Neptune Shipping Limited Belize ν. WW Overseas Shipmanagement Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 417/07, 24 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 417/07 Μεταξύ: Neptune Shipping Limited Belize Εναγόντων - και -
- WW Overseas Shipmanagement Ltd
- Πανίκου Ονουφρίου Εναγομένων -και-
- MANSOC SHIPPING SERVICES LTD
- Παναγιώτη Μαυρουδή Τριτοδιαδίκων ------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 6.7.2011 για παροχή ασφάλειας εξόδων. Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου, 2011 Για τον Αιτητή/Εναγόμενο 2: κ. Κυπρίζογλου Για τους Καθ΄ ων η αίτηση/Ενάγοντες: κα Χριστοδούλου για κ. Χαβιαρά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 2 εξαιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος: «Διατάττον τους Ενάγοντες όπως δώσουν εντός 20 ημερών από την ημερομηνία του εν λόγω διατάγματος ασφάλεια για τα έξοδα του Εναγομένου 2 Αιτητή στο ποσό των Euros 28.936,61 και διάταγμα όπως η περαιτέρω διαδικασία ανασταλεί μέχρις ότου δοθεί τέτοια ασφάλεια εντός του χρόνου που θα εγκρίνει το Δικαστήριο και σε περίπτωση που δεν δοθεί εμπρόθεσμα η ασφάλεια για τα εν λόγω έξοδα, η αγωγή να θεωρείται αυτομάτως απορριφθείσα μετά την εκπνοή της ταχθείσας προθεσμίας». Οι Ενάγοντες φέρονται να είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Belize, ήτοι εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Ο λόγος που ώθησε τον Εναγόμενο 2 να υποβάλει το παρόν αίτημα, είναι όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, η αμφισβήτηση που εγείρει για την νόμιμη ύπαρξη των εναγόντων ως νομικής προσωπικότητας. Αναφέρει ιδιαίτερα πως το όνομα των Εναγόντων ως εταιρείας εγγεγραμμένης στο Belize διαγράφηκε από τα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών στις 15.1.2007 και ακολούθως διαλύθηκε στις 26.1.2010 αποστερώντας έτσι τους Ενάγοντες της οιασδήποτε νομικής προσωπικότητας ή της ικανότητας προς συνέχιση του ενάγειν (Τεκμήρια 1 και 2). Ισχυρίζεται περαιτέρω ο αιτητής ότι πιστοποιητικό το οποίο είχε κατατεθεί από την Ενάγουσα στην προσπάθεια της να αποδείξει τη νομική της υπόσταση στα πλαίσια παλαιότερης αίτησης που είχε καταχωρηθεί εκ μέρους του εναγομένου 2, θεωρήθηκε από την αρμόδια αρχή του Belize ως πλαστογραφημένο (Τεκμήρια 4, 5Α και Β). Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα πως οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο τα οποία να μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για κάλυψη των δικηγορικών και δικαστικών εξόδων σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων. Αναμένει, όπως ισχυρίζεται, ότι τα δικηγορικά έξοδα θα ανέλθουν σύμφωνα με προκαταρκτικό κατάλογο εξόδων που ετοίμασε στο ποσό των €28.936,
- Η Ενάγουσα-Καθ' ης ενίσταται στην προοπτική να καταχωρήσει ασφάλεια για έξοδα, επικαλούμενη κυρίως οικονομική αδυναμία προς τούτο. Οι λόγοι ένστασης όπως αυτοί καταγράφονται στη σχετική ειδοποίηση είναι ενδεικτικοί:
- Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από γεγονότα που να ικανοποιούν τα προαπαιτούμενα υποστήριξης αίτησης για διάταγμα ασφάλειας εξόδων.
- Ο κατάλογος εξόδων είναι εξογκωμένος και υπερβολικός.
- Το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας ήταν το επίδικο πλοίο το οποίο πουλήθηκε σε τρίτους αλλά λόγω της παράνομης και δόλιας παρέμβασης των εναγομένων το τίμημα της πώλησης δεν έφτασε ποτέ στο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας.
- Ως αποτέλεσμα, η ενάγουσα αδυνατεί να παρέχει οποιασδήποτε μορφής εγγύηση αφού δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία αλλά ούτε και οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στο τραπεζικό της λογαριασμό που να της επιτρέπει να παρέχει οποιασδήποτε μορφής εγγύηση.
- Ενδεχόμενη έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα ισοδυναμεί με παράβαση του δικαιώματος του ενάγοντα για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση βασίζεται στη Δ.60 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα εξής: «A plaintiff (and, in respect of a counter-claim which is not merely in the nature of a set-off, a defendant) ordinarily resident out of Cyprus may, at any stage of action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων». Οι προϋποθέσεις που τίθενται για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου όπως έχουν διαμορφωθεί από τη Νομολογία, συνοψίζονται στα πιο κάτω: "Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγων (εφεσείων) έχει τη συνήθη κατοικία του στο εξωτερικό, οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του πρωτόδικου δικαστηρίου είναι κατεξοχή δύο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δε μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του." (βλ. υπόθεση Stejaru v. Ιωάννου
(2002)1 (Β) 909).» Η απλή βέβαια αναφορά για υποστήριξη τέτοιας αίτησης πως ο ενάγων δεν είναι κάτοικος Κύπρου χωρίς άλλο στοιχείο που να δείχνει ότι αν αυτός αποτύχει στην αγωγή του πιθανό να μην αποζημιωθεί ο εναγόμενος για τη δικαστική δαπάνη που υπέστη δεν είναι αρκετή (Avtar Singh v. Πλοίου Αlsalam Boccacio 98
(2000)1 A.A.Δ. 1818). Όπως προκύπτει η προϋπόθεση για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που παρέχεται από τον πιο πάνω κανονισμό είναι η διαπίστωση ότι ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού. Το γεγονός της διαμονής της ενάγουσας στο εξωτερικό είναι αδιαμφισβήτητο. Αποτελεί τη θέση και εισήγηση του κ. Κυπρίζογλου πως η ενάγουσα εταιρεία, με αποδεδειγμένη όπως τη χαρακτηρίζει, αδυναμία της υπόθεσης της, αφού δεν αποτελεί δεόντως εγγεγραμμένο νομικό πρόσωπο, θα πρέπει απαραίτητα να διαταχθεί να καταβάλει την αιτούμενη ασφάλεια. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχέση με το βάρος που το Δικαστήριο επιτρέπεται να δώσει στην ισχύ της υπόθεσης ενός διαδίκου στην υπόθεση Porzelack KG v. Porzelack (UK) Ltd
(1987)1 All ER 1074 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «This is the second occasion recently on which I have had a major hearing on security for costs and in which the parties have sought to investigate in considerable detail the likelihood or otherwise of success in the action. I do not think that is a right course to adopt on an application for security for costs. The decision is necessarily made at an interlocutory stage on inadequate material and without any hearing or failure merely blows the case up into a large interlocutory hearing involving great expenditure of both money and time. Undoubtedly, if it can clearly be demonstrated that the plaintiff is likely to succeed, in the sense that there is a very high probability of success, the that is a matter that can properly be weighed in the balance. Similarly, if it be shown that there is a very high probability that the defendant will succeed, that is a matter that can be weighed. But for myself I deplore the attempt to go into the merits of the case unless it can be clearly demonstrated one way or another that there is a high degree of probability of success or failure.» Αναφορά έγινε από τον συνήγορο και στο θέμα όπως το θεωρεί, της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας η οποία ανάγεται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, στην αποδεδειγμένη μη ύπαρξη της ενάγουσας εταιρείας. Από την αντίπερα όχθη η συνήγορος της Ενάγουσας-Καθ' ης υποστηρίζει το δικαίωμα του πελάτη της να προσφύγει στο Δικαστήριο, το οποίο θα αποστερηθεί εάν διαταχθεί να καταβάλει την αιτούμενη ασφάλεια για τα έξοδα. Υποδεικνύει στο Δικαστήριο πως η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, άρχισε να αναμορφώνεται με την Continental Ins. Co. of Hampshire v. O' Regan
(1998)1B ΑΑΔ 1087, όπου αποφασίστηκε ότι η ασφάλεια εξόδων δεν πρέπει να λειτουργεί με τρόπο που να στερεί το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Στην ανωτέρω απόφαση λέχθηκαν τα εξής: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσίβλητου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο Δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 P. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October 1997. Βέβαια η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτήν σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweeden απόφαση ημερ. 28.2.1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: ". it cannot be assumed that a request of security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or nor a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψη μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ' όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις οποίες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd
(1892)66 L.T.R.
- Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο Δικαστήριο.» Στη κρινόμενη περίπτωση η άσχημη οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας, με συνακόλουθο την αδυναμία της να παράσχει ασφάλεια εξόδων, είναι δεδομένη και δηλωμένη. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Αιτητή-Εναγόμενο
- Το ερώτημα που εγείρεται και χρήζει απάντησης, είναι υπέρ ποιου διαδίκου πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Yπενθυμίζεται πως το γεγονός και μόνον ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο, δεν δικαιολογεί αυτόματα την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. Το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου όπως υποδηλώνει ο όρος «δύναται» που απαντάται στο πλαίσιο της Δ.60 θ.1, που ασκείται δικαστικά. Το ίδιο υποστηρίζεται και από την Αγγλική πρακτική όπως συνοψίζεται στους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 37, σε. 384-385 (δέστε Azomari v. Azia The Royal Jordanian Airline
(1990)1 ΑΑΔ 434, Hesham Enterprises v. The ship "Ramil"
(1978)1 CLR 195). Ο αιτητής έχει προσδώσει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός της διαγραφής και διάλυσης της Ενάγουσας από το μητρώο εταιρειών της χώρας του Belize. Σημειώνεται πως η νομική οντότητα διαδίκου, και η ένσταση περί ύπαρξης ή ανυπαρξίας του, ή η αμφισβήτηση του είναι σοβαρό ζήτημα, το οποίο όμως εξετάζεται με το κατάλληλο διαδικαστικό ένδικο μέσο. (δέστε Lioufis & Co Ltd v. Μ. Ανδρονίκου κ.α. 1996
(1)ΑΑΔ
- Για τούτο δεν θα αποφασιστεί σ΄ αυτή τη διαδικασία το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι του Ενάγοντα. Θεωρώ όμως, πως ο ανωτέρω ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 όπως προβάλλεται, ενέχει σημασία, αντικρίζοντας τον στο πλαίσιο της ισχύς της υπόθεσης του και της δυνατότητας που ενυπάρχει, δεδομένης της νομικής του θέσης, για καταβολή των εξόδων του Εναγόμενου στην περίπτωση κατά την οποία τυχόν επιτύχει στην υπεράσπιση του. Η θέση αυτή του αιτητή δεν έχει απαντηθεί, ούτε σχολιαστεί. Οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης δεν αντικρούουν τούτη τη θέση, ούτε την απαντούν. Μια αναφορά γίνεται, γενικής φύσεως στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρουσα πως η Ενάγουσα εταιρεία έχει καλήν υπόθεση. Τίποτε περαιτέρω. Και αυτό δεν είναι βέβαια αρκετό για να ικανοποιήσει την προϋπόθεση που τίθεται από τη νομολογία. Θεωρώ, πως για να είμαι δίκαιη με την Ενάγουσα εταιρεία, πρέπει να αναφερθεί, πως κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης, ζητήθηκε αναβολή με αίτημα να κατατεθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να επισυναφθεί πιστοποιητικό good standing της Ενάγουσας. Το οποίο όμως είχε ζητηθεί μόλις μια εβδομάδα πριν την ακρόαση, μετά την καταχώρηση της ένστασης και δεν είχε παραληφθεί μέχρι τότε. Το αίτημα είχε απορριφθεί για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, αφού η αίτηση είχε καταχωρηθεί στις 6.7.2011, η ένσταση στις 21.10.2011 και καμία προσπάθεια είχε γίνει μέχρι τότε για εξασφάλιση τούτου του πιστοποιητικού. Το Δικαστήριο δεν μπορεί επίσης να παραγνωρίσει τη θεσμοθετημένη υποχρέωση εταιρειών να εξασφαλίζουν, υπό ορισμένες περιπτώσεις τα έξοδα εναγομένου σε δικαστικές διαδικασίες, όπως προτάσσει το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113: «
- Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Τούτο δε υποδηλοί και καταδεικνύει την υποχρέωση ανεξάρτητα της προβαλλόμενης αδυναμίας της Ενάγουσας, να καταθέσει ασφάλεια για τα έξοδα. Συνεπώς έχοντας όλα τα ανωτέρω υπόψη θεωρώ δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Υπάρχει στην αίτηση επισυνημμένος κατάλογος εξόδων ύψους €25.237,61, ο οποίος με το Φ.Π.Α. ανέρχεται σε αυτό των €28.936,61, όπως καθ΄ υπολογισμό αναμένει ο αιτητής, πώς θα εξελιχθεί (Supreme Court Practice 1970, σελ. 365 παρ. 23
(1)-23
(2)). Το ύψος του ποσού αμφισβητείται από την Καθ' ης. Η συνήγορος της υπογράμμισε ότι το ύψος του ποσού εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Dagher ν. Morace
(1985)1 CLR 656) και υπέδειξε πως κονδύλια υπό στοιχεία 19, 20 ,21, 22 κ.α. τα οποία αφορούν αίτηση για ασφάλεια εξόδων έχουν ήδη επιδικαστεί υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης. Για τούτο υποστηρίζει, πως το ποσό θα πρέπει να είναι μικρότερο του προτεινόμενου από τον αιτητή. Συμφωνώ με την ανωτέρω εισήγηση. Στον προταθέντα κατάλογο εξόδων καταγράφονται έξοδα για αιτήσεις οι οποίες δεν έγιναν όπως π.χ. γι΄ αποκάλυψη εγγράφων αφού δόθηκε διαταγή για αποκάλυψη εγγράφων στο στάδιο των οδηγιών χωρίς τη μεσολάβηση αίτησης Επίσης τα έξοδα για την αίτηση για λεπτομέρειες επιδικάσθηκαν από το Δικαστήριο στο ½ αυτών. Παρατηρείται επίσης πως αρκετές αναβολές δόθηκαν με αίτημα του Εναγόμενου 2-Αιτητή, ο οποίος την ημερομηνία των ακροάσεων συνήθιζε να καταχωρεί διάφορες αιτήσεις. Με τούτα τα δεδομένα και με γνώμονα το γεγονός ότι τα αιτούμενα έξοδα καθορίσθηκαν στη μέγιστη κλίμακα, κρίνεται πως ποσό ύψους €20,000 είναι εύλογο και λογικό υπό τις περιστάσεις. Ενόψει των ανωτέρω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Ενάγουσα εταιρεία να καταθέσει στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου ποσό ύψους €20.000 ή να του παραδώσει τραπεζική εγγύηση ιδίου ποσού εντός 40 ημερών από σήμερα. Μέχρι την κατάθεση του ποσού ή της εκπνοής του χρόνου που έχει οριστεί, η διαδικασία της αγωγής αναστέλλεται. Αν η Ενάγουσα παραλείψει να δώσει την ασφάλεια για τα έξοδα εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα. Αν υπάρξει συμμόρφωση με την ανωτέρω διαταγή, το Πρωτοκολλητείο να θέσει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου για ορισμό. Θεωρώ δίκαιο, ενόψει της καθυστέρησης που σημειώθηκε στην καταχώρηση της αίτησης και του χρόνου που επιλέγηκε (όταν η αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση) να αποστώ από τη συνήθη πρακτική όπου ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του και θεωρώ πιο σωστό, κάθε διάδικος να επωμισθεί τα δικά του. (Υπ.) ............. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ, ΜΛ, ΓΚ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ασφάλεια εξόδων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο