← Κύπρος

Zuhair Mansour ν. Δήμητρα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2718/2006, 24 Νοεμβρίου, 2011

Zuhair Mansour ν. Δήμητρα Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2718/2006, 24 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2718/2006 Μεταξύ: Zuhair Mansour Ενάγοντα και

  1. Δήμητρα Κωνσταντίνου
  2. Νίκος Μορφίτης Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 25.10.2011 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Π. Κονταξής Για Εναγόμενους-Καθ' ου η αίτηση: κ. Σπ. Μιχαηλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 21.6.2006, ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον των Εναγομένων απόφαση για το ποσό των £20,000 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τα γεγονότα που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί την 15.1.2005 και 1.8.2005 ο Ενάγοντας ενοικίασε στους Εναγομένους 1 και 2 αντίστοιχα την επιχείρηση εστιατορίου/ψησταριάς που διατηρούσε στα καταστήματα με αριθμούς 31Β και 31Γ στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του ιερού ναού Αγίας Ζώνης Λεμεσού. Η εν λόγω ενοικίαση έγινε στη βάση έγγραφων συμφωνιών που υπογράφθηκαν κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες στις οποίες υπήρχε πρόνοια ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι αποφάσιζαν να αγοράσουν την επιχείρηση θα έπρεπε να καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των £20,000 σε σχέση με τη φήμη και πελατεία της επιχείρησης και την αξία των μηχανημάτων που υπήρχαν στα καταστήματα και παραχωρήθηκαν στους Εναγόμενους από τον Ενάγοντα για χρήση δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών. Σύμφωνα πάντοτε με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι πράγματι αποφάσισαν να αγοράσουν την επιχείρηση του Ενάγοντα αντί να συνεχίσουν να την ενοικιάζουν, οπότε στις 16.11.2005 ο Ενάγοντας μετά από σχετική διευθέτηση με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων τερμάτισε την ενοικίαση των καταστημάτων και ενόψει της πώλησης της επιχείρησης του προς τους Εναγόμενους έγινε νέα συμφωνία ενοικίασης των καταστημάτων μεταξύ των ιδιοκτητών και των Εναγομένων, πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνούνται έκτοτε να πληρώσουν στον Ενάγοντα το ποσό των £20,000 που του οφείλουν ως περιγράφεται πιο πάνω. Στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στις 16.2.2007 οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά το 2005 ο Ενάγοντας δεν λειτουργούσε οποιαδήποτε επιχείρηση στα επίδικα καταστήματα, ενώ οι συμφωνίες που υπογράφθηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρες και εικονικές αφού έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής/ιδιοκτητών των καταστημάτων ενόψει του ότι με βάση τη συμφωνία ενοικίασης που είχε ο Ενάγοντας μαζί τους, αυτός δεν είχε δικαίωμα υπενοικίασης των καταστημάτων. Όταν δε οι ιδιοκτήτες αντελήφθηκαν τις εις βάρος τους ενέργειες ζήτησαν από τον Ενάγοντα και τον συνενοικιαστή του την κατοχή των καταστημάτων. Η κατοχή των καταστημάτων παραδόθηκε από τον Ενάγοντα στους ιδιοκτήτες με την πληρωμή εκ μέρους των ιδιοκτητών ποσού £3,000 στον Ενάγοντα για πλήρη και τελεία εξόφληση κάθε απαίτησής του, οπότε στη συνέχεια οι Εναγόμενοι ήρθαν σε απευθείας συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων τα οποία και ενοικίασαν. Στη βάση, λοιπόν, των πιο πάνω αναφερομένων, είναι η θέση των Εναγομένων ότι ουδέν ποσό οφείλουν στον Ενάγοντα αφού ουδέποτε αποφάσισαν και/ή συμφώνησαν να αγοράσουν την επιχείρησή του για το ποσό των £20,000 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό και ουδέποτε συνήψαν με τον Ενάγοντα οποιαδήποτε συμφωνία για αγορά της ισχυριζόμενης επιχείρησης. Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ο Ενάγοντας έκλεισε την υπόθεσή του και ήταν σε εξέλιξη η μαρτυρία του Εναγομένου 2 (ΜΥ2), στις 25.10.2011 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Πιο συγκεκριμένα, ο Ενάγοντας ζητά άδεια όπως τροποποιήσει τις παραγράφους 5-9 της Έκθεσης Απαίτησης ώστε να περιλαμβάνονται ισχυρισμοί σε σχέση με το ότι οι Εναγόμενοι δεν αγόρασαν τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό του Ενάγοντα παρά το ότι τα κατακράτησαν, τα χρησιμοποιούσαν και τα εκαρπώνονταν, πλουτίζοντας έτσι αδικαιολόγητα σε βάρος του Ενάγοντα με το ποσό των £20,000 (η έκταση των αιτούμενων τροποποιήσεων εμφαίνεται σε προσχέδιο τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης το οποίο επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση). Στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αναφέρεται ότι η αναγκαιότητα υποβολής της παρούσας αίτησης διαπιστώθηκε κατά την ακρόαση της αγωγής ώστε να τεθεί η Έκθεση Απαίτησης στη σωστή της βάση και να προσδιοριστεί επαρκώς η ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Σε σχέση δε με το στάδιο καταχώρησης της αίτησης, προβάλλεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε άμεσα και χωρίς καθυστέρηση, ενώ σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος η άλλη πλευρά θα μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα και δεν θα προκληθεί καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι αντιτίθενται στο αίτημα του Ενάγοντα για τροποποίηση και προς τούτο καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν συνοπτικά τους πιο κάτω λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί:
  3. Υπάρχει μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
  4. Στην αίτηση δεν αναφέρεται η ζημιά που ενδεχομένως να υποστεί ο Ενάγοντας σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, ενώ σε περίπτωση έγκρισης τους αιτήματος τα δικαιώματα των Εναγομένων θα επηρεασθούν δυσμενώς και σε βαθμό που να μην μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα.
  5. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εκτεταμένες και θα οδηγήσουν σε επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων αφού ο Ενάγοντας επιχειρεί να εισάξει νέους ισχυρισμούς και να αναιρέσει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην ήδη καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης.
  6. Μαρτυρία που έχει δοθεί θα πρέπει να αγνοηθεί ή δύναται να αντιμάχεται της μαρτυρίας που μπορεί να δοθεί στα πλαίσια της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης.
  7. Σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση με κίνδυνο να υπάρξει παραβίαση του άρθρου 30

(2)του Συντάγματος.
  1. Η αίτηση έχει υποβληθεί κακόπιστα και αποσκοπεί στο να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις.
  2. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν καλύπτονται από τη μαρτυρία που έχει δοθεί από τον Ενάγοντα στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας.
  3. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επικρατεί σύγχυση και αοριστία στα γεγονότα όπως αυτά αποκαλύπτονται, με τρόπο ώστε οι λόγοι που τίθενται να μην είναι επαρκείς ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης καταγράφονται στη συνοδεύουσα την ένσταση Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 8.11.
  4. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι συνήγοροι των δύο πλευρών αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων είναι καταγεγραμμένη γι' αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω, ωστόσο αναφορά θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με βάση τη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από τη θεώρηση της νομολογίας προκύπτει ότι η τροποποίηση των δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση όπου κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. The Annual Practice 1958, στη σελίδα 622). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα ή εκεί όπου κρίνεται ότι ο αιτητής έχει ενεργήσει κακόπιστα (βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 και σύγγραμμα Bullen & Leake (12η έκδοση, Sweet & Maxwell) στη σελίδα 128). Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934). Στις περιπτώσεις όπου παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ο αιτητής οφείλει να δίδει εξηγήσεις για τους λόγους της καθυστέρησης. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, μεγαλύτερη είναι και η ανάγκη για παροχή επαρκών εξηγήσεων, τόσο για την καθυστέρηση όσο και για την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως εξηγήθηκε στην Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, η σημασία του θέματος της αιτιολόγησης της καθυστέρησης συναρτάται με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ. (Βλ. επίσης Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 33, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (πιο πάνω), Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και Jamal Y. Khan κ.α. ν. Δημοκρατίας του Πακιστάν, Πολιτική Έφεση 295/2010, απόφαση ημερομηνίας 11.7.2011). Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, θεωρώ ορθό να αναφέρω ότι από την μέχρι τώρα προσαχθείσα μαρτυρία και χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε αξιολόγησή της προκύπτουν τα ακόλουθα σε σχέση με τα θέματα τα οποία ζητείται να εισαχθούν στα πλαίσια της αιτούμενης τροποποίησης: - Στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγοντας, ο οποίος ήταν ο μoναδικός μάρτυρας για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του, ανέφερε ότι όταν έλαβε κάποια επιστολή από την Εκκλησιαστική Επιτροπή λέγοντας ότι είχε παραβιάσει τη συμφωνία ενοικίασης διότι υπενοικίασε τα καταστήματα, ο ίδιος είχε συνάντηση μαζί τους και του είχαν εισηγηθεί να προχωρήσει σε συμφωνία με τους Εναγομένους για πώληση της επιχείρησης. Έτσι, συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 2 και τον σύζυγο της Εναγομένης 1 για να συζητήσουν αναφορικά με την πρόνοια για πληρωμή £20,000 σε περίπτωση αγοράς της επιχείρησης και τον εξοπλισμό που είχε αγοράσει. Τελικά συμφώνησαν ότι θα αγόραζαν την επιχείρηση από τον ίδιο, πράγμα που δεν έπραξαν αφού τον «κλώτσησαν έξω» χωρίς δεκάρα. Σε σχέση δε με τον κατάλογο των εξόδων που έγιναν στο κατάστημα και παρατίθενται στην επιστολή του Ενάγοντα προς την Εκκλησιαστική Επιτροπή (Τεκμήριο 3), ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι όλα όσα καταγράφονται στον εν λόγω κατάλογο είναι όσα άφησε στους Εναγόμενους και για τα οποία δεν εισέπραξε κανένα ποσό αφού μετά την είσπραξη του ποσού των ₤3,000 από την Εκκλησιαστική Επιτροπή, ο ίδιος εκδιώχθηκε από τα καταστήματα και οι Εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν τα χρήματα που ξόδεψε για τον εξοπλισμό και τα μηχανήματα στα καταστήματα και τα οποία συνέχισαν μετά να χρησιμοποιούν. Κατά την αντεξέτασή του, ο Ενάγοντας επανέλαβε ότι μετά τη συζήτηση που είχε με την Εκκλησιαστική Επιτροπή συναντήθηκε με τον Εναγόμενο 2 και τον σύζυγο της Εναγομένης 1 και συμφώνησαν με βάση τον σχετικό όρο του συμβολαίου για να αγοράσουν την επιχείρηση για £20,
  1. Ο ίδιος βασίστηκε στο λόγο τους και τους εμπιστεύθηκε, οπότε επανήλθε στην Εκκλησιαστική Επιτροπή και τους ανέφερε ότι συμφώνησε με τους Εναγομένους σε σχέση με την πώληση της επιχείρησης. Όταν δε έλαβε το ποσό των £3,000 από την Εκκλησιαστική Επιτροπή, συναντήθηκε ξανά με τους Εναγόμενους ώστε να διευθετηθεί η πληρωμή του ποσού των £20,000 και οι ίδιοι του είπαν «δεν έχεις τίποτα μαζί μας- πήγαινε κάνε ότι θέλεις» και τον πέταξαν «σαν σκυλί». Σημειώνεται επίσης ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης του Ενάγοντα, ο συνήγορος των Εναγομένων υπέβαλε σε αυτόν αφενός ότι όταν παραδόθηκαν τα καταστήματα στους Εναγόμενους δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εξοπλισμός σε αυτά πέραν από κάποια άχρηστα αντικείμενα και αφετέρου ότι οι τιμές που αναγράφονται στον κατάλογο του Τεκμηρίου 3 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επί των θέσεων αυτών ο Ενάγοντας επανέλαβε ότι ο εξοπλισμός υπήρχε, κάτι το οποίο, σύμφωνα με τον ίδιο, μπορεί να επιβεβαιώσει και ο πάτερ Ανδρέας/ιερέας της εκκλησίας της Αγίας Ζώνης και το οποίο επίσης προκύπτει από το τιμολόγιο ημερομηνίας 15.12.2001 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. - Ως ΜΥ1 κατέθεσε ο κ. Λεωνίδας Καΐτης, Επίτροπος στην Εκκλησιαστική Επιτροπή της Αγίας Ζώνης, ο οποίος στο στάδιο της αντεξέτασης ερωτήθηκε κατά ποσόν είχε λεχθεί στην Επιτροπή από τον Ενάγοντα ότι ο εξοπλισμός των καταστημάτων είχε πωληθεί στους Εναγόμενους και απάντησε ότι η Επιτροπή δεν ήθελε να εμπλακεί σε αυτό το θέμα αφού εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν απλά να ανακτήσουν την κατοχή των καταστημάτων. Η ίδια θέση δε επαναλήφθηκε από τον κ. Καϊτη όταν του υποβλήθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα ότι κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων μεταξύ του Ενάγοντα και της Εκκλησιαστικής Επιτροπής ο Ενάγοντας είχε αναφέρει ότι πώλησε στους Εναγόμενους την επιχείρηση και τον εξοπλισμό των καταστημάτων ώστε να φύγει ο ίδιος και η Επιτροπή να προχωρήσει σε νέα συμφωνία με τους Εναγόμενους. - Ως ΜΥ2 κατέθεσε ο Εναγόμενος 2, η κυρίως εξέταση του οποίου είχε ολοκληρωθεί στο στάδιο που ο συνήγορος του Ενάγοντα ζήτησε χρόνο από το Δικαστήριο προκειμένου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ο κ. Νίκος Μορφίτης ανέφερε, λοιπόν, ότι όταν υπογράφθηκε η συμφωνία με τον Ενάγοντα δεν παρέλαβε οποιοδήποτε εξοπλισμό εστιατορίου, ενώ στο κατάστημα υπήρχε μόνο ένα ψυγείο ιδιοκτησίας της ΚΕΑΝ το οποίο παρέδωσε πίσω στην εταιρεία. Κατέθεσε επίσης ότι ήταν εις γνώση του η ύπαρξη όρου στη συμφωνία για αγορά της επιχείρησης, πλην όμως καμία συμφωνία έγινε προς το σκοπό αυτό μεταξύ του ίδιου, της Εναγομένης 1 και του Ενάγοντα. Έχω εξετάσει με προσοχή την αίτηση υπό το πρίσμα των νομικών αρχών που αναφέρονται πιο πάνω και παρατηρώ τα εξής: Θα κάνω αρχή με την ένσταση των Εναγομένων - Καθ΄ων η αίτηση που αφορά στο ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος η πλευρά του Ενάγοντα - Αιτητή θα εισάξει νέους ισχυρισμούς οι οποίοι αναιρούν και αντιφάσκουν με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει καταρχήν να επισημάνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας επιζητεί την προσθήκη εναλλακτικής βάσης αγωγής στη βάση των ισχυρισμών που προβλήθηκαν από τον Ενάγοντα στα πλαίσια της μαρτυρίας του που είναι σχετικοί και συνδέονται με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Όπως έχει νομολογηθεί, τυχόν διαπίστωση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης (Βλέπε Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά και Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω)). Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 627 του The Annual Practice 1958: «New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen, [1898] 1 Ch. p. 81; cf. Edevain v. Cohen, 41 Ch. D. p. 567, and Behn v. Bloom
(1911), 132 L.T.J. 87), or where the amendment will still leave the plaintiff with any title to sue at date of writ (Greed v. Greed, [1913] 1 Ir. R. 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ (Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B. 254; on appeal, ib. 429, C.A.); or where defendant's position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v. Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B. 65, C.A.); or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R. 427).» Επίσης, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake (πιο πάνω) στις σελίδες 130-133, κάτω από την επικεφαλίδα «Amendments not allowed»: «Although the court will not refuse to allow an amendment simply because it will introduce a new case or a new ground of defence, yet leave will be refused where the amendment would change the action into one of a substantially different character which could more conveniently be made the subject of a fresh action. Leave to amend will also be refused where the cause of action sought to be introduced by the amendment arose after the date of the writ, or where the amendment would still leave the plaintiff without any title to sue at the date of the writ, or where the amendment would re-introduce a claim that had been abandoned.» (Βλέπε επίσης Atkin's Court Forms, 2η έκδοση, Τόμος 32 στη σελίδα 45, Odgers' Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση στη σελίδα 155). Η υπό κρίση αίτηση δεν εμπίπτει σε καμιά από τις περιπτώσεις όπου αίτημα για τροποποίηση με προσθήκη νέας βάσης αγωγής απορρίπτεται σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές. Το τι επιδιώκεται ουσιαστικά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να διασαφηνιστούν τα επίδικα θέματα και αυτό με βάση τη δοθείσα μαρτυρία εκ μέρους του Ενάγοντα. Όπως υποδεικνύεται και στο The Annual Practice 1982 στη σελίδα 389, εκείνο που πρέπει να ενδιαφέρει πρωτίστως το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας αίτησης τροποποίησης είναι η ουσία της, και αυτό προς το σκοπό εξυπηρέτησης των συμφερόντων της δικαιοσύνης στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Στη προκειμένη περίπτωση, κρίνεται αφενός ότι οι ζητούμενες τροποποιήσεις δεν είναι εκτεταμένες στο βαθμό που τίθεται από την πλευρά των Εναγομένων και αφετέρου ότι η φύση των τροποποιήσεων, η σχετικότητά τους και η διαπλοκή τους με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι τέτοια ώστε να καθίσταται ενδεδειγμένη η έγκριση της αίτησης και η εκδίκαση των θεμάτων αυτών με την αρχική απαίτηση. Εκείνο το οποίο έχει σημασία στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, και χωρίς βέβαια στο παρόν στάδιο να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων, είναι το κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα, που στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι αυτό ισχύει αφού ναι μεν με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η αξίωση του ποσού των £20,000 και στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλην όμως η αξίωση αυτή σχετίζεται με τις επίδικες σχέσεις των δύο μερών (βλέπε Alexandra Rent a Car Ltd v. Δήμητρας Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111 και Γιαννικούρη ν. Δημοκρατίας
(1978)1 JSC 7). Σημειώνω επίσης ότι η θέση του κ. Μιχαηλίδη κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι εάν εγκριθεί η αίτηση θα προκληθεί σύγχυση ως προς το πώς προκύπτει το ποσό με το οποίο κατ' ισχυρισμό οι Εναγόμενοι επλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος του Ενάγοντα ενόψει της θέσης του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης ότι το ποσό των £20,000 θα ήταν πληρωτέο αναφορικά με τον εξοπλισμό και την φήμη και πελατεία της επιχείρησης, δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί στο στάδιο αυτό ώστε να προκρίνει την τύχη της αίτησης. Παρομοίως, δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί ούτε η θέση του κ. Μιχαηλίδη ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας έκανε μόνο περιθωριακή αναφορά στον εξοπλισμό που κατ' ισχυρισμό υπήρχε στα επίδικα καταστήματα αφού αυτό είναι κάτι που θα εξεταστεί στα πλαίσια της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Ερχόμενη τώρα στο ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης θα πρέπει αρχικά να σημειώσω ότι όπως φαίνεται και πιο πάνω η αίτηση υποβλήθηκε αμέσως μετά το πέρας της κυρίως εξέτασης του Εναγόμενου 2 ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ2. Είναι γεγονός και εδώ θα συμφωνήσω με τον κ. Μιχαηλίδη ότι από τη στιγμή που σύμφωνα με τον κ. Κονταξή η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, η παρούσα αίτηση θα μπορούσε να είχε υποβληθεί σε εκείνο το στάδιο. Όμως, λαμβάνοντας υπόψη την ήδη δοθείσα μαρτυρία όπως αυτή συνοψίζεται πιο πάνω, όπως επίσης ότι από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φαίνεται ότι από την πλευρά του Ενάγοντα δεν θα προκύψει αίτημα για επανακλήτευσή του για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του και έχοντας κατά νου τη φύση της μαρτυρίας του κ. Καϊτη και το γεγονός ότι ο κ. Μιχαηλίδης θα έχει το δικαίωμα να συνεχίσει την κυρίως εξέταση του Εναγόμενου 2 εάν το επιθυμεί[1], κρίνεται ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώρηση της αίτησης δεν είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί την απόρριψή της. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε κακοπιστία εκ μέρους του Ενάγοντα ούτε η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση προχώρησε σε αντεξέταση του Ενόρκως Δηλούντα στην αίτηση επί των σχετικών ισχυρισμών του, με τρόπο ώστε να μην στοιχειοθετείται μια τέτοια θέση. Επιπρόσθετα, κρίνεται ότι η όποια καθυστέρηση θα σημειωθεί λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων και οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας ήθελε ακολουθήσει λόγω της έγκρισης της τροποποίησης, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα αλλά στα πλαίσια μιας διαφοράς που εκτείνεται από το 2005 και της αναγκαιότητας επίλυσης των διαφορών των διαδίκων, με δεδομένο ότι η εκδίκαση της υπόθεσης άρχισε πολύ πρόσφατα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η υπό εξέταση περίπτωση είναι τέτοια ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς, η αίτηση εγκρίνεται και ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Ενόψει του ότι η ακρόαση της υπόθεσης βρίσκεται σε εξέλιξη δίδονται οι ακόλουθες οδηγίες: Ο Ενάγοντας να προωθήσει τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος εντός 2 εργάσιμων ημερών από σήμερα και το Πρωτοκολλητείο να μεριμνήσει για τη σύνταξή του εντός 5 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία που θα υποβληθεί το σχετικό αίτημα. Το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση του Τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος. Τυχόν Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Τόσο τα έξοδα της αίτησης, όσο και αυτά που θα απωλεσθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων - Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση / Πολιτική Δικονομία / Ενδιάμεση / αίτηση τροποποίησης μετά την έναρξη της δίκης [1] Βλέπε Αναφορικά με την Αίτηση του Γιάννη άλλως Γιαννάκη Μ. Βασιλιτσιά
(1995)1 ΑΑΔ 1119 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.