Ελένης Οικονομίδου (Θεοδωρίδου) ν. Λένιας Αντωνίου, Αρ. Αγωγής: 163/11, 9 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A344 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 163/11 Μεταξύ Ελένης Οικονομίδου (Θεοδωρίδου) Ενάγουσας και Λένιας Αντωνίου Εναγομένης Αίτηση ημερ. 13.1.2011 Ημερομηνία: 9 Δεκεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια: κα Κόκκινου για Χρίστο Τριανταφυλλίδη Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Χ'Κωστής για Κώστα Π. Χ'Κωστή και Σία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους της αιτήτριας - ενάγουσας στις 21.1.2011 παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο «απαγορεύετο στην εναγόμενη, όπως μέχρι και της τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή οιαδήποτε τρίτα πρόσωπα συνδεδεμένα καθ' οιονδήποτε τρόπο μετ' αυτής χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται το διαμέρισμα της ενάγουσας το οποίο βρίσκεται επί του ANNA COURT, θύρα Β5, 2ος όροφος, Δρόμος Λεμεσού - Λευκωσίας, Γερμασόγειας το οποίο βρίσκεται επί ακινήτου τοποθεσία και με αριθμό εγγραφής 22262, Φ/Σχέδιο 54/51 & 52, Τεμάχιο 295.2/1 & 295.3 (νέο 701)». Το εν λόγω διάταγμα ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 28.1.2011, οπότε η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη αντέδρασε αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα την διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της στις 16.3.
- Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας όλα τα θέματα που αφορούν την έκδοση του διατάγματος και τη διατήρηση του σε ισχύ εξετάζονται εξ υπαρχής. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στις 13.1.2011, η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγόμενης δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη και/ή οποιαδήποτε πρόσωπα συνδέονται καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτήν παράνομα και/ή χωρίς γνώση και/ή συγκατάθεση της ενάγουσας κατέχει και/ή κατέχουν και/ή κατείχαν το πιο πάνω ακίνητο της ενάγουσας και ότι η εναγόμενη υποχρεούται να αποζημιώσει την ενάγουσα και/ή αποδώσει σ' αυτήν οποιοδήποτε οικονομικό όφελος απεκόμισε. Αξιώνει επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να τερματίζει αμέσως την οποιασδήποτε μορφής επέμβαση από την εναγόμενη και/ή οποιοδήποτε πρόσωπο συνδεδεμένο καθ' οιονδήποτε τρόπο με αυτή επί του πιο πάνω ακινήτου. Περαιτέρω, απαιτεί ποσό €510 μηνιαίως, αποζημιώσεις και ποσό €4.000, βάσει των ισχυρισμών που προβάλλει στην έκθεση απαίτησης της, πλέον τόκους και έξοδα. Όπως ισχυρίζεται στην έκθεση απαίτησης η ενάγουσα, είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του προαναφερθέντος διαμερίσματος και η εναγόμενη κτηματομεσίτρια στη Λεμεσό. Περί τον Φεβρουάριο του 2010 περιήλθε σε γνώση της ενάγουσας ότι στο εν λόγω ακίνητο της βρισκόταν, χωρίς την άδεια, συγκατάθεση και ή προηγούμενη γνώση της, κάποιος Λάμπρος Λαμπριανίδης, ο οποίος ισχυρίζετο ότι το ενοικίασε κατόπιν συμφωνίας του με την εναγόμενη, την οποία η ενάγουσα ουδέποτε εξουσιοδότησε να ενεργήσει εκ μέρους της, ούτε συνήψε με αυτήν οποιαδήποτε νόμιμη συμφωνία ενοικίασης του ακινήτου της. Περί τον Οκτώβριο του 2010 η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Λάμπρο Λαμπριανίδη το ποσό των €4.000 για να εκκενώσει και παραδώσει σε αυτήν το ακίνητο της. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου 2010 η ενάγουσα διαπίστωσε ότι στο ακίνητο της ευρίσκοντο διάφορα πρόσωπα χωρίς τη συγκατάθεση της, τα οποία, όπως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων, ευρίσκοντο στο ακίνητο με την άδεια και/ή συγκατάθεση της εναγόμενης. Η ενάγουσα ουδέποτε εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό για την ενοικίαση και/ή την εκμετάλλευση του ακινήτου της από την εναγόμενη και/ ή άλλο πρόσωπο συνδεδεμένο με αυτή. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν το Κεφ.148, το Κεφ.149, το Κεφ. 224, ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος 23/83 όπως τροποποιήθηκε, το άρθρο 23 του Συντάγματος, το άρθρο 32 του Ν.14/60, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48, θ.θ. 1 - 4, 8 και 9, η πρακτική, οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και οι γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.1.2011 που συνοδεύει την αίτηση η ενάγουσα, αναφέροντας ότι όσα παραθέτει, γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει ότι είναι αληθή, υιοθετεί το περιεχόμενο της παρούσας αγωγής, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του οποίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Το πατρικό της όνομα είναι Θεοδωρίδου και το διαμέρισμα της το δώρισε ο πατέρας της Νίκος Θεοδωρίδης. Με τον σύζυγο της, Νίκο Οικονομίδη, βρίσκεται σε διάσταση εδώ και ενάμιση χρόνο, μη έχοντας σχεδόν επαφή μαζί του. Έχει εκκρεμούσες διαδικασίες στο Δικαστήριο με τον σύζυγο της, ειδικότερα αναφορικά με έγγραφο που παρουσιάζετο να είναι γενικό πληρεξούσιο έγγραφο από την ίδια προς όφελος του συζύγου της, το οποίο όμως δεν έχει νομική ισχύ διότι δεν υπογράφηκε από την ίδια στην παρουσία πιστοποιούντος υπαλλήλου. Ήδη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εκδόθηκαν απαγορευτικά διατάγματα σε δύο διαφορετικές αγωγές αναφορικά με το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο και έγγραφα που υπογράφηκαν βάσει αυτού. Δεν γνωρίζει κατά πόσο το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο έχει οποιαδήποτε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Περί τον Φεβρουάριο του 2010 έμαθε ότι κάποιος Λάμπρος Λαμπριανίδης, εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεση της, κατείχε το επίδικο διαμέρισμα της. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου της και του δικηγόρου του εν λόγω προσώπου και συγκεκριμένα οι επιστολές με ημερομηνίες 12.2.2010, 2.3.2010, 4.3.2010, 5.3.2010, 16.6.2010, 25.6.2010, 18.6.2010 και 5.7.2010, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτει ως Τεκμήρια 3 - 10 αντίστοιχα. Επισημαίνει ότι στο Τεκμήριο 4 πελάτης των δικηγόρων Κώστα Π. Χ'Κωστή και Σία ήταν ο Λάμπρος Λαμπριανίδης καθώς και ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης, που ήταν ο πατέρας της, απεβίωσε εδώ και πολλά χρόνια και όταν της μεταβίβασε το διαμέρισμα δεν είχε συνάψει συμφωνία με κανένα πρόσωπο και για κανένα ποσό. Κατάφερε να εξασφαλίσει αντίγραφο εγγράφου, που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 11, στο οποίο αναφέρεται η εναγόμενη ως ιδιοκτήτης και ο Λάμπρος Λαμπριανίδης ως ενοικιαστής. Η ενάγουσα ουδέποτε είχε δει προηγουμένως αυτό το έγγραφο και ούτε συγκατατέθηκε στην υπογραφή του. Στις 6.8.2010 και αφού δεν της πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό την 1.8.2010, όπως αναφερόταν στο Τεκμήριο 10, ο δικηγόρος της απέστειλε επιστολή στον Λάμπρο Λαμπριανίδη (Τεκμήριο 12) για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση με αυτόν, τον οποίο θεωρούσε ως το μοναδικό πρόσωπο που κατείχε παράνομα το διαμέρισμα της. Ακολούθως και μετά από προφορικές επικοινωνίες μεταξύ του Λάμπρου Λαμπριανίδη και του δικηγόρου της, στις 27.8.2010 υπογράφηκε συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας μέσω του δικηγόρου της και του Λάμπρου Λαμπριανίδη (Τεκμήριο 13), δυνάμει της οποίας θα του κατέβαλλε ποσό €4.000 ως έξοδα του και θα τερμάτιζε την κατοχή του διαμερίσματος της την 1.10.2010, όπως και έγινε. Στο μεταξύ, στις 31.8.2010 και επειδή η εναγόμενη χωρίς καμία συμφωνία μεταξύ τους κατέθεσε το ποσό των €2.600 στον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας, ο δικηγόρος της ενάγουσας απέστειλε στην πρώτη σχετική επιστολή (Τεκμήριο 14). Περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2010 η ενάγουσα επισκέφθηκε το διαμέρισμα της για να δει την κατάσταση του και με έκπληξη ανακάλυψε ότι μέσα σ' αυτό, χωρίς την άδεια και τη συγκατάθεση της, ευρίσκοντο διάφορα πρόσωπα που δεν γνωρίζει. Απεχώρησε αμέσως και μέσω του διαχειριστή του κτιρίου έμαθε ότι τα πρόσωπα αυτά σχετίζονται με την εναγόμενη, στην οποία έστειλε αμέσως επιστολή μέσω του δικηγόρου της στις 7.12.2010 (Τεκμήριο 15). Στην επιστολή της αυτή έλαβε απάντηση από το δικηγορικό γραφείο, που παλαιότερα ανέφεραν ως πελάτη τους τον Λάμπρο Λαμπριανίδη, στις 16.12.2010 (Τεκμήριο 16), στην οποία απάντησε ο δικηγόρος της στις 17.12.2010 (Τεκμήριο 17). Τελειώνοντας την ιστορική αναφορά στο θέμα, η ενάγουσα αναφέρει ότι τον Μάρτιο του 2009 ο σύζυγος της προέβη σε εκτίμηση της αξίας του διαμερίσματος, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο
- Περαιτέρω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, από τα προαναφερθέντα είναι εμφανές ότι η εναγόμενη παράνομα της στερεί το διαμέρισμα της, το οποίο θέλει να εκμεταλλευθεί εφόσον έχει μεγάλη οικονομική ανάγκη λόγω των πάρα πολλών οικονομικών προβλημάτων που της δημιούργησε ο εν διαστάσει σύζυγος της. Με τους ισχυρισμούς ότι το θέμα είναι επείγον καθότι στερείται της περιουσίας της, την οποία εκμεταλλεύεται παράνομα η εναγόμενη, που ενδεχόμενα να μην έχει την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσει, ότι το ισοζύγιο δυσμενούς επηρεασμού σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος εμφανώς κλίνει προς όφελος της καθώς θα συνεχίσει να στερείται την περιουσία της και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της και ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με σοβαρότατες πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή της και αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ενδεχόμενα να είναι αδύνατο να αποζημιωθεί, η ενάγουσα ζητά ως η αίτηση της. Η ένσταση της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης έχοντας ως νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 32 και 33 του Νόμου 14/60, το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το άρθρο 30 του Συντάγματος, την Δ.48 θ.θ. 1 - 4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83, τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη νομολογία, περιέχει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: - η αίτηση είναι παράτυπη ή/και η νομική της βάση είναι ανεπαρκής ή/και ελλιπής ή/και απαράδεκτη - ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή περιστατικά της υπόθεσης, που αν τα γνώριζε το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα -ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και τόσο με την αγωγή όσο και με την ένορκη δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση, έχει συνειδητά παραπλανήσει το Δικαστήριο με σκοπό να το πείσει να εκδώσει το επίδικο διάταγμα - ότι το παρόν Δικαστήριο είναι καθ' ύλην αναρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι η εναγόμενη κατέχει το επίδικο διαμέρισμα σαν θέσμιος ενοικιαστής του - ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος και/ή της παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απαίτησης της σε μελλοντικό στάδιο -ότι η αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση του επίδικου διατάγματος και -ότι λανθασμένα το Δικαστήριο εξέδωσε το επίδικο διάταγμα εφόσον με αυτό προκρίνεται το αποτέλεσμα της ουσίας της αγωγής. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 16.3.2011, η εναγόμενη αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και ασκεί το επάγγελμα του κτηματομεσίτη. Έχοντας μελετήσει το περιεχόμενο της αγωγής, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης της ενάγουσας, είναι η θέση της εναγόμενης ότι τα έγγραφα αυτά περιέχουν σωρεία αναληθειών και ανακριβειών και ότι η ενάγουσα στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει το επίδικο διάταγμα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Σύμφωνα με την εναγόμενη, τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα: Το επίδικο υποστατικό το ενοικίασε από το 1994 από τον Νίκο Οικονομίδη δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερομηνίας 18.11.1994 (Τεκμήριο 1). Η ενάγουσα γνώριζε πολύ καλά όχι μόνο το γεγονός ότι η εναγόμενη ενοικίαζε το επίδικο διαμέρισμα αλλά και ότι το ενοικίασε για να το υπενοικιάζει σε τουρίστες ή σε οποιαδήποτε τρίτα πρόσωπα. Το δικαίωμα της για υπενοικίαση η εναγόμενη το απέκτησε δυνάμει ρητού όρου του εν λόγω εγγράφου. Σύμφωνα με το εν λόγω ενοικιαστήριο, η αρχική διάρκεια της ενοικίασης ήταν για ένα χρόνο, από 15.12.1994 μέχρι 14.12.1995 και το ενοίκιο ύψους £1.500, που συμφωνήθηκε να πληρώνεται με μηνιαίες δόσεις των £125, η εναγόμενη το πλήρωσε προκαταβολικά. Στις 19.12.1995 η εναγόμενη συνήψε με τον Νίκο Οικονομίδη νέο ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 2) με τους ίδιους όρους, από 1.1.1996 μέχρι 31.12.1996 και το ενοίκιο το πλήρωσε επίσης προκαταβολικά. Με τη λήξη του τελευταίου ενοικιαστηρίου, η εναγόμενη εξακολουθούσε να κατέχει και να χρησιμοποιεί το επίδικο διαμέρισμα χωρίς να συναφθεί άλλο έγγραφο και πλήρωνε τακτικά και προκαταβολικά το ενοίκιο για το κάθε έτος. Επειδή το υποστατικό έχει κτιστεί πολύ πριν από το 1999 και βρίσκεται σε ελεγχόμενη από τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο περιοχή, η εναγόμενη έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής του από το έτος
- Μέχρι το 2003 ο Νίκος Οικονομίδης εισέπραττε τα ενοίκια απευθείας από την εναγόμενη και μετέπειτα τα απέστελλε η εναγόμενη μέσω του δικηγόρου της στους δικούς του δικηγόρους. Ουδέποτε ο Νίκος Οικονομίδης πληροφόρησε την εναγόμενη ότι θα χώριζε με την ενάγουσα και ότι το επίδικο διαμέρισμα θα παρέμενε στην ιδιοκτησία της τελευταίας ώστε να εμβάζει σ' αυτή το ενοίκιο. Κατά τον Φεβρουάριο του 2010 που η εναγόμενη είχε υπενοικιασμένο το εν λόγω διαμέρισμα στον Λάμπρο Λαμπριανίδη, η ενάγουσα απέστειλε την επιστολή - Τεκμήριο 3 της ένορκης της δήλωσης, όπου αναγνωρίζει ότι ο Λαμπριανίδης είναι ενοικιαστής του διαμερίσματος της και είναι άξιο απορίας γιατί η ενάγουσα παραλείπει να πληροφορήσει το Δικαστήριο με ποιο τρόπο το εν λόγω άτομο έλαβε την κατοχή του διαμερίσματος. Από την αλληλογραφία που επικαλείται και επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση η ενάγουσα, φαίνεται καθαρά ότι εισέπραξε από την εναγόμενη ενοίκια για το διαμέρισμα της ενόσω ουδέποτε την πληροφόρησε για την αλληλογραφία και την επικοινωνία που είχε με τον εν λόγω υπενοικιαστή της. Με την επιστολή της δε προς την εναγόμενη ημερομηνίας 7.12.2010 η ενάγουσα προσποιείται ότι δεν γνώριζε ότι η εναγόμενη ήταν η κάτοχος του διαμερίσματος της. Σύμφωνα με την εναγόμενη είναι φανερό ότι η ενάγουσα πλήρωσε τον εν λόγω υπενοικιαστή της εναγόμενης για να ανακτήσει με τρόπο παράνομο το υποστατικό της. Από τη στιγμή που η εναγόμενη δεν γνώριζε τις πιο πάνω ενέργειες της ενάγουσας, μετά την εγκατάλειψη του διαμερίσματος από τον εν λόγω υπενοικιαστή προχώρησε σε υπενοικίαση σε άλλο άτομο, που κατέχει το διαμέρισμα νόμιμα μέχρι τώρα. Η εναγόμενη αληθινά πιστεύει ότι η ενάγουσα προσποιείται ότι δεν γνώριζε για τόσα χρόνια ότι το διαμέρισμα της ενοικιάζετο σε τρίτο πρόσωπο. Καθ' όλα αυτά τα χρόνια η εναγόμενη συντηρούσε το εν λόγω διαμέρισμα ξοδεύοντας πάρα πολλά χρήματα για το σκοπό αυτό και θα καλέσει την ενάγουσα να αντεξεταστεί σχετικά με τη συντήρηση του διαμερίσματος και την πληρωμή των κοινοχρήστων. Η ενάγουσα απέκρυψε σκόπιμα από το Δικαστήριο γεγονότα, τα οποία αν γνώριζε το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα. Συγκεκριμένα απέκρυψε όλα τα Τεκμήρια που η εναγόμενη επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση και τα οποία περιέχουν ουσιώδη γεγονότα και παρόλο που η ενάγουσα κατέθεσε αρκετά έγγραφα παρέλειψε να αποκαλύψει στην ένορκη της δήλωση το περιεχόμενο τους στα σημεία που πίστευε ότι θα ζήμιωναν την υπόθεση της. Επαναλαμβάνοντας τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η εναγόμενη εισηγείται ότι λανθασμένα εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Επισυνάπτοντας δε ως Τεκμήρια 4 - 8 αντίστοιχα, δέσμη αποδείξεων είσπραξης ενοικίου, δέσμη επιταγών πληρωμής ενοικίου, επιστολές του δικηγόρου της εναγόμενης προς το δικηγόρο του Οικονομίδη ημερομηνίας 12.1.2004, 10.9.2004 και 5.9.2005 και αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ της εναγόμενης και του Λαμπριανίδη, η εναγόμενη ζητά την απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν με τις αγορεύσεις τους σε εισηγήσεις οι οποίες θα αναφερθούν πιο κάτω όταν το Δικαστήριο θα επιληφθεί των επίδικων θεμάτων της αίτησης. Ως προς τη νομική πτυχή, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγοντας, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Περαιτέρω, όπως έχει νομολογηθεί, η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος, έχει ως συνέπεια ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει, όταν η απόκρυψη είναι τέτοια που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο, το οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να μην είχε εκδώσει το διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών, αφού ακούσει και τους δύο διάδικους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος. Αυτό εκφράζεται με το λατινικό αξίωμα "audi alteram partem". Κατά παρέκκλιση, όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική η θεραπεία, επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Αυτό έχει νομοθετηθεί με το εδάφιο
(1)του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση....» Χρήσιμα όμως είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Demstar Ltd. ν. Zim Israel Navigation
(1996)1 ΑΑΔ 597, τα οποία υιοθετήθηκαν και στην υπόθεση Ahmad Zein κ.α. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 606: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 CLR 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 CLR 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 CLR 297. Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93 ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1993). Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 CLR 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα, με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) για να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93(89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 11/89, και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρηση της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink´s Mat Ltd v. Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Περαιτέρω στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 λέχθηκαν τα εξής: «Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου ΑΡ. 157/90 - 30.5.96), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάλι με τη νομολογία, ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος ουσιαστικά δεν υφίστατο με αποτέλεσμα να ελλείπει το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το διάταγμα μονομερώς, παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά (βλ. Stavros Hotel Apartments (No.2)
(1994)1 AAΔ 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947). Προτού επιληφθώ των εκατέρωθεν ισχυρισμών, θα ήθελα να επισημάνω ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γίνεται επίκληση του άρθρου 9 του Κεφ. 6, παρόλο που το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης. Το θέμα τέθηκε από το Δικαστήριο στους συνηγόρους στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης. Η κα Κόκκινου εισηγήθηκε ότι εφόσον το ουσιαστικό δίκαιο που προσδίδει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το οποίο περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, η έλλειψη αναφοράς του άρθρου 9 δεν καθιστά την αίτηση και την ακολουθήσασα διαδικασία άκυρη, επικαλούμενη τις αποφάσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 2015. Αντίθετα ο κ. Χ'Κωστής με αναφορά στην υπόθεση Μιχαηλίδη v. Πουργουρίδη
(2001)1 ΑΑΔ 1263 εισηγήθηκε ότι για να θεωρηθεί ότι η μη αναφορά στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 στην αίτηση δεν οδηγεί σε ακυρότητα της διαδικασίας, θα πρέπει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση το στοιχείο του κατεπείγοντος να είναι σαφές. Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Μιχαηλίδη v. Πουργουρίδη (πιο πάνω) κρίθηκε ότι η παράλειψη αναφοράς του άρθρου 9 του Κεφ. 6 στη νομική βάση μονομερούς αίτησης δεν συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικασίας ούτε καθιστά το τυχόν εκδοθέν διάταγμα ακυρωτέο, νοουμένου ότι από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση το στοιχείο του επείγοντος είναι σαφές. Στην παρούσα υπόθεση, όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια παρόλο που η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ισχυρίζεται ότι το θέμα είναι επείγον «διότι στερείται της περιουσίας της και την εκμεταλλεύεται η εναγόμενη παράνομα», τα γεγονότα που επικαλείται δεν καταδεικνύουν το κατεπείγον του θέματος. Εξετάζοντας αρχικά τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία θα ασκούσαν βαρύνουσα σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το κατεπείγον του θέματος ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς, επισημαίνεται ότι όπως τονίστηκε στη νομολογία η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου να γνωρίζει ουσιώδη γεγονότα, τα οποία είναι γεγονότα που μπορούν εξ αντικειμένου να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και σε όσα σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Σύμφωνα με τον κ. Χ'Κωστή, η αιτήτρια στην υπό κρίση αίτηση δεν ήρθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια καθότι δεν αποκάλυψε όταν αποτάθηκε μονομερώς ενώπιον του τα αληθή γεγονότα, τα οποία είναι ως τα ισχυρίζεται η καθ' ης η αίτηση και η αιτήτρια τα γνώριζε από την πρώτη στιγμή της ενοικίασης του επίδικου διαμερίσματος με την συμφωνία ενοικίασης του
- Αντίθετα η κα Κόκκινου θεωρεί τον ισχυρισμό αυτό ανυπόστατο και εισηγείται ότι η καθ΄ης η αίτηση επιχειρεί να συγχίσει και να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη τους προβληθέντες ισχυρισμούς στο σύνολο τους καθώς και την υπάρχουσα βάσει των ενόρκων δηλώσεων των μερών μαρτυρία προβάλλει ότι η εισήγηση του κ.Χ'Κωστή είναι ορθή. Παρόλο που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τον Φεβρουάριο του 2010 έμαθε ότι κάποιος Λαμπριανίδης εν αγνοία της και χωρίς τη συγκατάθεση της κατείχε το διαμέρισμα της και επισυνάπτει την αλληλογραφία των δικηγόρων της με τους δικηγόρους του εν λόγω προσώπου, επιμελώς δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο πότε εξασφάλισε αντίγραφο του ενοικιαστηρίου εγγράφου- Τεκμηρίου 11, που είναι ένα εντελώς δυσανάγνωστο φωτοαντίγραφο- όπου, όπως η ίδια αναφέρει, παρουσιάζεται η καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη ως ιδιοκτήτης και ο Λαμπριανίδης ως ενοικιαστής του διαμερίσματος. Τόσο από τα στοιχεία που παραθέτει η αιτήτρια όσο και από τα Τεκμήρια που επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση η καθ' ης η αίτηση συνάγεται ότι η αιτήτρια γνώριζε ότι ο εν διαστάσει- από το έτος 2009- σύζυγος της είχε συνάψει το ενοικιαστήριο έγγραφο αρχικά κατά το 1994 με την καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη εισπράττοντας από αυτήν τα ενοίκια, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση της αιτήτριας. Όπως η αιτήτρια ισχυρίζεται ήταν ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος από το έτος 1987, κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα της (Τεκμήριο 2 της αίτησης). Δεν εξήγησε ωστόσο στο Δικαστήριο με ποιο τρόπο εκμεταλλευόταν ή αν χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα ή αν κατέβαλε τα έξοδα συντήρησης του και τα κοινόχρηστα κατά το χρονικό διάστημα που προηγείται του 2010, όταν όλως αιφνιδίως ενδιαφέρθηκε για το διαμέρισμα αυτό, όπως ορθά επισημαίνει η καθ' ης η αίτηση. Τόσο η στάση αυτή της αιτήτριας όσο και οι αόριστοι ισχυρισμοί της περί ύπαρξης άκυρου πληρεξουσίου προς τον σύζυγο της, που προφανώς προτάθηκαν για να δικαιολογήσουν άγνοια για την ενοικίαση του διαμερίσματος στην καθ' ης η αίτηση, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο σύζυγος της αιτήτριας ενοικίασε το διαμέρισμα από το έτος 1994 με τη συγκατάθεση της και όταν επήλθε διάσταση μεταξύ τους προέβαλε την απαίτηση της εναντίον αρχικά του υπενοικιαστή Λαμπριανίδη και ακολούθως εναντίον της καθ' ης η αίτηση. Αυτό συνάγεται από τις επιστολές του δικηγόρου της (Τεκμήρια 3, 5, 7, 8 και 12 της αίτησης) προς τον Λαμπριανίδη και τους δικηγόρους του, από τον οποίο -μετά την αποστολή του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος- απαιτεί την προς αυτήν απ' ευθείας πληρωμή του ενοικίου καθώς και από το Τεκμήριο 14 της αίτησης ημερομηνίας 31.8.2010 προς την καθ' ης η αίτηση. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο το ουσιώδες γεγονός της ενοικίασης του διαμερίσματος προς την καθ΄ης η αίτηση, το οποίο ακόμη και αν δεν το γνώριζε, που δεν είναι η περίπτωση, καταβάλλοντας εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει όντας ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος από το 1987, και που συνδέεται τόσο με την προϋπόθεση της ανεπανόρθωτης ζημιάς της όσο και με το στοιχείο του κατεπείγοντος προς έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Η μη αμφισβήτηση των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της ένορκης δήλωσης της καθ' ης η αίτηση, η οποία δεν αντεξετάστηκε εκ μέρους της αιτήτριας, καταδεικνύει ότι η αιτήτρια σκόπιμα απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μονομερώς. Αναμφίβολα τα πιο πάνω γεγονότα που σχετίζονται με την ενοικίαση του διαμερίσματος στην καθ' ης η αίτηση, δίδοντας της ρητά το δικαίωμα υπενοικίασης του διαμερίσματος καθώς και ως προς την είσπραξη των ενοικίων από τον σύζυγο της αιτήτριας, ήταν ουσιώδη και αν είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο κατάλληλο στάδιο θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική εξέλιξη την υπόθεση. Περαιτέρω, ο χρόνος που κατά τον ισχυρισμό της αιτήτριας περιήλθε σε γνώση της ότι άγνωστο προς αυτήν πρόσωπο κατείχε το διαμέρισμα της, δηλαδή περί τον Φεβρουάριο του 2010, καταδεικνύει ότι ουσιαστικά το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο όταν η αιτήτρια προσέφυγε μονομερώς προς έκδοση του διατάγματος, δεδομένου ότι η αγωγή και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν τον Ιανουάριο του
- Όχι μόνο δεν είναι πειστική η θέση της αιτήτριας ότι μόλις τον Φεβρουάριο του 2010 πληροφορήθηκε την υπάρχουσα κατάσταση αλλά και παρέμεινε εντελώς ανεξήγητο πώς παρήλθαν έντεκα μήνες έως ότου η αιτήτρια ανακαλύψει ότι η καθ' ης η αίτηση υπενοικίαζε το διαμέρισμα της, λαμβανομένης υπόψη τόσο της μακράς αλληλογραφίας με τους δικηγόρους του Λαμπριανίδη αλλά και του ακαθόριστου του χρόνου που έλαβε γνώση του δυσανάγνωστου Τεκμηρίου
- Άλλωστε η επιστολή του δικηγόρου της αιτήτριας προς την καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 31.8.2010 (Τεκμήριο 14 της αίτησης) φανερώνει ότι από τον Αύγουστο τουλάχιστον του 2010 η αιτήτρια επικοινώνησε με την καθ' ης η αίτηση αναφορικά με την διαφορά τους ως προς το επίδικο διαμέρισμα. Μπορεί εύλογα να λεχθεί ότι η αιτήτρια-ενάγουσα παρουσίασε τα δεδομένα διαφορετικά απ' ό,τι ήταν στην πραγματικότητα και αυτή της η συμπεριφορά οδήγησε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1953: «.Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας». (βλ. και την πιο πρόσφατη απόφαση στις υποθέσεις DMITRY RYBOLOVLEV κ.α. v. ELENA RYBOLOVLEVA, Πολ. Εφ. 130/2009 και 131/2009, ημερομηνίας 29.1.2010). Όλα τα πιο πάνω λαμβανόμενα υπόψη από κοινού αλλά και κάθε ένα ξεχωριστά καταδεικνύουν την έκταση της εκ μέρους της αιτήτριας απόκρυψης των γεγονότων τα οποία θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Προκύπτει ότι υπήρξε σοβαρή παραπλάνηση του Δικαστηρίου και η απόφαση του ενδεχόμενα να ήταν εντελώς διαφορετική εφόσον το Δικαστήριο αποστερήθηκε της πλήρους εικόνας της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε να είχε. Ως εκ τούτου για το μόνο λόγο της απόκρυψης ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου το προσωρινό διάταγμα μπορεί και πρέπει να ακυρωθεί χωρίς να εξεταστεί η ουσία της υπόθεσης της αιτήτριας. Ωστόσο για να δοθεί πληρέστερη εικόνα της υπόθεσης θα εξεταστούν τα τρία κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη, όπως προαναφέρθηκε και τα οποία σύμφωνα με την κα Κόκκινου συντρέχουν εν προκειμένω, σε αντίθεση με τον κ.Χ'Κωστή που εισηγήθηκε ότι δεν συντρέχουν. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της διαφοράς δεδομένου ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτό να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού καθεστώτος, ενόψει των προβληθεισών θέσεων των διαδίκων θεωρώ ότι εφόσον η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου διαμερίσματος πληρούται η προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Το δεύτερο κριτήριο ωστόσο που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται λόγω του ότι η αγωγή δεν στρέφεται εναντίον του εν διαστάσει συζύγου της αιτήτριας στη βάση του ισχυρισμού της ένορκης της δήλωσης περί νομικά ανίσχυρου προς αυτόν πληρεξουσίου που ενδεχόμενα χρησιμοποιήθηκε για την ενοικίαση του διαμερίσματος και ενόψει της θέσης της καθ' ης η αίτηση ότι έχει νόμιμο δικαίωμα υπενοικίασης, όντας μάλιστα θέσμιος ενοικιαστής βάσει συμφωνίας ενοικίασης από το έτος 1994, που συνήφθη τότε μεταξύ του συζύγου της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση . Όσον αφορά δε το τρίτο κριτήριο αυτό δεν ικανοποιείται εφόσον η τυχόν ζημιά της αιτήτριας είναι χρηματική και οι απαιτούμενες αποζημιώσεις υπολογίσιμες. Η αναφορά της αιτήτριας ότι «η εναγόμενη ενδεχόμενα δεν έχει ούτε την οικονομική δυνατότητα να την αποζημιώσει» είναι αόριστη σε συνάρτηση με το πότε περιήλθε σε γνώση της αυτό το γεγονός καθώς και ως προς την πηγή των πληροφοριών της αιτήτριας. Πέραν του ότι η αοριστία που παρατηρείται σ' αυτόν τον ισχυρισμό δεν ικανοποιεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, δεν μπορεί να οδηγήσει σε ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου περί ανεπανόρθωτης βλάβης της αιτήτριας εφόσον ο ισχυρισμός της προβάλλει ασαφής, αδιευκρίνιστος και χωρίς τις απαιτούμενες λεπτομέρειες. Περαιτέρω, δεν έχουν τεθεί εκ μέρους της αιτήτριας τέτοια στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της καθ' ης η αίτηση που να υποστηρίζουν τη θέση της αιτήτριας ότι θα εμποδισθεί από του να ικανοποιήσει την υπέρ αυτής τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση. Η κατάληξη του Δικαστηρίου λόγω της μη συνδρομής όλων των προϋποθέσεων για την διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ οδηγεί και στην κρίση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι κλίνει υπέρ της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση. Όλοι οι παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη δείχνουν ότι δεν υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν απόφαση εναντίον της εναγόμενης θα παραμείνει ανικανοποίητη. Για τους προαναφερθέντες λόγους το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 21.1.2011 ακυρώνεται στην ολότητα του με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-ενάγουσας και υπέρ της καθ' ης η αίτηση-εναγόμενης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι Subject : Civil/ Other actions/ Interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο