ΣΤΕΛΙΟΥ Χ'ΛΟΙΖΟΥ ν. ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1260/05, 17 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A316 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1260/05 Μεταξύ: ΣΤΕΛΙΟΥ Χ'ΛΟΙΖΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14.5.2007 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΟΥ, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Στέλιου Χ'Λοίζου, τέως από τη Λεμεσό Ενάγουσας και ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ Ε.Δ. ΛΕΜΕΣΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 25.2.2009 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΛΟΙΖΟΥ, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Στέλιου Χ'Λοίζου, τέως από τη Λεμεσό Ενάγουσας και ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΚΑΙ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΩΝ Κ.Κ. ΑΔΕΛΦΟΙ ΛΟΙΖΙΔΗ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ------------------------- Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα: κ. Δ. Αριστείδου Για τον εναγόμενο: κ. Μ. Παναγίδης με κα Α. Κκέλη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Στέλιου Χ'Λοίζου απαιτεί από τον εναγόμενο υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Αδελφοί Λοιζίδη Λτδ το ποσό των £25.005, ως υπόλοιπο συμφωνημένου και παραδεκτού λογαριασμού πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 26.3.2007, είναι διαχειρίστρια της περιουσίας του προαναφερθέντος, ο οποίος απεβίωσε στις 30.1.
- Ο αποβιώσας κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν σύμβουλος της προαναφερθείσας εταιρείας, που ιδρύθηκε και εγγράφηκε στις 25.7.1980 ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ο εναγόμενος, Επίσημος Παραλήπτης, κατέστη εκκαθαριστής της εταιρείας δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 25.9.
- Ο αποβιώσας υπό την ιδιότητα του συμβούλου της υπό αναφορά εταιρείας μεταξύ των ετών 1980 - 1990 διατηρούσε λογαριασμό και/ή τρεχούμενο λογαριασμό με την εταιρεία και πιστωνόταν με τους μισθούς του, τα μερίσματα και/ή άλλα ωφελήματα του και με δανεικά που τους παραχώρησε, χρεωνόταν δε με τις απολήψεις που κατά καιρούς έκανε. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι λογαριασμοί του αποβιώσαντος με την εταιρεία συμφωνούντο και εγίνοντο παραδεκτοί, υπογράφοντο δε από τον ίδιο και τους άλλους δύο συμβούλους της εταιρείας στο τέλος κάθε χρόνου μαζί με την έγκριση των εξελεγμένων λογαριασμών και/ή των οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας. Σύμφωνα με τους υπό αναφορά λογαριασμούς, στις 31.12.1990 η εταιρεία χρωστούσε στον αποβιώσαντα, πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση, το ποσό των £25.005 πλέον τόκο προς 9% το χρόνο και/ή ως αποζημιώσεις για ανάλογες ζημιές που ο αποβιώσας υφίστατο αλλά και η περιουσία των κληρονόμων του υφίσταται μέχρι σήμερα. Ο αποβιώσας ζήτησε επανειλημμένα από την εταιρεία να του καταβάλει το εν λόγω ποσό πλην όμως η τελευταία αρνείται και/ή παραλείπει μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί. Στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του που καταχωρήθηκε στις 30.9.2010, ο εναγόμενος παραδέχεται την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας καθώς και την ιδιότητα της ενάγουσας ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα όπως και την ιδιότητα του αποβιώσαντος ως συμβούλου της εταιρείας, λέγοντας ότι ο αποβιώσας λόγω του θανάτου του στις 26.3.2007 έπαυσε να είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας. Αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας ότι ο αποβιώσας διατηρούσε λογαριασμούς με την εταιρεία καθώς και ότι οι λογαριασμοί αυτοί εγίνοντο αποδεκτοί και βάσει αυτών ο αποβιώσας εδικαιούτο να πληρωθεί το απαιτούμενο για την αγωγή ποσό, εκτός του γεγονότος ότι στην έκθεση και τους λογαριασμούς του έτους 1990 που κατατέθηκαν στο γραφείο Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού εφαίνετο ότι ο αποβιώσας είχε υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού συμβούλων ποσού £25.
- Ισχυρίζεται ο εναγόμενος δε ότι οι εξελεγμένοι λογαριασμοί για το έτος 1990, δηλαδή μέχρι τις 31.12.1990, είχαν υπογραφεί μόνο από τον αποβιώσαντα και καταχωρήθηκαν στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού από τον λογιστή της εταιρείας. Αρνείται επίσης ο εναγόμενος ότι ο αποβιώσας απαιτούσε από την εταιρεία την πληρωμή του πιο πάνω ποσού, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ εφόσον ο αποβιώσας ήταν ο μόνος σύμβουλος που είχε τον πραγματικό έλεγχο της εταιρείας από τον Ιούλιο του 1990 μέχρι τα μέσα Ιουνίου 1995, όταν έκλεισε τα υποστατικά της εταιρείας. Με τον ισχυρισμό ότι το απαιτούμενο ποσό πληρώθηκε στον αποβιώσαντα κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην εταιρεία και ως εκ τούτου η αξίωση του δεν ευσταθεί, ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Παρεμβάλλεται σε αυτό το σημείο ότι ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του είχε προβάλει και ανταπαίτηση για το ποσό των £95.622, ως ποσό που κατακράτησε ο αποβιώσας από πώληση εμπορευμάτων της εταιρείας καθώς και τις ζημιές που προκάλεσε ο αποβιώσας από την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και περαιτέρω διάταγμα απόδοσης λογαριασμών της διαχείρισης της εταιρείας από τον αποβιώσαντα αλλά και τη μεταβίβαση οικοπέδου επ' ονόματι της, παραθέτοντας σχετικούς ισχυρισμούς. Λόγω του ότι κατά την ακρόαση της υπόθεσης και παρά το ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εκδόθηκε διαταγή του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.33 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, σύμφωνα με κοινή εισήγηση των συνηγόρων, να ακουστεί αρχικά η μαρτυρία που αφορά την απαίτηση, να ακολουθήσει η μαρτυρία που αφορά την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγόμενου και μεταγενέστερα, αν χρειαστεί, να κληθεί μαρτυρία της ενάγουσας σε σχέση με την υπεράσπιση της στην ανταπαίτηση, δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου για την ανταπαίτηση του, δεν θεωρώ χρήσιμο να παρατεθούν οι ισχυρισμοί που αφορούν την ανταπαίτηση του εναγόμενου. Ως προς τη θέση του κ. Παναγίδη, μετά την προσαγωγή της μαρτυρίας της ενάγουσας σε σχέση με την απαίτηση της, ότι περιορίζεται σε ότι αναφέρεται στα δικόγραφα, χωρίς να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία εκ μέρους του εναγόμενου, επισημαίνεται ότι όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Στην απάντηση της στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου, η ενάγουσα απορρίπτει τις αντίθετες με τις δικές της θέσεις του αντίδικου της, επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς της. Παραδέχεται ότι τους λογαριασμούς του 1990 υπέγραψε ο αποβιώσας εν γνώσει και με τη συγκατάθεση και των άλλων συμβούλων, οι οποίοι όπου χρειάστηκε έδωσαν τις δικές τους επεξηγήσεις στους ελεγκτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενάγουσα ότι μεταξύ των ετών 1991 - 1992 και μέχρι το τέλος του 1993 και/ή τις πρώτες 40 μέρες του 1994, ο αποβιώσας ήταν στην υπηρεσία της εταιρείας αλλά κατά την εν λόγω περίοδο, ο πραγματικός έλεγχος της εταιρείας γινόταν από την πλειοψηφία των συμβούλων που ήταν οι Γιάννος Πηλαβάκης και Χρύσανθος Λοιζίδης και/ή Μαρίνος Λοιζίδης ως υποκατάστατος σύμβουλος του τελευταίου. Όλες οι πληρωμές της εταιρείας εγίνοντο με επιταγές μέσω τράπεζας με την υπογραφή δύο συμβούλων και για την εν λόγω περίοδο δεν έγινε καμία πληρωμή στον αποβιώσαντα. Όλες οι εισπράξεις από πωλήσεις κατατίθεντο υποχρεωτικά στην Ελληνική Τράπεζα και ο αποβιώσας δεν έκανε καμία πληρωμή μόνος του εκτός από μικρές τρεχούμενες πληρωμές, οι οποίες εγίνοντο από μικρό ταμείο μετρητών της εταιρείας. Μετά το Φεβρουάριο του 1994 η εταιρεία διοικείτο αποκλειστικά από τους προαναφερθέντες συμβούλους που και πάλι δεν έκαναν καμία πληρωμή στον αποβιώσαντα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παρατεθούν οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ως υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, της οποίας ζητά την απόρριψη, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, η ανταπαίτηση του εναγόμενου δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ο μοναδικός μάρτυρας της διαδικασίας ήταν ο μάρτυρας της ενάγουσας (ΜΕ) Κρίστης Χ'Λοίζου, ο οποίος καταθέτοντας ενόρκως, στη γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως Έγγραφο Α ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξε τις βασικές θέσεις της έκθεσης απαίτησης. Όπως αναφέρει, είναι υιός και ένας από τους κληρονόμους του αποβιώσαντος Στέλιου Χ'Λοίζου και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο αποβιώσας πατέρας του, ο Χρύσανθος Λοιζίδης και ο Χριστάκης Πηλαβάκης ήταν μέτοχοι κατά 1/3 μερίδιο της εταιρείας Αδελφοί Λοιζίδη Λτδ καθώς και διευθυντές αυτής μέχρι του θανάτου τους. Ο Χρύσανθος Λοιζίδης απεβίωσε εντός του έτους 1995 και στη θέση του ως διευθυντής διορίστηκε ο υιός του Μαρίνος, ο οποίος ασκούσε καθήκοντα συμβούλου ως υποκατάστατος σύμβουλος από το έτος
- Ο Χριστάκης Πηλαβάκης απεβίωσε στις 13.1.1991 και στη θέση του διορίστηκε ο Γιάννος Πηλαβάκης. Ο πατέρας του ΜΕ απεβίωσε στις 30.1.2007 και η θέση του ως διευθυντή παρέμεινε κενή. Στη συνέχεια η εν λόγω εταιρεία διαλύθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου. Οι τρεις προαναφερθέντες διευθυντές διατηρούσαν με την εταιρεία, ξεχωριστά ο καθένας, χρεωπιστωτικό λογαριασμό συμβούλων, όπου μεταξύ άλλων πιστώνονταν με τους μισθούς τους, τα μερίσματα καθώς και άλλα ωφελήματα και δανεικά που παραχωρούσαν στην εταιρεία και χρεώνονταν με τις απολήψεις που έκαναν. Ο ΜΕ από το 1985 μέχρι τα μέσα του 1993 ήταν υπάλληλος της εταιρείας, επιφορτισμένος να εκτελεί όλες τις αναγκαίες εργασίες της όπως να πωλεί εμπορεύματα, να τα μεταφέρει, να συμμετέχει στην αγορά εμπορευμάτων, να εκδίδει αποδείξεις και τιμολόγια, να καταγράφει στα βιβλία της εταιρείας τις εμπορικές της πράξεις, να καταθέτει στην τράπεζα τα χρήματα της εταιρείας και να αποσύρει χρήματα από την τράπεζα με την υπογραφή δύο συμβούλων και γενικά να εκτελεί μαζί με τον αποβιώσαντα πατέρα του και τον αδελφό του όλες τις εργασίες της εταιρείας για τους σκοπούς της λειτουργίας της. Όντας υπάλληλος της εταιρείας, συζητούσε με τον πατέρα του και τους άλλους συμβούλους και μετόχους της εταιρείας τα θέματα που αφορούσαν την εταιρεία, διαπραγματεύθηκε μαζί τους την αγορά των μετοχών τους, έκανε πολλές συζητήσεις σχετικά με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, συζητώντας και το λογαριασμό συμβούλων που διατηρείτο στα λογιστικά βιβλία της εταιρείας και έδειχνε το χρέος της προς τον κάθε σύμβουλο. Σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας καθώς και το χρέος της προς τους συμβούλους, ο ΜΕ ερχόταν σε επαφή με τον ελεγκτή της εταιρείας κ. Χ'Γεωργίου συζητώντας μαζί του. Με αυτή του την ανάμειξη, οι τελευταίοι εξελεγμένοι λογαριασμοί της εταιρείας για το έτος 1990 έγιναν από τον εν λόγω ελεγκτή και οι λογαριασμοί αυτοί στην παρουσία του ΜΕ εγκρίθηκαν από τους συμβούλους και δόθηκε εντολή στον ελεγκτή να τους υποβάλει στον Φόρο Εισοδήματος, όπως και έκανε. Το πρωτότυπο των εν λόγω λογαριασμών βρισκόταν στα γραφεία της εταιρείας μαζί με τα λογιστικά βιβλία και έγγραφα της εταιρείας, ενώ αντίγραφο κατατέθηκε στον Φόρο Εισοδήματος και κρατούσε και ο ίδιος ο ελεγκτής στον φάκελο της εταιρείας. Σύμφωνα με τους υπό αναφορά λογαριασμούς ο αποβιώσας πατέρας του έπρεπε να λαμβάνει από την εταιρεία το ποσό των £25.005 - αντίγραφο των υπό αναφορά λογαριασμών κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Το πρωτότυπο των προαναφερθέντων λογαριασμών έχει καταστραφεί μαζί με τα βιβλία της εταιρείας όταν οι άλλοι δύο σύμβουλοι, επιπόλαια και απρόσεκτα, δεν φρόντισαν να τα διαφυλάξουν και ο ενοικιαστής στον οποίο η οικογένεια Πηλαβάκη είχε ενοικιάσει το τότε ιδιόκτητο της κατάστημα στο οποίο στεγαζόταν η εταιρεία, τα πέταξε. Φωτοαντίγραφο των υπό αναφορά λογαριασμών κατατέθηκε από τον Γιάννο Πηλαβάκη, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Χριστάκη Πηλαβάκη ενάγοντα στην αγωγή με αριθμό 3752/93 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου για το ποσό των £24.298 με τόκο προς 6% από 25.11.1993 υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εταιρείας (Τεκμήριο 2). Η προαναφερθείσα υπόθεση βασιζόταν στο ότι ο σύμβουλος, πατέρας του Γιάννου Πηλαβάκη, έπρεπε να λάβει από την εταιρεία το εν λόγω ποσό. Φωτοαντίγραφο επίσης των λογαριασμών είχε παραδοθεί στον ΜΕ κατά τη διαδικασία της αγωγής με αρ. 3258/99 που καταχωρήθηκε από την εταιρεία με πρωτοβουλία των δύο συμβούλων, την οποία σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας απέσυραν. Οι σύμβουλοι Μαρίνος Λοιζίδης και Γιάννος Πηλαβάκης εισέπραξαν το λαβείν τους με εισπράξεις από ενοίκια που οφείλοντο στην εταιρεία, τα οποία δεν κατέθεσαν στην εταιρεία. Η απαίτηση του πατέρα του ΜΕ εναντίον της εταιρείας επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα σε συζητήσεις που είχαν μεταξύ των ετών 1991 και 1993 για την αγορά των μετοχών των άλλων μετόχων. Το αξιούμενο ποσό, που δικαιούται η περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα του και οι κληρονόμοι αυτού, σε καμία περίπτωση δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία, η οποία εξακολουθεί να το οφείλει. Όπως διευκρίνισε κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ, τα πιστωτικά υπόλοιπα των διευθυντών φαίνονται στη σελίδα 8 του Τεκμηρίου
- Ο λόγος που ο Χρ. Λοιζίδης έπαιρνε λιγότερα χρήματα ήταν επειδή αυτός ήταν απλά μέτοχος και δεν εργαζόταν στην εταιρεία. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης υποστήριξαν την εκδοχή κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ο συνήγορος της ενάγουσας εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που προσφέρθηκε εκ μέρους της έχει αποδειχθεί η υπόθεση της. Η μαρτυρία του ΜΕ ήταν σαφής, συγκροτημένη, πειστική και πρωτογενής ενόσω το Τεκμήριο 1 είναι αποδεικτικό της απαίτησης στοιχείο από μόνο του. Από την έκθεση υπεράσπισης εξάλλου προβάλλει ότι το αξιούμενο ποσό οφείλετο στον αποβιώσαντα καθώς και ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι παραδεκτό. Αντίθετα ο συνήγορος του εναγόμενου ζήτησε την απόρριψη της αγωγής ενόψει της προσαχθείσας εκ μέρους της ενάγουσας μαρτυρίας, με την εισήγηση ότι το Τεκμήριο 1 δεν κατατέθηκε εκ συμφώνου ούτε κλήθηκε αρμόδιος λειτουργός του Φόρου Εισοδήματος να παρουσιάσει το πρωτότυπο ενόσω δεν υπάρχει παραδοχή εκ μέρους του εναγόμενου για την ύπαρξη του. Όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία, η οποία θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου και να κριθεί ότι η ενάγουσα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης της απαίτησης της εναντίον του εναγόμενου. Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τον μοναδικό μάρτυρα που κατέθεσε ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία του, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων ( Bauer v. Hροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΕ με βάση τις πιο πάνω αρχές και έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας, η εντύπωση που δημιουργήθηκε στο Δικαστήριο είναι ότι αυτός ανέφερε τα γεγονότα όπως πραγματικά συνέβησαν. Ο ΜΕ ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι το αξιούμενο ποσό οφείλετο στον αποβιώσαντα κατά το έτος 1990, γι' αυτό και συμπεριλήφθηκε με την συγκατάθεση των άλλων συμβούλων στους λογαριασμούς της εταιρείας που κατατέθηκαν από το λογιστή της στο γραφείο του Φόρου Εισοδήματος. Η θέση του, που προέρχεται από προσωπική του γνώση ως υπαλλήλου της εταιρείας με ενεργό συμμετοχή στις εργασίες της κατά τον επίδικο και ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, παρέμεινε σταθερή στην αντεξέταση και επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
- Παρατηρείται συναφώς ότι στην έκθεση υπεράσπισης είναι παραδεκτό ότι στην έκθεση και τους λογαριασμούς του έτους 1990 που κατατέθηκαν στο γραφείο Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού εφαίνετο ότι ο αποβιώσας είχε ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού συμβούλων το ποσό των £25.
- Η ένσταση που προβλήθηκε εκ μέρους του συνηγόρου του εναγόμενου κατά την ακροαματική διαδικασία στην κατάθεση του Τεκμηρίου 1 δεν αφορούσε το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο ΜΕ εξήγησε για ποιο λόγο κατέθεσε αντίγραφο των εν λόγω λογαριασμών καθώς και ότι το πρωτότυπο αυτών έχει καταστραφεί και περαιτέρω επεξήγησε πώς το έγγραφο αυτό περιήλθε στην κατοχή του. Συνεπώς και κυριότερα εφόσον το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο, δεν τίθεται αμφιβολία περί της ορθότητας του περιεχομένου του. Όπως ανέφερε και κατά την αντεξέταση του ο ΜΕ, το αξιούμενο ποσό προήλθε από μισθούς του αποβιώσαντα πατέρα του που έμειναν στην εταιρεία, από μερίσματα που είχαν να παίρνουν οι μέτοχοι από την εταιρεία και από χρήματα που έβαζαν οι ίδιοι. Πέραν τούτου η μαρτυρία του ΜΕ, που έμεινε αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέχει την αναγκαία βεβαιότητα για την οφειλή του ποσού εκ μέρους της εταιρείας προς τον αποβιώσαντα δεδομένου ότι, όπως ο ΜΕ ανέφερε, η εταιρεία δεν είχε χρήματα για να του τα δώσει και η απαίτηση του αποβιώσαντα εναντίον της εταιρείας επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα σε συζητήσεις μεταξύ των ετών 1991 και 1993 στην παρουσία του ΜΕ. Υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, εφόσον η μαρτυρία του ΜΕ κρίνεται ειλικρινής και παρέμεινε ακλόνητη, επιβεβαιώνεται δε από το Τεκμήριο 1, υπό το φως των πιο πάνω λεχθέντων για την παραδοχή του περιεχομένου του εκ μέρους του εναγόμενου στην υπεράσπιση του, δεν απαιτείτο άλλη μαρτυρία από τους συγκατατεθέντες συμβούλους ή άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα, ως εισηγήθηκε ο κ. Παναγίδης. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα ευρήματα του Δικαστηρίου συνάγονται από τη μαρτυρία του ΜΕ ως ακολούθως: Ο αποβιώσας υπό την ιδιότητα του ως συμβούλου της εταιρείας Αδελφοί Λοϊζίδη Λτδ διατηρούσε λογαριασμό με την εταιρεία, ο οποίος για το έτος 1990 έδειχνε ως υπόλοιπο οφειλόμενο από την εταιρεία στον αποβιώσαντα το ποσό των £25.
- Παρόλο που ο αποβιώσας επανειλημμένα ζήτησε την καταβολή του οφειλόμενου σ' αυτόν από την εταιρεία ποσού, αυτό δεν του καταβλήθηκε μέχρι του θανάτου του. Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει την απαίτηση της στα πλαίσια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, όπως απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ως εκ τούτου η αγωγή επιτυγχάνει και επιδικάζεται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου το ποσό των € 42.723,57 (αντίστοιχο του ποσού των £ 25.005), με νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού της απόφασης, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Κρίνεται ορθό και δίκαιο να μην επιδικασθούν έξοδα σε σχέση με την ανταπαίτηση εφόσον αυτή μέχρι την ακροαματική διαδικασία συνεκδικάζετο με την αγωγή, οπότε και εγκαταλείφθηκε. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: υπόλοιπο συμφωνημένου και παραδεκτού λογαριασμού- τελική cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο