← Κύπρος

Λίρας Αμβροσίδου κ.α. ν. Alexander Rodionov κ.α., Αρ. Αγωγής 4239/10, 17 Νοεμβρίου 2011

Λίρας Αμβροσίδου κ.α. ν. Alexander Rodionov κ.α., Αρ. Αγωγής 4239/10, 17 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A318 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4239/10 Μεταξύ:

  1. Λίρας Αμβροσίδου, εκ Λεμεσού
  2. Παναγιώτη Γεωργάκη, εκ Λεμεσού
  3. Amaretto Trading Ltd., εκ Λεμεσού Εναγόντων και
  4. Alexander Rodionov, εκ Ρωσίας και τώρα εκ Λεμεσού
  5. Emenby Company Limited, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------- Αίτηση ημερ. 18.1.2011 για τροποποίηση 17 Νοεμβρίου 2011 Για τους αιτητές: κα Μ. Σωκράτους για κ. Α. Χρ. Θεοφίλου Για τους καθ' ων η αίτηση: κα Γ. Βλαδιμήρου για κ. Μιχ. Κυπριανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγόμενους, μια σειρά από δηλώσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου, διαζευκτικά αποζημιώσεις, στη βάση παράβασης συμφωνίας και/ή συμφωνιών διαχείρισης (management agreement) και/ή συμφωνία καταπιστεύματος, όπως με λεπτομέρεια περιγράφονται στο κλητήριο. Στις 27.12.2010 οι εναγόμενοι καταχωρίζουν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, προβάλλοντας αξιώσεις εναντίον των εναγόντων που θεμελιώνονται, ανάμεσα σ' άλλα, στη βάση της ακυρότητας των συμφωνιών διαχείρισης, λόγω δόλου και απάτης αλλά και σε «κατάχρηση του εμπιστεύματος και των «fiduciary duties" των εναγόντων 1 και 2». Στις 18.1.2011 οι ενάγοντες καταχωρίζουν την υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την οποία επιζητούν όπως: «Α) Η δεύτερη γραμμή της παραγράφου 4 να διαγραφεί και να αντικατασταθεί με την πιο κάτω πρόταση: «Ενάγοντες 1 και 2 θα εγγράφονταν ως μέτοχοι της Εναγόμενης 2, θα κατείχαν όμως αρχικά τις» Β) Η λέξη «καταπιστεύματος» στην 4η γραμμή της παραγράφου 4 να αντικατασταθεί από τη λέξη «εμπιστεύματος». Γ) Η παράγραφος 4 όπως τροποποιήθηκε (Α και Β πιο πάνω) να αναριθμηθεί ως παράγραφος 4(Α) και να προστεθούν νέες υποπαράγραφοι 4(Β) και 4(Γ) ευθύς μετά από αυτήν ως ακολούθως: «Β) Αργότερα, μετά από νομική συμβουλή για τη νομιμότητα της επένδυσης του Εναγόμενου 1, επειδή χρειαζόταν ειδική άδεια για την εγγραφή ακινήτων στο όνομα της Εναγόμενης 2, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον Εναγόμενο 1 και ακυρώθηκαν τα εμπιστεύματα ώστε οι Ενάγοντες 1 και 2 να καταστούν πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος 1 θα είχε το δικαίωμα, οποτεδήποτε αυτό θα ήταν νομικά εφικτό, να απαιτήσει να του μεταβιβαστούν οι μετοχές, εφόσον θα είχε τηρήσει όλες τις οικονομικές δεσεύσεις που είχε ήδη αναλάβει για τη χρηματοδότηση των εργασιών της Εναγόμενης 2 και θα ξοφλούσε τις συμφωνημένες αμοιβές των Εναγόντων, που παρέμειναν οι ίδιες. Γ) Το κείμενο των εμπιστευμάτων ούτως ή άλλως δεν έδιδε στον Εναγόμενο 1 δικαιώματα πάνω στις μετοχές της Εναγόμενης 2». Δ) Στο τέλος της δεύτερης ενότητας της παραγράφου 8(Γ) ευθύς μετά τη φράση «από την Εναγόμενη 2» η τελεία να γίνει κόμμα και να προστεθεί η φράση «ενώ αυτά είχαν ακυρωθεί και/ή από το κείμενο τους δεν του έδιδαν τέτοιο δικαίωμα». Ε) Η τελευταία φράση στην παράγραφο 14(Β), «της παραγράφου 14(Β) πιο πάνω», να διαγραφεί και αντικατασταθεί με την φράση «της παραγράφου 14(Α) πιο πάνω» ΣΤ) Στο αιτητικό της παραγράφου 19 να προστεθεί νέα υποπαράγραφος (Α) ως κατωτέρω και να γίνει αναγραμματισμός των υποπαραγράφων (Α) ως και (Ι) σε (Β) ως και (Κ): «Α) Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση την η περί την 02/7.09 των μετοχών της Εναγόμενης 2 στο όνομα του Εναγόμενου 1 και η μετέπειτα παύση των Εναγόντων από τη θέση διευθυντών της Εναγόμενης 2 είναι άκυρη και χωρίς αποτέλεσμα, εκτός αν εφαρμοστεί η συμφωνία συμβιβασμού ημερομηνίας 18.01.2010 που επικύρωσε τα εμπιστεύματα και τη μεταβίβαση.» Σε μια ιδιαιτέρως λακωνική ένορκη δήλωση η Μαρία Δημοσθένους, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων-αιτητών, αναφέρει πως από λάθος και/ή εκ παραδρομής κατά την έγερση της αγωγής «δόθηκε στην Έκθεση Απαίτησης λανθασμένη περιγραφή και μη σαφείς πληροφορίες ως προς τα συγκεκριμένα θέματα που οι ενάγοντες ζητούν να τροποποιήσουν». Διαπιστώθηκαν συνεχίζει η ένορκη δήλωση, οι πιο πάνω παραλείψεις κατά την ετοιμασία απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, οι οποίες, λεπτομέρειες και πραγματικά γεγονότα, είναι απαραίτητες ούτως ώστε να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα και οι αξιώσεις των εναγόντων. Η πλευρά των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση ενίσταται στις αιτούμενες τροποποιήσεις και θεραπείες προβάλλοντας ανάμεσα σ' άλλα, και κατά κύριο λόγο, ότι οι αιτητές επιχειρούν την εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και την ριζική μετατροπή της αξίωσης με την εισαγωγή νέας μορφής θεραπείας, με αποτέλεσμα η αιτούμενη τροποποίηση: «να προκαλεί βλάβη στους εναγόμενους μη αποτιμώμενη σε χρήμα». Στην ένορκη δήλωση του Alexander Rodionov, εναγόμενου 1, υποστηρίζεται ότι οι ενάγοντες ενεργούν κακόπιστα: εφόσον οι ισχυρισμοί που επιθυμούν να εισάγουν είναι ουσιώδεις για την προώθηση της απαίτησης τους, θα έπρεπε να προβάλλονταν από την αρχή με την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης. Στοχεύουν οι αιτητές σ' αυτό το στάδιο να συμπληρώσουν κενά της υπόθεσης τους, τα οποία διαφάνηκαν μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Πρόκειται, είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα, §1(ΣΤ) της αίτησης τροποποίησης, για πλασματικούς ισχυρισμούς που αποσκοπούν στη δημιουργία αιτίας αγωγής, μεταβάλλοντας τη βάση της και να εισαγάγουν νέα μορφή θεραπείας που στο τέλος της ημέρας, μετατρέπει ριζικά την αξίωση. Υποστηρίζουν πως αν επιτραπεί μια τέτοια τροποποίηση, θα δημιουργηθεί μια αντιφατική Έκθεση Απαίτησης, η οποία θα δυσχεράνει τη θέση των εναγομένων και θα τους προκαλέσει βλάβη μη αποτιμώμενη σε χρήμα. Στις 6.4.2011 οι αιτητές αποτείνονται στο Δικαστήριο επιζητώντας την άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης. Έκριναν οι αιτητές ότι υπήρχαν ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που έχρηζαν απάντησης και επεξήγησης. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρίζεται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση και εισάγεται ως τεκμήριο επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς τους δικηγόρους των εναγομένων, ημερομηνίας 23.9.2009, όπου διατυπώνονται ακριβώς οι ίδιοι ισχυρισμοί που επιδιώκονται να προστεθούν με την τροποποίηση. Η άλλη πλευρά ανταπαντά με δική της αίτηση ημερομηνίας 18.5.2011 επιζητώντας επίσης την άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το εκδικάζον Δικαστήριο παραχωρεί και πάλι την άδεια, οπότε καταχωρίζεται συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία ουσιαστικά αμφισβητείται η ύπαρξη και αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 23.9.2009, η οποία χαρακτηρίζεται ως πλασματική και ως εκ των υστέρων κατασκεύασμα. Το ζήτημα παρέμεινε στο πλαίσιο που έθεσαν οι ένορκες δηλώσεις με τους συνηγόρους να προχωρούν με τις αγορεύσεις τους σε υποστήριξη των θέσεων της πλευράς τους. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου γύρω από το θέμα της τροποποίησης είναι πλούσια και συνεχής. Είναι γενική και παγιωμένη αρχή ότι τροποποίηση είναι επιτρεπτή, και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο, όταν και εφόσον οι ανάγκες της υπόθεσης το απαιτούν ώστε να προσδιοριστεί με σαφήνεια η ουσία της διαφοράς. Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη

(2001)1 Α.Α.Δ 1608. Η τροποποίηση είναι θέμα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που ασκείται στη βάση του συνόλου των περιστατικών και όχι μόνο με τις συνέπειες της τροποποίησης. Ταξί Κυριάκος ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ 560. Δεν επιδέχεται επίσης αμφισβήτησης ότι πρέπει να παρέχεται δυνατότητα σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των πραγματικών διαφορών. Geto v. Vaslyayer
(1993)1 Α.Α.Δ 714. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να λειτουργήσει σε βάρος του αιτητή εκεί όπου η άλλη πλευρά επικαλείται βλάβη ή όπου η κακή πίστη είναι εμφανής. Περεκτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ 934, Bauer ν. Divnogorsk
(2002)1 Α.Α.Δ 618, Fereos v. Martin Brothers
(1997)1 Α.Α.Δ 378 και Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ 1092. Δεν υπάρχουν άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες ποικίλλουν όπως ποικίλλει και η δυνατότητα του κάθε ενός από αυτούς: καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, ο σκοπός για τον οποίο υπεβλήθη, ή το στάδιο κατά το οποίο αυτή υποβάλλεται. C & A Pelekanos Assoc. Ltd ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2075, Τσαγγάρης ν. Γαβριηλίδου
(2002)1 Α.Α.Δ 156 και Στυλιανού ν. Λαϊκή
(2002)1 Α.Α.Δ 746. Υπάρχει βέβαια θα έλεγα η τάση, έτσι τουλάχιστο φαίνεται από τη νομολογία, ώστε η τροποποίηση να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται καθυστέρηση ή αμέλεια, νοουμένου πάντοτε και αυτό είναι sine qua non, ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου, Συμβούλιο Αγλαντζιάς (πιο πάνω) και Εθνική Τράπεζα ν. Αλωνεύτης
(2002)1 Α.Α.Δ 237. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδος Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ 234, η αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έναρξη της ακρόασης. Η πιο πάνω γραμμή που χαράχθηκε από τη νομολογία δεν πρέπει βεβαίως να εκληφθεί ότι ενθαρρύνει με οποιοδήποτε τρόπο συνεχείς τροποποιήσεις δικογράφων που δεν θεωρούνται απαραίτητες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25, Θ. 1. Οι αρχές αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το συνταγματικό δικαίωμα του διαδίκου, άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, όπου η καθυστέρηση ως σχετικός παράγοντας προσμετρά στους λοιπούς, χωρίς να θεωρείται απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όμως κάθε καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης θα πρέπει να αιτιολογείται. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το βάρος το οποίο θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής, για να γίνει δεκτό το αίτημα του για παροχή θεραπείας. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. N. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223. Απαραίτητη βεβαίως προϋπόθεση είναι πως συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, αρχές που συνοψίσθηκαν στην Φοινιώτης v. Greenman Nagivgation Ltd κ.α.
(1989)1(E) Α.Α.Δ
  1. Έχω εξετάσει με προσοχή τις θέσεις που έχουν προβάλει τα διάδικα μέρη μέσα στο χρονικό πλαίσιο από την έναρξη της διαδικασίας μέχρι σήμερα. Είναι προϋπόθεση πως ο δικηγόρος των εναγόντων θα έπρεπε να είχε σαφείς οδηγίες από τον πελάτη του πριν την σύνταξη των δικογράφων του. Η επιστολή ημερομηνίας 23.9.2009, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προς υποστήριξη της θέσης ότι οι επιζητούμενες τροποποιήσεις δεν συνιστούν εκ των υστέρων ισχυρισμούς, προηγείται της Έκθεσης Απαιτήσεως που καταχωρίστηκε στις 2.9.
  2. Η ένορκη δήλωση υποστηρίζει ότι διαπίστωση της παράλειψης συμπερίληψης των επιδιωκόμενων να εισαχθούν με την τροποποίηση γεγονότων, έγινε με την καταχώριση της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Είναι νομολογημένο πως όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς εμφανής, αλλά δεν είχε ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο, η τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί, όχι γιατί έτσι θα δημιουργηθεί περισσότερη καθυστέρηση. Τα διάδικα μέρη έχουν πάντοτε την ευθύνη της ετοιμασίας του δικογράφου τους, όπως προβλέπεται και από τους κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Τα δικόγραφα είναι εκείνα που αποκρυσταλλώνουν ή πρέπει να αποκρυσταλλώνουν τα θέματα που θα εγερθούν κατά το στάδιο της δίκης και αναμένεται ότι οι δικηγόροι θα συντάξουν αναλόγως τα δικόγραφα για να παρουσιάσουν την υπόθεση τους στο Δικαστήριο, μέσα στις σωστές της διαστάσεις και παραμέτρους. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει αναλόγως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης σε συνάρτηση κατά κύριο λόγο με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. Η αποτυχία θεμελίωσης ορισμένου ισχυρισμού εξ αιτίας της ασάφειας, ή ενδεχομένως της ανεπάρκειας της μαρτυρίας που προσάγεται, διαφέρει από το κίνητρο που οδηγεί στη διατύπωση του ισχυρισμού. Χωρίς τα δυο θέματα να κρίνονται ασύνδετα, δεν μπορούν όμως και να ταυτοποιηθούν, έτσι ώστε η ασάφεια ή ο κακός τρόπος διατύπωσης χωρίς άλλο να φανερώνει κακοπιστία. Astir v. A & G Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. Με τα χρονικά πλαίσια τα οποία έχω προσδιορίσει, ικανοποιούμαι ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης: οι αιτητές ενήργησαν σχεδόν αμέσως με τη διαπίστωση των παραλείψεων τους στην λήψη του απαραίτητου δικονομικού μέτρου, ώστε να διορθωθεί το δικόγραφο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Απ' όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου γίνεται φανερό ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγόντων. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν αυθαίρετο εν όψει και της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς τους οποίους οι αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν, κρίνω ότι στην ουσία αφορούν σε γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα θέματα, όπως αυτά εγείρονται με την Έκθεση Απαιτήσεως. Δεν συμφωνώ με τη θέση των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση ότι αλλάζει ριζικά η αξίωση των εναγόντων ή ότι εισάγονται αντιφατικές θέσεις και ισχυρισμοί που αντιμάχονται των όσων το δικόγραφο περιέχει. Οι αιτίες αγωγής παραμένουν οι ίδιες, όπως παραμένουν και οι βάσεις της αγωγής σε αναφορά με τα γεγονότα που την συνθέτουν. Η τροποποίηση που επιζητείται δεν είναι άσχετη, ούτε ξένη με τα επίδικα θέματα. Στο τέλος της ημέρας είναι απαραίτητη η εισαγωγή τους προκειμένου να τεθεί η υπόθεση στη σωστή της διάσταση. Να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όπως κρίνουν ορθό οι ενάγοντες μέσα στις διαστάσεις του αγώγιμου ή αγώγιμων δικαιωμάτων που οι ίδιοι θέλουν να προσδιορίσουν με την τροποποίηση. Τροποποιήσεις, οι οποίες βρίσκω ως ουσιαστικές και άμεσα και άρρηκτα συνυφασμένες με την υφιστάμενη βάση αγωγής. Στη βάση όλων των πιο πάνω δεν μπορεί να πετύχει η θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι από την τροποποίηση θα επηρεασθούν τα δικαιώματα τους, ή θα προκληθεί βλάβη μη αποτιμώμενη σε χρήμα. Το ζήτημα παρέμεινε με όσα πιο πάνω εξήγησα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Και κάτι τελευταίο: το βάσιμο ή μη των γεγονότων και ισχυρισμών των οποίων επιθυμείται η εισαγωγή δεν είναι δυνατό να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο όπως επιδιώκουν οι καθ΄ων η αίτηση. Η κρίση και αξιολόγησή τους θα γίνει στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, όπου εκεί θα αποφασιστούν όλα τα αμφισβητούμενα ζητήματα. Η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως οι §§ 1(Α)-(ΣΤ). Τροποποιημένο κλητήριο (Δ.2, θ.6) να καταχωριστεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, αν υπάρχει, εντός 15 ημερών από της επίδοσης. Ακολούθως τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών. Τα έξοδα της αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.