Λουκίας Βασιλείου ν. KERSOMIA HOLDINGS LTD, Αρ. Αγωγής: 1038/11, 4 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1038/11 Μεταξύ Λουκίας Βασιλείου Ενάγουσας και KERSOMIA HOLDINGS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 8.3.2011 Ημερομηνία: 4 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Τιμοθέου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θρασυβούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους της αιτήτριας - ενάγουσας στις 9.3.2011 παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο απαγορεύετο στους εναγόμενους από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν τα 1000 τ.μ. της ακίνητης περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα τους, με αριθμό εγγραφής 13716, τεμάχιο 7, (τώρα αρ. εγγραφής 15047, τεμάχιο 75) Φύλλο/Σχέδιο LIV/34, μερίδιο 482757/1189300, περιοχή Πέρα Κάμπος του χωριού Φασούλλα, Λεμεσού, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 21.3.2011, οπότε οι καθ' ων η αίτηση-εναγόμενοι αντέδρασαν αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα της διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους τους στις 12.5.
- Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση απαίτησης του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στις 8.3.2011, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων απόφαση του Δικαστηρίου για ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 3.2.2009 με το οποίο οι εναγόμενοι πώλησαν σ' αυτήν μία οικία στο υπό διαχωρισμό οικόπεδο με διακριτικό αριθμό 2, εμβαδού 800 τ.μ. επί του ακινήτου, που είναι το επίδικο στο υπό κρίση διάταγμα, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα δικαιούται στην επ' ονόματι της εγγραφή του εν λόγω οικοπέδου καθώς και απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την επ' ονόματι της εγγραφή του οικοπέδου αυτού. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά η ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €329.697 που κατέβαλε μέχρι σήμερα στους εναγόμενους για την αγορά της κατοικίας και του προαναφερθέντος οικοπέδου, καθώς και το ποσό των €150.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή για ειδικές ζημιές και/ή διαφυγή κερδών και/ή απώλειες και/ή διαφορετικά, πλέον τόκους και έξοδα. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.
- Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.3.2011 που συνοδεύει την αίτηση ο Πέτρος Θεοδοσίου, ο οποίος είναι σύζυγος της ενάγουσας και εξουσιοδοτημένος να προβεί σ' αυτήν, αναφέρει ότι είναι γνώστης όλων των γεγονότων της υπόθεσης από προσωπική εμπλοκή του σε όλα τα στάδια της επίδικης συμφωνίας αγοράς της κατοικίας καθώς και στα μετέπειτα στάδια και στις διαβουλεύσεις. Δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου και/ή γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 3.2.2009 (Τεκμήριο Α), οι εναγόμενοι πώλησαν στην ενάγουσα μία οικία δύο ορόφων συνολικού εμβαδού 180 τ.μ. την οποία οι εναγόμενοι ανέλαβαν να ανεγείρουν επί του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με διακριτικό αριθμό 2, εμβαδού 800 τ.μ. επί του επίδικου ακινήτου. Οι εναγόμενοι ανέλαβαν να ανεγείρουν την εν λόγω οικία δυνάμει αρχιτεκτονικών σχεδίων και τεχνικών χαρακτηριστικών καθώς και βάσει άδειας οικοδομής που θα εξασφάλιζαν επί του υπό αναφορά οικοπέδου, για το οποίο θα εξασφάλιζαν τελικό πιστοποιητικό διαχωρισμού, παραδίδοντας την εν λόγω οικία πλήρως αποπερατωμένη στην ενάγουσα σε διάστημα 20 μηνών με ένα μήνα χάρη από την 1.4.
- Ως αξία της εν λόγω οικίας με το οικόπεδο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων το ποσό των €341.720 πλέον €51.258 Φ.Π.Α., τα οποία ποσά η ενάγουσα θα κατέβαλλε σταδιακά βάσει των εργασιών που θα εκτελούντο σύμφωνα με τη συμφωνία και μετά την έκδοση του σχετικού διατακτικού πληρωμής από τον αρχιτέκτονα. Οι εναγόμενοι μέχρι το Μάιο του 2010 εκτέλεσαν μέρος των εργασιών για την ανέγερση της κατοικίας, ολοκληρώνοντας το σκελετό και την τοποθέτηση τούβλων και σουβάδων και η ενάγουσα μέχρι τις 31.5.2010 κατέβαλε στους εναγόμενους το συνολικό ποσό των €329.
- Κατά το ίδιο χρονικό σημείο, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα και χωρίς καμία προειδοποίηση έπαυσαν κάθε εργασία στην οικία της ενάγουσας, αμελώντας και ή παραλείποντας έκτοτε να συνεχίσουν και να αποπερατώσουν αυτήν. Επιπρόσθετα η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι δεν εξασφάλισαν άδεια οικοδομής της οικίας, ούτε και τελικό πιστοποιητικό διαχωρισμού των οικοπέδων και δεν προέβησαν στις αναγκαίες εργασίες για διάνοιξη δρόμων καθώς και για υδροδότηση και ηλεκτροδότηση των οικοπέδων. Επίσης, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν καμία προκαταβολή για τα είδη που επέλεξε για την οικία ούτε και το αναλογούν ποσό του φόρου προστιθέμενης αξίας που εισέπραξαν από την ενάγουσα. Παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της ενάγουσας προς τους εναγόμενους να συμμορφωθούν με τους όρους της συμφωνίας τους, οι εναγόμενοι αδικαιολόγητα, παράνομα και αντισυμβατικά αμελούν και/ή παραλείπουν και/ή αρνούνται να συνεχίσουν και να αποπερατώσουν την οικία. Αφού αποστάληκαν οι επιστολές του δικηγόρου της ενάγουσας με ημερομηνίες 3.6.2010 και 27.1.2011 (Τεκμήρια Β και Γ αντίστοιχα) προς τους εναγόμενους, με την επιστολή επίσης του δικηγόρου της ημερομηνίας 16.2.2011 (Τεκμήριο Δ), η ενάγουσα τερμάτισε την υπό αναφορά συμφωνία λόγω παράβασης των όρων της από τους εναγόμενους. Επαναλαμβάνοντας την απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι σύμφωνα με τη συμβουλή του δικηγόρου της ενάγουσας, η τελευταία έχει καλή βάση αγωγής και καλή νομική υπόθεση εναντίον των εναγομένων. Οι εναγόμενοι κατέχουν και/ή είναι οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του προαναφερθέντος επίδικου ακινήτου, το οποίο, εξ όσων «κάλλιο γνωρίζει και πιστεύει και εξ όσων πληροφορείται» προτίθενται να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν, οπότε η ενάγουσα θα εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτής τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Η πρόθεση αυτή των εναγομένων καθιστά επείγουσα την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγομένων έχοντας ως νομικό υπόβαθρο το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τις Δ.39 και Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τη συμφυή εξουσία και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, περιέχει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: -ότι η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή κωλύεται από του να αιτείται την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας προς όφελος της και/ή να επικαλείται την ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και/ή των φυσικών αρχών της επιείκειας για την έκδοση και οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος -ότι η ενάγουσα κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith) -ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 ούτε των άρθρων 4, 5, 7 και 9 του Κεφ. 6 για την έκδοση και οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος -ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σ' αυτήν ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που το επίδικο διάταγμα δεν θα εκδίδετο -ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως το εκδοθέν διάταγμα απορριφθεί και -ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της ενάγουσας είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και πάσχει νομικά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 12.5.2011 του Παύλου Παναγή, ενός εκ των διευθυντών των εναγομένων και εξουσιοδοτημένου από αυτούς να προβεί στην ένορκη του δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος της ενάγουσας που είναι αντίθετοι με τους δικούς του ισχυρισμούς, με εξαίρεση τους ισχυρισμούς που ρητά παραδέχεται. Ισχυρίζεται ότι γίνεται προσπάθεια δημιουργίας γεγονότων σε βάρος των εναγομένων με αναλήθειες, απόκρυψη και διαστρέβλωση γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο όταν μονομερώς αποτάθηκε ενώπιον του ότι έχει καταθέσει το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και του δόθηκε ο αριθμός ΠΩΕ 211/09, όπως φαίνεται επί του Τεκμηρίου Α της ένορκης δήλωσης του Πέτρου Θεοδοσίου. Όπως ο ενόρκως δηλών πληροφορείται από τους δικηγόρους των εναγομένων, η καταχώρηση του Τεκμηρίου Α στο Κτηματολόγιο εξασφαλίζει την υλοποίηση της θεραπείας της ενάγουσας για την επ' ονόματι της εγγραφή του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αριθμό 2 του επίδικου ακινήτου εφόσον η εν λόγω καταχώρηση δεν μπορεί να εξαλειφθεί εκτός και αν η ενάγουσα αποσύρει την εν λόγω συμφωνία από το Κτηματολόγιο ή αν διαταχθεί από κάποιο Δικαστήριο να το πράξει. Συνεπώς η ενάγουσα δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά είτε από τη μη έκδοση είτε από τον τερματισμό του επίδικου διατάγματος και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι προτίθενται να αποξενωθούν του επίδικου ακινήτου οπότε θα εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της. Τα προαναφερθέντα καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα κακόπιστα και/ή εσκεμμένα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και πληροφορίες και δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης και μη προσερχόμενη στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, οπότε κωλύεται να ζητά την προς όφελος της άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση και οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Περαιτέρω η ενάγουσα παρέλειψε να ενημερώσει το Δικαστήριο ότι ποσοστό 49% του επίδικου ακινήτου είχε ήδη δεσμευτεί στις 4.2.2011 με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Τεκμήριο 1), στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 550/
- Ακόμα και αν η ενάγουσα ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε την ύπαρξη του Τεκμηρίου 1, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι με μία εύλογη έρευνα θα μπορούσε να το ανακαλύψει έχοντας τέτοια υποχρέωση. Όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του, ο ενόρκως δηλών υποστηρίζει ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 εφόσον η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σ' αυτήν ανεπανόρθωτης ζημιάς αν το επίδικο διάταγμα δεν εκδίδετο, ενώ είναι άξιο απορίας το ότι η ενάγουσα ζητά ειδική εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, την οποία η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει τερματίσει. Περαιτέρω στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος ενώ η αόριστη επίκληση περί αποξένωσης από τους εναγόμενους του επίδικου ακινήτου, καθιστά τον ισχυρισμό περί επείγοντος αόριστο γεγονός, που θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η μη αποκάλυψη της πηγής πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα της αιτήτριας καθώς και η συμπερίληψη διαζευκτικών ισχυρισμών καθιστούν νομικά πάσχουσα την ένορκη δήλωση της αιτήτριας και το ισοζύγιο της ευχέρειας επιτάσσει όπως το επίδικο διάταγμα ακυρωθεί. Η ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το αξιόχρεο ή μη και γενικά για την οικονομική κατάσταση των εναγομένων για να καταδειχθεί η πιθανότητα μη ικανοποίησης απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί μελλοντικά προς όφελος της και σκόπιμα δεν επεσύναψε μαζί με το Τεκμήριο Α τον τίτλο ιδιοκτησίας του υπό διαχωρισμό ακινήτου 2 (Τεκμήριο 2), στον οποίο θα φαινόταν ότι το μερίδιο των εναγομένων επί του συγκεκριμένου ακινήτου είναι πολλαπλάσιας αξίας της ισχυριζόμενης αξίωσης της ενάγουσας, οπότε οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν την ισχυριζόμενη αξίωση της ενάγουσας. Υιοθετώντας τους λοιπούς λόγους ένστασης ο ενόρκως δηλών εισηγείται ότι το επίδικο διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν με τις γραπτές τους αγορεύσεις σε εισηγήσεις οι οποίες θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Ως προς τη νομική πτυχή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγοντας, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση....» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 CLR 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 CLR 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 CLR 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 CLR 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυροδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2)
(1994)1 AAΔ 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947). Επίσης, αν και στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως και στα άρθρα 4 και 7 τα οποία ωστόσο δεν είναι σχετικά με το επίδικο αίτημα των εναγόντων, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιδιώχθηκε βασικά δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), θέση που αποκλειστικά προωθήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης. Μπορεί να αναφερθεί όμως ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω), με αναφορά στην απόφαση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου που θεσπίστηκε μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, χωρίς να αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Εξετάζοντας αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το κατεπείγον του θέματος ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, επισημαίνεται ότι όπως τονίστηκε στη νομολογία η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Σύμφωνα με τον κ. Θρασυβούλου, η αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι δεν αποκάλυψε όταν αποτάθηκε μονομερώς ενώπιον του ότι έχει καταθέσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο Α) στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και του έχει δοθεί ο αριθμός ΠΩΕ 211/09. Η εν λόγω καταχώρηση εξασφαλίζει την επ' ονόματι της αιτήτριας εγγραφή του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αρ. 2 του επίδικου ακινήτου με αποτέλεσμα την υλοποίηση της αιτούμενης θεραπείας με την αγωγή της αιτήτριας, που δεν μπορεί να εξαλειφθεί εκτός εάν η ίδια αποσύρει τη συμφωνία από το Κτηματολόγιο ή εάν διαταχθεί από Δικαστήριο να πράξει αυτό. Πρόκειται για απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος συνδεδεμένου τόσο με την προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς της ενάγουσας όσο και με το στοιχείο του κατεπείγοντος προς έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Σκόπιμα επίσης, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Θρασυβούλου, η αιτήτρια δεν επεσύναψε με το Τεκμήριο Α τον τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω οικοπέδου όπου θα εμφαίνετο ότι το μερίδιο των καθ' ων η αίτηση επ' αυτού είναι μεγάλο και συνεπώς πολλαπλάσιας αξίας σε σχέση με την ισχυριζόμενη απαίτηση της ενάγουσας με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 προς έκδοση και οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος. Επιπρόσθετα η αιτήτρια, ακόμα και αν δεν γνώριζε, μπορούσε να ανεύρει με εύλογη επιμέλεια, ότι το 49% του επίδικου ακινήτου είχε ήδη δεσμευτεί από τις 4.2.2011 με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 550/11 (Τεκμήριο 1), γεγονός που επίσης θα έπρεπε να αποκαλύψει όταν αποτάθηκε μονομερώς προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Και το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες συνδεδεμένο τόσο με την προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς της ενάγουσας όσο και με το στοιχείο του κατεπείγοντος προς έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Η μη αμφισβήτηση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, μέσω της ένορκης δήλωσης του Παύλου Παναγή, ο οποίος δεν αντεξετάστηκε εκ μέρους της αιτήτριας, καταδεικνύει ότι η αιτήτρια σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς και γι' αυτό το λόγο αυτό θα πρέπει να ακυρωθεί. Επί των θεμάτων αυτών ο κ. Τιμοθέου θεωρεί κατ' αρχήν ότι δεν είναι ουσιαστικό το ότι δεν αποκάλυψε η αιτήτρια την καταχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο για ειδική εκτέλεση εφόσον ακόμα και αν ήθελε να το αποκρύψει είναι αδύνατο καθότι τούτο είναι εμφανές από το ίδιο το έγγραφο- Τεκμήριο Α. Περαιτέρω, εκτός του ότι ενδέχεται να μην διαταχθεί ειδική εκτέλεση, όπως εξελίσσεται η όλη υπόθεση, η αιτήτρια αξιώνει διαζευκτικά αποζημιώσεις και πιθανώς να μην μπορεί να ικανοποιηθεί εφόσον οι εναγόμενοι επικαλούνται και την ύπαρξη άλλης δικαστηριακής υπόθεσης εναντίον τους. Όσον αφορά δε την ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 4.2.2011 με το οποίο δεσμεύθηκε το μερίδιο των εναγομένων στο επίδικο ακίνητο, η αιτήτρια δεν το γνώριζε και πληροφορήθηκε ότι το διάταγμα αυτό έγινε οριστικό στις 18.7.2011 μετά από ακροαματική διαδικασία. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και την υπάρχουσα βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών μαρτυρία, προβάλλει κατά την αντίληψη μου ότι η αιτήτρια όχι μόνο γνώριζε το γεγονός της κατάθεσης στο Κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης αλλά και επιμελώς απέκρυψε το γεγονός αυτό από το Δικαστήριο όταν αποτάθηκε μονομερώς προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Πέραν του ότι από το Τεκμήριο Α δεν είναι σαφές ότι το έγγραφο αυτό είχε καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο, η αιτήτρια είχε υποχρέωση να θέσει το γεγονός αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη της δήλωση. Αναμφίβολα το γεγονός αυτό είναι ουσιώδες γεγονός και η υποχρέωση της αιτήτριας να το θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συναρτάται με την τυχόν πορεία της υπόθεσης ή τη δυνατότητα να διαταχθεί από το Δικαστήριο ειδική εκτέλεση. Παρόμοια αντικρίζεται και η στάση της αιτήτριας να μην επισυνάψει τον τίτλο ιδιοκτησίας του υπό διαχωρισμό ακινήτου 2, που αποτελεί και κατονομάζεται ως Παράρτημα Β στο Τεκμήριο Α. Και αυτό το γεγονός είναι ουσιώδες και ήταν υποχρέωση της αιτήτριας να το αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Όσον αφορά δε την ύπαρξη διατάγματος δέσμευσης με δικαστικό διάταγμα ποσοστού του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 1) πέραν του ότι δεν αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια δεδομένου ότι ο ενόρκως δηλών των καθ' ων η αίτηση δεν αντεξετάστηκε, είναι γεγονός που ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν ήταν στο πεδίο της γνώσης της, με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να διαπιστωθεί από αυτήν προτού αποταθεί στο Δικαστήριο προς έκδοση του επίδικου διατάγματος. Αναμφίβολα όλα τα πιο πάνω γεγονότα ήταν ουσιώδη και αν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο στάδιο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική εξέλιξη την υπόθεση. Τα πιο πάνω στοιχεία ξεκάθαρα πλέον σ' αυτό το στάδιο δείχνουν ότι ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο όταν η αιτήτρια προσέφυγε μονομερώς προς έκδοση του διατάγματος. Μπορεί εύλογα να λεχθεί ότι η αιτήτρια-ενάγουσα παρουσίασε τα δεδομένα διαφορετικά απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα και αυτή της η συμπεριφορά οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1953, ..«Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». (βλ. και την πιο πρόσφατη απόφαση στις υποθέσεις DMITRY RYBOLOVLEV κ.α. v. ELENA RYBOLOVLEVA, Πολ. Εφ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29.1.2010). Όλα τα πιο πάνω λαμβανόμενα υπόψη από κοινού αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά καταδεικνύουν την έκταση της εκ μέρους της αιτήτριας απόκρυψης των γεγονότων τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Προκύπτει ότι υπήρξε σοβαρή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και η απόφαση του ενδεχόμενα να ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον το Δικαστήριο αποστερήθηκε της πλήρους εικόνας της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε να είχε. Ως εκ τούτου για το μόνο λόγο της απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου το προσωρινό διάταγμα μπορεί και πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης της αιτήτριας. Ωστόσο για να δοθεί πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης ως προς τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με τον κ. Τιμοθέου συντρέχουν εν προκειμένω, σε αντίθεση με τον κ.Θρασυβούλου που εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχει το τρίτο κριτήριο, μπορεί να λεχθεί ότι, παρόλο που δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης εκ μέρους της ενάγουσας, υπάρχει εκ πρώτης όψεως σοβαρή υπόθεση για εκδίκαση δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται από τους καθ' ων η αίτηση η ύπαρξη της ισχυριζόμενης συμφωνίας πώλησης μεταξύ των διαδίκων. Επισημαίνεται βέβαια, ως ορθά υπέδειξε ο κ. Θρασυβούλου, ότι η ενάγουσα αξιώνει με την αγωγή της την ειδική εκτέλεση συμφωνίας την οποία, όπως η ίδια ισχυρίζεται, έχει τερματίσει. Υπάρχει ωστόσο η διαζευκτική αξίωση της ενάγουσας για επιστροφή του καταβληθέντος ποσού για την αγορά της οικίας και για αποζημιώσεις λόγω παράβασης συμφωνίας. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της διαφοράς δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των προβληθεισών θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Και το δεύτερο κριτήριο που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας ενόψει των προαναφερθέντων δεδομένων για το πρώτο κριτήριο μπορεί να θεωρηθεί ότι ικανοποιείται στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται εφόσον αφενός το επίδικο αγοραπωλητήριο έγγραφο έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και αφετέρου η ζημιά της αιτήτριας είναι χρηματική και οι απαιτούμενες αποζημιώσεις υπολογίσιμες. Είναι ορθή η θέση του κ. Θρασυβούλου ότι η αναφορά του ενόρκως δηλούντα της αιτήτριας ότι «οι εναγόμενοι προτίθενται να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν τη ρηθείσα περιουσία τους και σε τέτοια περίπτωση η ενάγουσα θα εμποδιστεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτής τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση» είναι αόριστη σε συνάρτηση με το πότε περιήλθε σε γνώση του αυτό το γεγονός καθώς και ως προς την πηγή των πληροφοριών του ενόρκως δηλούντα. Πέραν του ότι η αοριστία που παρατηρείται σ' αυτόν τον ισχυρισμό δεν ικανοποιεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου περί ανεπανόρθωτης βλάβης της αιτήτριας εφόσον ο ισχυρισμός της περί αποξένωσης της συγκεκριμένης περιουσίας από τους εναγόμενους προβάλλει ασαφής, αδιευκρίνιστος και χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Περαιτέρω, χωρίς να παραγνωρίζεται η ύπαρξη του ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε στην αγωγή με αριθμό 550/11 (Τεκμήριο 1) και προϋπήρχε της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, o ενόρκως δηλών των καθ' ων η αίτηση ισχυρίζεται, και δεν αντεξετάστηκε, ότι οι εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας πολλαπλάσιας αξίας από την αξίωση της ενάγουσας και δεν έχουν τεθεί εκ μέρους της αιτήτριας τέτοια στοιχεία για την εν γένει οικονομική τους κατάσταση που να υποστηρίζουν τη θέση της ότι θα εμποδισθεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτής τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Η κατάληξη του Δικαστηρίου για την μη ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση. Όλοι οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη δείχνουν ότι δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν απόφαση εναντίον των εναγομένων θα παραμείνει ανικανοποίητη. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 9.3.2011 ακυρώνεται στην ολότητα του με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση-εναγομένων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο