← Κύπρος

Γ. Μ. ν. Φ. Ι. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6144/04, 7 Δεκεμβρίου, 2011

Γ. Μ. ν. Φ. Ι. κ.α., Αρ. Αγωγής: 6144/04, 7 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A339 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μάρκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6144/04 Μεταξύ: Γ. Μ., από τη Λεμεσό Ενάγουσας και

  1. Φ. Ι., από τη Λεμεσό
  2. Άντρη Χαραλάμπους, από τη Λεμεσό
  3. Μαρίνας Χρυσάνθου, από τη Λεμεσό
  4. Ζωή Αδαμίδου, από τη Λεμεσό
  5. Ευανθίας Παπασάββα, από τη Λευκωσία
  6. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Δεκεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ε. Σωκράτους για τον κ. Π. Κλεοβούλου Για τον Εναγόμενο 1: κος Π. Παύλου Για Εναγόμενους 2 - 4: κα Τ. Κουρσάρου για κα Μ. Αναστασίου Α Π Ο Φ Α Σ Η * Η Ενάγουσα ήταν σύζυγος του Εναγόμενου 1 με θρησκευτικό γάμο ο οποίος έγινε την 30.8.
  7. Από το γάμο αυτό απέκτησαν δύο παιδιά, τη Σ η οποία γεννήθηκε την 25.1.1993 και τον Α ο οποίος γεννήθηκε την 28.1.1994 (στο εξής θα αναφέρονται «τα παιδιά»). Την 9.6.2003, εκδόθηκε διαζύγιο. Η Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Λειτουργοί Ευημερίας και η Εναγόμενη 5 Διευθύντρια του Τμήματος Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας. Σε αυτό το αρχικό στάδιο είναι πιστεύω χρήσιμο να καταγραφούν οι κύριοι ισχυρισμοί της Ενάγουσας όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Η ΕΚΘΕΣΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ: Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε την 23.2.2007, περί το Μάρτιο του 2000 επήλθε διάσταση στις σχέσεις της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο
  8. Με τη διάσταση τα ανήλικα παιδιά τους διέμεναν αρχικά με την Ενάγουσα μέχρι τον Ιανουάριο του
  9. Επειδή όμως λόγω της ασταθούς οικογενειακής κατάστασης τα ανήλικα διαμόρφωσαν χαρακτήρα ατίθασο, η Ενάγουσα, σύμφωνα με την επιπόλαια συμβουλή του Γραφείου Ευημερίας, παρέδωσε τη φύλαξη τους στον Εναγόμενο 1 δήθεν για να τους επιβάλει τάξη και η ίδια διατήρησε επικοινωνία με τα ανήλικα. Όμως, ο Εναγόμενος 1, με την παράδοση σε αυτόν της φύλαξης των παιδιών, παρεμπόδιζε την οποιαδήποτε επικοινωνία των παιδιών με την Ενάγουσα και για το λόγο αυτό η Ενάγουσα καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την υπ' αριθμό 110/03 Αίτηση Γονικής Μέριμνας εναντίον του Εναγόμενου 1, με σκοπό την επιστροφή σε αυτήν της φροντίδας των παιδιών (Παράγραφοι 4-10). Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης, ότι ο Εναγόμενος 1 συνέχιζε να παρεμποδίζει την επικοινωνία μεταξύ της Ενάγουσας και των παιδιών με διάφορους τρόπους, ακόμα και μετά την καταχώριση της πιο πάνω Αίτησης Γονικής Μέριμνας, ενώ δημιούργησε στα παιδιά προβληματική συμπεριφορά και ιδιαίτερα στη Σ συναισθήματα μίσους εναντίον της Ενάγουσας. Μάλιστα όταν ο Α, ο οποίος ήταν ο μόνος ο οποίος εξακολουθούσε ακόμη να επιδιώκει επαφή με την Ενάγουσα, είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ενάγουσα, τότε τιμωρείτο από τον Εναγόμενο
  10. Ο Εναγόμενος 1, επίσης, επιτίθετο φραστικά στην Ενάγουσα και την απειλούσε όταν αυτή επιδίωκε να δει τα παιδιά της (Παράγραφοι 11-14). Αποτελεί κύριο ισχυρισμό της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης ότι οι Εναγόμενες 2-5 (Λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας) παραμελούσαν να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους και/ή αδιαφορούσαν εάν ο Εναγόμενος 1 ασκούσε κατά τρόπο καταχρηστικό το δικαίωμα φύλαξης των παιδιών και/ή αν ο Εναγόμενος 1 καλλιεργούσε στα παιδιά συναισθήματα μίσους προς την Ενάγουσα και/ή εάν ο Εναγόμενος 1 συμμορφώνετο με τα διατάγματα τα οποία κατά καιρούς το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδιδε (Παράγραφοι 15, 16, 18). Η Ενάγουσα ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι λόγω της κακής επιρροής του Εναγόμενου 1 και/ή της εκ μέρους του κατάχρησης του δικαιώματος φύλαξης των παιδιών κατά τον ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο, τα παιδιά ανέπτυξαν προβληματική συμπεριφορά και/ή ψυχολογικά προβλήματα, λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην Παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης. Με τις Παραγράφους 20-22, η Ενάγουσα παραπονείται για καθυστέρηση στην ετοιμασία της σχετικής Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας (γεγονός που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της συνετέλεσε στην καθυστέρηση της εκδίκασης της Αίτησης Γονικής Μέριμνας 110/03). Παραπονείται επίσης για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αίτησης Γονικής Μέριμνας 110/03 από το Οικογενειακό Δικαστήριο και για αδικαιολόγητη αρνητική στάση του Οικογενειακού Δικαστηρίου και των Εναγομένων 2-5 στις προσπάθειες της Ενάγουσας να συμμορφώσει τον Εναγόμενο 1 στις δεσμεύσεις του σύμφωνα με Διάταγμα Επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά. Ακολούθως, υπάρχει ισχυρισμός ότι το Σεπτέμβριο του 2005, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 εξεδίωξε τα παιδιά και έκτοτε αυτά διαμένουν με την Ενάγουσα, ενώ ο ίδιος έκτοτε αρνείται να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με τα παιδιά παρά το ότι τα ίδια τον ζητούν. Ωστόσο, η κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε στο μεταξύ λόγω της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1, η οποία εγκρίθηκε τόσο από το Οικογενειακό Δικαστήριο όσο και τις Εναγόμενες 2-5, είχε ως αποτέλεσμα τα παιδιά να παρουσιάζουν ψυχολογικά προβλήματα και/ή προβληματική συμπεριφορά λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται στην Παράγραφος 25 (βλ. επίσης παραγράφους 23, 24 και 26). Ισχυρίζεται δηλαδή ότι τα προβλήματα που προκλήθηκαν στα ανήλικα οφείλονται αφενός στην παράνομη συμπεριφορά του Εναγομένου 1, αλλά και στην εκ μέρους των Εναγομένων 2-6 και/ή του Οικογενειακού Δικαστηρίου επιδειχθείσα αμέλεια και/ή παράβαση νομικού καθήκοντος ή υποχρεώσεων για την οποία συμπεριφορά είναι υπεύθυνος ο Εναγόμενος
  11. Έτσι, παρατίθενται λεπτομέρειες ισχυριζόμενης αμέλειας και/ή παράβασης νομικού καθήκοντος των Εναγομένων 2-5, καθώς και του Οικογενειακού Δικαστηρίου (Παράγραφος 27). Στην Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα παραπονείται ότι ούτε οι Εναγόμενοι 2-5, ούτε το Οικογενειακό Δικαστήριο περιφρούρησαν τα δικαιώματα των παιδιών και της ίδιας. Επίσης ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αδιαφόρησε να επανδρώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας με προσωπικό επαρκές και κατάλληλο με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην έχει την κατάλληλη στήριξη από το Γραφείο Ευημερίας. Επίσης ότι δεν θεσπίστηκε ικανή νομοθεσία για να καταστείλει τη διάθεση του Εναγομένου 1 να παραβιάζει τα διατάγματα Γονικής Μέριμνας (Παράγραφοι 28-30). Ως λεπτομέρειες των βλαβών και ζημιών της Ενάγουσας εκτίθενται τα εξής: «
  12. Ένεκα της ως άνω συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 και της αδράνειας των Εναγομένων 2 έως 6 και του Οικογενειακού Δικαστηρίου η Ενάγουσα υπέστη τις ακόλουθες βλάβες, απώλειες ή ζημιές: 31.1 Λεπτομέρειες βλαβών: 31.1.1 Έντονο ψυχικό άγχος από το έτος 2003 έως το 2005, λόγω της αδυναμίας της να έχει επικοινωνία με τα Ανήλικα. 31.1.2 Έντονο ψυχικό άγχος κατά την διάρκεια της να επιτύχει την παθουμένη επικοινωνία μέσω του Δικαστηρίου, διαμέσω των αλλεπάλληλων δικαστικών διαβημάτων και της άρνησης των Εναγομένων αλλά και του Δικαστηρίου να ικανοποιήσουν το αίτημα της. 31.1.3 Προσβολή της προσωπικότητας ένεκα των επιθέσεων, λοιδωρικών απειλών και διαπόπτευσης που υπέστη επανειλημμένα από τον Εναγόμενο
  13. 31.1.4 Έντονο άγχος και αγωνία λόγω των προβλημάτων που παρουσιάζουν τα Ανήλικα και έντονη αγωνία εάν θα ξεπεραστούν αυτά τα προβλήματα. 31.1.5 Έντονη ψυχική αναστάτωση, προσβολή και ταπείνωση κάθε φορά κατά την οποία τα Ανήλικα εκδηλώνουν την προβληματική συμπεριφορά τους. 31.2 Λεπτομέρειες ειδικής ζημιάς: 31.2.1 Δικηγορικά, Δικαστικά και άλλα παρεμφερή έξοδα £20,000 31.2.2 Έξοδα προς ψυχολόγους και δασκάλους για την στήριξη των Ανηλίκων £15,000
  14. Η Ενάγουσα επίσης ισχυρίζεται ότι δικαιούται και παραδειγματικές και/ή επιδεινωτικές αποζημιώσεις λόγω της παράνομης συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 η οποία έτυχε της εγκρίσεως και/ή ανοχής των Εναγομένων 1 έως 6 και/ή οιωνδήποτε εξ' αυτών και/ή του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
  15. Επίσης η Ενάγουσα δικαιούται τον Φόρο Προστιθέμενης αξίας τον οποίο αναγκάσθει να πληρώσει προς τον Δικηγόρο της. Τέλος με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα αξιώνει ως εξής: Εναντίον των Εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ως ακολούθως: Α. Γενικές αποζημιώσεις για ψυχική βλάβη και/ή άλλως ένεκα της ως άνω συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1 και της αντιμετώπισης αυτής της συμπεριφοράς από τις Εναγόμενες 2 έως 5 και/ή από το Οικογενειακό Δικαστήριο για τους οποίους ευθύνη φέρει η Κυπριακή Δημοκρατία την οποία εκπροσωπεί ο Εναγόμενος
  16. Β. Παραδειγματικές και/ή επιδεινωτικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγόμενου 1 ένεκα της ως άνω συμπεριφοράς για την οποία φέρουν ευθύνη και οι Εναγόμενοι 2 έως 6 καθώς και το Οικογενειακό Δικαστήριο ως ανωτέρω διαλαμβάνεται. Γ. Ποσό εκ £35,000 ως ειδικές αποζημιώσεις για ζημιά και/ή απώλειες που υπέστη η Ενάγουσα ως ανωτέρω λεπτομερώς παρατίθεται, ένεκα της παράνομης συμπεριφοράς ως ανωτέρω διαλαμβάνεται. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα + ΦΠΑ» ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ: Από την πλευρά της Ενάγουσας έδωσαν μαρτυρία οι εξής μάρτυρες, περιλαμβανομένης και της ιδίας της Ενάγουσας:
  17. Η κα Γ. Μ. Ενάγουσα, (ME1)
  18. Η κα Έ. Μ., σύζυγος του αδελφού της Ενάγουσας (ME2)
  19. Η κα Γεωργία Ιωάννου, (ME3)
  20. Η κα Έλενα Μαλά, (ME4)
  21. Ο γιος της Ενάγουσας, Α. Ι., (ME5), (στην απόφαση ως «Α»)
  22. Η Δρ. Λουκία Δημητρίου, (ME6)
  23. Ο Αστυφύλακας Χριστόδουλος Χριστοδούλου, (ME7)
  24. Η κα Χρυστάλλα Κορνηλίου, (ME8)
  25. Η κα Μαρία Ιωαννίδου, (ΜΕ9) Εκ μέρους του Εναγομένου 1, έδωσαν μαρτυρία οι εξής μάρτυρες: Η κα Ε. Φ., μητέρα του Εναγόμενου 1 (ΜΥ1) Η κα Α. Ι., αδελφή του Εναγόμενου 1 (ΜΥ2). Ο κος Φ. Μ., πατέρας της Ενάγουσας (ΜΥ3) (δυνάμει του άρθρου 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου). Από την πλευρά των Εναγομένων 2-6 έδωσαν μαρτυρία οι εξής μάρτυρες: Η κα Μαρία Μουστερή, (ΜΥΥ1) Η κα Λουκία Τυλληρίδου, (ΜΥΥ2) Ο κος Γιώργος Σοφοκλέους, (ΜΥΥ3) Η κα Μαρίνα Χρυσάνθου, Εναγόμενη 3 (ΜΥΥ4) Η κα Άντρη Χαραλάμπους, Εναγόμενη 2 (ΜΥΥ5) Η κα Παναγιώτα Παναγιώτου, (ΜΥΥ6) Ο κος Θέμης Αντωνίου, (ΜΥΥ7) (δυνάμει των άρθρων 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου). ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η κα Γ.Μ., η Ενάγουσα, έδωσε πρώτη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη μακροσκελή εξέταση της Ενάγουσας (χρειάστηκαν αρκετοί δικάσιμοι για να ολοκληρωθεί), θα επικεντρωθώ στην παράθεση της ουσίας των ισχυρισμών της. Η διάσταση στο γάμο με τον Εναγόμενο 1, επήλθε το Μάρτιο του
  26. Στο γάμο τους υπήρχαν σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ τους με αντίκτυπο στα παιδιά. Με τη διάσταση ο Εναγόμενος 1 αφού του το ζήτησε η Ενάγουσα, έφυγε από το σπίτι οπότε η Ενάγουσα από το Μάρτιο του 2000 άρχισε να διαμένει μόνη της με τα παιδιά. Λόγω όμως της ασταθούς οικογενειακής κατάστασης τα παιδιά διαμόρφωσαν χαρακτήρα ατίθασο, οπότε κατόπιν της λανθασμένης συμβουλής του Γραφείου Ευημερίας η Ενάγουσα παρέδωσε τη φύλαξή τους στον Εναγόμενο 1 προσωρινά με σκοπό να τους επιβάλει τάξη και εν τω μεταξύ η Ενάγουσα διατηρούσε επικοινωνία. Η επικοινωνία όμως αυτή ήταν προβληματική ως εξής: η Ενάγουσα τα έπαιρνε λίγες ώρες κάθε Τετάρτη και Σάββατο, αν όμως της τα έδινε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος δεν ήθελε η Ενάγουσα να έχει επικοινωνία με τα παιδιά. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1 τα καθοδηγούσε εναντίον της. Έτσι, η Ενάγουσα την 18.10.2001, καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αίτηση 209/01 (Τεκμήριο 70), με την οποία ζητούσε τη ρύθμιση της επικοινωνίας της με τα παιδιά, αίτηση η οποία κατέληξε στο εκ συμφώνου διάταγμα την 30.5.2002 (Τεκμήριο 1), σύμφωνα με το οποίο ανατέθηκε η φύλαξη των παιδιών στον Εναγόμενο 1 και η ίδια διατήρησε μόνο δικαίωμα επικοινωνίας. Όμως, για να δεχθεί το εν λόγω διάταγμα, Τεκμήριο 1, η Ενάγουσα δεν είχε ενεργήσει σύμφωνα με τη θέλησή της. Ισχυρίστηκε ότι το διάταγμα (Τεκμήριο 1) εκδόθηκε μεν εκ συμφώνου, αλλά η ίδια ενήργησε υπό τον εκβιασμό των γεγονότων και την πίεση των παιδιών, τα οποία, υπό την επήρεια του Εναγόμενου 1, ενεργούσαν κατευθυνόμενα και διατεταγμένα. Επίσης, άλλος παράγοντας για την εν λόγω απόφαση της ήταν η μη δέουσα παρέμβαση του Γραφείου Ευημερίας με αποτέλεσμα ουσιαστικά να μείνει χωρίς κρατική αρωγή. Πρόσθεσε ότι αναγκάστηκε να δεχθεί το εν λόγω διάταγμα, έχοντας την προσδοκία ότι επρόκειτο για μεταβατική κατάσταση και ήλπιζε ότι με την επικοινωνία την οποία το Διάταγμα της εξασφάλιζε, σταδιακά θα επανακτούσε τα παιδιά. Όμως, ο Εναγόμενος 1, δεν τηρούσε το Διάταγμα (Τεκμήριο 1) και γενικά παρεμπόδιζε οποιαδήποτε επαφή της Ενάγουσας με τα παιδιά. Επίσης, τα παιδιά ζούσαν στον Εναγόμενο 1, κάτω από επικίνδυνες συνθήκες (όπου μεταξύ άλλων τα παιδιά παραμελούνταν). Έτσι, η Ενάγουσα καταχώρησε την 27.5.2003 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού την Αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5) - Αίτηση Γονικής Μέριμνας εναντίον του Εναγόμενου 1, με σκοπό την επιστροφή των παιδιών στην ίδια. Όμως, παρά την καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης (Τεκμήριο 5) και τα διατάγματα που εκδόθηκαν ενδιάμεσα, τα οποία της επέτρεπαν την επικοινωνία, ο Εναγόμενος 1 συνέχιζε να αρνείται να επιτρέπει επικοινωνία με τα ανήλικα και τα χρησιμοποιούσε εναντίον της και σταδιακά πέτυχε να τους δημιουργήσει, κυρίως στη Σ, συναισθήματα μίσους εναντίον της, ενώ και στα δύο παιδιά πέτυχε να δημιουργήσει προβληματική συμπεριφορά. Επίσης, η Ενάγουσα καταχώρησε διάφορες αιτήσεις παρακοής εναντίον του Εναγόμενου
  27. Σταδιακά η Ενάγουσα κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του Α, αλλά ο Εναγόμενος 1 απαγόρευε στα παιδιά να έχουν οποιαδήποτε επαφή μαζί της και όταν ο Α, ο οποίος ήταν ο μόνος που εξακολουθούσε ακόμα να επιδιώκει επαφή μαζί της, είχε επικοινωνία μαζί της, τότε ετιμωρήτο από τον Εναγόμενο
  28. Ήταν η θέση της Ενάγουσας κατά την ακρόαση ότι σε όλα τα προβλήματα και τις προσπάθειες της το Γραφείο Ευημερίας ήταν αδιάφορο, μεροληπτώντας μάλιστα, υπέρ του Εναγόμενου
  29. Κατά τη διάρκεια δε της αντεξέτασης, σημείωσε ότι η Διευθύντρια του Γραφείου Ευημερίας είναι αδελφή της συζύγου του πρώην δικηγόρου του Εναγόμενου
  30. Εν τω μεταξύ, τα παιδιά, λόγω της επιρροής του Εναγόμενου 1 και λόγω της εκ μέρους του κατάχρησης του δικαιώματος φύλαξης τους, είχαν γίνει ανεξέλεγκτα, παρορμητικά, επιθετικά, με κακή επίδοση στα μαθήματα τους και δεν ήθελαν να τη συναντούν. Η δε αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5), καθυστερούσε να εκδικαστεί λόγω κυρίως της παράληψης των Εναγομένων 2-5, να ετοιμάσουν σχετική Έκθεση. Τελικά, μετά από πολλά δικαστικά διαβήματα, αφού ο Εναγόμενος 1 κουράστηκε, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι σύναψε σχέση με την οικιακή βοηθό και τα ανήλικα ήταν πλέον πρόβλημα, το Σεπτέμβριο του 2005 έδιωξε τα παιδιά και έκτοτε τα παιδιά μένουν μαζί της. Έτσι την 29/11/2005 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα (Τεκμήριο 3) με το οποίο διατάχθηκε όπως τα παιδιά διαμένουν με την Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1 διατήρησε δικαίωμα επικοινωνίας. Όμως, λόγω της αντιπαιδαγωγικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1, τα παιδιά, κυρίως η Σ, παρουσιάζουν αντικοινωνική συμπεριφορά με διάφορα προβλήματα. Ο δε Εναγόμενος 1, από το Σεπτέμβριο του 2005, που έδιωξε τα παιδιά, αρνείται να έχει επικοινωνία μαζί τους και από τον Οκτώβριο του 2007, εξαφανίστηκε, οπότε διαπιστώθη ότι διαμένει στο Λονδίνο. Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι λόγω της συμπεριφοράς του Εναγόμενου 1, όπως την περιέγραψε κατά τη μαρτυρία της και της αδράνεια των υπόλοιπων Εναγομένων, η ίδια υπέστη βλάβες και ζημιές αφού καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου από το 2001 μέχρι το 2005, βρισκόταν σε άγχος, αγωνία και συνεχή δικαστικό αγώνα για να έχει επικοινωνία με τα παιδιά της. Καθ' όλη αυτή τη διάρκεια ισχυρίστηκε ότι υπέστη τις επιθέσεις, τις απειλές και τη διαπόμπευση του Εναγόμενου 1 και βρισκόταν σε συνεχή αγωνία διότι ανησυχούσε για τα παιδιά της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η στεναχώρια της και η αγωνία της συνεχίστηκαν να υφίστανται και μετά το 2005, αφού τα συμπτώματα των παιδιών συνεχίζουν να υπάρχουν. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της Ενάγουσας κατατέθηκαν διάφορα τεκμήρια (Τεκμήριο 1 - 73). Η κα Ε.Μ. (ΜΕ2) σύζυγος του αδελφού της Ενάγουσας περιέγραψε περιστατικά που σύμφωνα με την ίδια περιήλθαν στην αντίληψη της. Όπως για παράδειγμα, κατά το διάστημα όπου τα παιδιά διέμεναν με τον Εναγόμενο 1, στην οδό Δημητρίου Γληνού, ανάφερε ότι είδε τη Σ με παντόφλες και νυκτικό να περπατά στο δρόμο με αλλόκοτη συμπεριφορά και πίσω της να τρέχει ο Α και η οικιακή βοηθός. Ανάφερε επίσης ότι το Σεπτέμβριο του 2005, η Ενάγουσα της τηλεφώνησε να βοηθήσει να μαζέψουν τη Σ την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της την άφησε ο Εναγόμενος 1 έξω από το σπίτι του με πολλά σακούλια. Έκτοτε, με τη μετακόμιση και της Σ στο σπίτι της Ενάγουσας, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προσπαθεί να βοηθήσει τη Σ η οποία είχε και έχει αντιδραστική συμπεριφορά προς την Ενάγουσα με στόχο να σπάζει τα νεύρα της. Κατά τη μαρτυρία της ισχυρίστηκε ότι η Σ θεώρησε υπεύθυνους την Ενάγουσα και τον Α για το γεγονός ότι την έδιωξε ο πατέρας της. Η μάρτυρας ανάφερε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες των προβλημάτων του ζευγαριού και αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην ανεπιτυχή προσπάθεια της να πείσει τον Εναγόμενο 1 (μετά που τα παιδιά μετακινήθηκαν στην Ενάγουσα), να τηλεφωνήσει στη Σ. Η κα Γεωργία Ιωάννου (ΜΕ3), ανάφερε μεταξύ άλλων, ότι το 2007 αποφοίτησε με πτυχίο Φιλολόγου της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ότι φοίτησε στο Τμήμα Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής Ψυχολογίας. Ανέφερε ότι το Νοέμβριο του 2007, έκανε μαθήματα στον Α και τη Σ μέχρι το 2008 και κατά την αντεξέταση πρόσθεσε ότι από το Σεπτέμβριο 2009 άρχισε και πάλι μαθήματα στον Α. Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις της, η Σ είχε τεράστιες μαθησιακές δυσκολίες, είναι υπερκινητική, νευρική με ανεξήγητη δέσμευση και αφοσίωση προς τον πατέρας ενώ αντιπαθεί τη μητέρα της. Απέδωσε τις μαθησιακές δυσκολίες της Σ στα μαθησιακά κενά που δημιουργήθηκαν κατά τα προηγούμενα έτη και στην παντελή άρνησή της να ασχοληθεί με το μάθημα και το βιβλίο. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένο περιστατικό αδιαφορίας της Σ για τα μαθήματα και είπε ότι χρειάζεται ψυχολογική υποστήριξη. Για τον Α ανέφερε ότι πρόκειται για παιδί με προβλήματα τα οποία οφείλονται σε επιρροή που δέχθηκε από τη Σ, προσθέτοντας μεταξύ άλλων, ότι είναι φιλότιμο αγόρι και ότι με πίεση μπορεί να πεισθεί να μελετήσει. Πρόσθεσε ότι ο Α δεν έχει συναισθηματική εξάρτηση προς τον πατέρα, αν και θέλει την επαφή μαζί του και είχε αδυναμία στη μητέρα του. Ωστόσο η μάρτυρας δέχθηκε κατόπιν σχετικών υποβολών, ότι τα πιο πάνω τα αναφέρει ως καθηγήτρια και όχι επιστημονικά. Επίσης, δέχθηκε ότι δεν γνωρίζει από πού προέρχονται τα κενά ούτε και είναι ειδικός να γνωματεύσει για το χαρακτήρα των παιδιών. H κα Έλενα Μαλά (ΜΕ4), φίλη της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι υπήρξε μάρτυρας διαφόρων περιστατικών τα οποία περιέγραψε στο Δικαστήριο με επίκεντρο της περιγραφής της τον Εναγόμενο 1 να είναι επιθετικός, υβριστικός και να ενθαρρύνει τα παιδιά «να σπάσουν τα νεύρα» της Ενάγουσας. Για τα περισσότερα ισχυριζόμενα συμβάντα δεν προσδιόρισε το χρόνο και διευκρίνισε ότι για κάποια συμβάντα ή μέρος τους δεν είχε προσωπική γνώση. Ο Α.Ι. (ΜΕ5), ο γιος της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία περιστράφηκε γύρω από τους εξής ισχυρισμούς του: Ο Εναγόμενος 1 ενεθάρρυνε τον Α και τη Σ να εκνευρίζουν την Ενάγουσα. Επίσης ο Εναγόμενος 1 ήταν αρνητικός στο να βλέπουν τα παιδιά την Ενάγουσα. Όποτε ο Α συναντούσε σε διάφορες περιπτώσεις την Ενάγουσα, αυτό το έκανε κρυφά από τον Εναγόμενο
  31. Κρυφά γιατί αν ο Εναγόμενος 1 το μάθαινε θα τον έδερνε. Ισχυρίστηκε ότι γενικά φοβόταν τον πατέρα του ο οποίος τον έδερνε. Σύμφωνα με τον Α ο Εναγόμενος 1 επέβαλλε στον ίδιο και στη Σ. να λένε στους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας ότι περνούσαν καλά με τον Εναγόμενο 1 και ότι δεν τους έδερνε. Ο Α ανάφερε μεταξύ άλλων στο Δικαστήριο ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στους λειτουργούς Ευημερίας γιατί αν τους έλεγε εμπιστευτικά ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν βίαιος, τότε θα το έλεγαν στον Εναγόμενο 1 και ο Εναγόμενος 1 θα τον έδερνε. Αποτελεί κύριο ισχυρισμό του ότι οι λειτουργοί του Γραφείου δεν έκαναν καλά τη δουλειά τους στα προβλήματα που αντιμετώπιζε και ότι είχε συναντήσει τους λειτουργούς ελάχιστες φορές (περίπου 5). Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι κατά τη διαμονή του στον Εναγόμενο 1 ο ίδιος και η Σ έμεναν ακόμα και νηστικοί. Κατά την ακρόαση κλήθηκε να απαντήσει σε διάφορες ερωτήσεις αναφορικά με τα βιώματα του μετά την διάσταση των γονέων του, κυρίως σε σχέση με τον πατέρα του, τη μητέρα του και την αδελφή του. Τέθηκαν ερωτήσεις επίσης μεταξύ άλλων και για τη δική του θέση ως προς το με ποιον ήθελε να ζει σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα. Η Δρ. Λουκία Δημητρίου (ΜΕ6), ανέφερε ότι είναι ιδιώτης ψυχολόγος και αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα προσόντα της. Είπε ότι η Ενάγουσα αποτάθηκε αρχικά κοντά της τον Ιούλιο του 2003, της εξέθεσε την κατάσταση και ζήτησε τη συμβουλή της. Κατέθεσε στο Δικαστήριο έκθεση την οποία ετοίμασε ημερομηνίας 3.2.2004 (Τεκμήριο 74) και επιπρόσθετη έκθεση της ως Τεκμήριο
  32. Στην έκθεση της ημερομηνίας 3.2.2004 (Τεκμήριο 74) αναφέρει καταρχήν ότι είχε κληθεί από την Ενάγουσα για να εκφέρει γνώμη ως ειδικός επιστήμονας στο θέμα της δικαιοδοσίας της γονικής μέριμνας των παιδιών. Αναφέρεται σε συναντήσεις της με την Ενάγουσα και τα παιδιά και στις πληροφορίες που της παρέθεσε η Ενάγουσα. Στην έκθεση καταγράφει και αναπτύσσει τη γνώμη της ότι η επάνοδος των παιδιών στη μητρική κατοικία κάτω από τη φροντίδα της Ενάγουσας θα είχε πολλές θετικές συνέπειες για τη ψυχική ισορροπία και ανάπτυξη των παιδιών. Πιο κάτω παρατίθενται αποσπάσματα από την έκθεση, Τεκμήριο 74: «.Η Ενάγουσα με επισκέφθηκε στο γραφείο μου τρεις φορές κατά τις ημερομηνίες 14/7, 07/08 και 25/08/
  33. Μου παρουσίασε τα γεγονότα που οδήγησαν στις σημερινές συνθήκες και μου παρέθεσε φάκελο με τα στοιχεία της υπόθεσης. Σε δύο επιπρόσθετες επισκέψεις - κατά το ίδιο χρονικό διάστημα - είχα την ευκαιρία να δω προσωπικά για περίοδο 1 ώρας κάθε φορά και τα παιδιά Α και Σ χωρίς την παρουσία της μητέρας ή του πατέρα τους. Η δήλωση αυτή στηρίζεται στη συλλογή στοιχείων που απεκόμισα από τις τρεις προαναφερθείσες ωριαίες συναντήσεις με την Ενάγουσα καθώς και τις συναντήσεις μου με τα παιδιά. Μετά την εξέταση των γραπτών στοιχείων που μου παρατέθηκαν αλλά κυρίως μετά από συναντήσεις με την Ενάγουσα έχω τη γνώμη ότι στο παρόν στάδιο η επάνοδος των παιδιών στη μητρική κατοικία κάτω από τη φροντίδα της μητέρας θα είχε πολλές θετικές συνέπειες για την ψυχική ισορροπία και ανάπτυξη των παιδιών.................................
  34. Εξ' όσων αντελήφθηκα από τις συναντήσεις μου με την Ενάγουσα η μετακίνηση των παιδιών στην οικία του πατέρα κατά το έτος 2001 θεωρήθηκε τότε ως μια προσωρινή διευθέτηση η οποία περιελάμβανε συστηματική - καθημερινή επικοινωνία και επαφή με τη μητέρα. Ο όρος αυτός δεν τηρήθηκε και έτσι ο Α και η Σ δεν είχαν την ευκαιρία να διατηρήσουν και να διευρύνουν τη σχέση τους με τη μητέρα. Αυτό είναι ιδιαίτερα θλιβερό και έχει αρνητικά συνεπακόλουθα στον ψυχισμό του αναπτυσσόμενου ανθρώπου, όπως θα φανεί και στη συνέχεια.
  35. Η στενή και συστηματική σχέση δύο παιδιών που βρίσκονται στις ηλικίες του Α και της Σ με τη μητέρα τους είναι εξαιρετικά σημαντική για την ψυχική τους υγεία....................... ................................. 3 . Τα ίδια ερευνητικά πορίσματα δείχνουν εξάλλου ότι παιδιά με ισορροπημένη και ασφαλή προσκόλληση έχουν καλύτερο έλεγχο των παρορμήσεων τους και είναι σε θέση να ελέγχουν καλύτερα τη συμπεριφορά τους (Harter 1990). Ο Α και η Σ υστερούν σημαντικά στον τομέα αυτό αφού παρουσιάζουν τόσο στο οικείο - οικογενειακό περιβάλλον της μητέρας όσο και έξω από αυτό (π.χ. κατά τις επισκέψεις τους στο γραφείο μου) εξαιρετικά μειωμένο έλεγχο των παρορμήσεων τους. Δηλαδή τα παιδιά φαίνονται ιδιαίτερα απαιτητικά σχετικά με την άμεση ικανοποίηση των αναγκών τους, δηλαδή επιδιώκουν να γίνονται τα πράγματα που θα τους ικανοποιήσουν είτε είναι εφικτά τη συγκεκριμένη στιγμή είτε όχι. Παρουσιάζουν εξάλλου επιθετικές τάσεις - κυρίως σε λεκτικό/φραστικό επίπεδο - όταν δεν ικανοποιηθούν άμεσα οι ανάγκες και τα αιτήματά τους. Και τα δύο παιδιά χρησιμοποιούν ανάρμοστη γλώσσα απέναντι στη μητέρα, τον παππού και τη γιαγιά τους με εκφράσεις και χαρακτηρισμούς που δεν ταιριάζουν ούτε σε ανήλικους ούτε σε ενήλικες. Με τη διαταραχή της σχέσης με τη μητέρα τους και τις αραιές και «μετ' εμποδίων» συναντήσεις με αυτή κατά τα τελευταία δύο έτη ο Α και η Σ βιώνουν ανασφαλή προσκόλληση με άγχος και αντίσταση προς τη μητέρα....... Ο Α και η Σ φαίνονται να αντιστέκονται συστηματικά στις προσπάθειες της μητέρας να τους μεταδώσει μηνύματα τόσο όσον αφορά θέματα συμπεριφοράς όσο και γενικότερα ............................ .... Ο Α και η Σ δεν απολαμβάνουν τη σταθερότητα της ρουτίνας ενός οικογενειακού περιβάλλοντος. Είναι γεγονός ότι στο σπίτι του πατέρα - όπου διαμένουν - έχουν γίνει μέχρι σήμερα συνολικά έξι αλλαγές αλλοδαπής οικιακής βοηθού.................. .................................................................. .... Λόγω της εργασίας του πατέρα και της εξ' αυτής προκύπτουσας ανάγκης να απουσιάζει καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και ένα μεγάλο μέρος της νύκτας από το σπίτι, τα παιδιά δεν έχουν την αίσθηση ότι κάποιος αφιερώνει ιδιαίτερο χρόνο γι' αυτά. .............. .................................. Πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η Σ βρίσκεται στην προεφηβική περίοδο της ηλικίας, μια ηλικία κατά την οποία η επικοινωνία με την μητέρα αποκτά ακόμη περισσότερη σημασία.................. Κρίνω σημαντικό να τονίσω την ανάγκη της Σ να έχει τόσο φυσική όσο και συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα της κατά τα επόμενα πολύ σημαντικά χρόνια της ζωής της και αυτό θα επιτευχθεί με μεγαλύτερη ευχέρεια όσον και εφόσον ζουν κάτω από την ίδια στέγη.
  36. Εκ παραλλήλου είναι ιδιαίτερα σημαντικό και για τα δύο παιδιά τόσο στην ηλικία που βρίσκονται αλλά πολύ περισσότερο αργότερα (διαρκούσης της εφηβικής περιόδου) να έχουν την εποπτεία και τη διακριτική παρακολούθηση των γονιών τους.................. ..................................
  37. Η Ενάγουσα ήταν ιδιαίτερα θετική στη συνεργασία της μαζί μου. Η Ενάγουσα διατηρεί ήπιους τόνους και χαρακτηρίζεται από υποχωρητικότητα και υπομονή. Φαίνεται απόλυτα διατεθειμένη να κάνει ότι είναι δυνατό ώστε να επανακτήσει μια φυσιολογική, ομαλή και αβίαστη σχέση με τον Α και τη Σ. Η Ενάγουσα σέβεται και ακολουθεί με συνέπεια υποδείξεις ειδικών σε σχέση με τους καλύτερους δυνατούς χειρισμούς των ανηλίκων. Η Ενάγουσα έχει εξάλλου θετικότατη προσέγγιση και τρέφει ιδιαίτερη στοργή απέναντι στα παιδιά της. Στις αλληλεπιδράσεις της μαζί τους η Ενάγουσα δείχνει έντονα την επιθυμία να μοιραστεί τη στοργή που τρέφει γι΄ αυτά με τα παιδιά της χαϊδεύοντας και επιδιώκοντας φυσική εγγύτητα μαζί τους. Η Ενάγουσα υποστηρίζει τις απόψεις της με σταθερότητα βασισμένη πάνω σε λογικά αλλά και ρεαλιστικά επιχειρήματα και με οριοθετημένο δυναμισμό. Αντιμετωπίζει τα παιδιά και τα προβλήματα τους με υπομονή και κυρίως με τη θέληση να επανενωθεί μελλοντικά μαζί τους σε μονιμότερη βάση ...................... 11.................................. Κρίνω ιδιαίτερα εποικοδομητική την έκδοση διατάγματος φύλαξης, φροντίδας και επιμέλειας των παιδιών υπέρ της μητέρας, Ενάγουσας επειδή πιστεύω ότι η Ενάγουσα είναι σε θέση να προσφέρει στα παιδιά της όχι μόνο την ικανοποίηση των φυσικών τους αναγκών αλλά και των συναισθηματικών. Δείχνει απόλυτη ετοιμότητα να ανταποκριθεί στις ανάγκες τους και να τους προσφέρει ποιοτικό χρόνο ώστε να μπορούν τα δύο παιδιά να αναπτύξουν ασχολίες και ενδιαφέροντα που αρμόζουν με την ηλικία και το φύλο τους (αντίστοιχα). Η εξομάλυνση των σχέσεων των δύο παιδιών με τη μητέρα τους θα συνδράμει σημαντικά στην περαιτέρω ομαλή ανάπτυξη των παιδιών τόσο στο νοητικό αλλά κυρίως στο συναισθηματικό επίπεδο και θα επουλώσει με το χρόνο τις τραυματικές εμπειρίες των ανηλίκων.. Τονίζω εξάλλου τη σημαντικότητα της διατήρησης της σχέσεως των ανηλίκων με τον πατέρα τους - υπό τύπο συστηματικής επαφής, επικοινωνίας και επισκέψεων πράγμα που θα δώσει στα παιδιά Σ και Α μια ισορροπημένη σχέση και με τους δύο γονείς. Εξάλλου στο παρόν στάδιο και μέχρι εκδόσεως της τελικής απόφασης του δικαστηρίου κρίνω απαραίτητη την αμείωτη και συστηματική επικοινωνία και επαφή των ανηλίκων με τη μητέρα τους. Θα πρέπει δηλαδή να τηρούνται οπωσδήποτε οι ημέρες και τα ωράρια επικοινωνίας των ανηλίκων με τη μητέρα ενώ θα πρέπει να προωθηθούν το συντομότερο δυνατό διανυκτερεύσεις των ανηλίκων με τη μητέρα - τουλάχιστον κατά τα Σαββατοκύριακα, τις αργίες και τις γιορτές. Οι επικοινωνίες αυτές όχι μόνο θα προετοιμάσουν το έδαφος για τη μελλοντική συμβίωση των παιδιών με τη μητέρα αλλά θα αποτελέσουν και για παιδιά μια πιο ισορροπημένη οικογενειακή κατάσταση, πράγμα το οποίο θα έχει όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά και μακροπρόθεσμα θετικότατη επίδραση στον ψυχισμό τους. Εν όψει των νέων εξελίξεων, της ασθένειας και από την 22η Ιανουαρίου μεταφοράς και νοσηλείας του πατέρα Φ.Ι. στο νοσοκομείο Λεμεσού φρονώ ότι επιβάλλεται να αναλάβει τη φροντίδα και φύλαξη των ανηλίκων Σ και Α η μητέρα τους Ενάγουσα ..............» Στη δεύτερη μεταγενέστερη έκθεση (Τεκμήριο 75), η ΜΕ6 αξιολογεί την κατάσταση μετά την επιστροφή των παιδιών στην Ενάγουσα, μετά δηλαδή το Σεπτέμβριο του
  38. Σημειώνει καταρχήν ότι από την ημέρα που επέστρεψαν στην Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 1 αρνείται να επικοινωνήσει με τα παιδιά του. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι αν και τα παιδιά έχουν σημειώσει πρόοδο κατά τη διάρκεια της διαμονής τους με τη μητέρα, τουλάχιστον στο συναισθηματικό - ψυχοκοινωνικό επίπεδο, εντούτοις υπάρχουν ακόμη στο ψυχισμό τους πολλά κατάλοιπα από τις προηγούμενες εμπειρίες (π.χ. με πολύ μικρό έλεγχο των παρορμήσεων τους, με εξωπραγματικές απαιτήσεις, με νευρικότητα και επιθετικότητα, με τον Α να παρουσιάζει τα συμπτώματα αυτά σε μικρότερη ένταση από την Σ. Αναφέρεται επίσης στις επιδόσεις τους στο σχολείο και καταλήγει: «Λόγω της μακράς στέρησης της ισορροπημένης επαφής με τη μητέρα τους και τώρα λόγω της στέρησης έστω και ελάχιστης επικοινωνίας με τον πατέρα αλλά και γενικά λόγω των διαφόρων γεγονότων που διαδραματίστηκαν στη ζωή των παιδιών κατά τα τελευταία 5 έτη και τα δύο παιδιά διακατέχονται από έντονο αίσθημα ανασφάλειας το οποίο ΔΕΝ είναι εύκολο να αντικατασταθεί, στον ελάχιστο χρόνο που τα παιδιά διαμένουν ξανά με τη μητέρα (4,5 μήνες) από το γενικευμένο αίσθημα ασφάλειας που χρειάζονται κυρίως τα παιδιά για να λειτουργήσουν ομαλά τόσο στον εσωτερικό όσο και στον εξωτερικό τους κόσμο. Τονίζεται ότι, δυστυχώς, ενώ για να δημιουργηθούν τα ψυχικά τραύματα κατά την παιδική ηλικία χρειάζονται μόνο λίγος χρόνος και αρνητικές εμπειρίες για να επουλωθούν τα τραύματα που δημιούργησε η όλη αυτή κατάσταση στον ψυχισμό των παιδιών χρειάζεται πολύς χρόνος, υπομονή και επαναλαμβανόμενα θετικά βιώματα και εμπειρίες. Το γεγονός ότι η μητέρα παρέχει στα παιδιά, από τον περασμένο Σεπτέμβριο

(2005)που διαμένουν μαζί της α) σταθερότητα στην καθημερινή τους ρουτίνα, β) θαλπωρή και ζεστασιά στο περιβάλλον του σπιτιού τους, γ) ποιοτικό χρόνο μαζί τους τόσο στο σπίτι όσο και σε δραστηριότητες έξω από το σπίτι, δ) ευκαιρίες για κοινωνικές επαφές τόσο με τα συνομήλικα παιδιά όσο και με άτομα του ευρύτερου οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντος και κυρίως ε) έκδηλη στοργή και αγάπη ασφαλώς βοηθά τα παιδιά να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους όχι μόνο προς τον έξω κόσμο αλλά και προς τον ίδιο τους τον εαυτό και να αισθανθούν ως ένα βαθμό ασφάλεια και ισορροπία. Κρίνεται ωστόσο ότι και τα δύο παιδιά, αλλά ειδικότερα η Σ, χρειάζονται παράλληλα και επαγγελματική ψυχολογική στήριξη ώστε να επανέβρουν τη ψυχική τους ηρεμία και ισορροπία. Συστήνεται όπως στο αρχικό στάδιο η Σ επισκέπτεται ειδικό Ψυχολόγο δύο φορές εβδομαδιαία ενώ για τον Α είναι αρκετές μόνο δύο επισκέψεις το μήνα. Εν ολίγοις και τα δύο παιδιά μαζί θα έχουν 10 επισκέψεις μηνιαία σε Ψυχολόγο στο στάδιο αυτό.» Κατά την ακρόαση η ΜΕ6 επέμενε στην ορθότητα των θέσεων της και απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις μεταξύ άλλων για την ειδικότητα, τα προσόντα της και το δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του ψυχολόγου, για τις επαφές της με την Ενάγουσα και τα παιδιά (και τον αριθμό των επαφών) για τη γνώμη της για την Ενάγουσα και τη δυνατότητα της Ενάγουσας να χειριστεί τα παιδιά, για τη σχέση της Ενάγουσας με τα παιδιά και τη σχέση του Εναγόμενου 1 με τα παιδιά, για την ανεπιτυχή προσπάθεια της μάρτυρας να επικοινωνήσει με τον Εναγόμενο 1, για την άποψη της ως προς τις συνθήκες διαβίωσης των παιδιών κοντά στον Εναγόμενο
  1. Απάντησε μεταξύ άλλων και σε ερωτήσεις ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα της έδωσε ολοκληρωμένη πληροφόρηση. Ο Αστ. Χριστόδουλος Χριστοδούλου (ΜΕ7), ανάφερε μεταξύ άλλων ότι υπηρετεί στο Τμήμα της Κοινωνικής Αστυνόμευσης του Αγίου Ιωάννη και ότι υπηρετούσε από το 2003 μέχρι το 2009 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι όταν ήταν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων, η Ενάγουσα υπέβαλλε συχνά παράπονα στο Τμήμα εναντίον του Εναγόμενου 1, σχετικά με οικογενειακά προβλήματα που αφορούσαν τα παιδιά της. Ως συνήθως μετά από καταγγελία της Ενάγουσας εγίνετο καταγγελία και από τον Εναγόμενο
  2. Ο ίδιος προσωπικά είχε δεχθεί και αυτός παράπονα από την Ενάγουσα. Κατά τη μαρτυρία του κατατέθηκαν αντίγραφα συγκεκριμένων παραπόνων της Ενάγουσας από τα σχετικά ημερολόγια του Σταθμού, ημερομηνίας 17.6.2004 (Τεκμήριο 76), ημερομηνίας 9.3.2005 (Τεκμήριο 77), ημερομηνίας 30.4.2005 (Τεκμήριο 78), ημερομηνίας 7.6.2005 (Τεκμήριο 79). Επίσης κατατέθηκε αντίγραφο καταγγελίας του Εναγόμενου 1, (Τεκμήριο 79α). Διευκρίνισε ότι δεν προέβηκε ο ίδιος στην έρευνα από το αρχείο για να εντοπιστούν τα παράπονα. Ισχυρίστηκε ότι υπάρχουν και άλλα παράπονα καταγεγραμμένα διότι δέχθηκε και ο ίδιος παράπονα τα οποία κατέγραψε. Απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι σε κάποια φάση είχε πράγματι αναγνώσει σε σχετικό ημερολόγιο άλλη καταγγελία, ημερομηνίας 12.3.2005, για κακοποίηση της Σ από την Ενάγουσα όμως επεσήμανε κατά την ακρόαση ότι μέχρι την ημερομηνία 14.3.2005 δεν υπάρχει στο ημερολόγιο τέτοια καταγγελία. Σε υποβολή ότι προσκόμισε κατ' επιλογή συγκεκριμένα ημερολόγια και όχι όλο το φάσμα των καταγγελιών, των δύο πλευρών, απάντησε ότι προσκόμισε στο Δικαστήριο ότι του έδωσε το Αρχείο. Η κα Χρυστάλλα Κορνιλίου (ΜΕ8), ανάφερε μεταξύ άλλων ότι υπήρξε Διευθύντρια στο Δημοτικό Σχολείο της Β' Αστικής από όπου αφυπηρέτησε το
  3. Ο κύριος ισχυρισμός της είναι ότι η Ενάγουσα την είχε επισκεφθεί στο σχολείο ζητώντας της άδεια να βλέπει τα παιδιά της στο σχολείο, καθ' ότι όπως της είχε αναφέρει δεν της επέτρεπε ο εν διαστάσει σύζυγος της να τα βλέπει. Η ΜΕ8 συγκατατέθηκε στο αίτημα της και έκτοτε έβλεπε την Ενάγουσα τακτικά στα διαλείμματα να συναντά τα παιδιά της (κρυφά δηλαδή από τον Εναγόμενο 1). Ως προς την αντίδραση των παιδιών στην επίσκεψη της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε ότι ο Α ήταν πάντα πολύ ευχαριστημένος ενώ η Σ ήταν λίγο πιο συγκρατημένη αλλά ήταν μαζί της. Κατά τη μαρτυρία της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 80 φωτογραφία της με τα παιδιά. Απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις, μεταξύ άλλων ως προς το ενδιαφέρον που έδειχναν οι δύο γονείς για την επίδοση των παιδιών τους, ως προς τα πότε είδε τον Εναγόμενο 1, ως προς το ποιος έφερνε και έπαιρνε τα παιδιά από και προς το σχολείο και ως προς την επίδοση και κατάσταση των παιδιών. Επίσης, ως προς τις τυχόν επισκέψεις του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τα παιδιά αυτά. Ακόμη, ως προς τις χρονιές κατά τις οποίες ήσαν τα παιδιά στο Δημοτικό ενώ ήταν Διευθύντρια. Η κα Μαρία Ιωαννίδου (ΜΕ9), Πρωτοκολλητής του Ε. Δ. Λεμεσού, έδωσε μαρτυρία αναφορικά με τις δικαστικές διαδικασίες που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της Αίτησης 110/03 (Τεκμήριο 5), ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η μαρτυρία της καλύφθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από παραδεκτά γεγονότα τα οποία δηλώθηκαν στο Δικαστήριο. Η κα Ε.Φ. (ΜΥ1), μητέρα του Εναγόμενου 1, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα πάντοτε είχε προβληματική συμπεριφορά προς τον Εναγόμενο 1 και προς τα παιδιά με αποτέλεσμα να προκαλούνται διάφορα προβλήματα. Ήταν η θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν καλός πατέρας και αφού κλονίστηκε και η υγεία του αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό για να σταματήσουν τα προβλήματα. Κατά τη μαρτυρία της απάντησε μεταξύ άλλων σε ερωτήσεις ως προς τη σχέση και της ίδιας της μάρτυρας με τα παιδιά. Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι σε κάποια φάση (Χριστούγεννα 2000), η μητέρα της Ενάγουσας είπε στην ίδια (ΜΥ1), ότι κατάλληλος για να φυλάξει τα παιδιά είναι ο Εναγόμενος
  4. Η κα Α.Ι. (ΜΥ2), αδελφή του Εναγόμενου 1 ανάφερε μεταξύ άλλων ότι μετά τη διάσταση όταν τα παιδιά έμειναν με την Ενάγουσα (τότε ο Εναγόμενος 1 τα έβλεπε Σαββατοκύριακα και κατέβαλλε διατροφή), υπήρχαν πολλά προβλήματα στη σχέση της Ενάγουσας με τα παιδιά (η Ενάγουσα καβγάδιζε συνέχεια με τα παιδιά, τα κακοποιούσε, τα παιδιά έφευγαν από το σπίτι κρυφά από η μητέρα τους, η Ενάγουσα δεν μαγείρευε, έλειπε πολλές ώρες από το σπίτι κρατώντας και περιφέροντας τα παιδιά μαζί της, ακόμη τα άφηνε με οποιονδήποτε για να μπορεί η ίδια να βγαίνει έξω), ενώ τα παιδιά άρχισαν να μην ενδιαφέρονται για το διάβασμα τους, αφού δεν υπήρχε ούτε έλεγχος ούτε ενδιαφέρον από την Ενάγουσα οπότε τον Ιανουάριου του 2001 τα παρέδωσε στον Εναγόμενο
  5. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, με την παράδοση των παιδιών στον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 1 δημιούργησε κατάλληλες συνθήκες για να διαμένουν τα παιδιά μαζί του αφού ενοικίασε σπίτι και εργοδότησε επίσης οικιακή βοηθό για να τα βοηθά. Ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν πολλές ώρες. Όμως σύμφωνα με τη μάρτυρα, αντί η Ενάγουσα να αξιοποιήσει το χρόνο επικοινωνίας που είχε με τα παιδιά άρχισε να τα ενοχλεί με πρόσχημα να τα δει σε κάθε στιγμή και κάθε ευκαιρία, σε ακατάλληλες ώρες, σε ακατάλληλους τόπους και απαράδεκτες συνθήκες και πάντα σε ώρες που δεν ήταν ο Εναγόμενος 1 παρών, ενώ η Ενάγουσα παραπονιόταν ότι δεν τα άφηνε ο Εναγόμενος 1 να ανταποκρίνονται στα συνεχή καλέσματα της. Επίσης, η Ενάγουσα παρότρυνε τα παιδιά να λένε ψέματα στον Εναγόμενο 1, ενώ είχε απαίτηση από τον Εναγόμενο 1 να μη θυμώνει στα παιδιά όταν αυτός ανακάλυπτε τι έκαναν τα παιδιά για να υπακούσουν στη μητέρα τους. Πάντως, σύμφωνα με τη μάρτυρα, η επικοινωνία των παιδιών με την Ενάγουσα ήταν προβληματική και κατέληγε πολλές φορές σε καυγάδες και χειροδικίες πάνω στα παιδιά, ενώ αυτά συχνά έφευγαν από την Ενάγουσα και πήγαιναν στον Εναγόμενο
  6. Ισχυρίστηκε ότι και τα δύο παιδιά την ενημέρωσαν ότι η Ενάγουσα τους συμπεριφερόταν με άσχημο και απότομο τρόπο. Ήταν η θέση της ΜΥ2 ότι η ίδια η Ενάγουσα με τη δική της συμπεριφορά προκαλούσε την αντίδραση των παιδιών και δεν ήταν η παρέμβαση του Εναγόμενου 1 που τα οδηγούσε σε οποιαδήποτε συμπεριφορά εναντίον της μητέρας τους αφού όλα αυτά άρχισαν να συμβαίνουν κατά την ίδια την Ενάγουσα από το διάστημα που ήταν μαζί της τα παιδιά και η μόνη επίδραση που υπήρχε στα παιδιά ήταν η δική της και όχι του Εναγόμενου
  7. Σύμφωνα με την ΜΥ2, σε καμία περίπτωση δεν της εξέφρασαν τα παιδιά ποτέ ότι ήθελαν να φύγουν από τον Εναγόμενο
  8. Και πρόσθεσε: «Είναι τα ίδια τα παιδιά που εκφράζονταν πάρα πολλές φορές και δεν ήθελαν να παν στη μητέρα τους και σε πολλές φορές αντί ψυχαγωγία με τη μητέρα υπήρχαν προβλήματα επικοινωνίας μεταξύ τους και τα έστρεφε πριν τη λήξη της επικοινωνίας η ίδια στον πατέρα.» Επιπρόσθετα, όταν ο Εναγόμενος 1 τον Ιανουάριου του 2004 έπαθε έμφραγμα καρδιάς και παρέμεινε στο νοσοκομείο για πολλές εβδομάδες, τα παιδιά δεν ήθελαν να μείνουν με την Ενάγουσα και παρακαλούσαν την ΜΥ2 να μείνουν μαζί με την ΜΥ2 και τη γιαγιά τους. Ήταν η θέση της ΜΥ2, ότι ο Εναγόμενος 1 αγαπά τα παιδιά του αλλά αντιμετώπισε αφόρητες πιέσεις και παρεμβάσεις από την Ενάγουσα. Τελικά, σύμφωνα με τη μάρτυρα, αναγκάστηκε να φύγει στο εξωτερικό, περισσότερο για λόγους υγείας και ότι το τελευταίο διάστημα πριν φύγει για το εξωτερικό δεν είχε καν επικοινωνία με τα παιδιά του, βλέποντας ότι η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε πάντα το επιχείρημα ότι αυτός τα επηρέαζε εναντίον της με αποτέλεσμα τα παιδιά να πληρώνουν το κόστος της συμπεριφοράς της. «Ο Εναγόμενος 1 την επικοινωνία με τα παιδιά τη διέκοψε και πριν να πάει Λονδίνο διότι ήθελε να βάλει ένα τέλος στην επιμονή της μητέρας να επιμένει ότι επηρεάζει τα παιδιά εναντίον της.» Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 αδυνατούσε και αδυνατεί να βοηθήσει τα παιδιά του οικονομικά για το λόγο ότι έχει προβλήματα υγείας και οικονομικά προβλήματα. Ενώ περιμένει την ώρα που θα μπορούσε να επιστρέψει υγιής για να ανταποκριθεί στα παιδιά του. Για τις πιο πάνω θέσεις της η μάρτυρας επέμενε καθ' όλη τη διάρκεια της ακρόασης και διευκρίνισε ότι η ίδια συζητά με τον Εναγόμενο
  9. Πρόθεσε ότι ο Εναγόμενος 1 αναγνωρίζει ότι έχει καθυστερημένες διατροφές και όταν μπορέσει θα ανταποκριθεί και όταν ο ίδιος αισθάνεται ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες των παιδιών θα επικοινωνήσει. Απέδωσε μεταξύ άλλων στην Ενάγουσα τα διάφορα προβλήματα υγείας που έχει ο Εναγόμενος
  10. Διευκρίνισε επίσης ότι όταν τα παιδιά ήταν στον Εναγόμενο 1, η ίδια η μάρτυρας είχε επαφή με τα παιδιά και όταν ο Εναγόμενος 1 δεν μπορούσε λόγω δουλειάς, η ίδια τα μετακινούσε και πήγαιναν μαζί της και με τα παιδιά της σε πολλούς τόπους. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η Ενάγουσα αποκαλούσε τα παιδιά μπελάδες. Κατά την ακρόαση κατάθεσε τα Τεκμήρια 84, 85,
  11. Ο κος Φ.Μ.: σε αυτό το στάδιο με βάση το Άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμου, αντεξετάστηκε από τον κ. Κλεοβούλου ο πατέρας της Ενάγουσας, κ. Φ.Μ., ο οποίος επιχειρώντας να διαψεύσει την Μ.Υ.1, κα Ε.Φ., ανέφερε ότι ουδέποτε αυτός ή η σύζυγος του είπαν ότι ήταν καλύτερα τα παιδιά να μετακινούνταν από τη θυγατέρα τους Ενάγουσα, στον Εναγόμενο
  12. Η κα Μαρία Μουστερή (ΜΥΥ1), αναφέρθηκε στην περίοδο από 6.10.2000, όταν αρχικά αποτάθηκε η Ενάγουσα στο Γραφείο Ευημερίας, μέχρι και τον Φεβρουάριο του
  13. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο κύριο αίτημα της Ενάγουσας τότε, για μετακίνηση των παιδιών από το σπίτι της στο σπίτι του Εναγόμενου 1, λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα με τα παιδιά και ακολούθως, στα παράπονα της Ενάγουσας μετά την μετακίνηση των παιδιών στο σπίτι του Εναγόμενου
  14. Η μάρτυρας ανέφερε ότι η ίδια παρέδωσε το φάκελο της υπόθεσης σε άλλη λειτουργό, στην κα Λουκία Τυλληρίδου (ΜΥΥ2), το Φεβρουάριο του
  15. Κατά την ακρόαση της κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο 88, δέσμη που περιλαμβάνει τις σημειώσεις της ΜΥΥ1 που καταγράφηκαν κατά το χρόνο που η ίδια είχε την επίβλεψη της οικογένειας. (Κατέθεσε επίσης τηλεμοιότυπο Τεκμήριο 87). Η κα Λουκία Τυλληρίδου (ΜΥΥ2) λειτουργός ευημερίας ανάφερε μεταξύ άλλων ότι ανέλαβε το χειρισμό της συγκεκριμένης περίπτωσης το Φεβρουάριο του 2001 (όταν ήδη τα παιδιά είχαν μετακινηθεί στο σπίτι του Εναγομένου 1 στην οδό Δημητρίου Γληνού). Ανέφερε ότι αρχικά χειριζόταν την υπόθεση ως θέμα προληπτικής εργασίας και στήριξης των παιδιών, αλλά ακολούθως μετά την καταχώρηση από την Ενάγουσα της Αίτησης 209/01 (Τεκμήριο 70), για ρύθμιση της επικοινωνίας της με τα παιδιά, τον Ιανουάριου του 2002 η περίπτωση μετατράπηκε σε υπόθεση γονικής μέριμνας οπότε συνέχισε η ίδια να τη χειρίζεται ως λειτουργός γονικής μέριμνας μέχρι και την έκδοση του εκ συμφώνου διατάγματος ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1), με το οποίο ανατέθηκε η φύλαξη στον Εναγόμενο 1 και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά. Αναφέρθηκε σε ισχυριζόμενα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την περίοδο που χειριζόταν την υπόθεση και σε συναντήσεις που είχε με την Ενάγουσα, με τον Εναγόμενο 1 και με τα παιδιά καθώς και για το ρόλο της ίδιας της ΜΥΥ2 στις διαφωνίες μεταξύ των δύο γονιών. Υπήρξε κύριος ισχυρισμός της μάρτυρας ότι για την περίοδο που η ίδια χειριζόταν την υπόθεση κύριο αίτημα της Ενάγουσας ήταν η αύξηση των ωρών επικοινωνίας της με τα παιδιά, αίτημα στο οποίο ο Εναγόμενος 1 ήταν αρνητικός. Κατά την ακρόαση κατέθεσε ως Τεκμήριο 89 δέσμη σημειώσεων που ανέφερε ότι έπαιρνε κατά το χρόνο της συνεργασίας της με την οικογένεια. Ο κος Γιώργος Σοφοκλέους (ΜΥΥ3) λειτουργός ευημερίας, με καθήκοντα οικογενειακού συμβούλου για διερεύνηση αναφορών περιστατικών βίας, αναφέρθηκε σε διάφορες καταγγελίες από την Ενάγουσα εναντίον του Εναγομένου 1 και από τον Εναγόμενο 1 εναντίον της Ενάγουσας για την περίοδο από τον Ιούνιο του 2004 και μετέπειτα οι οποίες περιήλθαν στη γνώση του στα πλαίσια της επαγγελματικής του ιδιότητας. Ανάφερε μεταξύ άλλων ότι λόγω του ότι η κατάσταση στο σπίτι της Ενάγουσας μετά που η Ενάγουσα ανέλαβε τη φροντίδα των παιδιών μετά τον Νοέμβριο του 2005 επιδεινωνόταν, ο ίδιος ο μάρτυρας με τη συνάδελφο του κα Παναγιώτα Παναγιώτου (ΜΥΥ6), ενημέρωσαν το Τμήμα Παιδιού και Έφηβου των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας ζητώντας την παρέμβαση του. Όμως η προσπάθεια ήταν ανεπιτυχής καθότι ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να δώσει τη συγκατάθεση του προς το αρμόδιο τμήμα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα η ίδια η Ενάγουσα ταυτόχρονα ενθαρρύνθηκε να ζητήσει βοήθεια από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας για Ενήλικες. Η κα Μαρίνα Χρυσάνθου (ΜΥΥ4 - Εναγόμενη 3), ανάφερε μεταξύ άλλων τα εξής: Ότι είναι λειτουργός Ευημερίας στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από τον Απρίλιο του 2002 και ότι το 2002-2006 εκτελούσε καθήκοντα στον Κλάδο Οικογένεια και Παιδί και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα Προληπτική Εργασία. Από το Σεπτέμβριο 2002 μέχρι το Φεβρουάριο του 2006 παρακολουθούσε την περίπτωση των ανηλίκων, της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 διεξάγοντας προληπτική εργασία και στήριξη με συμβουλευτικό και υποστηρικτικό ρόλο. Όταν παρέλαβε την υπόθεση, τα δύο παιδιά ήδη διέμεναν με τον Εναγόμενο 1 και είχε ήδη εκδοθεί το εκ συμφώνου διάταγμα ημερομηνίας 30.5.2002, Τεκμήριο
  16. Τη 16.10.2002 είχε την πρώτη συνάντηση με την Ενάγουσα. Η ουσία της μαρτυρίας της περιστρέφεται γύρω από τους εξής ισχυρισμούς της: Η Ενάγουσα παραπονείτο σφοδρά για τις παραβιάσεις από τον Εναγόμενο 1 των διαταγμάτων επικοινωνίας που υπήρχαν για να βλέπει τα παιδιά και ζητούσε από τη μάρτυρα να φροντίσει ώστε να της δοθούν πίσω τα παιδιά. Κατηγορούσε τον Εναγόμενο 1 ότι επηρέαζε τα παιδιά αρνητικά εναντίον της. Ο Εναγόμενος 1 από την άλλη ισχυριζόταν ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να τη βλέπουν, εξαιτίας της δικής της λανθασμένης συμπεριφοράς. Ο Εναγόμενος 1 ισχυριζόταν επίσης ότι η Ενάγουσα αναστάτωνε τα παιδιά. Στα παράπονα της Ενάγουσας για τον τρόπο που η ίδια η μάρτυρας ασκούσε τα καθήκοντα, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι προσπαθούσε να έχει μια ουδέτερη στάση με σκοπό καταρχήν να πετύχει τη συνεργασία των γονιών για το θέμα των παιδιών, καθότι η ίδια η Εναγομένη 3 δεν είχε εξουσία επιβολής της δικής της άποψης. Ήταν η θέση της Εναγομένης 3 ότι η Ενάγουσα αγαπούσε τα παιδιά της, όμως είχε πρόβλημα στο να τα χειριστεί. Ο δε Εναγόμενος 1 ήταν αυστηρός σε ότι αφορά το πρόγραμμα των παιδιών και τα μαθήματα τους. Ήταν ικανός να τους προσφέρει ασφάλεια και σταθερότητα, είχε όμως αδυναμίες και λάθη στο χειρισμό όσο αφορά την ενθάρρυνση των παιδιών για να έχουν καλές επαφές με την Ενάγουσα. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις συναντήσεις που είχε μεταξύ άλλων με την Ενάγουσα, με τον Εναγόμενο 1 και με τα παιδιά και σε διάφορες αλληλοκατηγορίες μεταξύ των γονιών. Αναφέρθηκε επίσης στις θέσεις των παιδιών. Η Εναγόμενη 3 συνέχισε να παρακολουθεί την υπόθεση και μετά την καταχώρηση από την Ενάγουσα της Εναρκτήριας Αίτησης 110/03, Τεκμήριο 5, το Μάιο 2003, μαζί με την λειτουργό Άντρη Χαραλάμπους (Εναγόμενη 2), αλλά ξεκαθάρισε ότι η ίδια η Εναγόμενη 3 δεν ενεπλάκη στη διαδικασία του Δικαστηρίου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 90 σημειώσεις της για την πορεία της υπόθεσης. Αρνήθηκε μεταξύ άλλων υποβολή ότι εργαζόταν μεροληπτικά υπέρ του Εναγόμενου
  17. Η κα Άντρη Χαραλάμπους (ΜΥΥ5 - Εναγόμενη 2) ανέφερε μεταξύ άλλων ότι κατά την περίοδο 2001-2007 εκτελούσε καθήκοντα λειτουργού γονικής μέριμνας και χειριζόταν υποθέσεις γονικής μέριμνας στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού δυνάμει του Άρθρου 5 του περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Διαδικαστικό Κανονισμό (όπως τροποποιήθηκε από το Διαδικαστικό Κανονισμό 1/72). Σύμφωνα με την Εναγομένη 2 η εμπλοκή της στην υπόθεση άρχισε από τον Σεπτέμβριο του 2003 όταν έλαβε οδηγίες από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού (Τεκμήριο 91) για να ετοιμάσει έκθεση για την υπόθεση που αφορούσε τα ανήλικα παιδιά της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 (για την Αίτηση 110/03 Τεκμήριο 5). Ανάφερε ότι όταν ανέλαβε η ίδια την υπόθεση ο Α ήταν 10 ετών και η Σ,
  18. Την 29.11.05 εκδόθηκε το εκ συμφώνου διάταγμα (Τεκμήριο 3) με το οποίο διατάχθηκε όπως τα παιδιά διαμένουν με την Ενάγουσα και ρυθμίστηκε η επικοινωνία του Εναγομένου 1 με τα παιδιά. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της η εμπλοκή της τελείωσε περί το τέλος
  19. Έδωσε μαρτυρία σε σχέση με τις εμφανίσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, τις συναντήσεις της με την Ενάγουσα, τον Εναγόμενο 1, τα παιδιά, το συγγενικό και σχολικό περιβάλλον καθώς και για τη συνεργασία της με τη συνάδελφο της Μαρίνα Χρυσάνθου (Εναγόμενη 3) και με τον λειτουργό Γιώργο Σοφοκλέους (ΜΥΥ3). Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο ρόλο της ως λειτουργού, στις σχέσεις της Ενάγουσας με τα παιδιά, στις σχέσεις του Εναγόμενου 1 με τα παιδιά και στις σχέσεις των παιδιών μεταξύ τους. Ήταν η θέση της ότι όταν είχε λάβει οδηγίες τον Σεπτέμβριο του 2003 από το Οικογενειακό Δικαστήριο για ετοιμασία της έκθεσης, στα πλαίσια της αίτησης 110/03 η επικοινωνία της Ενάγουσας με τα παιδιά της δεν ήταν σταθερή και παρουσίαζε δυσκολίες. Ήταν γενικά η θέση της Εναγόμενης 2 κατά την ακρόαση ότι πρόκειτο για μια δύσκολη υπόθεση με τους γονείς να είναι συνεχώς σε αντιπαράθεση μεταξύ τους. Επειδή η ίδια νοιαζόταν για τις σχέσεις της Ενάγουσας με τα παιδιά ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε ούτως ώστε να βελτιωθεί πρώτα η σχέση της Ενάγουσας με τα παιδιά και σταδιακά εισηγόταν με τα διάφορα προσωρινά διατάγματα την αύξηση της επικοινωνίας με τα παιδιά. Η ουσία του κύριου ισχυρισμού της Εναγομένης 2 εμπεριέχεται στο τέλος της κυρίως εξέτασης της. «Στην περίοδο που ανέλαβα την περίπτωση, η επικοινωνία της Ενάγουσας με τα παιδιά παρουσίαζε δυσκολίες. Εάν η Έκθεση ετοιμαζόταν σε πρόωρο στάδιο και προτού εξαντληθούν όλα τα περιθώρια για αποκατάσταση και βελτίωση της σχέσης της Ενάγουσας με τα παιδιά της, η εισήγησή μου προς το Δικαστήριο αναπόφευκτα δεν θα περιελάμβανε εκτεταμένη επικοινωνία της Ενάγουσας με τα παιδιά της. Ως εκ τούτου, προς όφελος των παιδιών, δινόταν συνεχής στήριξη στην Ενάγουσα σε σχέση με το γονικό της ρόλο, με στόχο την αποκατάσταση της σχέσης της με τα παιδιά της, την σταθεροποίηση αυτής και στη συνέχεια την ετοιμασία της έκθεσης με εφικτές εισηγήσεις. Παράλληλα, με εισηγήσεις μας προς τον Εναγόμενο 1 και το Δικαστήριο της δινόταν σταδιακή αύξηση επικοινωνίας. Αναμένετο όπως η συμπεριφορά της Ενάγουσας προς τα παιδιά της παρέμενε σταθερή, ωστόσο η στάση της απέναντί τους ήταν ασταθής γεγονός που δυσχέραινε κατά πολύ την ετοιμασία της έκθεσης προς το Δικαστήριο». Ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι η ίδια δεν διαπίστωσε ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν βίαιος με τα παιδιά ή ότι τα χρησιμοποιούσε εναντίον της Ενάγουσας. Αρνήθηκε μεταξύ άλλων υποβολές ότι η ολιγωρία της ίδιας και του Γραφείου κατέστρεψε την υπόθεση. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης κατέθεσε επίσης αντίγραφα των σημειώσεων/καταχωρήσεων της αναφορικά με την υπόθεση ως Τεκμήριο
  20. Η κα Παναγιώτα Παναγιώτου, ΜΥΥ6 Λειτουργός Ευημερίας, με καθήκοντα στον κλάδο Οικογένεια και Παιδί, στο πρόγραμμα Προληπτική Εργασία και Στήριξη ανάφερε ότι παρακολουθούσε τα παιδιά από τον Μάρτιο του 2006 μέχρι τον Μάρτιο του
  21. Οι ισχυρισμοί της περιστράφηκαν γύρω από τις συγκρούσεις της Ενάγουσας με τα παιδιά και ιδιαίτερα με την Σ και τις σχετικές καταγγελίες και δυσκολίες. Ο κ. Θέμης Αντωνίου, εξετάστηκε κατόπιν αιτήματος του κ. Κλεοβούλου με βάση το Άρθρο 26 του Περί Αποδείξεως Νόμο. Ανάφερε ότι είχε εξετάσει την Ενάγουσα τον Οκτώβριο του 2000 και την έβλεπε μέχρι τις αρχές του
  22. Είπε, μεταξύ άλλων, ότι η Ενάγουσα είχε πάρα πολλά ψυχολογικά προβλήματα με πάρα πολύ άγχος. Όταν αποτάθηκε κοντά του ήταν στη φάση που ο γάμος της οδηγούνταν σε διάλυση. Όμως, σύμφωνα με το μάρτυρα, αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στη σχέση της με τα παιδιά. Δε γνώριζε ότι η Ενάγουσα λίγους μήνες μετά το διαζύγιο είχε δώσει τα παιδιά στον Εναγόμενο 1, καθότι δεν μπορούσε να τα ελέγξει. Η κατάσταση της ήταν άσχημη αλλά όχι τέτοια ώστε να μη μπορεί να χειριστεί τα παιδιά της. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακρόασης δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία είναι καταγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. -------------------------- Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες ενώ έδιδαν μαρτυρία, καθώς και τον τρόπο και ύφος με τον οποίο απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις. Έχω επίσης συγκρίνει τις διάφορες μαρτυρίες μεταξύ τους. Αναφορικά με τη μαρτυρία της Ενάγουσας, άτομο που χωρίς αμφιβολία αγαπά τα παιδιά της, έδωσε αληθινή εικόνα στο Δικαστήριο για την προβληματική συμπεριφορά που κατά καιρούς εξέφρασαν τα παιδιά και ιδιαίτερα η Σ προς την ίδια, ακόμα και για την ανάγκη παρακολούθησης των παιδιών από ειδικούς ψυχολόγους. Όμως, δεν πέτυχε να τεκμηριώσει και να αποδείξει την ουσία της θέσης της: ότι δηλαδή αιτία για την προβληματική συμπεριφορά των παιδιών προς την Ενάγουσα και για τις οποιεσδήποτε δυσκολίες τους ήταν συγκεκριμένες πράξεις του Εναγόμενου 1 και/ή των υπόλοιπων Εναγομένων (με την ισχυριζόμενη ανοχή τους). Ούτε και έπεισε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να έχει επικοινωνία με τα παιδιά σύμφωνα με τα κατά καιρούς διατάγματα ήταν εσκεμμένη προσπάθεια του Εναγομένου 1 για να μην βλέπουν τα παιδιά τη μητέρα τους. Επιπρόσθετα η θέση της ότι έδωσε τα παιδιά τον Ιανουάριο του 2001 σε προσωρινή βάση αποδυναμώνεται πολύ και από το γεγονός ότι ακόμη και ενάμιση έτος μετά, δηλαδή την 30.5.2002 δέχθηκε να εκδοθεί το διάταγμα Τεκμήριο 1, με το οποίο ανατίθετο η φύλαξη των παιδιών στον Εναγόμενο
  23. Η δε θέση της κατά την κυρίως εξέταση ότι είχε δεχθεί κάτω από την πίεση των γεγονότων την έκδοση του εν λόγω διατάγματος, Τεκμήριο 1, δε δικογραφείται εν πάση περιπτώσει. Επίσης δεν έπεισε για τη θέση της ότι οι λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας δεν ενδιαφέρονταν για την υπόθεση γιατί με τη μαρτυρία που έχει αποκαλυφθεί από την πλευρά των Εναγομένων δείχνει το αντίθετο. Οπωσδήποτε οι δύο γονείς είχαν σοβαρότατες διαφωνίες μεταξύ τους, όμως ατεκμηρίωτος παρέμεινε και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 1 κακοποιούσε τα παιδιά. Δεν έχει πείσει ότι ο Εναγόμενος 1 ήταν ακατάλληλος για να έχει τη φύλαξη τους όπως ήταν οι ισχυρισμοί της (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Εναγόμενος 1 δεν είχε μειονεκτήματα ως πατέρας). Οι δε τυχόν καβγάδες που σίγουρα υπήρχαν μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1, στην απουσία πιο συγκεκριμένης αληθινής μαρτυρίας για πρόθεση του Εναγόμενου 1 επίθεσης και απειλών εναντίον της Ενάγουσας, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εύρημα για τους ισχυρισμούς της αυτούς. Όσον αφορά την κα Ε.Μ. (ΜΕ2) σύζυγο του αδελφού της Ενάγουσας: παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με κάθε πρόθεση να αναφέρει με ειλικρίνεια οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψή της, χωρίς να είναι απόλυτη σε θέματα που δεν γνώριζε ή που δε θυμόταν καλά. Η μαρτυρία της επιβεβαιώνει για τη Σ ότι πρόκειται για παιδί με προβλήματα και ακραία συμπεριφορά. Επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 αρνείται εδώ και καιρό να επικοινωνήσει με τα παιδιά του. Δέχομαι τη μαρτυρία της ως αληθινή και τα αναφερόμενα της αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Η κα Γεωργία Ιωάννου (ΜΕ3): είπε την αλήθεια για τα πτυχία της και ότι δίδαξε ιδιωτικά τα παιδιά για 11 μήνες από το Νοέμβριο του 2007 μέχρι το Σεπτέμβριο του
  24. Από τη μαρτυρία προέκυψε ότι άρχισε και πάλι να διδάσκει μαθήματα στον Α το
  25. Έπεισε ότι είπε την αλήθεια για το ότι διαπίστωσε η Σ να έχει τεράστιες μαθησιακές δυσκολίες, με αδιαφορία στα μαθήματα και ότι δείχνει να αντιπαθεί τη μητέρα. Επίσης ότι είναι υπερκινητική και νευρική, και ότι ο Α είναι φιλότιμο παιδί ο οποίος μολονότι βαριέται μπορεί να πεισθεί να μελετήσει. Πέραν όμως αυτών των διαπιστώσεων οι υπόλοιπες αναφορές περί ανεξήγητου δεσμού και αφοσίωση της Σ προς τον πατέρα και ότι ο Α δεν έχει καμιά συναισθηματική εξάρτηση προς τον πατέρα και ότι τα προβλήματα του Α οφείλονται στην επιρροή της Σ, αποτελούν σχόλια εκτός του επαγγέλματός της. Όπως και η ίδια παραδέχθηκε στην αντεξέταση, δεν είναι σε θέση να αναφέρει από πού προήλθαν τα κενά που διαπίστωσε. Όσον αφορά τη μαρτυρία της κας Έλενας Μαλά (ΜΕ4), η οποία είναι παιδική φίλη της Ενάγουσας: κατά τη μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υποστήριξε ικανοποιητικά τα αναφερόμενα της. Π.χ. κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι κατά την επιστροφή τους από τη Λόφου στο σπίτι της Ενάγουσας βρήκαν τον Εναγόμενο 1 έξω από το σπίτι της Ενάγουσας να απειλεί φραστικά την Ενάγουσα γι' αυτό και ειδοποίησαν Αστυνομία ενώ κατά την αντεξέταση ανάφερε ότι η Αστυνομία ήταν ήδη εκεί. Επίσης, ενώ κατά την κυρίως εξέταση έθεσε τον εαυτό της στη σκηνή, εντούτοις κατά την αντεξέταση δε θυμόταν τι έλεγε ο Εναγόμενος 1, ούτε γιατί βρισκόταν εκεί ο Εναγόμενος 1 πιθανολογώντας ότι πήγε να πάρει τα παιδιά. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί ή να υιοθετήσει τη μαρτυρία της. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Α (ΜΕ5): είναι φανερό ότι δεν έδωσε μαρτυρία με αντικειμενικότητα. Ήταν εμφανέστατο ότι ουδεμία διάθεση είχε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση εναντίον της μητέρας του. Πολλές φορές έδιδε απαντήσεις που ήταν προς όφελος της μητέρας του χωρίς να είναι σε θέση να τις τεκμηριώσει έστω και επιφανειακά. Π.χ. ενώ ισχυρίστηκε κατά την ακρόαση ότι ο Εναγόμενος 1 τον έδερνε πολλές φορές εντούτοις δεν εξήγησε πώς κατά την μοναδική καταγγελία του στην Αστυνομία εναντίον του Εναγομένου 1 τη 19.6.2004, ανάφερε ότι πρώτη φορά τον χτυπούσε ο Εναγόμενος
  26. Άλλο παράδειγμα είναι οι αντιφατικές απαντήσεις που έδωσε ως προς το γιατί όταν αρρώστησε ο Εναγόμενος 1 τον Ιανουάριου του 2004 δεν πήγε να μείνει μαζί με την αδελφή του στην Ενάγουσα. Επίσης, ενδεικτικό της διάθεσης του να ισχυριστεί ότι οι λειτουργοί ευημερίας δεν έκαναν καλά της δουλειά τους ήταν ο ισχυρισμός του ότι είδε τις Εναγόμενες 2 και 3 μόνο περίπου 5 φορές ενώ από τη μαρτυρία προκύπτει ότι είδε τους λειτουργούς του γραφείου πάρα πολλές φορές. Στο βαθμό που η μαρτυρία του Α διαφέρει από τη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης ο Α δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι ήταν ειλικρινής. Αναφορικά με τη Δρ Λουκία Δημητρίου (ΜΕ6): Τα όσα ανέφερε για τις σπουδές και τα προσόντα της καθώς και για την άσκηση του επαγγέλματος της ως ψυχολόγου αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Για την ετοιμασία της Έκθεσης (Τεκμήριο 74), είδε προηγουμένως την Ενάγουσα και τα παιδιά όπως αναφέρεται στην Έκθεση της (Τεκμήριο 74). Παρόλο που κατά την αντεξέταση υποστήριξε ότι για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 74 είδε και άλλες φορές τα παιδιά, πέραν των επισκέψεων που καταγράφονται στο Τεκμήριο 74, εντούτοις δεν υποστηρίχτηκε πιο συγκεκριμένα ο ισχυρισμός αυτός και συνεπώς δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Μετά την ετοιμασία της Έκθεσης, Τεκμήριο 74, φαίνεται ότι παρακολούθησε τα παιδιά και το 2006 όπως καταγράφεται στα Τεκμήρια 42 και
  27. Η κύρια θέση της για την τότε αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος φύλαξης των παιδιών υπέρ της Ενάγουσας δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο γιατί καταρχήν διεφάνη κατά την ακρόαση ότι η Ενάγουσα δεν της είχε δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της κατάστασης. Μεταξύ άλλων η ΜΕ6 ήταν με την εντύπωση ότι κατά τους πρώτους μήνες της διάστασης υπήρχε μια κανονική συμβίωση μεταξύ της Ενάγουσας και των παιδιών. Ενώ ήδη προέκυψε και από τα αναφερόμενα της ίδιας της Ενάγουσας ότι η συμβίωση με τα παιδιά πριν μετακινηθούν δεν ήταν καθόλου καλή. Το εξής απόσπασμα από τη μαρτυρία της ΜΕ6 είναι χαρακτηριστικό της λανθασμένης πληροφόρησης που της είχε δώσει η Ενάγουσα: «Α: Αυτή η προσκόλληση με τη μητέρα σαφώς και υπήρχε πριν φύγουν τα παιδιά από τη μητέρα, διαταράχθηκε μέσα στη διάρκεια που τα παιδιά δεν διέμεναν με τη μητέρα. Ε: Κυρία μάρτυς μια απλή συνύπαρξη της μητέρας με τα παιδιά εξυπακούει αυτή την προσκόλληση; Α: Όχι βέβαια, η συνύπαρξη, η φροντίδα, η εγγύτητα, ο ποιοτικός χρόνος, όλα αυτά εξυπακούουν ότι θα δομηθεί η προσκόλληση. Ε: Άρα εσύ πως γνωρίζεις ότι αυτή η προσκόλληση υπήρχε αλλά διαταράχθηκε; Α: Τα παιδιά ήταν με τη μητέρα τους μέχρι να χωριστούν από τη μητέρα τους. Η μητέρα φρόντιζε αυτά τα παιδιά, ήταν στη φροντίδα της μητέρας τους αυτά τα παιδιά. Ε: Που το γνωρίζεις; Α: Όταν είχα συναντήσεις με τη μητέρα το γνώριζα, τα γέννησε τα παιδιά, ήταν μαζί της, τα παιδιά ήταν σε κανονική συμβίωση όπως μια μητέρα με τα παιδιά. Ε: Αν σου πω δεν ήταν μια κανονική συμβίωση; Α: Κανένα σχόλιο. Δεν σχολιάζω πράγματα που δεν ξέρω, απλώς που μου λέει κάποιος.» Στη μαρτυρία της ΜΕ6 εντοπίζονται και άλλα σημεία όπου φαίνεται να μην είχε ολοκληρωμένη πληροφόρηση, π.χ. ως προς το κατά πόσον τα παιδιά σε κάποιες περιπτώσεις δεν ήθελαν να πάνε στο σπίτι της μητέρας τους. Αναφορικά με τον Αστ. Χριστόδουλο Χριστοδούλου (ΜΕ7): Η μαρτυρία του για την ύπαρξη καταγγελιών στην Αστυνομία για τις οποίες κατέθεσε συγκεκριμένα αντίγραφα δεν αμφισβητήθηκε. Είπε την αλήθεια σε σχέση με την ύπαρξη των συγκεκριμένων καταγγελιών. Η κα Χρυστάλλα Κορνιλίου (ΜΕ8), Διευθύντρια στο Δημοτικό της Δευτέρας Αστικής στη Λεμεσό, από όπου αφυπηρέτησε το 2003, ανάφερε με ειλικρίνεια οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση. Τα όσα ανάφερε ότι περιήλθαν στη γνώση της (προφανώς πριν την αφυπηρέτηση της) και τα όσα θυμόταν, στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν και αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Η κα Μαρία Ιωαννίδου (ΜΕ9), Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού, έδωσε μαρτυρία τυπικής φύσεως αναφορικά με πληροφορίες για την πορεία των δικαστικών διαδικασιών στα πλαίσια της αίτησης 110/03 (Τεκμήριο 5) και τα αναφερόμενα της δηλώθηκαν μεταγενέστερα ως παραδεκτά γεγονότα από όλες τις πλευρές. Αναφορικά με τη μαρτυρία της κας Ε.Φ. (ΜΥ1), μητέρα του Εναγόμενου 1, δε μου διαφεύγει ότι πρόκειται για τη μητέρα του Εναγομένου 1 και ότι επεκτάθηκε και σε θέματα όχι σχετικά με τα επίδικα θέματα όπως για παράδειγμα σε ισχυρισμούς για ζήλια της Ενάγουσας για τον Εναγόμενο 1 πριν τη διάλυση του γάμου της. Διέκρινα επίσης τάση υπερβολής εναντίον της Ενάγουσας. Όμως ήταν πειστική στην περιγραφή της για την ουσία των θεμάτων που σχετίζονται με την υπόθεση όπως για παράδειγμα για τη σχέση των γονιών με τα παιδιά, για τη σχέση της ίδιας της μάρτυρας με τα παιδιά και για τους λόγους που ώθησαν τον Εναγόμενο 1 να φύγει για το εξωτερικό. Η κα Α.Ι. (ΜΥ2), αδελφή του Εναγόμενου 1: για τα επίδικα γεγονότα που περιέγραψε έπεισε ότι είπε την αλήθεια. Όμως τα περί αρρωστημένης ζήλιας της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 1 ως κυριότερη αιτία της διάστασης δεν αποτελούν θέματα για τα οποία η μάρτυρας μπορούσε να εκφέρει άποψη, ούτε και αποτελεί επίδικο θέμα, ούτε και μπορεί να ληφθεί υπόψη η γνώμη της για το χαρακτήρα της Ενάγουσας. Αναφορικά με τον κ. Φ.Μ., πατέρα της Ενάγουσας ο οποίος αντεξετάστηκε από τον κ. Κλεοβούλου ως μάρτυρας του Εναγόμενου 1 δυνάμει του Άρθρου 26, του Περί Αποδείξεως Νόμου: από τη σύντομη μαρτυρία του προκύπτει ότι ουδέποτε ο ίδιος ή η σύζυγος του είπε ότι ήταν καλύτερα τα παιδιά να μετακινηθούν στον Εναγόμενο
  28. Πέραν του ότι επισημαίνεται αντίθεση με το τι ανέφερε η μητέρα του Εναγόμενου 1 (ΜΥ1) σε αυτό το σημείο, κάτι που συνυπολογίζεται στην αξιολόγηση της ΜΥ1, το τι ανέφεραν οι γονείς των διαδίκων δεν καθορίζει την πορεία της υπόθεσης αυτής. Η κα Μαρία Μουστερή (ΜΥΥ1), η Λειτουργός που χειρίστηκε την υπόθεση από τον Οκτώβριο του 2000 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2001, μετέφερε στο Δικαστήριο οτιδήποτε γνώριζε για την υπόθεση με ειλικρίνεια. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Αναφορικά με την κα Λουκία Τυλληρίδου (ΜΥΥ2): επίσης μετέφερε με ειλικρίνεια οτιδήποτε περιήλθε στη δική της γνώση και για τα θέματα που αφορούσαν την εμπλοκή της στην υπόθεση. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Ο κος Γιώργος Σοφοκλέους (ΜΥΥ3) Λειτουργός Ευημερίας στον κλάδο Οικογενειακού Συμβούλου για διερεύνηση περιστατικών βίας στην οικογένεια, αναφέρθηκε με ειλικρίνεια στις διάφορες καταγγελίες που έγιναν και για οτιδήποτε ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση. Η μαρτυρία του κρίνεται αληθινή και υιοθετείται. Η Εναγόμενη 3, κα Μαρίνα Χρυσάνθου, έδωσε αληθινή εικόνα για τα όσα γεγονότα περιήλθαν στη δική της γνώση και για την εμπλοκή της στην υπόθεση. Έδωσε επίσης μαρτυρία για την προσπάθεια που κατέβαλε σε σχέση με την υπόθεση και η μαρτυρία της δεν έχει κλονιστεί. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Η Εναγόμενη 2, κα Αντρη Χαραλάμπους, έδωσε επίσης αληθινή εικόνα για τα όσα περιήλθαν στη δική της αντίληψη και για την εμπλοκή της στην υπόθεση. Το Δικαστήριο προβαίνει σε ανάλογα ευρήματα. Η κα Παναγιώτα Παναγιώτου (ΜΥΥ6), Λειτουργός Ευημερίας: ήταν ειλικρινής και συγκροτημένη μάρτυρας. Περιέγραψε με αντικειμενικότητα οτιδήποτε περιήλθε στην αντίληψη της για την υπόθεση. Η μαρτυρία της κρίνεται αληθινή. Ο κ. Θέμης Αντωνίου, ψυχολόγος ο οποίος αντεξετάστηκε με βάση το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου ως μάρτυρας των Εναγομένων 2 - 6, δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι η Ενάγουσα παρόλα τη ψυχολογικά προβλήματα ήταν σε θέση να χειριστεί τα παιδιά. Και τούτο, διότι διαφάνηκε κατά την ακρόαση ότι δεν είχε πληροφορηθεί για όλα τα στοιχεία. Ότι δηλαδή η Ενάγουσα είχε τον Ιανουάριο του 2001 δώσει τα παιδιά στον Εναγόμενο 1, γιατί δεν μπορούσε να τα χειριστεί. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι παρακολουθούσε την Ενάγουσα από τον Οκτώβριο του 2000 - Ιανουάριο
  29. ΚΥΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ 6.10.2000 ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ 2001: Προκύπτει από τη μαρτυρία της κας Μουστερή (ΜΥΥ1) ότι την 6.10.2000, η Ενάγουσα πήγε στο Γραφείο Ευημερίας και συνάντησε την ΜΥΥ
  30. Η ΜΥΥ1 εργάζεται στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ως λειτουργός ευημερίας από το Δεκέμβριο του
  31. Έχει πτυχίο Κοινωνικού Λειτουργού της Σχολής Κοινωνικών Λειτουργών Αθηνών. Κατά τη χρονική περίοδο 1980-2005, εκτελούσε καθήκοντα στον κλάδο Οικογένεια και Παιδί. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, κατ' εκείνη την περίοδο (Οκτώβριο 2000), ήδη η Ενάγουσα από το Μάρτιο του 2000 ήταν σε διάσταση με τον Εναγόμενο 1 και η Ενάγουσα με τα δύο παιδιά της συνέχισαν να διαμένουν στην κατοικία στην οδό Σπετσών αρ. 3, Μέσα Γειτονιά. Προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥΥ1, ότι η Ενάγουσα στην πρώτη συνάντηση, τής ανάφερε μεταξύ άλλων ότι βρισκόταν σε διάσταση με τον Εναγόμενο 1 και ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με τα παιδιά της, ιδιαίτερα με τη Σ, η οποία συχνά έφευγε από το σπίτι για να πάει στον Εναγόμενο
  32. Προκύπτει ότι η Ενάγουσα ανάφερε στην ΜΥΥ1 ότι εκείνο το διάστημα ήταν καταβεβλημένη από τη διάλυση του γάμου τους και δεν ήταν σε θέση να ελέγξει τη συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά της και ότι υπήρχαν στη σχέση της με τα παιδιά της σοβαρά προβλήματα. Ανάφερε στην ΜΥΥ1 (και η ίδια η ΜΥΥ1 το διαπίστωσε), σε επίσκεψη της στο σπίτι και συναντήσεις στο γραφείο, ότι η Ενάγουσα δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει στα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στη σχέση της με τα παιδιά και ήταν νευρική μαζί τους. Η Ενάγουσα της ανάφερε ότι τα παιδιά ήταν ανυπάκουα, έφευγαν από το σπίτι για να πάνε στον πατέρα τους και κάποιες φορές η Ενάγουσα ζήτησε τη βοήθεια της Αστυνομίας για να τα βρει. Η ίδια δε η Ενάγουσα ανάφερε στην ΜΥΥ1 ότι φώναζε στα παιδιά της, τα ύβριζε και κατά περιόδους ασκούσε σωματική βία σε αυτά. Η ίδια η ΜΥΥ1 διαπίστωσε ότι η στάση της Ενάγουσας απέναντι στα παιδιά της ήταν απορριπτική και έλεγε μπροστά τους ότι δεν τα άντεχε και δεν τα θέλει. Η Ενάγουσα ζητούσε τη μετακίνηση των παιδιών ενόψει των πιο πάνω δυσκολιών που αντιμετώπιζε. Πέραν των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι πράγματι έγιναν τα πιο πάνω παράπονα από την Ενάγουσα στην ΜΥΥ1, από την ενώπιον μου μαρτυρία βρίσκω ότι το περιεχόμενο των πιο πάνω αναφορών αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Την ουσία μάλιστα των οποίων η πλευρά της Ενάγουσας όπως φαίνεται και στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, αποδέχεται: (βλ. σελ. 57 της αγόρευσης εκ μέρους της Ενάγουσας: «Από τη μαρτυρία της κας Μουστερή γίνεται αποδεκτό το γεγονός ότι η μητέρα κατά την αρχική περίοδο της διάστασης έχει υποστεί ψυχική κόπωση και ζήτησε να απαλλαγεί της ευθύνης της φύλαξης των παιδιών. Και τούτο διότι τα παιδιά αυτά ήσαν ατίθασα και ήταν αδύνατο για τη μητέρα να αντεπεξέλθει. Της αναποδογύριζαν τα έπιπλα, της έκαναν τη ζωή ανυπόφορη με αποτέλεσμα η μητέρα να ξεσπά ίσως με συμπεριφορά εκτός της κανονικής και ίσως να χειροδίκησε κιόλας». Όπως δε παραδέχθηκε η ίδια η Ενάγουσα κατά την αντεξέταση της, τα παιδιά τότε την θεωρούσαν υπεύθυνη που έφυγε ο Εναγόμενος 1 από το σπίτι. Προκύπτει περαιτέρω ότι η Ενάγουσα παραπονιόταν στην ΜΥΥ1 ότι ο Εναγόμενος 1 επηρέαζε αρνητικά τα παιδιά εναντίον της. Συνεπεία των παραπόνων της Ενάγουσας προς την ΜΥΥ1, η ΜΥΥ1 είχε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο συζητήθηκαν οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Ενάγουσα με τα παιδιά τους. Ο Εναγόμενος 1 της ανάφερε ότι τα παιδιά ήταν συνεργάσιμα μαζί του και ότι σύμφωνα με τις αναφορές του Εναγόμενου 1 οι δυσκολίες στη συμπεριφορά τους οφείλοντο στη συμπεριφορά της Ενάγουσας, κάτι το οποίο συνέβαινε πριν τη διάσταση. Πάντως προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥΥ1 ότι η ίδια διαπίστωσε πως ουδεμία διάθεση για συνεργασία υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 όσον αφορά το χειρισμό των παιδιών τους. Αποτελεί επίσης πραγματικό γεγονός, ότι κατ' εκείνο το χρόνο, όταν απευθύνθηκε αρχικά στην ΜΥΥ1 η Ενάγουσα μετά το σχολείο μετέφερε τα παιδιά σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο όπου παρέμεναν αργά το απόγευμα. Προκύπτει επίσης ότι η ΜΥΥ1 επισκέφθηκε το Δημοτικό Σχολείο Χαλκούτσας από όπου πληροφορήθηκε ότι η Σ αντιμετώπιζε μαθησιακά προβλήματα και δυσκολίες συγκέντρωσης και ότι είχε εξεταστεί από εκπαιδευτικό ψυχολόγο στο σχολείο, η οποία ανάφερε ότι η Σ ήταν πολύ έξυπνη και το πρόβλημα μάθησης που αντιμετώπιζε προερχόταν από το περιβάλλον της. Οι διαπιστώσεις αυτές αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Όπως ήδη καταγράφεται πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ενόψει των δυσκολιών που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα στο χειρισμό των παιδιών, η Ενάγουσα έθεσε θέμα προς την ΜΥΥ1 για μετακίνηση των παιδιών από κοντά της (να επισημανθεί ότι ακόμα και ο Α κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι κατά το 2001 ήθελε να φύγει (προσωρινά είπε) από τη μητέρα του). Πιο συγκεκριμένα προκύπτει από τη μαρτυρία ότι μεταξύ του Οκτωβρίου 2000 μέχρι και τον Ιανουάριο του 2001 (οπότε και τελικά τα παιδιά μετακινήθηκαν από κοντά της), η Ενάγουσα ζητούσε τη μετακίνηση των παιδιών από το σπίτι της. Αμέσως παρακάτω εξετάζεται λεπτομερέστερα η πτυχή αυτή του αιτήματος της Ενάγουσας για μετακίνηση των παιδιών: Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι, με τη διάσταση του ζευγαριού και μέχρι και τον Ιανουάριο του 2001, ο Εναγόμενος 1 διέμενε στο σπίτι των γονιών του. Ο δε πατέρας του Εναγόμενου 1 αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας εκείνη την περίοδο ενώ η μητέρα του Εναγόμενου 1 ήταν ιδιαίτερα φορτισμένη λόγω των προβλημάτων υγείας του συζύγου της. Η ΜΥΥ1 προσπάθησε να συνεργαστεί με την Ενάγουσα με σκοπό τη βελτίωση της σχέσης της με τα παιδιά της, χωρίς αποτέλεσμα. Προκύπτει επίσης ότι η Ενάγουσα επανειλημμένα ζητούσε από την ΜΥΥ1 να προβεί σε διευθετήσεις ώστε άμεσα τα παιδιά να μετακινηθούν από κοντά της και να τα αναλάβει ο Εναγόμενος 1 με σκοπό να ηρεμήσουν αυτά και η ίδια. Προκύπτει επίσης ότι αρκετές φορές εξέφρασε την επιθυμία της στην παρουσία των παιδιών. Η ΜΥΥ1 συνεπεία του πιο πάνω αιτήματος της μητέρας επικοινώνησε με τον Εναγόμενο
  33. Ο Εναγόμενος 1 αποδέχθηκε να αναλάβει τη φροντίδα των παιδιών, όμως ζητούσε να του δοθεί χρονικό διάστημα για να προβεί σε απαραίτητες διευθετήσεις. Όμως η Ενάγουσα επέμενε και ασκούσε πιέσεις για άμεση μετακίνηση τους στον Εναγόμενο 1 ισχυριζόμενη ότι ο Εναγόμενος 1 την κορόιδευε και ότι τελικά δε θα προχωρούσε στην ανάληψη της φροντίδας τους. Μάλιστα την 25.12.2000, ημέρα Χριστουγέννων η Ενάγουσα τηλεφώνησε στο τηλέφωνο του σπιτιού της ΜΥΥ1 και σε έξαλλη κατάσταση απαιτούσε όπως ή ΜΥΥ1 πάρει τα παιδιά στην Παιδική Στέγη διότι δεν τα άντεχε. Λόγω της έντασης στην οποία φαινόταν ότι βρισκόταν η Ενάγουσα, η ΜΥΥ1 τηλεφώνησε στο σπίτι των γονέων του Εναγόμενου 1, στο οποίο διέμενε και ο ίδιος κατά το χρόνο εκείνο, για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε η δυνατότητα προσωρινής φιλοξενίας των παιδιών. Το γεγονός του τηλεφωνήματος αυτού επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της ΕΦ (ΜΥ1), μητέρα ου Εναγόμενου
  34. Λόγω της ασθένειας του πατέρα του Εναγόμενου 1, διευθετήθηκε ώστε το ένα παιδί να φιλοξενηθεί από τους πατρικούς παππούδες και το άλλο παιδί από τους μητρικούς παππούδες. Προκύπτει ότι το αίτημα για να μεταφερθούν τα παιδιά στην Παιδική Στέγη ήταν μεμονωμένο κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία, καθότι η θέση της Ενάγουσας γενικότερα ήταν να μετακινηθούν στον Εναγόμενο
  35. Αποτελεί επίσης πραγματικό γεγονός το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥΥ1 ότι τη περίοδο που είχε η ΜΥΥ1 την υπόθεση, δε συζητήθηκε το θέμα για να επανέλθουν τα παιδιά κοντά της ή ότι τα παιδιά θα πήγαιναν στον πατέρα προσωρινά. Το επίμονο αίτημα της Ενάγουσας ήταν να μετακινηθούν τα παιδιά στον πατέρα και η ίδια να έχει επικοινωνία μαζί τους. Η θέση της Ενάγουσας, αλλά και του Α, ότι η εισήγηση της μητέρας ήταν η προσωρινή μετάβαση των παιδιών στον πατέρα, δε μπορεί να υιοθετηθεί. Ακόμα και μήνες μετά, την 18.10.2001, όταν η Ενάγουσα καταχώρησε την Αίτηση 209/01, ζητούσε τη ρύθμιση επικοινωνίας και όχι την επιστροφή των παιδιών. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός περί αρχικής πρόθεσης προσωρινής μετάβασης των παιδιών στον πατέρα δεν εμπεριέχεται στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ή ακόμη και της Απάντησης. Τελικά, όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο Εναγόμενος 1, αφού ενοικίασε κατοικία στην οδό Δημητρίου Γληνού αρ. 26Α, ανέλαβε τον Ιανουάριο του 2001 τη φροντίδα των παιδιών και τα παιδιά μετακόμισαν μαζί του. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 1 προσέλαβε οικιακή βοηθό και δασκάλα για τα παιδιά. Εξετάζω τώρα το ερώτημα ως προς το τι ακολούθησε έκτοτε μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2001: Με την παράδοση των παιδιών στον πατέρα, η Ενάγουσα επιζητούσε την επικοινωνία με τα παιδιά της και παραπονιόταν, μεταξύ άλλων, συχνά στην ΜΥΥ1 ότι δεν ήταν ικανοποιημένη με το πρόγραμμα επικοινωνίας ζητώντας να τα βλέπει συχνότερα. Προκύπτει ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε επίσης στην ΜΥΥ1 ότι ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν πολλές ώρες και δεν έδιδε χρόνο για τα παιδιά και ότι τα άφηνε αρκετές ώρες στο σπίτι και ο ίδιος απουσίαζε. Επίσης, η Ενάγουσα ανησυχούσε για το διάβασμα των παιδιών. Η ΜΥΥ1 μετά την παράδοση των παιδιών στον Εναγόμενο 1, επισκέφθηκε το σπίτι του Εναγόμενου 1 όπου διαπίστωσε ότι ζούσαν σε άνετο διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων. Ο σκοπός της επίσκεψης της μάρτυρας ήταν για να διαπιστώσει τις συνθήκες διαβίωσης τους. Η επίσκεψη αυτή τελικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Το τι αμφισβητήθηκε ήταν η διάρκεια της συζήτησης της ΜΥΥ1 με τα παιδιά. Πάντως προκύπτει ότι κατ' εκείνη την επίσκεψη της, είδε για λίγο τα παιδιά μόνα στα δωμάτια τους και τα παιδιά δεν εξέφρασαν παράπονα. Κατ' εκείνη μάλιστα την ημερομηνία ήταν παρούσα και η δασκάλα που τους έκανε μάθημα. Τελικά, συμβούλευσε τη μητέρα να αποταθεί στο Δικαστήριο για το θέμα της επικοινωνίας της με τα παιδιά και λόγω του ότι με τη μετακίνηση των παιδιών στον Εναγόμενο 1, άλλαξαν διεύθυνση, το Φεβρουάριο του 2001 παρέδωσε το φάκελο στην κα Τυλληρίδου (ΜΥΥ2). Από τον καιρό δηλαδή που τα παιδιά είχαν μετακινηθεί στον Εναγόμενο 1, η ΜΥΥ1 είχε χειριστεί την υπόθεση για τρεις βδομάδες. Άλλα ευρήματα για την περίοδο από 6.10.2000 μέχρι και την παράδοση του φακέλου σε άλλη λειτουργό το Φεβρουάριο του 2001: - Όταν η Ενάγουσα επέμενε να μετακινηθούν τα παιδιά στον Εναγόμενο 1, η ΜΥΥ1 είχε κάμει προσπάθεια για να μετακινηθούν στους παππούδες χωρίς αποτέλεσμα (επιπρόσθετα της μέρας των Χριστουγέννων). «Είχα μιλήσει με τους παππούδες, εξάλλου αν ήταν διαθέσιμοι να αναλάβουν το ρόλο μπορούσε να γίνει απευθείας διευθέτηση με την Ενάγουσα και των γονιών της, δεν χρειάζετο η δική μου παρέμβασης.» - Όσον αφορά την επαγγελματική σχέση, ουδέποτε η Ενάγουσα δημιούργησε πρόβλημα στη ΜΥΥ
  36. - Η Ενάγουσα φρόντιζε τα παιδιά και δεν διαπιστώθηκε θέμα παραμέλησης τους όσον αφορά την ατομική τους φροντίδα. Όπως ανάφερε η ΜΥΥ1: «Εκείνο το οποίο βασικά υπήρχε παντελώς ήταν η έλλειψη επικοινωνίας της μεταξύ των παιδιών, η υπομονή και η ενασχόληση της με τα παιδιά» η Ενάγουσα ύβριζε τα παιδιά, τα χτυπούσε, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους. - Ο ρόλος της ΜΥΥ1 στην υπηρεσία τουλάχιστον τη συγκεκριμένη περίοδο ήταν απλά καθοδηγητικός. Δεν υπήρξε ούτε παρέμβαση Δικαστηρίου ούτε παρέμβαση δική της για να μετακινηθούν τα παιδιά στον Εναγόμενο
  37. - Την περίοδο εκείνη η Ενάγουσα έβλεπε ιδιώτη ψυχολόγο, το κ. Θέμη Αντωνίου. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, τότε η Ενάγουσα είχε πάρα πολλά ψυχολογικά προβλήματα με πολύ άγχος. - Οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν διαθέτουν ψυχολόγο. Υπάρχουν οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Νοσοκομείου και γίνεται παραπομπή από το Γραφείο Ευημερίας. - Είχε ξεκινήσει προσπάθεια να εξεταστεί από ψυχολόγο η Σ, όμως ο Εναγόμενος 1 δεν έδωσε συγκατάθεση και μετά η ΜΥΥ1 μεταβίβασε την υπόθεση. Όμως εκείνη την περίοδο είδε τη Σ Κλινική Ψυχολόγος. - Τα παιδιά ήταν αναστατωμένα από την τεταμένη σχέση των γονιών τους. - Το Τεκμήριο 88 το οποίο κατατέθηκε από κοινού, αποτελεί δέσμη που περιλαμβάνει τις σημειώσεις της ΜΥΥ1 που καταγράφηκαν κατά το χρόνο που η ίδια είχε υπό την επίβλεψη της την οικογένεια. Δεν επρόκειτο για έκθεση για σκοπούς Δικαστηρίου. - Η ΜΥΥ1 δε γνώριζε κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 παρακινούσε τα παιδιά εναντίον της Ενάγουσας. - Η ΜΥΥ1 παρέδωσε το φάκελο το Φεβρουάριο
  38. ΚΥΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟ ΑΠΟ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ 2001 ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΜΑΪΟ 2002: Κατά την περίοδο αυτή όπως αναφέρεται και πιο πάνω ήδη τα παιδιά είχαν μετακινηθεί από την Ενάγουσα στο σπίτι του Εναγομένου 1 στην οδό Δημητρίου Γληνού αριθμός 26Α. Ο Εναγόμενος 1, με την μετακίνηση των παιδιών στο σπίτι του άφηνε την Ενάγουσα να βλέπει τα παιδιά μόνο κάθε Σάββατο. Κατά την περίοδο αυτή, υπεύθυνη λειτουργός του Τμήματος Ευημερίας ήταν η κα Λουκία Τυλληρίδου (ΜΥΥ2). Προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΥΥ2, ότι για την περίοδο αυτή αίτημα της Ενάγουσας ήταν η αύξηση των ωρών επικοινωνίας της με τα παιδιά, ενώ ο Εναγόμενος 1 ήταν αρνητικός στο θέμα αυτό, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία τους ήταν η μητέρα να βλέπει τα παιδιά κάθε Σάββατο και ότι θα έπρεπε τα παιδιά να συνεχίσουν να έχουν σταθερό πρόγραμμα. (Σημειώνεται ότι και στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα ζήτησε την επιστροφή των παιδιών πριν το 2003). Εκείνο που επίσης προκύπτει από τη μαρτυρία ήταν ότι οι σχέσεις των γονέων ήταν ιδιαίτερα τεταμένες, αλληλοκατηγορώντας ο ένας τον άλλο με κύριο αντικείμενο των συζητήσεων τα παιδιά. Ανάμεσα στα γεγονότα που προκύπτουν σε σχέση με τις διαφωνίες των γονέων είναι τα εξής: Η Ενάγουσα ενόψει του ότι δεν έβλεπε τα παιδιά όσο ήθελε πήγαινε να τα βλέπει σε ώρες σχολείου. Όμως ο πατέρας διαφωνούσε με τις επισκέψεις της μητέρας στο σχολείο, ισχυριζόμενος ότι τα αναστάτωνε. Επίσης ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζετο ότι η μητέρα κατά τις ώρες που επικοινωνούσε με τα παιδιά τα σύγχυζε λέγοντας τους για παράδειγμα ότι θα τα πάρει πίσω. Το ότι η Ενάγουσα έλεγε στα παιδιά ότι θα τα πάρει πίσω προκύπτει και από τη μαρτυρία της ίδιας της Ενάγουσας. Υπήρξε διαμάχη ακόμα και για ένα προκλητικό εσώρουχο που είχε αγοράσει η Ενάγουσα για τη Σ και ο Εναγόμενος 1 διαμαρτυρήθηκε. Οι διαπιστώσεις της ΜΥΥ2 κατά την περίοδο αυτή ήταν ότι η γενική εικόνα των παιδιών είχε βελτιωθεί (σε σχέση με τι της είχε λεχθεί ότι υπήρχε πριν τη μετακίνηση των παιδιών στον πατέρα). Η Ενάγουσα παραδέχθηκε στην ΜΥΥ2 ότι πριν τη μετακίνηση δε μπορούσε να ελέγξει τα παιδιά και τα είχε χτυπήσει. Σε σχέση με την Ενάγουσα η ΜΥΥ2 διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα προσπαθούσε να χτίσει εν νέου τη σχέση με τα παιδιά της. Ήταν περιποιητική μαζί τους, τα έπαιρνε εκδρομές, τους αγόραζε δώρα. Τα δε παιδιά συνέχιζαν μεν να είναι ανυπάκουα με την Ενάγουσα και υπερκινητικά, ακόμα και την προκαλούν αλλά η εικόνα ήταν καλύτερη (από αυτή που είχε η μάρτυρας πληροφορηθεί ότι υπήρχε προηγουμένως). Ακόμη η Σ αν και αντιδραστική, η σχέση τους με την Ενάγουσα ήταν καλύτερη. Επίσης και οι δύο γονείς ανάφεραν στην ΜΥΥ2 ότι η επίδοση των παιδιών στο σχολείο καλυτέρευσε. Περαιτέρω η Ενάγουσα παρακολουθείτο για κάποια περίοδο και το 2001 από τον ιδιώτη ψυχολόγο Θέμη Αντωνίου, ο οποίος ανάφερε στη μάρτυρα ότι η κατάσταση της Ενάγουσας είχε βελτιωθεί. Προκύπτει επίσης ότι η ΜΥΥ2 διαπίστωσε πως τα παιδιά ήταν πιο υπάκουα στις νουθεσίες και συμβουλές του Εναγόμενου
  39. Προκύπτει ότι πράγματι ο Εναγόμενος 1 εργαζόταν πολλές ώρες και στα παιδιά βοηθούσε στα διαβάσματα τους μια γειτόνισσα του Εναγομένου
  40. Η ΜΥΥ2, όταν αρχικά ανέλαβε την υπόθεση τον Φεβρουάριο του 2001 παρείχε συμβουλευτική και υποστηρικτική βοήθεια. Επιχείρησε να μειώσει τις διαφωνίες μεταξύ του ζευγαριού κρατώντας ουδέτερη στάση. Ανεπιτυχώς. Επιχείρησε επίσης να πείσει τον Εναγόμενο 1 να αυξήσει τις ώρες επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά της, ανεπιτυχώς. Μάλιστα ο Εναγόμενος 1 δεν είχε τηλέφωνο στο σπίτι δυσκολεύοντας έτσι την επικοινωνία της Ενάγουσας με τα παιδιά. Η θέση της ΜΥΥ2 ήταν ότι έπρεπε να αυξηθούν οι ώρες επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά εφόσον διαπίστωσε σε γενικές γραμμές ότι περνούσαν καλά τα παιδιά τις ώρες που έβλεπαν την Ενάγουσα. Η ΜΥΥ2 είχε αναφέρει στην Ενάγουσα ότι ο ρόλος της ήταν συμβουλευτικός χωρίς δυνατότητα επιβολής στον Εναγόμενο 1 των θέσεων της για επικοινωνία. Ενόψει του ότι ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να αυξήσει τις ώρες επικοινωνίας, συμβούλευσε αρκετές φορές την Ενάγουσα να αποταθεί για αυτό το σκοπό στο Δικαστήριο. Τελικά, η Ενάγουσα καταχώρησε την Αίτηση 209/01 στο Οικογενειακό Δικαστήριο (Τεκμήριο 70), την 18.10.2001, με την οποία ζητούσε να ρυθμιστεί η επικοινωνία της με τα παιδιά της. Ενδεικτικά, στην παράγραφο 8 της εν λόγω Αίτησης της αναφέρονται τα εξής: «.Συγκεκριμένα ο Καθ΄ ου η Αίτηση επιτρέπει στην Αιτήτρια να έχει επικοινωνία με τα ανήλικα παιδιά της κάθε Σάββατο και η ώρα την καθορίζει ο ίδιος ο Καθ' ου η Αίτηση.» Η Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου 1 στην Αίτηση Τεκμήριο 70, καταχωρήθηκε την 13.12.2001 (Τεκμήριο 71). Σε αυτήν υπήρχε ανταξίωση του Εναγομένου 1, για ανάθεση στον ίδιο της φύλαξης των παιδιών. Με την καταχώρηση της Αίτησης αυτής η περίπτωση μετατράπηκε σε υπόθεση Γονικής Μέριμνας. Το Γραφείο Ευημερίας έλαβε οδηγίες από το Δικαστήριο την 15.1.2002, για ετοιμασία σχετικής έκθεσης και η κα Τυλληρίδου (ΜΥΥ2), συνέχισε ως λειτουργός γονικής μέριμνας. Η Αίτηση αυτή κατέληξε σε εκ συμφώνου διάταγμα την 30.5.2002, με το οποίο ανατέθηκε η φύλαξη των παιδιών στον Εναγόμενο 1 και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας της Ενάγουσας (Τεκμήριο 1). Πριν την έκδοση του τελικού διατάγματος, Τεκμήριου 1, στα πλαίσια της υπόθεσης γονικής μέριμνας, στις 15.3.2002 ο Εναγόμενος 1 είχε συμφωνήσει σε μια προσωρινή αύξηση των ωρών επικοινωνίας των παιδιών με την Ενάγουσα και διευθετήθηκαν με προσωρινό διάταγμα οι ώρες επικοινωνίας να είναι κάθε Τετάρτη από 16:30 μέχρι τις 19:00 και κάθε Σάββατο από τις 10:30 μέχρι τις 20:
  41. Ωστόσο παρουσιάστηκαν δυσκολίες στην εφαρμογή του προσωρινού διατάγματος λόγω της έλλειψης συνεργασίας μεταξύ των δύο γονιών για το θέμα της επικοινωνίας. Με την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1), η ΜΥΥ2 έπαψε να χειρίζεται την υπόθεση. Από τη μαρτυρία της ΜΥΥ2, προκύπτει ότι στη διάρκεια της περιόδου που χειριζόταν την υπόθεση στα πλαίσια των καθηκόντων της πραγματοποίησε 24 συναντήσεις με την Ενάγουσα, 10 συναντήσεις με τον Εναγόμενο 1, 6 συναντήσεις με τα παιδιά και μια κοινή συνάντηση με τους δύο γονείς στο γραφείο της. Επίσης, μετά την καταχώρηση της Αίτησης 209/01, η ΜΥΥ2 παρουσιάστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού 6 φορές. - Το Τεκμήριο 89 συνιστά σημειώσεις της ΜΥΥ2 για θέματα που περιήλθαν στην αντίληψη της, τις οποίες ελάμβανε κατά το χρόνο των συμβάντων. ΚΥΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΙΟΥΝΙΟ 2002 ΜΕΧΡΙ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ 2006: Α. Ιούνιος 2002 - Μάιος 2003: Από την αντεξέταση της κας Μαρίνας Χρυσάνθου (Εναγόμενης 3) προκύπτει ότι η Εναγόμενη 3 παρέλαβε το φάκελο την 27.9.2002 και είχε πρώτα τηλεφωνική επικοινωνία με την Ενάγουσα. Αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι τον Οκτώβριο του 2002 η Ενάγουσα επισκέφθηκε το Γραφείο Ευημερίας και συγκεκριμένα την Εναγόμενη
  42. Υπενθυμίζεται πως σ' αυτό το στάδιο ήδη πλέον είχε εκδοθεί την 30.5.2002 το εκ συμφώνου διάταγμα Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της Αίτησης 209/01, με το οποίο η φύλαξη των παιδιών δυνάμει και του διατάγματος είχε ανατεθεί στον Εναγόμενο
  43. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αίτημα της Ενάγουσας το οποίο έθετε στην Εναγόμενη 3 από τον Οκτώβριο του 2002 ήταν η επιστροφή των παιδιών πίσω στην ίδια με τον ισχυρισμό τον οποίο επίσης έθετε στην Εναγόμενο 3 ότι είχε τον Ιανουάριο του 2001 δώσει τα παιδιά στον Εναγόμενο 1 σε προσωρινή βάση, ότι τα παιδιά δεν τύγχαναν ικανοποιητικής φροντίδας στον Εναγόμενο 1 και ότι ο Εναγόμενος 1 επηρέαζε τα παιδιά εναντίον της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να μην τα βλέπει σε ικανοποιητικό βαθμό και όταν τα έβλεπε να υπήρχε πρόβλημα. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι πράγματι τα παιδιά σε αρκετές περιπτώσεις εξέφραζαν αρνητισμό προς την Ενάγουσα π.χ. σε συζήτηση που είχε η Εναγόμενη 3 την 16.10.2002 με τα παιδιά μόνα τους στο σπίτι των γονιών της Ενάγουσας, εξέφρασαν παράπονα για την συμπεριφορά της Ενάγουσας απέναντι τους ενόσω ζούσαν μαζί της: πιο συγκεκριμένα εξέφρασαν παράπονα προς την Εναγόμενη 3 ότι η Ενάγουσα τους φώναζε, ύβριζε και ότι θύμωνε ιδιαίτερα στη Σ για μικροπράγματα καθώς και ότι τους κτυπούσε όταν ήταν άτακτοι. Δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι περί τον Νοέμβριο του 2002 όταν η Ενάγουσα πήγε να πάρει τα παιδιά από το σχολείο το μεσημέρι αυτά άρχισαν να τρέχουν μακριά της. Επίσης περί τον Ιανουάριο του 2003 η Ενάγουσα παραπονέθηκε στην Εναγομένη 3 ότι τα παιδιά της έκλειναν το τηλέφωνο αρνούμενα να της μιλήσουν. Επιπρόσθετα, κατά τον Φεβρουάριο του 2003 η Σ παραπονέθηκε στην Εναγόμενη 3 ότι όταν πήγαιναν στο σπίτι της Ενάγουσας, τσακώνονταν συχνά μαζί της. Η δε Σ ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε πλέον να διανυκτερεύει μαζί με την Ενάγουσα. Η Ενάγουσα παραδέχθηκε στην Εναγομένη 3 ότι ορισμένες φορές ασκούσε βία εναντίον των παιδιών ισχυριζόμενη ότι με την συμπεριφορά τους την ανάγκαζαν να τους φερθεί έτσι. Όπως προκύπτει από την μαρτυρία η Ενάγουσα την 18.4.2003 ανέφερε στην Εναγόμενη 3 ότι κατά την διάρκεια επικοινωνίας της με τα παιδιά της την 8.3.2003 μετά από καβγά που είχαν τα δύο παιδιά, έφυγαν από το σπίτι της. Με τη βοήθεια της Αστυνομίας η Ενάγουσα τα βρήκε και τα επέστρεψε στον Εναγόμενο
  44. Το περιεχόμενο του παραπόνου αυτού δεν αμφισβητήθηκε. Μετά το γεγονός αυτό το διάταγμα επικοινωνίας που ίσχυε τότε δεν εφαρμοζόταν καθόλου και η Ενάγουσα επισκεπτόταν τα παιδιά στο σχολείο. Όσον αφορά τον ρόλο και τη στάση της Εναγομένης 3: Η Εναγόμενη 3 Λειτουργός Ευημερίας στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, από τον Σεπτέμβρη του 2002 άρχισε να παρακολουθεί την περίπτωση των ανηλίκων καθ' όλη την υπό εξέταση περίοδο (αλλά και μετέπειτα μέχρι και το Φεβρουάριο 2006). Ενόψει της επιμονής της Ενάγουσας να της δοθεί η φύλαξη των παιδιών, η Εναγόμενη 3 πληροφόρησε αρκετές φορές την Ενάγουσα για το δικαίωμα της να αποταθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να διεκδικήσει την φύλαξη τους αλλά ταυτόχρονα της εξήγησε ότι θα ήταν καλύτερα να αποκαταστήσει πρώτα τις σχέσεις της με τα παιδιά. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία προκύπτει ότι πράγματι η Ενάγουσα, παρά την επιθυμία της, δεν έβλεπε πάντοτε τα παιδιά σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1). Ενδεικτικά η Ενάγουσα παραπονέθηκε την 22.1.2003 στην Εναγομένη 3 ότι δεν είχε επικοινωνία με τα παιδιά από την 12.1.2003, καθώς ο Εναγόμενος 1 με τα παιδιά είχαν μετακομίσει σε νέα διεύθυνση. Το περιεχόμενου αυτών των ισχυρισμών της Ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί πραγματικό γεγονός. Αποτελεί ταυτόχρονα πραγματικό γεγονός ότι η ίδια η Ενάγουσα δεν τηρούσε πάντοτε το διάταγμα ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1) αφού μεταξύ άλλων επισκεπτόταν τα παιδιά σε ώρες σχολείου. Το σίγουρο είναι ότι υπήρχαν αλληλοκατηγορίες μεταξύ των δύο γονέων, με την Ενάγουσα να παραπονείται ότι ο Εναγόμενος 1 την πίεζε να συνεισφέρει στη διατροφή ούτως ώστε να μπορεί να βλέπει τα παιδιά και ότι ο Εναγόμενος 1 μεταξύ άλλων απαγόρευε στα παιδιά να την βλέπουν και με τον Εναγόμενο 1 να ισχυρίζεται ότι τα παιδιά δεν ήθελαν να την βλέπουν λόγω της άσχημης συμπεριφοράς της απέναντι τους και ότι γι' αυτό δεν μπορούσε πάντα να τηρεί το διάταγμα ημερομηνίας 30.5.
  45. Η Ενάγουσα επίσης παραπονείτο για άσχημη συμπεριφορά του Εναγόμενου
  46. Αναφορικά με Δικαστικές Διαδικασίες γι' αυτή την περίοδο, μετά την έκδοση του εκ συμφώνου διατάγματος ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1) στα πλαίσια της αίτησης 209/01, την 28.1.2003 η Ενάγουσα μέσω του δικηγόρου της καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού αίτηση εναντίον του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 4) για παρακοή του διατάγματος ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το αιτητικό ο Εναγόμενος 1 κατά παράβαση του πιο πάνω διατάγματος ημερομηνίας 30.5.2002, δεν είχε επιτρέψει στην Αιτήτρια να έχει επικοινωνία με τα παιδιά της από τις 24.12.2002 μέχρι 31.12.2002, στις 15.1.2003, στις 17.1.2003, στις 22.1.2003 και στις 24.1.
  47. Την 18.2.2003 καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 63) στην πιο πάνω αίτηση παρακοής, με λόγο ένστασης ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε για λόγους που δεν οφείλονται σε οποιαδήποτε εσκεμμένη πράξη ή παράλειψη του. Όπως προέκυψε κατά την αντεξέταση της Ενάγουσας τελικά ο Εναγόμενος 1 δεν βρέθηκε ένοχος στην εν λόγω αίτηση παρακοής γιατί η αίτηση παρακοής είτε αποσύρθηκε, είτε απορρίφθηκε. Β. Μάιος 2003 - Ιανουάριο 2006: Το Μάιο του 2003 και συγκεκριμένα την 27.5.2003 η Ενάγουσα καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο μέσω του δικηγόρου της την Αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5) διεκδικώντας μεταξύ άλλων τη φύλαξη των παιδιών. Εν τω μεταξύ συνέχισε να παρακολουθά την περίπτωση η Εναγομένη
  48. Προκύπτει από τη μαρτυρία της Εναγομένης 3, ότι τον Ιούνιο του 2003 τα παιδιά ξεκίνησαν και πάλι να έχουν επαφές με την Ενάγουσα μόνο κάθε Σάββατο. Έγιναν συναντήσεις της Εναγόμενης 3 με την Ενάγουσα στις 10/6/2003, 21/7/2003 και 19/8/2003 κατά τις οποίες συζητήθηκαν τρόποι χειρισμού των παιδιών και των απαιτήσεων τους. Τα προβλήματα στη σχέση τους είχαν παραμείνει τα ίδια και γίνονταν προσπάθειες από την Εναγόμενη 3 σε συνεργασία με την Ενάγουσα για το χειρισμό των παιδιών. Στις 25/9/2003, σε ξεχωριστές συναντήσεις με τον Εναγόμενο 1 και τα παιδιά, η Εναγόμενη 3 κατέβαλε και πάλι προσπάθεια για ενθάρρυνση τους να τηρείται κανονικά η επικοινωνία με την Ενάγουσα και να αποφεύγονται συγκρούσεις μαζί της. Τα παιδιά ήταν αρνητικά. Προσπάθησε να συζητήσει μαζί τους, τους λόγους για τους οποίους θύμωνε η Ενάγουσα, όμως τα παιδιά δεν ήταν πρόθυμα να μιλήσουν ή να ακούσουν περισσότερα για το θέμα αυτό. Εν τω μεταξύ, από το Σεπτέμβριο του 2003 η κα Άντρη Χαραλάμπους, Εναγόμενη 2, έλαβε οδηγίες από το Οικογενειακό Δικαστήριο (Τεκμήριο 91) για ετοιμασία σχετικής Έκθεσης στα πλαίσια της Αίτησης 110/03 (Τεκμήριο 5). Οι δικαστικές διαδικασίες στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης 110/03, έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα και παρατίθενται πιο κάτω σε ξεχωριστή ενότητα σε άλλο σημείο της απόφασης. Επίσης η σχετική αλληλογραφία της υπό εξέταση περιόδου παρατίθεται σε ξεχωριστή ενότητα πιο κάτω. Ως επίσης και διάφορες καταγγελίες της ίδιας περιόδου παρατίθενται σε ξεχωριστή ενότητα πιο κάτω. Βέβαια, παράλληλα των εν λόγω δικαστικών διαδικασιών, αλληλογραφίας και καταγγελιών, τα κύρια πραγματικά γεγονότα που χρωματίζουν την υπό εξέταση περίοδο (Μάιο 2003 - Ιανουάριο 2006) έχουν ως εξής: Η Εναγόμενη 3 συνέχιζε να παρακολουθεί την οικογένεια χωρίς να έχει οποιοδήποτε ρόλο στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες. Όταν η Εναγόμενη 2 έλαβε οδηγίες το Σεπτέμβριο του 2003 από το Δικαστήριο για την ετοιμασία της Έκθεσης εξακολουθούσαν να υπάρχουν δυσκολίες μεταξύ Ενάγουσας με τα παιδιά. Στα πλαίσια των καθηκόντων της η Εναγόμενη 2 είχε μεταξύ άλλων διάφορες συναντήσεις (δέκα συναντήσεις με τα παιδιά, εικοσιένα με την Ενάγουσα, έξι με τον Εναγόμενο 1, τέσσερις συναντήσεις με το σχολικό περιβάλλον και τρεις με συγγενικά άτομα. Υπήρχε επίσης συνεργασία με την Εναγόμενη 3 και τον ΜΥΥ
  49. Ενόψει των δυσκολιών που υπήρχαν μεταξύ της Ενάγουσας με τα παιδιά, η Εναγόμενη 2, αλλά και η Εναγόμενη 3, ενθάρρυναν την Ενάγουσα να προσπαθήσει να βελτιώσει τη σχέση της με τα παιδιά και σε διάφορες ημερομηνίες (19.12.2003, 18.3.2004, 28.5.2004, 18.6.2004), η Εναγόμενη 2, υποστήριξε στο Δικαστήριο και πέτυχε διεύρυνση του διατάγματος / των επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά. Μέχρι και τον Ιανουάριο του 2004 τα παιδιά εξέφραζαν αντιδραστικότητα προς την Ενάγουσα π.χ. την 5.1.2004 σε τηλεφωνική επικοινωνία της Εναγόμενης 2 με την Ενάγουσα για να ενημερωθεί πώς ήταν η επικοινωνία της και η διανυκτέρευση της με τα παιδιά, η Ενάγουσα της ανάφερε ότι πήγαν σε ξενοδοχείο στις Πλάτρες αλλά αναγκάστηκαν να έρθουν πίσω στη Λεμεσό πιο νωρίς λόγω της αρνητικής συμπεριφοράς των παιδιών. Τον Ιανουάριο του 2004 ο Εναγόμενος 1 υπέστη καρδιακό επεισόδιο και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Παρά τις προσπάθειες της Εναγομένης 3 τα παιδιά αρνήθηκαν να μεταφερθούν στην Ενάγουσα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του Εναγομένου 1 γι' αυτό και τα παιδιά παρά την επιθυμία της Ενάγουσας να τα αναλάβει, μεταφέρθηκαν στο σπίτι των γονιών του Εναγομένου 1 (το ότι τα παιδιά είχαν αρνηθεί να μεταφερθούν στην Εναγομένη 3 το παραδέχθηκε και ο Α κατά την ακρόαση, δίδοντας βέβαια σε κάποιο σημείο την εξήγησή του ότι η άρνηση τους ήταν καθοδηγούμενη από τον πατέρα, κάτι το οποίο δεν αποδείχθηκε). Η Ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε έντονα γι' αυτή την κίνηση του Γραφείου Ευημερίας (βλ. επιστολή ημερομηνίας 3.2.2004, Τεκμήριο 12). Μεταξύ άλλων επαφών την 1.3.2004 η Ενάγουσα συνάντησε την Εναγόμενη 2 στο γραφείο της και την ενημέρωσε ότι το περασμένο Σάββατο η Σ ήταν πολύ αντιδραστική. Επίσης, κατάγγειλε τη Σ ότι κτυπά τον Α και πρόσθεσε στην Εναγόμενη 2 ότι δεν αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα με τον Α και ότι ο Α εκμυστηρεύτηκε στην Ενάγουσα ότι επιθυμεί να μείνει μαζί με την ίδια την Ενάγουσα. Την 9.3.2004, σε συνάντηση που είχε η Εναγόμενη 2 με την Ενάγουσα (μετά από επίσκεψη της Εναγόμενης 2 στο σχολείο των παιδιών), η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 ότι στην τελευταία επικοινωνία με τα παιδιά ο Α δε συνεργάστηκε και έφυγε από κοντά της και επέστρεψε στο σπίτι του Εναγόμενου 1, μετά που ο Α τηλεφώνησε στον Εναγόμενο 1 να έρθει να τον πάρει. Επιπρόσθετα περί την 18.3.2004, όταν ο Εναγόμενος 1 ήδη εξήλθε από το Νοσοκομείο παρά και την εισήγηση της Εναγομένης 3, αρνήθηκε όπως τα παιδιά συνεργαστούν με παιδοψυχολόγο. Η επιστολή εκ μέρους της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 2 ημερομηνίας 15.4.2004 (Τεκμήριο 21), σηματοδότησε την έναρξη των προσπαθειών της Ενάγουσας να αναλάβει τη φύλαξη μόνο του Α. Ακολούθως, την 16.4.2004, σε συνάντηση που είχε η Εναγόμενη 2 με τον Α, ο Α ανάφερε ότι αγαπά και τους δύο γονείς του και ότι ήθελε να ζει και με τους δύο. Εφόσον αυτό δεν είναι εφικτό απάντησε ότι ήθελε να μένει στο σπίτι του Εναγόμενου 1 και να έχει επικοινωνία με την Ενάγουσα. Επίσης, απάντησε αρνητικά στο ερώτημα κατά πόσο επιθυμούσε να έχει διανυκτερεύσεις με την Ενάγουσα. Επίσης, ανάφερε ότι ήθελε να μένει με τη Σ και να μη χωριστούν. Τα ίδια απάντησε και η Σ. Την 26.4.2004 σε συνάντηση της Ενάγουσας με την Εναγόμενη 2, η Ενάγουσα παραπονέθηκε ότι η Σ είναι ατίθαση και η Εναγόμενη 2 τη συμβούλευσε να αναπτύξει θετική σχέση με τη Σ. Ακολούθησε μια περίοδος βελτίωσης της σχέσης της Ενάγουσας με τα παιδιά από το Μάιο του 2004 μέχρι και τις αρχές του Σεπτέμβρη του 2004, με κάποιες δυσκολίες (όπως περιέγραψε τα γεγονότα στη μαρτυρία της η Εναγόμενη 2), με την Εναγόμενη 2 ταυτόχρονα να ενθαρρύνει και να συμβουλεύει την Ενάγουσα να σταθεροποιήσει αυτή τη βελτίωση (να σημειωθεί επίσης ότι τον Αύγουστο του 2004 τα παιδιά πήγαν διακοπές στη θεία τους στην Αγγλία για λίγες μέρες). Στις 6.9.2004 η Ενάγουσα ανάφερε στην Εναγόμενη 2 στο γραφείο της ότι συνέχιζε να έχει δυσκολίες στη σχέση της με τα παιδιά, ενώ την 13.9.2004 της ανάφερε για περιστατικό που υπήρξε ανάμεσα στην ίδια και τον Α για ένα C.D. Την ίδια ημέρα συζήτησε μαζί με την Εναγόμενη 2 τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ακόμα με τα παιδιά της, τις δικές της δυνατότητες και η Εναγόμενη 2 προβλημάτισε την Ενάγουσα σχετικά με την αίτηση της να πάρει τη φύλαξη των παιδιών. Η Ενάγουσα μετά από αυτό τον προβληματισμό, εισηγήθηκε να παραμείνουν τα παιδιά στον Εναγόμενο 1 και να έχει επικοινωνία μαζί τους από Παρασκευή μέχρι Κυριακή, να τα παίρνει στο σχολείο κάθε μέρα και να έχει ακόμη ένα απόγευμα τις σχολικές μέρες. Η Εναγόμενη 2 την ενεθάρρυνε προς αυτή την κατεύθυνση αφού ουσιαστικά θα μοιράζονταν οι μέρες των παιδιών ανάμεσα στους δύο γονείς και ήταν πεποίθησή της ότι τα παιδιά θα έπαιρναν από αυτή τη διευθέτηση θετικά αποτελέσματα. Η Ενάγουσα φαινόταν ανακουφισμένη με αυτή τη διευθέτηση και ανέφερε ότι θα το συζητούσε με το δικηγόρο της. Όμως, στις 23.9.2004, δηλώθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας στο Οικογενειακό Δικαστήριο ότι τελικά η Ενάγουσα δεν αποδέχεται την έκδοση εκ συμφώνου διατάγματος και ακολούθησε η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας (Τεκμήριο 22). Περί τα μέσα του Οκτωβρίου του 2004, μετά από σύγκρουση της Ενάγουσας με τη Σ, η Ενάγουσα επέστρεψε τη Σ στον Εναγόμενο 1 και ο Α παρέμεινε μαζί της (πρόκειται για την καταγγελία στην οποία αναφέρθηκε και ο ΜΥΥ3). Κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο για περίπου 1 μήνα η Ενάγουσα κράτησε τον Α μαζί της στο Πισσούρι κατά παράβαση του σχετικού διατάγματος. Κατ' εκείνη την περίοδο ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε την επιστολή Τεκμήριο
  50. Έκτοτε μέχρι και το Σεπτέμβριο του 2005 η Ενάγουσα με διάφορες δικαστικές διαδικασίες, επιστολές και συζητήσεις, όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία, στην ουσία συνέχιζε να διεκδικεί μόνο τον Α με το σκεπτικό ότι μπορούσε και έπρεπε τουλάχιστον να σώσει τον Α από τον Εναγόμενο 1 αλλά και από την επιρροή της Σ για την οποία ταυτόχρονα η Ενάγουσα εκφράζετο αρνητικά (βλ. Τεκμήρια 61, 19, 60, 66, 67, 15, 23). Οι Εναγόμενες 2 και 3, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να προβληματίσουν την Ενάγουσα για τη στάση της προς τη Σ. Επιπρόσθετα η Ενάγουσα παραπονείτο στις Εναγόμενες 2 και 3 για κακή φροντίδα των παιδιών από τον Εναγόμενο 1 και ότι έμεναν νηστικά στο σπίτι του Εναγομένου
  51. Η διερεύνηση των καταγγελιών από το Γραφείο Ευημερίας δεν απέδειξε τον ισχυρισμό. Στις 29.9.2005, η Ενάγουσα πήγε στο φροντιστήριο των παιδιών διότι όπως υποστήριζε η ίδια, ο Α την ειδοποίησε ότι φοβόταν να πάει στο σπίτι του Εναγόμενου 1 εκείνη την ημέρα διότι προηγήθηκε καυγάς μεταξύ του Εναγόμενου 1 και των παιδιών. Η Ενάγουσα αποφάσισε να πάρει μαζί της τον Α με σκοπό να τον προστατεύσει από τον Εναγόμενο 1, αφήνοντας τη Σ. να επιστρέψει κοντά του. Για την απόφαση της αυτή ενημερώθηκε η Εναγόμενη 3 τηλεφωνικώς από τον υπεύθυνο στο χώρο του φροντιστηρίου καθώς και από την Ενάγουσα. Μετά από αυτό η Εναγόμενη 3 επισκέφθηκε το εστιατόριο του Εναγόμενου 1 για να διερευνήσει τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Εκεί συνάντησε τον Εναγόμενο 1, την αδελφή του ΜΥ2 και τη Σ. Μετά από αυτό το γεγονός, ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να παραχωρήσει τη φροντίδα των δύο παιδιών στην Ενάγουσα. Την 29.11.2005 εκδόθηκε το εκ συμφώνου διάταγμα (Τεκμήριο 3), με το οποίο η φύλαξη των παιδιών ανατέθηκε στην Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1 διατήρησε το δικαίωμα επικοινωνίας. Όμως από τότε ο Εναγόμενος 1 δεν επεδίωξε να έχει επαφή με τα παιδιά και το διάταγμα επικοινωνίας δεν εφαρμόστηκε. Το Δεκέμβριο του 2005, οι Εναγόμενες 2 και 3 επισκέφθηκαν την κατοικία της Ενάγουσας στην οδό Σπετσών, διεύθυνση που διέμενε παλαιότερα η οικογένεια και είχαν συνάντηση με την ίδια και τα παιδιά. Συζήτησαν για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα στο χειρισμό των παιδιών και για την αντιδραστική συμπεριφορά που εκδήλωναν απέναντι της. Επίσης, τα παιδιά επιθυμούσαν να έχουν επικοινωνία με τον Εναγόμενο
  52. Στις 16.1.2006, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη 3 η κα ΕΜ (ΜΕ2) (νύφη της Ενάγουσας) για να της αναφέρει ότι υπήρχαν προβλήματα μεταξύ Ενάγουσας και παιδιών. Την ίδια μέρα η Εναγόμενη 3 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Ενάγουσα με σκοπό τον καθορισμό συνάντησης μαζί της, όμως η Ενάγουσα δεν μπορούσε. Επίσης, σε προσπάθειες για τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1, εκείνος δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της Εναγόμενης
  53. Η περίπτωση συνέχισε να παρακολουθείται από την Υπηρεσία ως Προληπτική Εργασία και Στήριξη Ανηλίκων από την κα Παναγιώτα Παναγιώτου (ΜΥΥ6), αρμόδια λειτουργό ευημερίας της περιοχής που διέμεναν τότε. Η Διαδικασία ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου στην Αίτηση Γονικής Μέριμνας 110/03 (Τεκμήριο 5) μεταξύ Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1, περιλαμβανομένων και άλλων αιτήσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης 110/03: Όπως ήδη αναφέρεται πιο πάνω, για την πορεία αυτής της διαδικασίας και των ενδιάμεσων αιτήσεων δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα. Η πορεία της υπόθεσης είχε ως εξής: Την 27.5.2003, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού εναρκτήρια αίτηση 110/03 με την οποία ζητούσε την αναθεώρηση του πιο πάνω διατάγματος ημερομηνίας 30.5.
  54. Με την εν λόγω αίτηση ημερομηνίας 27.5.2003 (Τεκμήριο 5) η Ενάγουσα ζητούσε μεταξύ άλλων διάταγμα για την αφαίρεση της φύλαξης των παιδιών από τον Εναγόμενο 1 και την ανάθεση της επιμέλειας τους στην Ενάγουσα. Στην ίδια αίτηση ζητείτο μεταξύ άλλων διάταγμα με το οποίο να τίθεται η επιμέλεια των ανηλίκων υπό παρακολούθηση ειδικού ψυχολόγου ή άλλου λειτουργού. Την 17.6.2003, ήταν η πρώτη εμφάνιση της πιο πάνω Εναρκτήριας Αίτησης, Τεκμήριο 5, οπότε ορίστηκε για οδηγίες στις 26.6.2003 με οδηγίες του Δικαστηρίου να είναι παρόντες οι διάδικοι κατ' εκείνη την ημερομηνία και να καταχωρηθεί μέχρι τότε υπεράσπιση. Την 26.6.2003, καταχωρήθηκε υπεράσπιση του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 16), στην πιο πάνω εναρκτήρια αίτηση 110/03 και η ως άνω Εναρκτήρια Αίτηση 110/03, ορίστηκε για δήλωση συμβιβασμού στις 4.7.
  55. Την 4.7.2003, η ίδια αίτηση 110/03 ορίστηκε για δήλωση συμβιβασμού στις 8.7.
  56. Την 8.7.2003, καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα ενδιάμεση αίτηση (Τεκμήριο 6) (στα πλαίσια της κυρίως αίτησης 110/03), με την οποία ζητούσε προσωρινό διάταγμα που να καθορίζει την επικοινωνία της με τα παιδιά της. Η ενδιάμεση αυτή αίτηση ορίστηκε αυθημερόν και την ίδια ημερομηνία εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα (Τεκμήριο 59) με το οποίο επιτρέπετο όπως η Αιτήτρια έχει επικοινωνία με τα παιδιά της ως εξής: κάθε Τετάρτη από 18:00 μέχρι και 22:00, κάθε Σάββατο από 10:00 μέχρι και 20:00 και κάθε δεύτερη Κυριακή, με πρώτη εκείνη της 13.7.2003 από 18:00 μέχρι και 22:
  57. Την 18.7.2003 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση παρακοής εναντίον του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 7) σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος 1 παρέβηκε το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2003 (Τεκμήριο 59) καθότι ο Εναγόμενος 1 δεν επέτρεψε στην Ενάγουσα να έχει επικοινωνία με τα παιδιά ως ακολούθως: i. Κατά την καθορισμένη ώρα του Σαββάτου 12.7.2003 αντί η ώρα 10 π.μ. επέτρεψε την επικοινωνία η ώρα 10.
  58. ii. Δεν επέτρεψε καθόλου την προβλεπόμενη επικοινωνία την Κυριακή 13.7.03 ώρα 18.00 μέχρι 22.
  59. Η εν λόγω αίτηση Τεκμήριο 7 ορίστηκε την 16.9.
  60. Την 16.9.2003 καταχωρήθηκε ένσταση από τον εναγόμενο (Τεκμήριο 17) στην εν λόγω αίτηση παρακοής. Την 16.9.2003 ήταν ορισμένη η εναρκτήρια αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5) για δήλωση συμβιβασμού. Ήταν επίσης ορισμένη η αίτηση παρακοής (Τεκμήριο 7). Η Αίτηση Παρακοής ορίστηκε για ακρόαση στις 3.10.2003 και η εναρκτήρια αίτηση (Τεκμήριο 5) ορίστηκε για ακρόαση 20.11.
  61. Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για να ενημερωθεί το Γραφείο Ευημερίας για ετοιμασία Έκθεσης. Την 3.10.2003 ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση παρακοής (Τεκμήριο 7). Μετά από αίτημα αναβολής του δικηγόρου της Ενάγουσας λόγω ακρόασης άλλης αγωγής η ακρόαση της αίτησης παρακοής αναβλήθηκε για την 20.11.
  62. Την 20.11.2003 ήταν ορισμένη για ακρόαση τόσο η Εναρκτήρια Αίτηση (Τεκμήριο 5) όσο και η αίτηση παρακοής (Τεκμήριο 7). Μετά από αίτημα αναβολής εκ μέρους της Ενάγουσας για λόγους ασθένειας της Ενάγουσας η ακρόαση της Εναρκτήριας Αίτησης και της αίτησης παρακοής αναβλήθηκε για την 9.1.
  63. Κατά την 20.11.2003 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο η Κοινωνική Λειτουργός κα Άντρη Χαραλάμπους (Εναγόμενη 2) κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Την 10.12.2003 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας της με τα παιδιά (Τεκμήριο 8) η οποία αίτηση ορίστηκε την 12.12.
  64. Τη 12.12.2003 οπότε ήταν ορισμένη η εν λόγω αίτηση Τεκμήριο 8 για πρώτη εμφάνιση, ορίστηκε την 19.12.03 για ακρόαση. Την 19.12.2003 όταν ήταν ορισμένη η ως άνω αίτηση Τεκμήριο 8 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά από τις 31.12.2003 ώρα 18.00 μέχρι τις 3.1.2004 ώρα 12.
  65. Κατ΄ εκείνη την ημερομηνία δηλαδή 19.12.2003 υπήρξε η δεύτερη εμφάνιση στο Οικογενειακό Δικαστήριο της Κοινωνικής Λειτουργού Άντρης Χαραλάμπους (Εναγόμενης 2). Την 9.1.2004 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η Εναρκτήρια Αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5) ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέσυρε την αίτηση παρακοής Τεκμήριο 7 και ζήτησε αναβολή της ακρόασης της Εναρκτήριας Αίτησης μέχρι την ετοιμασία της έκθεσης. Η ακρόαση της Εναρκτήριας Αίτησης αναβλήθηκε για την 18.3.
  66. Την 3.2.2004 καταχωρήθηκε αίτηση από την Αιτήτρια (Τεκμήριο 62) για έκδοση προσωρινού διατάγματος που να ρυθμίζει την επικοινωνία της με τα ανήλικα και τα λοιπά θέματα γονικής μέριμνας μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στην Εναρκτήρια Αίτηση 110/
  67. Η αίτηση Τεκμήριο 62 ορίστηκε την 12.2.
  68. Την 12.2.2004 εμφανίστηκε ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 ζητώντας χρόνο για καταχώρηση ένστασης στην αίτηση Τεκμήριο
  69. Δεν υπήρξε ένσταση από το δικηγόρο της Αιτήτριας και η αίτηση Τεκμήριο 62 ορίστηκε για καθορισμό επίδικων θεμάτων στις 26.2.
  70. Την 26.2.2004 ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 ζήτησε παράταση χρόνου καταχώρησης ένστασης στην αίτηση Τεκμήριο
  71. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έφερε ένσταση και η αίτηση ορίστηκε για καθορισμό επίδικων θεμάτων την 11.3.
  72. Την 11.3.2004 ο Εναγόμενος 1 ζήτησε περαιτέρω παράταση για καταχώρηση ένστασης. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έφερε ένσταση και η αίτηση Τεκμήριο 62 αναβλήθηκε για την 18.3.2004 για καθορισμό επίδικων θεμάτων. Την 18.3.2004 ήταν ορισμένη για ακρόαση η εναρκτήρια αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5). Για τρίτη φορά παρουσιάστηκε η Κοινωνική Λειτουργός Άντρη Χαραλάμπους στο Οικογενειακό Δικαστήριο (Εναγόμενη 2). Εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας της Ενάγουσας με τα παιδιά της (Τεκμήριο 2). Ενόψει της έκδοσης συναινετικού προσωρινού διατάγματος η Εναρκτήρια Αίτηση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση την 28.5.
  73. Την 3.5.2004 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση παρακοής εναντίον του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 9) η οποία ορίστηκε την 18.5.
  74. Σύμφωνα με την εν λόγω αίτηση Τεκμήριο 9 ο Καθ' ου παραβίασε το διάταγμα επικοινωνίας ημερομηνίας 18.3.2004 Τεκμήριο
  75. Την 18.5.2004 όταν ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η αίτηση παρακοής Τεκμήριο 9, ο δικηγόρος του Εναγόμενου 1 ζήτησε χρόνο για ένσταση. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έφερε ένσταση και η αίτηση Τεκμήριο 9 ορίστηκε την 28.5.2004 για καθορισμό επίδικων θεμάτων. Την 27.5.2004 καταχωρήθηκε η ένσταση του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 18) στην αίτηση παρακοής Τεκμήριο
  76. Την 28.5.2004 ήταν ορισμένη για ακρόαση η Εναρκτήρια Αίτηση 110/03 (Τεκμήριο 5) και η αίτηση παρακοής Τεκμήριο
  77. Για τέταρτη φορά παρουσιάστηκε η εναγόμενη
  78. Το δε προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.3.2004 (Τεκμήριο 2) τροποποιήθηκε. Η Εναρκτήρια Αίτηση αναβλήθηκε για οδηγίες την 18.6.2004 και η αίτηση παρακοής Τεκμήριο 9 ορίστηκε για ακρόαση την 18.6.
  79. (Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28.5.2004 κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 81 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής). Την 18.6.2004 η αίτηση παρακοής Τεκμήριο 9 αποσύρθηκε. Η Εναρκτήρια αίτηση ορίστηκε για δήλωση συμβιβασμού την 16.9.
  80. Κατά την 18.6.2004 εμφανίστηκε για πέμπτη φορά η Εναγόμενη
  81. (Το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.6.2004 κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ως Τεκμήριο
  82. Στο εν λόγω πρακτικό όπου ήταν και οι διάδικοι παρόντες το Δικαστήριο αναφέρεται: «Μετά από ενημέρωση από τη λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας αναφορικά με το πρόγραμμα επικοινωνίας που άτυπα ρυθμίστηκε με το πρακτικό της 18.3.2004 και οι δύο πλευρές θα παρακαλούσαν όπως το ίδιο πρόγραμμα ακολουθηθεί καθ' όλη τη διάρκεια του μήνα Ιουνίου, Ιουλίου και Αυγούστου και συγκεκριμένα μέχρι την 10.9.2004 που αρχίζει η νέα σχολική χρονιά για τα ανήλικα με τη διαφορά ότι η επικοινωνία του Σαββατοκύριακου θα λήγει στην 18 της Κυριακής αντί στις 15»). Η εναρκτήρια αίτηση παρέμεινε για δήλωση συμβιβασμού την 16.9.
  83. Την 16.9.2004 όταν ήταν ορισμένη για δήλωση συμβιβασμού η Εναρκτήρια Αίτηση, αναβλήθηκε για την 23.9.2004 για δήλωση συμβιβασμού μετά από σχετικό αίτημα του δικηγόρου της Ενάγουσας. Κατά την 16.9.2004 παρουσιάστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για έκτη φορά η Εναγόμενη
  84. Την 23.9.2004 όταν ήταν ορισμένη για συμβιβασμό η Εναρκτήρια Αίτηση αυτή ορίστηκε την 25.1.2005 για ακρόαση κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου της Αιτήτριας. Κατά την 23.9.2004 εμφανίστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για έβδομη φορά η Εναγόμενη
  85. Την 19.10.2004 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα μονομερής αίτηση για προσωρινό διάταγμα (Τεκμήριο 61) με το οποίο ζητούσε μεταξύ άλλων να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να πλησιάζει τον Α μέχρι να ρυθμιστεί το θέμα επικοινωνίας του η οποία επικοινωνία θα έπρεπε να γίνεται υπό επιτήρηση. Η αίτηση Τεκμήριο 61 ορίστηκε αυθημερόν και ακολούθως ορίστηκε από τον Δικαστή αφού άκουσε τον δικηγόρο της Αιτήτριας στις 21.10.2004 για αγόρευση. Την 21.10.2004 η αίτηση Τεκμήριο 61 ορίστηκε για ακρόαση στις 25.10.
  86. Την 25.10.2004 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση Τεκμήριο 61 παρουσιάστηκε για όγδοη φορά στο Οικογενειακό Δικαστήριο η Εναγόμενη
  87. Η αίτηση Τεκμήριο 61 αναβλήθηκε για ακρόαση στην 2.11.2004 και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ένστασης. Την 29.10.2004 καταχωρήθηκε η ένσταση του Εναγόμενου 1 (Τεκμήριο 19) στην αίτηση Τεκμήριο
  88. Την 2.11.2004 έγινε ακρόαση της αίτησης Τεκμήριο 61 στα πλαίσια της οποίας αντεξετάστηκαν τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Εναγόμενος 1 και η απόφαση επιφυλάχθηκε για την 9.11.
  89. Την 9.11.2004 η απόφαση δεν ήταν έτοιμη λόγω συνεδρίου στο οποίο παρέστη ο Δικαστής στις 4 και 5 Νοεμβρίου 2004 και η αίτηση ορίστηκε τις 16.11.2004 για να δοθεί απόφαση. Την 16.11.2004 εκδόθηκε απόφαση από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού (Τεκμήριο 60) στην ως άνω αίτηση Τεκμήριο 61 με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση της Ενάγουσας Τεκμήριο
  90. Κατά την 16.11.2004 για ένατη φορά παρουσιάστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο η Εναγόμενη
  91. Την 25.1.2005 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η Εναρκτήρια Αίτηση 110/03 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για δέκατη φορά η Εναγόμενη
  92. Η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω άλλης συνεχιζόμενης ακρόασης του Δικαστηρίου και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 10.3.
  93. Την 10.3.2005 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η εν λόγω Εναρκτήρια Αίτηση παρουσιάστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για ενδέκατη φορά η Εναγόμενη
  94. Η Εναγόμενη 2 παρέδωσε στο Δικαστή τρία αντίγραφα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοίμασε για την αίτηση γονικής μέριμνας 110/
  95. (Η εν λόγω Έκθεση κατατέθηκε εκ συμφώνου στην παρούσα αγωγή ως Τεκμήριο 82 και έγιναν ταυτόχρονα παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα αγωγή αναφορικά με τη φύλαξη της εν λόγω έκθεσης.) Την ίδια ημερομηνία η Εναρκτήρια Αίτηση αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος αναβολής για λόγους υγείας του δικηγόρου του Εναγομένου
  96. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας δεν έφερε ένσταση και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 21.6.
  97. Την 23.3.2005 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση εκ μέρους του Εναγομένου 1 η οποία ορίστηκε την 24.3.2005 (Τεκμήριο 69). Με την αίτηση Τεκμήριο 69 ζητείτο απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Ενάγουσας με την οποία να της απαγορεύετο επικοινωνία με τα παιδιά και επίσης ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 16.9.
  98. Την 24.3.2005 η αίτηση Τεκμήριο 69 αποσύρθηκε. Την 5.4.2005 καταχωρήθηκε αίτηση από την Ενάγουσα μονομερής για προσωρινό διάταγμα με το οποίο ζητούσε να παραχωρηθεί η φύλαξη του Α στην ίδια (Αίτηση Τεκμήριο 66). Η εν λόγω αίτηση Τεκμήριο 66 ορίστηκε αρχικά την 7.4.
  99. Ακολούθως στις 7.4.2005 ορίστηκε για αγορεύσεις την 15.4.
  100. Την 15.4.2005 αγόρευσε ο δικηγόρος της Ενάγουσας στην αίτηση Τεκμήριο 66 και ορίστηκε για να δοθεί απόφαση στις 22.4.
  101. Την 22.4.2005 η απόφαση στην Αίτηση Τεκμήριο 66 δεν εδόθη λόγω του ότι ο Δικαστής αντικαθιστούσε άλλο Δικαστή στην Πάφο. Την ίδια ημερομηνία 22.4.2005 καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση παρακοής εναντίον του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 64) για παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.3.2004 (Τεκμήριο 2) από τον Εναγόμενο
  102. Η εν λόγω αίτηση Τεκμήριο 64 ορίστηκε την 26.4.
  103. Την 26.4.2005 όταν ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση η ως άνω αίτηση παρακοής Τεκμήριο 64 αυτή ορίστηκε για επίδοση στις 13.5.
  104. Την 28.4.2005 δόθηκε η απόφαση Τεκμήριο 67 με την οποία απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση Τεκμήριο
  105. Την ίδια ημερομηνία 28.4.2005 καταχωρήθηκε εκ μέρους της Ενάγουσας αίτηση Τεκμήριο 10 για προσωρινό διάταγμα με την οποία ζητείτο να διαταχθεί ο Εναγόμενος 1 να της παραδώσει τα παιδιά την 29.4.2005 και με το οποίο να επιτρέπεται στην Ενάγουσα να κρατήσει τα παιδιά μέχρι την 8.5.
  106. Η εν λόγω μονομερής αίτηση Τεκμήριο 10 ορίστηκε αυθημερόν. Την ίδια ημερομηνία το Δικαστήριο απέρριψε την μονομερή αίτηση Τεκμήριο 10 με την απόφαση του (Τεκμήριο 68). Η απόφαση του Δικαστηρίου έδιδε οδηγίες να τεθεί το θέμα με αίτηση διά κλήσεως. Την 13.5.2005 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εναγόμενου 1 για μη εμφάνιση του στην αίτηση παρακοής Τεκμήριο
  107. Την 25.5.2005 εμφανίστηκε ο Εναγόμενος 1 στο Δικαστήριο προσκομίζοντας πιστοποιητικό ασθενείας για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 13.5.
  108. Οπότε η αίτηση παρακοής Τεκμήριο 64 ορίστηκε για καθορισμό επίδικων θεμάτων στις 14.6.
  109. Ενημερώθηκε σχετικά ο δικηγόρος της Ενάγουσας από το Πρωτοκολλητείο. Την 14.6.2005 όταν ήταν ορισμένη για καθορισμό επίδικων θεμάτων η αίτηση παρακοής Τεκμήριο 64, ορίστηκε για ακρόαση την 21.6.
  110. Την 21.6.2005 στην εν λόγω αίτηση παρακοής Τεκμήριο 64 ζητήθηκε χρόνος από το δικηγόρο του Εναγομένου 1 για καταχώρηση ένστασης. Η αίτηση αναβλήθηκε για ακρόαση στις 24.6.
  111. Την ίδια ημερομηνία ήταν ορισμένη για ακρόαση η εναρκτήρια αίτηση 110/03 Τεκμήριο 5 η οποία αναβλήθηκε για την 29.11.2005 λόγω συνεχιζόμενης ακρόασης του Δικαστηρίου. Την 23.6.2005 καταχωρήθηκε ένσταση του Εναγομένου 1 (Τεκμήριο 20) στην αίτηση παρακοής Τεκμήριο
  112. Την 24.6.2005 έγινε ακρόαση της αίτησης παρακοής Τεκμήριο 64 (αντιλαμβάνομαι εκ παραδρομής στα παραδεκτά γεγονότα φέρεται ως Τεκμήριο 69). Αγορεύουν οι δικηγόροι των διαδίκων και ορίζεται για απόφαση την 8.7.
  113. Την 8.7.2005 η απαγγελία της απόφαση στην αίτηση παρακοής Τεκμήριο 64 αναβλήθηκε για την 13.7.2005 καθότι η απόφαση ήταν χειρόγραφη και δεν είχε δακτυλογραφηθεί λόγω μετακόμισης του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Την 12.7.2005 εκδόθηκε η απόφαση (Τεκμήριο 65) στην αίτηση Τεκμήριο 64 με την οποία η εν λόγω αίτηση παρακοής απορρίφθηκε. (Φαίνεται ότι εκ παραδρομής η απόφαση φέρει ημερομηνία 2004). Την 29.11.2005 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση η εναρκτήρια αίτηση (Τεκμήριο 5) εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα (Τεκμήριο 3) με την οποία διατάχθηκε όπως τα παιδιά διαμένουν με την Ενάγουσα και ρυθμίστηκε η επικοινωνία του Εναγόμενου 1 με τα παιδιά. Την 29.11.2005 για δωδέκατη φορά παρουσιάστηκε στο Οικογενειακό Δικαστήριο η Εναγόμενη
  114. B. Αλληλογραφία από και προς την πλευρά της Ενάγουσας Από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τα εξής πραγματικά γεγονότα σε σχέση με το θέμα αυτό. · Την 12.1.2004 στάληκε επιστολή, Τεκμήριο 11, από το δικηγόρο της Ενάγουσας προς το δικηγόρο του Εναγόμενου 1, με την οποία ο δικηγόρος της Ενάγουσας τον πληροφορεί ότι απέσυρε αίτηση παρακοής και ζητούσε από το δικηγόρο του Εναγόμενου 1 να ασκήσει ανάλογη πίεση στον πελάτη του για να αποφεύγει να εξυβρίζει την Ενάγουσα και να είναι συγκαταβατικός στο θέμα της επικοινωνίας. Ο δικηγόρος της Ενάγουσας πληροφορεί μεταξύ άλλων για το ενδεχόμενο να ζητούσε εντός των ημερών ακόμη μια μέρα επικοινωνίας ή διανυκτέρευση εφόσον συγκατατίθεται και το Γραφείο Ευημερίας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης 110/
  115. · Την 3.2.2004 στάληκε επιστολή (Τεκμήριο 12) από το δικηγόρο της Ενάγουσας προς τη Διευθύντρια του Γραφείου Ευημερίας στη Λευκωσία με θέμα την καταγγελία της Εναγόμενης 3 (Μαρίνας Χρυσάνθου) και όλων των Προϊσταμένων της. Η επιστολή περιείχε τα εξής παράπονα: - Καταγγέλλει την Εναγόμενη 3 (Μαρίνα Χρυσάνθου) ότι αντιμετωπίζει το πρόβλημα της Ενάγουσας και το πρόβλημα των ανηλίκων με παγερή αδιαφορία, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. - Καταγγέλλει την ίδια λειτουργό, Εναγόμενη 3, ότι στην προσπάθεια της να κλείσει την υπόθεση, έσπρωξε την Ενάγουσα να παραδώσει τα παιδιά στον Εναγόμενο 1, ο οποίος έκτοτε «ενώπιον των ανηλίκων της συμπεριφέρεται με κτηνώδη τρόπο, καταδυναστεύει τα ανήλικα και τα χρησιμοποιεί εναντίον της, καταστρέφοντας έτσι τον ψυχισμό τους χωρίς να ευαισθητοποιείται η Λειτουργός.» - Καταγγέλλει ότι, ενώ ήταν πρόθυμη να αναλάμβανε τα παιδιά μετά το πρόσφατο καρδιακό επεισόδιο του Εναγόμενου 1, εντούτοις ο Εναγόμενος 1 άφησε οδηγίες όπως τα παιδιά να μην αποδεχθούν να παραμείνουν με την Ενάγουσα με αποτέλεσμα να τεθούν υπό την φροντίδα ξένων προσώπων. Και αυτά, σύμφωνα με την καταγγελία, με την ανοχή του Γραφείου Ευημερίας (επισυνάπτει Έκθεση της Ψυχολόγου Λουκίας Δημητρίου (ΜΕ6), Τεκμήριο 74). - Ο δικηγόρος κατάγγειλε στην επιστολή ότι ενώ την 2.2.04 προσπάθησε ο ίδιος να επικοινωνήσει με την Εναγόμενη 3, εντούτοις ουδείς απαντούσε τα τηλέφωνα όπως ούτε και η Προϊστάμενη της κα Φλώρα απαντούσε. - Τέλος, με την εν λόγω επιστολή ζητά από τη Διευθύντρια να ερευνήσει την υπόθεση και να του γνωστοποιήσει το αποτέλεσμα, επιφυλάσσοντας ταυτόχρονα τα δικαιώματα της Ενάγουσας για «τη βλάβη την οποία η παραμέληση των καθηκόντων των συγκεκριμένων λειτουργών για τους οποίους φέρει ευθύνη η Κυπριακή Δημοκρατία επιφέρει σε αυτήν και τα ανήλικα της.» · Την 26.2.2004, ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε επιστολή, Τεκμήριο 14) στο δικηγόρο του Εναγόμενου 1, με την οποία τον πληροφορεί μεταξύ άλλων για την πρόθεση καταχώρησης αίτησης εναντίον του Εναγόμενου 1, για παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.5.2002 (Τεκμήριο 1). · Την 15.4.2004, ο δικηγόρος της Ενάγουσας απευθύνει επιστολή (Τεκμήριο 21) στην Εναγόμενη 2 (Άντρη Χαραλάμπους), με την οποία ζητά όπως μέχρι την ακρόαση (28.5.2004) της Αίτησης 110/03 (Τεκμήριο 5), ετοιμαστεί από την λειτουργό η σχετική έκθεση. Προστίθενται στην επιστολή τα εξής: «
  116. Η πελάτιδα μου επιδιώκει και αιτείται προς το Δικαστήριο να της δοθεί η φροντίδα και φύλαξη των Ανηλίκων και επιπλέον η επικοινωνία του πατέρα με τα ανήλικα να λαμβάνει χώραν υπό επιτήρηση αφού ο εν λόγω γονέας χρησιμοποιεί την επιρροή του στα Ανήλικα εις βάρος της μητέρας.
  117. Η Αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/5/03 και μέχρι σήμερα δεν ετοιμάσθηκε η Έκθεση ώστε η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Είναι δε αντιληπτό ότι η έκθεση καθυστερεί για το λόγο ότι κατά την άποψη σας τα Ανήλικα δεν ωρίμασαν ακόμη σε βαθμό ώστε να επιθυμούν την διαμονή με την μητέρα τους.
  118. Σύμφωνα όμως με τις πληροφορίες της πελάτιδας μου ο Α έχει ήδη εκφράσει προς αυτήν την επιθυμία του να διαμένει μαζί της και η τέτοια δήλωση έγινε ερήμην της Σ, η οποία ασκεί επιρροή και φόβο σ' αυτόν.
  119. Σύμφωνα πάλι με τις πληροφορίες της πελάτιδας μου, η Σ έχει καταστεί όργανο και φερέφωνο του πατέρα, ο οποίος κατάφερε έτσι να την χρησιμοποιεί ως όπλο εναντίον της μητέρας και δεν αναμένεται η κατάσταση αυτή να αναστραφεί, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.
  120. Υπό τις περιστάσεις ο χρόνος λειτουργεί εις βάρος της ψυχικής υγείας του Α, καθ' ότι η συνέχιση της παραμονής του με τον πατέρα και ίσως με τη Σ θα έχει ως αποτέλεσμα την καταδυνάστευση του ώστε να γίνει άτομο «καθ΄ εικόνα και καθ' ομοίωση του πατρός». Για το λόγο αυτό η πελάτιδα μου, στην προσπάθεια της να περισώσει ότι περισώζεται, επιθυμεί να ετοιμασθεί η έκθεση σας και επί τη βάσει της επιθυμίας του Α να τεθεί υπό τη φροντίδα της και παρακαλείσθε να ερευνηθεί το αληθές του ισχυρισμού της πελάτιδας μου.
  121. Είναι αντιληπτό ότι η πολιτική του Γραφείου είναι κατά κανόνα ο μη χωρισμός των Ανηλίκων αλλά πιστεύω ότι της πολιτικής αυτής το γραφείο σας οφείλει να ιεραρχήσει την ύψιστη ανάγκη να διασώσει τον ανήλικο Α και όχι για χάριν της συμβίωσης με την αδελφή του, να τον εγκαταλείψει στη φθορά, την οποία η συνέχιση της διαμονής του με τον πατέρα του προκαλεί. Προσωπικά πιστεύω ότι ο χωρισμός των Ανηλίκων θα αποβεί προς όφελος του Α, αφού θα αποκοπεί από την ψυχοφθόρα επιρροή της Σ, η οποία κατά αντικειμενική θεώρηση έχει ίσως ανεπιστρεπτί διαβρωθεί.
  122. Τις ως άνω απόψεις η πελάτιδα μου είναι έτοιμη να τις υποστηρίξει με έκθεση παιδοψυχολόγου. Ως εκ των ως άνω παρακαλείσθε να ετοιμάσετε την Έκθεση σας ώστε η υπόθεση της πε

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.