως υπογράμμιση και ενίσχυση των θέσεων τους, εισηγούνται, πως δεν υπήρχε λόγος να ακυρωθεί η εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εφόσον αυτή είχε ήδη εκτελεστεί. Όταν η μεταβίβαση συντελέστηκε, η εκ συμφώνου απόφαση έπαυσε να παράγει έννομα αποτελέσματα. Θα ήταν, εισηγείται ο κ. Γεωργιάδης, ενασχόληση ακαδημαϊκής φύσης η περίληψη ρητής αναφοράς στα διατακτικά των αποφάσεων του Οικογενειακού Δικαστηρίου και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Τεκ.28, 34 και 35, η ακύρωση της εκ συμφώνου απόφασης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης
- Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Ως αποτέλεσμα του δεδικασμένου λοιπόν, οι εναγόμενοι εισηγούνται καταληκτικά, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν συμφέρον επί του κτήματος ή σε σχέση με αυτό. Είναι η θέση τους πως, ακόμα και αν γίνει δεκτή, η αναξιόπιστη κατά τα άλλα μαρτυρία των εναγόντων, δεν θα μπορούσε να κριθεί πως έχει αποδειχθεί δόλος οποιουδήποτε είδους και βαθμού ή συνομωσία των εναγομένων 2 - 6 με την εναγόμενη
- Σε κάθε περίπτωση και ο ισχυρισμός για χαμηλή τιμή πώλησης δεν απεδείχθη, ακριβώς εξαιτίας της ποιότητας της μαρτυρίας που προσέφεραν οι ενάγοντες, σε αντίθεση με την τεκμηριωμένη μαρτυρία του Μ.Υ.2 εναγομένων 2 - 6 Ρένου Πίτρου. Αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων ότι έχει κριθεί και μόνο. Ως κριθέν ζήτημα θεωρείται εκείνο το οποίο αφού διαγνώστηκε και κρίθηκε αποτέλεσε το αναγκαίο στήριγμα του γενομένου από την απόφαση δεκτού ως συμπεράσματος. Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας,
(2001)3(Α) Α.Α.Δ. 19. Στην Ανδρέας Γαβριήλ κ.α. ν. Γεώργιου Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868 ο Πικής, Π. κατά την εξέταση του δεδικασμένου ως ενός εκ των επιδίκων ζητημάτων ανέφερε και τα εξής: «Στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Gilham v. Browning
(1998)2 All E.R. 68 (C.A.), γίνεται ιστορική αναδρομή στο δικαίωμα που παρείχε το Αγγλικό Δίκαιο στον ενάγοντα, να εγκαταλείψει την αγωγή του κατά βούληση, την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας που μπορούσε να προκύψει από την άσκησή του και την κατάργησή του, μετά τη θέσπιση των περί Δικαιοσύνης Νόμων (Judicature Acts) του 1873 και 1875. Στις, Εleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677, (βλ αποφάσεις Λοΐζου, Δ., και Πική Δ.), και Χ"Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1993)1 A.A.Δ. 844, κρίθηκε με τον πλέον οριστικό τρόπο, ότι η εγκατάλειψη αγωγής και η κατά συνέπεια απόρριψή της, γεννά δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα. Buehler v. Chronos Richardson
(1998)2 All E.R. 960 (C.A.) Τώρα θα εξετάσουμε τον άλλο από τους δύο λόγους για τον οποίο κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να ισχύσει δεδικασμένο. Ότι οι διάδικοι στις δύο αγωγές ήταν διαφορετικοί. Το αποτέλεσμα της δίκης είναι δεσμευτικό για τους διαδίκους. Δεν βαρύνει τρίτους, εκτός αν η απόφαση είναι δηλωτική πραγματικής κατάστασης «judgment in rem», όπως είναι η περίπτωση αποφάσεων καθοριστικών για την υπόσταση (status) προσώπου. Nicolaides v. Yerolemis
(1984)1 C.L.R. 742. Στην Pieris v. Republic
(1983)3 C.L.R. 1054 (Ολομέλεια), είχαμε την ευκαιρία να εξετάσουμε τη συνισταμένη του δεδικασμένου και να αναφερθούμε στις παραμέτρους της εφαρμογής του. Εξίσου διαφωτιστικές, για τον προσδιορισμό και παραμέτρους του δεδικασμένου είναι και οι αποφάσεις του Εφετείου στη Theori and Another v. Djoni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, και Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670. Η ταυτότητα των διαδίκων αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση δεδικασμένου. Παραγνωρίζεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι η δέσμευση που προκύπτει από τη δικαστική απόφαση βαρύνει, εκτός από τους διαδίκους και τους privies - διαδόχους των διαδίκων. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλα τα πρόσωπα των οποίων το συμφέρον στη διαδικασία ταυτίζεται με εκείνο των διαδίκων στην πρώτη αγωγή. Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th ed. vol. 16, para 990, η κατηγορία των privies, (διαδόχων), για τους σκοπούς του δεδικασμένου περιλαμβάνει προγόνους και κληρονόμους, διαδόχους κατα νόμο, και διαδόχους περιουσίας ή συμφέροντος. Οι κατηγορίες των ατόμων οι οποίες ταυτίζονται για τους σκοπούς του δεδικασμένου, αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα: (παράγ. 990
(3)) «privies in estate or interest, for example testator and devisee, vendor and purchaser, landlord and tenant, a husband and his wife claiming under his title and e converso, successive incumbents of the same benefice, assignor and assignee of a bond, and the employee of a corporation defending an action of trespass at the cost of his employers and justifying under their title and the corporation itself.» Η ταυτότητα συμφέροντος προσδιορίζεται με αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα σε συνδυασμό πάντοτε με το δίκαιο της ταύτισης. Πότε υπάρχει ταύτιση συμφέροντος μεταξύ διαδίκων ώστε η έκβαση προηγούμενης δικαστικής υπόθεσης να δημιουργεί δεδικασμένο, εξετάστηκε σε έκταση στην Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner etc (No. 2)
(1966)2 All E.R. 536 (Η.L.). Όπως υπογραμμίζεται, αν η δέσμευση δεν βάρυνε και τους διαδόχους, η αρχή του δεδικασμένου θα μπορούσε να παρακαμφθεί κατά βούληση. » Για το ζήτημα του δεδικασμένου σχετικές είναι οι Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 349, Level Tachexcavs Ltd (Aρ.2)
(1995)1 A.A.Δ. 1105, David Lee Carter (Αρ.1),
(1996)1 A.A.Δ. 12, Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Χριστοφόρου ν. Οικοδ. Επιχ. Δ. Ιορδάνους Λτδ,
(2002)1 Α.Α.Δ. 13, Barquiwi
(2004)1 A.A.Δ. 1, στις οποίες παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 2 -
- Αντικείμενο των προνοιών του Κεφ.62, είναι να καταστήσει την περιουσία, η οποία άλλως πως δεν είναι διαθέσιμη, ικανή προς εκτέλεση προς ικανοποίηση δικαστικής απόφασης και προϋποθέτει την ύπαρξη προηγούμενου χρέους εξ αποφάσεως ή δικαιώματος εξ αποφάσεως, συνιστά δε τρόπο εκτέλεσης. «
- Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης, περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, ή περιουσία που φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά άλλο τρόπο δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.» Το άρθρο 4 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμος, Κεφ.62 που περιγράφει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται όταν γίνεται επίκληση του εν λόγω νομοθετήματος προνοεί ότι: «Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί.» Όπως παρατηρεί ο Δικαστής Πικής, υπό την τότε ιδιότητα του ως Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Elias Adamou & Georgios Char. Kitchiou and another
(1975)J.S.C. 12: "The object of the provisions of Cap. 62 is to make property, otherwise not so available, available in execution for the satisfaction of a judgment-debt. It presupposes the existence of a judgment-debt. It is, in the final analysis, a mode of execution. Any doubt on the subject should be removed on a consideration of the procedure laid down in s.4, Cap.62, for the avoidance of a fraudulent transfer that can only be achieved by application after judgment in the cause of the action where judgment is given." Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η αποξένωση ή μεταβίβαση περιουσίας με σκοπό την καταδολίευση των δανειστών ή του συζύγου είναι διάταγμα που επενεργεί in rem. Τurner v. Official Trustee
(1999)97 FCR 241, 245-246, Cambridge Gas
(2007)1 AC 508, 515. Mια απόφαση επενεργεί in rem όπως εξηγήθηκε στην Ballantyne v. Mackinnon
(1896)2 Q.B. 455 CA, 462: "As to a judgment being only conclusive as to the point decided, there is no distinction between a judgment in rem, and a judgment in personam, except that, in the one, "the point" adjudicated upon (which in a judgment in rem is always as to the status of the res) is conclusive against all the world as to that status, whereas, in the other, "the point", whatever it may be which is adjudicated upon, . is only evidence between parties or privies". Σχετικές με το ζήτημα και οι Wik Peoples v. Queensland
(1994)49 FCR 1, 4-6. Cambridge Gas
(2007)1 ΑC 508, 515, Ali v. Pattni
(2007)2 AC 85, 97, 98-99." Με όλα τα δεδομένα καταλήγω ότι δεν υφίσταται το κώλυμα του δεδικασμένου όπως εισηγείται η πλευρά των εναγομένων. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω: - Το αγώγιμο δικαίωμα στην παρούσα υπόθεση σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κριθεί ως δεδικασμένο εφόσον τα εδώ επίδικα θέματα δεν είναι σε καμία περίπτωση ταυτόσημα με την αίτηση καταδολίευσης όπως κρίθηκε με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και στη συνέχεια με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. - Οι διάδικοι στην εδώ αγωγή και στην άλλη διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου ήταν διαφορετικοί. - Το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε με καθοριστικό τρόπο επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων και του τελικού επιδίκου ζητήματος. Και όπως τέθηκε από τον Νικήτα Δ., σε αγωγή Ναυτοδικείου KSR Comercio Industria De Papel S.A κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd,
(1995)1 A.A.Α. 309, απαραίτητη προϋπόθεση όπως επισημαίνεται και στην Fidelitas Shipping Co. Ltd v. V/O Exportchleb
(1965)2 All E.R. 4, είναι η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το Δικαστήριο, είτε σε ζήτημα νομικό, είτε πραγματικό με τρόπο καθοριστικό. Η ενασχόληση του Δικαστηρίου με την ουσία του επιδίκου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλ. Halsbury´s Laws of England, 14η Έκδ., Τόμος 16, § 1529. - Το αποτέλεσμα της δίκης ήταν δεσμευτικό για τους εκεί διαδίκους, εφόσον ήταν απόφαση δηλωτική πραγματικής κατάστασης judgment in rem, αφορούσε όμως μόνο την ακύρωση μεταβίβασης του ακινήτου για σκοπούς εκτέλεσης και ικανοποίησης του συζύγου της εναγομένης 1 και εξέταζε την ουσία της εκεί διαφοράς και του επιδίκου ζητήματος μεταξύ εναγομένης 1, κατά κύριο λόγο, και του συζύγου της. - Η επανεγγραφή στο όνομα της εναγομένης 1 δεν είχε στόχο την επιβράβευση της αλλά τη διαφύλαξη της ακίνητης περιουσίας προς εκτέλεση, χάριν του πρώην συζύγου της: δεν επιβραβεύεται βεβαίως αυτός που μεταβιβάζει και του οποίου η πρόθεση, που συνιστά το κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να αποφασισθεί, κρίνεται ως δόλια. Mailos v. Contantinides and Others
(1979)1 JSC
- Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι με την απόφαση του το Οικογενειακό Δικαστήριο εκείνο που ακύρωσε ήταν τη μεταβίβαση του ακινήτου στους ενάγοντες διατάζοντας την επανεγγραφή του κτήματος στο όνομα της εναγομένης 1, Τεκμ.
- Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 5785/00 παρέμενε και παραμένει έγκυρη, τελεσίδικη και δεσμευτική μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 και παράγει τα έννομα αποτελέσματα που καταγράφονται με σαφήνεια στο σώμα της. Δεν έχει προσβληθεί από οποιοδήποτε μέχρι σήμερα με οποιοδήποτε ένδικο μέσο: Βεβαίωση Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Τεκμ.
- Τη δεσμευτικότητα της εν λόγω απόφασης αποδέχτηκε και το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο με την απόφαση του στις 6.10.2003 απορρίπτοντας την Έφεση, επιτρέποντας την Αντέφεση και παραμερίζοντας το διάταγμα για εγγραφή του ενός δευτέρου μεριδίου του κτήματος στο όνομα του συζύγου της εναγομένης 1, εκδίδοντας αντ' αυτού απόφαση υπέρ του για χρηματικό ποσό. Εκείνο που παρεμβαλλόταν με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ήταν μόνο εμπόδιο στην εκτέλεση της εκ συμφώνου απόφασης. Ο συμβιβασμός εκ των πραγμάτων δεν ακυρώθηκε και ούτε ήταν δυνατό ν' ακυρωθεί με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Μια απόφαση που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθεί μόνο με απόφαση που εκδίδεται σε νέα αγωγή που καταχωρίζεται για το σκοπό αυτό. Οι αποφάσεις που έχουν εκδοθεί εκ συμφώνου μπορεί να ακυρωθούν για συγκεκριμένους και μόνο λόγους: γιατί η συμφωνία είχε στοιχεία παρανομίας, γιατί λήφθηκε κατόπιν απάτης, γιατί ήταν αποτέλεσμα αμοιβαίου λάθους και γιατί δεν υπήρχε απαραίτητη εξουσιοδότηση. Ακόμα ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου δεν μπορεί να επιτευχθεί με καταχώριση έφεσης. Τα πιο πάνω καταγράφονται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παναγιώτης Ανδρέου ν. P & D Crystal Line Co Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1521, όπου και επαναλήφθηκε η θέση πως ακύρωση δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί εκ συμφώνου, δεν μπορεί να επιτευχθεί με την καταχώριση έφεσης: Ανώτερα Δικαστήρια δεν μπορούν να ακυρώνουν δικαστικές αποφάσεις από κατώτερα Δικαστήρια. Η ακύρωση θα πρέπει να επιδιωχθεί με την καταχώριση νέας ανεξάρτητης αγωγής όταν ο διάδικος που επικαλείται το ζήτημα θα έχει την ευχέρεια να καλέσει μαρτυρία για να αποδείξει τους ισχυρισμούς του. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου στόχευαν να ρυθμίσουν τις μεταξύ της εναγομένης 1 και του πρώην συζύγου της σχέσεις, να προστατεύσουν τα δικαιώματα του συζύγου της εναγομένης 1 ως εμπιστευματοδόχου και όχι να καθορίσει βεβαίως τις σχέσεις μεταξύ εναγόντων και εναγομένης 1, σχέση που ρυθμίστηκε και αποκρυσταλλώθηκε με την εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία μετά την ικανοποίηση της απαίτησης του πρώην συζύγου της εναγομένης, παραμένει ισχυρή και δεσμευτική και δεκτική πλέον εκτέλεσης. Αντιθέτως, είναι εύρημα μου, δεδικασμένο συνιστά η εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 5785/00. Απόφαση Δικαστηρίου η οποία εκδίδεται μετά την ακρόαση της υπόθεσης ή εκ συμφώνου, δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβήνει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά μετά ταύτα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Απόφαση που εκδίδεται εκ συμφώνου έχει την ίδια ισχύ όπως και η απόφαση η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση. Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους
(2003)1 Α.Α.Δ. 549. Στην πιο πάνω απόφαση αναφορά γίνεται και σε μια σειρά από αποφάσεις που διαφωτίζουν ως προς το δεδικασμένο και τι εξυπακούεται ως απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου. Theori and Another v. Djioni and Another
(1984)1 C.L.R. 296, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)1 C.L.R. 742, Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 389, Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Μαυρογένης ν. Βουλής κ.α. (Αρ.3)
(1996)1 Α.Α.Δ. 315, Pieris v. Republic
(1983)3 C.L.R.
- Σχετικά επίσης με το θέμα στο σύγγραμμα Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata", 2η Έκδ., παραγρ. 41,
- Στην Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους (πιο πάνω) το Δικαστήριο εξετάζοντας ζήτημα της δεσμευτικότητας εκ συμφώνου απόφασης κατέληξε πως η μη επίδοση αγωγής σε επηρεαζόμενο πρόσωπο έχει σημασία μόνο όσον αφορά την εκτέλεση της και δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της απόφασης: «Δεν είναι νοητό, έχοντας υπόψη τις εκφρασθείσες θέσεις τους, να επικαλούνται τώρα οι εφεσείοντες τα κατ' ισχυρισμό δικαιώματα τρίτου για να αποδεσμευτούν ουσιαστικά από τη συμφωνία που ελεύθερα σύναψαν. Οποιοσδήποτε τρίτος που μπορεί να αισθανθεί πως η υλοποίηση της συμφωνίας των διαδίκων πλήττει δικά του δικαιώματα, σίγουρα είναι ελεύθερος να τα προστατεύσει, αδέσμευτος από όσα συμφώνησαν οι διάδικοι μεταξύ τους». Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας της συλλογιστικής του Δικαστηρίου ότι δεν είναι δυνατό το παρόν Δικαστήριο να υπεισέλθει στην επίδικη απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, όπως στην ουσία με καλεί ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων. Δεν είναι δυνατό να λειτουργήσει το παρόν Δικαστήριο ως Εφετείο ή Τριτοβάθμιο Δικαστήριο. Απαντώ βεβαίως στο σχολιασμό του κ. Χατζηστερκώτη, ότι η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ακυρώνει στην ουσία την απόφαση του Εφετείου και όπως αντιλαμβάνομαι, εννοεί την απόφαση ημερομηνίας 6.10.2003, Τεκμ.21, ή τις όποιες παραλείψεις αποδίδει στο Οικογενειακό Δικαστήριο: η απόφαση του ημερομηνίας 12.9.2006, Τεκμ.28 είναι αντιφατική με την εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 5785/00, όσο και με την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου 6.10.2003, Τεκμ.
- Οι ενάγοντες είχαν επ' αυτού του σημείου δικαίωμα έφεσης, το οποίο ενώ είχαν εξασκήσει παράλληλα με την καταχώριση αιτήσεων για προνομιακά εντάλματα, εν τέλει δεν προώθησαν την έφεση τους, για λόγους που οι ίδιοι έκριναν. Το επίδικο ζήτημα της δόλιας μεταβίβασης και οι θεραπείες που παραχωρήθηκαν από το Οικογενειακό Δικαστήριο κρίθηκαν και οριστικοποιήθηκαν εν τέλει, με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 11.6.2008, Τεκμ.
- Βεβαίως δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι από την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και την κατ' έφεση εν μέρει επικύρωση της, διαμορφώθηκε ένα παράδοξο νομικό καθεστώς με αποτέλεσμα να παραμένει η εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και να κηρύσσεται δόλια η μεταβίβαση με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, η οποία όμως εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να ακυρώσει την εκ συμφώνου απόφαση. Είναι η καταχώριση της αίτησης καταδολίευσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο που οδήγησε τα πράγματα σε σκοτεινές ατραπούς, αλλά αυτό το ζήτημα πλέον θεωρείται τελειωμένο με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου το ζήτημα της αναρμοδιότητας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για διάφορους λόγους βεβαίως, είχε εγερθεί και αποφασιστεί, του Πική, Π. διαφωνούντος. Στρεφόμενη στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και αντικρίζοντας τη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόντων και της εναγομένης 1, κατά κύριο λόγο, διαπιστώνω πως ούτε και η εναγόμενη 1 αμφισβητεί στην ουσία της την εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ή την θέτει υπό αμφισβήτηση. Ασχέτως αν της παρείχετο ή όχι τέτοια δυνατότητα. Η απάντηση της κατά την αντεξέταση πως «το κτήμα ήταν δικό του», εννοώντας τον διευθυντή της εταιρείας και κατ' επέκταση της ίδιας της εταιρείας, «το πλήρωσε και έγινε η μεταβίβαση», επικυρώνει την πιο πάνω διαπίστωση. Εκείνο που πράττει η εναγόμενη στη συνέχεια είναι να καλύπτεται πίσω από τις αποφάσεις των «άλλων Δικαστηρίων» για να νομιμοποιήσει την άρνηση της να μεταβιβάσει το κτήμα στους ενάγοντες όταν πλέον είχε ικανοποιηθεί η απαίτηση του συζύγου της. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση της σε δυο περιπτώσεις: «Εγώ πιστεύω ότι ήταν δικό του αφού το πλήρωσε και έγινε η μεταβίβαση. Ακολούθησαν πολλά άλλα Δικαστήρια όμως και αποφάσισαν κάποιοι Δικαστές διαφορετικά που ήξεραν παραπάνω από μένα. Εγώ λειτουργώ με αποφάσεις Δικαστών, δεν λειτουργώ με αποφάσεις δικές μου. ........................... Δεν θεώρησα εγώ ότι ήταν δικό μου το κτήμα, αποφάσισαν οι Δικαστές να μου ξαναστείλουν ένα κοτσιάνι επ' ονόματι μου και μου είπαν κυρία Αρίστη υποχρεούσαι - με δικά μου απλά λόγια - τούτο το κτήμα να το πουλήσεις γιατί το μισό είναι του πρώην συζύγου σου. Να του δώκεις τα λεφτά που του χρωστάς.» Ψεύτικος ήταν ο λόγος της εναγομένης 1 και αναξιόπιστη η μαρτυρία της όσον αφορά γεγονότα που προβάλλει για τη γνώση του διευθυντή των εναγόντων για τις διαφορές που είχε με το σύζυγο της, πριν την αγορά του επίδικου ακινήτου, αλλά και σε ότι αφορά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την έκδοση των επίμαχων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο λόγος της διαψεύδεται από τις ίδιες τις αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου, όπου εκεί υποστήριξε τα αντίθετα γύρω από το πρώτο τουλάχιστον ζήτημα και κρίθηκε από το εκεί Δικαστήριο ως αναξιόπιστη μάρτυρας. Σε καμία περίπτωση φαίνεται η εναγόμενη 1 να λέει την αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι επιλέγει να υποστηρίζει ό,τι κρίνει προς το συμφέρον της, στοχεύοντας να αποκομίσει οικονομικά οφέλη και σ' αυτή την περίπτωση να εξασφαλίσει μεγάλο οικονομικό όφελος. Τόσο από την πώληση του ακινήτου στους εναγομένους 2-6, όσο και από το τίμημα πώλησης του κτήματος στους ενάγοντες το οποίο ούτε επέστρεψε αλλά ούτε και δείχνει πρόθυμη να επιστρέψει. Ενώ η εναγόμενη 1 έχει πολλά τόξα στη φαρέτρα του λόγου της, σιωπή καλύπτει σε ότι αφορά τα δικαιώματα των εναγόντων, καμιά λέξη, χειρονομία ή άρθρωση πρόθεσης επιστροφής του τιμήματος πώλησης, των £55.000,00 που οι ενάγοντες της πλήρωσαν για ν' αγοράσουν και να γίνει δικό τους το κτήμα. Η δόλια κρίνω προσπάθεια της να εξοφλήσει την υποθήκη των εναγόντων προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, δεν συνιστά επιστροφή της αντιπαροχής στους ενάγοντες. Το γεγονός αυτό δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά συμπεριφορά αντιφατική και έξω από τα επιτρεπόμενα όρια, εφόσον ένας διάδικος δεν μπορεί την ίδια στιγμή να επιδοκιμάζει και να αποδοκιμάζει τη συμφωνία «to approbate and reprobate» και μάλιστα της εκ συμφώνου καταγραφής δεσμευτικής απόφασης και δηλωτικής των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων στην αγωγή 5785/00 ή των δηλώσεων της ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως και η ίδια παραδέχεται με την Υπεράσπιση της. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd Edn. Vol.15, σελ.171 αναφέρονται τα εξής σχετικά: "Approbation and reprobation. On the principle that a person may not approbate and reprobate, a species of estoppel has arisen which seems to be intermediate between estoppel by record and estoppel in pais. The principle that a person may not approbate and reprobate expresses two propositions, first, that the person in question, having a choice between two courses of conduct, is to be treated as having made an election from which he cannot resile, and, second, that he will not be regarded in general at any rate, as having so elected unless he has taken a benefit under or arising out of the course of conduct which he has first pursued and with which his subsequent conduct is inconsistent. The common law principle which puts a man to his election between alternative inconsistent courses of conduct has no connexion with the equitable doctrine of election and relates mainly, though not exclusively, to alternative remedies in a court of justice." Θεμελιακή απόφαση επί του θέματος είναι η υπόθεση Lissenden v. C.A.V. Bosch Ltd
(1940)A.C. 412 H.L. at p.417, 418;
(1940)1 All E.R. 599 και Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R.
- Ούτε και βεβαίως η εναγόμενη 1, μπορεί να καλύπτεται πίσω από αποφάσεις ή συμβουλές των δικηγόρων της για να καταλήξει πως από τη στιγμή που το κτήμα επανεγράφηκε επ' ονόματι της, ήταν δικό της, μπορούσε να το πουλήσει ελεύθερα και έτσι προχώρησε στην πώληση του. Ουδέποτε ουσιαστικά το κτήμα ήταν ελεύθερο στην έννοια που θέλει να προσδώσει η εναγόμενη 1 και ο δικηγόρος της. Το κτήμα επανεγράφη επ' όνοματι της για σκοπούς εκτέλεσης και μόνο προς όφελος του συζύγου της. Από τη στιγμή που ικανοποιούνταν οι χρηματικές πλέον και μόνο απαιτήσεις του, το κτήμα ήταν ελεύθερο για σκοπούς εκτέλεσης της εκ συμφώνου απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού. Η εναγόμενη 1 όχι μόνο καλύπτεται πίσω από τις αποφάσεις και τις συμβουλές των δικηγόρων της αλλά επιδεικτικά, ηθελημένα και περιφρονητικά, δεν έρχεται αλλά ούτε και προσπαθεί να έρθει σε επαφή με τους ενάγοντες για διευθέτηση, όποια και αν ήταν αυτή. Δεν θεώρησε - είπε - σκόπιμο να επικοινωνήσει μαζί τους. Προσπάθησε αρχικά να επιρρίψει την ευθύνη στον διευθυντή των εναγόντων: δεν επικοινώνησε εκείνος μαζί της, για να έρθει στη συνέχεια, μετά από υποβολή του δικηγόρου των εναγόντων, ότι ο διευθυντής των τελευταίων προσπάθησε πολλές φορές να της μιλήσει αλλά εκείνη τον αγνόησε, να δικαιολογηθεί ότι αυτό έγινε γιατί αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας. Σε κάθε περίπτωση οι απαντήσεις, το ύφος και η στάση της εναγομένης 1, έδειχναν πρόσωπο που ενσυνειδήτως απέφευγε να ξεκαθαρίσει τη θέση της σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, με απώτερο βεβαίως σκοπό να εκμεταλλευθεί το γεγονός της εγγραφής του επιδίκου ακινήτου στο όνομα της, και να αποφύγει τις υποχρεώσεις της όπως απέρρεαν από την εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 5785/
- Είναι εξόφθαλμο πως η εναγόμενη εκμεταλλευόμενη τον κυκεώνα που δημιουργήθηκε μέσα από τους δικαστικούς αγώνες που προκλήθηκαν, από τη δική της υπαιτιότητα και συμπεριφορά και τις διαφορές της με τον πρώην σύζυγο της, αποφασίζει να πωλήσει το κτήμα στους εναγόμενους 2 - 6 και κατορθώνει έτσι να εξοφλήσει την απαίτηση του συζύγου της, αποκομίζοντας κέρδος σε βάρος των εναγόντων και έξω από τα πλαίσια της ρύθμισης των σχέσεων της με τους τελευταίους προς πλήρη παραγνώριση της δεσμευτικότητας της εκ συμφώνου απόφασης. Η εναγόμενη 1 με τη συμπεριφορά της, θέτει το επίδικο ακίνητο εκτός της εμβέλειας εκ συμφώνου απόφασης, αλλά και της ίδιας της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Η εναγόμενη 1 από την ημερομηνία της εκ συμφώνου απόφασης 27.2.2001, μέχρι και την ημερομηνία της έκδοσης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 11.6.2008 διαβεβαίωνε συνεχώς και αδιαλείπτως τους ενάγοντες, ότι είχε την πρόθεση να τιμήσει τα συμφωνηθέντα και ότι ήταν δεσμευμένη από την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Συμπεριφορά που καταγράφεται και εντοπίζεται μέσα από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, στα πλαίσια των αιτήσεων 69/06 και 70/06 στις 28.11.2006: μέσω του δικηγόρου της που τη δεσμεύει, δήλωσε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση στο να ακυρωθεί η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Τεκμ.28 και έδειχνε ή παρίστανε ότι αναγνώριζε ότι το κτήμα ανήκε στους ενάγοντες. Αλλά και που γίνεται αποδεκτή από την ίδια με την § 5.α και β της Υπεράσπισης της. Την ίδια στιγμή και ενώ προσπαθεί να παρουσιαστεί ότι συμπλέει με τους ενάγοντες σε όλα τα ένδικα μέσα που προωθούν, σχεδιάζει, στην προσπάθεια της να επωφεληθεί η ίδια, τα αντίθετα. Η πιο πάνω συμπεριφορά της εναγομένης 1 δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως δόλια και ως προσβάλλουσα κατάφορα το αίσθημα δικαιοσύνης και κοινής λογικής. Η όλη συμπεριφορά της στόχευε σε παραπλάνηση των εναγόντων, ώστε οι τελευταίοι να πιστέψουν ότι προσπάθεια της ήταν να παραμείνει απόλυτη ιδιοκτήτρια του κτήματος και ότι ήταν πρόθυμη να τιμήσει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της εκ συμφώνου απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Equity, G.W Keeton and L.A Sheridan, 2η Έκδ. σελ.225: "Fraud" came to include a wide range of transactions, "in which the Court is of opinion that it is unconscientious for a person to avail himself of the legal advantage which he has obtained." ............................. και στη σελ.401: "At common law, fraudulent misrepresentation is the basis of an action for damages in tort or a ground for resisting an action by the other party for breach of contract Lord Blackburn explained the difference in Erlanger v. New Sombrero Phosphate Co, *1873) App. Cas. 1278 - 1279, in these words: «It is, I think, clear on principles of general justice, that as a condition of a rescission there must be a restitution in integrum. The parties must be put in statu quo . It is a doctrine which has often been acted upon both at law and in equity." Ήδη όπως αποκαλύπτει η αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η εναγόμενη 1 κατά ή περί τον Ιανουάριου του 2007, κινείται και προσπαθεί να εξοφλήσει την υποθήκη με την οποία επιβαρυνόταν το κτήμα προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, ποσό το οποίο είχε δανειστεί η ενάγουσα εταιρεία, για να πληρώσει και εξοφλήσει το τίμημα αγοράς του, αποφεύγοντας να το επιστρέψει άμεσα στους ενάγοντες. Δολίως και πάλι, ώστε οι τελευταίοι, αγνοώντας τις ενέργειες της, να μη προλάβουν να κινηθούν δικαστικώς για να την εμποδίσουν να υλοποιήσει τη μεταβίβαση του κτήματος στους εναγόμενους 2 -
- Ενώ η εναγόμενη 1 προσπαθεί ανεπιτυχώς βεβαίως, να πείσει το Δικαστήριο ότι μοναδική πρόθεση και πυξίδα της, που κατηύθυνε τις όλες προσπάθειες της, ήταν η συμμόρφωση με τις αποφάσεις του Οικογενειακού και Ανωτάτου Δικαστηρίου, η όλη συμπεριφορά της και οι όλες ενέργειες της την διαψεύδουν: Όταν συμβάλλεται με τους εναγόμενους 2 - 6 η πολύχρονη εκκρεμοδικία συνέχιζε, τίποτε ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει. Τα πράγματα παρέμεναν ακόμα στο πλαίσιο της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Τεκμ.28 και ενώ είχε δοθεί η άδεια στους εδώ ενάγοντες για καταχώριση των προνομιακών ενταλμάτων certiorari και prohibition. Ως σχήμα οξύμωρο προβάλλουν οι θέσεις της εναγομένης 1, η οποία, ενώ αυτοδιαφημίζεται ως νομοταγής πολίτης, αγνοεί την εκ συμφώνου απόφαση με τους ενάγοντες, αγνοεί την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και το απαγορευτικό διάταγμα που εξέδωσε, στα πλαίσια της αίτησης καταδολίευσης, και πωλεί το επίδικο ακίνητο στους εναγόμενους 2 - 6, έξω από κάθε έννοια δικαίου. Έξω από κάθε απαγόρευση που έτασσε το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Συμμόρφωση με τα διατάγματα ή συμμόρφωση με τις επιταγές του προσωπικού και μόνο συμφέροντος της; Οι εναγόμενοι 2 - 6 δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι υπεισέρχονται στην εικόνα των επιδιώξεων της εναγόμενης 1, προσφέροντας της το όχημα παράκαμψης των όποιων δυσκολιών της, να αντικρίσει τις υποχρεώσεις της έναντι του συζύγου της, αλλά και κατά κύριο λόγο να αποστεί των υποχρεώσεων της έναντι των εναγομένων. Μέσα από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και τις παραδοχές του διοικητικού συμβούλου των εναγομένων 2 - 6 Μ.Υ.1 Σάββας Ράφτης, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα, πως οι εναγόμενοι κατά το χρόνο εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την αγορά του επιδίκου ακινήτου, γνώριζαν πλήρως και σε όλη τους την έκταση τις διαφορές μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1, αλλά και τις εκκρεμούσες διαδικασίες μεταξύ των τελευταίων και του πρώην συζύγου της εναγομένης 1, όπως ρητώς καταχωρίζεται και αναγνωρίζεται στη μεταξύ τους και της εναγόμενης 1 Σύμβαση Πώλησης του επίδικου ακινήτου. Οι εναγόμενοι 2 - 6 διερεύνησαν όλα τα θέματα και όπως δέχονται έλαβαν νομική συμβουλή πριν προχωρήσουν στην αγορά του επιδίκου ακινήτου στηριζόμενοι, όπως προβλήθηκε κατά τη δίκη, στις θέσεις των δικηγόρων τους: μπορούσαν να προχωρήσουν εφόσον οι πιθανότητες να εκδοθεί μελλοντικά κάποια άλλη απόφαση από το Δικαστήριο ήταν πολύ απομακρυσμένες. Γνώση που ο ίδιος ο μάρτυρας των εναγομένων 2 - 6, Σάββας Ράφτης, τοποθετεί τον Δεκέμβρη του 2006 πριν την υπογραφή του επιδίκου συμβολαίου με την εναγομένη
- Οι εναγόμενοι 2 - 6 έχοντας λοιπόν πλήρη επίγνωση των επικρατουσών συνθηκών και των νομικών κωλυμάτων και εκκρεμοδικιών, επέλεξαν να κινηθούν ώστε να αρθούν όλα τα εμπόδια, εκείνα τουλάχιστον που ήδη μπορούσαν να ελέγξουν, ώστε να πετύχουν τη μεταβίβαση του κτήματος επ' ονόματι τους: - Κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες διάφορα ποσά έναντι του τιμήματος πώλησης, ενώ η συμφωνία προέβλεπε μόνο για προκαταβολή £5.000: το υπόλοιπο του τιμήματος θα καταβαλλόταν μέσα σε δέκα εργάσιμες μέρες ταυτοχρόνως με τη μεταβίβαση τους κτήματος. - Οι εναγόμενοι 2 - 6 προχώρησαν σε καταβολή και εξόφληση του συζύγου της εναγομένης Ιάκωβου Φιλίππου και πέτυχαν την άρση της εμπράγματης επιβάρυνσης προς όφελος του, ώστε να αποτραπεί η πώληση του ακινήτου. - Οι εναγόμενοι 2 - 6 γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν την ύπαρξη της υποθήκης που βάρυνε το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου, καθώς και τις ενέργειες της εναγομένης 1 να την εξοφλήσει, πράγμα που αρνήθηκε η Τράπεζα. - Οι εναγόμενοι 2 - 6 γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν μέσω των δικηγόρων τους ότι εναντίον της απόφασης στην αγωγή 5785/00, δεν καταχωρίστηκε οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή νέα αγωγή για ακύρωση της και ότι παρέμεινε τελεσίδικη. - Οι εναγόμενοι 2 - 6 γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν ότι η ενάγουσα δεν επέστρεψε στους ενάγοντες το τίμημα πώλησης που εισέπραξε από τους τελευταίους, όπως και γνώριζαν μέσω των δικηγόρων τους για την πορεία της υπόθεσης που εκκρεμούσε στο Ανώτατο Δικαστήριο και ότι οι ενάγοντες επέμεναν και επεδίωκαν μέσω της δικαστικής οδού να τηρηθεί η συμφωνία τους με την εναγόμενη 1, όπως αντικατοπτρίζεται μέσα από την εκ συμφώνου απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σε κάθε περίπτωση οι εναγόμενοι 2 - 6 κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας με την εναγομένη 1 είχαν επίγνωση του μικρού έστω ενδεχομένου να πετύχουν οι ενάγοντες στις αξιώσεις τους. Κρατώντας τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου και τα ευρήματα μου έρχομαι να εξετάσω τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 2-
- Σύμφωνα με το άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου συνιστά αστικό αδίκημα η εν γνώσει τρίτου προσώπου και χωρίς επαρκή δικαιολογία πρόκληση παράβασης δεσμευτικής συμφωνίας με τρίτο πρόσωπο. Σχετικά με το ζήτημα παραπέμπω στα συγγράμματα Clerk & Lindsell on Torts, 18th Eκδ, σελ.1266 - 1275, Tort, Winfileld & Jolowicz, 17η Έκδ., σελ. 789 κ.ε. Το αδίκημα του άρθρου 34 εξετάστηκε σε βάθος με ιδιαίτερη αναφορά στην Αγγλική νομολογία από τον Πική, Πρόεδρο τότε του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Constantinides v. Pitsillou and Another,
(1980)JSC 1-2, 279 και στις αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων Lumley v. Gye,
(1853)2 B.1 & B.1 216, Bowen v. Hall
(1881)6 Q.B.D. 333, British Industrial Plastics Ltd v. Ferguson
(1938)4 All E.R. 504, 514, B.M.T.A. v. Salvadori,
(1949)Ch. 556, Stoczia Gdanska SA v. Latvia Shipping Co and Others (No.3)
(2002)1 All E.R. (Comm.) 768, , J.T. Stratford & Son Ltd v. Lindley
(1964)3 All E.R. 102, 112, D.C. Thomson & Co Ltd v. Deakin and Others
(1952)2 All E.R. 361, Pritchard v. Briggs and Others
(1980)1 All E.R. 294. Το κριτήριο ύπαρξης πρόθεσης είναι αντικειμενικό. Greig v. Ιnsole
(1978)1 W.L.R. 302, 337-338: Το αδίκημα προϋποθέτει την ύπαρξη υφιστάμενης συμφωνίας. "Breach of an existing contract. The tort consists in the intentional inducement of the breach of an existing and valid contractual obligation. Lord Herschell declared "a breach of contract" to be "the essence" of the cause of action." Clerck & Lindsell on Torts, πιο πάνω και Midland Cold Storage Ltd v. Steer
(1972)Ch. 630, 644-645, Allen v. Flood
(1898)A.C. 1 at 121: "an unlawful act-namely, a breach of contract-was regarded as the gist of the action", σελ. 123. Στην πραγματικότητα το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε πρόθεση και αιτιώδης συνάφεια. Square Grip S. Wales Miners´ Federation v. Glamorgan Coal Co Ltd
(1905)A.C. 239 και Edwin Hill & Partners v. First National Finance Corp.
(1989)1 W.R. 225, 234. Ενέργειες ή προσπάθειες παραβίασης ενός συμβολαίου δεν παρέχουν αφ' εαυτών αγώγιμο δικαίωμα. Θα πρέπει να υπάρχει η απαιτούμενη γνώση της ύπαρξης του συμβολαίου και πρόθεση άμεσης επέμβασης στην εκτέλεση του. Merkur Island Shipping Corp. v. Laughton
(1983)2 A.C. 570, 608, Middlebrook Mushrooms Ltd v. T.G.W.U.
(1993)I.C.R. 612,
- Ευθύνη μπορεί να προκύψει κάτω από αυτό το κεφάλαιο σε περίπτωση που πρόσωπο συμβάλλεται γνωρίζοντας ότι η συμφωνία έρχεται σε αντίθεση με άλλη προϋπάρχουσα συμφωνία μεταξύ του αντισυμβαλλομένου του και τρίτου προσώπου. B.M.T.A v. Salvadori, πιο πάνω. Οι εναγόμενοι με τα στοιχεία που είχαν στη διάθεση τους πήραν τις απαραίτητες εκείνες ενέργειες για να ελέγξουν αν με τις πράξεις τους θα προκαλούσαν οποιαδήποτε διατάραξη υφιστάμενης και δεσμευτικής συμφωνίας. British Industrial Plastics Ltd (πιο πάνω), και επέλεξαν αναλαμβάνοντας τον όποιο κίνδυνο, να ακολουθήσουν τη συμβουλή των δικηγόρων τους, επέλεξαν να αγνοήσουν τις διεκδικήσεις των εναγόντων που απέρρεαν από την εκ συμφώνου απόφαση, και στη βάση του συμβολαίου μεταξύ εναγόντων και εναγομένης. Στόχευαν, κι' αυτό φαίνεται καθαρά από τις σταδιακές πληρωμές που έκαναν στην εναγόμενη 1 έναντι του τιμήματος αγοράς, όπως καταγράφονται στις συμπληρωματικές Συμφωνίες που υπέγραψαν μεταξύ τους, αλλά κυρίως με την διευθέτηση των αξιώσεων του συζύγου της εναγομένης 1, να ελευθερωθεί ο δρόμος προς την απόκτηση του ακινήτου. Το κατά πόσο υπάρχει γνώση και πρόθεση ενός προσώπου για πρόκληση παράβασης συμφωνίας είναι καθαρά θέμα γεγονότων. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια για να διαπιστωθεί αντικειμενικά ότι οι ενέργειες των εναγομένων 2 - 6 στόχευαν προς αυτή την κατεύθυνση ώστε η εναγόμενη 1 να αποδεσμευθεί από την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και τις υποχρεώσεις της έναντι του συζύγου της. Αρκούσε η από μέρους τους προσφορά του τιμήματος πώλησης για την αγορά του κτήματος που συνιστούσε ιδιαίτερο δέλεαρ για την εναγόμενη
- Παρά το ότι με τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί ενώπιον μου, διαπιστώνεται πρόθεση των εναγομένων 2 - 6 σε συνέργεια και αποδοχή της εναγομένης 1 για μη τήρηση της συμφωνίας της με τους ενάγοντες, εντούτοις λόγω της ιδιομορφίας και της πολυπλοκότητας του νομικού και ήδη διαμορφωμένου με τις αποφάσεις του Οικογενειακού και Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου σκηνικού, καταλήγω ότι δεν έχει αποδεχθεί αιτιώδης συνάφεια, όπως απαιτείται από τη νομολογία που έχω παραθέσει πιο πάνω: Δεν έχει αποδειχθεί ότι η παράβαση των συμβατικών σχέσεων των εναγόντων με την εναγομένη 1 ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της επέμβασης των εναγομένων 2 - 6 και της πρόθεσης τους ν' αγοράσουν τη γη. Οι εναγόμενοι 2 - 6 υπεισήλθαν στην εικόνα κάτω από διαμορφωμένο εκ των αποφάσεων νομικό ζήτημα. Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας βρίσκω πως δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγομένη 1 ούτως ή άλλως, θα τηρούσε τα συμφωνηθέντα αν δεν ενδιαφέρονταν για την αγορά του κτήματος οι εναγόμενοι 2 -
- Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και η κατάληξη μου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθούν ότι νομιμοποιούν τη δικογραφημένη θέση των εναγομένων 2 - 6, ότι οι τελευταίοι ενεργούσαν ως καλόπιστοι αγοραστές. Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Με δεδομένα πλέον τα πραγματικά στοιχεία, να εξετάσει, κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Borry Wynne v. David Costakis Mavronicolas κ.α.
(2009)Α.Α.Δ.
- Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος: «να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει». Απόφαση της μειοψηφίας, Ερωτοκρίτου Δ. στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. v. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α., Π.Ε. 1/2008, ημερ. 11.11.
- Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσειση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μαρσέλ κ. α. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Με την ανάλυση των πραγματικών γεγονότων όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω και τα ευρήματα μου όσον αφορά τις πράξεις και ενέργειες της εναγομένης 1, καταλήγω ότι η εναγομένη 1 ενήργησε δολίως και κατά τρόπο ώστε να παραβλάψει τα συμφέροντα των εναγόντων και να εξέλθει της εμβέλειας της δεσμευτικής και τελεσίδικης εκ συμφώνου απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αγωγής 5785/
- Αποτελεί βασικό αξίωμα του δικαίου της επιείκειας ότι ο αδικοπραγείσας δεν επιτρέπεται να αποκομίσει οφέλη από την άδικη πράξη του. Ο δόλος κατά το δίκαιο της επιείκειας έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου 146, και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές. Nicolas Pyrgas v. Theodora Charalambous Stavridou,
(1969)1 Α.Α.Δ. 332 και Elias Adamou and Georghios Kitchiou and another
(1975)JSC 12. Είναι εξ αιτίας της δόλιας συμπεριφοράς της εναγομένης 1 που οι ενάγοντες οδηγήθηκαν σε περιπέτειες και ατέρμονους δικαστικούς αγώνες από το 1997 μέχρι σήμερα και γι' αυτό θα πρέπει να μην επωφεληθεί από τις δόλιες ενέργειες της. Όπως το έθεσε ο Πικής Δ., υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στην Adamou (πιο πάνω), υιοθετώντας το λόγο του Λόρδου Denning: "As Lord Denning, M.R., observed in Archer v. Moss,
(1971)1 All E.R. 747, at p. 750, fraud in the equitable sense denotes conduct by the defendant or his agent such that it would be against conscious for him to avail himself of the lapse of time. This was said in the context of the application of the Statute of Limitation but it seems to me that the application of this principle is not limited to cases falling under the Statute of Limitations but has a wider application and can be invoked in every case where a party endeavours to take advantage of a situation relying on his own fraud. The case of Archer v. Moss (supra) was followed by Thesiger J., in King v Victor Parsons & Company,
(1972)2 All E.R., p. 625." Είναι η κατάληξη μου πως οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στο βαθμό που απαιτείται την υπόθεση τους εναντίον της εναγομένης 1 και δικαιούνται σε εγγραφή του κτήματος επ' ονόματι τους στη βάση της τελεσίδικης εκ συμφώνου απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατά τρόπο ώστε να αποκατασταθεί η προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων και να εγγραφούν ως ιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου από τις 27.2.2001. Την ίδια θεραπεία μπορεί το Δικαστήριο ν' αποδώσει και στη βάση των αρχών του δικαίου της επιεικείας ενόψει της δόλιας συμπεριφοράς της εναγομένης 1 και ενόψει της διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, ανεξάρτητα από πρόθεση, ρητή ή εξυπακουόμενη. Άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Underbill's Law of Trusts & Trustees, 13η έκδοση, σελ. 250 κ.επ., Snell's Equity, 19η έκδοση, Τόμος 48, παράγραφος 524 κ.επ. και Χρίστος Κληρίδης ν. Ηρόδοτου Σταυρίδη,
(1998)1 Α.Α.Δ. 527: Επειδή ενδέχεται η κατάληξη μου ως προς την θεραπεία που αποδίδω ως Δικαστήριο να ανατραπεί κατ' έφεση, προχωρώ να υπολογίσω τις ζημιές που έχουν υποστεί οι ενάγοντες από τη συμπεριφορά της εναγομένης 1, οι οποίες και πρέπει, βρίσκω, να υπολογιστούν από τις 28.12.2006, ημερομηνία κατά την οποία η εναγόμενη 1 πώλησε δυνάμει συμβολαίου το κτήμα στους εναγόμενους 2 - 6, οπότε εξεδήλωσε πλέον ανεπιφύλακτα την άρνηση της να μεταβιβάσει το κτήμα στους ενάγοντες. Στο έργο μου έχω επίσης κατά νουν την Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.α.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1800, σύμφωνα με την οποία η προβολή αβάσιμης αξίωσης για την ειδική εκτέλεση διαρρηχθείσας συμφωνίας πώλησης ακινήτου, εφόσον δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κεφ. 232, κάτι που δεν ισχύει στην εδώ περίπτωση, δεν εμποδίζει την επιτυχία της αξίωσης για αποζημιώσεις. Σε επιδίκαση αποζημιώσεων το Δικαστήριο δυνατόν να προχωρήσει και στην περίπτωση που κρίνει, πως παρά τη συνδρομή όλων των νομοθετημένων προϋποθέσεων για την ειδική εκτέλεση, ή θεραπεία δεν είναι κάτω από τις δοσμένες συνθήκες η κατάλληλη. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του κ. Γεωργιάδη, ότι από τη στιγμή που η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εκτελέστηκε και στη συνέχεια η εκτέλεση ακυρώθηκε, άρα οι ενάγοντες δεν έχουν υποστεί και δεν έχουν αποδείξει ζημιά. Οι ενάγοντες αποστερήθηκαν του κτήματος, απώλεσαν το ποσό των £55.000,00 αντιπαροχή για την αγορά του κτήματος προς την εναγομένη 1, υποβλήθηκαν σε έξοδα και δαπάνες, υποθήκευση ακινήτου κ.λ.π. και παρέμειναν στην ουσία με άδεια χέρια. Ενώπιον μου υπάρχει η σχετική μαρτυρία των εκατέρωθεν εμπειρογνωμόνων του Μ.Ε.2, Άγγελου Αγαθαγγέλου και του Μ.Υ.2, Ρένου Πίτρου, οι οποίοι και ετοίμασαν σχετικές εκθέσεις εκτίμησης του επιδίκου ακινήτου, Τεκμ. 49 και 55 αντιστοίχως. Ο Μ.Ε.2 προχώρησε σε εκτίμηση του ακινήτου σε τρεις ημερομηνίες, 6.7.2007, 17.10.2007 και 26.1.2011, ενώ ο Μ.Υ.2 αρκέστηκε να προβεί σε εκτίμηση λαμβάνοντας υπόψη την 28.12.2006, ημερομηνία αγοράς του επιδίκου ακινήτου από τους εναγόμενους 2 -
- Πρέπει να σημειώσω εδώ παρενθετικά πως όσον αφορά αυτή την πτυχή της μαρτυρίας, δεν είχα καμία βοήθεια από τους δικηγόρους των διαδίκων μερών οι οποίοι αρκέστηκαν σε εισήγηση αποδοχής της μαρτυρίας του εμπειρογνώμονα της πλευράς τους, αφήνοντας τα συμπεράσματα για το Δικαστήριο. Με αυτά τα δεδομένα έρχομαι να εξετάσω τη μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων. Ο συνήγορος των εναγομένων 2- 6 κ. Γεωργιάδης, κατά την αντεξέταση την οποία υιοθέτησε και ο συνήγορος της εναγομένης 1 κ. Αδάμου προσπάθησε να θέσει στον Αγαθαγγέλου ότι η εκτίμηση που έγινε τον Οκτώβρη του 2007 δεν μπορεί να χρησιμεύσει για την εκτίμηση του Δεκέμβρη του 2006, ενώ κινήθηκε να διερευνήσει άλλες προηγούμενες εκτιμήσεις που έγιναν από το γραφείο στο οποίο εργάζεται ο μάρτυρας και ανάγονται σε πολύ παλαιότερες ημερομηνίες, 1.1.1980, 1.4.1987 και 26.3.
- Ο Αγαθαγγέλου λογικά δεν ήταν σε θέση να απαντήσει εφόσον ξεκίνησε να εργάζεται από το 1999 στο ίδιο γραφείο, αλλά και δεν είχε στη διάθεση του οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία έπρεπε να μελετήσει πριν να τοποθετηθεί για την ορθότητα ή όχι των εν λόγω εκτιμήσεων. Άλλωστε δεν επεξηγήθηκε από τους συνηγόρους των εναγομένων γιατί και πώς, ήταν αναγκαία η διερεύνηση προηγουμένων εκτιμήσεων που έγιναν σε τόσο απομακρυσμένες από το ζητούμενο ημερομηνίες. Στόχευσε ακόμη η αντεξέταση στο να υποδείξει στο μάρτυρα διάφορες κτηματικές συναλλαγές τις οποίες ο Αγαθαγγέλου δεν έλαβε υπόψη, γεγονός που ο τελευταίος αποδέχθηκε. Επεξήγησε όμως και το γιατί. Έλαβε υπόψη του πωλήσεις που έγιναν εντός του ιδίου φύλλου σχεδίου και για κτήματα εφαπτόμενα ή δίπλα με το υπό εκτίμηση. Τα τεμάχια που του υποδείχθηκαν από την υπεράσπιση βρίσκονταν σε διαφορετικό φύλλο σχέδιο από το υπό εκτίμηση, πολύ δυτικότερα και σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση, ενάμιση χιλιόμετρο μακριά. Η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα τεμάχια, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του, υστερεί σημαντικά σε σχέση με την περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, για να προσθέσει ότι δεν είναι σχετικά ακίνητα τα οποία βρίσκονται απομακρυσμένα από το επίδικο, όταν μάλιστα υπάρχουν άλλα εφαπτόμενα του επιδίκου. Συνολικά έλαβε υπόψη επτά συγκριτικές πωλήσεις αριθμός ικανοποιητικός για να καταλήξει με ασφάλεια στα συμπεράσματα του. Ο Ρένος Πίτρος κατά την αντεξέταση υποστήριξε και υιοθέτησε την έκθεση του παραπέμποντας στις συγκριτικές πωλήσεις που έλαβε υπόψη για τεμάχια τα οποία αγοράστηκαν πριν ή κατά την 28.12.
- «Για να μη λάβουμε υπόψη», όπως είπε, «γεγονότα μεταγενέστερα της ημερομηνίας 28.12.2006 διότι η εκτίμηση μας θα ήταν παραπλανητική στο Δικαστήριο». Υποστήριξε πως δεν είναι ορθή μέθοδος να λαμβάνει κάποιος συγκριτικές πωλήσεις μετά από την εν λόγω ημερομηνία, γιατί δεν μπορείς αναπροσαρμόζοντας, όπως έπραξε ο Αγαθαγγέλου, να βρεις την επίδικη περίοδο. Χαρακτηριστική είναι η απλουστευμένη απάντηση του σε σχετική ερώτηση του κ. Χατζηστερκώτη. «Εάν βρω την τιμή στρέφοντας πισινή που λαλούμε αλλά διαφέρει με την τιμή πηγαίνοντας μπροστινή τότε πια θα είναι η ορθή τιμή; Γι' αυτό γεγονότα μετά την ημερομηνία της εκτίμησης δεν λαμβάνονται υπόψη. Εάν δεν είχα γεγονότα πριν την ημερομηνία πιθανόν να χρησιμοποιούσα και λίγο την μέθοδο αυτή που εισηγείστε η οποία δεν είναι σωστή.» Αλλά αν η μέθοδος είναι λανθασμένη δεν χρησιμοποιείται. Δεν γίνεται να είναι λίγο λανθασμένη και λίγο ορθή και να χρησιμοποιείται ως ασφαλής μέθοδος, όπως θέλει ο Μ.Υ.
- Πιο σωστή όμως σε κάθε περίπτωση είναι η έρευνα του Μ.Ε.2 ο οποίος έλαβε υπόψη του μια σειρά ημερομηνιών που ανάγονται σε χρόνους που το Δικαστήριο είχε τη διακριτική ευχέρεια να κρίνει και να επιλέξει ως ουσιώδη, για σκοπούς υπολογισμού της αποζημίωσης την 6.7.2007 και 17.10.2007 λίγους μήνες πριν την καταχώριση της αγωγής στις 12.1.2007 και την 26.1.2011, η ακρόαση ξεκίνησε στις 22.1.
- Όπως τέθηκε στην Adamou, πιο πάνω: "Before leaving the subject of specific performance, reference may be made to recent decisions of the English High Court, namely Wroth v. Tyler
(1973)1 All E.R. 897, and Grant v. Dwakins
(1973)3 All E.R. 897, deciding that where specific performance is refused, in the exercise of the Court's discretion, damages may be assessed, unlike the general rule of the Contract Law, as at the date of the trial. The present case is distinguishable from the above decisions for the reason that the rule above approved can only be invoked in a case where the plaintiff is entitled to a decree of specific performance and the remedy is refused to him in the exercise of the Court's discretion. It is inapplicable to cases where it is beyond the reach of the Court to order specific performance." Σε ερώτηση γιατί δεν έλαβε υπόψη του άλλα συγκριτικά τεμάχια των οποίων οι πωλήσεις προς τις εταιρείες των εναγομένων 2 - 6 έγινε σε πολύ κοντινό χρόνο από τα συγκριτικά που ο ίδιος έλαβε υπόψη, λίγους μετά Μάρτη ή Μάιο του 2007, που είναι πολύ πιο κοντινό χρονικά από το συγκριτικό με αρ.4, όπως φαίνεται στην έκθεση του, ο Μ.Υ.2 επέμενε, πως δεν παύει να αποτελούν μεταγενέστερες πωλήσεις τις οποίες θα ήταν λανθασμένο να λάβει υπόψη. «Δεν αρκεί ο πραγματογνώμονας να επαναλάβει και να υιοθετήσει μια έκθεση που έχει ετοιμάσει. Θα πρέπει παράλληλα να είναι σε θέση να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια τα στοιχεία της έκθεσης. Με άλλα λόγια η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα.» Κωστάκης Αυγουστή ν. Πέτρου Χρ. Ιωάννου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1498. Είναι η κατάληξη μου πως ο Μ.Υ.2 απέτυχε να εφοδιάσει το Δικαστήριο με εκείνα τα απαραίτητα και αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, για να μπορέσει να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, αλλά και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή των κριτηρίων αυτών πάνω στα γεγονότα, όπως αυτά έχουν αποδειχθεί ενώπιον του. Κωνσταντίνου Μ. Πιτάλη ν. Ιanira Enterprises Ltd κ.α
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.
- Ο Μ.Υ.2 δεν ήταν ειλικρινής και δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά χαρακτηριστικά του κτήματος τόσο από πλευράς νομικών, όσο και από πλευράς φυσικών χαρακτηριστικών. Δεν ανέφερε ότι: Το κτήμα έχει θέα προς τη θάλασσα ενώ το παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση. Ενώ περιγράφει το ακίνητο ως περίκλειστο, όπως και ο Μ.Ε.2, παραλείπει να καταγράψει ότι απέχει από τον πλησιέστερο δρόμο περίπου 250 μέτρα σε ευθεία απόσταση. Παραλείπει να αναφερθεί ότι διαθέτει διάτρηση νερού. Όπως και παραλείπει να αναφερθεί στα πολεοδομικά δεδομένα με λεπτομέρεια, η οποία δεν είναι αμελητέος παράγοντας, το αντίθετο βεβαίως. Επί του τελευταίου χρειάζεται να λεχθεί κάτι ακόμα Ο Μ.Υ.2 παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση τα χαρακτηριστικά της πολεοδομικής ζώνης ΓΑ4 στην οποία προβλέπονται ειδικές και εξειδικευμένες αναπτύξεις, όχι μόνο στη ΓΑ4, όπως πρόσθεσε αλλά και σε οποιαδήποτε άλλη αγροτική ζώνη κατά την κρίση της πολεοδομικής αρχής. Δέχθηκε επίσης ότι στην ζώνη αυτή κάτω από τον όρο που έθεσε, δυνατό να υπάρξουν αναπτύξεις, όπως ο Μ.Ε.2 κατέγραψε στην Έκθεση του, Τεκμ.49, κλινικές, κέντρα αθλητισμού, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμού, θεματικά πάρκα και άλλα. Παρουσίασε μια φτωχή και ελλιπή εικόνα σε ότι αφορά τα χαρακτηριστικά του επιδίκου με αποτέλεσμα, βρίσκω, η Έκθεση του και η γνώμη του να μην έχει την απαραίτητη εκείνη αντικειμενικότητα και βαρύτητα ενός ειδικού πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα. Κατά κύριο λόγο ο Μ.Υ.2 αγνόησε συγκριτικά εφαπτόμενα ή πολύ πλησίον του επιδίκου, ενώ έλαβε υπόψη του συγκριτικά με ανόμοια χαρακτηριστικά με το επίδικο ή που ανήκουν σε άλλο φύλλο σχέδιο, ή που απέχουν σε πολύ μεγαλύτερη απόσταση από το υπό εκτίμηση και σε περιοχές οι οποίες υστερούν σημαντικά. Για τους πιο πάνω λόγους προτιμώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 παρά του Μ.Υ.
- Ο πρώτος έδωσε όλα εκείνα τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, έδωσε αντικειμενικές, πλήρεις και εμπεριστατωμένες εξηγήσεις κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Η θέση του Μ.Υ.2 για το ζήτημα των συγκριτικών τα οποία δεν έλαβε υπόψη ως μεταγενέστερα της 28.12.2006, ενώ έχουν πολύ μικρή χρονική διαφορά μεταξύ τους, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η χρονική εγγύτητα είναι τέτοια που δεν ενέχει τους κινδύνους που ο Μ.Υ.2 θέλει να παρουσιάσει. Με την μέθοδο της αναπροσαρμογής στην οποία προχώρησε ο Μ.Ε.2 εξάγονται ασφαλή συμπεράσματα: Δέχομαι τη μαρτυρία του και βρίσκω ότι η αξία του επιδίκου ακινήτου στις 28.12.2006 ανερχόταν στις €993.000.00 ή €45 το τετραγωνικό, που αντιπροσωπεύει τη ζημιά που οι ενάγοντες έχουν υποστεί από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης 1: το ποσό των χρημάτων που αποκαθιστά τους ενάγοντες στην ίδια θέση που θα βρίσκονταν αν δεν μεσολαβούσε η παράνομη και δόλια πράξη της ενάγουσας. Berengaria P. Papakokkinou and Others v. Princess Zence Kanther
(1982)1 C.L.R. 65. Παραμένει να εξεταστεί το ζήτημα της επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων όπως αξιώνουν οι ενάγοντες. Στην Γιαννάκης Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως: «..η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes ν. Barnard
(1964)1 All E. R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στην Papakokkinou (σελ. 75). ............................. (α) Αστικά αδικήματα τα οποία προκύπτουν από τη χρήση καταπιεστικής και αντισυνταγματικής συμπεριφοράς από λειτουργούς του Στέμματος (νοείται του δημοσίου). (β) Αστικά αδικήματα τα οποία διαπράττονται με πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματα του ζημιωθέντος μέρους και τα οποία διενεργούνται κάτω από συνθήκες που αποβλέπουν στον προσπορισμό κέρδους από τον αδικοπραγούντα. (γ) Όπου ο νόμος ρητά επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Η ίδια προσέγγιση είχε υιοθετηθεί και στην Constantinides. Τόσο στην Papakokkinou, όσο και στην Constantinides, τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάστηκαν για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων, στην πρώτη για το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (Άρθρο 43 Κεφ. 148) και στη δεύτερη για το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης διάρρηξης σύμβασης (΄Αρθρο 34
(1)Κεφ. 148). Πρέπει να επισημάνουμε ότι στην Constantinides δεν επιδικάστηκαν τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη διάρρηξη της σύμβασης, από τον αντισυμβαλλόμενο, τον εναγόμενο 1. Διατάχθηκαν μόνο εναντίον του εναγομένου 2, ο οποίος δεν ήταν μέρος στη σύμβαση και ο οποίος κρίθηκε ένοχος για το αστικό αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.» Άμεσα σχετική με το ζήτημα και η Constantinides v. Pitsillos & Another
(1980)J.S.C. 279, όπως υιοθετήθηκε στην Ερωτοκρίτου και η Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.
- Έχοντας κατά νου όλες τις πιο πάνω παρατηρήσεις και συμπεράσματα μου σε σχέση με τη συμπεριφορά της εναγόμενης 1, το εύρος της μέσα στο χρόνο και την δολιότητα που επέδειξε έναντι των εναγομένων, καταλήγω να επιδικάσω σε βάρος της τιμωρητικές αποζημιώσεις που καθορίζω σε €90.000,
- Το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση μπορεί να παράσχει οποιαδήποτε θεραπεία κρίνει ως αρμόζουσα ασχέτως αν δεν προβάλλεται κάτω από τον ακριβή νομικό μανδύα, νοουμένου πάντοτε ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως παρατίθενται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία στη συνέχεια αποδεικνύονται ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση αξιόπιστης μαρτυρίας Maison Jenny Ltd κ.α. ν. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1(B) Α.Α.Δ. 1156. Παράλειψη επιδίωξης ειδικής θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την απόδοση της. Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 A.A.Δ. 400 1153 και Ανδρέα Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 Α..Α.Δ. 472. Παρενθετικά σημειώνω πως η δικογράφηση και η επιδίωξη διαζευκτικών θεραπειών, ειδική εκτέλεση και/ή εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και/ή αποζημιώσεις λόγω δόλου, είναι δυνατή αν οι αξιούμενες θεραπείες, θεμελιώνονται, όπως εδώ, στο ίδιο πραγματικό υπόβαθρο. Δρυάδου κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 881,
- Με όλα όσα κατά το καλύτερο δυνατό τρόπο προσπάθησα να αναλύσω και επεξηγήσω βρίσκω ότι οι ενάγοντες δικαιούνται στην πιο κάτω απόφαση και/ή διατάγματα: (α) Αναγνωριστική απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή 5785/00 είναι τελεσίδικη και δεσμευτική και υποκείμενη σε άμεση εκτέλεση. (β) Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εναγόμενη 1 όπως εντός 30 ημερών από σήμερα εμφανιστεί ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι των εναγόντων το επίδικο κτήμα με αρ. εγγραφής 11064 στην περιοχή Δήμος Αγίου Αθανασίου, τοποθεσία Μερσίνια στη Λεμεσό, Φ/ΣΧ 54/27, τεμάχιο 104 ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος. (γ) Για τους σκοπούς του διατάγματος υπό στοιχείο (β) προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια και υπογράψει κάθε σχετικό και αναγκαίο έγγραφο για το σκοπό αυτό. (δ) Ο Λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού εντός 15 ημερών από την παράδοση σε αυτόν πιστοποιημένου αντιγράφου της απόφασης και/ή των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με την παρούσα απόφαση, να προχωρήσει ώστε να διαγραφούν από τα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού όλες οι υφιστάμενες εγγραφές οι οποίες δυνατό να συνιστούν εμπόδιο για την υλοποίηση της απόφασης και/ή των διαταγμάτων του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης της επίδικης πώλησης από την εναγόμενη 1 προς τους εναγόμενους 2 - 6 στην βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 28.12.2006 για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. (ε) €90.000,00 ως τιμωρητικές αποζημιώσεις σε βάρος της εναγόμενης
- Τα έξοδα της δίκης υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων 1 - 6 αλληλλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εν όψει της δήλωσης διευθέτησης μεταξύ εναγομένης 1 και εναγομένων 2 - 6 ημερομηνίας 31.3.2011, Τεκμ.Ε, η οποία κατέστη κανόνας του Δικαστηρίου, η ανταπαίτηση των εναγομένων 2 - 6 εναντίον της εναγομένης 1, απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Εκ συμφώνου απόφαση / Δεδικασμένο / Αστικά Αδικήματα / Equity cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο