Gazprombank Open Joint - Stock Company (OJSC) ν. Malab Enterprises Limited, Αρ. Αγωγής 445/11, 28 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A330 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 445/11 Μεταξύ: Gazprombank Open Joint - Stock Company (OJSC), από τη Ρωσία Εναγόντων -και- Malab Enterprises Limited, από τη Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------- Aίτηση ημερ. 29.4.2011 για συνοπτική απόφαση 28 Νοεμβρίου 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Χρ. Νικολάου με την κα Ε. Χριστοφή Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Θ. Φιλίππου με την κα Μ. Κωμοδρόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, εταιρεία που συστάθηκε σύμφωνα με τους Νόμους της Ομοσπονδίας της Ρωσίας και διεξάγει τραπεζικές εργασίες, παραχώρησε χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις σε τρίτη εταιρεία δεόντως συσταθείσα στη Ρωσική Ομοσπονδία, δυνάμει γραπτής συμφωνίας δανείου και/ή συμφωνίας παροχής χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 5.12.2007, ύψους 100 εκατομμύρια. Εφαρμοστέο δίκαιο της Συμφωνίας Δανείου ορίστηκε το Δίκαιο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Ακολούθησε η σύναψη ξεχωριστής συμφωνίας εγγύησης όπως προνοείτο δυνάμει του όρου 2.2 της Συμφωνίας Δανείου προς εξασφάλιση των εναγόντων, μεταξύ των τελευταίων και των εναγομένων ως εγγυητών του πρωτοφειλέτη. Στη βάση της Συμφωνίας Εγγύησης που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων μερών 17.12.2007, οι εναγόμενοι κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, συμφώνησαν και ανέλαβαν όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη, όπως αυτές απορρέουν από τη Συμφωνία Δανείου, συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης άμεσης πληρωμής τυχόν οφειλομένου ποσού, εφόσον προηγηθεί επίσημη ειδοποίηση. Εφαρμοστέο Δίκαιο της Συμφωνίας Εγγύησης ορίστηκε το Αγγλικό Δίκαιο. Το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρίστηκε στις 31.1.2011 τροποποιήθηκε κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.10.2011, αφού προηγήθηκε ακροαματική διαδικασία σε αναφορά με την §11 της Έκθεσης Απαιτήσεως με τη διαγραφή των λέξεων: «ήτοι του Γρηγόρη Κουρσάρου, εκ Λεμεσού». Παραθέτω την §11 πριν την τροποποίηση της: «οι ενάγοντες προσθέτουν ότι εκ μέρους των εναγομένων, η συμφωνία εγγύησης υπεγράφη δεόντως υπό του διευθυντή και/ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου τους: ήτοι του Γρηγόρη Κουρσάρου εκ Λεμεσού, στη βάση ομόφωνης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων ημερομηνίας 4.12.2007». Λόγω παράβασης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη οι ενάγοντες αξίωσαν την πλήρη εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών δυνάμει της Συμφωνίας Δανείου και στη συνέχεια προχώρησαν στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του: την 2.10.2009 εκδόθηκε απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου υπέρ των εναγόντων και εναντίον του Πρωτοφειλέτη για το συνολικό ποσό των Δολ. Αμερικής 67.145.781,97, §16 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Οι ενάγοντες στις 21.12.2010 απαίτησαν από τους εναγόμενους πληρωμή (demand notice) κατά τον τρόπο που προβλεπόταν στη μεταξύ των μερών Συμφωνία Εγγύησης όλα τα οφειλόμενα ποσά: $62.973.123,
- Εξ αιτίας της παράλειψης των εναγομένων να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της Maria Αmbramova, από τη Ρωσία που περιγράφει τον εαυτό της ως Διαχειρίστρια Έργων (Project Manager), στο Τμήμα Επισφαλών Στοιχείων Ενεργητικού (Distressed Assets Department) και συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων-αιτητών οι οποίοι επιδιώκουν στη βάση της Δ.18, την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων - ως εγγυητών του Δανείου. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας συνολικά δεκαεννέα λόγους: «
- Η παρούσα Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αντίθετη με την νομολογία του Κυπριακού Δικαστηρίου.
- Η παρούσα Αίτηση δεν ανταποκρίνεται στις νομικές προϋποθέσεις τις οποίες θέτουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και η σχετική νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
- Η παρούσα Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.
- Οι Αιτητές κωλύονται στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης καθώς είναι νομικά και πραγματικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή ανυπόστατη καθότι οι Ενάγοντες-Αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι δικαιούνται στην αιτούμενη με την παρούσα αίτηση θεραπεία.
- Η εν τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή δεν ευσταθεί και θα πρέπει ν' απορριφθεί.
- Τα γεγονότα ως εκτίθενται ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου στην ως άνω τίτλο αγωγή και στην ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων.
- Η Αξίωση των Εναγόντων/Αιτητών δεν είναι κατάλληλη για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθότι μεταξύ άλλων αυτή δεν παρουσιάζεται και/η δεν έχει καταστεί ξεκαθαρισμένη η απαίτηση αυτών.
- Η ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση των Εναγόντων-Αιτητών δεν πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθιστώντας αυτήν παράτυπη και/ή αντικανονική.
- Η Ένορκος Δηλούσα δεν προσδιορίζει με σαφήνεια την πηγή της γνώσης της και/ή δεν μπορεί να εξαχθεί από την εν λόγω ένορκη δήλωση του συμπέρασμα ότι η γνώση της Ενόρκου Δηλούσας αποτελεί απόρροια ιδίας αντίληψης, κατά παράβαση της Δ.39 Θ.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Αποδείξεως Νόμου για παρουσίαση εγγράφων που προέρχονται από αρχεία στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση.
- Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή κακόπιστα καθότι δεν προσδιορίζονται, ούτε αποκαλύπτονται, ούτε παρουσιάζονται τα στοιχεία στην παρούσα αίτηση και/ή στην ένορκη δήλωση που στηρίζει αυτήν τα στοιχεία εκείνα τα οποία κατ' ισχυρισμό επιβάλλονται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ούτε αναφέρονται ούτε εξειδικεύονται με λεπτομέρεια αυτά ούτως ώστε να παρέχεται η δυνατότητα αξιολόγησης τους από το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό, για τους λόγους που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση της Τζωρτζίνας Ε. Παναγιώτου.
- Δεν αποκαλύπτονται και/ή δεν εκθέτονται στην παρούσα Αίτηση και ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει όλα τα γεγονότα τα οποία συνιστούν τις πραγματικές συνθήκες της παρούσας υπόθεσης.
- Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιοι λόγοι οι οποίοι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία να δικαιολογούν και/ ή να καθιστούν αναγκαία την έκδοση της αιτούμενης απόφασης καθότι οι Εναγόντες-Αιτητές παρέλειψαν να παρουσιάσουν οποιαδήποτε αποδεικτικό στοιχείο η έγγραφο το οποίο να μπορεί να κρίθει ικανό από το δικαστήριο στο να ληφθεί όντως υπόψιν προς το περιεχόμενο αυτού για την λήψη της αιτούμενης από τους Ενάγοντες-Αιτητές, απόφασης για τους λόγους που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση ποτ υποστηρίζει την Ένσταση των Εναγομένων.
- Υπάρχει εύλογη δικαιολογία για την αποτυχία της αίτησης των Εναγόντων-Αιτητών η οποία τεκμηριώνεται από τα γεγονότα και την μαρτυρία που περιέχετε στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση.
- Η αίτηση στερείτε οιουδήποτε ερείσματος και/ή δεν υποστηρίζονται τα αιτήματα της από την Ένορκη δήλωση που την συνοδεύει.
- Η Αίτηση για συνοπτική απόφαση γίνεται κατόπιν δεύτερων σκέψεων των Εναγόντων/Αιτητών που μοναδικό σκοπό έχει να στερήσει από τους Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση το δικαίωμα υπεράσπισης τους, γεγονός το οποίο θα καθιστούσε την διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας ως μη-δίκαιας για του Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση.
- Με την τυχόν έκδοση της Αιτούμενης απόφασης τίθεται ο κίνδυνος να θιγούν βασικά κατοχυρωμένα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων/ Καθ' ων η Αίτηση.
- Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάζουν οι Ενάγοντες-Αιτητές διά της Ένορκης Δήλωσης της Maria Abranova είναι η θέση των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση πως οι Αιτητές δεν δικαιούνται σε καμία θεραπεία και/ή απόφαση υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση.
- Καθίσταται ορθό και δίκαιο όπως δοθεί στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση η ευκαιρία να προβάλλουν την υπεράσπιση τους και να τύχουν δίκαιης δίκης. Διαφορετική αντιμετώπιση και αδικαιολόγητη αποστέρηση από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση να προβάλουν την υπεράσπιση τους και να ακουστούν στην ως άνω αριθμό τίτλο αγωγή συνιστά άρνηση και μη-ορθή απονομή της δικαιοσύνης.» Η ένορκη δήλωση της Τζωρτζίνας Παναγιώτου, Νομική Σύμβουλος στο Δικηγορικό Γραφείο των Δικηγόρων των εναγόντων, αναπτύσσει τους λόγους, οι οποίοι συνιστούν κατά τους ισχυρισμούς της Υπεράσπιση των εναγομένων, στους οποίους θα πρέπει να επιτραπεί να την προβάλουν προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγόντων-αιτητών. Πριν οδηγηθώ στην εξέταση της ουσίας του ζητήματος κρίνω πως είναι αναγκαίο να αναφερθώ στο τι διαδικαστικώς προηγήθηκε. Ήδη έχω αναφερθεί στην τροποποίηση της § 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερομηνίας 19.10.2011 εξετάζοντας τους λόγους ένστασης ανέφερε τα εξής: «Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση προβάλλει μια σειρά από λόγους όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στο σώμα της ένστασης, επικεντρώνοντας ουσιαστικά την επιχειρηματολογία της στο ότι η τροποποίηση επιζητείται κατά τρόπο που επηρεάζει τη θέση των εναγομένων στα πλαίσια της αίτησης για συνοπτική απόφαση: η αίτηση καταχωρίζεται κακόπιστα και καταχρηστικά. Σε περίπτωση που επιτραπεί δυνατό να προκαλέσει την μη δίκαιη διεξαγωγή της συνοπτικής διαδικασίας σε βάρος των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση. Αποσκοπεί στην απόσυρση ισχυρισμού, ο οποίος θα έπρεπε να μην υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης εξ υπαρχής και εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να διορθωθεί πολύ ενωρίτερα. ............................ Το γεγονός ότι υπάρχει σε εκκρεμότητα η αίτηση για συνοπτική απόφαση στη βάση της Έκθεσης Απαιτήσεως πριν την τροποποίηση της, δεν αλλάζει τα πράγματα για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης. Η θεραπεία εξετάζεται αυτοτελώς και ως δικαίωμα των εναγόντων αιτητών μέσα στις πιο πάνω παραμέτρους. Το ποιες οι συνέπειες και ποια η τύχη της αίτησης για συνοπτική απόφαση, μέσα στα πλαίσια που την έθεσαν οι ενάγοντες-αιτητές, και της απάντησης που έτυχε εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, είναι ζήτημα μεταγενέστερο και δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα για τους σκοπούς της εδώ διαδικασίας." Οι ενάγοντες για να αντιμετωπίσουν το ζήτημα είχαν καταχωρίσει και την αίτηση ημερομηνίας 15.6.2011 για να τους δοθεί άδεια να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ώστε να δώσουν διευκρινίσεις αναφορικά με τις θέσεις που προβάλλονται με την ένσταση και ειδικότερα, για το πρόσωπο το οποίο, ως δεόντως εξουσιοδοτημένο από τους εναγόμενους, υπέγραψε για λογαριασμό τους την επίδικη συμφωνία. Επιζητούσαν ακόμη οι αιτητές την παρουσίαση εγγράφων και διευκρινίσεων που κατά την εισήγηση τους δεν ήσαν απολύτως απαραίτητο, όπως εισηγούνταν να δοθούν εξ υπαρχής. Το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία εξέδωσε στις 19.11.2011 απόφαση, με την οποία απέρριψε το αίτημα: «Εκ των πραγμάτων οι ίδιοι πρόβαλαν θέσεις, εισήγαγαν συγκεκριμένο όνομα του εξουσιοδοτημένου προσώπου για την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο για τη δικογράφηση της απαίτησης τους και πάνω σε αυτή τη βάση προχώρησαν να καταχωρίσουν την αίτηση τους για συνοπτική απόφαση. Με την ένορκη δήλωση να επιβεβαιώνει τα γεγονότα ως αληθινά και ορθά τα οποία υιοθέτησε και επανέλαβε για σκοπούς της διαδικασίας.» Δεν είναι δυνατό λοιπόν να δεχθώ ότι η περίπτωση είναι τέτοια, ώστε δεν ήταν αναμενόμενο από τους ενάγοντες να προβλέψουν τις θέσεις του αντιδίκου τους και εκ προοιμίου να παραθέσουν τα περί του αντιθέτου στοιχεία που κατείχαν. Οι ίδιοι οι ενάγοντες ηθέλησαν με την §11 της Έκθεσης Απαίτησης να θεμελιώσουν ότι η συμφωνία εγγύησης υπεγράφη δεόντως από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων: Γρηγόρη Κουρσάρο και πάνω σε αυτά τα γεγονότα θα κριθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση." Η εξέταση της συμμόρφωσης του αιτητή με τις πρόνοιες της Δ.18 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, αποτελεί το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στη βάση τη Δ.18 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών εξετάστηκαν στην Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου),
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 όπως υιοθετήθηκαν στην Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2007)1(Β)
- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το αξιούμενο ποσό που απαιτείται. Ρητή δήλωση της πίστης του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή πρέπει επίσης να εμπεριέχεται. Σε περίπτωση νομικού προσώπου μπορεί να ορκιστεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία, το οποίο όμως και πάλι θα πρέπει να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Δεν επιτρέπεται να εισάγονται πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς σε όσα ο ίδιος πιστεύει. Annual Practice 1955, σελ. 174, 175, Spyros Stavrinides ν. Ceskolovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130. The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ,
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 1168. Η διατύπωση της Δ.18 θ.1 φαίνεται ότι λαμβάνει ως δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να προβεί στην ένορκη δήλωση απλώς και μόνο στη βάση της ιδιότητας του. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(1997)1(B) A.A.Δ. 782, Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres Ltd
(1914)3 KB 1253. Κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, κρίνεται στη βάση των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης και η φύση της αξίωσης. Νοουμένου ότι ο ενάγων έχει ικανοποιήσει τα πιο πάνω κριτήρια, τότε το βάρος μετατοπίζεται και ο εναγόμενος με τη σειρά του θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και/ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση που προβάλλει να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817. Ο εναγόμενος θα πρέπει να παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες των όσων συνιστούν την Υπεράσπιση του, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου. Hermes Insurance Co Ltd v. Julios Theodorides
(1983)1 A.A.Δ. 333 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239. Όπως έχει υποδείξει το Εφετείο στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η ανάγκη ουσιαστικής προσήλωσης στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1, αποτελεί το εμπόδιο που πρέπει ο ενάγων να υπερπηδήσει προτού μεταφερθεί στους ώμους του εναγόμενου το σχετικό βάρος, ο οποίος για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη θέματος προς εκδίκαση, κριτήριο που δεν «. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.» Τα ίδια επιβεβαιώθηκαν και στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408. Ο εναγόμενος-καθ' ου η αίτηση θα πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και στην τελευταία περίπτωση να καθορίζει και να συγκεκριμενοποιεί ποιο μέρος της απαίτησης αμφισβητεί. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι η αίτηση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτεται η συνήθης διεξαγωγή της δίκης. Επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ και εκεί όπου εμφανέστατα τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions Ltd,
(2005)1(Α) 376. Μόνο σε ξεκάθαρες περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει από ένα διάδικο το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του. Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο. Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239. Άλλωστε το Δικαστήριο πρέπει να έχει πάντοτε υπόψη του τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε προσώπου να προσφύγει στο Δικαστήριο και να παρουσιάσει σε ακρόαση τις θέσεις του. Στην Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, επισημάνθηκε ότι εκεί όπου εγείρονται πολύπλοκα νομικά και πραγματικά ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας, θα πρέπει να επιτρέπεται στον εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο εκεί όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ και άλλου ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος,
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική Annual Practice 1967, σελ.121 καταγράφονται οι αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης, όπως συνοψίσθηκαν από τον Καλλή Δ., στην υπόθεση Rck Sports Persona Advertising Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 1074: Κάτω από το πρίσμα των αρχών που διαμόρφωσε η νομολογία τα Δικαστήρια οφείλουν ν' αντικρίζουν το ζήτημα με ιδιαίτερη προσοχή και περίσκεψη. Από την άλλη όμως δεν θα πρέπει να επιτραπεί να καταστεί η Δ.18 κ.1 διακοσμητική και στην ουσία να περιπέσει σε αχρησία. Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, και περιορίστηκε στην αμφισβήτηση του λόγου που θέτουν οι εναγόμενοι περί νομότυπης εκτέλεσης της Συμφωνίας Εγγύησης, και/ή νόμιμης εξουσιοδότησης για υπογραφή του πληρεξουσίου εγγράφου ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου εκ μέρους των εναγομένων. Διερευνήθηκαν οι λόγοι για τους οποίους τέθηκε ένας τέτοιος ισχυρισμός. Η ενόρκως δηλούσα αρκέστηκε να επαναλάβει ότι υποστηρίζει η §10(γ) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση: δεν έχει επισυναφθεί έγγραφο εξουσιοδότησης και «επειδή δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει». Από έλεγχο του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώνω πως στις 31.1.2011 καταχωρίστηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 κ.6). Στη συνέχεια οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 17.2.2011, συνεπώς ικανοποιούνται οι δυο πρώτες τυπικές προϋποθέσεις της Δ.18. Το αμέσως επόμενο θέμα που απαιτείται να εξεταστεί είναι της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης και που καλύπτεται από τους λόγους 8 και 9, ενδεχομένως και 10 της ένστασης. Προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Maria Ambramova, έγινε ήδη αναφορά στο περιεχόμενο της, ότι λόγω της θέσης της και των καθηκόντων της γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αναφέρονται στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αλλά και από μελέτη όλων των σχετικών εγγράφων στα οποία αναφέρεται και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό της. Προβάλλει ότι έχει προσωπική γνώση της δικαστικής διαδικασίας μεταξύ της ενάγουσας και του οφειλέτη και ότι είναι σε θέση να επιβεβαιώσει όπως και επιβεβαιώνει το ποσό που εξακολουθεί να οφείλεται. Επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής στο σύνολο της, όπως απαιτείται θέτοντας ταυτοχρόνως ενώπιον του Δικαστηρίου, τα τεκμήρια που υποστηρίζουν την αξίωση. Διαπιστώνει και δηλώνει έχοντας προσωπική γνώση, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν τη διαδικασία. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τους ευπαίδευτους συνηγόρους των καθ' ων η αίτηση, ότι επειδή η ενόρκως δηλούσα δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά, ως προς τη συσχέτιση του τμήματος των εναγόντων στο οποίο εργάζεται, με την παρούσα υπόθεση, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και/ή ότι δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο σχετικός θεσμός Δ.18 θ.1, δεν κάνει αναφορά σε προσωπική γνώση, όπου ενδεχομένως μόνο ο ίδιος ο ενάγων μπορεί να έχει, αλλά για θετική γνώση, αναφορά αντίστοιχη με το Αγγλικό «positively as to the material facts» ο.14 και Symon & Co v. Palmer´s Stores Limited
(1903)
(1912)1 K.B. 259. Ένας μεγάλος οργανισμός ή τραπεζικός οργανισμός όπως οι ενάγοντες είναι αναγκαίο εκ των πραγμάτων να χρησιμοποιεί τους αξιωματούχους ή υπαλλήλους του που έχουν γνώση των γεγονότων, ως απόρροια της άσκησης των καθηκόντων τους και έχουν στην κατοχή τους έγγραφα στα οποία μπορούν να καταφύγουν για να αντλήσουν πληροφορίες και πάλι μέσα από τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Μ' αυτά λοιπόν τα δεδομένα καιι από τη στιγμή που οι ενάγοντες εξουσιοδότησαν την διαχειρίστρια έργων του Τμήματος Επισφαλών Στοιχείων Εργατικού να ορκιστεί και να επαληθεύσει την απαίτηση τους, κρίνω ότι ικανοποιείται και το κριτήριο της θετικής γνώσης με αποτέλεσμα να πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική διαταγή. Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres Limited
(1914)3 K.B. 1253 που υιοθετήθηκε και στην Σπηταλιώτης ν. Liberty Life Insurance Ltd,
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται με την ένσταση είναι αυτό της μη παρουσίασης στοιχείων ή αποδεικτικών στοιχείων ή εγγράφων, τα οποία μπορεί να κριθούν ικανά για να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Λόγοι 11, 13 της ένστασης. Γίνεται προσπάθεια να εξειδικευθεί ο πιο πάνω λόγος ένστασης στην ένορκη δήλωση με αναφορά στο ότι: «η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθότι στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση γίνονται αναφορές σε αριθμό τεκμηρίων τα οποία δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο: έχουν επισυναφθεί έγγραφα ως τεκμήρια στη Ρωσική γλώσσα χωρίς μετάφραση και κατά συνέπεια τα τεκμήρια αυτά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να έχει γνώση του αληθινού ακριβούς και σαφούς περιεχομένου τους, ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει το περιεχόμενο τους και να προβεί στην έκδοση οποιασδήποτε κρίσης. Όντως είναι εξόφθαλμο πως πέρα από την μετάφραση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση επισυνάπτεται μια σειρά από έγγραφα, Τεκμ.1 - 18 στη Ρωσική και Αγγλική γλώσσα. Θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει πάντοτε κατά νου το σκοπό και τη φύση της Δ.
- Εάν επρόκειτο σ' αυτό το στάδιο, να επιβάλλεται η πλήρης απόδειξη της βάσης της αγωγής, θα εξουδετερωνόταν απολύτως ο σκοπός της διαταγής και θα μετατρεπόταν η συνοπτική διαδικασία επί της αίτησης, σε ακρόαση της υπόθεσης. Στα πλαίσια λοιπόν της επίδικης αίτησης και διαδικασίας ο αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσφέρει οποιαδήποτε λεπτομέρεια, ούτε και να επισυνάψει οποιαδήποτε έγγραφα στην ένορκη του δήλωση, εκτός σε κάποιες περιπτώσεις, όπου η φύση της αξίωσης καθιστά το πράγμα δικαιολογημένο, όπως επί αξιογράφων όπου είναι ορθό να παρουσιάζεται το πρωτότυπο. Στην εδώ περίπτωση επισυνάφθηκαν έγγραφα στη Ρωσική και η Αγγλική μετάφραση τους: Απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Μόσχας και του Διατάγματος του Ομοσπονδιακού Διαιτητικού Δικαστηρίου, Τεκμ.3-7, όπου πιστοποιείται ότι ο πρωτοφειλέτης εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των $62.971.605,46 στη βάση της Συμφωνίας Δανείου και των δικαστικών αποφάσεων. Οι αιτιάσεις που προβάλλονται με την ένσταση τόσο για την μετάφραση των εν λόγω εγγράφων, όσο και για την μη επικύρωση τους με επίσημη σφραγίδα της αρμόδιας αρχής, είναι, βρίσκω καθαρά νομοτεχνικές και τυπικές και δεν αγγίζουν την ουσία η τον πυρήνα της αξίωσης των αιτητών. Η απόφαση A. Groutas Co Ltd v. Δημητρίου Πεπελάση
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1675, στην οποία παραπέμπει ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, για υποστήριξη των αιτιάσεων του, δεν έχει το νόημα και την άμεση εφαρμογή που θέλει να της προσδώσει στην περίπτωση μας. Εκεί επρόκειτο για αλλοδαπή απόφαση της οποίας επιζητείτο η εγγραφή και εξεταζόταν κατά πόσο τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας για Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Αλλοδαπής Απόφασης. Το Εφετείο σχολιάζοντας εν κατακλείδι το ζήτημα επεσήμανε: «Είναι προφανές από τα ενώπιον μας στοιχεία ότι κατά το στάδιο εκείνο δεν υπήρχε καμμιά προφορική ή άλλη μαρτυρία ενώπιον του, ούτε και έγγραφο που να πιστοποιεί το τελεσίδικο της απόφασης.» Εδώ επισυνάφθηκαν οι σχετικές τελεσίδικες αποφάσεις εναντίον του πρωτοφειλέτη και τα γεγονότα επιβεβαιώθηκαν θετικά με την ένορκη δήλωση της Maria Ambramova. Άλλωστε όπως και να ειδωθεί το ζήτημα ο τρόπος που εισάγεται η ένταση ή ενστάσεις των καθ' ων η αίτηση, δεν επιτρέπει περαιτέρω εξέταση ή άλλο προβληματισμό: Δεν εισάγεται θετική άρνηση ή αμφισβήτηση των οφειλομένων ποσών ή των λογαριασμών και του οφειλομένου υπολοίπου, Τεκμ.18, στη βάση της Συμφωνίας Εγγύησης. Αδυνατώ να αντιληφθώ με ποια έννοια οι καθ' ων η αίτηση εισάγουν την §10(β) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση την πρόταση: «ούτε έχουν» (οι Αιτητές), «προβεί στην παρουσίαση .. επαρκών στοιχείων προς απόδειξη του ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση φέρουν ευθύνη για το εν λόγω υπόλοιπο. Οι ενάγοντες-αιτητές επιπλέον έχουν αποτύχει στο να παρουσιάσουν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ... αφού το Τεκμ.18 της ένορκης δήλωσης .. δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως η επίσημη απόδειξη οφειλής» κ.λ.π. Για να γίνω σαφέστερη ενώ οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τα πιο πάνω στη γενικότητα τους, προχωρούν στην ίδια παράγραφο να προβάλουν τον καταληκτικό ισχυρισμό «ως εκ τούτου - οι καθ' ων η αίτηση αμφισβητούν τόσο το περιεχόμενο, όσο και την ορθότητα και τους αριθμητικούς υπολογισμούς οι οποίοι φαίνονται στο Τεκμ.18, αφού μάλιστα σε αυτό πουθενά δεν φαίνεται ... ποσοστό επιτοκίου το οποίο και περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης τους». Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση πως με τις §§10(β) και 10(δ) της ένορκης δήλωσης αμφισβητείται επαρκώς και με εύλογο τρόπο, τόσο το ποσό το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες, την ύπαρξη οποιασδήποτε οφειλής, αλλά και της μεθόδου και της ορθότητας υπολογισμού του υπολοίπου. Παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1954, σελ. 193 και 197, όπου αυθεντίες που παραθέτονται υποστηρίζουν κατά την εισήγηση του ότι, «σε σχέση με λογαριασμούς, πρέπει να χορηγείται άδεια για υπεράσπιση όταν υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλόμενου ποσού και, επίσης, όταν εγγυητής δεν αποδέχεται το χρέος και δεν φαίνεται πως απλώς επιδιώκει καθυστέρηση». Θα παρατηρήσω για ακόμα μια φορά πως ό,τι εισάγεται εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση συνιστά καταληκτικό συμπέρασμα και όχι στέρεα αμφισβήτηση της αξίωσης των αιτητών. Συμπλέκουν και διαπλέκουν επιχειρήματα στηριζόμενοι σε τυπικές ελλείψεις που στην ουσία τους δεν μπορούν να κριθούν ως γεγονότα που δίνουν το δικαίωμα στους εναγόμενους να υπερασπιστούν. Έχω ήδη πει πιο πάνω πως εισάγεται άρνηση της νομότυπης εκτέλεσης του Τεκμ.15 στη βάση της §11 της Έκθεσης Απαίτησης και του αναληθούς ισχυρισμού όπως θέλουν οι καθ' ων η αίτηση ότι αυτό υπογράφεται από το διευθυντή τους, ενώ το Τεκμ.15 φαίνεται να έχει υπογραφεί από πρόσωπο τρίτο και μη συνδεδεμένο με τους εναγόμενους καθ' ων η αίτηση. Στην ίδια παράμετρο υποδεικνύεται η απουσία παρουσίασης πληρεξουσίου εγγράφου που εξουσιοδοτεί την υπογραφή του Τεκμ.15. Και ο ισχυρισμός αυτός όπως τίθεται είναι αδύνατος και σκιώδης. Η Συμφωνία Εγγύησης, όπως κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμ.15, επιβεβαιώνει αδιαμφισβήτητα, το νομότυπο της εκτέλεσης της: φέρει ξεκάθαρα τη σφραγίδα και την υπογραφή της εναγομένης εταιρείας. Δεν προβάλλεται με την ένσταση άρνηση ή αμφισβήτηση της υπογραφής του συμβολαίου από τους εναγόμενους. Το ότι το όνομα του προσώπου το οποίο βεβαιώνεται ότι ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των εναγομένων διαφέρει από το όνομα του προσώπου που αναφερόταν αρχικά στην §11 της Έκθεσης Απαιτήσεως, πριν την τροποποίηση της, δεν μπορεί να επενεργήσει κατά τον τρόπο που επιθυμούν οι εναγόμενοι. Το ζήτημα παραμένει ως εσωτερικό ζήτημα των εναγομένων, των οποίων η σφραγίδα όπως είπα και υπογραφή τέθηκε στο εν λόγω έγγραφο, με αποτέλεσμα να μην πλήττεται το νομότυπο της εκτέλεσης της συμφωνίας. Και εδώ δεν μπορώ παρά να σημειώσω τον τρόπο με τον οποίο εισάγονται οι λόγοι ένστασης, §10(γ). Επικαλούνται την απουσία «αποδείξεων» προς συσχέτιση του τρίτου προσώπου με τους εναγόμενους ή την ανυπαρξία εξουσιοδότησης του, αποτυχία η οποία υποστηρίζουν «δειλή (sic) ότι το πιο πάνω αναφερόμενο πρόσωπο ήταν με οποιοδήποτε τρόπο εξουσιοδότηση (sic) από τους εναγομένους προς υπογραφή του Τεκμ.15 και/ή του Τεκμ.16 και/ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου εκ μέρους των εναγομένων» χωρίς να αμφισβητούν ρητά ότι συνεβλήθησαν με τους ενάγοντες ή εγγυήθηκαν ή υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία. Ένα πληρεξούσιο έγγραφο διέπεται από τις βασικές αρχές της αντιπροσωπείας (Treitel on the Law of Contract, 3η Εκδ., σελ.612 και Markesinis & Munday An outline of the Law of Agency, σε.12-13). Τα άρθρα 146-147 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 είναι σχετικά και καλύπτουν την έννοια του πληρεξουσίου εγγράφου. Γενικός κανόνας είναι ότι ο αντιπρόσωπος δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο όταν ενεργεί στα πλαίσια των εξουσιών του. Μεταξύ αντιπροσωπευόμενου και τρίτου προσώπου που συναλλάττεται μαζί του υπάρχει το γεγονός ότι ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται έναντι του τρίτου προσώπου ιδιαίτερα όταν το όνομα του αντιπροσωπευόμενου είναι γνωστό. Treitel, σελ. 643 και Markesinis, σελ. 118-120, πιο πάνω. Οποιαδήποτε έγγραφα οι αιτητές θεώρησαν ορθό να επισυνάψουν λόγω αναφοράς τους στην ένορκη δήλωση, έχουν τεθεί ως τεκμήρια. Δεν υπήρχε αναγκαιότητα να παρουσιάσουν το πληρεξούσιο έγγραφο. Η Δ.18, θ.2, που είναι σχετικη, αναφέρεται στην επισύναψη των εγγράφων που τυχόν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση και όχι στα έγγραφα που αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα. Αναδρομή στην αντίστοιχη Αγγλική Δ.14, θ.2, όπως επιβεβαιώνεται από την Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1959, σελ. 258 και ιδιαίτερα στη σελ. 260, φανερώνει την ίδια πρακτική. Έρχομαι στη συνέχεια να εξετάσω το ζήτημα που εγείρεται στην §10(δ)(II) της ένορκης δήλωσης ότι η συμφωνία Εγγύησης, Τεκμ.15 δεν προνοεί ότι ο εγγυητής υποχρεούται στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού ως τιμωρητική αποζημίωση: ο όρος 2.4 του αμφισβητούμενου από τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση τεκμηρίου, δεν συμπεριλαμβάνει υποχρέωση που απορρέει από τιμωρητική ρήτρα, γεγονός το οποίο, όπως ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση, συνηγορεί «στην περαιτέρω αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου απαιτητού οφειλόμενου ποσού εναντίον των εναγομένων». Μέσα στο ίδιο πλαίσιο αμφισβητούν και την υποχρέωση καταβολής δικαστικών εξόδων και επιβολής ποσοστών επιτοκίων και τόκου υπερημερίας. Από ανάγνωση του Τεκμ.15, «guarantee and indemnity», όρος 2.1, 2.2, 2.3, 2.4 προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ως εγγυητές υποχρεούντο στην καταβολή τόκων, τόκων υπερημερίας και όλων των εξόδων και δαπανών που θα υποστούν οι ενάγοντες ή θα προκύψουν από και/ή σε σχέση με την παράλειψη του πρωτοφειλέτη-δανειστή να εκπληρώσει όλες του τις υποχρεώσεις, όπως πηγάζουν από τη Συμφωνία Δανείου. Το Δικαστήριο είναι όντως σε καλή θέση να διαπιστώσει τα πιο πάνω. Οι καθ' ων η αίτηση σε καμιά λεπτομέρεια ή εξειδίκευση των ισχυρισμών τους προχωρούν, ώστε να υποδείξουν ποια ποσά συνιστούν τιμωρητική ρήτρα (penalty clause). Σχολιάζουν και στηρίζονται και οι ίδιοι στον όρο 2.4 του Τεκμ.15, αλλά ταυτοχρόνως παραπέμπουν στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, όπου πράγματι στην §18.ΙΙΙ, αναφέρεται το εν λόγω ποσό περιγράφεται ως τιμωρητική ρήτρα. Το Δικαστήριο είναι σε καλή θέση από ανάγνωση της §2.4 και/ή των λοιπών σχετικών όρων του Τεκμ.15, να διαπιστώσει ότι πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε τιμωρητική ρήτρα. Ό,τι άλλωστε αξιώνεται με την § Γ του αιτητικού, αξιώνεται «ως τόκοι υπερημερίας από 1.4.2009 - 20.5.2009». Άλλωστε αν υπήρχε παρανομία για χρέωση του εν λόγω ποσού ως τιμωρητική ρήτρα και όχι ως τόκος υπερημερίας, αυτό δεν θα επηρέαζε την όλη συμφωνία εφόσον θα μπορούσε να εκδοθεί απόφαση με παραμερισμό του παράνομου ποσού. Louis Georges Fashions Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 272, Ανδρονίκου, πιο πάνω. Οι εναγόμενοι και για το μέρος αυτό το απαίτησης απέτυχαν να ικανοποιήσουν το βάρος που φέρουν, να συγκεκριμενοποιήσουν τα εν λόγω ποσά, να δώσουν σε λογική έκταση λεπτομέρειες ώστε όντως να υποδείξουν θέμα προς εκδίκαση. Έρχομαι τέλος να εξετάσω το ζήτημα της μη λήψης οποιασδήποτε γραπτής ειδοποίησης απαίτησης του οφειλόμενου ποσού σύμφωνα με τον όρο 12.2 του Τεκμ.15. Πουθενά και πάλι, §10(ε) της ένορκης δήλωσης, δεν εισάγεται θετικός ισχυρισμός ή άρνηση των εναγομένων για μη λήψη της ειδοποίησης. Οι εναγόμενοι αρκούνται στη τυπική διερεύνηση του πράγματος και στο ότι οι ενάγοντες απέτυχαν «να αποδείξουν» την αποστολή του Τεκμ.17 ή την επιτυχή λήψη των εν λόγω επιστολών για να εισηγηθούν τελικά πως οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους του Τεκμ.15, 21.2
(1)(β) και 2(β). Το ζήτημα έχει ξεκαθαρίσει και νομολογιακά. Το βάρος απόδειξης μη λήψης επιστολής το φέρει αυτός που το επικαλείται. Οι αιτητές βεβαιώνουν ότι έχουν αποστείλει τις σχετικές ειδοποιήσεις σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας στη διεύθυνση των εναγομένων. Στην απουσία ρητής άρνησης εκ μέρους των εναγομένων για λήψη της ειδοποίησης, το επιχείρημα παραμένει κενό νοήματος. Συνοψίζω τα ζητήματα. Οι θέσεις των εναγομένων περιορίζονται σε τυπικά, νομοτεχνικά ζητήματα και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητείται η ουσία ή η ύπαρξη των αγώγιμων δικαιωμάτων των εναγόντων: Η συμβατική τους σχέση ως εγγυητών του πρωτοφειλέτη, ο δανεισμός του ποσού ή ότι οι ίδιοι πλήρωσαν οτιδήποτε έναντι του χρέους. Καμία παράμετρο της υπόθεσης των εναγόντων έχουν προσβάλει στην ουσία. Οι θετικοί ισχυρισμοί των εναγόντων και οι δικογραφημένες τους θέσεις δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία τους. Πριν ολοκληρώσω δεν μπορώ να αποφύγω να σχολιάσω τον κακό τρόπο σύνταξης της ένστασης και ιδιαιτέρως της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Προβάλλονται, όπως είπα, δεκαεννέα λόγοι ένστασης, ενώ μέσα στις δέκα παραγράφους της ένορκης δήλωσης, με πολλές υποπαραγράφους η κάθε μια, προβάλλονται γενικότροπα και συμπυκνωμένα αόριστοι και νομοτεχνικοί λόγοι, έτσι ώστε το Δικαστήριο επιτέλεσε το έργο του με ιδιαίτερη δυσκολία. Αλίευσε κυριολεκτικά τους λόγους ένστασης οι οποίοι καλύπτονταν πίσω από γενικότητα και αχρείαστη φιλολογία. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι η διατύπωση τέτοιων γενικών, αόριστων και νομοτεχνικών αιτιάσεων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει βάση που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης για συνοπτική απόφαση, εφόσον κατά τα άλλα η έκδοση της είναι δικαιολογημένη. Η στάση των εναγομένων και ο τρόπος σύνταξης της ένστασης τους ενδυναμώνει την κατάληξη ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν δεν προβλήθηκαν για κανένα άλλο σκοπό παρά μόνο για πρόκληση καθυστέρησης. Οι εναγόμενοι έχουν αποτύχει να υποδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης Υπεράσπισης ή άλλο λόγο που να δικαιολογεί την μη έκδοση της. Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων ως οι §§ Α, Β, Γ, Δ πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο