← Κύπρος

Ανδρέα Νίκου ν. Παντελή Χαραλαμπίδη ανηλίκου δια των εχόντων την γονική μέριμνα και/ή κηδεμονία και/ή των νομίμων αντιπροσώπων αυτού των γονέων του Μα

Ανδρέα Νίκου ν. Παντελή Χαραλαμπίδη ανηλίκου δια των εχόντων την γονική μέριμνα και/ή κηδεμονία και/ή των νομίμων αντιπροσώπων αυτού των γονέων του Μαρίνου Χαραλαμπίδη και Λένας Χαραλαμπίδη-Χατζηβασιλείου, Αρ. Αγωγής: 544/2006, 25 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 544/2006 Μεταξύ: Ανδρέα Νίκου Ενάγοντα και Παντελή Χαραλαμπίδη, ανηλίκου δια των εχόντων την γονική μέριμνα και/ή κηδεμονία και/ή των νομίμων αντιπροσώπων αυτού, των γονέων του Μαρίνου Χαραλαμπίδη και Λένας Χαραλαμπίδη-Χατζηβασιλείου Εναγομένου Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Κ. Χατζηπιέρας Για Εναγόμενο: κ. Γ. Χριστοφίδης με κ. Τ. Σωτηριάδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, ζημιές και έξοδα που υπέστηκε συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα στις 15.2.2004 στην οδό Κυπρίδος στη Λεμεσό. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα στην Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί την 15.2.2004 ενώ ο Εναγόμενος, τότε ηλικίας 14 ½ ετών, οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW637 και κατευθυνόταν νότια στην οδό Κυπρίδος, σε κάποιο σημείο της εν λόγω οδού, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, κατευθύνθηκε νότια προς την οδό Ασκάνη, η οποία είναι παράλληλη του παρακαμπτήριου δρόμου Λεμεσού-Πάφου, και προσέκρουσε σε ττέλινη περίφραξη. Ακολούθως, το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος ανατράπηκε και αφού προσέκρουσε στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής ΑΒS078 που κατευθυνόταν ανατολικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του παρακαμπτήριου δρόμου, αναποδογυρισμένο κατέπεσε στην άσφαλτο όπου στη συνέχεια ανεφλέγηκε. Ο Ενάγοντας, ο οποίος ήταν επιβάτης στο αυτοκίνητο του Εναγομένου, ισχυρίζεται ότι το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και/ή παράβαση των νόμιμων καθηκόντων του Εναγομένου (σχετικές λεπτομέρειες παρατίθενται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης). Με την Έκθεση Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι το αναφερόμενο στην Έκθεση Απαίτησης δυστύχημα επεσυνέβη στις 15.2.2004 με την εμπλοκή του αυτοκινήτου που οδηγούσε με αριθμό εγγραφής RW637 και ότι ο Ενάγοντας επέβαινε σε αυτό, πλην όμως ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δυστύχημα επεσυνέβη και έλαβε χώρα με τη συμβολή, προτροπή και συμπεριφορά και/ή ενθάρρυνση του Ενάγοντα και/ή με τη συναίνεσή του και/ή με τη δική του αποκλειστική ευθύνη (οι σχετικές λεπτομέρειες καταγράφονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Το θέμα της ευθύνης Σύνοψη της μαρτυρίας Αναφορικά με το θέμα της ευθύνης και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα εκ μέρους του Ενάγοντα κατέθεσαν στο Δικαστήριο ο Αστυφύλακας 2960 κ. Κλείτος Νικολαίδης (ΜΕ1), ο κ. Δημήτρης Παναγιώτου (ΜΕ2), ο κ. Αδάμος Χρίστου (ΜΕ3), η κα Μαρία Ιωαννίδου (ΜΕ4), όπως επίσης μαρτυρία έδωσε και ο ίδιος ο Ενάγοντας, ενώ προς υποστήριξη της υπεράσπισης κατέθεσαν η κα Λένα Χαραλαμπίδου (ΜΥ2), ο κ. Σωτήρης Στυλιανού (ΜΥ3), ο Εναγόμενος και ο κ. Μίνως Βασιλείου (ΜΥ4). Ως ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Αστ. 2960 ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Δυστυχημάτων και Τροχαίας Λεμεσού από τον Μάρτιο του

  1. Είχε διερευνήσει το επίδικο δυστύχημα, ενώ όταν μετέβηκε στη σκηνή υπήρχε πυροσβεστικό όχημα που προσπαθούσε να κατασβέσει τη φωτιά στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW
  2. Δεν είχε βρει τους επιβάτες στη σκηνή αφού ήταν τραυματίες και πριν την άφιξή του είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε, οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο Παντελής Χαραλαμπίδης (Εναγόμενος), συνοδηγός ο Δημήτρης Παναγιώτου (ΜΕ2) και επιβάτες ο Ενάγοντας και ο Κροίσος Μιχαηλίδης. Στη σκηνή έλαβε κάποιες μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο στη βάση του οποίου ετοιμάστηκε αργότερα το συμμετρικό σχέδιο, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με το ατύχημα ανοίχθηκαν δύο αστυνομικοί φάκελοι: ο πρώτος αφορούσε τον οδηγό του οχήματος με αριθμό εγγραφής RW637 (Εναγόμενο) και ο δεύτερος αφορούσε τον πατέρα του, Μαρίνο Χαραλαμπίδη. Στην κατοχή του ήταν μόνο ο φάκελος που ανοίχθηκε σε σχέση με τον Μαρίνο Χαραλαμπίδη ο οποίος περιείχε αντίγραφο του συμμετρικού σχεδίου, την πρωτότυπη ανακριτική κατάθεση και γραπτή κατηγορία του κ. Μαρίνου Χαραλαμπίδη, καθώς επίσης αντίγραφο της ανακριτικής κατάθεσης του Εναγόμενου (Τεκμήριο 2). Επεξηγώντας το Τεκμήριο 1, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής RW637 με την ττέλινη περίφραξη της οδού Ασκάνη ενώ το Χ1 είναι το σημείο σύγκρουσης του οχήματος με το αυτοκίνητο ABS078 στον παρακαμπτήριο δρόμο Λεμεσού-Πάφου, η οποία σύγκρουση επενσυνέβη αφού το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος έπεσε από ύψος 2.20 μέτρων περίπου. Όπως επίσης κατέθεσε ο Αστ. 2960, το όριο ταχύτητας στην οδό Κυπρίδος είναι 50 χαω και κατά μήκος της εν λόγω οδού εντοπίστηκαν ίχνη τροχοπέδησης του οχήματος με αριθμό εγγραφής RW637 μήκους 68 μέτρα. Πρόσθεσε, τέλος, ότι πριν τη συμβολή της οδού Κυπρίδος με την οδό Ασκάνη υπάρχει ένδειξη STOP. Ο Ενάγοντας κατέθεσε δεύτερος στο Δικαστήριο, ο οποίος σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα ανέφερε τα ακόλουθα: Τη συγκεκριμένη ημέρα, ο ίδιος μαζί με τον Κροίσο Μιχαηλίδη ήταν στο σπίτι του φίλου και συμμαθητή του Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2) και έπαιζαν playstation. Αφού πέρασε περίπου μισή με μια ώρα περίπου από την ώρα που είχε πάει εκεί, ξαφνικά ακούστηκε η κόρνα ενός αυτοκινήτου. Ο ΜΕ2 βγήκε έξω και μετά από ένα λεπτό περίπου επέστρεψε μέσα και τους είπε «ελάτε να πάμε βόλτα με τον Παντελή». Εκείνη τη στιγμή ο Ενάγοντας δεν κατάλαβε για ποιον Παντελή μιλούσε ο Δημήτρης, όμως βγήκαν όλοι έξω και κατευθύνθηκαν στο αυτοκίνητο, οπότε άνοιξαν την πόρτα του συνοδηγού και ο Κροίσος κάθισε πίσω από τον οδηγό και δίπλα του ο Ενάγοντας, ενώ στη θέση του συνοδηγού κάθησε ο ΜΕ
  4. Τότε ήταν που ο Ενάγοντας αντελήφθηκε ότι οδηγούσε ο Εναγόμενος, τον οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή γνώριζε μόνο εξ' όψεως («φατσικά» όπως το έθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας). Ο Εναγόμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και αμέσως ανέπτυξε ταχύτητα περίπου 65 χαω και έστριψε αριστερά. Συνέχισε με ψηλή ταχύτητα και σε απόσταση 500 με 1000 μέτρων από το σπίτι του ΜΕ2 και μετά πάροδο 1,5-2 λεπτών αφότου ξεκίνησαν επεσυνέβηκε το ατύχημα. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι από τη στιγμή που το αυτοκίνητο ξεκίνησε μέχρι που τελικά συγκρούστηκε στη ττέλινη περίφραξη είχε πει στον Εναγόμενο τουλάχιστον δύο φορές να ελαττώσει ταχύτητα, πράγμα που όμως αυτός δεν έπραξε και αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ενόσω οδηγούσε ο Εναγόμενος τον προέτρεπε να αναπτύξει ταχύτητα. Ο Ενάγοντας επέμεινε καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ότι μέχρι την ημέρα του ατύχηματος, δεν γνώριζε τον Εναγόμενο, ούτε ότι αυτός ήταν ανήλικος ή δεν είχε άδεια οδήγησης. Παρομοίως, ο Ενάγοντας αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η βόλτα με το όχημα του Εναγόμενου ήταν προγραμματισμένη όπως επίσης ότι εισήλθε στο αυτοκίνητο χωρίς τη θέληση του Εναγομένου και εν γνώσει του κινδύνου που θα διέτρεχε. Ως ΜΕ2 κατέθεσε ο φίλος του Ενάγοντα Δημήτρης Παναγιώτου, η θέση του οποίου σε σχέση με τα γεγονότα κάτω από τα οποία επεσυνέβη το ατύχημα κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με τη μαρτυρία του Ενάγοντα. Πιο συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι ενώ ο Ενάγοντας και ο Κροίσος Μιχαηλίδης ήταν στο σπίτι του για περίπου μισή ώρα και έπαιζαν playstation, ξαφνικά άκουσαν έξω ένα αυτοκίνητο να κορνάρει 2-3 φορές. Ο ίδιος βγήκε έξω και επειδή δεν γνώριζε το αυτοκίνητο πήγε κοντά για να δει ποιος οδηγούσε. Είδε ότι ήταν ο Εναγόμενος, ο οποίος ήταν γνωστός του στη γειτονιά και έτυχε να παίξουν κάποιες φορές όταν ήταν μικροί και του είπε «έλα να πάμε περίπατο». Ο ΜΕ2 του ανέφερε ότι μέσα στο σπίτι ήταν και ο Ενάγοντας με τον Κροίσο Μιχαηλίδη και ο Εναγόμενος του είπε να τους πει και αυτούς να έρθουν. Ο ΜΕ2 μπήκε μέσα στο σπίτι και φώναξε στους δύο φίλους του, οπότε βγήκαν όλοι μαζί έξω και κάθισαν στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου με τον τρόπο που περιέγραψε ο Ενάγοντας. Ο Εναγόμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και μετά από ένα λεπτό περίπου και σε απόσταση 1 χιλιομέτρου έγινε το ατύχημα. Ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επακριβώς σε σχέση με την ταχύτητα του αυτοκινήτου του Εναγομένου αλλά όπως ανέφερε, την ώρα που έστριψαν στην οδό Κυπρίδος έτρεχαν με μεγάλη ταχύτητα και για το λόγο αυτό όταν πέρασαν το σχολείο και οι τρεις επιβάτες του ζήτησαν να μην τρέχει. Σύμφωνα δε με τον ΜΕ2, η βόλτα με το αυτοκίνητο του Εναγομένου δεν ήταν προγραμματισμένη, ενώ ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι γνώριζε την ηλικία του Εναγόμενου ή ότι ήταν ανήλικος. Από το ατύχημα ο ίδιος τραυματίστηκε ελαφρά και σε σχέση με τους τραυματισμούς αυτούς καταχώρησε εναντίον του Εναγόμενου την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 7004/
  5. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, η απαίτηση του διευθετήθηκε εξωδίκως και προς τούτο έλαβε από τον Εναγόμενο στις 4.3.2008 το ποσό των €5.535,87 (η σχετική απόδειξη του δικηγορικού γραφείου Μιχάλης Β. Ιωάννου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12). Ως ΜΕ3 κατέθεσε ο οδηγός του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ABS78 κ. Αδάμος Χρίστου. Σύμφωνα με τον κ. Χρίστου, όπως εκινείτο από τον κυκλικό κόμβο των Πολεμιδιών προς τον κυκλικό κόμβο Αγίας Φύλας, στα 100 μέτρα από τον κυκλικό κόμβο Πολεμιδιών, αντελήφθηκε ένα αυτοκίνητο να φεύγει από την αριστερή του πλευρά και να πέφτει στο αυτοκίνητο του, το οποίο οδηγούσε με συνεπιβάτιδα την κόρη του. Ο ίδιος δεν γνώριζε κάτω από ποιες συνθήκες επήλθε η πτώση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής RW637 αλλά ανέφερε ότι όταν αυτό έφυγε από ψηλά και ήρθε κάτω αναποδογυρισμένο, το πίσω μέρος του προσγειώθηκε στο φτερό του δικού του αυτοκινήτου και ακολούθως σύρθηκε στο οδόστρωμα. Συνεπεία του δυστυχήματος, το αυτοκίνητό του υπέστηκε διάφορες ζημιές στο μπροστινό δεξιό μέρος του αλλά μετά από συνεννόηση με τον πάτερα του Εναγόμενου κ. Μαρίνο Χαραλαμπίδη επιδιόρθωσε το αυτοκίνητο και τα έξοδα επιδιόρθωσης διευθετήθηκαν από τον κ. Χαραλαμπίδη. Η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κα Μαρία Ιωαννίδου, η οποία έχει στην κατοχή της τους φακέλους του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κατέθεσε ως ΜΕ4 και στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο πιστό αντίγραφο της απόφασης ημερομηνίας 15.3.2007 στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αριθμό 7004/2004 (Τεκμήριο 15), πιστό αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην Ποινική Υπόθεση με αριθμό 17904/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον του Εναγόμενου Παντελή Χαραλαμπίδη ως κατηγορούμενου (Τεκμήριο 16) και πιστό αντίγραφο του πρακτικού ημερομηνίας 5.10.2004 στην εν λόγω ποινική υπόθεση, οπότε και εκτέθηκαν τα γεγονότα και επιβλήθηκε ποινή στον κατηγορούμενο αφού προηγήθηκε αγόρευση από τον συνήγορο του για σκοπούς μετριασμού της ποινής (Τεκμήριο 17). Κατά την αντεξέταση της, η κα Ιωαννίδου ανέφερε ότι τόσο στον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 17904/2004 όσο και σε αυτόν της υπόθεσης με αριθμό 15811/2004 εναντίον του κ. Μαρίνου Χαραλαμπίδη δεν υπήρχαν καταθέσεις, ενώ κατόπιν αιτήματος του κ. Χριστοφίδη κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 18 σετ των δικογράφων που καταχωρήθηκαν στην αγωγή 7004/2004 (Κλητήριο Ένταλμα, Έκθεση Απαίτησης, Έκθεση Υπεράσπισης και Απάντηση στην Υπεράσπιση). Η μητέρα του Εναγόμενου κα Λένα Χαραλαμπίδου, κατέθεσε ως ΜΥ2 και ισχυρίστηκε ότι γνώριζε πολύ καλά τον Ενάγοντα, όπως επίσης γνώριζε και το σπίτι του διότι εκεί υπάρχει ένα αδιέξοδο και κάθε απόγευμα ο γιος της έπαιζε με τον Ενάγοντα και άλλα παιδιά της γειτονιάς. Γνώρισε προσωπικά τον Ενάγοντα σπίτι της αφού 7-9 περίπου μήνες πριν το ατύχημα τον είχε φέρει ο γιος της για να παίξουν. Μετά από τη γνωριμία αυτή και μέχρι που επεσυνέβη το ατύχημα ο Ενάγοντας επισκεπτόταν το σπίτι τους πάρα πολύ συχνά (υπήρχαν και εβδομάδες που πήγαινε εκεί 3-4 φορές) για να παίξουν με τον Εναγόμενο playstation και η ίδια τους ετοίμαζε και απογευματινό. Ο γιός της γνώρισε τον Ενάγοντα από τον κοινό τους φίλο Γιάννο Ιωαννίδη, όμως οι διάδικοι κατέληξαν να γίνουν πιο κολλητοί αφού και τα σπίτια τους ήταν πολύ κοντά. Το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW637 είχε έρθει στο σπίτι τους 4-6 μήνες πριν το ατύχημα διότι προηγουμένως το είχαν σε γκαράζ. Ήταν ακινητοποιημένο και δεν είχε καθόλου βενζίνη, ενώ όπως έμαθε από τον γιο της κάποιες εβδομάδες μετά το ατύχημα, ο Ενάγοντας τον πήρε με τη μοτόρα του σε ένα βενζινάδικο στην περιοχή του κυκλικού κόμβου Πολεμιδιών και έβαλαν βενζίνη σε τάγκι, την οποία ακολούθως τοποθέτησαν στο αυτοκίνητο. Ως ΜΥ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο κ. Σωτήρης (Σώτος) Στυλιανού, φωτογράφος για 26 χρόνια, ο οποίος κλήθηκε από τον πατέρα του Εναγόμενου και σύμφωνα με τις υποδείξεις του τελευταίου έβγαλε κάποιες φωτογραφίες της περιοχής του σπιτιού τους στις 19.5.2001, τις οποίες και εκτύπωσε (οι εν λόγω φωτογραφίες κατατέθηκαν ως δέσμη σαν Τεκμήριο 20). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι με τον Ενάγοντα είχαν γνωριστεί μέσω κοινών γνωστών ένα χρόνο περίπου πριν από το ατύχημα. Τα σπίτια τους έχουν απόσταση 80 μέτρα περίπου. Μετά την γνωριμία τους, βρίσκονταν αρκετά συχνά μέσω των κοινών γνωστών σε διάφορα σπίτια της παρέας. Η παρέα πήγαινε και στο δικό του σπίτι όπου έπαιζαν συνήθως playstation. Με τον καιρό ο ίδιος είδε ότι ταίριαζε με τον Ενάγοντα σαν χαρακτήρες και έτσι άρχισαν να βρέθονται χωρίς τους άλλους και αντάλλαζαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Ειδικότερα ο Ενάγοντας πήγαινε συχνά στο σπίτι του Εναγόμενου μετά το σχολείο και έπαιζαν playstation. Οι υπόλοιποι της παρέας ήταν ο Γιάννος Ιωαννίδης, ο Πάνος Δημητριάδης και ο Κροίσος Μιχαηλίδης, οι οποίοι ήταν πιο μεγάλοι από αυτόν κατά 2-3 χρόνια. Την ηλικία του Εναγόμενου την γνώριζαν όλοι στην παρέα αφού μια φορά τον είχαν παροτρύνει να πάνε σε ένα κλαμπ και έστησαν σχέδιο για το πώς θα καταφέρει να περάσει μέσα ο Εναγόμενος ο οποίος ήταν μικρός σε ηλικία. Από την παρέα τους ο Γιάννος Ιωαννίδης κρατούσε συστηματικά αυτοκίνητο, στο οποίο ο Εναγόμενος έτυχε να μπει μαζί με τους υπόλοιπους της παρέας, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα. Επειδή ο Εναγόμενος ήθελε να ενταχθεί στην παρέα και έβλεπε ότι οι άλλοι οδηγούσαν αυτοκίνητα και θεωρούνταν «cool», ασυναίσθητα παρασυρόταν και ο ίδιος για να κάνει κάτι παρόμοιο. Στο σπίτι του υπήρχε ένα παλιό αυτοκίνητο το οποίο ο πατέρας του σταμάτησε να οδηγεί και κατά καιρούς ερχόταν η ιδέα στην παρέα να το οδηγήσει ο Εναγόμενος. Ο ίδιος τους εξήγησε ότι το αυτοκίνητο δεν είχε βενζίνη ούτε μπαταρία, οπότε ο Ενάγοντας του εισηγήθηκε να τον πάρει με το μοτοποδήλατο του να πάρει, όπως και έγινε 1-2 ημέρες πριν το ατύχημα. Ακολούθως, συνεννοήθηκαν να μιλήσουν την επόμενη μέρα καθότι οι γονείς του Εναγόμενου θα απουσίαζαν από το σπίτι. Όταν, λοιπόν, την επόμενη ημέρα οι γονείς του έφυγαν, πήρε τηλέφωνο τον Ενάγοντα ο οποίος του είπε να τον ξαναπάρει τηλέφωνο όταν είναι έτοιμος. Όταν ο Εναγόμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και πήγε έξω από το σπίτι του Ενάγοντα, τον ξαναπήρε τηλέφωνο αλλά ο Ενάγοντας του ζήτησε να πάει να τον πάρει από το σπίτι του ΜΕ2 διότι στο μεταξύ είχε πάει εκεί. Ο Εναγόμενος δεν γνώριζε τον ΜΕ2 αλλά ήξερε το σπίτι του, οπότε πήγε εκεί και ξαναπήρε τηλέφωνο τον Ενάγοντα ο οποίος του απάντησε λέγοντας «έρχομαι έξω». Όταν ο Ενάγοντας ήρθε έξω από το σπίτι έφερε μαζί του τον Κροίσο Μιχαηλίδη και τον ΜΕ2 τον οποίο του σύστησε εκείνη την ώρα. Ο Εναγόμενος ανέμενε ότι μόνο ο Ενάγοντας θα έμπαινε μέσα στο αυτοκίνητο ως ήταν η συνεννόηση τους πλην όμως στο αυτοκίνητο μπήκαν και οι άλλοι δύο τους οποίους ο Εναγόμενος δεν είχε προσκαλέσει για βόλτα. Με το που ξεκίνησαν το αυτοκίνητο, ο ΜΕ2, ο οποίος είχε καθίσει στη θέση του συνοδηγού, άρχισε να τον παροτρύνει να δοκιμάσουν το αυτοκίνητο διότι ήταν σπάνιο και του άρεσε. Ενώ οι παροτρύνσεις αυτές συνεχίζονταν, οι άλλοι δύο επιβάτες δεν σχολίασαν οτιδήποτε αφού συζητούσαν μεταξύ τους για άλλα θέματα, όμως ουδέποτε του ζήτησαν να μην τρέχει ή οτιδήποτε σχετικό. Την στροφή στην οδό Κυπρίδος την έπιασε με 25-30 χαω και όταν έστριψαν ο Ενάγοντας συνέχισε να μιλά με τον Κροίσο, ενώ ο Εναγόμενος συζητούσε με τον ΜΕ2 για το αυτοκίνητο που του φάνηκε πολύ δυνατό. Η ταχύτητα του στην οδό Κυπρίδος μέχρι να φτάσει στο τέλος του δρόμου ήταν 70 χαω αλλά όταν σε κάποιο σημείο προσπάθησε να επιβραδύνει, το αυτοκίνητο γλίστρησε και δεν μπορούσε πλέον να το ελέγξει, ίσως λόγω των οδικών έργων που γίνονταν τότε στον αυτοκινητόδρομο. Αντί, λοιπόν, το αυτοκίνητο να στρίψει δεξιά στην οδό Ασκάνη πήγε ευθεία και μετά πέρασε από μια ττέλλινη περίφραξη. Στη συνέχεια το αυτοκίνητο πέρασε από κάτω και λόγω της υψομετρικής διαφοράς, βρέθηκε στον αέρα και προσγειώθηκε πάνω σε ένα αυτοκίνητο που περνούσε εκείνη την ώρα στον αυτοκινητόδρομο. Ακολούθως, το αυτοκίνητό του ανατράπηκε και έμεινε εκεί. Βγήκαν όλοι έξω και στη συνέχεια ήρθε πυροσβεστική και ασθενοφόρο. Ο ίδιος και ο Κροίσος δεν τραυματίστηκαν ενώ ο ΜΕ2 και ο Ενάγοντας τραυματίστηκαν ελαφρά. Πριν από την ημέρα του δυστυχήματος είχε προσπαθήσει μερικές φορές να οδηγήσει, κατόπιν προτροπής του Γιάννου Ιωαννίδη, στις οποίες ήταν παρών και ο Ενάγοντας. Σημείωσε, επίσης, ότι από την ηλικία των 10 χρόνων οδηγούσε Go-karts (μικρά 4τροχα οχήματα που οδηγούνται σε ειδική πίστα) και με μια ομάδα δέκα φίλων διοργάνωναν κάποιου είδους αγώνες σε μια πίστα στη Λάρνακα, από τους οποίους είχε λάβει και διάφορα κύπελα. Όταν έμαθε ότι στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν τον γνώριζε, επικοινώνησε με τους κοινούς τους φίλους και τους ζήτησε να δώσουν μαρτυρία προς αντίκρουση της θέσης του Ενάγοντα, αλλά οι περισσότεροι δεν ήθελαν να πάρουν θέση, λέγοντας ότι δεν ήθελαν να μπλέξουν αφού ο πατέρας του Ενάγοντα έχει αρκετή δύναμη στην Αστυνομία. Ο φίλος του Εναγόμενου κ. Μίνως Βασιλείου κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΥ
  6. Γνωρίζει τον Εναγόμενο από τη δεύτερη τάξη του δημοτικού και ήταν συμμαθητές μέχρι το τέλος του Λυκείου. Πέραν από συμμαθητές, όμως, ήταν και είναι κολλητοί φίλοι. Το 2004 ήταν συμμαθητές με τον Εναγόμενο και τα απογεύματα (κάθε 1-2 ημέρες) βρίσκονταν εκτός σχολείου και έβγαιναν έξω. Τότε ο Εναγόμενος έκανε παρέα και με κάποιον Αυγουστίνο Κοτσώνη, στην παρέα του οποίου ήταν ο Ενάγοντας, ο Κροίσος Μιχαηλίδης, ο Χάρης Κωνσταντίνου και ο Δημήτρης Παναγιώτου, άλλως Μήτρας (ΜΕ2). Τον ΜΕ2 δεν τον γνώριζε αλλά θυμάται το όνομα/παρατσούκλι του ενώ όλους τους υπόλοιπους τους γνωρίζει καλά. Όταν πήγαιναν έξω (συνήθως στη δισκοθήκη Basement) έτυχε πολλές φορές να τηλεφωνήσει στον Εναγόμενο για να τον προσκαλέσει να έρθει και αυτός και ο ίδιος να του πει ότι ήταν στο σπίτι του μαζί με τον Ενάγοντα, τον Κροίσο και τον Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2). Ο ΜΕ2 δεν πήγαινε τόσο συχνά στο σπίτι του Εναγόμενου όσο ο Ενάγοντας, τον οποίο έτυχε να δει πολλές φορές εκεί. Σε σχέση με το ατύχημα ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο την επόμενη ημέρα στο σχολείο. Σύμφωνα με τον ΜΥ4, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής RW637 ήταν έξω από το σπίτι του Εναγομένου για πολύ καιρό και δεν ξεκινούσε λόγω μπαταρίας. Όπως δε του ανέφερε ο Εναγόμενος, χρησιμοποίησε πόλους για να το ξεκινήσει και ότι ο Ενάγοντας τον πήρε με το μοτοποδήλατό του σε σταθμό βενζίνης ώστε να πιάσουν βενζίνη και να την βάλουν μέσα στο αυτοκίνητο. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας, Ευρήματα του Δικαστηρίου και κατάληξη σε σχέση με το θέμα της ευθύνης Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω αμέσως να κρίνω την αξιοπιστία τους. Η μαρτυρία του ΜΕ1 είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Ο Αστ. 2960 κ. Κλείτος Νικολαϊδης δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος αλλά ήταν το πρόσωπο που μετέβηκε στη σκηνή αμέσως μετά την κλήση της αστυνομίας και διερεύνησε το ατύχημα ετοιμάζοντας προς τούτο Συμμετρικό Σχέδιο (Τεκμήριο 1) το οποίο επεξήγησε με πλήρη λεπτομέρεια. Θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι τα ευρήματα του ΜΕ1 επί του Τεκμηρίου 1 δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Εναγομένου κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης αφού το μόνο που υποβλήθηκε σε αυτόν, αφορούσε την ταχύτητα του οχήματος του Εναγόμενου. Επί αυτού του σημείου ο Αστ. 2960 παρέπεμψε στο Τεκμήριο 1 και στα ίχνη τροχοπέδησης επί της οδού Κυπρίδος, μήκους 68 μέτρων, λέγοντας με ειλικρίνεια ότι δεν ήταν σε θέση να δηλώσει εάν έγινε τεστ ταχύτητας αλλά από τα ίχνη τροχοπέδησης προκύπτει ότι το όχημα είχε κάποια ταχύτητα. Παράλληλα, ο μάρτυρας δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν θυμόταν εάν ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε για υπέρβαση του ορίου ταχύτητας. Αναφορικά με τα ευρήματα του ΜΕ1 τα οποία αποτυπώνονται στο Τεκμήριο 1 επισημαίνεται ότι το γεγονός της μη αποτύπωσης επί αυτού του οχήματος με αριθμό εγγραφής ABS078 δεν θεωρείται ουσιώδες (ως το έθεσε η υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα), αφού η πτώση του οχήματος του Εναγόμενου επί του οχήματος με αριθμό εγγραφής ABS078, η οποία και δεν αμφισβητείται, ήταν το αποτέλεσμα της οδηγικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου, που είναι ουσιαστικά το ζητούμενο στην υπό κρίση υπόθεση. Σημειώνεται επίσης ότι το Δικαστήριο αποδέχεται τις εξηγήσεις που έδωσε ο Αστ. 2960 σε σχέση με την μη προσκόμιση του αστυνομικού φακέλου που αφορούσε τη διερεύνηση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του Εναγόμενου, ήτοι ότι εξ' όσων έχει ενημερωθεί από το αρχείο ο φάκελος αυτός έχει καταστραφεί ενόψει της παρόδου 5 χρόνων. Σε κάθε περίπτωση, ο Αστ. 2960 παρουσίασε στο Δικαστήριο τον αστυνομικό φάκελο σε σχέση με τον πατέρα του Εναγόμενου, κ. Μαρίνο Χαραλαμπίδη, εντός του οποίου υπήρχαν και τα σχέδια που ετοιμάστηκαν, αντίγραφο της κατάθεσης του Εναγόμενου, η κατάθεση του κ. Αδάμου Χρίστου (ΜΕ3), η κατάθεση και η γραπτή κατηγορία του κ. Μαρίνου Χαραλαμπίδη, διάφορες επιστολές (όπως τα Τεκμήρια 3 και 3(α)), το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος και η κατάθεση του ίδιου του Αστ.
  7. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της «επιλεκτικής» καταστροφής του αστυνομικού φακέλου που τέθηκε στο μάρτυρα από τον κ. Χριστοφίδη όπως επίσης στο στάδιο των αγορεύσεων δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας ενόψει του ότι το θέμα αυτό δεν ενέπιπτε στα καθήκοντά του αφού, όπως δήλωσε, τέτοια ζητήματα ρυθμίζονται από τα αρχείο. Αποδεκτή είναι επίσης η μαρτυρία του κ. Αδάμου Χρίστου (ΜΕ3), η οποία είναι σχετική σε ό,τι αφορά την πτώση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος στον παρακαμπτήριο δρόμο Λεμεσού-Πάφου. Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από την υπεράσπιση ούτε και ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επ' αυτού. Πιο συγκεκριμένα, όπως ανέφερε ο κ. Χρίστου, το αυτοκίνητο του Εναγόμενου έφυγε από ψηλά, ήρθε στο δρόμο αναποδογυρισμένο και το πίσω μέρος του έπεσε πάνω στο φτερό του δικού του αυτοκινήτου και σύρθηκε στο οδόστρωμα. Παρομοίως, αποδεκτή είναι η μαρτυρία της Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού κας Μαρίας Ιωαννίδου (ΜΕ4), η οποία όπως αναφέρεται και πιο πάνω περιορίστηκε στην κατάθεση των Τεκμηρίων 15-18 που αφορούσαν την υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 17906/2004 (ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου ως κατηγορούμενου) και την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 7004/2004, η οποία καταχωρήθηκε από τον Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2) ως Ενάγοντα εναντίον του Εναγόμενου σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στα τεκμήρια που κατατέθηκαν από την κα Ιωαννίδου θα εξεταστεί στη συνέχεια στα πλαίσια εξέτασης των ζητημάτων που εγείρονται. Επιπρόσθετα, αποδεκτή είναι η μαρτυρία του ΜΥ2 κ. Σωτήρη Στυλιανού σε σχέση με το ότι στις 19.5.2011 μετέβηκε στην περιοχή του σπιτιού του Εναγόμενου και καθ' υπόδειξη του πατέρα του κ. Μαρίνου Χαραλαμπίδη έβγαλε κάποιες φωτογραφίες τις οποίες εκτύπωσε και παρουσίασε σε δέσμη στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  8. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των υπολοίπων προσώπων που κατέθεσαν σε σχέση με το θέμα της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι από την ενώπιόν μου μαρτυρία, είτε αυτή προέρχεται από την πλευρά του Ενάγοντα είτε από την πλευρά του Εναγόμενου, η ευθύνη του Εναγόμενου για το ατύχημα είναι δεδομένη. Ό,τι απομένει ουσιαστικά να αποφασιστεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον ισχύουν οι λεπτομέρειες ευθύνης και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα και/ή οποιαδήποτε από αυτές που περιέχονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε ο Εναγόμενος να απαλλάσσεται της ευθύνης. Σε σχέση με το θέμα της ευθύνης, η βάση της αγωγής είναι το αδίκημα της αμέλειας που καθορίζεται στα άρθρα 51 και 57 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  9. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης (βλ. Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου κ.ά.

(1991)1 ΑΑΔ 475). Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (βλ. Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 CLR 387), ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το κριτήριο εάν ένας οδηγός είναι ή όχι αμελής εξαρτάται πάντοτε από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί στην Αλεξάνδρου κ.ά. ν. Λεβέντη κ.ά.
(1996)1 ΑΑΔ 420 στις σελίδες 425-426: «Το κριτήριο για τον καθορισμό της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο. .............................. Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). Δυνητικά, η αμέλεια του οδηγού αυτοκινήτου έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από την αμέλεια του πεζού ή του ποδηλατιστή. Ενώ η ευθύνη του οδηγού αυτοκινήτου και του πεζού μπορεί να είναι ίση σε έκταση, η δυνατότητα πρόκλησης ζημίας είναι πολύ μεγαλύτερη στην περίπτωση του αυτοκινητιστή.» (Σχετική είναι επίσης η απόφαση Amitha Perera v. Αναστασίας Άστρα
(2006)1 ΑΑΔ 1074). Όπως έχει νομολογηθεί, η ευθύνη του εναγομένου αποφασίζεται στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί, ανεξάρτητα αν είναι μαρτυρία που έχει προσαχθεί από τον ενάγοντα ή τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. Fabrey and another v. Demetriou
(1976)1 CLR 1). Στην προκειμένη περίπτωση, μαρτυρία σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα δόθηκε τόσο από την πλευρά του Ενάγοντα όσο και από την υπεράσπιση. Ειδικότερα δε από τη μαρτυρία του Εναγόμενου προκύπτουν τα εξής, τα οποία από μόνα τους στοιχειοθετούν την ευθύνη του για το ατύχημα: - Καταρχήν είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW637 στο οποίο επέβαιναν ο Ενάγοντας, ο Δημήτρης Παναγιώτου (ΜΕ2) και ο Κροίσος Μιχαηλίδης. Το γεγονός ότι με βάση τη μαρτυρία του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας κάθισε πίσω από τον οδηγό, ενώ σύμφωνα με τον Ενάγοντα ο ίδιος κάθισε πίσω από τον συνοδηγό, δεν επηρεάζει την εικόνα αφού ότι παραμένει και είναι ουσιώδες και σχετικό, είναι ότι ο Ενάγοντας ήταν επιβάτης στο πίσω κάθισμα του εν λόγω αυτοκινήτου. Επί του σημείου αυτού, όμως, θα πρέπει να υποδειχθεί ότι στα πλαίσια της αντεξέτασής του ο Ενάγοντας δεν ερωτήθηκε σχετικά με τρόπο ώστε η θέση του να μην είχε αμφισβητηθεί. - Παραδεκτή από τον Εναγόμενο είναι και η πορεία που ακολούθησε το αυτοκίνητο, ήτοι ότι ξεκίνησαν από το σπίτι του Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2), κινήθηκαν στην οδό Καμελίας, έστριψαν αριστερά προς την οδό Κυπρίδος και χτύπησαν σε ττέλινη περίφραξη στην οδό Λοΐζου Ασκάνη, όπως επίσης παραδεκτή είναι η ώρα του δυστυχήματος, ήτοι περί ώρα 4:00 το απόγευμα. - Επίσης, με βάση τη μαρτυρία του Εναγόμενου, όταν το όχημα έστριψε στην οδό Κυπρίδος κινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου που ήταν 50 χαω. Ειδικότερα, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Εναγόμενος ανέφερε τα ακόλουθα: «Από την ώρα που έστριψα, η ταχύτητα μου ήταν 70 χαω μέχρι να φθάσω στο τέλος της οδού Κυπρίδος. Το αυτοκίνητο ήταν παλιό και δεν μπορούσε να επιταχύνει σε μεγάλο βαθμό». Στη δε κατάθεση του στην Αστυνομία (η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2) υπάρχει η εξής αναφορά: «Μέσα στην οδό Κυπρίδος σε κάποια φάση είδα τον χιλιομετροδείκτη του αυτοκινήτου που οδηγούσα και έδειχνε 90 χιλιόμετρα». Όταν, λοιπόν, κατά την αντεξέταση βρέθηκε αντιμέτωπος με την πιο πάνω αναφορά στην κατάθεσή του, δεν αμφισβήτησε ούτε ότι είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στην κατάθεση του ούτε ότι αυτό ίσχυε στην πραγματικότητα. Μάλιστα κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του, Τεκμήριο 2, είναι σε γενικές γραμμές η αλήθεια. - Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέτασή του ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι ήξερε ότι κοντά στο σχολείο επί της οδού Κυπρίδος υπήρχε περιορισμός σε σχέση με την ταχύτητα και ότι ανέπτυξε ταχύτητα γύρω στα 70 χαω μετά από παροτρύνσεις του Δημήτρη Παναγιώτου ώστε να εντυπωσιάσει τον Ενάγοντα που ήταν μέσα στην παρέα. - Από τη μαρτυρία του Εναγόμενου προκύπτει επίσης ότι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε. Ειδικότερα, στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε τα ακόλουθα: «Όταν προσπάθησα να επιβραδύνω, ο δρόμος ήταν κατηφορικός, και ίσως λόγω των οδικών έργων που γίνονταν στο highway, τότε να υπήρχαν χαλίκια μέσα στο δρόμο. Το αυτοκίνητο γλίστρησε και δεν μπορούσα να το ελέγξω πλέον. Το αυτοκίνητο αντί να στρίψει προς τα αριστερά, πήγε σχεδόν ευθεία και μετά πέρασε από μια περίφραξη που χώριζε την οδό Λοΐζου Ασκάνη με τον highway που ήταν περίφραξη με ττέλια. Στη συνέχεια πέρασα από κάτω και λόγω της υψομετρικής διαφοράς, το αυτοκίνητο ήταν στον αέρα και προσγειώθηκε πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου που ερχόταν», ενώ η σχετική αναφορά στην κατάθεσή του είχε ως εξής: «Ακολούθως σε κάποια στιγμή αντελήφθηκα ότι μπροστά μου υπήρχε συμβολή δηλαδή ΑΛΤ αλλά λόγω του ότι η ταχύτητα μου ήταν μεγάλη εγώ επάτησα στόπερ και το αυτοκίνητο ρίχτηκε στην άσφαλτο σε μεγάλη απόσταση. Εγώ προσπάθησα να κρατήσω το αυτοκίνητο στον δρόμο αλλά δεν μπορούσα και κτύπησα αρχικά σε περίφραξη του δρόμου και μετά το αυτοκίνητο κατάλαβα ότι έπεφτε από κάποιο ύψος μέσα στον παρακαμπτήριο ο οποίος γνωρίζω ότι βρισκόταν από κάτω. Το αυτοκίνητο κατάλαβα ότι έπεσε ανάποδα μέσα στον παρακαμπτήριο δηλαδή με τους τροχούς από πάνω. Εγώ έσπρωξα την πόρτα με τα πόδια του οδηγού έβγαλα την ζώνη ασφαλείας μου και βγήκα από το αυτοκίνητο». - Τέλος, επισημαίνεται ότι από τη μαρτυρία του Εναγόμενου προκύπτει ότι ο ίδιος τότε γνώριζε κάποια σήματα τροχαίας και όπως φαίνεται ήταν σε θέση να αντιληφθεί τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας αφού στην κατάθεση του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι σε κάποιο σημείο της οδού Κυπρίδος «υπήρχε συμβολή, δηλαδή ΑΛΤ» (βλ. Κυριάκος Βίκτωρος v. Χριστόδουλου Χριστοδούλου
(1996)1 ΑΑΔ 1085). Επισημαίνεται ότι σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, ο Εναγόμενος κατηγορήθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 17906/2004 για αμελή οδήγηση, χρήση μηχανοκινήτου οχήματος άνευ ασφάλειας, άνευ άδειας οδηγήσεως και άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτη, για χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας όπως επίσης για οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή (βλέπε Τεκμήριο 16). Όπως προκύπτει από το πρακτικό ημερομηνίας 5.10.2004 στην εν λόγω ποινική υπόθεση, ο κατηγορούμενος (Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή) παραδέχθηκε ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή είχαν ως εξής: «Στις 15.2.2004 και ώρα 16.00 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο RW637 με νότια κατεύθυνση στην οδό Κυπρίδος στη Λεμεσό έχοντας μαζί του συνοδηγό τον ΜΚ4 στο κατηγορητήριο και επιβάτες τους ΜΚ5 και
  1. Φθάνοντας στη συμβολή με την οδό Ασκάνη η οποία βρίσκεται βόρεια του παρακαμπτήριου δρόμου Πάφου-Λεμεσού, λόγω υπερβολικής ταχύτητας, απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και αφού αρχικά κτύπησε σε περίφραξη του δρόμου, κατάπεσε σε ύψος 4 μέτρων εντός του παρακαμπτήριου δρόμου, χτυπώντας στο διερχόμενο με ανατολική κατεύθυνση όχημα ABS078 με οδηγό τον ΜΚ3 και συνοδηγό την κόρη του 9 ετών. Συνέπεια του δυστυχήματος ήταν ο ελαφρύς τραυματισμός όλων των επιβαίνοντων στα δύο οχήματα οι οποίοι αφού επισκέφθηκαν το Γενικό Νοσοκομείο και έτυχαν των πρώτων βοηθειών, απελύθησαν. Στο αυτοκίνητο RW637 προκλήθηκε ζημιά με αποτέλεσμα να καταστραφεί ολοσχερώς ενώ το αυτοκίνητο ABS078 υπέστη αρκετές υλικές ζημιές. Η σκηνή φωτογραφήθηκε από τον ΜΚ
  2. Ο ΜΚ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο όπου μεταξύ άλλων ανέφερε ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα εν τη απουσία και άγνοια του πατέρα του ΜΚ
  3. Επίσης διαπιστώθηκε ότι οδηγούσε το εν λόγω όχημα χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας, χωρίς άδεια οδηγήσεως. Κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επεστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «παραδέχομαι και απολογούμαι». Δεν υπάρχουν προηγούμενες καταδίκες.» Σε σχέση με την παραδοχή εναγόμενου σε ποινική υπόθεση θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι παραδοχή σε ποινική υπόθεση για αμελή οδήγηση μπορεί να αποδείξει στοιχείο αμέλειας που πρέπει να αξιολογείται ορθά από το Δικαστήριο (βλ. Λουκάς Χατζηιωάννου v. Θέλμα Μπουκάριος
(1995)1 ΑΑΔ 131, Ευαγγέλου v. Γιαννακού
(1999)1 ΑΑΔ 310). Όπως δε έχει αναφερθεί στην υπόθεση Πουρίκκος v. Βασιλείου
(1993)1 ΑΑΔ 256, η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική τους σημασία στα πλαίσια της αστικής υπόθεσης. Στη βάση των γεγονότων που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζε ο Εναγόμενος σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, φαίνεται ότι είναι παραδεκτό από τον Εναγόμενο ότι φθάνοντας στη συμβολή της οδού Κυπρίδος με την οδό Λοΐζου Ασκάνη απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε λόγω υπερβολικής ταχύτητας. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία συνάδουν απόλυτα με τη μαρτυρία τόσο του Ενάγοντα όσο και του Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2), οι οποίοι κατέθεσαν ότι το ατύχημα έγινε σε πολύ μικρή απόσταση από το σημείο εκκίνησης λόγω της ταχύτητας του αυτοκινήτου του Εναγομένου και της απώλειας του ελέγχου του, συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου, τα οποία συνδυασμένα με τη μαρτυρία του Αστ. 2960 (ΜΕ1), η οποία για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, δεν αφήνουν οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο ότι για το επίδικο δυστύχημα φέρει ευθύνη ο Εναγόμενος. Οι δε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα και τον ΜΕ2 από τον συνήγορο του Εναγόμενου σε σχέση με την ύπαρξη σημάνσεων στην Οδό Κυπρίδος αναφορικά με την γειτνίαση σχολείου ή την ύπαρξη κυρτωμάτων, ουδόλως επηρεάζουν την όλη εικόνα αφού δεν αναιρούν το ουσιαστικότερο γεγονός, το οποίο παρέμεινε και αδιαμφισβήτητο, ήτοι ότι ο Εναγόμενος κινείτο στην οδό Κυπρίδος με μεγάλη ταχύτητα με αποτέλεσμα να απωλέσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να επέλθει σύγκρουση. Σύμφωνα με πάγια νομολογημένη αρχή, το καθήκον επιμέλειας που έχει ένας οδηγός αυτοκινήτου έναντι του κάθε επιβάτη στο αυτοκίνητο του, είναι το ίδιο που ο εν λόγω οδηγός έχει σε ένα πεζό (βλ. μεταξύ άλλων Nettleship v. Weston
(1971)3 All ER 581, 587). Σημειώνω, τέλος, ότι το θέμα που ήγειρε ο κ. Χριστοφίδης στην αντεξέταση του ΜΕ2 ότι ο λόγος που ανατράπηκε το αυτοκίνητο ήταν ότι δεν υπήρχε κυγκλίδωμα αφενός δεν δικογραφείται, αφετέρου από την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία προέκυψε ότι προτού το αυτοκίνητο πέσει κάτω στον παρακαμπτήριο δρόμο είχε ήδη συγκρουστεί στο κυγκλίδωμα λόγω της μεγάλης ταχύτητας και της απώλειας του ελέγχου του από τον Εναγόμενο. Παρομοίως, ούτε οι υποβολές του κ. Χριστοφίδη στον ΜΕ2 ότι ενώ ζήτησαν από τον Εναγόμενο να μην τρέχει έπραξαν τούτο πολύ αργά δεν θα μπορούσαν να έχουν κάποια σημασία αφού σε καμία περίπτωση το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να αναιρέσει το καθήκον επιμέλειας που όφειλε ο Εναγόμενος στα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημά του. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου αναφορικά με την ευθύνη του Εναγόμενου σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα, θα προχωρήσω ώστε να εξετάσω κατά πόσον από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι το ατύχημα επεσυνέβη με τη συμβολή, προτροπή, συμπεριφορά και/ή ενθάρρυνση του Ενάγοντα και/ή με τη συναίνεσή του και/ή με τη δική του αποκλειστική ευθύνη ως οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου. Στα πλαίσια αυτά, θα πρέπει να ανατρέξουμε στις Λεπτομέρειες Ευθύνης και/ή Παράβασης των εκ του Νόμου Απορρεόντων Καθηκόντων του Ενάγοντα ως αυτές παρατίθενται στις υποπαραγράφους α-ζ της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ώστε να εξεταστεί η κάθε λεπτομέρεια ξεχωριστά: (α) Ο Ενάγοντας εισήλθε οικειοθελώς και/ή αυτοβούλως στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW 637 ως επιβάτης παρά τη θέληση του Εναγόμενου και/ή χωρίς την άδεια ή θέληση των νομίμων ιδιοκτητών του αυτοκινήτου και/ή με αποκλειστική δική του ευθύνη και/ή βούληση. Από την ενώπιόν μου μαρτυρία (είτε αυτή προσέρχεται από τον Ενάγοντα ή τον Εναγόμενο) είναι σαφές ότι ο Ενάγοντας εισήλθε οικειοθελώς και αυτοβούλως στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος ενώ υπάρχει διάσταση ως προς το τι προηγήθηκε της εισόδου του σε αυτό. Από την μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο, όμως, δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να δεικνύει ή να αποδεικνύει ότι ο Ενάγοντας εισήλθε στο αυτοκίνητο παρά τη θέληση του Εναγόμενου. Τουναντίον, με βάση τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου, η βόλτα με το αυτοκίνητο είχε κανονιστεί μεταξύ τους από προηγουμένως, ενώ θέμα εισόδου στο αυτοκίνητο παρά τη θέληση του Εναγόμενου εγέρθηκε από τον ίδιο μόνο σε σχέση με τον ΜΕ2 και τον Κροίσο Μιχαηλίδη. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Εναγόμενος ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά: «Χωρίς να τους πώ κάτι εγώ, ο Ανδρέας Νίκου άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και πήγε να μπεί μέσα στο αυτοκίνητο ως είχαμε συμφωνήσει......................... μέχρι να μπουν και να κάτσουν....... ήμουν στο αυτοκίνητο αλλά δεν είχα πεί κάποιου να μπεί μέσα στο αυτοκίνητο. Περίμενα ότι θα μπεί μόνο ο Ανδρέας Νίκου όπως είχαμε συμφωνήσει την περασμένη μέρα να πάμε. Αλλά δεν ήξερα ότι θα φέρει και τους άλλους δύο και ειδικά τον Δημήτρη Παναγιώτου που δεν τον ήξερα. Δεν το σχολίασα όμως διότι μπήκαν μόνοι τους μέσα». Το κατά πόσον ο Ενάγονας εισήλθε χωρίς την άδεια και/ή θέληση των νομίμων ιδιοκτητών του αυτοκινήτου, πράγμα το οποίο και διαφάνηκε από την μαρτυρία τόσο του Εναγόμενου όσο και της μητέρας του (ΜΥ2), δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την ευθύνη του Εναγόμενου για την αμελή του οδήγηση που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Ενάγοντα. (β) Ο Ενάγοντας παρέσυρε τον Εναγόμενο και/ή τον προέτρεψε και/ή εκμεταλλευόμενος την μεγαλύτερή του ηλικία από τον Εναγόμενο συνέβαλε ώστε να θέσει σε λειτουργία και/ή κίνηση το αυτοκίνητο γνωρίζοντας ότι ο Εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος ήταν ανήλικος και χωρίς άδεια οδηγού και γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ήταν επικίνδυνο και/ή παράνομο να το πράξει και γνωρίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο έθετε τον εαυτό του σε κίνδυνο. Σε σχέση με το θέμα αυτό, δύο είναι τα ζητήματα τα οποία εγείρονται:
(1)Κατά πόσον ο Ενάγοντας προέτρεψε τον Εναγόμενο να θέσει το αυτοκίνητο σε λειτουργία, και
(2)Κατά πόσον ο Ενάγοντας συνέβαλε ώστε το αυτοκίνητο να τεθεί σε λειτουργία με το να μεταφέρει τον Εναγόμενο σε σταθμό βενζίνης ώστε να πάρει βενζίνη την οποία τοποθέτησε αργότερα στο αυτοκίνητο. Σε σχέση με αυτό, ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι πριν από το ατύχημα δεν γνώριζε τον Εναγόμενο, οπότε καμιά ανάμειξη είχε στα όσα του καταλογίζει ο Εναγόμενος, ενώ αντίθετη ήταν η θέση του Εναγόμενου, ο οποίος στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε ότι με τον Ενάγοντα ήταν φίλοι και ότι αυτός τον βοήθησε να βάλει βενζίνη στο αυτοκίνητο ώστε να τεθεί σε λειτουργία. Προτού προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα υπό στοιχείο
(2)πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα υπό στοιχείο
(1)αφού κρίνω ότι με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης δεν τεκμηριώνεται κάτι τέτοιο. Και εξηγώ: Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Εναγόμενος, αφού υποστήριξε ότι έκανε παρέα μαζί με τον Ενάγοντα, τον Γιάννο Ιωαννίδη και κάποιους άλλους, ανέφερε ότι τον καιρό που επεσυνέβη το δυστύχημα, μέσα στην παρέα ο κοινός τους φίλος Γιάννος Ιωαννίδης κρατούσε συστηματικά αυτοκίνητο, ένα Hyundai Atoz με αριθμούς εγγραφής ΗΒΜ18, όπου ο ίδιος ο Εναγόμενος έτυχε αρκετές φορές να μπει μαζί με τους υπόλοιπους και τον Ενάγοντα για να κάνουν βόλτες στη γειτονιά. Σε σχέση με την χρήση του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής RW637, ο Εναγόμενος δεν προσκόμισε μαρτυρία για παρότρυνση από μέρους του Ενάγοντα πέραν από την προσφορά του Ενάγοντα να τον μεταφέρει σε σταθμό βενζίνης. Η όλη μαρτυρία του Εναγόμενου αναφορικά με το θέμα αυτό συνίστατο στο ότι «παρασύρθηκε» από την παρέα διότι αντελήφθηκε ότι για να θεωρείται κάποιος «cool» έπρεπε να οδηγεί αυτοκίνητο. Όπως, μάλιστα το έθεσε ο ίδιος, ασυναίσθητα παρασυρόταν έτσι ώστε να αφομοιωθεί («blend in») στην παρέα. Επί του σημείου, το ακόλουθο μέρος της μαρτυρίας του είναι ενδεικτικό και φέρνει τέλος σε οποιαδήποτε συζήτηση σε σχέση με τυχόν παρότρυνση από μέρους του Ενάγοντα ώστε να πάρει και οδηγήσει το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW637: «Είχαμε ένα παλιό αυτοκίνητο, το παλιό μας, που ο πατέρας μου σταμάτησε να χρησιμοποιεί λόγω του ότι είχαμε πάρει καινούργιο και κατά καιρούς ερχόταν η ιδέα στην παρέα να οδηγήσω το αυτοκίνητο εκείνο... Γενικά μέσα στην παρέα υπήρχε η ιδέα να πιάνουμε αυτοκίνητα διότι θεωρήσουν cool...Εγώ τους εξήγησα ότι το αυτοκίνητο επειδή δεν το χρησιμοποιούμε πλέον διότι είχε χαλάσει η μπαταρία, κάτι τέτοιο, και άκουγα και τον πατέρα μου να λέει ότι σε κάποιο σημείο έπρεπε να το ξεκινήσει διότι ούτε βενζίνη είχε μέσα και επειδή έπρεπε να το συντηρήσουμε κάπως αν θα το κρατούσαμε. Άρα ήξερα ότι δεν είχε ούτε μπαταρία ούτε βενζίνη. Τότε προσφέρθηκε ο Ανδρέας Νίκου και μου λέει "εάν είναι η βενζίνη το πρόβλημα μπορώ να σε πάρω εγώ με τη μοτόρα να πάρουμε βενζίνη και να την βάλουμε στο αυτοκίνητο".» Επομένως, παρά τη θέση του Εναγόμενου ότι συνήθως τον παρότρυνε ο Ενάγοντας να κάνει διάφορα πράγματα διότι μαζί του είχε πιο στενή σχέση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους, εντούτοις η μαρτυρία του σε σχέση με το επίδικο περιστατικό δεικνύει ότι η απόφαση να πάρει το αυτοκίνητο για να πάνε βόλτα λήφθηκε στα πλαίσια της παρέας και χωρίς οποιαδήποτε ιδιαίτερη παρότρυνση από τον Ενάγοντα. Σε σχέση με το θέμα της βενζίνης, όπου υπάρχει διάσταση στη μαρτυρία που προσκόμισαν οι δύο πλευρές, δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από τον Εναγόμενο. Να σημειωθεί εδώ ότι από την πλευρά του Ενάγοντα μαρτυρία επί του θέματος δόθηκε μόνο από τον ίδιο αφού ο Δημήτρης Παναγιώτου δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικό. Αναφορικά με το θέμα αυτό, όταν ο Ενάγοντας ερωτήθηκε από τον κ. Χριστοφίδη εάν την προηγούμενη ημέρα του δυστυχήματος χρησιμοποίησε τη μοτόρα του για να πάει σε βενζινάδικο στην περιοχή κοντά στον Καρσερά για να βάλει βενζίνη σε τάγκι, απάντησε με τρόπο λακωνικό ότι τέτοια γεγονότα ήταν άγνωστα στον ίδιο, χωρίς ωστόσο να πείθει το Δικαστήριο. Γενικά, η στάση του Ενάγοντα στο εδώλιο του μάρτυρα και η συμπεριφορά του ήταν τέτοια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ότι τόσο σε σχέση με το θέμα αυτό όσο και με το κατά πόσον γνώριζε τον Εναγόμενο και την ηλικία του ήρθε με σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια. Αντίθετα, ο Εναγόμενος ήταν φυσικός, ειλικρινής και ήταν ευδιάκριτη η στενοχώρια του για το γεγονός ότι οι δύο φίλοι έφτασαν στα Δικαστήρια σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Αναφορικά με την μεταφορά του σε βενζινάδικο από τον Ενάγοντα, η μαρτυρία του ήταν λεπτομερέστατη, συνεπής και σταθερή. Ειδικότερα, κατάθεσε ότι η επίσκεψη τους στο βενζινάδικο έγινε την Παρασκευή ή το Σάββατο πριν από το ατύχημα που έλαβε χώρα την Κυριακή. Στο βενζινάδικο πήγαν με το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα τύπου Honda Dio 18, χρώματος μαύρου και ότι ο Ενάγοντας ήταν αυτός που αποφάσισε σε ποιο βενζινάδικο θα πήγαιναν. Ξεκινώντας από το σπίτι, χρησιμοποίησαν κάποιους πίσω δρόμους προς το δρόμο της Αρχής Αδειών και κατέληξαν σε ένα δρόμο παράλληλο του δρόμου Λεμεσού-Τροόδους. Ο δρόμος όπου σταμάτησαν χωριζόταν με υψομετρική διαφορά ενός μέτρου και ένα πεζοδρόμιο και έτσι ο Ενάγοντας του είπε ότι θα τον περιμένει εκεί μέχρι να πάρει την βενζίνη. Ο σταθμός εκείνος ήταν ESSO πάνω στο δρόμο Λεμεσού-Τροόδους προς τα Πολεμίδια, οπότε ο Εναγόμενος διασταύρωσε, ζήτησε ένα τάγκι από τον υπεύθυνο του σταθμού, έβαλε βενζίνη και όταν επέστρεψε, ο Ενάγοντας τοποθέτησε το τάγκι στο πάτωμα του μοτοποδηλάτου του (μεταξύ των δύο ποδιών του), ο Εναγόμενος κάθισε πίσω και επέστρεψαν από τον ίδιο δρόμο. Ακολούθως, όταν έφεραν τη βενζίνη πήγαν στο σπίτι του Εναγόμενου, οπότε με τη χρήση ενός χωνιού που κρατούσε ο Εναγόμενος, ο Ενάγοντας έβαλε τη βενζίνη μέσα στο αυτοκίνητο. Σε σχέση με τα πιο πάνω γεγονότα και στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας του Εναγόμενου το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Σημειωτέον, ότι οι πιο πάνω θέσεις του Εναγόμενου επιβεβαιώνονται και από τη μητέρα του κα Λένα Χαραλαμπίδου (ΜΥ2), η μαρτυρία της οποίας γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η οποία στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε ότι μετά από πολλές εβδομάδες από το ατύχημα και κατόπιν δικών της πιέσεων προς τον Εναγόμενο για να μάθει που βρέθηκε η βενζίνη, ο Εναγόμενος της ομολόγησε τι είχε συμβεί. Όταν δε η μητέρα του τον ρώτησε γιατί δεν της είχε αναφέρει οτιδήποτε σχετικό προηγουμένως, ο ίδιος απάντησε ότι δεν ήθελε να ¨καρφώσει¨ το φίλο του, θέση η οποία και παρουσιάζεται λογική στο Δικαστήριο. Επισημαίνεται δε ότι το γεγονός ότι το όλο συμβάν με τη βενζίνη δεν αναφέρεται στη γραπτή κατάθεση του Εναγόμενου στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2) δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ενόψει της θέσης του ότι δεν ήθελε να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα στον φίλο του. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα μου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγόμενου, το θέμα της βενζίνης δεν ήταν το μόνο πρόβλημα που υπήρχε ώστε το αυτοκίνητο να τεθεί σε λειτουργία, αφού υπήρχε πρόβλημα και με την μπαταρία του. Όπως ο ίδιος ανέφερε, ήδη είχε ακούσει τον πατέρα του να λέει ότι λόγω του ότι το αυτοκίνητο δεν είχε χρησιμοποιηθεί για καιρό, η μπαταρία του δεν δούλευε. Αυτό διαπίστωσε και ο ίδιος όταν είδε ότι ούτε το ράδιο του αυτοκινήτου λειτουργούσε, ούτε τα φώτα στα ταμπλώ του αυτοκινήτου. Για το λόγο αυτό, χρησιμοποίησε ένα μηχάνημα τύπου Booster συνδέοντας πόλους στην μπαταρία για να το ξεκινήσει, όπως και έγινε. Κρίνεται, επομένως, ότι δεν ήταν μόνο με τις ενέργειες του Ενάγοντα που τέθηκε σε λειτουργία το αυτοκίνητο ενώ οι πράξεις και οι ενέργειες του ίδιου του Εναγόμενου που περιγράφονται πιο πάνω συνέτειναν σε μεγαλύτερο βαθμό. (γ) Ο Ενάγοντας ως επιβάτης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής RW 637 παρενοχλούσε και/ή παρεμπόδιζε τον Εναγόμενο αποσπώντας του την προσοχή κατά την οδήγηση και/ή τον προέτρεπε να αναπτύσσει ταχύτητα με αποτέλεσμα να συμβεί το ατύχημα και έτσι να θέσει ο Ενάγοντας με τις δικές του ενέργειες τον εαυτό του σε κίνδυνο. Ούτε σε σχέση με αυτό το θέμα δόθηκε μαρτυρία από την πλευρά του Εναγόμενου με τρόπο ώστε και αυτή η δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης να παραμένει ατεκμηρίωτη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Εναγόμενου, όλα τα πιο πάνω ισχύουν σε σχέση με τον Δημήτρη Παναγιώτου ο οποίος καθόταν στη θέση του συνοδηγού και τον πρότρεπε να δοκιμάσουν το αυτοκίνητο αφού γνώριζε τον συγκεκριμένο τύπο αυτοκινήτου και του άρεσε. Αντίθετα, σε σχέση με τον Ενάγοντα, ήταν η θέση του Εναγόμενου ότι αυτός καθόταν στο πίσω κάθισμα με τον Κροίσο Μιχαηλίδη και είχαν μια δική τους συζήτηση και ουδεμία εμπλοκή στις παροτρύνσεις του Δημήτρη Παναγιώτου. Το σχετικό μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου κατά την κυρίως εξέτασή του έχει ως εξής: «Στην αρχή ο Δημήτρης Παναγιώτου όταν είδε το αυτοκίνητο άρχισε να λέει ότι το ήξερε το αυτοκίνητο και το συγκεκριμένο μοντέλο και ότι ήξερε ότι βγαίνει σε δύο εκδόσεις (1.6 L και 2.0 L) και με ρώτησε πιο συγκεκριμένο μοντέλο ήταν. Του είπα ότι ήταν η δίλιτρη έκδοση και τότε άρχισε να με παροτρύνει να το δοκιμάσουμε. Μου έλεγε επίσης ότι ήταν σπάνιο αυτοκίνητο και ότι του άρεσε. Εν τω μεταξύ οι παροτρύνσεις συνεχίζονταν από τον Δημήτρη και έμεναν ασχολίαστες από τους υπόλοιπους στο αυτοκίνητο................. Προχωρώ από την οδό Καμελίας προς την οδό Κυπρίδος..... Όχι, (ο Ενάγοντας) δεν είχε σχολιάσει τίποτε ... η περισσότερη παρότρυνση ήταν από τον Δημήτρη Παναγιώτου η οποία ως είχα πεί είχε μείνει ασχολίαστη από τους άλλους πίσω... Ο Ανδρέας δεν μου υπέδειξε να μην τρέχω ή οτιδήποτε σχετικό ή να μην ακούω τον Δημήτρη.... Μάλιστα επειδή ο Κροίσος και ο Ανδρέας Νίκου είμασταν μέσα στην ίδια παρέα συζητούσαν για άλλα θέματα που αφορούσαν την παρέα αλλά ποτέ δεν σχολίασε ο Ανδρέας ή ο Κροίσος για το εάν έτρεχα ή όχι. Βασικά ήταν η συζήτηση του Ανδρέα με τον Κροίσο και η παρότρυνση από τον Δημήτρη. Όταν στρίψαμε στην οδό Κυπρίδος, ο Ανδρέας και ο Κροίσος συνέχισαν να συζητούν και ο Δημήτρης απλά συνέχισε τις παροτρύνσεις. Το ίδιο έγινε μέχρι να γίνει το ατύχημα που έγινε εντελώς ξαφνικά» (υπογραμμίσεις δικές μου). Επομένως, στη βάση της πιο πάνω δήλωσης του Εναγομένου, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να τεκμηριώνει την πιο πάνω θέση της υπεράσπισης. (δ) Ο Ενάγοντας ενήργησε ως ανωτέρω ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πιο πάνω ενέργειες του είναι άκρως αντικανονικές και ότι θα οδηγούσαν ενδεχομένως στο δυστύχημα Για τους πιο λόγους που επεξηγούνται σε σχέση με τις λεπτομέρειες στην παράγραφο 4(γ) της Έκθεσης Απαίτησης ούτε και αυτή η θέση της υπεράσπισης μπορεί να επιτύχει. (ε) Ο Ενάγοντας παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα και/ή προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια ενώ βρισκόταν μέσα στο εν λόγω όχημα Επί του θέματος αυτού, το μόνο θέμα που εγέρθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης ήταν κατά πόσον ο Ενάγοντας φορούσε ζώνη ασφαλείας κατά την ώρα που επέβαινε στο αυτοκίνητο και επεσυνέβη το τροχαίο ατύχημα. Αναφορικά με αυτό, ο Ενάγοντας ερωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του και η θέση του ήταν ότι φορούσε ζώνη ασφαλείας, ενώ πρόσθεσε ότι το τραύμα του προκλήθηκε λόγω του ότι το αυτοκίνητο αναποδογυρίστηκε με αποτέλεσμα να συμπιεστεί και να μικράνει η μάζα του και ο ίδιος να έρθει κοντά στο γυαλί και να κτυπήσει. Ο κ. Χριστοφίδης δεν υπέβαλε στον Ενάγοντα οτιδήποτε περί του αντιθέτου, όπως επίσης από τη μαρτυρία του Εναγόμενου δεν προκύπτει οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Παράλληλα, επί του θέματος αντεξετάστηκε και ο Δημήτρης Παναγιώτου (ΜΕ2), ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν φορούσε ζώνη, ενώ δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί κατά πόσον ο Ενάγοντας και ο Κροίσος Μιχαηλίδης που κάθονταν στα πισινά καθίσματα έφεραν τη ζώνη ασφαλείας τους ή εάν είχε ελέγξει κατά πόσον υπήρχαν ζώνες ασφαλείας στο αυτοκίνητο. Συνεπώς στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με το ζήτημα αυτό παρέμεινε αναντίλεκτη με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να καταλήγει σε εύρημα ότι κατά τον χρόνο που επέβαινε ο Ενάγοντας στο όχημα με αριθμό εγγραφής RW637 έφερε τη ζώνη ασφαλείας του. Περάν του όλου ζητήματος σε σχέση με τη ζώνη ασφαλείας, η πλευρά της υπεράσπισης δεν έθεσε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα αναφορικά με την παράλειψη του Ενάγοντα να λάβει μέτρα και/ή προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια ενώ βρισκόταν μέσα στο όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος με τρόπο ώστε το πιο πάνω ζήτημα να μην έχει τεκμηριωθεί. Παράλληλα, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία το ατύχημα επεσυνέβη αμέσως μετά που οι τρεις φίλοι εισήλθαν στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου, επομένως δεν υπήρχε χρόνος ή η δυνατότητα να εξέλθουν από αυτό όταν αντελήφθηκαν την επικίνδυνη οδήγηση από τον Εναγόμενο. Σε κάθε περίπτωση, δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα από τον συνήγορο του Εναγόμενου είτε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα ή του Δημήτρη Παναγιώτου είτε στο στάδιο των αγορεύσεων. (στ) Ο Ενάγοντας εξέθεσε το εαυτό του σε κίνδυνο τον οποίο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει και/ή τον οποίο μπορούσε να αποφύγει με το να αρνηθεί να εισέλθει στο εν λόγω αυτοκίνητο, αφού όφειλε να μην εισέλθει στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW
  1. και (ζ) Ο Ενάγοντας γνώριζε την ηλικία του Εναγόμενου και γνώριζε ότι αυτός δεν είχε άδεια ούτε ασφάλεια και ότι δεν μπορούσε να έχει άδεια οδήγησης και ως εκ τούτου όφειλε να μην εισέλθει στο αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής RW
  2. Τα δύο αυτά θέματα είναι αλληλένδετα και έχουν ουσιαστικά να κάνουν με τη θέση της υπεράσπισης ότι πριν από το ατύχημα οι διάδικοι ήταν φίλοι και ενόψει του ότι ο Ενάγοντας γνώριζε την ηλικία του Εναγόμενου, όπως επίσης ότι αυτός δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης ή ασφάλειας, όφειλε να μην εισέλθει στο αυτοκίνητο και ότι εισερχόμενος στο αυτοκίνητο υπό τις συνθήκες αυτές εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του σε κίνδυνο με τρόπο ώστε ο Εναγόμενος να απαλλάσσεται από τυχόν ευθύνη που έχει για το ατύχημα. Για να εξεταστεί το ζήτημα αυτό, είναι απαραίτητο όπως το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσον τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά της υπεράσπισης αναφορικά με τις σχέσεις των διαδίκων ευσταθούν. Η απόφαση αυτή θα κριθεί στη βάση της μαρτυρίας του Ενάγοντα και του Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2) από τη μια πλευρά και του Εναγομένου, της μητέρας του (ΜΥ2) και του Μίνου Βασιλείου (ΜΥ4) από την άλλη. Όπως έχω ήδη αναφέρει και πιο πάνω, ο Ενάγοντας δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, ενώ η αίσθηση που δημιουργήθηκε είναι ότι ήρθε με σκοπό να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια ώστε να τεκμηριώσει την απαίτηση του. Απαντούσε με τρόπο λακωνικό και χωρίς να δίδει εξηγήσεις στα περισσότερα θέματα που εγείρονταν ώστε να αποφύγει να υποπέσει σε αντιφάσεις και να μην αποδειχθούν τα όσα ισχυρίζεται η υπεράσπιση. Εν πρώτοις, ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε τον Εναγόμενο και δεν γνώριζε την ηλικία του όπως επίσης ότι η εικόνα του Εναγομένου δεν ήταν τέτοια ώστε να φαίνεται ότι ήταν μικρός. Σε σχέση με το τελευταίο, το Δικαστήριο αδυνατεί να δεχθεί τη θέση του Ενάγοντα με δεδομένη την τότε ηλικία του Εναγόμενου (14½ ετών) και την μη παράθεση οποιασδήποτε εξήγησης ή λεπτομέρειας προς τεκμηρίωση αυτής της θέσης. Ειδικότερα, με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντα, η πρώτη φορά που έβλεπε τον Εναγόμενο και ότι αυτός ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου, ήταν όταν μπήκε στο αυτοκίνητο, ενώ προηγουμένως τον γνώριζε μόνο «φατσικά». Όμως, ο Ενάγοντας δεν έδωσε λεπτομέρειες ως προς την τότε εμφάνιση του Εναγόμενου ώστε να κριθεί και αξιολογηθεί η θέση του ότι ένας 14χρονος φαινόταν να έχει ηλικία πέραν των 18 ετών. Επίσης, το Δικαστήριο αδυνατεί να πεισθεί για την εκδοχή που παρουσίασε ο Ενάγοντας σε σχέση με τα γεγονότα, ήτοι ότι η πρώτη στιγμή που αντιλαμβάνεται ότι οδηγός ήταν ο Εναγόμενος ήταν μόλις κάθισε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Και αυτό γιατί, με βάση τη δική του μαρτυρία, ενώ έπαιζαν στο σπίτι του Δημήτρη Παναγιώτου μαζί με τον Κροίσο Μιχαηλίδη, ακούστηκε μια κόρνα αυτοκινήτου, ο Δημήτρης βγήκε έξω και επέστρεψε αμέσως λέγοντας «ελάτε να πάμε βόλτα με τον Παντελή». Αν, λοιπόν, δεν γνώριζε τον Εναγόμενο, δεν θα έπρεπε να διερωτόταν ή να ρωτούσε ποιος ήταν αυτός ή για ποια βόλτα θα πήγαιναν, προτού βγει από το σπίτι και κινηθεί προς το αυτοκίνητο; Το δε γεγονός ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ανέφερε το όνομα «Παντελής» χωρίς να τους πει το επίθετό του ή κάποιο άλλο στοιχείο στη βάση του οποίου να αντιλαμβανόταν κάποιος σε ποιον Παντελή αναφερόταν, θέτει σε αμφισβήτηση τη θέση του ότι γνώριζε τον Εναγόμενο μόνο «φατσικά». Επίσης, ο Ενάγοντας αρνείτο ότι γνώριζε τον Εναγόμενο, ότι ήταν φίλοι και ότι αντάλλαζαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Εντούτοις, ήταν έντονη η διάθεση του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, χωρίς όμως κάτι τέτοιο να ήταν κατορθωτό. Συγκεκριμένα, όταν ερωτήθηκε εάν ο Δημήτρης Παναγιώτου ήταν φίλος δικός του ή του Εναγόμενου, απάντησε ότι δικός του φίλος ήταν, δεν γνώριζε όμως αν ήταν φίλος με τον Εναγόμενο. Αυτή του η θέση, όμως, έρχεται σε αντίθεση με την εκδοχή του ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου τους είπε να πάνε βόλτα με τον Παντελή, αφού πως θα μπορούσε ο Εναγόμενος να κορνάρει έξω από το σπίτι του Δημήτρη και να τον προσκαλεί για βόλτα, όταν ο ίδιος δεν ήταν φίλος του; Επιπρόσθετα, όταν ερωτήθηκε για τον Γιάννο Ιωαννίδη και εάν αυτός ήταν φίλος του, απάντησε θετικά, ενώ δέχθηκε επίσης ότι ήταν φίλος και του Εναγόμενου, χωρίς όμως να δώσει εξήγηση πώς γνώριζε αυτό το γεγονός. Το Δικαστήριο αδυνατεί επίσης να αποδεχθεί τη θέση του Ενάγοντα ότι δεν ήξερε και δεν ξέρει ακόμη και σήμερα το σπίτι του Εναγόμενου. Επί του σημείου αυτού θα πρέπει από την αρχή να επισημάνω ότι η όλη μαρτυρία του Ενάγοντα κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ήτοι ένα σχεδιάγραμμα της περιοχής που ετοίμασε ο κ. Χριστοφίδης, δεν μπορεί να αξιολογηθεί αφού το έγγραφο αυτό ουδέποτε κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Όμως, από το περιεχόμενο των φωτογραφιών που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 20 είναι ξεκάθαρο ότι τα σπίτια των διαδίκων ήταν πολύ κοντά και είχαν οπτική επαφή μεταξύ τους, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία του Δημήτρη Παναγιώτου, ήταν όλα τα παιδιά στην ίδια γειτονιά. Επομένως, για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η θέση του κ. Χριστοφίδη κατά το στάδιο των αγορεύσεων ότι η γνώση της ηλικίας του Εναγομένου από μέρους του Ενάγοντα προκύπτει από το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται η ηλικία του Ενάγοντα δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Παρομοίως, απορρίπτεται και η μαρτυρία του Δημήτρη Παναγιώτου επί του θέματος, αφού κρίνεται ότι αυτός παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει τον Ενάγοντα που είναι φίλος του ώστε να αποκρύψουν από το Δικαστήριο την αλήθεια. Η όλη στάση και συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δείκνυε ότι ο μάρτυρας δεν αντιμετώπιζε με την απαιτούμενη σοβαρότητα την ιδιότητα του μάρτυρα και ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να υποστηρίξει τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με αυτή του Ενάγοντα, με την επισήμανση ότι ανέφερε ο ίδιος, γνωριζόταν με τον Εναγόμενο αφού έπαιζαν όταν ήταν μικροί λόγω του ήταν στη γειτονιά του. Όπως δε ισχυρίστηκε, ο Εναγόμενος δεν ήταν φίλος του, αλλά απλά έτυχε 2-3 φορές να περάσει από το σπίτι του και να μιλήσουν για λίγο. Αν, όμως, ισχύει αυτό και οι σχέσεις τους ήταν ως τις είχε περιγράψει, πώς θα μπορούσε να ευσταθήσει ο ισχυρισμός του ότι χωρίς να είχε προγραμματιστεί οτιδήποτε, ο Εναγόμενος πήγε ξαφνικά έξω από το αυτοκίνητο και κόρναρε ώστε να τον προσκαλέσει για βόλτα; Επίσης, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε παρά να καταλήξει ότι η θέση του μάρτυρα ότι δεν γνώριζε την ηλικία του Εναγόμενου και ότι ούτε που του πέρασε από το νου ότι ο Εναγόμενος ήταν ανήλικος, προβλήθηκε με μοναδικό σκοπό τη στήριξη της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ενώ κάτι τέτοιο δεν ευσταθεί. Με δεδομένη τη θέση του ίδιου του Δημήτρη Παναγιώτου ότι με τον Εναγόμενο έτυχε να παίξουν και να μιλήσουν κάποιες φορές, δεν θα ήταν φυσικό να είχαν συζητήσει σε ποια σχολεία πήγαιναν και σε ποια τάξη; Παρομοίως, για τους ίδιους λόγους δεν είναι αποδεκτή η θέση του μάρτυρα ότι δεν γνώριζε το σπίτι του Εναγόμενου αφού, όπως ο ίδιος δέχθηκε, γνωρίζονταν και γνώριζε ότι έμεναν στην ίδια γειτονιά. Παράλληλα, η μαρτυρία του σε σχέση με άλλα θέματα που αφορούσαν την αγωγή που είχε εγείρει ο ίδιος εναντίον του Εναγόμενου για τους τραυματισμούς του ήταν ασαφής και συγχυσμένη αφού δεν ήταν σε θέση να καταθέσει εάν έγινε δίκη στα πλαίσια της υπόθεσης που καταχώρησε εναντίον του Εναγόμενου, ούτε θυμόταν το όνομα του γιατρού που τον εξέτασε στο Νοσοκομείο ούτε του θεράποντος ιατρού του. Τέλος, η ίδια η εκδοχή του Δημήτρη Παναγιώτου σε σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν προτού η παρέα επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, επιβεβαιώνει ότι ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος γνωρίζονταν. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά, γιατί ο Δημήτρης είπε στον Εναγόμενο ότι μέσα στο σπίτι ήταν και ο Ανδρέας Νίκου και ο Κροίσος και ο Εναγόμενος του είπε να τους καλέσει και αυτούς; Τα γεγονότα αυτά προϋποθέτουν και απαιτούν κάποια σχέση μεταξύ τους. Σε αντίθεση με τον Ενάγοντα και τον ΜΕ2, ο Εναγόμενος άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας, ειλικρινής και σαφής στη μαρτυρία του. Αναφορικά με τη σχέση του με τον Ενάγοντα, η μαρτυρία του ήταν λεπτομερέστατη και χαρακτηριζόταν από συνοχή και σταθερότητα με τρόπο ώστε να μην έχω κανένα ενδοιασμό να την αποδεχθώ. Καταρχήν, έδωσε στο Δικαστήριο πλήρεις λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο γνωρίστηκε με τον Ενάγοντα και έγιναν φίλοι. Όπως εξήγησε, με τον Ενάγοντα γνωρίστηκαν ένα χρόνο περίπου πριν από το ατύχημα μέσω κοινών γνωστών και αντάλλαζαν επισκέψεις στα σπίτια τους. Συνήθως βρίσκονταν μετά το σχολείο και έπαιζαν playstation. Μάλιστα, κατονόμασε και τα άτομα τα οποία έπαιζαν μαζί τους συνήθως, ήτοι ο Πάνος Δημητριάδης, ο Κροίσος Μιχαηλίδης και ο Γιάννος Ιωαννίδης και κατέθεσε ότι για το παιχνίδι FIFA 2003 που έπαιζαν χρειαζόταν τέσσερα άτομα και όλοι αυτοί έπαιζαν με τη σειρά. Αναφέρθηκε επίσης σε συναντήσεις στα σπίτια της παρέας γύρω στις 7-8 το βράδυ, οπότε παρήγγειλλαν φαγητό ή έβλεπαν DVD ή έπαιζαν playstation. Σε σχέση με την γνώση της παρέας και ειδικότερα του Ενάγοντα της ηλικίας του, ο Εναγόμενος και πάλι έδωσε πλήρεις λεπτομέρειες για ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Ότι, δηλαδή, ένα βράδυ οι υπόλοιποι της παρέας που ήταν μεγαλύτεροι θα πήγαιναν σε κλαμπ και επειδή ο ίδιος ήταν μικρός σκέφτηκαν κάποιο τρόπο ώστε να ξεγελάσουν τους υπεύθυνους του κλαμπ και να επιτύχουν την είσοδο του Εναγόμενου εκεί. Το βράδυ εκείνο πήγαν τελικά στο κλαμπ, αφού ο ίδιος είχε πάει προηγουμένως στο σπίτι του Γιάννου Ιωαννίδη όπου ετοιμάστηκαν και έφυγαν για το κλαμπ με ταξί ενώ ο Ενάγοντας τους συνάντησε εκεί αφού είχε πάει με το μοτοποδήλατό του. Ανέφερε επίσης ότι στη πισίνα του σπιτιού του έρχονταν όλοι της παρέας, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα και κολυμπούσαν. Επιπρόσθετα, με παραπομπή στις φωτογραφίες οι οποίες απεικονίζουν διάφορα σημεία της γειτονιάς του και κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 20, ο Εναγόμενος έδωσε στο Δικαστήριο πλήρεις λεπτομέρειες ως προς το που βρίσκονταν τα σπίτια τους καταρρίπτοντας τη θέση του Ενάγοντα ότι δεν γνωρίζονταν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι περιέγραψε εκτενώς και με λεπτομέρεια το σπίτι του Ενάγοντα, ήτοι πώς ήταν η διαρρύθμιση του σπιτιού και πού ήταν το δωμάτιο του Ενάγοντα με τρόπο ώστε να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα δύο αυτά πρόσωπα γνωρίζονταν αρκετά καλά. Η δε αντεξέτασή του σε σχέση με το θέμα αυτό περιορίστηκε σε υποβολές περί του αντιθέτου, χωρίς ουσιαστικά να τίθεται σε αμφισβήτηση η μαρτυρία του αυτή αφού παρέμεινε σταθερός και αμετακίνητος. Το ότι ο Ενάγοντας ήταν φίλος του Εναγόμενου κατά τον χρόνο του δυστυχήματος επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της κατάθεσης του στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2), η οποία δόθηκε πέντε ημέρες μετά το δυστύχημα και χωρίς ο Εναγόμενος να μπορούσε να προβλέψει ότι ο Ενάγοντας θα προχωρούσε δικαστικά εναντίον του σε σχέση με τα τραύματα και τις ζημιές που υπέστηκε. Η θέση του Εναγόμενου αναφορικά με τη σχέση του με τον Ενάγοντα επιβεβαιώνεται και από τη μητέρα του κα Λένα Χαραλαμπίδου, η οποία κατέθεσε ως ΜΥ
  3. Η κα Χαραλαμπίδου σε γενικές γραμμές άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο παρόλο που ήταν έντονη και ευδιάκριτη η πικρία που ένιωθε έναντι του Ενάγοντα ο οποίος με τόσο εύκολο τρόπο (όπως το έθεσε η ίδια) αρνιόταν ότι ήταν φίλος με το γιο της. Η κα Χαραλαμπίδου κατέθεσε ότι ο Ενάγοντας γνώριζε πολύ καλά τον γιο της Παντελή και βρίσκονταν πολύ συχνά είτε για να παίξουν playstation στο σπίτι είτε στο αδιέξοδο κοντά στο σπίτι του Ενάγοντα. Όπως η ίδια ανέφερε, ο Ενάγοντας ερχόταν πολύ συχνά σπίτι τους και η ίδια τους έφτιαχνε φαγητό, ενώ περιέγραψε και συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι τους κατά το οποίο τα παιδιά συζητούσαν τα γενέθλια τους και πόσα χρόνια διαφορά είχαν μεταξύ τους. Παρά το ότι σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας της διαπιστώθηκε κάποια αντίφαση, ήτοι όταν επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στο Νοσοκομείο, προτού μπει μέσα άκουσε την αδελφή του Ενάγοντα να βάζει κατάρες του γιου της και παρόλα αυτά μπήκε μέσα και κάθισε 30-45 λεπτά, εντούτοις το θέμα αυτό κρίνεται επουσιώδες για τους σκοπούς της αξιολόγησης της μαρτυρίας της, η οποία χαρακτηριζόταν από συνέπεια και σταθερότητα και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο (βλέπε Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση 235/2009, απόφαση ημερομηνίας 22.6.2010). Ερχόμενη, τέλος, να αξιολογήσω τη μαρτυρία του φίλου του Εναγομένου κ. Μίνωα Βασιλείου ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ4, δεν θα ήμουν διατεθειμένη να την αποδεχθώ αφού ο ίδιος ήταν ασαφής και υπέπεσε σε αντιφάσεις αφού: Ενώ στην κυρίως εξέτασή του κατέθεσε ότι έτυχε πολλές φορές να πάρει τηλέφωνο τον Εναγόμενο ώστε να διευθετήσουν έξοδο το βράδυ και ο τελευταίος του έλεγε ότι ήταν στο σπίτι του με τον Ενάγοντα, τον Κροίσο Μιχαηλίδη και τον Δημήτρη Παναγιώτου, όταν στην αντεξέταση του αναφέρθηκε ότι ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τον Δημήτρη Παναγιώτου, προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανασκευάσει τη θέση του λέγοντας ότι δεν είχε αναφέρει ποτέ το όνομα Δημήτρη Παναγιώτου. Παρομοίως, η θέση του ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου πήγαινε συχνά στο σπίτι του Εναγομένου κλονίστηκε ενόψει της απάντησης του στο στάδιο της αντεξέτασης ότι μια φορά έτυχε να πάει στο σπίτι του Εναγομένου όπου είδε τον Ενάγοντα, τον Κροίσο και δύο άλλα πρόσωπα που δεν ήξερε αλλά υπέθεσε ότι ήταν ο Δημήτρης Παναγιώτου λόγω του ότι ήταν της γειτονιάς και έκαναν παρέα. Επίσης, ενώ ο κ. Βασιλείου κατέθεσε αρχικά ότι στην παρέα του Ενάγοντα και του Εναγομένου ήταν και κάποιος Πάνος, ο αδελφός του οποίου ήταν συνέταιρος στο club Basement όπου έτυχε πολλές φορές να δει και τους διαδίκους, όταν ο κ. Χατζηπιέρας του υπέβαλε ότι ο εν λόγω Πάνος ουδέποτε έκανε ταυτόχρονα παρέα με τον Ενάγοντα και τον Εναγόμενο, απάντησε ότι ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα τρία αυτά άτομα βρέθηκαν μαζί αλλά ότι έβλεπε όλη την παρέα στο εν λόγω club. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω αντιφάσεων, το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία του ΜΥ
  4. Παρόλα αυτά όμως, στη βάση της πιο πάνω αποδεκτής μαρτυρίας του Εναγομένου και της μητέρας του, το Δικαστήριο καταλήγει σε εύρημα ότι κατά τον χρόνο που ο Ενάγοντας εισήλθε στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου γνώριζε ότι ο Εναγόμενος ήταν ανήλικος και δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης ή ασφάλειας. Εκείνο, λοιπόν, που πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον το γεγονός αυτό δύναται να απαλλάξει τον Εναγόμενο από την ευθύνη σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα υπό την έννοια του ότι ο Ενάγοντας εκούσια εξέθεσε τον εαυτό του στον κίνδυνο και/ή συγκατατέθηκε σε αυτόν. Με τις λεπτομέρειες υπό στοιχείο (β), (στ) και (ζ) της παραγράφου 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης, εγείρεται ουσιαστικά η υπεράσπιση του Volenti non fit injuria, η οποία σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας όταν αποδειχθεί αποτελεί πλήρη υπεράσπιση και ο ενάγοντας δεν λαμβάνει οποιοδήποτε ποσό. Ο ορισμός της υπεράσπισης του Volenti non fit injuria αποδίδεται στη σελίδα 233 του συγγράμματος Clerk & Lindsell on Torts (20η έκδοση, Sweet & Maxwell) ως εξής: «Volenti non fit injuria is a voluntary agreement by the claimant to absolve the defendant from the legal consequences of an unreasonable risk of harm created by the defendant, where the claimant has full knowledge of both the nature and extent of the risk. When it applies it is a complete defence; the claimant recovers nothing.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Σύμφωνα δε με το ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 234, στη βάση του πιο πάνω ορισμού, ο εναγόμενος που εγείρει αυτή την υπεράσπιση απαιτείται να αποδείξει τις ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: «
(1)agreement by the claimant to absolve the defendant from legal responsibility for his conduct
(2)this agreement must be voluntary, not due to compulsion by the defendant or external circumstances, and
(3)the claimant should have full knowledge of the nature and extent of the risk it is alleged that he has assumed.» Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, στις σελίδες 235-237 του πιο πάνω συγγράμματος, σημειώνεται ότι η συμφωνία του ενάγοντα να απαλλάξει τον εναγόμενο από τις νομικές υποχρεώσεις των πράξεων του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη και να συμπεραίνεται από τη συμπεριφορά του, υποδεικνύοντας, παράλληλα, ότι παρόλο που μπορεί να είναι λογικό να εντοπιστεί εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ των μερών όπου υπήρξε κάποιου είδους διένεξη μεταξύ τους, όπως π.χ. όταν οι διάδικοι ήταν σε ξεφάντωμα ποτού και μετά προχώρησαν στη διενέργεια μιας επικίνδυνης πράξης, εντούτοις δεν θα υπήρχε σταθερή βάση για τεκμηρίωση ύπαρξης τέτοιας συμφωνίας εκεί όπου ο ενάγοντας απλά συμμετέχει και μετά προχωρεί στο να πάρει το ρίσκο. Αναφορικά με την ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας, στην υπόθεση Nettleship v. Weston
(1971)2 Q.B. 691, επισημαίνονται τα ακόλουθα από τον Lord Denning στη σελίδα 701: «Now that contributory negligence is not a complete defence, but only a ground for reducing the damages, the defence of volenti non fit injuria has been closely considered and in consequence, it has been severely limited. Knowledge of the risk of injury is not enough. Nor is a willingness to take the risk of injury. Nothing will suffice short of an agreement to waive any claim for negligence. The [claimant] must agree, expressly or impliedly to waive any claim for any injury that may befall him due to the lack of reasonable care by the defendant.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Στην εν λόγω υπόθεση, η εναγόμενη ήταν μαθητευόμενη οδηγός και ελάμβανε οδηγίες από τον ενάγοντα ο οποίος ήταν φίλος της και ο οποίος προτού ξεκινήσουν τα μαθήματα την είχε ερωτήσει συγκεκριμένα αναφορικά με την ύπαρξη ασφαλιστικής κάλυψης. Στο τρίτο μάθημα, ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα λόγω αμελείας της εναγομένης και ο ενάγοντας υπέστηκε σωματικές βλάβες. Η υπεράσπιση του volenti που προέβαλε η Εναγόμενη απέτυχε αφού κρίθηκε ότι δεν υπήρχε καμιά απόδειξη ότι ο ενάγοντας είχε συμφωνήσει να την απαλλάξει από τις νομικές υποχρεώσεις των πράξεων της, τουναντίον προτού να εισέλθει στο αυτοκίνητο την είχε ερωτήσει αναφορικά με το θέμα της ασφάλισής της. Προκύπτει, επομένως, ότι στα πλαίσια εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης η γνώση του κινδύνου δεν είναι αρκετή· το γεγονός ότι ο ενάγοντας γνώριζε τον κίνδυνο και συμμετείχε σε αυτό δεν μπορεί από μόνο του να τεκμηριώσει την υπεράσπιση του Volenti, ιδιαίτερα μάλιστα όταν ήταν εύλογο από αυτόν να το πράξει (βλ. Clayards v. Dethick
(1848)12 Q.B. 439). Σύμφωνα με τη δεύτερη προϋπόθεση, η συμφωνία του ενάγοντα πρέπει να είναι οικειοθελής, και όπως έχει λεχθεί από τον Scott L.J. στην υπόθεση Bowater v. Rowley Regis BC [1944] K.B. 476, στη σελίδα 479: «..cannot be said to be truly 'willing' unless he is in a position to choose freely, and freedom of choice predicates, not only full knowledge of the circumstances on which the exercise of choice is conditional, so that he may be able to choose wisely, but the absence of any feeling of constraint so that nothing shall interfere with the freedom of his will.» Ερχόμενη στην τρίτη προϋπόθεση, ο γενικός κανόνας είναι ότι για να αποδειχθεί η υπεράσπιση του Volenti, ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ενάγοντας είχε πλήρη γνώση της φύσης και της έκτασης του κινδύνου που θεωρείται ότι αποδέχθηκε. Επί τούτου, δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος ήταν εμφανής ή ότι σε γενικές γραμμές ο ενάγοντας ήταν γνώστης του κινδύνου (Βλ. Clerk & Lindsell (πιο πάνω), παράγραφος 3-101). Στην υπόθεση Morris v. Murray [1991] 2 Q.B. 6 CA, ο ενάγοντας συμφώνησε να πάει σε μια πτήση αναψυχής με ένα φίλο του, ο οποίος γνώριζε ότι εκείνο το απόγευμα είχε καταναλώσει το αντίστοιχο με μισό μπουκάλι ουίσκι. Ο ενάγοντας είχε επίσης πιει αρκετά. Οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλ θα μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως τον κίνδυνο που διέτρεχαν. Το Εφετείο ομόφωνα έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις ο ενάγοντας γνώριζε τον κίνδυνο, αφού ακόμα και κάτω από το συγκεκριμένο καθεστώς, όφειλε να αντιληφθεί αυτό τον εξαιρετικό κίνδυνο. Στο σύγγραμμα Winfield & Jolowicz on Tort (17η έκδοση, 2006, Sweet & Maxwell), στη σελίδα 1071 (παράγραφος 25-11) σημειώνεται ότι το γεγονός ότι ο ενάγοντας γνωρίζει ότι η ενέργεια στην οποία συμμετέχει ενέχει κινδύνους δεν ισοδυναμεί με εξουσιοδότηση του εναγομένου να είναι αμελής. Στην υπόθεση Slater v. Clay Cross Co. Ltd. [1956] 2 Q.B. 264 όπου η ενάγουσα ενόσω περπατούσε νομίμως σε μια στενή σήραγγα μιας σιδηροδρομικής γραμμής που ανήκε και κατείχετο από τους εναγομένους, κτυπήθηκε από διερχόμενο τρένο συνεπεία της αμέλειας του οδηγού, η υπεράσπιση του Volenti απέτυχε, και ο Denning L.J. ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 271: «It seems to me that when this lady walked in the tunnel, though it may be said that she voluntarily took the risk of danger from the running of the railway in the ordinary and accustomed way, nevertheless she did not take the risk of negligence by the driver.» Έχοντας υπόψη την πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία, κρίνεται ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούν κατάληξη σε σχέση με την εφαρμογή της υπεράσπισης του volenti non fit injuria για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχήν, από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν μπορεί να συναχθεί οποιασδήποτε μορφής συμφωνίας του Ενάγοντα, είτε ρητής ή εξυπακουόμενης, ώστε ο Εναγόμενος να απαλλαχθεί από την ευθύνη σε περίπτωση ατυχήματος. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι ελάμβανε κάποιο ρίσκο με το να εισέλθει στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Εναγόμενος δεν είναι αρκετό για να τεκμηριώσει την υπεράσπιση του volenti. Παρομοίως, ούτε το γεγονός ότι η συμμετοχή του σε αυτή τη δραστηριότητα ενείχε κίνδυνο μπορεί να δικαιολογήσει εφαρμογή των αρχών του volenti και να απαλλάξει τον Εναγόμενο από την ευθύνη. Ειδικότερα, επί των γεγονότων και χωρίς να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία από τον Εναγόμενο, επισημαίνεται ότι από τη μαρτυρία του Εναγόμενου προκύπτει ξεκάθαρα ότι το να οδηγούνται αυτοκίνητα χωρίς ο οδηγός να έχει άδεια οδήγησης ή ασφάλεια ήταν μια συνήθεια της παρέας και κάτι που συνέβαινε συχνά. Όπως το έθεσε ο Εναγόμενος στα πλαίσια της μαρτυρίας του, όταν κάποιος από την παρέα οδηγούσε αυτοκίνητο οι υπόλοιποι τον θεωρούσαν «cool». Μάλιστα, όπως ανέφερε, από την παρέα εκείνος ο οποίος κρατούσε συστηματικά αυτοκίνητο ήταν ο Γιάννος Ιωαννίδης, στο αυτοκίνητο του οποίου επέβαινε τόσο ο ίδιος όσο και ο Ενάγοντας ώστε να πάνε βόλτες στη γειτονιά ή στα σπίτια των υπολοίπων της παρέας. Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε κατά την αντεξέτασή του, επί της οδού Κυπρίδος έτυχε να κινηθεί αρκετές φορές όταν επέβαινε σε αυτοκίνητο που οδηγούσαν οι φίλοι του. Σύμφωνα και πάλι με τον Εναγόμενο, ο Γιάννος Ιωαννίδης τον προέτρεψε να δοκιμάσει να οδηγήσει, όπως και έπραξε αρκετές φορές, αφού το αυτοκίνητο του Γιάννου το οδηγούσαν και οι άλλοι στην παρέα. Επιπρόσθετα, από την ενώπιόν μου μαρτυρία και ειδικότερα αυτή του Εναγόμενου, είναι προφανές ότι αυτός γνώριζε να οδηγεί και ήταν εξοικειωμένος με την οδήγηση και γενικότερα τη χρήση αυτοκινήτου αφού: - Ο Εναγόμενος ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι προτού ξεκινήσει το αυτοκίνητο, προσπάθησε να ξεκλειδώσει το αυτοκίνητο και διαπίστωσε ότι τόσο το ράδιο όσο και τα φώτα στο μιλίμετρο δεν λειτουργούσαν και για το λόγο αυτό υπέθεσε ότι υπήρχε πρόβλημα μπαταρίας. - Όταν δε διαπίστωσε ότι η μπαταρία του αυτοκινήτου δεν ήταν σε λειτουργία, χρησιμοποιώντας ένα μηχάνημα τύπου booster, ένωσε τους πόλους της μπαταρίας και το αυτοκίνητο ξεκίνησε. Οι ενέργειες αυτές όμως δεν συνάδουν ως πράξεις ενός 14χρονου εάν αυτός δεν έχει σχέση και εμπειρία με τα αυτοκίνητα. - Ήταν επίσης η θέση του Εναγόμενου ότι ο ίδιος οδήγησε το αυτοκίνητο του Γιάννου Ιωαννίδη στην παρουσία του Ενάγοντα. Ωστόσο, δεν ανέφερε ότι αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα ή δυσκολία στα πλαίσια αυτά ή ότι οδήγησε επικίνδυνα. - Στην κατάθεση που έδωσε ο Εναγόμενος στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2) αναφέρει ότι «είδε τον χιλιομετροδείκτη του αυτοκινήτου που οδηγούσε και έδειχνε 90 χιλιόμετρα», ότι «υπήρχε συμβολή δηλαδή ΑΛΤ αλλά λόγω του ότι η ταχύτητα του ήταν πολύ μεγάλη πάτησε στόπερ», όπως επίσης ότι «προσπάθησε να κρατήσει το αυτοκίνητο στο δρόμο». - Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος γνώριζε να οδηγεί προκύπτει και από τη μαρτυρία της μητέρας του κας Λένας Χαραλαμπίδου, η οποία όταν κατά την αντεξέταση της ερωτήθηκε εάν κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα ο γιος της ήξερε να οδηγεί απάντησε τα ακόλουθα: «- Και ο γιος σου δεν ήξερε να οδηγήσει; - Και να ήξερε δεν θα μπορούσε να πάει να βρει πεζίνα. - Ήξερε; - Εκ των υστέρων μάθαμε ότι ήξερε να οδηγεί. - Γιατί εκ των υστέρων; - Διότι ξέραμε ότι ήξερε τα βασικά, αλλά να πιάσει αυτοκίνητο, να το οδηγήσει μόνος του θεωρούσαμε το λίγο εξωπραγματικό, όχι στα 14 του. - Δηλαδή τι ξέρατε ότι ήξερε από οδήγημα ο γιος σας; - Να βάλλει 1η, 2η, 3η - το ότι οδηγούσε, όχι δεν το πιστεύαμε.» (υπογραμμίσεις δικές μου) - Το ότι ο Εναγόμενος ήξερε να οδηγεί εξάγεται και εν μέρει από το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο, από ηλικίας 10 χρονών ασχολείτο με go-karts και λάμβανε μέρος σε κάποιους αγώνες από τους οποίους, μάλιστα, είχε κερδίσει και κάποια μετάλλια/έπαθλα. Σημειωτέον ότι με βάση τη μαρτυρία του Εναγόμενου τα go-karts διαφέρουν από τα συνήθη αυτοκίνητα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να εξομοιωθούν με αυτά. Όμως, η τριβή του Εναγομένου με το αντικείμενο, ήταν ένας επιπρόσθετος λόγος για το ότι ήταν εξοικειωμένος με την οδήγηση. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που όταν ο συνήγορος του στην ποινική υπόθεση με αριθμό 17906/2004 στα πλαίσια αγόρευσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής του ανέφερε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα (παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά ημερομηνίας 5.10.2004 που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 17): «Να εξηγήσω ότι συμβαίνει κάτι παράδοξο. Υπάρχουν τα λεγόμενα co karts όπου μπορεί κάποιος από 10 χρονών να πάει να οδηγήσει ένα αυτοκίνητου που έχουν ταχύτητα και στα οποία ο κατηγορούμενος έχει και κύπελλα. Μάλιστα μπορεί να σας τα φέρει. Απόκτησε αυτή την πείρα από τα co karts και διερωτούμαι η πολιτεία επιτρέπει να οδηγούνται αυτά τα αυτοκίνητα σε ηλικία 10 χρονών. Ανεξάρτητα της ασφάλειας, μπαίνει το στοιχείο της ασφάλειας αλλά για το άλλο στοιχείο διερωτούμαι αν και κατά πόσο είχε πείρα φαίνεται ότι είχε πείρα, αν το αυτοκίνητο είχε τις δέουσες συντηρήσεις να μην συνέβαινε αυτό το περιστατικό. Τιμωρήθηκε αφάνταστα και ψυχολογικά και σωματικά. Υπέστη και αυτός ελαφρύ τραυματισμό όπως και οι άλλοι. Ευτυχώς που ήταν ελαφρύς ο τραυματισμός όλων. Για το αυτοκίνητο δεν πρόκειται να το πάρει, δεν υπάρχει, έχει ολοσχερώς καταστραφεί, έχει καεί, ήταν με την πλήρη άγνοια του πατέρα, της μητέρας του, ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου και επειδή τυχάνει ένα στοιχείο που είναι άσχετο, επειδή ο πατέρας του είναι μηχανικός αυτοκινήτων, φρόντισε να βγάλει και την μπαταρία να μην έχει ούτε βενζίνη, ούτε συντήρηση, να μην υπάρχει περίπτωση λογικά να πάρει αυτό το αυτοκίνητο.» Επομένως, στη βάση της πιο πάνω δήλωσης του συνηγόρου του Εναγομένου, η οποία και τον δεσμεύει, το ατύχημα αποδίδεται στην κακή συντήρηση του αυτοκινήτου και όχι στην απειρία του Εναγόμενου να οδηγήσει. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση που απαιτείται να αποδειχθεί, ήτοι ότι η συμφωνία ήταν οικειοθελής, δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε αφού με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία. Τέλος, ερχόμενη στην τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι ο Ενάγοντας είχε πλήρη γνώση της φύσης και έκτασης του κινδύνου που θα διέτρεχε, κρίνω ότι ούτε αυτή αποδείχθηκε αφού: 1. Όπως έχει αναφερθεί, το να οδηγούνταν αυτοκίνητα από τα μέλη της παρέας ήταν συνήθεια της παρέας και θεωρείτο μεταξύ τους ως κάτι φυσιολογικό. 2. Ουδέποτε μέχρι την 14.2.2004 είχαν οποιοδήποτε ατύχημα ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι τα πρόσωπα που οδηγούσαν τα αυτοκίνητα έπρατταν τούτο με τρόπο επικίνδυνο. 3. Εξ' όσων ήταν αντιληπτό στην παρέα, αφού ο Εναγόμενος είχε ξαναοδηγήσει αυτοκίνητο στην παρουσία μάλιστα και του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος γνώριζε να οδηγά. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω και της θέσης του Ενάγοντα ότι δεν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο θα κινείτουν με τόση ταχύτητα, δεν μπορώ να καταλήξω ότι εισερχόμενος στο αυτοκίνητο, γνώριζε τη φύση και την έκταση του κινδύνου που διέτρεχε. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Winfield & Jolowitz (πιο πάνω) στις σελίδες 240 και 241, για να αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση δεν είναι αρκετό να καταδειχθεί ότι ο κίνδυνος ήταν εμφανής αλλά. ο εναγόμενος θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ενάγοντας γνώριζε τον ακριβή κίνδυνο που θα διέτρεχε και τις συνέπειες που αυτός ενείχε. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω η υπεράσπιση του volenti non fit injuria δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο συνήγορος του Εναγόμενου εισηγείται επίσης ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής τα δόγματα Ex turpi causa non oritur actio και ex dolo malo non oritum actio υπό την έννοια του ότι ο Εναγόμενος και ο Ενάγοντας στα πλαίσια της οδήγησης του αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής RW637 είχαν κοινό σκοπό και προέβηκαν σε παράνομη πράξη με τρόπο ώστε ο Ενάγοντας να μην δικαιούται να ζητήσει θεραπεία από το Δικαστήριο. Σε σχέση με το θέμα αυτό ήταν η θέση του κ. Χατζηπιέρα ότι ο Εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του δεν δικογραφεί τα γεγονότα επί των οποίων μπορεί να προωθηθεί αυτή η θέση, με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να προχωρήσει και να το εξετάσει. Είναι γεγονός ότι στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης όπου ουσιαστικά καθορίζεται η κατ΄ ισχυρισμό ευθύνη και η παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Ενάγοντα δεν γίνεται ρητή αναφορά στο γεγονός ότι οι διάδικοι ενεπλάκησαν σε μια παράνομη πράξη με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να μην δικαιούται σε θεραπεία ενόψει της συμμετοχής του σε αυτή. Κρίνεται, όμως, ότι τα γεγονότα που καταγράφονται στις λεπτομέρειες της παραγράφου 4 είναι τέτοια ώστε ενώπιον του Δικαστηρίου να υπάρχει η βάση στην οποία μπορεί να εξεταστεί το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, το δόγμα του ex turpi causa non oritum actio μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην επιδίωξη θεραπείας εάν αυτό είναι αντίθετο με το περί δικαίου κοινό αίσθημα (public conscience)[1]. Επομένως, σε αυτή τη βάση το Δικαστήριο μπορεί εξετάσει το ζήτημα αυτό και αυταπάγγελτα. Οι αρχές αναφορικά με την εφαρμογή του δόγματος του ex turpi causa αναλύονται εκτενώς στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (πιο πάνω) στις σελίδες 172-204. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί με αναφορά στην υπόθεση Grey v. Thames Trades Ltd
(2009)1 Α.C. 1359 ότι το δόγμα αυτό εφαρμόζεται είτε στην περίπτωση που με την καταχώριση της αγωγής επιθυμείται να περιοριστεί η ποινή η οποία επιβλήθηκε από ποινικό δικαστήριο είτε εκεί όπου η απόδοση αποζημίωσης για ζημιά η οποία προκλήθηκε από την ποινική πράξη του απαιτητή θα ήταν αντίθετη με το περί δικαίου αίσθημα. Όπως αναφέρεται στη σελίδα 192 του πιο πάνω συγγράμματος, για να μπορεί να στοιχειοθετηθεί αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει να αποδειχθούν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: Οι ενέργειες και οι πράξεις του ενάγοντα να είναι τόσο ξεκάθαρα συνδεδεμένες με την πράξη του εναγόμενου ώστε να δικαιολογείται η απαξίωση του από το Δικαστήριο, Να υπάρχει αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των πράξεων και ενεργειών αυτών και της ζημιάς που υπέστηκε ο Ενάγοντας, και Να υπάρχει κάποια αντιστοιχία μεταξύ των πράξεων του ενάγοντα και αυτών του εναγόμενου. Σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση έχουν λεχθεί τα ακόλουθα στην υπόθεση Hewison v. Meridian Shipping Pte Ltd
(2002)EWCA Civ 1821, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «There is no doubt in my judgment that the claimant's conduct must be shown to be so clearly reprehensible as to justify the condemnation of the court. where to draw the line between what is serious and what is trivial is not always easy.» Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση υποδεικνύεται στη σελίδα 195 του πιο πάνω συγγράμματος ότι η ενέργεια του ενάγοντα θα πρέπει να έχει επαρκή σύνδεση με τη ζημιά σε σχέση με την οποία παραπονείται. Στην υπόθεση Jackson v. Harrison
(1978)19 ALR 129 ο ενάγοντας και ο εναγόμενος που γνώριζαν πολύ καλά ότι αποστερήθηκαν και οι δύο του δικαιώματος να κατέχουν άδεια οδήγησης, χρησιμοποίησαν το αυτοκίνητο του εναγόμενου και ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα το οποίο προκλήθηκε από την αμέλεια του εναγόμενου και είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντα. Η υπεράσπιση του ex turpi causa απέτυχε καθότι οι βλάβες που υπέστηκε ο ενάγοντας δεν συνδέονταν με οποιοδήποτε τρόπο με την αξιόποινη πράξη και των δύο προσώπων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση υποδεικνύεται στη σελίδα 196 του πιο πάνω συγγράμματος ότι απόδειξη κάποιου βαθμού συμμετοχής δεν οδηγεί απαραίτητα σε άρνηση απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας εκεί όπου οι πράξεις και οι ενέργειες του εναγόμενου ήταν κατά πολύ σοβαρότερες. Κρίνω ότι το δόγμα του ex turpi causa non oritum actio στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτον, από τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει η υπεράσπιση, προκύπτει συνδρομή και συμμετοχή του Ενάγοντα σε σχέση αφενός με το ότι δύο ημέρες πριν από το ατύχημα είχε μεταφέρει τον Εναγόμενο σε σταθμό βενζίνης ώστε να εξασφαλιστεί βενζίνη η οποία αργότερα τοποθετήθηκε στο αυτοκίνητο ώστε αυτό να τεθεί σε λειτουργία και αφετέρου ότι ο Ενάγοντας εισήλθε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε παράνομα ο Εναγόμενος εν γνώσει του ότι αυτός ήταν 14 ετών και δεν είχε άδεια οδήγησης ή ασφάλεια. Κρίνεται επομένως ότι αυτές οι πράξεις δεν μπορούν να συνδεθούν με οποιοδήποτε τρόπο με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παράνομα οδήγησε το αυτοκίνητο και αμελώς και με τρόπο ώστε να προκληθεί το επίδικο δυστύχημα. Όπως έχει επεξηγηθεί και πιο πάνω, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας βοήθησε τον Εναγόμενο να εξασφαλίσει βενζίνη δεν συνδέεται με την αξιόποινη του Εναγόμενου που ήταν να οδηγήσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο με υπερβολική ταχύτητα και χωρίς να είναι κάτοχος άδειας οδήγησης και να είναι ασφαλισμένος έναντι τρίτου. Παρομοίως, καμία αναλογία υπάρχει μεταξύ των πράξεων των δύο διαδίκων, αφού από τη μία ο Ενάγοντας εισήλθε ως επιβάτης στο αυτοκίνητο του Εναγόμενου (χωρίς ωστόσο αυτό να συνιστά αξιόποινη πράξη) ενώ από την άλλη ο Εναγόμενος προέβηκε στις προαναφερόμενες ενέργειες και οδηγώντας με υπερβολική ταχύτητα απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου με αποτέλεσμα να επεσυμβεί το επίδικο δυστύχημα. Επαναλαμβάνεται δε ότι για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο πάνω, η απόφαση του Εναγόμενου να πάρει το αυτοκίνητο του πατέρα του για να πάει βόλτα με τους φίλους του ήταν καθαρά δική του απόφαση η οποία ληφθηκε με σκοπό ο ίδιος να εντυπωσιάσει την παρέα και τον Ενάγοντα και όχι κατόπιν προτροπής του Ενάγοντα πέραν του ότι αυτός τον μετέφερε στο σταθμό βενζίνης. Στο σημείο αυτό δε να σημειώσω ότι τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση του κ. Χριστοφίδη περί υπεροχής του Ενάγοντα έναντι του Εναγομένου σε θέματα τεχνογνωσίας δεν υποστηρίζονται από την ενώπιόν μου μαρτυρία αφού κάτι τέτοιο δεν λέχθηκε από οποιοδήποτε μάρτυρα, όπως επίσης δεν λέχθηκε ότι ο Ενάγοντας ήταν έμπειρος στην οδήγηση αυτοκινήτου. Το μόνο που είχε αναφερθεί για τον Ενάγοντα ήταν ότι είχε πολλά μοτοποδήλατα. Αντίθετα, από την ενώπιόν μου μαρτυρία φάνηκε ότι ο Εναγόμενος ήξερε να οδηγεί και ήταν σε θέση να συνδέσει στο αυτοκίνητο την μπαταρία και μετά να την φορτίσει. Η υπόθεση Pitts v. Hunt
(1991)1 Q.B. 24 στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο κ. Χριστοφίδης διακρίνεται από την παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω υπόθεση ο ενάγοντας ήταν ηλικίας 18 ετών κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. Ήταν ιδιοκτήτης μοτοποδηλάτου και είχε άδεια οδήγησης σε σχέση με αυτό. Ο αποβιώσαντας Mark Hunt ο οποίος εναγόταν στην αγωγή δια τον προσωπικών του αντιπροσώπων ήταν τότε ηλικίας 16 ετών. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μοτοποδηλάτου όμως δεν είχε άδεια οδήγησης ούτε και ήταν ασφαλισμένος σε σχέση με τη χρήση του εν λόγω μοτοποδηλάτου στο δρόμο. Ο ενάγοντας και ο αποβιώσαντας εναγόμενος ήταν φίλοι και ο ενάγοντας γνώριζε ότι ο αποβιώσαντας δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης ούτε ήταν ασφαλισμένος σε σχέση με τη χρήση του μοτοποδηλάτου του. Είχαν μεταβεί μαζί σε νυκτερινό κέντρο όπου και παρέμειναν για τέσσερις περίπου ώρες κατά τις οποίες κατανάλωσαν μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, ενώ τα δείγματα που είχαν ληφθεί μετά από το ατύχημα στο οποίο ενεπλάκησαν κατέδειξαν ότι η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα του αποβιώσαντα ήταν η διπλάσια από το επιτρεπόμενο όριο. Παρόλα αυτά ξεκίνησαν με το μοτοποδήλατο του αποβιώσαντα το οποίο οδηγούσε ο ίδιος και ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρχε μαρτυρία ότι αφού ξεκίνησαν οδηγούσαν στη μέση του δρόμου, με ταχύτητα 50 μίλια την ώρα και με τρόπο ώστε να αλλάζουν συνεχώς τη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία εκινούνταν. Υπήρχε επίσης μαρτυρία ότι ενώ επέβαιναν στο μοτοποδήλατο φωνασκούσαν και προέβαιναν σε διάφορες ενέργειες και χειρονομίες, με τρόπο ώστε να ήταν ξεκάθαρο στα πρόσωπα που τους είδαν ότι απολάμβαναν αυτή την εμπειρία. Σε κάποια στιγμή, όχημα το οποίο ερχόταν από εξ αντιθέτου ρεύμα κυκλοφορίας παρά την προσπάθεια του για αποφυγή της σύγκρουσης αυτό δεν κατέστη δυνατό με αποτέλεσμα να συγκρουστούν και ο αποβιώσαντας να τραυματιστεί θανάσιμα και ο ενάγοντας να υποστεί σωματικές βλάβες και ζημιές σε σχέση με τις οποίες αξίωνε αποζημιώσεις τόσο εναντίον του αποβιώσαντα όσο και εναντίον του οδηγού του άλλου ενεχόμενου αυτοκινήτου. Η αγωγή εναντίον του τελευταίου απορρίφθηκε καθότι δεν είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε ευθύνη με το δυστύχημα ενώ σε σχέση με τον αποβιώσαντα το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι ετύχαινε εφαρμογής το δόγμα του ex turpi causa υπό την έννοια ότι ο ενάγοντας ήταν εξίσου υπεύθυνος για ό,τι είχε συμβεί και ήταν συνεργός του αποβιώσαντα σε αυτή την ενέργεια με τρόπο ώστε να ήταν παράλογο να μην κριθεί εξ ολοκλήρου υπεύθυνος για τα τραύματα που υπέστηκε. Επισημαίνεται στην εν λόγω απόφαση ότι ο λόγος για τον οποίο δεν αποδόθηκε οποιαδήποτε θεραπεία στον ενάγοντα ήταν ο πλήρης και ενεργός ρόλος του στο να ενθαρρύνει και να προτρέπει τον αποβιώσαντα να διαπράξει όλα αυτά τα αδικήματα που εάν οδηγούσαν σε θάνατο οποιουδήποτε άλλου προσώπου θα ισοδυναμούσαν με ανθρωποκτονία. Στην προκειμένη περίπτωση για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω το Δικαστήριο έχει καταλήξει ότι η απόφαση για την οδήγηση του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής RW637 από τον Εναγόμενο ήταν εξ ολοκλήρου δική του απόφαση με σκοπό, όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, να ενταχθεί στην παρέα. Επομένως, δεν ήταν αποτέλεσμα προτροπής του Ενάγοντα. Πέραν τούτου, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε στο Δικαστήριο από την ώρα που το αυτοκίνητο ξεκίνησε από το σπίτι του Δημήτρη Παναγιώτου μέχρι την ώρα της σύγκρουσης ο Ενάγοντας ουδέποτε τον προέτρεψε να οδηγήσει επικίνδυνα ή με υπερβολική ταχύτητα. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτές του οι ενέργειες ήταν το αποτέλεσμα προτροπής του Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2) ο οποίος τον καλούσε να «δοκιμάσουν» το αυτοκίνητο διότι του άρεσε. Παρομοίως, ο Εναγόμενος δεν υποστήριξε ότι υπήρχε οποιουδήποτε είδους ενθάρρυνση από την πλευρά του Ενάγοντα προκειμένου το αυτοκίνητο να κινηθεί με αυτό τον τρόπο. Επομένως, ουδεμία συμμετοχή του Ενάγοντα υπήρχε στις πράξεις και τις ενέργειες του Εναγόμενου από τη στιγμή που αυτός εισήλθε στο αυτοκίνητο μέχρι την ώρα του δυστυχήματος. Σε κάθε περίπτωση, η όποια βοήθεια δόθηκε από τον Ενάγοντα στον Εναγόμενο σε σχέση με το θέμα της βενζίνης ουδόλως μπορεί να συσχετιστεί με τη σοβαρότητα και την εμπλοκή του ίδιου του Εναγόμενου έχοντας υπόψη τις ενέργειες του σε σχέση με το ξεκίνημα του αυτοκινήτου λόγω της αποσύνδεσης της μπαταρίας και των ενεργειών στις οποίες προέβηκε ενόσω οδηγούσε το αυτοκίνητο. Στην παράγραφο 3-31 του πιο πάνω συγγράμματος Clerk and Lindsell (πιο πάνω), επισημαίνεται ότι η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Pitts v. Hunt (πιο πάνω), βασίστηκε στις ενέργειες του ενάγοντα προτρέποντας τον αποβιώσαντα να οδηγεί αμελώς εν γνώσει του ότι είχε καταναλώσει υπερβολική ποσότητα αλκοόλ και ότι αυτή του η πράξη ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το ατύχημα το οποίο προκλήθηκε και που είχε σαν συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντα. Αναφέρεται επίσης στην ίδια παράγραφο του πιο πάνω συγγράμματος ότι η απόφαση στην υπόθεση Pitts v. Hunt δεν καθιερώνει ως νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου ο επιβάτης ο οποίος εισέρχεται σε ένα αυτοκίνητο εν γνώσει του ότι ο οδηγός είναι ανασφάλιστος ή έχει καταναλώσει αλκοόλ ή εκεί όπου προτρέπει τον οδηγό να οδηγεί αμελώς θα εφαρμόζεται απαραίτητα η υπεράσπιση του ex turpi causa. Γενικότερα, μπορεί να λεχθεί ότι οι υποθέσεις στις οποίες δεν αποδόθηκε θεραπεία στον Ενάγοντα στη βάση του δόγματος του ex turpi causa αφορούσαν περιπτώσεις όπου οι διάδικοι συμμετείχαν σε παρόμοιο βαθμό στη διενέργεια της παράνομης πράξης. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Ashton v. Turner
(1981)Q.B. 187 οι διάδικοι ήταν μεθυσμένοι διαρρήκτες οι οποίοι προσπαθούσαν να εγκαταλείψουν τη σκηνή του εγκλήματος (τον χώρο της διάρρηξης) με το αυτοκίνητο του εναγόμενου. Ο ενάγοντας τραυματίστηκε ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης του εναγόμενου και η απαίτηση του απορρίφθηκε ως αντίθετη με το περί δικαίου αίσθημα καθότι η ενέργεια του ενάγοντα και η συμμετοχή του στην διάρρηξη ήταν ουσιώδης σε σχέση με τις πράξεις του εναγόμενου για τις οποίες παραπονείτο. Επομένως, η απόδοση θεραπείας σε αυτόν θα ισοδυναμούσε με αποζημίωση του σε σχέση με τη δική του συμμετοχή στο αδίκημα και για το λόγο αυτό η αγωγή απορρίφθηκε. Τελειώνοντας επισημαίνω ότι είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ο Εναγόμενος επέλεξε να προωθήσει αυτή την υπεράσπιση ενώ στα πλαίσια της αγωγής που είχε καταχωρηθεί από τον Δημήτρη Παναγιώτου (ΜΕ2) εναντίον του αποδέχθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον του και προς τούτο κατέβαλε σε αυτόν το ποσό των €5.535,77 (βλ. Τεκμήριο 12). Και τούτο ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης του στην εν λόγω αγωγή ήγειρε αυτά τα ζητήματα και ειδικότερα ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου ασκώντας σωματική βία και/ή ψυχική πίεση τον εξανάγκασε και τον απείλησε να θέσει σε λειτουργία και κίνηση το αυτοκίνητο και τον προέτρεπε να διατηρεί υψηλή ταχύτητα οδήγησης (βλ. Τεκμήριο 12) και αφού στα πλαίσια της δικής του μαρτυρίας ενώπιόν του παρόντος Δικαστηρίου κατέθεσε ότι ο Δημήτρης Παναγιώτου ήταν αυτός που τον προέτρεπε να οδηγήσει το αυτοκίνητο με υψηλή ταχύτητα. Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξή μου περί μη εφαρμογής της υπεράσπισης του Volenti και του δόγματος του ex turpi causa στην προκειμένη περίπτωση, εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδώσει στον Ενάγοντα συντρέχουσα αμέλεια και εάν ναι, σε ποιο ποσοστό. Οι αρχές της συντρέχουσας αμέλειας έχουν εμπεδωθεί από τη νομολογία από παλιά. Στην αγγλική αυθεντία Fardon v. Harcourt-Rivington
(1932)All E.R. Rep. 81, στη σελίδα 83 αναφέρεται η ακόλουθη αρχή: «The root of this liability is negligence, and what is negligence depends on the facts with which you have to deal. If the possibility of the danger emerging is reasonably apparent, then to take no precautions is negligence; but if the possibility of danger emerging is only a mere possibility which would never occur to the mind of a reasonable man, then there is no negligence in not having taken extraordinary precautions». Επίσης ο Λόρδος Denning στην απόφαση Jones v. Livox Quarries Ltd.
(1952)2 Q.B. 608, στη σελίδα 615 αναφέρει τα ακόλουθα: «Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability. Just as actionable negligence requires the foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless». Οι αρχές αυτές έγιναν δεκτές και από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Elpiniki Panayiotou v. Georgios Kyriakou Markos
(1970)1 CLR 215, Christos Charalambides v. Polyvios Michaelides
(1973)1 CLR 66, Patsalides v. Yapani and Another
(1969)1 CLR 84, Vacanas v. Thomas and Another
(1982)1 CLR 530 και Μαϊττά ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1). Κρίνω ότι οι περιστάσεις της υπό εξέταση υπόθεσης είναι τέτοιες ώστε να πρέπει να αποδοθεί στον Ενάγοντα ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας κατά 1/3 και αυτό λόγω του ότι το να επιβιβαστεί σε ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε κάποιος ηλικίας 14 ½ ετών ενείχε κάποιους κινδύνους τους οποίους ο ίδιος δεν εκτίμησε αλλά αψήφισε και συμμετείχε σε αυτή την επικίνδυνη ενέργεια. Στην υπόθεση Sterner v. Lawson [1977] S W. W. R. 628, o εναγόμενος δάνεισε την μεγάλου κυβισμού μοτοσικλέτα του στον 17χρονο ενάγοντα και του έδωσε περιληπτικές οδηγίες ως προς τον τρόπο χειρισμού της. Λόγω της απειρίας του ενάγοντα προκλήθηκε το ατύχημα, συνεπεία του οποίου ο ενάγοντας υπέστηκε ζημιές. Το Supreme Court of British Columbia απέρριψε την υπεράσπιση του Volenti που προέβαλε ο εναγόμενος, υποδεικνύοντας ότι ο ενάγοντας δεν ήταν γνώστης των επακριβών συνεπειών της μοτοσικλέτας, αφού απλά γνώριζε ότι προέβαινε σε μια επικίνδυνη ενέργεια - βρέθηκε, όμως, ότι ήταν υπεύθυνος κατά 50% ως συντρέχουσα αμέλεια. Παράλληλα, στην υπόθεση Dann v. Hamilton
(1939)1 K.B. 509, όπου η ενάγουσα επιβιβάστηκε σε αυτοκίνητο που οδηγούσε κάποιος που ήταν μεθυσμένος και σε αγωγή που ήγειρε εναντίον του για σωματικές βλάβες που υπέστηκε σε ατύχημα που προκλήθηκε από την αμέλεια του, η υπεράσπιση του volenti απέτυχε. Ο Asquith J., όμως, υπέδειξε ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα εισήλθε στο αυτοκίνητο του μεθυσμένου οδηγού εν γνώσει του ότι οι ικανότητες του για οδήγηση ήταν περιορισμένες δεν ισοδυναμούσε με συγκατάθεση της για απαλλαγή του σε περίπτωση ατυχήματος αλλά μπορούσε να προσμετρήσει ως συντρέχουσα αμέλεια. Το ποσοστό αμέλειας που αποδίδεται στον Ενάγοντα καθορίζεται στη βάση του ότι η ευθύνη του Εναγομένου για το ατύχημα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή του Ενάγοντα. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η ευθύνη του Ενάγοντα περιορίζεται στο ότι το να επιβιβαστεί σε ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε ένας 14 ½ ετών ενείχε κινδύνους, παρόλο που φάνηκε ότι ο Εναγόμενος είχε πείρα στο οδήγημα. Από την άλλη, ο Εναγόμενος ευθύνεται σε μεγαλύτερο βαθμό αφού οδήγησε το αυτοκίνητο με τρόπο επικίνδυνο και αμελή ώστε να επεσυμβεί το ατύχημα, ενώ σε σχέση με τον τρόπο οδήγησης του Εναγόμενου ο Ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Το δε γεγονός ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι ο Εναγόμενος δεν είχε ασφάλεια δεν κρίνεται καθοριστικό για σκοπούς επιμερισμού της ευθύνης. Παράλληλα, η εισήγηση του κ. Χριστοφίδη ότι ο Ενάγοντας γνώριζε ότι το αυτοκίνητο που οδήγησε ο Εναγόμενος ήταν επικίνδυνο δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία με βάση την οποία το μόνο που γνώριζε ο Ενάγοντας ήταν ότι το αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο, γεγονός που και πάλι δεν επηρεάζει τον καταμερισμό ευθύνης. Σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστηκε ο Ενάγοντας συνεπεία του δυστυχήματος Σύνοψη της Μαρτυρίας Αναφορικά με τα τραύματα του Ενάγοντα, τη θεραπεία που ακολουθήθηκε για αντιμετώπισή τους και τη σημερινή του κατάσταση, κατέθεσε ο Ενάγοντας, η Δρ. Αναστασία Γεωργίου (ΜΕ5) και ο Δρ. Χρυσόστομος Γιάλλουρος (ΜΕ6) ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Δρ. Γιώργος Αναγιωτός (ΜΥ1). Η Δρ. Αναστασία Γεωργίου (ΜΕ5) είναι ιδιώτης γιατρός, γενική χειρούργος με εξειδίκευση τα τελευταία 15 χρόνια στη θεραπεία με laser. Ο Ενάγοντας παραπέμφθηκε σε αυτήν από το Τμήμα Πλαστικής Χειρουργικής του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ώστε να αντιμετωπιστεί η πολύ μεγάλη και άσχημη χειλοειδής ουλή που έφερε τότε ο Ενάγοντας στο μέτωπο. Όπως εξήγησε η Δρ. Γεωργίου, η θεραπεία laser εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις για τρεις λόγους: - Να καταστρέψει τις νευρικές απολήξεις ώστε να σταματήσει ο πόνος και ο κνησμός. - Να καταστρέψει τα τριχοειδή αιμοφόρα αγγεία και να αποτραπεί η διόγκωση της ουλής. - Να βελτιωθεί η αισθητική της ουλής. Η γιατρός εισηγήθηκε όπως γίνει θεραπεία αποτελούμενη από έξι επισκέψεις (μια επίσκεψη κάθε τέσσερις εβδομάδες). Τελικά ο Ενάγοντας την επισκέφθηκε πέντε φορές (25.2.2004 - 5.10.2004) για τις οποίες πληρώθηκε £50,00 για κάθε επίσκεψη. Η θεραπεία συνίσταται ουσιαστικά στη δημιουργία ελεγχόμενου εγκαύματος, διαδικασία επώδυνη τόσο κατά την ώρα που γίνεται όσο και μετέπειτα, εξ' ου και είναι απαραίτητο να μεσολαβήσουν τέσσερις εβδομάδες ώστε να επουλωθεί η περιοχή μέχρι την επόμενη επίσκεψη. Όπως ανέφερε η Δρ. Γεωργίου, στα θέματα πόνου, κνησμού και υπερτροφίας υπήρξε σημαντική βελτίωση στον Ενάγοντα μετά από τη θεραπεία με laser, ενώ το αισθητικό κομμάτι δεν βελτιώθηκε σχεδόν καθόλου. Αναφορικά με τις πιθανότητες βελτίωσης της κατάστασης του Ενάγοντα στο μέλλον, η γιατρός ανέφερε στο Δικαστήριο ότι με τη χρήση της συγκεκριμένης γενιάς laser τύπου V-Beam δεν θα μπορούσε να γίνει οτιδήποτε άλλο και ότι ενδεχομένως με την πλαστική χειρουργική να υπάρχει πιθανότητα βελτίωσης, δηλώνοντας, όμως, αναρμόδια επί τούτου. Τέλος, σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση της ουλής του Ενάγοντα, η ΜΕ5 κατέθεσε ότι ενώ όταν την επισκέφθηκε ο Ενάγοντας η ουλή ήταν πολύ άσχημη, σήμερα η ουλή δεν είναι χειλοειδής, ούτε υπερτροφική αλλά επίπεδη και δεν είναι πλέον παραμορφωμένο το μέτωπό του, αποδίδοντας τούτο στην πλαστική επέμβαση που διενεργήθηκε στο μεταξύ. Ο Πλαστικός Χειρούργος του Τμήματος Πλαστικής Χειρουργικής στο Μακάρειο Νοσοκομείο στη Λευκωσία, Δρ. Χρυσόστομος Γιάλλουρος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΕ
  1. Ήταν ένας από τους θεράποντες ιατρούς του Ενάγοντα και προς τούτο συνέταξε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 1.9.2005 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Με αναφορά στο εν λόγω ιατρικό πιστοποιητικό, ο Δρ. Γιάλλουρος κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι κατά την περίοδο νοσηλείας του στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής του Μακάρειου Νοσοκομείου Λευκωσίας, ο Ενάγοντας εισήχθηκε στο χειρουργείο τέσσερις φορές. Τις τρεις φορές έγινε χειρουργικός καθαρισμός του τραύματος ώστε αυτό να καθαριστεί από τους νεκρωμένους ιστούς, ενώ την τέταρτη φορά έγινε η πιο σημαντική επέμβαση προς το σκοπό σύγκλισης των πληγών. Με την εξαίρεση ενός από τους καθαρισμούς που έγινε κάτω από neuro-lipto, όπου ο ασθενής αναπνέει από μόνος του, οι υπόλοιπες εγχειρήσεις έγιναν κάτω από γενική αναισθησία. Σύμφωνα με τον Δρ. Γιάλλουρο, ο Ενάγοντας παρέμεινε στην κλινική για ένα μήνα, κατά τον οποίο ταλαιπωρήθηκε έντονα λόγω της έκτασης του τραύματος που προκαλούσε πόνο και δυσφορία, όπως επίσης συνεπεία της μεγάλης περιόδου αποκατάστασής του. Όπως εξήγησε, στην αρχική του φάση το τραύμα ήταν οξύ και παρουσίαζε οίδημα (φούσκωμα) στην περιοχή, νεκρώσεις του δέρματος και των μαλακών μορίων και μελάνιασμα στην περιοχή. Μετά από τη σύνταξη του ιατρικού πιστοποιητικού δεν ξαναείδε τον Ενάγοντα μέχρι την ημέρα της παρουσίας του στο Δικαστήριο, οπότε και διαπίστωσε ότι η κλινική εικόνα του Ενάγοντα ήταν σαφώς βελτιωμένη. Σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα, ο Δρ. Γιάλλουρος κατέθεσε ότι υπάρχει μια ουλή με διάμετρο 7 εκ. χ 8 εκ. στην κύρια περιοχή, μια άλλη περιοχή 4 εκ. χ 5 εκ. με πολλαπλές ουλές σε πιο ήπια μορφή σε σχέση με την πρώτη και εντός της πρώτης ουλής υπάρχει και απώλεια τριχών. Όπως, επίσης, πρόσθεσε, η ουλή εξακολουθεί να είναι εμφανής, δύσμορφη και ανελαστική, πιθανώς λόγω της απώλειας του υποδορίου λίπους από τον αρχικό τραυματισμό. Αναφορικά με τις πιθανότητες βελτίωσης της κατάστασης του Ενάγοντα, ήταν η θέση του Δρ. Γιάλλουρου ότι από άποψη επεμβατικής μεθόδου υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ειδικού laser το οποίο θα βελτίωνε σε μικρό βαθμό τις τοπικές ανωμαλίες αλλά όχι το έλλειμμα του υποδόριου λίπους που υπάρχει και την ανελαστικότητα της περιοχής, ενώ από πλευράς πλαστικής χειρουργικής, υπάρχουν δύο επεμβάσεις στις οποίες θα μπορούσε να υποβληθεί ο Ενάγοντας, που όμως θα εγκυμονούσαν κάποιους κινδύνους για τον ίδιο για τους λόγους που εξήγησε (λεπτομέρειες παρατίθενται πιο κάτω). Ο Δρ. Αναγιωτός ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα στις 18.4.2011 και ετοίμασε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 28.4.2011 (Τεκμήριο 19) κατέθεσε ως ΜΥ
  3. Με αναφορά στο Τεκμήριο 19, ο Δρ. Αναγιωτός ανέλυσε τα ευρήματα στα οποία κατέληξε μετά την εξέταση του Ενάγοντα και τα οποία έχουν ως εξής: - Κατά τον έλεγχο της κινητικότητας των μυών του προσώπου δεν διαπιστώνεται καμία λειτουργική διαταραχή. - Η κινητικότητα των βλεφάρων είναι απόλυτα φυσιολογική. - Δεν υπάρχει διαταραχή στην ανατομία των δύο οφρύων που βρίσκονται σε ισοϋψή θέση. - Παρατηρείται ουλώδης υφή της περιοχής του δέρματος της αριστερής πλάγιας μετωπιαίας και αριστερής κροταφικής χώρας, ακανόνιστου σχήματος, μαλακής σύστασης και χρώματος πλησίον του φυσιολογικού. - Παρατηρείται ουλώδης αλωπέκια στην πρόσθια κροταφική περιοχή του τριχωτού της κεφαλής, διαστάσεων 1,5 εκ. χ 2 εκ. Γενικότερα, ήταν η θέση του Δρ. Αναγιωτού ότι δεν υπάρχει καμία λειτουργική ανωμαλία στο πρόσωπο του Ενάγοντα, παρά μόνο δυσμορφία της μετωπο-κροταφικής περιοχής ως συνέπεια της ουλής και της απώλειας τριχών. Σχολιάζοντας την κατάσταση του Ενάγοντα σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Δρ. Γιάλλουρου (Τεκμήριο 6), ο Δρ. Αναγιωτός εντοπίζει βελτίωση η οποία αποδίδεται στη χειρουργική επέμβαση η οποία διενεργήθηκε από τον Δρ. Ν. Χατζηπιέρα, στην πάροδο του χρόνου και στη θεραπεία laser που διενήργησε η Δρ. Γεωργίου. Σε σχέση με τα περιθώρια βελτίωσης της κατάστασης του Ενάγοντα, ήταν η θέση του Δρ. Αναγιωτού ότι η δυσμορφία στην ουλή δύναται να βελτιωθεί σημαντικά με την εφαρμογή πλαστικής επέμβασης τύπου «Πολλαπλή Ζ» και με τη χρήση τεχνολογίας laser με συσκευή CO2 laser. Εξηγώντας την μέθοδο της εν λόγω πλαστικής επέμβασης, ο Δρ. Αναγιωτός ανέφερε στο Δικαστήριο ότι με την τεχνική που εφαρμόζεται, μια ευθεία ουλή σπάζει δημιουργώντας πολλαπλά Ζ ώστε το αποτέλεσμα να είναι αισθητικά βελτιωμένο. Όπως, επίσης, υπέδειξε, ιατρικά είναι αποδεκτές και οι δύο μέθοδοι που ανέφερε στο Δικαστήριο ο Δρ. Γιάλλουρος, όμως ο ίδιος είναι υπέρ του συγκεκριμένου τύπου επέμβασης που έχει μικρότερη διάρκεια ανάρρωσης. Σε σχέση με τα τραύματα που προκλήθηκαν στον Ενάγοντα συνεπεία του δυστυχήματος, μαρτυρία δόθηκε και από τον ίδιο, ο οποίος ανέφερε ότι αφού βγήκε από το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε τραύμα στο μέτωπο. Εκεί οι γιατροί κατέβαλαν προσπάθειες να σταματήσουν την αιμορραγία, αλλά λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης του μεταφέρθηκε την ίδια ημέρα στο Μακάρειο Νοσοκομείο στη Λευκωσία όπου και παρέμεινε για ένα μήνα και υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις για να καθαριστεί και να κλείσει η πληγή. Αργότερα, και συγκεκριμένα την 17.1.2006, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση από τον πλαστικό χειρούργο Δρ. Νικόλαο Μ. Χατζηπιέρα στην Πολυκλινική Υγεία Λεμεσού. Η εν λόγω επέμβαση έγινε κάτω από ολική αναισθησία και σκοπό είχε την βελτίωση της ουλής την οποία έφερε στο μέτωπο. Επιπρόσθετα, μετά από εισήγηση των γιατρών στο Μακάρειο Νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε θεραπεία laser στη Λευκωσία, η οποία αποτελείτο από πέντε επισκέψεις και γινόταν συστηματικά μία φορά το μήνα. Ως προς τη σημερινή του κατάσταση ο Ενάγοντας ανέφερε ότι υπάρχει ακόμα ουλή στο πρόσωπό του, η οποία είναι ευδιάκριτη, όπως επίσης λείπουν τρίχες από ένα σημείο του τριχωτού της κεφαλής, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αισθάνεται μειονεκτικά. Κατά την αντεξέταση του ο Ενάγοντας δέχθηκε ότι από το 2005 υπήρξε κάποια βελτίωση στην κατάσταση του, αλλά εξακολουθεί να νιώθει άσχημα λόγω της ουλής η οποία είναι έντονη όπως επίσης λόγω του ότι δεν μπορεί να σηκώσει το αριστερό του φρύδι. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Η μαρτυρία του Ενάγοντα που αφορά τα πιο πάνω θέματα είναι αποδεκτή αφού σε σχέση με αυτά ο Ενάγοντας ήταν ειλικρινής και προσπάθησε με μετριοπάθεια να περιγράψει τα τραύματα του και τις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε για αντιμετώπισή τους. Άλλωστε, η μαρτυρία του επιβεβαιώνεται τόσο από την Δρ. Γεωργίου (ΜΕ5) η οποία κατέθεσε σχετικά με τη θεραπεία laser, από τον Δρ. Χρ. Γιάλλουρο (ΜΕ6) ο οποίος ήταν ένας από τους θεράποντες ιατρούς του και από την ιατρική γνωμάτευση του Δρ. Νικόλαου Μ. Χατζηπιέρα ημερομηνίας 17.1.2006 (Τεκμήριο 8), η οποία κατατέθηκε άνευ ενστάσεως από την πλευρά του Εναγόμενου. Αποδεκτή είναι επίσης η μαρτυρία της ΜΕ5 Δρ. Γεωργίου, η οποία με τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο κατέθεσε στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα που αφορούσαν την κατάσταση της ουλής του Ενάγοντα όταν την επισκέφθηκε για πρώτη φορά, τη θεραπεία στην οποία υπέβαλε τον Ενάγοντα και την κατάσταση στην οποία ήταν η ουλή με την ολοκλήρωση της θεραπείας, όπως επίσης τη σημερινή κατάσταση του Ενάγοντα, όπως τον είδε στο Δικαστήριο. Η Δρ. Γεωργίου ήταν απλή και θετική κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο και ήταν ξεκάθαρο ότι αντιμετώπιζε το όλο θέμα με επαγγελματισμό και υπευθυνότητα. Περιέγραψε με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους επιλέγηκε η συγκεκριμένη θεραπεία laser τύπου V-Beam και τον σκοπό για τον οποίο αυτή εφαρμόστηκε, όπως επίσης την επίδραση που έχει αυτή η θεραπεία σε ένα ασθενή. Ήταν ειλικρινής στο ότι τα θέματα πόνου, κνησμού και υπερτροφίας βελτιώθηκαν με αυτό το είδος laser, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τον ΜΕ6 και τον ΜΥ1, και ότι όσον αφορά το αισθητικό κομμάτι δεν υπήρξε ιδιαίτερη βελτίωση. Παρομοίως, και η θέση της ότι σήμερα η ουλή του Ενάγοντα δεν είναι υπετροφική είναι αποδεκτή από τους ΜΕ6 και ΜΥ
  4. Γενικότερα θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία της Δρ. Γεωργίου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, αφού οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση σκοπό είχαν την περαιτέρω επεξήγηση των ήδη λεχθέντων από την ίδια και όχι τον κλονισμό της αξιοπιστίας της. Σημειωτέον είναι το γεγονός ότι από την υπεράσπιση δεν αμφισβητείται ότι η χρήση της συσκευής laser τύπου V-Beam ήταν η ενδεδειγμένη θεραπεία για την κατάσταση του Ενάγοντα ούτε προβάλλεται η θέση ότι αυτή εφαρμόστηκε από την Δρ. Γεωργίου πλημμελώς ή αναποτελεσματικά. Επιπρόσθετα, υποδεικνύεται ότι η ΜΕ5 ήταν κατηγορηματική στο ότι τυχόν θεραπεία με τη συγκεκριμένη γενιά laser δεν θα μπορούσε να βοηθήσει τον Ενάγοντα και να βελτιώσει την κατάστασή του και δήλωσε αναρμόδια σε θέματα πλαστικής χειρουργικής. Επί αυτού του θέματος θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ενώ η ΜΕ5 αντεξεταζόμενη ερωτήθηκε από τον κ. Χριστοφίδη σε σχέση με τις συσκευές laser γενικά και τις δυνατότητες τους, εντούτοις δεν της υποβλήθηκε οτιδήποτε σχετικό αναφορικά με τη συσκευή CO2 στην οποία έκανε αναφορά ο ΜΥ1, ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις της. Αναφορικά με την μαρτυρία των ΜΕ6 και ΜΥ1, η οποία αποτελεί ιατρική μαρτυρία, είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτή πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπει την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο της μαρτυρίας και των δυο ιατρών/εμπειρογνωμόνων και με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι υπάρχουν κάποιες ουσιώδεις διαφορές στη μαρτυρία τους, σε σχέση με τις οποίες η γνώμη του ΜΕ6 Δρ. Γιάλλουρου κρίνεται ως πιο πειστική και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω. Προτού, όμως, προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των δύο ιατρών θεωρώ ορθό να καθορίσω τα ζητήματα επί των οποίων είναι οι απόψεις των δύο πλαστικών χειρούργων και είναι τα ακόλουθα: - Η ουλή η οποία υπάρχει σήμερα στην αριστερή πλάγια μετωπιαία χώρα και αριστερή κροταφική χώρα του Ενάγοντα δεν είναι υπερτροφική και αυτό οφείλεται στη θεραπεία laser στην οποία υποβλήθηκε ο Ενάγοντας και στην πάροδο του χρόνου. - Η κινητικότητα των βλεφάρων είναι απόλυτα φυσιολογική. - Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διαταραχή στην ανατομία των δύο οφρυων που βρίσκονται σε ισοϋψή θέση. - Παρατηρείται ουλώδης αλωπεκία στην πρόσθια κροταφική περιοχή του τριχωτού της κεφαλής διαστάσεων 1,5 εκ. χ 2 εκ. - Η ηλικία του Ενάγοντα δεν μπορεί να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την κατάστασή του. - Οι ουλές έχουν ωριμάσει λόγω της παρόδου του χρόνου. - Η θεραπεία με το μηχάνημα laser τύπου V-Beam που εφάρμοσε στον Ενάγοντα η Δρ. Γεωργίου (ΜΕ5) ήταν ο ορθός τρόπος αντιμετώπισης της ουλής. Αξιολογώντας, τώρα, την υπόλοιπη μαρτυρία τους δεν έχω κανένα ενδοιασμό στο να αποδεχθώ τη μαρτυρία του ΜΕ6 και να απορρίψω τη μαρτυρία του ΜΥ1 για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχήν επισημαίνεται ότι ο ΜΕ6 ήταν ένας από τους θεράποντες ιατρούς του Ενάγοντα στο Μακάρειο Νοσοκομείο όπου διέμεινε για ένα μήνα και σε αυτή τη βάση επεξήγησε λεπτομερώς τα τραύματα που υπέστηκε ο Ενάγοντας και τη θεραπεία και τις εγχειρήσεις στις οποίες υποβλήθηκε. Όπως δε ανέφερε στο Δικαστήριο, η τελευταία φορά που είχε εξετάσει τον Ενάγοντα ήταν πριν τη σύνταξη του ιατρικού πιστοποιητικού (Τεκμήριο 6) ώστε να είναι σε θέση να περιγράψει την τότε κατάσταση του ενώ είχε την ευκαιρία να εξετάσει τον Ενάγοντα και κατά την ημέρα της εμφάνισής του στο Δικαστήριο. Προτού όμως υπεισέλθω στη μαρτυρία των πλαστικών χειρουργών θα πρέπει να αναφέρω ότι σε αντίθεση με τον Δρ. Γιάλλουρο ο οποίος μου έκανε άριστη εντύπωση και ήταν εμφανές ότι προσήλθε στο Δικαστήριο ως ανεξάρτητος και αντικειμενικός μάρτυρας με σκοπό να παρουσιάσει την πραγματική εικόνα σε σχέση με τραύματα του Ενάγοντα και τη σημερινή του κατάσταση, η αίσθηση που άφησε στο Δικαστήριο ο Δρ. Αναγιωτός ήταν ότι προσπάθειά του ήταν να μειώσει την έκταση και σοβαρότητα της σημερινής κατάστασης του Ενάγοντα. Η κυριότερη διαφωνία των δύο πλαστικών χειρουργών αφορά το κατά πόσον διαπιστώνεται οποιαδήποτε λειτουργική διαταραχή στην κινητικότητα των μυών του προσώπου του Ενάγοντα και εάν η ουλή που παραμένει είναι σκληρή ή μαλακή. Επί τούτου ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ενώ ο Δρ. Αναγιωτός δέχθηκε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι υπάρχει ουλή στην αριστερή πλάγια μετωπιαία χώρα του Ενάγοντα, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στην ιατρική του γνωμάτευση (Τεκμήριο 19) όπου υπάρχει αναφορά μόνο σε «ουλώδης υφής περιοχή», γεγονός που ξενίζει ιδιαίτερα το Δικαστήριο, αφού η ουλή και οι πιθανότητες για βελτίωσή της στο μέλλον ήταν ένας από τους κυριότερους λόγους, αν όχι ο κυριότερος λόγος της εξέτασης του Ενάγοντα από τον ίδιο, με τρόπο ώστε να ήταν απαραίτητη η σχετική αναφορά στην ιατρική του έκθεση. Ως προς το είδος της ουλής, η θέση του ΜΕ6 ήταν ότι αυτή δεν είναι μαλακή λόγω της απώλειας υποδόριου λίπους και της απευθείας επαφής του δέρματος ή των ουλών της περιοχής πάνω στο κρανίο. Σε αντίθεση με την εμπεριστατωμένη θέση του ΜΕ6, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι όλες οι ουλές είναι σκληρές και ότι η συγκεκριμένη ουλή είναι μαλακή με την έννοια ότι είναι πιο σκληρή από το δέρμα. Πέραν του ότι η θέση αυτή του ΜΥ1 δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο, διαπιστώνεται ότι δεν τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο και παρέμεινε γενική και αόριστη, ενώ κρίνεται παράλληλα ότι υποβλήθηκε με σκοπό τον περιορισμό της ζημιάς που υπέστηκε ο Ενάγοντας. Γενικότερα, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο μια τάση του ΜΥ1 να περιορίσει την έκταση και τη σοβαρότητα της ουλής στο μέτωπο του Ενάγοντα, χωρίς ωστόσο να στοιχειοθετήσει τις θέσεις που προέβαλλε. Ειδικότερα, κατά την κυρίως εξέτασή του, ερωτηθείς να σχολιάσει τη θέση του ΜΕ6 για ύπαρξη ουλής σήμερα έκτασης 7 εκ. χ 8 εκ. και 4 εκ. χ 5 εκ., περιορίστηκε να παραπέμψει στο Τεκμήριο 19 και στο εύρημα 4 αυτού, στο οποίο δεν υπάρχει αναφορά σε διαστάσεις, ενώ στην αντεξέταση δέχθηκε ότι οι διαστάσεις 7 εκ. χ 8 εκ. είναι ορθές ισχυριζόμενος ότι αυτές αφορούν τη συνολική έκταση της ουλώδους περιοχής όπου υπάρχει υγιής ιστός. Επισημαίνεται δε ότι η έκταση της ουλής στην αριστερή μετωπιαία χώρα του Ενάγοντα δεν καταγράφηκε στην ιατρική γνωμάτευση του Δρος. Αναγιωτού (Τεκμήριο 19), γεγονός που εγείρει διάφορα ερωτηματικά σε σχέση με την αντικειμενικότητα και πληρότητα της γνωμάτευσής του αφού σε σχέση με το πρόβλημα της αλωπεκίας (το οποίο είναι πολύ μικρότερο) οι διαστάσεις είχαν καταγραφεί. Στη δε προσπάθεια του να εξηγήσει τη θέση του περί ύπαρξης υγιούς ιστού υποστήριξε ότι στο πάνω μέρος του μετώπου υπάρχει χνούδι, κάτι το οποίο δεν διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο όταν είχε την ευκαιρία να δει από κοντά τον Ενάγοντα ως ήταν άλλωστε επιτρεπτό (βλ. Μαρίνα Μαυρομμάτη v. Μαρίας Γεωργίου
(1997)1 ΑΑΔ 1627). Παρομοίως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η θέση του Δρ. Αναγιωτού ότι η ουλή στο μέτωπο του Ενάγοντα δεν είναι συνεχής, επικαλούμενος την ύπαρξη «τριγώνων», και πάλι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και προβλήθηκε με μοναδικό σκοπό τον περιορισμό του προβλήματος του Ενάγοντα Σε σχέση με την κινητικότητα των μυών του προσώπου, ο ΜΕ6 υποστήριξε ότι σήμερα διαπιστώνεται μικρή αδυναμία λειτουργίας του μετωπιαίου μυός στο αριστερό πλάγιο τμήμα του μυός. Αντίθετη ήταν η άποψη του ΜΥ1 ο οποίος υποστήριξε ότι κινητικό ή λειτουργικό πρόβλημα που να οφείλεται σε δυσλειτουργία του μυός του προσώπου του Ενάγοντα δεν υπάρχει. Όπως χαρακτηριστικά είπε «η εντύπωση η δική μου είναι ότι το σημείο που φαίνεται ότι υπολειτουργεί ο μυς δεν είναι υπολειτουργία του μυός αλλά οφείλεται στην υπερκείμενη του μυός ουλή», χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση, σε αντίθεση με τον ΜΕ6 ο οποίος με τρόπο εμπεριστατωμένο εξήγησε στο Δικαστήριο ότι ο μετωπιαίος μυς εκτείνεται πάνω από τα φρύδια και φτάνει περίπου την αρχική έμφυση των τριχών. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι όταν ο Δρ. Γιάλλουρος ερωτήθηκε από τον κ. Χριστοφίδη σε σχέση με το θέμα αυτό κατά την αντεξέτασή του, ο ιατρός ήταν ειλικρινής και δεν δίστασε να αναφέρει ότι η αδυναμία λειτουργίας του μετωπιαίου μυός υπήρχε και κατά τον χρόνο σύνταξης του ιατρικού πιστοποιητικού και εκ παραδρομής δεν αναφέρθηκε εκεί. Εξήγησε, όμως, ότι η απώλεια της κινητικότητας του τμήματος αυτού θα ήταν πιο εμφανής λόγω του πρόσφατου τραυματισμού και πιθανολόγησε ότι η παράλειψη αναφοράς του στοιχείου αυτού να οφείλεται στην αναμενόμενη εξέλιξη των ουλών. Σημαντικότερο, όμως, στοιχείο είναι το γεγονός ότι όταν ο Δρ. Γιάλλουρος κατέθεσε ότι ο μετωπιαίος μυς εκτείνεται πάνω από τα φρύδια μέχρι και περίπου την αρχική έκφυση των τριχών και εξήγησε ότι η λειτουργία του είναι εμφανής όταν βάλουμε κάποιον να σηκώσει τα φρύδια προς τα πάνω, ο κ. Χριστοφίδης δεν αντεξέτασε τον Δρ. Γιάλλουρο επί αυτής του της θέσης, την οποία και δεν αμφισβήτησε με οποιοδήποτε τρόπο. Διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πλαστικών χειρουργών υπήρχε σε κάποιο βαθμό και σε σχέση με το χρώμα της ουλής αφού ενώ ο Δρ. Αναγιωτός αναφέρει στην γνωμάτευσή του (Τεκμήριο 19) ότι η ουλή έχει χρώμα πλησί

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.