← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Έλενα Ράουσερ, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1273/10, 29 Νοεμβρίου 2011

Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Έλενα Ράουσερ, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1273/10, 29 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 1273/10 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι την Μαρίνα Έλενα Ράουσερ, εκ Λεμεσού Οφειλέτιδα Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Οφειλέτιδα: κ. Χαραλάμπους για Αντρέα Γιωρκάτζη Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Πιστωτές: κα Παπαμιχαήλ για Αντώνη Παπαντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 24.9.2010 στην αγωγή με αρ. 3095/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Μαρίνας Έλενας Ράουσερ (στη συνέχεια «η οφειλέτιδα») αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά με τον Φάνο Κωνσταντινίδη, για το ποσό των €292.000 πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε στις 8.11.2010 μετά από αίτημα των εναγόντων στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή της εταιρείας ΟΙΚΟΣΥΝΘΕΣΕΙΣ ΛΤΔ (στη συνέχεια «οι πιστωτές») ειδοποίηση πτώχευσης προς την οφειλέτιδα. Στις 26.11.2010 καταχωρήθηκε από την οφειλέτιδα ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας για ακύρωση της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης, όπου αναφέρεται ότι η οφειλέτιδα ενίσταται στην έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της για τους ακόλουθους λόγους. Διατηρεί ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό εναντίον των πιστωτών την οποία δεν μπόρεσε να καταχωρήσει στην αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση στην οποία βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα μεταξύ των πιστωτών και της οφειλέτιδας υπογράφηκε συμφωνία για ανέγερση προκατασκευασμένης οικίας από τους πιστωτές. Βάσει αρχιτεκτονικών σχεδίων λήφθηκε πολεοδομική άδεια στις 17.12.

  1. Το κόστος ανέγερσης της οικίας συμφωνήθηκε στο ποσό των €326.932,38 ενώ οι έξτρα εργασίες θα ανήρχοντο στο ποσό των €44.
  2. Παρά τις διαβεβαιώσεις των πιστωτών ότι θα ετοιμάσουν στατική μελέτη της οικίας, που είναι προαπαιτούμενο για την υποβολή αίτησης για έκδοση άδειας οικοδομής, αυτό δεν έγινε και ως εκ τούτου δεν εκδόθηκε άδεια οικοδομής. Η έναρξη και σχεδόν ολοκλήρωση του έργου ανέγερσης της οικίας έγινε χωρίς τη στατική μελέτη και άδεια οικοδομής και είναι παράνομη πράξη από πλευράς των πιστωτών, οι οποίοι έπεισαν την οφειλέτιδα και τον σύζυγο της να συγκατατεθούν σε έναρξη των εργασιών ανέγερσης της οικίας χωρίς άδεια οικοδομής. Ως εκ τούτου οι πιστωτές δεν δικαιούνται να αποκομίζουν οποιοδήποτε όφελος από την παρανομία τους ενώ παράλληλα ουδέποτε είχαν άδεια εργολήπτη με αποτέλεσμα παράνομα να αξιώνουν δικαστικά την οποιαδήποτε αμοιβή τους. Οι επιπτώσεις της συμπεριφοράς των πιστωτών θα είναι ενδεχόμενα να μην εξασφαλιστεί πιστοποιητικό τελικής έγκρισης της οικίας και συνεπεία της παράβασης των συμβατικών και νομικών υποχρεώσεων των πιστωτών έναντι της οφειλέτιδας, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της υπόκεινται σε ζημιές, έξοδα και απώλειες που θα ανταπαιτήσουν από τους πιστωτές. Οι ζημιές αυτές είναι αφενός τα χρήματα που ήδη κατέβαλαν στους πιστωτές ύψους €215.000 πλέον τα χρήματα που αξιώνουν οι πιστωτές από αυτούς και ανέρχονται στο ποσό των €211.179,24 (Τεκμήριο 1) και αφετέρου το κόστος αποκατάστασης και ολοκλήρωσης των εργασιών από άλλο εξειδικευμένο εργολάβο προκατασκευασμένων οικιών που θα ανέλθει σε ποσό πέραν των €50.000, το οποίο ανταπαιτούν από τους πιστωτές. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 η πραγματική απαίτηση των πιστωτών δεν ξεπερνά το ποσό των €211.179,24, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται εργασίες που δεν έχουν γίνει ακόμη. Η οφειλέτιδα δεν προέβαλε η ίδια ούτε ο σύζυγος της τις πιο πάνω απαιτήσεις τους εναντίον των πιστωτών στην αγωγή με αριθμό 3095/10 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού λόγω του ότι όταν τους επιδόθηκε η αγωγή επικοινώνησε ο σύζυγος της με τον διευθυντή και/ή αντιπρόσωπο των πιστωτών, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε στην απόδειξη της υπόθεσης και θα έδιδε οδηγίες στον δικηγόρο του να αφήσει στάσιμη την υπόθεση μέχρι το τέλος του έτους. Ενόψει των πιο πάνω διαβεβαιώσεων των πιστωτών, η οφειλέτιδα δεν ανέθεσε την υπόθεση στους δικηγόρους της για να προβούν στα δέοντα μέτρα δεδομένου μάλιστα ότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές, οι οποίοι είχαν παραβεί τη συμφωνία τους σε σχέση με την ετοιμασία της στατικής μελέτης καθώς και την ολοκλήρωση των εργασιών. Αυτό φαίνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι παρόλο που η αγωγή καταχωρήθηκε και επιδόθηκε τον Ιούνιο του 2010, η απόδειξη της υπόθεσης έγινε τον Σεπτέμβριο του
  3. Το ποσό της εκδοθείσας απόφασης δεν είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό ενόσω η βάση της αγωγής με αριθμό 3095/10 (αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2) αφορά την έκδοση τριών επιταγών που συμποσούνται σε €292.000, εκ των οποίων η έκδοση της δεύτερης επιταγής έγινε σε αντικατάσταση της πρώτης επιταγής την οποία οι πιστωτές ανέλαβαν να αποστείλουν στον σύζυγο της αλλά ουδέποτε το έπραξαν. Δεδομένου ότι από το Τεκμήριο 1 φαίνεται ότι το συνολικό κόστος ανέγερσης του έργου δεν ξεπερνά το ποσό των €211.779,24, κάτι που δεν αρνούνται οι πιστωτές, η έκδοση των πιο πάνω επιταγών έγινε ως πληρωμή αμοιβής των πιστωτών για τις υπηρεσίες τους στην ανέγερση της οικίας, η οποία γινόταν παράνομα χωρίς άδεια οικοδομής και συνεπώς το αντάλλαγμα για την έκδοση των επιταγών ήταν για παράνομο σκοπό με αποτέλεσμα οι πιστωτές να μην νομιμοποιούνται σε είσπραξη τους. Οι πιο πάνω επιταγές δεν υπογράφηκαν από την οφειλέτιδα, η οποία δεν ήταν εκδότρια των επιταγών και δεν έπρεπε να εκδοθεί εναντίον της απόφαση. Επειδή όλα τα πιο πάνω αποτελούν σοβαρές υπερασπίσεις και ανταπαιτήσεις εναντίον των πιστωτών, οι οποίες δεν κατέστη δυνατό να προβληθούν στην εν λόγω αγωγή για τους προαναφερθέντες λόγους, η οφειλέτιδα ζητά την ακύρωση της υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης. Η υπόθεση ορίστηκε από το Δικαστήριο για ακρόαση στις 11.1.2011, με παράταση του χρόνου δυνάμει του Καν. 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Οι πιστωτές καταχώρησαν απαντητική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4.2.2011, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.1.2011 μετά από σχετική αίτηση που καταχώρησαν οι πιστωτές ημερομηνίας 15.12.
  4. Με την απαντητική τους ένορκη δήλωση οι πιστωτές απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της οφειλέτιδας που σχετίζονται με την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό εναντίον τους, ως άσχετους με την παρούσα διαδικασία. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα των πιστωτών, ενός εκ των διευθυντών τους, ότι αν η οφειλέτιδα είχε οποιαδήποτε ανταπαίτηση, ανταγωγή ή συμψηφισμό εναντίον των πιστωτών θα έπρεπε να την διεκδικήσει στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 3095/10 εφόσον όσα ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ήταν ήδη γνωστά σ' αυτήν εδώ και πολύ καιρό, όπως η ίδια αναφέρει, επέλεξε ωστόσο να μην καταχωρήσει εμφάνιση και έκθεση υπεράσπισης στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής. Η ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας είναι παράνομη, κακόπιστη και καταχρηστική, μη έχουσα δε οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Κατέστη περαιτέρω παραδεκτό ως πραγματικό γεγονός ότι στις 4.4.2011 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η αγωγή με αριθμό 1519/11 μεταξύ της οφειλέτιδας στην παρούσα Ειδοποίηση Πτώχευσης καθώς και του οφειλέτη στην Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 1275/10 ως εναγόντων εναντίον των πιστωτών και στις δύο Ειδοποιήσεις Πτώχευσης ως εναγομένων, μεταξύ των επίδικων θεμάτων της οποίας αγωγής είναι και η προβαλλόμενη ανταπαίτηση ή ανταξίωση των δύο οφειλετών εναντίον των πιστωτών. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι συνήγοροι αγόρευσαν, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος της οφειλέτιδας επεσήμανε ότι είναι αναμφισβήτητο ότι η οφειλέτιδα έχει γνήσια ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταγωγή που προκύπτει από τη συναλλαγή των διαδίκων και αφορούσε την ανέγερση οικίας από τους πιστωτές-ενάγοντες και που υπήρχε κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής με αριθμό 3095/10, στην οποία λήφθηκε η δικαστική απόφαση βάσει της οποίας εκδόθηκε η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης. Στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της διαφοράς και δεδομένου ότι η οφειλέτιδα δεν αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών της ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την προβαλλόμενη ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταγωγή, θα πρέπει οι ισχυρισμοί της να κριθούν πειστικοί. Η εξήγηση της οφειλέτιδας σε σχέση με το ότι δεν προέβαλε την υπό αναφορά ανταπαίτηση στην προαναφερθείσα αγωγή ικανοποιεί την προϋπόθεση του νόμου αναφορικά με την μη προβολή της εν λόγω ανταπαίτησης στην αγωγή όπου εκδόθηκε η απόφαση επί της οποίας βασίζεται η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης. Είναι ουσιώδες άλλωστε το ότι η ανταπαίτηση, συμψηφισμός ή ανταγωγή υφίσταται κατά τον χρόνο εκδίκασης της διαδικασίας για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης. Αντίθετα, η συνήγορος των πιστωτών πρόβαλε ότι αφενός η οφειλέτιδα δεν προβάλλει γνήσια ανταξίωση έναντι των πιστωτών και αφετέρου δεν αναφέρει τι την εμπόδισε να προβάλει τυχόν ανταξίωση της στα πλαίσια της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που αποτελεί την βάση της υπό κρίση ειδοποίησης πτώχευσης. Η οφειλέτιδα επέλεξε να μην καταχωρήσει εμφάνιση και έκθεση υπεράσπισης στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής ούτε και προχώρησε με αίτηση παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε σ' αυτήν. Περαιτέρω η καταχώρηση της αγωγής με αριθμό 1519/11 στις 4.4.2011, δηλαδή 6 και πλέον μήνες μετά την έκδοση της υπό αναφορά απόφασης, έγινε με προφανή σκοπό να δημιουργήσει ψεύτικη απαίτηση για να σταματήσει υστερόβουλα και καταχρηστικά την παρούσα δικαστική διαδικασία. Πέραν του ότι όσα προβάλλει η οφειλέτιδα ως ανταξίωση είναι αόριστα και άσχετα με την παρούσα διαδικασία, εφόσον ήταν σε γνώση της κατά το στάδιο έκδοσης της προαναφερθείσας απόφασης είναι πρόδηλο ότι μπορούσε να τα προβάλει στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3

(1)(ζ) του Νόμου προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 η εν λόγω ένορκη δήλωση ενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρείται εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3), όταν η επίδοση γίνεται στην Κύπρο. Αν η αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να ακουσθεί εντός της προθεσμίας των 7 ημερών, το Δικαστήριο παρατείνει τον χρόνο και δεν θεωρείται ότι διαπράττεται πράξη πτώχευσης μέχρις ότου δικαστεί και αποφασιστεί η αίτηση του οφειλέτη (Κανονισμός 41). Προκύπτει, κατά συνέπεια, ότι σε αντίθετη περίπτωση διαπράττεται πράξη πτώχευσης, παρά την καταχώρηση ένορκης δήλωσης. Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Στην υπόθεση Τhe Debtor v. Seater Walker Ltd
(1981)2 All E.R. 987, μάλιστα, λέχθηκε ότι ο Πρωτοκολλητής θα πρέπει να ικανοποιείται ότι τέτοια ένορκη δήλωση πληροί την προαναφερθείσα πρόνοια και μετά να προβαίνει σε ορισμό ημερομηνίας ακρόασης της. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18. (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 425 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να εξεταστεί αρχικά, δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης έγινε στις 24.11.2010, κατά πόσο η υπό κρίση ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)και
(3). Στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 ΑΑΔ 788, επαναβεβαιώθηκε, με αναφορά στην Λάρκος ν. Κατσιαρή (πιο πάνω), ότι αναγνωρίζεται η δυνατότητα παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης με την υποβολή ένορκης δήλωσης που λειτουργεί ως αίτηση, εφόσον προβάλλεται εξόφληση του χρέους ή ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το χρέος. Η ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας στην παρούσα υπόθεση, εφόσον προβάλλει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως ρητά αναφέρεται σ' αυτήν, πρέπει να θεωρηθεί ότι καταχωρήθηκε βάσει του Κανονισμού 40
(2), λειτουργεί δε βάσει του Κανονισμού 41 ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, έχοντας καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(3). Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, η οφειλέτιδα ισχυρίζεται ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταξίωση εναντίον των πιστωτών για τα ποσά των €215.000, €211.779,24 και €50.000, αναφέροντας πληθώρα ισχυρισμών προς στοιχειοθέτηση των αξιώσεων της έναντι των πιστωτών. Όπως αναλυτικά παρατέθηκαν οι ισχυρισμοί της πιο πάνω, οι αξιώσεις της οφειλέτιδας πηγάζουν από την συμφωνία της με τους πιστωτές για ανέγερση οικίας. Δυνάμει αυτής της συμφωνίας εκδόθηκαν και οι επιταγές που αποτέλεσαν τη βάση της αγωγής με αρ. 3095/10, η απόφαση επί της οποίας αποτελεί το έναυσμα της υπό κρίση ειδοποίησης πτώχευσης. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία η οφειλέτιδα δεν αντεξετάστηκε επί των θέσεων της αυτών. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω), σελ. 37-38, ο οφειλέτης θα πρέπει στην ένορκη του δήλωση να δείχνει σε εύλογο βαθμό λεπτομέρειας τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης ώστε, για να είναι δυνατό να ακυρωθεί η ειδοποίηση πτώχευσης, να προκύπτει υπό το φως της μαρτυρίας στην ολότητα της, γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, έχοντας και το βάρος απόδειξης της θέσης του, νοουμένου ότι η ανταπαίτηση έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας και συνδέεται με την αρχική απαίτηση του πιστωτή (βλ. In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc.
(1984)1 WLR 353). Θεωρώ ότι η ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας στην υπό κρίση υπόθεση περιέχει τις αναγκαίες λεπτομέρειες που υποστηρίζουν την ανταπαίτηση, ανταξίωση ή δικαίωμα συμψηφισμού που προβάλλει έναντι των πιστωτών, η οποία συνδέεται με την αρχική απαίτηση των πιστωτών και υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον της. Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να αποφασιστεί ωστόσο είναι κατά πόσο η οφειλέτιδα δεν ήταν δυνατόν να προβάλει την ανταξίωση της στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον της απόφαση. Στην υπόθεση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank Plc. (πιο πάνω) λέχθηκε σχετικά ότι: ".the affidavit or affidavits must show that the cross-demand could not have been set up in the action in which the judgment relied on by the creditor was obtained". Στην παρούσα υπόθεση, είναι πρόδηλο υπό το φως των πιο πάνω αναλυθέντων, ότι η οφειλέτιδα θα μπορούσε να εγείρει την ανταπαίτηση της στην αγωγή εκείνη δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες που επικαλείται την συνδέουν άμεσα με την απαίτηση των πιστωτών (βλ. Αδάμου ν. Κυριακίδη
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1919). Όπως ορθά οι πιστωτές υποδεικνύουν στην απαντητική ένορκη τους δήλωση, οι τυχόν αξιώσεις της οφειλέτιδας εναντίον τους υπήρχαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής με αρ. 3095/10. Και όπως η οφειλέτιδα ισχυρίζεται, οι πιστωτές είχαν παραβεί από τότε την συμφωνία ανέγερσης της οικίας απαιτώντας από τον σύζυγο της το ποσό των €211.779,24 από τις 20.1.2010, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1 που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Ισχυρίζεται ακόμη ότι οι πιστωτές δεν δικαιούντο το αντάλλαγμα των επιταγών που διεκδικούσαν με την πιο πάνω αγωγή εφόσον αυτές είχαν εκδοθεί κατόπιν παρανομίας των πιστωτών. Οι εξηγήσεις όμως της οφειλέτιδας σε σχέση με τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε την ανταξίωση της στην προαναφερθείσα αγωγή αντικειμενικά δεν είναι ικανοποιητικές. Ακόμη και αν μπορούσε να γίνει αποδεκτό ότι η οφειλέτιδα επαναπαύτηκε λόγω των διαβεβαιώσεων του διευθυντή των εναγόντων- πιστωτών προς τον σύζυγο της ότι δεν θα προχωρούσε στην απόδειξη της υπόθεσης και θα έδινε οδηγίες στο δικηγόρο του «να αφήσει στάσιμη την υπόθεση μέχρι το τέλος του χρόνου», η μετέπειτα συμπεριφορά της καταδεικνύει ότι αδιαφόρησε πλήρως για την υπόθεση και την έκβαση της. Είναι ορθή επί του προκειμένου η σχετική θέση της συνηγόρου των πιστωτών και υποστηρίζεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Νέας Ζηλανδίας Insite Design & Development Ltd v. John Sadler
(2007)Adj.L.R. 04/27, την οποία επικαλείται. Παραμένει ως γεγονός ότι μετά την έκδοση της εναντίον της απόφασης η οφειλέτιδα ουδέν μέτρο έλαβε για ανατροπή της εκδοθείσας απόφασης εφόσον ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε. Περαιτέρω, η καταχώρηση της αγωγής με αρ. 1519/11, στις 4.4.2011, φαινομενικά δηλώνει την ύπαρξη ανταπαίτησης της οφειλέτιδας έναντι των πιστωτών. Η ύπαρξη όμως της αγωγής αυτής δεν μεταβάλλει την αντίληψη του Δικαστηρίου εφόσον για να επιτύχει την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης η οφειλέτιδα θα πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να εγείρει την ανταξίωση της στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση εναντίον της (βλ. και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω), σελ. 37-38). Ακόμη και αν δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί παρελκυστική της διαδικασίας η καταχώρηση της υπό αναφορά αγωγής, που έγινε μετά την έκδοση της υπό κρίση ειδοποίησης πτώχευσης και πριν την παρούσα ακρόαση, ελλείπει, ως προαναφέρθηκε, ικανοποιητική εξήγηση εκ μέρους της οφειλέτιδας ως προς τη μη προβολή της ανταπαίτησης της στην αγωγή, η οποία έδωσε έναυσμα στην έκδοση της παρούσας ειδοποίησης πτώχευσης ενόσω προβάλλεται η αδιαφορία της για την τύχη της αγωγής εκείνης. Είναι η κατάληξη μου ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, η οφειλέτιδα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε εφόσον δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να προβάλλει την ανταπαίτηση της έναντι των πιστωτών στην εν λόγω αγωγή. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων η ένορκη δήλωση που θα ενεργούσε ως αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον της οφειλέτιδας και υπέρ των πιστωτών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι - Μ Π Subject : Civil / Bankruptcy jurisdiction / Enorki dilwsi pros akurwsi eidopoiisis ptwxeusis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.