GRASMERE PROPERTIES LIMITED ν. ΝΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ MCSHANE, Αρ. Αγωγής: 3208/09, 29 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A333 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3208/09 Μεταξύ GRASMERE PROPERTIES LIMITED Eνάγουσας και ΝΙΚΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ MCSHANE Εναγόμενης Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 12.5.2010 Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτήτρια-ενάγουσα: κα Μ. Μιχαήλ για Ιωαννίδη Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη : κ. Φ. Αποστολίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση της στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1-2 και Δ.48 θθ 1-3 και 9, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Ιωαννίδη ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όντας διευθυντής της ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό της, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και από πληροφορίες που προσωπικά συγκέντρωσε. Η ενάγουσα στις 6.2.2008 υπέγραψε τυποποιημένη έγγραφη συμφωνία με την εναγόμενη, η οποία εκδόθηκε από τη Μικτή Επιτροπή Δομικών Συμβολαίων Κύπρου (στο εξής «η συμφωνία») - Τεκμήριο
- Με βάση τη συμφωνία η ενάγουσα θα προέβαινε στην ανέγερση πολυκατοικίας επί του τεμαχίου 190 Φ/Σχ 54/500402, τοποθεσία Κάψαλος Λεμεσός (στο εξής «το έργο») και αρχιτέκτονας του έργου είχε διοριστεί ο Γιώργος Λεβέντης (στο εξής «ο αρχιτέκτονας»). Ο αρχιτέκτονας, σύμφωνα με τη συμφωνία, εξέδωσε κατά καιρούς προς την εναγόμενη και προς όφελος της ενάγουσας πιστοποιητικά πληρωμής για πληρωμές σε σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσε η ενάγουσα για το έργο. Μέχρι τις 6.10.2008 η εναγόμενη κατέβαλε προς όφελος της ενάγουσας χωρίς οποιαδήποτε αμφισβήτηση το ποσό των €25.211,82, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ που αντιστοιχούσε στα μέχρι τότε εκδοθέντα από τον αρχιτέκτονα πιστοποιητικά πληρωμής. Στις 24.11.2008 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό πληρωμής με τα χαρακτηριστικά «2 Χ» για το ποσό των €2.934 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ - Τεκμήριο
- Στις 24.11.2008 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό πληρωμής με τον αριθμό «6» για το ποσό των €14.318 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ - Τεκμήριο
- Στις 3.3.2009 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό πληρωμής με τον αριθμό «7» για το ποσό των €7.654 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ - Τεκμήριο
- Στις 3.3.2009 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό πληρωμής με τα χαρακτηριστικά «3Χ» για το ποσό των €11.593,30 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ - Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω πιστοποιητικά κατέστησαν πληρωτέα αλλά η εναγόμενη μέχρι σήμερα παραλείπει την καταβολή των προαναφερθέντων ποσών. Με επιστολή της ημερομηνίας 24.3.2009, η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι λόγω της αποτυχίας της ως προς την ικανοποίηση των απαιτήσεων της θα προχωρούσε στον τερματισμό της συμφωνίας - Τεκμήριο
- Ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το πιστοποιητικό πληρωμής με αριθμό «8», που αφορά την αποδέσμευση των ποσών κρατήσεων και αποκοπών που ανέρχεται στο ποσό των €4.743 - Τεκμήριο
- Το πιστοποιητικό «8» κατέστη πληρωτέο αλλά η εναγόμενη μέχρι σήμερα παραλείπει την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού. Η ενάγουσα κατά την πορεία του έργου κατέβαλε στους υπεργολάβους υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ποσά που ανέρχονται σε €9.108, τα οποία ουδέποτε η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα και η τελευταία τα δικαιούται εφόσον αφορούσαν επιπλέον εργασίες που δεν συμπεριλαμβάνοντο στη συμφωνηθείσα τιμή της συμφωνίας - αντίγραφα των τιμολογίων αποτελούν τα Τεκμήρια 8 και
- Η εναγόμενη κλήθηκε πολλές φορές από την ενάγουσα να εξοφλήσει τα πιο πάνω αναφερθέντα ποσά αλλά παρέλειψε να το πράξει μέχρι σήμερα. Ο ενόρκως δηλών αληθώς πιστεύει και τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως με σκοπό την παρακώλυση της διαδικασίας. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 15.9.2010 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1-3, 6 και 9 και Δ.48 θθ 1-3 καθώς και στη συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου, η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: -ότι η αγωγή είναι αβάσιμη και/ή από τη διατύπωση της δεν γεννάται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης και/ή δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής. - η αγωγή φαίνεται ότι πάσχει θανάσιμα, διότι έχει εγερθεί εναντίον προσώπου που διαμένει μόνιμα εκτός Κύπρου και δεν έχει ζητηθεί η σφράγιση του κλητηρίου πριν από την καταχώρηση του. - η αγωγή είναι πρόωρη. - η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση, η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. - η παρούσα αίτηση πάσχει διότι δεν συνοδεύεται από όλα τα σχετικά τεκμήρια που απαιτεί η Δ.18 θ.2, ώστε να μπορέσει το εκδικάζον Δικαστήριο να αποφασίσει ορθά και δίκαια αλλά και η καθ' ης η αίτηση να αναφερθεί επακριβώς στα συγκεκριμένα τεκμήρια για να έχει το Δικαστήριο πλήρη εικόνα της διαφοράς των διαδίκων. - η καθ' ης η αίτηση πέραν της καλής υπεράσπισης της έχει και ανταξίωση εναντίον της ενάγουσας λόγω «επαγγελματικής αμέλειας» εφόσον τοποθέτησε την ανεγερθείσα πολυκατοικία λανθασμένα επί του οικοπέδου. - η υποκατάσταση επίδοση του κλητηρίου της αγωγής είναι λανθασμένη επειδή δεν συνοδεύεται και από την αίτηση χωρίς ειδοποίηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης προς τη μητέρα της καθ' ης η αίτηση και - η εναγόμενη έχει καταβάλει προς την ενάγουσα το ποσό των €763,98 πέραν της αρχικά εκτελεσθείσας εργασίας με βάση τα δελτία ποσοτήτων του αρχικού συμβολαίου, όπως τα παρουσιάζει ο επιμετρητής ποσοτήτων στους υπολογισμούς του ημερομηνίας 28.6.
- Στην μακροσκελή ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση ο Χριστόδουλος Σιαμαρής, παραθέτει αρχικά με λεπτομέρεια τα προσόντα του. Είναι απόφοιτος από το 1982 Πανεπιστημίου του Λονδίνου στον κλάδο Πολιτικών Μηχανικών και μέλος του ΕΤΕΚ από το ίδιο έτος. Από τότε εργάστηκε ως επιβλέπων μηχανικός και ως μελετητής σε διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Από το 1982 μέχρι το 1987 ήταν τεχνικός διευθυντής εργοληπτικής εταιρείας και εγγεγραμμένος εργολάβος. Από το 1987 μέχρι σήμερα διατηρεί δικό του αρχιτεκτονικό-μελετητικό γραφείο με έδρα τη Λεμεσό. Στην εμπειρία του και στα προσόντα του περιλαμβάνονται και οι υποθέσεις που του έχει αναθέσει το ΕΤΕΚ για να προβεί σε πραγματογνωμοσύνες που καταγγέλθηκαν για προβλήματα που παρουσιάστηκαν σε οικοδομές με σκοπό την επίλυση τους. Η εναγόμενη, μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, του ανέθεσε να τη συμβουλεύσει και να τη βοηθήσει σχετικά με τη διαφορά που έχει προκύψει με την ενάγουσα και είναι εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη να προβεί εκ μέρους της στην ένορκη του δήλωση. Ο ενόρκως δηλών έχει μελετήσει τα έγγραφα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Μεταξύ αυτών και το «Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (με Ποσότητες)» με αριθμό 02940, το οποίο υπέγραψαν τα διάδικα μέρη μεταξύ τους στις 6.2.2008 (βλ. Τεκμήριο 1 της αίτησης). Επίσης, την υπάρχουσα αλληλογραφία μεταξύ του αρχιτέκτονα του έργου με την εναγόμενη ημερομηνίας 26.11.2008 (Τεκμήριο 1 της ένστασης), με την οποία ο αρχιτέκτονας ενημερώνει την εναγόμενη ότι έχει δώσει εντολή προς τον εργολάβο, δηλαδή την ενάγουσα, όπως σταματήσει να διεξάγει οποιαδήποτε εργασία στο διαχωριστικό βόρειο τοίχο του οικοπέδου της, επειδή προέκυψε πρόβλημα αναφορικά με την απόσταση του ανεγερθέντος κτιρίου στο βόρειο μέρος του οικοπέδου καθότι διαπιστώθηκε ότι αυτό βρίσκεται σε μικρότερη απόσταση από τα 3 μ. που κανονικά πρέπει να έχει οποιοδήποτε κτίριο από το σύνορο του οικοπέδου που βρίσκεται. Κατά την άποψη του ενόρκως δηλούντα η αναφορά αυτή σημαίνει ότι ολόκληρη η οικοδομή έχει τοποθετηθεί λανθασμένα επί του οικοπέδου. Έχει ακόμη διαπιστώσει ότι δεν είχε ζητηθεί εξωτερική οριοθέτηση του οικοπέδου της εναγόμενης πριν την έναρξη εργασιών ώστε να γίνει η ορθή τοποθέτηση της ανεγειρόμενης οικοδομής. Έχοντας διαβάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, όπως αναφέρει, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα της αιτήτριας που δεν συνάδουν με τους δικούς του ισχυρισμούς. Έχει επίσης επιθεωρήσει και την οικοδομή επί τόπου και έχει εξετάσει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες. Αναφορικά με την λανθασμένη τοποθέτηση της πολυώροφης οικοδομής της εναγόμενης δεν ευθύνεται η τελευταία, η οποία και δικαιούται αποζημιώσεις ένεκα επαγγελματικής αμέλειας, κάτι που μπορεί να πράξει με ανταγωγή όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της. Ο ενόρκως δηλών έχει μελετήσει και επισυνάψει ως Τεκμήριο 2 τη γνωστοποίηση του αρχιτέκτονα ημερομηνίας 21.1.2009 προς τον δημοτικό μηχανικό του Δήμου Λεμεσού για το πρόβλημα που έχει προκύψει με την οριοθέτηση του οικοπέδου. Η διακοπή των εργασιών στο έργο έγινε 10 μέρες πριν την επιστολή ημερομηνίας 26.11.2008 (Τεκμήριο 1 της ένστασης) ενώ η γνωστοποίηση του προβλήματος προς τον Δήμο Λεμεσού έγινε στις 21.1.2009, δηλαδή μετά την παρέλευση δύο μηνών και πέντε ημερών. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 το διατακτικό ημερομηνίας 9.2.2009, το οποίο εξέδωσε ο αρχιτέκτονας και το χαρακτηρίζει ως «τελικό λογαριασμό για εργασίες σκελετού». Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το πιστοποιητικό αυτό έχει εκδοθεί κατά παράβαση της συμφωνίας των διαδίκων επειδή ο όρος 31 αυτής προβλέπει ότι ο εργολάβος θα υποβάλει προς τον αρχιτέκτονα, με αντίγραφο προς τον επιμετρητή ποσοτήτων, λεπτομερή αίτηση που θα αναφέρει τον υπολογισμό του ποσού που οφείλεται σ' αυτόν από τον εργοδότη. Στη συνέχεια και αφού λάβει υπόψη του τη σχετική υπόδειξη του επιμετρητή ποσοτήτων, ο αρχιτέκτονας θα εκδίδει κάποιο ενδιάμεσο πιστοποιητικό για το ποσό που οφείλεται από τον εργοδότη στον εργολάβο, ο οποίος θα δικαιούται να το πληρωθεί. Ουδέποτε ο εργολάβος έχει αποστείλει τέτοιο αντίγραφο στον επιμετρητή ποσοτήτων Γιάννη Κουή. Επίσης, επισημαίνεται καθυστέρηση στην έκδοση του τελευταίου διατακτικού ημερομηνίας 9.2.2009 λόγω καθυστέρησης στην αποπεράτωση του έργου καθότι σύμφωνα με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία ως ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου προνοείται η 11.7.
- Κατά συνέπεια προκύπτει θέμα διαφοράς μεταξύ εργοδότη, αρχιτέκτονα και εργολάβου και δεν μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση στην παρούσα υπόθεση εφόσον δεν είναι ξεκαθαρισμένη η απαίτηση. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και της εξουσίας που έχει από την εναγόμενη, ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε με τον αρχιτέκτονα αναφέροντας του ότι πρέπει να γίνει τελική έκθεση από τον επιμετρητή του έργου ώστε να διευκρινιστούν οι εργασίες που δεν έχουν γίνει στην οικοδομή, πριν την αποδοχή του τελικού λογαριασμού εκ μέρους της εναγόμενης. Ο καθορισμός του αρχικού ποσού της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή το ποσό των €225.500 πλέον ΦΠΑ, έχει υπολογιστεί βάσει της επιμέτρησης του επιμετρητή και βάσει προσθηκομετατροπών που έγιναν από τον αρχιτέκτονα, παράλληλα με κάποιο ποσό έκπτωσης από μέρους του εργολάβου. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο επιμετρητής παρέδωσε στον αρχιτέκτονα δελτία ποσοτήτων, τα οποία υπέγραψαν οι διάδικοι και ο αρχιτέκτονας και αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας δεν κάνει καμία αναφορά στα δελτία ποσοτήτων, που είναι σημαντικά στοιχεία της υπόθεσης. Για το λόγο αυτό ο ενόρκως δηλών της καθ' ης η αίτηση εφοδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα με φωτοτυπίες των δελτίων αυτών (αντίγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 4-8) και μελετώντας τα διεπίστωσε ότι η ενάγουσα δεν εκτέλεσε κάποιες εργασίες που αναφέρονται στην ανάλυση εργασιών, όπως φαίνεται στα δελτία ποσοτήτων του επιμετρητή και έχουν υπογραφεί από τους διαδίκους. Εφοδιάστηκε, επίσης, με φωτοαντίγραφο εγγράφου ημερομηνίας 20.1.2008 (Τεκμήριο 9), που είναι υπογραμμένο από τους διαδίκους και τον αρχιτέκτονα και παρουσιάζει πώς ο εργολάβος κατέληξε στο ποσό των £139.182 ή το ισάξιο σε €237.806,57, ενώ μετά από διορθωτικές πράξεις και εκπτώσεις οι διάδικοι συμφώνησαν ως ποσό της συμφωνίας το ποσό των €225.500 πλέον ΦΠΑ. Η συμφωνία των διαδίκων αφορά την ανέγερση και αποπεράτωση μόνο του σκελετού πολυκατοικίας, που θα αποτελείτο από υπόγειο, ισόγειο και τρεις ορόφους. Η ημερομηνία κατοχής του εργοταξίου άρχιζε στις 11.2.2008 και η ημερομηνία συμπλήρωσης του έργου ήταν η 11.7.2008, όπως προβλέπεται στον όρο 22 της συμφωνίας. Το έργο όμως δεν έχει αποπερατωθεί πλήρως από την ενάγουσα. Αντί αυτού έγινε διακοπή εργασιών, την οποία τροχιοδρόμησε ο αρχιτέκτονας με έκδοση τελικού λογαριασμού στις 9.2.2009, ενώ η δικαιολόγηση της καθυστέρησης στο έγγραφο αυτό δεν είναι σαφής και η καθυστέρηση δεν καλύπτεται από τις προϋποθέσεις που προνοεί ο όρος 22 της συμφωνίας, δηλαδή τα άρθρα 24 και 34
(1)(γ) της συμφωνίας. Η εναγόμενη του παρέδωσε τα διατακτικά που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας και της τα έστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήρια 11-15), τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτά που επεσύναψε ως Τεκμήρια ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας. Ωστόσο το Τεκμήριο 16, που είναι πανομοιότυπο με το Τεκμήριο 4 της αίτησης ουδέποτε δόθηκε στην εναγόμενη από τον αρχιτέκτονα. Επειδή διεπίστωσε ότι υπάρχουν ασάφειες στην έκδοση των διατακτικών πληρωμής και ασυμφωνίες με τη συμφωνία, ο ενόρκως δηλών ετοίμασε χρονολογικό πίνακα των διατακτικών πληρωμής που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας (Τεκμήριο 17). Αναλύοντας το Τεκμήριο 17 με αναφορά σε παρατυπίες ή ασυμφωνίες ή ατασθαλίες σε σχέση με τη συμφωνία των διαδίκων στις παραγράφους 31 (Ι-VII) της ένορκης του δήλωσης, ο ενόρκως δηλών καταλήγει ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να ζητά τα αξιούμενα ποσά, βάσει των διατακτικών του αρχιτέκτονα και/ή βάσει της εργασίας που ισχυρίζονται ότι εκτέλεσαν, χωρίς την τελική πιστοποίηση της εκτέλεσης των εργασιών από τον επιμετρητή ποσοτήτων. Επισυνάπτει περαιτέρω ο ενόρκως δηλών τα τιμολόγια της ενάγουσας προς την εναγόμενη (Τεκμήρια 18-25) καθώς και τις αποδείξεις πληρωμών εκ μέρους της εναγόμενης προς την ενάγουσα (Τεκμήρια 26-32). Από τα στοιχεία αυτά που του έχει παραδώσει η εναγόμενη, τα οποία αναλύει, υποστηρίζει ότι όλες οι πληρωμές της εναγόμενης έχουν γίνει με βάση τα τιμολόγια που έχει εκδώσει η ενάγουσα και όχι τα διατακτικά του αρχιτέκτονα. Ενόψει του συνολικού ποσού των €230.000 που κατέβαλε η εναγόμενη με βάση τις πιο πάνω αποδείξεις πλέον της προκαταβολής των €22.211,82, προκύπτει ότι αυτή κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €252.211,82 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, από τις γνώσεις του και την πείρα του καθώς και τα πιο πάνω παρατεθέντα στοιχεία κανένα λογικό Δικαστήριο αλλά ούτε και διαιτητής θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση ως η απαίτηση της ενάγουσας λόγω των κενών και των άγνωστων στοιχείων αλλά και κυρίως επειδή δεν καθορίζεται η εκτελεσθείσα εργασία την οποία διεκδικεί η ενάγουσα. Γι' αυτό το λόγο ζητήθηκε από τον επιμετρητή του έργου, μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, να ετοιμάσει «τελική ανάλυση εκτελεσθείσας εργασίας» βάσει της συμφωνίας. Ο επιμετρητής, αφού επισκέφθηκε το εργοτάξιο στις 28.6.2010, κατέγραψε, στην παρουσία του αρχιτέκτονα, τις εργασίες που έχουν εκτελεστεί και υπολόγισε το κόστος των εργασιών με βάση τα δελτία ποσοτήτων του αρχικού συμβολαίου όπως φαίνεται στην επιστολή του ημερομηνίας 29.6.2010, την οποία απέστειλε στον αρχιτέκτονα (Τεκμήριο 33). Στην εν λόγω επιστολή του ο επιμετρητής επεσύναψε και σχετική έκθεση, την οποία ονομάζει «αξιολόγηση εκτελεσθείσας εργασίας με βάση τα αρχικά δελτία ποσοτήτων» (Τεκμήριο 34). Σύμφωνα με το δελτίο 5 του Τεκμηρίου 34, ο επιμετρητής κατέληξε ότι το ποσό της συμφωνίας ανέρχεται σε £131.980 ισάξιο των €225.501,22 και υπολόγισε την εκτελεσθείσα εργασία σε £127.912,01 ισάξιο των €218.550,
- Συνεπώς, ανεξάρτητα από τα νομικά θέματα της αγωγής καθώς και τις απαιτήσεις της εναγόμενης που προκύπτουν λόγω των καθυστερήσεων και της λανθασμένης τοποθέτησης της οικοδομής αλλά και της μη συμπλήρωσης του έργου, η εναγόμενη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των €252.211,82, από το οποίο αν αφαιρεθεί το ΦΠΑ που ανέρχεται σε €32.897,19, προκύπτει ότι η εναγόμενη κατέβαλε προς την ενάγουσα το ποσό των €763,98 περισσότερο από την εκτελεσθείσα εργασία με βάση τα δελτία ποσοτήτων του αρχικού συμβολαίου, ποσό που ανταποκρίνεται στις επιπλέον εργασίες (ηλεκτρικά και υδραυλικά). Ακόμη αν εφαρμοστεί ο όρος 31 της συμφωνίας, τότε θα έπρεπε η εναγόμενη για περίοδο 12 μηνών από τις 28.6.2010 μέχρι και τις 28.6.2011 να κατακρατά ποσοστό ορίου κράτησης 5% επί του ποσού της εκτελεσθείσας εργασίας των €218.550,64, δηλαδή €10.927,
- Ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η συμφωνία δεν προέβλεπε επιπρόσθετες εργασίες και γι' αυτό ο επιμετρητής δεν συμπεριέλαβε τέτοιες εργασίες στους υπολογισμούς του (βλ. Τεκμήριο 33) με αποτέλεσμα το θέμα αυτό να μπορεί να λυθεί μόνο με τη βοήθεια διαιτητού. Επίσης η κατακύρωση προσφοράς των ηλεκτρολογικών εργασιών καθώς και των μηχανολογικών και υδραυλικών εργασιών έγινε χωρίς την έγκριση της εναγόμενης, γεγονός που μπορεί να χαρακτηριστεί ως σοβαρή ατασθαλία. Συνεπώς οι αξιώσεις της ενάγουσας γι' αυτές τις εργασίες δεν ευσταθούν. Όσον αφορά την δικαιολόγηση της καθυστέρησης παράδοσης του έργου από τον αρχιτέκτονα, ο ενόρκως δηλών θεωρεί ότι δεν τεκμηριώνεται η δικαιολόγηση των καθυστερήσεων με ανάλυση της άποψης του στις παραγράφους 48-56 της ένορκης του δήλωσης. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας για τους λόγους που επικαλείται η ενάγουσα δηλαδή λόγω της μη πληρωμής των διατακτικών, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Επειδή η εναγόμενη έχει πολύ καλή υπεράσπιση, ο ενόρκως δηλών ζητά να της επιτραπεί να υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους της αιτήτριας-ενάγουσας η συνήγορος της εισηγήθηκε ότι η αιτήτρια-ενάγουσα έχει ικανοποιήσει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η φύση της απαίτησης, σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε, φανερώνει ότι η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε καλή υπεράσπιση εφόσον τα διατακτικά πληρωμής που αποτελούν τεκμήρια της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας-ενάγουσας εκδόθηκαν από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου, τον οποίο διόρισε η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη. Οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης περί κακοτεχνιών του έργου αλλά και τυχόν επαγγελματικής αμέλειας δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση έναντι της απαίτησης της αιτήτριας-ενάγουσας, ενόψει της έκδοσης των υπό αναφορά πιστοποιητικών πληρωμής. Η μη προσκόμιση αποδείξεων πληρωμής των επίδικων πιστοποιητικών καθώς και των επιπρόσθετων εργασιών, στερούν την καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη οποιασδήποτε υπεράσπισης έναντι της ξεκάθαρης απαίτησης της αιτήτριας-ενάγουσας. Περαιτέρω, η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη δεν έχει δώσει η ίδια οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το κατά πόσο έχει καλή υπεράσπιση ενώ ο κ. Σιαμαρής, εκτός του ότι δεν μπορεί να μιλήσει θετικά σχετικά με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, αν θεωρηθεί εμπειρογνώμονας, θα πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων και να μην γίνει δεκτή η μαρτυρία του, εφόσον δεν αποδεικνύεται το πραγματικό υπόβαθρο της εμπειρογνωμοσύνης του. Σχολιάζοντας επί μέρους θέσεις της ένστασης, η συνήγορος εισηγήθηκε την απόρριψη των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτήν, ζητώντας όπως η αίτηση γίνει δεκτή. Αντίθετα εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης προβάλλει η εισήγηση ότι, πέραν του ότι τα επισυνημμένα στην αίτηση διατακτικά πληρωμής δεν συμποσούνται στο αξιούμενο με την αγωγή ποσό, υπάρχει καλή υπεράσπιση στην υπόθεση, όπως με λεπτομέρεια προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του τεχνικού συμβούλου της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης. Η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη έχει καταβάλει προς την αιτήτρια-ενάγουσα ποσό πέραν της αρχικά εκτελεσθείσας εργασίας ενόσω η αιτήτρια-ενάγουσα καθυστέρησε να αποπερατώσει το έργο με αποτέλεσμα να τίθεται από νομικής πλευράς κατά πόσο ο τερματισμός της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας είναι νόμιμος. Τα στοιχεία που ετοιμάστηκαν μετά την καταχώρηση της αγωγής αναφορικά με την τελική ανάλυση εκτελεσθείσας εργασίας καταδεικνύουν το πρόωρο της αγωγής αλλά και τη μη ξεκαθαρισμένη απαίτηση της αιτήτριας-ενάγουσας, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ο κ. Σιαμαρής. Με την εισήγηση τέλος ότι ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας-ενάγουσας δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ορκίστηκε θετικά επί των γεγονότων που επαληθεύουν την έκθεση απαίτησης της, ο συνήγορος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 8.7.
- Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 9.4.
- Με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.5.2011 απορρίφθηκε αίτηση ημερομηνίας 5.1.2011 της εναγόμενης για παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος και της υποκατάστατης επίδοσης του. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα, με αναφορά στους όρους 27, 31, 38 και 39 της έγγραφης συμφωνίας με τον τίτλο «Έντυπο κυρίως συμβολαίου για οικοδομικά έργα (με ποσότητες)» καθώς και στα πιστοποιητικά πληρωμής που εξέδωσε ο αρχιτέκτονας του έργου και τον τερματισμό της συμφωνίας περί τον Μάρτιο του 2008, απαιτεί από την εναγόμενη τα ακόλουθα ποσά: Α) €37.499, ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει πιστοποιητικών πληρωμής, Β) €9.108, ως πληρωμή στους υπεργολάβους, Γ) €4.124,56, ως κρατήσεις και/ή αποκοπές σε βάρος της ενάγουσας, Δ) €30 ημερησίως ως ενοίκιο για τα κιγκλιδώματα του έργου, Ε) €10.000 ως διοικητικά έξοδα λόγω της επέκτασης και/ή διατήρησης του πιστωτικού ορίου, Στ) όλα τα πιο πάνω ποσά ως αποζημιώσεις και Ζ) τόκο επί των πιο πάνω ποσών βάσει του όρου 39 της συμφωνίας και/ή άλλως. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. και ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 837). Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε.
(2001)1 ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 8.7.2009 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου η εναγόμενη έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 9.4.2010. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει η ενάγουσα προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση της, ότι ο ενόρκως δηλών, ενόψει των όσων αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, όντας διευθυντής της ενάγουσας και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην ένορκη του δήλωση, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά και έχοντας στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782, Παύλου ν. Ο.Χ.Τ.Κ. Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1051, Σπηταλιώτης κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1113, Νεάρχου κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Έλλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 274 και Θεοδώρου κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) ΑΑΔ 915). Είναι εντέλει φυσικό πρόσωπο που ορκίζεται στη θέση της ενάγουσας εταιρείας. Επισημαίνεται σ' αυτό το σημείο, όπως υποδείχθηκε από τον συνήγορο της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης, ότι τα επισυναφθέντα στην αίτηση Τεκμήρια (πιστοποιητικά πληρωμής και τιμολόγια) δεν αντιστοιχούν στο σύνολο τους με τα αξιούμενα από την αιτήτρια-ενάγουσα αντίστοιχα ποσά της έκθεσης απαίτησης. Διαπιστώνεται περαιτέρω ότι δεν γίνεται από την αιτήτρια-ενάγουσα οποιαδήποτε αναφορά στις αξιώσεις των παραγράφων Δ, Ε, Στ και Ζ της έκθεσης απαίτησης της. Παρόλο δηλαδή που επιβεβαιώνεται από τον ενόρκως δηλούντα η αιτία της αγωγής και δηλώνεται η πίστη του ότι η εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή, δεν επιβεβαιώνονται με την δέουσα ακρίβεια τα αξιούμενα ποσά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την παρατηρηθείσα διάσταση μεταξύ των ποσών που απαιτούνται με την αγωγή και την παρούσα αίτηση. Αυτή η διαπίστωση μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης και το θέμα να είχε τελειώσει εδώ. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ενάγουσα περιορίζεται στα διεκδικούμενα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της ποσά ικανοποιώντας τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο η εναγόμενη παρουσιάζει τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε να αποσείει το βάρος που μετατίθεται στους ώμους της για να της δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης και τους ισχυρισμούς που εκεί προβάλλονται, όπως αναλυτικά παρατέθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι προβάλλεται καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Η θέση της συνηγόρου της αιτήτριας-ενάγουσας ότι ελλείπει μαρτυρία ικανή να υποδείξει υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας. Η προσαγωγή μαρτυρίας εκ μέρους του τεχνικού της συμβούλου έγινε προφανώς για να επεξηγηθούν θέματα που σχετίζονται με το έργο και τα οποία ο κ. Σιαμαρής ήταν ο πιο ειδικός να αναφέρει. Ούτε και απαιτείται να ορκιστεί θετικά -όπως αυστηρά απαιτείται για τον αιτητή- ο καθ' ου η αίτηση σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, όπως εισηγείται η συνήγορος της αιτήτριας-ενάγουσας. Χωρίς να αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης ή να εξάγονται ευρήματα αναφορικά με την υπεράσπιση της, κάτι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, για τους οποίους ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε, φανερώνουν την ύπαρξη υπεράσπισης και επιδίκων θεμάτων εναντίον της αξίωσης που πρέπει να εκδικαστούν (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω)). Τόσο η διακοπή των εργασιών λόγω της ενδεχόμενης λανθασμένης τοποθέτησης της οικοδομής επί του οικοπέδου, όσο και η ισχυριζόμενη καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου αλλά και η κατ' ισχυρισμόν μη αποστολή στον επιμετρητή του έργου των λεπτομερειών υπολογισμού των οφειλομένων στον εργολάβο ποσών, αποτελούν θέματα που σχετίζονται με τη νομιμότητα του τερματισμού της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και χρήζουν διασαφήνισης μέσα στα πλαίσια της δίκης. Προς το ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η εκ μέρους του κ. Σιαμαρή παράθεση των στοιχείων πληρωμών που έκανε η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη προς την αιτήτρια-ενάγουσα, η αξιολόγηση της εκτελεσθείσας εργασίας από τον επιμετρητή του έργου μετά την καταχώρηση της αγωγής καθώς και η θέση ότι η συμφωνία των μερών δεν προέβλεπε τις αξιούμενες επιπρόσθετες εργασίες. Πέραν της διάστασης των απαιτουμένων από την αιτήτρια-ενάγουσα ποσών βάσει της αξίωσης της στην αγωγή και των Τεκμηρίων που παρουσιάζει, διαπιστώνεται περαιτέρω διάσταση βάσει του Τεκμηρίου 3 της ένστασης της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης. Αυτό που αβίαστα συνάγεται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι εγείρεται πληθώρα τεχνικών θεμάτων και αμφισβητουμένων γεγονότων που δεν είναι δυνατό να διασαφηνιστούν σ' αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει τις προβαλλόμενες θέσεις, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους. Η νομολογία άλλωστε την οποία επικαλέστηκε η συνήγορος της αιτήτριας-ενάγουσας αναφορικά με την νομική ισχύ των πιστοποιητικών πληρωμής, δεν αποκλείει την εκδίκαση του θέματος της ισχύος των επίδικων πιστοποιητικών μέσα στα πλαίσια της αντιδικίας των μερών, όπου θα μπορούν να εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί (βλ. CHR.PETRIDES TRADELINKS LTD ν. ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ
(1996)1(Α) ΑΑΔ 441). Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση φανερώνουν ότι αναφύονται προς εξέταση τόσο αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και νομικά θέματα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 977). Η νομολογία υποδεικνύει ότι, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι γνήσια προβάλλει, και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, μία καλόπιστη υπεράσπιση υποστηρίζοντας γεγονότα και εγείροντας νομικά επιχειρήματα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης και εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι- Μ Π Subject : Civil / Other actions / Interim / Aitisi gia sunoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο