← Κύπρος

HALIS CO FOR GENERAL TRADING κ.α. ν. WINDSOR - BROKERS LIMITED, Αρ. Αγωγής 5003/06, 28 Νοεμβρίου 2011

HALIS CO FOR GENERAL TRADING κ.α. ν. WINDSOR - BROKERS LIMITED, Αρ. Αγωγής 5003/06, 28 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A329 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5003/06 Μεταξύ:

  1. HALIS CO. FOR GENERAL TRADING, από την Παλαιστίνη
  2. WAEL AL HALIS, από την Παλαιστίνη Εναγόντων -και- WINDSOR - BROKERS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 21.6.2011 Αντικρουστική Μαρτυρία - Άρθρο 26 Κεφ. 9 28 Νοεμβρίου 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Γ. Νικολάου και κα Ε. Χριστοφόρου Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Α Γιωρκάτζης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτησή τους οι ενάγοντες επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τους επιτρέπεται η παρουσίαση αντικρουστικής και/ή απαντητικής μαρτυρίας σχετικά με μαρτυρία που παρουσίασαν οι Εναγόμενοι και συγκεκριμένα σε σχέση με τα Τεκμ.26 και 27 που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο κατά το στάδιο της επανεξέτασης της M.Y.1 Larisa Kukac Michael. Η αίτηση καταχωρίστηκε μετά το κλείσιμο της υπόθεσης από τους εναγόμενους και σκοπό έχει, όπως είναι η θέση των αιτητών, να αντικρούσει τη μαρτυρία των εναγομένων ότι στάλθηκαν οδηγίες από τους ενάγοντες μέσω τηλεομοιότυπου για πιστωτικές διευκολύνσεις με αφαίρεση ποσών από το λογαριασμό των προμηθειών των εναγόντων. Ειδικότερα ότι τα έγγραφα Τεκμ.26 και 27, που φαίνονται να φέρουν την υπογραφή του ενάγοντα 2, είναι πλαστογραφημένα, θέμα που σχετίζεται άμεσα με τα επίδικα θέματα και συγκεκριμένα με τη θέση της Υπεράσπισης ότι το μόνο ποσό που οφείλουν στους ενάγοντες είναι $500 Αμερικής και όχι το αξιούμενο με την Έκθεση Απαιτήσεως. Προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι η μη γνησιότητα και ή πλαστογράφηση των Τεκμ.26 και 27, δεν μπορούσε να δικογραφηθεί με την Έκθεση Απαιτήσεως ή τα δικόγραφα γενικά των εναγόντων, εφόσον δεν γνώριζαν για την ύπαρξη και το περιεχόμενο τους κατά το χρόνο καταχώρισης τους. Ακόμη, ότι τα πιο πάνω έγγραφα δεν είχαν αποκαλυφθεί από τους εναγόμενους κατά το στάδιο αποκάλυψης των εγγράφων, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες και οι δικηγόροι τους να μην έχουν υπόψη τους τέτοια μαρτυρία. Εξασφαλίστηκαν αντίγραφα των Τεκμ.26 και 27 μετά την καταχώριση τους ενώπιον του Δικαστηρίου οπότε, όπως προβάλλει η ένορκη δήλωση, μετά την επανεξέταση της Μ.Υ.1 και κατόπιν οδηγιών του ενάγοντα 2, δόθηκαν για έλεγχο και έρευνα σε ειδικό γραφολόγο και εμπειρογνώμονα με σκοπό τη διερεύνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα
  3. Οι εναγόμενοι προβάλλουν ένσταση και επιζητούν την απόρριψη της αίτησης: το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την ένσταση δεν δικαιολογεί την έκδοση του διατάγματος. Επιχειρηματολογώντας στη βάση των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά την ακροαματική διαδικασία, ισχυρίζονται πως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως γνήσιος ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αιφνιδιάστηκαν με την παρουσίαση και κατάθεση των Τεκμ.26 και
  4. Οι ενάγοντες γνώριζαν από προηγουμένως την πρόθεση των εναγομένων να καταθέσουν τα εν λόγω έγγραφα και μάλιστα ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η αντεξέταση του ενάγοντα
  5. Σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στα γραφεία του δικηγόρου των εναγομένων επιθεωρήθηκε από τον ενάγοντα 2 το μεγαλύτερο μέρος των εγγράφων αυτών, εξ ου και όταν ο ενάγοντας 2 κατά την αντεξέταση του, την αμέσως της συνάντησης επόμενη μέρα, ανέφερε ότι δεν στάλθηκε από μέρους των εναγόντων οποτεδήποτε οδηγία για αφαίρεση της προμήθειας από το λογαριασμό προμηθειών για να χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες 1 για διεξαγωγή εμπορικής συναλλαγής, όπως είχαν την επιλογή από την αίτηση "credit facility application" Τεκμ.
  6. Υποστηρίζει ακόμη η ένορκη δήλωση, επιχείρημα που προωθήθηκε και κατά την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων, πως οι ενάγοντες κινούνται αντιφατικά: ενώ ισχυρίζονται ότι δεν γνώριζαν την ύπαρξη των εν λόγω έγγραφων και κατελήφθησαν εξ απροόπτου, όταν έγινε προσπάθεια να κατατεθεί το σύνολο των εγγράφων που περιείχαν τις γραπτές οδηγίες των εναγομένων, κατά το στάδιο της αντεξέτασης πάντοτε του ενάγοντα 2, υπήρξε ένσταση από την ευπαίδευτη συνήγορό τους επειδή τα έγγραφα αυτά δεν είχαν αποκαλυφθεί. Σημειώνω για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας, πως η ένσταση έγινε δεκτή από το Δικαστήριο και δεν επιτράπηκε η κατάθεση τους κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, ακριβώς γιατί αυτά δεν αποκαλύφθηκαν. Όπως διαπιστώνεται και από τα πρακτικά, η κατάθεση των πιο πάνω εγγράφων έγινε κατά το στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Υ.
  7. Επιτράπηκε η κατάθεσή τους από το Δικαστήριο εφόσον έκρινε ότι ο λόγος της Μ.Υ.1 αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση με την υποβολή ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν στάλθηκαν από τους ενάγοντες και αν σταλθήκαν, είναι πλαστά. Οι εναγόμενοι προβάλλουν ακόμη δύο λόγους για τους οποίους εκθεμελιώνεται ο ισχυρισμός των εναγόντων περί αιφνιδιασμού: (α) Οι ενάγοντες ουδέποτε ζήτησαν λεπτομέρειες για το περιεχόμενο του Τεκμ.23 ή της κατάστασης λογαριασμού τους, δέσμη με όλες τις μηνιαίες καταστάσεις που αποστέλλονταν από τους εναγόμενους στους ενάγοντες 1, και παρουσίαζε το σύνολο κίνησης λογαριασμού προμηθειών, έγγραφο που οι εναγόμενοι αποκάλυψαν και παρέδωσαν στους ενάγοντες κατά το στάδιο των οδηγιών. (β) Η κίνηση του λογαριασμού προμηθειών Τεκμ.23 όπως αποκαλύφθηκε κατά το στάδιο των οδηγιών, αφαιρεί από τους ενάγοντες το δικαίωμα να ισχυρίζονται ότι κατελήφθησαν εξ απρόοπτου. Έχω εξετάσει με προσοχή την επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων μερών μέσα στα πλαίσια της νομολογίας σε συνάρτηση με τις πρόνοιες της Δ.33 θ.7(ii)(b). AndreasTsiartas and Others v. Avgerinos Taliotis,

(1989)1 C.L.R. 219, Standard Fruit Company (Bermuda) Limited και Άλλοι v. Gold Seal Shipping Company Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ., 886, Γεωργία Ματθαίου v. Ροζάνας Μιχαήλ Νικολάου, 2. Μιχαήλ Νικόλα (Αρ.2),
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.
  1. Η Δ.33, θ.7 προνοεί ως ακολούθως: «Απαντητική μαρτυρία, είτε αυτή είναι προφορική ή με ένορκη δήλωση, πρέπει κατά γενικό κανόνα να περιορίζεται αυστηρά στο να αντικρούει την υπόθεση του εναγομένου και δεν πρέπει απλώς να επιβεβαιώνει την υπόθεση του ενάγοντα. Με την άδεια του Δικαστηρίου μπορεί να δοθεί αντικρουστική μαρτυρία από τον ενάγοντα σε απάντηση της μαρτυρίας του εναγομένου προς υποστήριξη επίδικου θέματος η απόδειξη του οποίου εβάρυνε τον ίδιο. Η διακριτική ευχέρεια μπορεί ακόμη να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα όπου η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Ο Δικαστής έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί περαιτέρω μαρτυρία είτε για την δική του ικανοποίηση ή όπου αυτό απαιτείται από το συμφέρον της δικαιοσύνης - και επιβεβαιωτική αντικρουστική μαρτυρία γενικώς θα γίνεται επιτρεπτή όπου ο διάδικος που την προσφέρει έχει παραπλανηθεί ή έχει καταληφθεί εξ απροόπτου.» Στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleading and Practice, 21η έκδοση, στη σελίδα 287 αναφέρονται τα εξής: "In some cases, at the close of the defendant's case, the plaintiff may be allowed to call further evidence to answer an affirmative case raised by the defendant. Thus, if the defendant has pleaded an excuse or justification for his conduct, the plaintiff may, if he chooses, deal with this defence and call evidence to rebut the justification in the first instance; or he may, at the judge's discretion, be allowed to confine his original case to proving what the defendant did, and, when a prima facie defence has been established, to deal with it in his reply. But the plaintiff cannot, in the absence of special circumstances, call some evidence to rebut the justification in the first instance and more afterwards in reply, thus dividing his proof". (Υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου). Σε ελεύθερη μετάφραση: «Σε ορισμένες περιπτώσεις κατά το κλείσιμο της υπόθεσης του εναγόμενου δύναται να επιτραπεί στον ενάγοντα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία για να απαντήσει σε ζήτημα που ηγέρθη από τον εναγόμενο. Έτσι, αν είναι δικογραφημένη από τον εναγόμενο μια δικαιολογία για την συμπεριφορά του, ο ενάγοντας μπορεί, να επιλέξει, να ασχοληθεί με αυτή την υπεράσπιση και να καλέσει μαρτυρία για να αντικρούσει την δικαιολογία αυτή εξ αρχής. Μπορεί όμως κατά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστή να επιτραπεί σε αυτόν να περιορίσει την αρχική του υπόθεση στο να αποδείξει τι έπραξε ο εναγόμενος και αν αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, τότε, να καταπιαστεί με αυτή απαντώντας. Όμως, ο ενάγοντας δεν μπορεί στην απουσία ειδικών περιστάσεων να καλέσει μαρτυρία για να αντικρούσει την δικαιολογία εξ αρχής και αργότερα να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία εις απάντηση, κατατέμνοντας έτσι, την απόδειξη». Οι ενάγοντες είναι δεδομένο ότι δεν είχαν υπόψη τους τα εν λόγω έγγραφα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας εφόσον αυτά δεν αποκαλύφθηκαν. Είναι επίσης ξεκάθαρο από τα πρακτικά του Δικαστηρίου πως στις 7.10.11, πριν την συνέχιση της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 από τον κ. Γιωρκάτζη, η κα Νικολάου με τις δηλώσεις της αναγνώριζε και αποδεχόταν ότι από τα έγγραφα που της δόθηκαν από τους συναδέλφους, διαπιστώθηκε από τους πελάτες της ότι ήταν πλαστά. Είναι επίσης δεδομένο, όπως έχω ήδη αναφέρει, ότι το θέμα τέθηκε στο Μ.Ε.1 ο οποίος εξετάζοντας το Τεκμ.22, "credit facility application" ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή δεν ήταν δική του. Eίχε, είπε, την ευκαιρία να δει αυτά τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος δεν είχε υπογράψει. Υποψιαζόταν ότι ήταν πλαστογραφημένα. Δεν αμφισβήτησε όμως στο τέλος ότι επί του Τεκμ.22 ήταν η υπογραφή του. Άλλα έγγραφα που είδε, και «έμοιαζαν» με το Τεκμ.22 είναι πλαστά. Σ΄ αυτό το στάδιο και όταν ο κ. Γιωρκάτζης προσπάθησε να τα καταθέσει υπεβλήθη ένσταση για τους λόγους μη αποκάλυψης όπως είπα πιο πάνω. Ήδη λοιπόν οι ενάγοντες γνώριζαν από τις 7.10.11για την ύπαρξη των εν λόγω εγγράφων τα οποία είχαν και την ευκαιρία να τα επιθεωρήσουν. Ενώ είχαν ένσταση στην παρουσίαση τους, προκαλούν με την αντεξέταση να επιτραπεί η καταχώρισή τους. Επικαλούνται εκ των υστέρων δικαίωμα αντικρουστικής μαρτυρίας ενώ άφησαν το ζήτημα μέχρι τις 10.11.11 οπότε και έκλεισαν την υπόθεσή τους οι εναγόμενοι. Το γεγονός της μη αποκάλυψης αυτό καθαυτό βρίσκω πως δεν μπορεί να δικαιολογήσει και να καλύψει κάτω από την ομπρέλα του το ζήτημα της εξ απροόπτου κατάληψης των εναγόντων. Η πορεία που επέλεξε η πλευρά των εναγόντων και ο τρόπος που τροχοδρομήθηκε η κατάθεση των εγγράφων και η μαρτυρία που προσφέρθηκε, δεν συνηγορούν υπέρ των θέσεων τους. Η κα Νικολάου είχε την ευκαιρία πριν κλείσει η υπόθεση των εναγόντων να επιλέξει στη βάση των θέσεων και δηλώσεων πλέον των πελατών της, αν θα προσκόμιζε οποιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, τα οποία είχε την ευκαιρία να επιθεωρήσει. Δεν παραγνωρίζω ότι το ζήτημα της πλαστότητας των εγγράφων δεν ήταν ζήτημα το οποίο βάρυνε τον ενάγοντα ή ζήτημα που έφερε το βάρος να αποδείξει. Όπως και δεν παραγνωρίζω ότι η μαρτυρία που επιθυμεί να προσάγει η άλλη πλευρά είναι προς απάντηση της μαρτυρίας των εναγομένων προς υποστήριξη επιδίκου θέματος για την απόδειξη του οποίου το βάρος φέρουν οι εναγόμενοι. Δεν είναι νοητό να εξασκηθεί διακριτική ευχέρεια υπέρ των εναγόντων εφόσον σε καμία περίπτωση η φύση της υπεράσπισης έχει αποκαλυφθεί κατά την αντεξέταση των δικών του μαρτύρων. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους έθεταν ζήτημα επανειλημμένης απόσυρσης από το λογαριασμό των εναγόντων 1 διάφορων ποσών που βρίσκονταν σε πίστη των τελευταίων και ότι αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στους ενάγοντες, §§ 8 και 9 της Υπεράσπισης. Ουδέποτε ζητήθηκαν λεπτομέρειες από τους ενάγοντες για το πώς και πότε έγιναν αποσύρσεις από το λογαριασμό των εναγόντων
  2. Το πώς αποδεικνύονται οι δικογραφημένες θέσεις είναι πλέον θέμα μαρτυρίας. Σε καμία όμως περίπτωση η κατάθεση των εγγράφων με τον τρόπο που σημειώθηκε δεν μπορεί να καλύψει και να θεραπεύσει το ζήτημα. Η θέση των εναγομένων ήταν ξεκάθαρη και αποκρυσταλλωμένη εξ υπαρχής και τίποτε το διαφορετικό δεν προέκυψε από την αντεξέταση των μαρτύρων. Το πρόβλημα δεν θα ανέκυπτε εάν η κάθε πλευρά χρησιμοποιούσε ως εργαλείο τις πρόνοιες της Πολιτικής Δικονομίας και συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του Δικαστηρίου κάθε φορά. Οι ενάγοντες να επιζητούσαν να τους δοθούν λεπτομέρειες των πιο πάνω παραγράφων και οι εναγόμενοι να προέβαιναν σε πλήρη αποκάλυψη. Η συνέπεια από την μη αποκάλυψη εγγράφου συνίσταται στο να μη μπορεί ο διάδικος που δε συμμορφώθηκε με το διάταγμα για αποκάλυψη να μπορεί να το χρησιμοποιήσει κατά την ακροαματική διαδικασία, όπως και έγινε στην περίπτωση μας όπου το Δικαστήριο αρνήθηκε στη βάση αυτή την κατάθεση των Τεκμ.26 και
  3. Έχω ήδη πει με ποιο τρόπο και σε ποιο στάδιο κατατέθηκαν τα έγγραφα. Στη βάση πλέον των δικογραφημένων θέσεων των μερών και της διαδικασίας όπως εξελίχθηκε βρίσκω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.33 θ.
  4. Εξασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια καταλήγω να μην επιτρέψω την προσαγωγή αντικρουστικής ή απαντητικής μαρτυρίας ως το αίτημα των εναγόντων. Τα έξοδα της αίτησης σε βάρος των εναγόντων αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) ............ Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Δ.33, θ.7 / Αντικρουστική μαρτυρία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.