MARK MAN LIMITED ν. BANGUE NATIONAL DE PARIS INTERCONTINENTALE κ.α., Αγωγή αρ.: 2997/03, 9.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A345 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2997/03 Μεταξύ: MARK MAN LIMITED, εκ Λεμεσού Eναγόντων - και -
- BANGUE NATIONAL DE PARIS INTERCONTINENTALE, εκ Λεμεσού
- BNP PARIBAS (SUISSE), από την Ελβετία Εναγομένων Ως ετροποποιήθει δυνάμει διατάγματος του Ε.Δ. Λεμεσού ημερομηνίας 11.12.2009 Μεταξύ:
- ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ MARK MAN LIMITED
- ANΤΩΝΗΣ ΤΟΣΚΑΣ, εκ Λεμεσού
- SERGIY PILYUGIN, εκ Λεμεσού Εναγόντων - και -
- BANGUE NATIONAL DE PARIS INTERCONTINENTALE S.A., εκ Γαλλίας
- BNP PARIBAS (SUISSE) S.A, από την Ελβετία
- BNP PARIBAS (CYPRUS) LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 9.12.2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Μελάς, κα Σ. Ιακωβίδου και κα Ε. Ασσιώτου για να ακούσουν απόφαση Για τους Εναγομένους: κ. Δ. Αραούζος Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Η Mark Man Ltd είναι Κυπριακή εταιρεία που από το 2008 βρίσκεται σε εκκαθάριση. Κατά τους χρόνους που δραστηριοποιείτο ασχολείτο με το διεθνές εμπόριο δημητριακών. Οι ενάγοντες 2 και 3, o Αντώνης Tόσκας (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 2) και ο Sergiy Pilyugin (M.E.5) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 286 και μετάφραση στα Ελληνικά Τεκμήριο 287) ήταν οι δικαιούχοι των μετοχών της, οι διοικητικοί της σύμβουλοι και οι διευθυντές μέσω των οποίων η εταιρεία ενεργούσε. Η Mark Man εργαζόταν με πιστώσεις που λάμβανε από την Εναγόμενη 1, Γαλλική Τράπεζα που λειτουργούσε υποκατάστημα στη Λεμεσό. Η σχέση αυτή άρχισε τον Ιανουάριο του 1999 και τερματίστηκε από την τράπεζα τον Ιανουάριο του
- Είναι η θέση της Mark Man πως η τράπεζα, για να την πείσει να συνεργαστεί μαζί της, της παρέστησε και της εγγυήθηκε ότι νοουμένου ότι ο αντισυμβαλλόμενος της ετύγχανε εκτίμησης, ήταν αξιόπιστος και ευλόγου αποδοχής, θα χρηματοδοτούσε κάθε εμπορική της συναλλαγή. Είναι περαιτέρω θέση της Mark Man πως ο τερματισμός της σχέσης και των πιστώσεων από την τράπεζα ήταν παράνομος και αδικαιολόγητος. Δεν διεκδικείται κάποια συγκεκριμένη απώλεια ή ζημιά ως απότοκο του ισχυριζόμενου παράνομου τερματισμού, αφού είναι η θέση της Mark Man πως περί την 27.3.2000 κατόρθωσε να συνάψει συμφωνία με την Λαϊκή Τράπεζα Λτδ που θα της παραχωρούσε επαναπροσαρμόσιμο πιστωτικό όριο. Η μια πτυχή της αξίωσης εναντίον της εναγομένης 1 εδράζεται σε ισχυριζόμενη δυσφήμιση της Mark Man προς την Λαϊκή που προκάλεσε την τελευταία να υπαναχωρήσει από την συμφωνίας της με την Mark Man και να μην της παραχωρήσει τις συμφωνηθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις. Προβάλλεται ακόμα η θέση πως η εναγόμενη 1 σκόπιμα προκάλεσε την διάρρηξη της συμφωνίας μεταξύ της Mark Man και της Λαϊκής (ως ανεξάρτητη αιτία αγωγής δυνάμει του άρθρου 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Η δεύτερη πτυχή της αξίωσης εναντίον της εναγομένης 1 εδράζεται σε ισχυριζόμενη δυσφήμιση της Mark Man προς την Fortis Bank, τράπεζα με την οποία η Mark Man σχετίστηκε περί το Δεκέμβριο του 2000 με Ιανουάριο του 2001, που προκάλεσε την Fortis να διακόψει τη συνεργασία της με την Mark Man και που είχε ως αποτέλεσμα η τελευταία να υποστεί ζημιές. Εγείρεται ακόμη ζήτημα πως η εναγομένη 1 διαβιβάζοντας προς την Fortis πληροφορίες αναφορικά με την Mark Man παρέβηκε το τραπεζικό απόρρητο. Η εναγόμενη 3 είναι Κυπριακή Τράπεζα στην οποία από 31.12.2002 έχουν μεταβιβαστεί όλες οι εργασίες της εναγόμενης 1 κατ' ακολουθία μεταξύ των συμφωνίας (Τεκμήριο 274
(2)) και στη βάση του Περί Μεταβίβασης Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμο του 1997 (αρ. 64
(1)/97). Ό,τι καταλογίζεται στην εναγόμενη 1 ανάγεται σε χρόνους πριν την 31.12.2002 και προβάλλεται από την υπεράσπιση η θέση πως η εναγόμενη 3 δεν ευθύνεται προς τρίτους, όπως οι ενάγοντες, στην βάση άλλων από συμβατικών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 που συμφώνησε να αναλάβει. Κατά την υπεράσπιση, η μεταβίβαση των εργασιών στη βάση του νόμου δεν εναπόθεσε στην εναγόμενη 3 τυχόν ευθύνες της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες που εδράζονται σε αστικά αδικήματα όπως αυτό της δυσφήμισης. Η αξίωση εναντίον της εναγομένης 2 εδράζεται σε παράβαση ισχυριζόμενης συμφωνίας. Είναι η θέση των εναγόντων ότι η εναγόμενη 2 διαβεβαίωσε, παρέστησε και εγγυήθηκε προς την Mark Man ότι θα χρηματοδοτούσε και θα συνέχιζε να χρηματοδοτεί κάθε εμπορική συναλλαγή που η Mark Man θα της παρουσίαζε νοουμένου ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα τύγχανε εύλογης εκτίμησης και/ή ότι θα ήταν αξιόπιστος και αποδεκτός. Κατά αυτό τον τρόπο εξώθησε και παρακίνησε την Mark Man να συμβληθεί μαζί της. Έτσι την 19.7.2000 η εναγόμενη 2 συμφώνησε και ανέλαβε να χρηματοδοτεί επί αποκλειστικής βάσης τις εμπορικές συναλλαγές και συμφωνίες της Mark Man με τρίτους. Σύμφωνα με την αξίωση η εναγομένη 2 τον Ιανουάριο του 2003, κατά παράβαση της συμφωνίας και αδικαιολόγητα, τερμάτισε τη χρηματοδότηση προκαλώντας ζημιές και απώλειες στη Mark Man. Η συνεργασία της Mark Man με την εναγόμενη 1 Όπως προειπώθηκε, η σχέση της Mark Man με την εναγόμενη 1 άρχισε τον Ιανουάριο του
- Σχετικά είναι έγγραφα ημερομηνίας 18.1.1999 (Τεκμήρια 3-6) που υπογράφηκαν από τους ενάγοντες 2 και 3 εκ μέρους και για λογαριασμό της Mark Man. Το Τεκμήριο 3 είναι επιστολή της Mark Man προς την εναγόμενη
- Πρόκειται για τυποποιημένο έγγραφο της τράπεζας. Η Mark Man αναγνώριζε (παραγρ. 1) πως, σχετικά με την παράκληση της για χορηγήσεις στον λογαριασμό της, τα ποσά θα υπόκειντο στην αποκλειστική και απόλυτη κρίση της τράπεζας. Αναφερόταν ακόμη στην επιστολή (παραγρ. 4) πως η τράπεζα θα είχε το δικαίωμα καθ' οιονδήποτε χρόνο να σταματήσει την λειτουργία του λογαριασμού της Mark Man και να απαιτήσει αποπληρωμή κάθε οφειλόμενου προς την τράπεζα ποσού. Το Τεκμήριο 4 είναι έγγραφο γενικών όρων που διέπουν τη σχέση τράπεζας και πελάτη. Είναι υπογραμμένο εκ μέρους της Mark Man, όπως και τα λοιπά έγγραφα, από τον Τόσκα και τον Pilyugin. Αναφέρεται (όρος 13) πως: «Except where otherwise agreed, the Bank reserves the right to terminate existing business relations at any time and with immediate effect and, in particular, to cancel any credit facility which it has granted, in which case all of its claims shall be repayable immediately.» Το Τεκμήριο 6 τιτλοφορείται Agreement for Irrevocable Documentary Credits και απευθυνόμενο προς την Τράπεζα αναφέρει (παραγρ. 2) πως: «You will have the right in your absolute discretion to decide whether you will open any Documentary Credit requested by me/us.» Είναι η θέση της υπεράσπισης πως η εναγόμενη 1 δικαιούτο και εξέταζε κάθε περίπτωση εμπορικής συναλλαγής που η Mark Man παρουσίαζε ξεχωριστά και με βάση τα επιμέρους δεδομένα προτού αποφασίσει την χορήγηση της σχετικής πίστωσης. Ο τρόπος της χρηματοδότησης συνιστά κοινό έδαφος. Η Mark Man παρουσίαζε την επικείμενη συναλλαγή στην εναγόμενη 1 που την εξέταζε και εφόσον την ενέκρινε χορηγούσε την πίστωση με εξασφάλιση τα έγγραφα κυριότητας των εμπορευμάτων που αγοράζονταν. Το αποτέλεσμα θα έπρεπε να ήταν μετά το πέρας κάθε συναλλαγής και την πώληση των εμπορευμάτων σε τρίτους που πλήρωναν για να πάρουν τα έγγραφα κυριότητας και στη συνέχεια τα εμπορεύματα, η εναγόμενη 1 να έχει εισπράξει πίσω το ποσό της χρηματοδότησης πλέον το κέρδος της (τόκους και τραπεζικά δικαιώματα) και να είναι εκτεθειμένη μόνο στα ποσά των συναλλαγών που εκκρεμούσαν. Υπήρχαν δύο περιπτώσεις χρηματόδοτησης συνολικού ποσού $1.630.000 που παρουσίασαν προβλήματα, όπως αναλυτικότερα πιο κάτω εξηγείται, όμως μέχρι την διακοπή της σχέσης των μερών το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της Mark Μan είχε φτάσει τα $3.124.888,19 ενώ την περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου 1999 είχε ξεπεράσει τα 4 εκατ. δολάρια (βλ. δέσμη καταστάσεων του λογαριασμού της Mark Man - Τεκμήριο 274
(9)και 2
(25)). Το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου, που είχε αρχίσει να αυξάνεται σημαντικά από το καλοκαίρι του 1999, οφειλόταν και σε αναλήψεις που γίνονταν με την ανοχή της τράπεζας. Παραδέχτηκε ο Τόσκας αριθμό αναλήψεως που έγιναν από τον ίδιο και τον Pilyugin για ποσά γύρω στις $92.000 (σχετικό είναι το Τεκμήριο 2
(25)) υποστηρίζοντας πως έγιναν για σκοπούς της Mark Man. Αναφέρθηκε σε προσπάθειες που γίνονταν στην Ουκρανία ώστε να ιδρύσουν την εταιρεία Odessa Port Silo και να ανεγείρουν δικές τους σιταποθήκες και πως κάποιους πλήρωναν εκεί. Παρόλο που στους λογαριασμούς της Mark Man του 1999 (Τεκμήριο 2
(20)σελ. 4) γίνεται αναφορά σε ενδιάμεσο μέρισμα $400.000 που πληρώθηκε, ήταν η θέση του Τόσκα πως οι μέτοχοι κανένα ποσό δεν πήραν αλλά όλα ξοδεύτηκαν για τη σύσταση της Odessa. Ούτε οι ίδιοι ως διευθυντές έλαβαν το ποσό των $57.086 που αναφέρεται ως η αμοιβή τους. Το ίδιο ίσχυσε, κατά τον Τόσκα, και όσον αφορά την αναφερόμενη στους λογαριασμούς της Mark Man για την περίοδο 1.1.2000 - 30.4.2001 (Τεκμήριο 2
(32)σελ. 24) αμοιβή των διευθυντών εκ $94.585 και στους λογαριασμούς μέχρι 30.4.2002 (Τεκμήριο 2
(33)σελ. 24) αμοιβή διευθυντών εκ $83.
- Ο Νίκος Κυριακίδης (Μ.Ε.4) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 285) ήταν ο λογιστής - ελεγκτής επικεφαλής της ομάδας ελεγκτικού οίκου που ετοίμασε τους ελεγμένους λογαριασμούς της Mark Man για το 1999 μέχρι και την 30.4.
- Ανάφερε πως το 1999 δόθηκε ενδιάμεσο μέρισμα και πρέπει γι΄ αυτό να υπήρχε απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Είπε ακόμα πως οι διευθυντές λάμβαναν τους μισθούς που αναφέρονταν στους λογαριασμούς. Οι ελεγκτές πρέπει να είχαν εξετάσει τα σχετικά παραστατικά. Ανάφερε ακόμα πως οι Τόσκας και Pilyugin δανείζονταν χρήματα από την Mark Man και πως το χρέος τους το 2002 έφθασε σχεδόν το μισό εκατ. δολάρια. Εάν τα χρήματα είχαν χρησιμοποιηθεί για τη Mark Man θα έπρεπε να παρουσιάζονται ως δαπάνες στους λογαριασμούς της εταιρείας. Εάν οι διευθυντές - μέτοχοι λάμβαναν τα χρήματα και τα δαπανούσαν για τη Mark Man θα καθίσταντο πιστωτές της εταιρείας, αλλά τέτοια μεθοδολογία θα ήταν φορολογικά ασύμφορη. Φαίνεται πως οι διευθυντές της Mark Man ενεργούσαν με τρόπους ανορθόδοξους και παραπλανούσαν και τους λογιστές τους ώστε να παρουσιάζουν εικόνα στους λογαριασμούς της εταιρείας άλλη από την πραγματική. Αναμφίβολα «μαγείρευαν» τους λογαριασμούς με τραντακτό παράδειγμα την περίπτωση της εταιρείας Atlantis Capital Assets Ltd που σύστησαν στις 19.4.2002 και η οποία χρέωσε στις 30.4.2002 τη Mark Man Chartering Ltd $1.400.000 για προσφερθείσες τάχα υπηρεσίες. Υπάρχουν και άλλες καταχωρήσεις στους λογαριασμούς της Mark Man που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και για τις οποίες ο Τόσκας δεν μπορούσε να δώσει εξηγήσεις. Η Γάτα (Ghada) Χριστοφίδης (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 299 και μετάφραση στην Ελληνική Τεκμήριο 300) μαρτύρησε πως οι εξουσίες της εναγόμενης 1 για χρηματοδότηση ήταν $500.000 σε παρατράβηγμα/ προπληρωμές και $1.500.000 στην μορφή πιστωτικών και εγγυητικών επιστολών. Ο Τόσκας υποστήριξε πως η διαβεβαίωση που είχε από τον τότε διευθυντή της εναγόμενης 1 Yannik Chauvin ήταν πως η χρηματοδότηση της Mark Man ήταν μέχρι 5 εκατ. δολάρια. Γι' αυτό και η εναγόμενη 1 είχε ζητήσει από τα κεντρικά γραφεία στο Παρίσι αύξηση του υφιστάμενου ορίου που ήταν $2.700.000 κατά 2 εκατ. δολάρια. Η θέση του Τόσκα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αυτός διαψεύδεται από το περιεχόμενο τηλεμηνύματος της εναγόμενης 1 προς την Mark Man ημερομηνίας 24.8.1999 (Τεκμήριο 2
(24)) με το οποίο ενημερωνόταν η Mark Man πως τα κεντρικά γραφεία είχαν απορρίψει το αίτημα για όριο 2 εκατ. δολαρίων. Σημειωνόταν ακόμη στο τηλεμήνυμα πως κατ' ακολουθία η τράπεζα θα εργαζόταν σε συνεργασία με την Mark Man για μείωση του χρεωστικού της υπολοίπου εντός των ορίων της τοπικής εξουσίας της τράπεζας. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως είχε αναφερθεί στη Mark Man ποια ήταν τα όρια της τοπικής εξουσίας της τράπεζας, ασφαλώς όμως η κοινοποίηση της απόρριψης του αιτήματος για όριο 2 εκατ. δολάρια καθιστούσε πρόδηλο πως το όριο ήταν ουσιαστικά πιο χαμηλό. Είναι πρόδηλο πως η αναφορά του Τόσκα σε όριο 2,7 εκατ. δολαρίων είναι αναληθής αφού εάν τέτοιο ήταν το καθορισθέν όριο δεν θα υπήρχε ζήτημα μείωσης του χρεωστικού υπολοίπου που τότε ήταν πολύ πιο κάτω από 2,7 εκατ. δολάρια. Γεγονός παραμένει πως μετά τον Αύγουστο του 1999 και παρά τη θέση των κεντρικών γραφείων στο Παρίσι, το χρεωστικό υπόλοιπο της Mark Man αφέθηκε να αυξηθεί πέραν του διπλασίου του απορριφθέντος ορίου και η εναγόμενη 1 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει να λαμβάνει ένα μεγάλο ποσό με μηδαμινές ελπίδες ανάκτησης του. Ήταν η θέση του Τόσκα πως ο τότε διευθυντής της εναγόμενης 1 για να τηρήσει την υπόσχεση του για χρηματοδοτήσεις μέχρι 5 εκατ. δολάρια ανέλαβε την ευθύνη και αύξησε το όριο σε $4.250.000 για να καλύψει τις περιπτώσεις που η Mark Man είχε ήδη αναλάβει έναντι τρίτων. Η Γ. Χριστοφίδης μαρτύρησε πως η εναγόμενη 1 είχε ζητήσει από τα κεντρικά γραφεία ειδική άδεια για χρηματοδότηση συγκεκριμένων συναλλαγών ούτως ώστε να διευκολυνθεί η Mark Man, με την ελπίδα πως τα έσοδα αυτών των συναλλαγών θα χρησιμοποιούνταν για τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου. Σημειώνει ακόμα πως η εναγόμενη 1 είχε ήδη δεσμευθεί από πριν να κάμει πληρωμές για υφιστάμενες συναλλαγές. Είχε κριθεί πως η διακοπή όλων των πληρωμών σε σχέση με υφιστάμενες συμφωνίες που είχαν μερικώς χρηματοδοτηθεί, δεν θα εξυπηρετούσε ούτε τα συμφέροντα της τράπεζας. Διαφοροποιημένη θέση, σε σχέση με αυτή του Τόσκα, είχε εγερθεί από τους δικηγόρους της Mark Man σε επιστολή τους ημερομηνίας 19.7.2000 (Τεκμήριο 2
(28)) προς τους δικηγόρους της εναγομένης 1. Αναγνωρίζεται πως ότι απορρίφθηκε τον Αύγουστο του 1999 ήταν όριο 2 εκατ. δολαρίων, υποστηρίζεται όμως πως το Σεπτέμβριο του 1999 η εναγόμενη 1 διαβεβαίωσε, υποσχέθηκε ή συμφώνησε με τη Mark Man ότι θα συνέχιζε να της παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις μέχρι ποσού 5 εκατ. δολαρίων. Σημειώνονται στην επιστολή συγκεκριμένα ποσά ζημιών που, κατ΄ ισχυρισμό, η Mark Man υπέστηκε ως αποτέλεσμα της απόφασης της εναγομένης 1 να τερματίσει τις πιστώσεις. Εγείρεται ακόμη ζήτημα πως η εναγομένη 1 με ψευδείς παραστάσεις και άσκηση πίεσης προς τη Mark Man την εξανάγκασε να υπογράψει επιστολή διευκολύνσεων ημερομηνίας 29.3.2000 για την αποπληρωμή οφειλομένου προς την τράπεζα ποσού. Καταλήγει η επιστολή πως οι ζημιές της Mark Man ήταν περισσότερες από το ποσό που οφειλόταν στην τράπεζα και δηλωνόταν η προθυμία της Mark Man για συζήτηση προς εξεύρεση συμβιβασμού. Το περιεχόμενο τηλεμηνύματος της εναγομένης 1 προς τη Mark Man ημερομηνίας 17.9.1999 (Τεκμήριο 8) είναι ασυμβίβαστο με τη θέση ότι η εναγόμενη 1 διαβεβαίωσε, υποσχέθηκε ή συμφώνησε τη συνέχιση πιστωτικών διευκολύνσεων μέχρι 5 εκατ. δολάρια. Η Mark Man είχε ήδη συστηθεί από την εναγόμενη 1 στην United European Bank της Ελβετίας, και αυτή τράπεζα του Ομίλου BNP Baribas (πρόκειται για την τράπεζα που διαδέχθηκε η εναγόμενη 2), για να χρηματοδοτείται πλέον από αυτή, που εξειδικευόταν σε χρηματοδοτήσεις στο εμπόριο δημητριακών, στην οποία η Mark Man άνοιξε λογαριασμό στις 29.10.1999 και άρχισε έκτοτε να συνεργάζεται μαζί της (βλ. Τεκμήριο 181). Μάλιστα το ποσό των $339.205,50 που κατατέθηκε στον λογαριασμό της Mark Man στην εναγόμενη 2 την 29.10.1999 αφορούσε είσπραξη συμβολαίου που είχε χρηματοδοτήσει η εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 274
(47)) και έπρεπε να είχε κατατεθεί στο λογαριασμό της Mark Man στην εναγόμενη
- Πρόδηλα από τότε η Mark Man γνώριζε πως δεν θα λάμβανε νέα χρηματοδότηση από την εναγόμενη
- Η επιστολή διευκολύνσεων ημερομηνίας 29.3.2000 (Τεκμήριο 14) εμπεριέχει τη συμφωνία στην οποία η εναγόμενη 1 και η Mark Man κατέληξαν αναφορικά με την αποπληρωμή του χρέους της τελευταίας προς την τράπεζα. Τη συμφωνία εγγυήθηκαν για τη Mark Man οι ενάγοντες 2 και
- Υποστήριξε ο Τόσκας πως η επιστολή υπογράφηκε κάτω από καθεστώς αφόρητων πιέσεων και απειλών, ότι αν δεν υπογραφόταν η εναγόμενη 1 θα ειδοποιούσε άλλες τράπεζες και μεγάλες εταιρείες εμπορίας δημητριακών που συνεργάζονταν με τη Mark Man ότι ήταν αναξιόπιστη και μη αξιόχρεα και θα τις παρακινούσε να διακόψουν τη συνεργασία μαζί της. Η ίδια η εναγόμενη 1 θα σταματούσε τη λειτουργία του λογαριασμού της Mark Man και θα ελάμβανε άμεσα δικαστικά μέρα για ανάκτηση του χρέους. Η επιστολή, καταλήγει ο Τόσκας, ήταν συνεπώς καθόλα μη ευνοϊκή για τις θέσεις της Mark Man. Η θέση του Τόσκα είναι απότοκο της εν γένει νοοτροπίας του να θέλει τα πάντα και να πιστεύει πως μπορεί να κοροϊδεύει τους πάντες. Η Mark Man αδιαμφισβήτητα όφειλε στην εναγόμενη 1 $3.073.920,99 και ότι ουσιαστικά η συμφωνία συνιστούσε ήταν την παροχή διευκόλυνσης προς τη Μark Man για να αποπληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του δηλαδή 3 εκατ. δολάρια. Ολόκληρο το ποσό ήταν άμεσα πληρωτέο και η διευθέτηση εξόφλησης του με δόσεις κάθε άλλο παρά συνηγορεί υπέρ της θέσης των εναγόντων. Είμαι πεπεισμένος πως το ζήτημα της άσκησης πίεσης και προβολής ψευδών παραστάσεων προς τη Mark Man επινοήθηκε την περίοδο της επιστολής των δικηγόρων της της 19.7.2000 σε μια προσπάθεια της Mark Man να αποποιηθεί των υποχρεώσεων της ή να επιτύχει την αναβολή ή επαναδιαπραγμάτευση τους αφού μέχρι τότε δεν είχε καταβάλει ούτε τις κατ' ελάχιστον πληρωμές που προνοούνταν στην επιστολή διευκολύνσεων. Της επιστολής των δικηγόρων της Mark Man προηγήθηκαν δύο τηλεμηνύματα της εναγομένης 1 προς τη Mark Man στις 14.6.2000 και 30.6.2000 (Τεκμήρια 15 και 16 αντίστοιχα) όπου σημειωνόταν πως η Mark Man δεν είχε συμμορφωθεί με τους όρους της συμφωνίας της 29.3.
- Ποσό $300.000 έπρεπε να είχε καταβληθεί μέχρι 30.6.
- Σημειώνεται πως οι συγκεκριμένες ζημιές που μνημονεύονται στην επιστολή των δικηγόρων της Mark Man ουδέποτε προσδιορίστηκαν ή αξιώθηκαν εναντίον της εναγομένης
- Στην επιστολή των δικηγόρων της Mark Man απάντησαν οι δικηγόροι της εναγόμενης 1 με επιστολή τους ημερομηνίας 21.7.2000 (Τεκμήριο 17). Οι ισχυρισμοί της Mark Man απορρίπτονταν. Αναμένονταν οι προτάσεις της Mark Man για αποπληρωμή. Προδήλως δεν υπήρξαν προτάσεις γι' αυτό και η εναγομένη 1 με επιστολή της προς τη Mark Man ημερομηνίας 27.7.2000 (Τεκμήριο 18) ζήτησε αποπληρωμή ολόκληρου του ποσού που με τους τόκους είχε φτάσει τα $3.277.719,
- Επισημαίνεται πως πιο πριν, την 21.2.2000, είχε προταθεί από την εναγόμενη 1 προς την Mark Man μια άλλη διευθέτηση του χρέους (Τεκμήριο 10). Η Mark Man την αποδέκτηκε με την προϋπόθεση ότι η πρώτη δόση θα αναβαλλόταν για τις 30.6.
- Σε σχετική δε επιστολή της ημερομηνίας 3.3.2000 (Τεκμήριο 11) ευχαριστούσε την εναγομένη 1 για την πλήρη συνεργασία της και κατανόηση. Η συμφωνία της 29.3.2000 ήταν ακόμα πιο ευνοϊκή για την Mark Man, επομένως δεν θα μπορούσε να ευσταθεί πως η Mark Man συμφώνησε σε αυτή κατόπιν πιέσεων. Συνιστά κοινό έδαφος πως η εναγόμενη 1 και η Mark Man κατέληξαν σε νέα συμφωνία στις 23.11.2000 για την αποπληρωμή του χρέους που είχε πλέον φτάσει τα $3.391.144,
- Η Mark Man υπόγραψε και παρέδωσε στην εναγομένη 1 κυμαινόμενη επιβάρυνση επί όλων των περιουσιακών της στοιχείων μέχρι ποσού 3,5 εκατ. δολαρίων (Τεκμήριο 24) και οι ενάγοντες 2 και 3 υπόγραψαν εγγύηση για το ίδιο ποσό (Τεκμήριο 2
(31)). Η συμφωνία της 23.11.2000 (Τεκμήριο 2
(29)) συνομολογήθηκε προς διευκόλυνση της Mark Man και σε σχέση με την προηγούμενη συμφωνία ήταν πιο ευνοϊκή για τη Mark Man. Αναφέρει ο Τόσκας πως ακολουθώντας τις συμβουλές των δικηγόρων τους και κατόπιν σκληρών διαπραγματεύσεων η Mark Man κατάφερε να εξασφαλίσει καλύτερους και πιο ευέλικτους όρους αποπληρωμής. Προνοείτο η καταβολή συγκεκριμένων ποσών και στη συνέχεια περαιτέρω πληρωμές στη βάση των κερδών της Mark Man. Σύμφωνα με τον όρο 6 της συμφωνίας της 23.11.2000 η Mark Man διαβεβαίωνε ότι θα συνέχιζε να διεκπεραιώνει τις συναλλαγές της με την εναγόμενη 2 και σύμφωνα με τον όρο 4 της συμφωνίας υπόγραψε αμετάκλητες οδηγίες προς την εναγόμενη 2 (Τεκμήρια 2
(30)και 23)) ώστε να πληρώνεται προς την εναγόμενη 1 το 50% των ακάθαρτων κερδών κάθε συναλλαγής της και το λιγότερο $50.000 μηνιαία. Ο Patrick Culliford (ΜΥ2) (Γραπτή Δήλωση Τεκμήρια 306 και 307) εργαζόταν την περίοδο 1999 - 2003 στην εναγομένη 2. Σήμερα εργάζεται σε άλλη τράπεζα. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν διευθυντής σχέσεων της τράπεζας και μαζί με τον Didie Boiston από τον Μάιο του 2002, κατόπιν εσωτερικής αναδιοργάνωσης στην τράπεζα, ανέλαβε την ευθύνη της Mark Man και της αδελφικής της Mark Man UK. Όπως εξήγησε ο Culliford, για να μπορούσε η εναγόμενη 2 να πληρώσει το 50% του ακάθαρτου κέρδους, θα έπρεπε πρώτα η Mark Man να της αποστέλλει ένα υπολογιστικό φύλλο (spreadsheet) του ακάθαρτου κέρδους κάθε συναλλαγής το οποίο η εναγόμενη 2 θα χρησιμοποιούσε ως βάση για τους υπολογισμούς της. Η Mark Man είχε αναλάβει την υποχρέωση να αποστέλλει τέτοιο υπολογιστικό φύλλο βάσει των όρων των αμετάκλητων εντολών που είχε δώσει προς την εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 2
(30)και 23). Υποστήριξε ο Culliford πως ουδέποτε αποστάληκε στην εναγόμενη 2 οιοδήποτε υπολογιστικό φύλλο. Δεν αμφισβητήθηκε ούτε δόθηκε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Η εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε χωρίς το υπολογιστικό φύλλο να καθορίσει το ακάθαρτο κέρδος και να συμμορφωθεί με τις αμετάκλητες εντολές. Όσον δε αφορά τη συμπληρωματική εντολή για πληρωμή προς την εναγόμενη 1 τουλάχιστον $50.000 μηνιαία, όπως στις εντολές προνοείτο, για να όφειλε η εναγόμενη 2 να συμμορφωθεί, έπρεπε να υπήρχαν ικανοποιητικά υπόλοιπα στους λογαριασμούς της Mark Man. Σύμφωνα με τις καταστάσεις του λογαριασμού της Mark Man (Τεκμήριο 181) από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι τον Ιανουάριο του 2003 ο λογαριασμός της ήταν χρεωστικός και συνεπώς δεν μπορούσε να πληρωθεί οιονδήποτε ποσό στην εναγομένη
- Η θέση του Τόσκα πως αφότου η Mark Man εξετέλεσε την ανέκκλητη εντολή δεν απαιτούνταν περαιτέρω οδηγίες από αυτή είναι ορθή, αλλά ο τρόπος που παρουσιάζει το ζήτημα (σελ. 7 - 8 της γραπτής του δήλωσης) στόχευε στο να παραπλανήσει, προβάλλοντας ουσιαστικά πως η Mark Man τήρησε τις υποχρεώσεις της. Δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια η θέση του πως η Mark Man ακολούθησε το πρόγραμμα πληρωμών. Κατά τη μαρτυρία του ήταν όλο υπεκφυγές αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Mark Man για εξόφληση, περιοριζόμενος να λέει πως πλήρωσαν συνολικό ποσό $600.
- Η Mark Man δεν ανταποκρίθηκε στις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας της 23.11.
- Πληρώθηκαν κάποια ποσά, όμως πολύ πιο λίγα από αυτά που η συμφωνία προνοούσε. Χαρακτηριστικό είναι πως ποσό $50.000 που έπρεπε να πληρωθεί με την υπογραφή της συμφωνίας δεν πληρώθηκε. Ούτε ποσό $250.000 που έπρεπε να πληρωθεί μέχρι 22.12.
- Για την πληρωμή των ποσών αυτών υπογράφηκε από τη Mark Man την 22.1.2001 εκχωρητήριο (Τεκμήριο 27) με το οποίο εκχωρείτο ποσό $300.000 από μεγαλύτερο ποσό που η Mark Man είχε να λαμβάνει από συγκεκριμένη διαιτητική απόφαση από κάποια Flerning & Wendeln G.m.B.H.. Παρά το ότι η Mark Man εισέπραξε το ποσό που είχε να λαμβάνει (ο Τόσκας παραδέχτηκε πως είσπραξαν $730.000) μόνο $199.903,15 πληρώθηκαν στην εναγόμενη
- Η εναγόμενη 1 κατά καιρούς οχλούσε τη Mark Man για να συμμορφωθεί με τις οικονομικές της υποχρεώσεις. Παρουσιάστηκε κατάσταση με τις πληρωμές της Mark Man (Τεκμήριο 274
(34)) και κατάσταση όπου αυτές αντιπαραβάλλονται με το τι θα έπρεπε να είχε πληρωθεί (Τεκμήριο 274
(33)). Μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2002 η Mark Man θα έπρεπε να είχε πληρώσει τουλάχιστον $1.300.000 και αντί αυτού είχαν πληρωθεί μόνο $599.764,
- Η εναγόμενη 1 είχε καταχωρήσει ανταπαίτηση στην παρούσα αγωγή διεκδικώντας το ποσό που είχε να λαμβάνει από τους ενάγοντες δυνάμει της συμφωνίας της 23.11.
- Κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε και με άδεια του Δικαστηρίου την απέσυρε στις 17.3.2005 και στις 24.3.2005 κατεχώρησε μαζί με τους εναγομένους 3 την αγωγή 1596/05 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 274
(43)) για το χρέος που είχε φτάσει τα $3.232.545,07 πλέον τόκους από 1.2.2004. Κατόπιν ακροάσεως, την 9.1.2007, εξασφάλισαν συνοπτική απόφαση εναντίον της Mark Man και των εναγόντων 2 και 3 στην παρούσα (Τεκμήριο 274
(45)). Τόσο ο Τόσκας όσο και ο Pilyugin έχουν πτωχεύσει κατόπιν αιτήσεως της εναγόμενης 1 δυνάμει του πιο πάνω εξ αποφάσεως χρέους τους και αδυναμίας αποπληρωμής του. Ζήτημα δεδικασμένου των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1 και 3 Κατ΄ επέκταση των ισχυρισμών της παραγράφου 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 3 ο δικηγόρος των εναγομένων επιχειρηματολόγησε πως η έκδοση συνοπτικής απόφασης στην αγωγή 1596/06 Ε.Δ. Λεμεσού δημιουργεί δεδικασμένο αναφορικά με τις αξιώσεις στην παρούσα εναντίον των εναγομένων 1 και 3 που ηγέρθηκαν και στην αγωγή εκείνη, ή οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να εγείρουν τα ζητήματα αυτά στην υπό εκδίκαση αγωγή (issue estoppel). Η ισχυριζόμενη δυσφήμιση προς τη Λαϊκή Η Mark Man είχε από 27.3.2000 εξασφαλίσει από τη Λαϊκή ανανεούμενη πιστωτική γραμμή $750.000 (βλ. σχετική επιστολή της τράπεζας Τεκμήριο 2
(26)). Η θέση των εναγόντων, όπως συγκεκριμενοποιήθηκε από τον Τόσκα (βλ. Γραπτή δήλωση Τεκμήριο 2, σελ. 21) είναι πως όταν τον Σεπτέμβριο του 2000 επικοινώνησε με κάποιο Μ. Χαραλάμπους, υπάλληλο της Λαϊκής, για να ενεργοποιηθεί η συμφωνηθείσα χρηματοδότηση προς την Mark Man, πληροφορήθηκε ότι η συμφωνία χρηματοδότησης δεν υφίστατο πλέον. Ανεπίσημα του εξηγήθηκε από τον Μ. Χαραλάμπους πως η απόφαση λήφθηκε μετά από επικοινωνία κάποιου Λ. Μήτσιου που ήταν στην διεύθυνση της Λαϊκής με τον διευθυντή της εναγομένης 1. Η Λαϊκή είχε απευθύνει επιστολή προς την εναγόμενη 1 ζητώντας πληροφορίες στην οποία η εναγόμενη 1 δεν απάντησε γραπτώς. Αντί αυτού, και σύμφωνα πάντα με τον Τόσκα, ο διευθυντής της εναγομένης 1 είπε στον Λ. Μήτσιου ότι: «Η Mark Man έχει εκτελέσει ορισμένες κακές εμπορικές συναλλαγές μέσω των λογαριασμών της BNP Κύπρου οι οποίες κατέληξαν σε κακά χρέη με την ΒΝΡ Κύπρου. Η εταιρεία αυτή είναι αναξιόπιστη και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Οι διευθυντές της εταιρεία δεν είναι πρόσωπα να τους εμπιστεύεται κανείς». Ούτε ο Μ. Χαραλάμπους, ούτε και ο Λ. Μήτσιου κλήθηκαν ως μάρτυρες κατά την δίκη. Η πλευρά των εναγόντων κάλεσε την Στάλω Χριστοδουλίδου (ΜΕ2), νομική σύμβουλο της Marfin Laiki (όπως μεταγενέστερα η Λαϊκή μετονομάστηκε) που ανάφερε πως ο Λάμπρος Μήτσιου της είχε τότε αναφέρει πως είχε ακούσει πληροφορίες ότι η Mark Man δεν πήγαινε καλά. Γνώριζαν πως η Mark Man ήταν πελάτες της εναγομένης 1 και ο Λ. Μήτσιου προσπάθησε να το διευκρινίσει. Απέστειλε εκ μέρους της Λαϊκής επιστολή ημερομηνίας 19.7.2000 προς την εναγόμενη 1 σε προσοχή της Γ. Χριστοφίδης (Τεκμήριο 274
(48)) ζητώντας πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση, φήμη και εντιμότητα της Mark Man. Όπως ο Λ. Μήτσιου πληροφόρησε την μάρτυρα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την Γ. Χριστοφίδης η οποία του επιβεβαίωσε ότι είχαν προβλήματα μαζί τους και δεν ανταποκρίνονταν στις υποχρεώσεις τους. Λεπτομέρειες των λογαριασμών τους δεν δόθηκαν. Ήταν η θέση της Σ. Χριστοδουλίδου πως ο Λ. Μήτσιου είχε μιλήσει μόνο με την Γ. Χριστοφίδης. Η Γ. Χριστοφίδης μαρτύρησε πως η εναγόμενη 1 είχε λάβει την επιστολή της Λαϊκής της 19.7.2000 και αποφασίστηκε να μην απαντηθεί. Η εναγόμενη 1 δεν ήθελε να απαντήσει με αρνητικό τρόπο. Απέφυγε η μάρτυρας αρκετά τηλεφωνήματα του Λ. Μήτσιου που τελικά κατάφερε να της μιλήσει στο τηλέφωνο. Ο Λ. Μήτσιου επέμενε να του δώσει πληροφορίες για τον λογαριασμό της Mark Man και της είπε ότι έκανε έρευνες για την Mark Man γιατί τους εκλιπαρούσαν για ένα μικρό ποσό. Είναι η θέση της Γ. Χριστοφίδης ότι αρνήθηκε να του δώσει οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία και κατέγραψε σημείωση επί της σχετικής επιστολής. Υπάρχει στην επιστολή χειρόγραφη σημείωση την οποία η Γ. Χριστοφίδης ανεγνώρισε ως δική της όπου σημειώνεται: «L.M. called several times I took his call on 20/7/2000 8:20 a.m. Informed him we needed client authorization in order to reply. He said he knew that clients were squeezed as they had been "begging" for an O/D [υπογραφή] 20.7.00» Είναι η θέση της Γ. Χριστοφίδης πως ο διευθυντής της εναγόμενης 1, που τότε ήταν ο Christian Arlot, δεν μίλησε με τον Λ. Μήτσιου. Προκύπτει πως το μόνο πρόσωπο από την εναγόμενη 1 που μίλησε με τον Λ. Μήτσιου ήταν η Γ. Χριστοφίδης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την Σ. Χριστοδουλίδου. Η θέση του Τόσκα πως ο Λ. Μήτσιου μίλησε με τo διευθυντή της εναγομένης 1 έχει ανατραπεί και από την μαρτυρία που η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε και απορρίπτεται. Κατά πόσο ο Τόσκας είχε λάθος πληροφόρηση ή ψεύδεται ο ίδιος παραμένει αδιευκρίνιστο και δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα στην επιμέρους πτυχή. Ως προς το τι ειπώθηκε στην τηλεφωνική συνομιλία του Λ. Μήτσιου με την Γ. Χριστοφίδης αποδέχομαι την μαρτυρία της τελευταίας. Την χειρόγραφη σημείωση δεν κατατάσσω ως ενισχυτική της θέσης της μαρτυρία. Θα επρόκειτο για αυτοενίσχυση και μάλιστα η σημείωση θα μπορούσε να είχε προστεθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Η Σ. Χριστοδουλίδου κρίνεται ως ειλικρινής όχι όμως ως αξιόπιστη ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί στα όσα είπε. Αποδέχομαι πως ο Λ. Μήτσιου της είπε την ουσία των όσων η ίδια μετέφερε στο Δικαστήριο όχι κατ΄ανάγκη όπως η ίδια τα μετέφερε. Όχι γιατί η μάρτυρας ήθελε να παραποιήσει τα γεγονότα αλλά γιατί η ουσία ήταν ότι θα μπορούσε να θυμάται. Αναφορικά με την επικοινωνία της εναγομένης 1 με την Λαϊκή είχαν δοθεί Περισσότερες και Καλύτερες Λεπτομέρειες του σχετικού ισχυρισμού όπου προσδιορίστηκε πως εκ μέρους της Εναγομένης 1 είχε μιλήσει ο διευθυντής της C. Arlot. Οι περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες είναι προέκταση του δικογράφου της πλευράς που τις παρέχει. Η μαρτυρία της Σ. Χριστοδουλίδου ως θετική μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού για δυσφήμιση ήταν ουσιαστικά εκτός δικογραφίας. Θα συνιστούσε, όμως, ανεπίτρεπτη παρέμβαση να εμποδιστεί η μάρτυρας από του να καταρρίψει την θέση πως ο C. Arlot συνομίλησε με τον Λ. Μήτσιου. Εφόσον η πλευρά των εναγόντων με την μαρτυρία της ανέτρεπε το δικό της ισχυρισμό, το Δικαστήριο διατηρώντας τον διαιτητικό του ρόλο δεν επενέβηκε. Όμως ενδεχομένως να χωρούσε παρέμβαση στην αναφορά της για συνομιλία της Γ. Χριστοφίδης και τα όσα ανάφερε για το περιεχόμενο αυτής της συνομιλίας. Η υπεράσπιση δεν ήγειρε τότε το ζήτημα και με την μαρτυρία της Γ. Χριστοφίδης επιβεβαίωσε πως αυτή είχε μιλήσει με τον Λ. Μήτσιου. Προφανώς ηθέλησε η υπεράσπιση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πραγματικότητα παρά να εκμεταλλευτεί μια δικογραφική, ίσως, ανακρίβεια. Καταλήγω πως τίποτα που να εμπεριέχει δυσφήμιση για τη Mark Man δεν ειπώθηκε προς τον Λ Μήτσιου από τη Γ. Χριστοφίδης ή οιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους της εναγομένης 1. Εάν ο Λ. Μήτσιου ερμήνευσε την άρνηση της Γ. Χριστοφίδης να δώσει πληροφορίες ως ένδειξη ότι αυτές, εάν δίδονταν, θα ήταν αρνητικές για τη Mark Man, είναι δικό του ζήτημα. Η Γ. Χριστοφίδης καμιά υποχρέωση δεν είχε να προβεί σε θεατρινισμούς, πολύ περισσότερο να πει ψέματα για να στηρίξει τη Mark Man. Απορρίπτω ως ψευδή τη θέση του Τόσκα ότι σε συνομιλία του με τον C. Arlot ο τελευταίος του ανέφερε πως τα «λεχθέντα» ήταν η γνώμη του και ότι είχε το δικαίωμα να την εκφράσει, ουσιαστικά παραδεχόμενος ότι συνομίλησε με το Λ. Μήτσιου. Ο Τόσκας επιχείρησε να φτιάξει μαρτυρία μέσω υποτιθέμενης παραδοχής του C. Arlot για να υποστηρίξει την εκδοχή των εναγόντων, διαψεύστηκε όμως από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο C. Arlot ποτέ δεν μίλησε στο Λ. Μήτσιου. Η αξίωση εναντίον των εναγομένων 1 και 3 στη βάση της ισχυριζόμενης δυσφήμισης προς τη Λαϊκή, και της θέσης πως η εναγομένη 1 προκάλεσε τη διάρρηξη της συμφωνίας μεταξύ της Mark Man και της Λαϊκής, απορρίπτεται. Η περίπτωση της Louis Dreyfus Η κατάληξη καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση με τις ισχυριζόμενες ζημιές που πηγάζουν από την απώλεια της χρηματοδότησης της Λαϊκής. Θα αναφερθώ όμως στην περίπτωση της συναλλαγής με την Louis Dreyfus ως ένα περαιτέρω στοιχείο έλλειψης ειλικρίνειας και κακοπιστίας του Τόσκα κατά κύριο λόγο και Pilyugin κατά δεύτερο. Επρόκειτο για συναλλαγή που είχε τροχιοδρομηθεί για να διεκπεραιωθεί με χρηματοδότηση από την Λαϊκή (βλ. Τεκμήρια 2
(144)και 2
(145)). Η περίπτωση αυτή είναι η μόνη που αναφέρθηκε πως θα χρηματοδοτείτο από την Λαϊκή. Ισχυρίστηκε ο Τόσκας πως το συμβόλαιο με την Louis Dreyfus εκτελέστηκε τελικά με μεγάλες ζημιές. Αυτό είναι αναληθές. Η συναλλαγή χρηματοδοτήθηκε από την εναγόμενη 2 και ο Pilyugin διαψεύδοντας τον Τόσκα μαρτύρησε πως είχαν από την συγκεκριμένη συναλλαγή αποκομίσει κέρδη $213.
- Ο Pilyugin προέβηκε στην αποκάλυψη για να υποστηρίξει την προοπτική εξασφάλισης κερδών από τις χρηματοδοτήσεις της Λαϊκής. Είναι η θέση της υπεράσπισης ότι ο Pilyugin οδηγήθηκε στο να αποκαλύψει ότι εκάμαν κέρδη μετά που η θέση του Τόσκα είχε κλονιστεί κατά την αντεξέταση του. Άλλωστε, σημειώνεται, το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Τόσκα ήταν υπόψη του και ανέχθηκε την σχετική μαρτυρία να παρουσιαστεί ως μέρος της υπόθεσης και του ιδίου. Η ισχυριζόμενη δυσφήμιση προς την Fortis Η Fortis Bank ήταν η τράπεζα με την οποία η Mark Man συνεργάστηκε από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του
- Η σχέση διεκóπηκε από την Fortis που με επιστολή της ημερομηνίας 4.9.2002 (Τεκμήριο 2
(168)) πληροφόρησε την Mark Man ότι σταματούσε την χρηματοδότηση της. Παρά την επίκληση γενικότερων ζητημάτων στρατηγικής της τράπεζας και το καταληκτικό πως η διακοπή της συνεργασίας ήταν προσωρινή φαίνεται πως ο ουσιαστικός και ενδεχομένως καταλυτικός λόγος για την διακοπή της σχέσης τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο ήταν πληροφορίες που είχε η Fortis που σχετίζονταν με την χρεοπιστωτική αξιοπιστία της Mark Man. Αναφέρεται στην επιστολή ότι: «Concerning your specific case, we of course felt very uncomfortable hearing that you had problems with paying some instalments. Especially since we learned that in the past, there were also some problems with payments to other parties. Obviously, we take these matters very serious. We understand that during the peak of the season, most funds will be stack in transactions. Nevertheless, in our opinion this is no reason to mess essential payments». Προκύπτει πως οι συγκεκριμένες αναφορές αφορούσαν την σχέση της Mark Man με την εναγομένη 1. Ακόμα πως σχετικές πληροφορίες είχαν δοθεί από την εναγομένη 1, όπως η Fortis είχε αποκαλύψει στην Mark Man με ηλεκτρονικό μήνυμα που της είχε αποστείλει στις 30.8.2002 (Τεκμήριο 2
(167)). Αναφέρεται στο μήνυμα: « We just received a telcon for BNP Paribas Cyprus about a liability you have with them. It seems that you have not paid according to the payment scheme which has been agreed upon with them. It seems that this liability was incurred due to a transaction which went wrong. As you may understand, this news came as a surprise to us (also since you have a facility with the BNP in Geneva). Banks will enforce the liabilities very quickly. We therefore would like to have full information about this matter, and receive update on your present liabilities with this bank (and its Geneva branch). Furthermore, it appeared to us that you have pledged all your floating assets to this bank (Cyprus and Geneva branches). Since we are also financing floating assets, we full [feel] rather uncomfortable as you can imagine. Can you therefore also give as full disclosure on this matter (the status and content of this pledge). We trust there to be a good explanation for this but have to stress the urgency and importance of this matter and hope you will threat [treat] it like that». Το μήνυμα, που ο Τόσκας επικαλείται, δεν επιβεβαιώνει αντίθετα εξυπακουόμενα καταρρίπτει ότι ειπώθηκε στην Fortis ότι η Mark Man ήταν αναξιόπιστη ή ότι είχε πολύ κακή φήμη ή ότι το μέλλον της ήταν ζοφερό. Στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 30.8.2002 γίνεται αναφορά και σε πληροφόρηση της Fortis πως και στο παρελθόν η Mark Man είχε προβλήματα στις πληρωμές της προς άλλα μέρη, προδήλως εννοείται πέραν της εναγομένης 1. Η Γ. Χριστοφίδης επιβεβαίωσε πως την 30.8.2000 ο C. Arlot, τότε διευθυντής της εναγομένης 1, είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον S. Fielmich της Fortis. Η πρωτοβουλία προήλθε από την εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τους όρους 6 και 4 της συμφωνίας ημερομηνίας 23.11.2000 (Τεκμήριο 2
(29)) η Mark Man είχε υποχρέωση να εξασφαλίσει τη συναίνεση της εναγομένης 1 για να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες οιασδήποτε άλλης τράπεζας, σε τέτοια δε περίπτωση όφειλε η Mark Man να υπογράψει αμετάκλητες οδηγίες προς την άλλη τράπεζα να πληρώνει την εναγομένη 1 το 50% των ακάθαρτων κερδών κάθε συναλλαγής και το λιγότερο $50.000 μηνιαία. Η εναγόμενη 1 είχε πληροφορηθεί πως η Mark Man είχε ανοίξει λογαριασμό με τη Fortis και χρησιμοποιούσε τις υπηρεσίες της και πιθανόν να λάμβανε χρηματοδότηση από την Fortis, χωρίς τη συγκατάθεση της και να εμπορευόταν και να αποκόμιζε κέρδη χωρίς να δώσει τις προβλεπόμενες, βάσει της συμφωνίας της με την εναγομένη 1, αμετάκλητες οδηγίες. Η εναγομένη 1 γνώριζε για τη συνεργασία της Mark Man με την Fortis από τουλάχιστο τον Μάιο του 2002. Σε επιστολή της, ημερομηνίας 13.5.2002, (Τεκμήριο 2
(156)) προς την Mark Man σημειώνει πως της είχε αναφερθεί από την ίδια την Mark Man πως η τελευταία είχε αρχίσει συνεργασία με την Fortis. Παρά το ότι δεν είχε εξασφαλιστεί η εκ των προτέρων συγκατάθεση της, η εναγόμενη 1 ήταν πρόθυμη να αγνοήσει την παράβαση νοουμένου ότι θα λάμβανε από την Mark Man αντίγραφο των σχετικών αμετάκλητων οδηγιών της προς την Fortis. Η Mark Man δεν ανταποκρίθηκε, ούτε απάντησε στην επιστολή. Ο Τόσκας προσπάθησε να πείσει πως απάντησε τηλεφωνικά στον C. Arlot και πως ανέφερε πως μετά από πάροδο 6 μηνών από την έναρξη της συνεργασίας θα έδιδε τις οδηγίες προς την Fortis. Ακόμα και αν αυτό είχε συμβεί, ο Τόσκας ποτέ δεν τήρησε, όπως παραδέχτηκε, την υπόσχεση που λέει ότι έδωσε. Ό,τι η Fortis χρηματοδοτούσε τη Mark Man ήταν γνωστό στην εναγόμενη 2 από τουλάχιστο το Νοέμβριο του 2001, αφού υπάρχει τηλεμήνυμα ημερομηνίας 5.11.2001 προς τη Mark Man (Τεκμήριο 2
(157)) όπου η τράπεζα αναφέρεται σε πράξη που θα χρηματοδοτείτο μερικώς από την ίδια και μερικώς από τη Fortis. Δεδομένου ότι μέχρι την 30.8.2002 η Mark Man είχε πληρώσει μόνο $599.764,33 έναντι του χρέους της προς την εναγομένη 1 και της συμφωνίας της 23.11.2000, η εναγομένη 1 δικαιολογημένα ανησυχούσε για την εξόφληση του ποσού που είχε να λαμβάνει και απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς την Fortis (Τεκμήριο 274
(38)) ζητώντας εμπιστευτική έκθεση πίστωσης που να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Mark Man. Ο S. Fielmich της Fortis σε ηλεκτρονικό του μήνυμα προς απάντηση (Τεκμήριο 274
(39)) διερωτάται για τον λόγο που ζητούνταν οι πληροφορίες και με τηλεμήνυμα του που ακολούθησε (Τεκμήριο 274
(40)) ζητούσε να έρθουν σε επαφή μαζί του τηλεφωνικά. Η τηλεφωνική συνομιλία C. Arlot με τον S. Fielmich έγινε στην παρουσία της Γ. Χριστοφίδης. Ο S. Fielmich είπε πως η Fortis χρηματοδοτούσε την Mark Man κατά συναλλαγή, πως οι συναλλαγές δεν ήταν τόσο μεγάλες και ότι δεν υπήρχαν σημαντικά ποσά στους λογαριασμούς της. Η Fortis δεν είχε προβλήματα με την Mark Man και ήταν στη διαδικασία εξέτασης του ενδεχομένου παραχώρησης σε αυτήν διευκολύνσεων. Η Fortis είχε στην κατοχή της τις οικονομικές καταστάσεις της Μark Man για τον χρόνο που τελείωνε στις 30.4.2002. Κατά την Γ. Χριστοφίδης, ότι ο C. Arlot ανάφερε ήταν ότι η Mark Man είχε ένα εκκρεμές χρέος προς την εναγόμενη 1 οι αποπληρωμές του οποίου καθυστερούσαν. Ακόμα πως το χρέος ήταν το αποτέλεσμα ζημιών από συναλλαγές για τις οποίες η Mark Man δεν έφταιγε και εξήγησε τον τρόπο αποπληρωμής του, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία τους με την Mark Man. Είναι η θέση της Γ. Χριστοφίδης πως ο C. Arlot καμιά εμπιστευτική πληροφορία δεν έδωσε, ούτε λεπτομέρειες σε σχέση με το χρέος της Mark Man ή τους λογαριασμούς της και ποτέ δεν είπε ότι η Mark Man ήταν αναξιόπιστη ή με πολύ κακή φήμη. Υποστηρίζει η Γ. Χριστοφίδης πως ό,τι αποκαλύφθηκε παρουσιαζόταν ήδη στους ελεγμένους λογαριασμούς της Mark Man. Στις οικονομικές καταστάσεις της Mark Man για το έτος που τελειώνει στις 30.4.2002 (Τεκμήριο 2
(33)) αναφέρεται στη σημείωση 13 το χρέος προς την εναγομένη 1, οι εξασφαλίσεις του και ο τρόπος που θα αποπληρώνετο. Επικαλείται ακόμα ηλεκτρονικό μήνυμα του Piliugin, ημερομηνίας 30.8.2002 (Τεκμήριο 42), σε απάντηση του μηνύματος του S. Fielmich (Τεκμήριο 2
(167)) όπου αναφέρεται πως η Mark Man είχε μιλήσει με την εναγόμενη 1 και πως επρόκειτο για απλή παρεξήγηση λόγω διαφορετικής χρήσης της αγγλικής γλώσσας ή λανθασμένων εκφράσεων. Αναφορικά με το χρέος, που περιγραφόταν από τον Pilyugin ως πενταετές δάνειο, υποδεικνύετο από τον ίδιο πως το γεγονός αντικατοπτριζόταν καθαρά στους ελεγμένους λογαριασμούς αντίγραφο των οποίων η Fortis κατείχε. Θα πρέπει να σημειωθεί πως στους λογαριασμούς της Mark Man δεν αποκαλύπτεται η ημερομηνία της συμφωνίας με την εναγόμενη 1 ούτε το αρχικό οφειλόμενο ποσό ώστε να είναι ευχερές για τον μελετητή των λογαριασμών να εξάξει το συμπέρασμα ότι υπήρχε ασυνέπεια ως προς τους όρους αποπληρωμής του χρέους. Προφανώς εντέχνως, όπως και στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Pilyugin, δεν αποκαλύπτεται η παράμετρος αυτή. Όμως αν κάποιος συγκρίνει το υπόλοιπο στις 30.4.2001 με το υπόλοιπο στις 30.4.2002 να μπορεί να εξάξει το συμπέρασμα πως δεν καταβάλλονταν $50,000 μηνιαία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της Γ. Χριστοφίδης αναφορικά με την ακρίβεια των όσων ειπώθηκαν από τον C. Arlot προς τον S. Fielmich. Η εκδοχή της συνάδει με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του S. Fielmich προς την Mark Man (Τεκμήριο 2
(167)). Ο Τόσκας επικαλέστηκε πως τόσο ο ίδιος όσο και ο Pilyugin είχαν προσωπική επικοινωνία με τον S. Fielmich που τους είπε ότι ο C. Arlot του σύστησε να σταματήσουν, ότι η Mark Man είναι αναξιόπιστη, ότι καθυστερεί τις πληρωμές της, ότι δεν έχει δυνατότητες και μέλλον και ότι κάνει κακές πράξεις και επιλογές. Απορρίπτω τη θέση τους. Όποτε τα γραπτά κείμενα δεν υποστήριζαν την εκδοχή τους επικαλούνταν πως κάτι άλλο είχε προφορικά ειπωθεί. Ούτε ο S. Fielmich ούτε οιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της Fortis κλήθηκε ως μάρτυρας για να εξηγήσει τι πραγματικά ώθησε την Fortis στην διακοπή της συνεργασίας της με την Mark Man. Παρά το ότι η χρονική συγκυρία τείνει να καταδείξει πως η πληροφόρηση για την συμπεριφορά της Mark Man σε σχέση με την εναγομένη 1 είχε σημαίνουσα βαρύτητα υπήρχαν και άλλες συμπεριφορές της Mark Man προς τρίτους που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Fortis σε δεύτερες σκέψεις αναφορικά με την συνεργασία της με αυτή. Δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις αποκαλύπτονται σε δύο διαιτητικές αποφάσεις εναντίον της Mark Man (Τεκμήρια 328 και 329) που είναι μεν μεταγενέστερες αλλά αφορούν γεγονότα που υφίσταντο κατά το χρόνο της απόφασης της Fortis. Καταλήγω πως, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, είναι περισσότερο πιθανό παρά όχι η πληροφόρηση από την εναγομένη 1 τουλάχιστον να συνέβαλε στην απόφαση της Fortis να διακόψει τη σχέση της με τη Mark Man. Ζήτημα δυσφήμισης θα εγειρόταν ίσως αν η Mark Man είχε πράγματι χαρακτηριστεί αναξιόπιστη και με κακή φήμη ή ενδεχομένως αν η αναφορά πως καθυστερούσε στην αποπληρωμή του χρέους της δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. (βλ. Άρθρο 19 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Όμως, τούτο ήταν απόλυτα αληθές. Η αξίωση εναντίον της εναγόμενης 1 ή 3 στη βάση της ισχυριζόμενης δυσφήμισης της Mark Man προς τη Fortis απορρίπτεται. Ούτε τεκμηριώνεται αξίωση στη βάση της πρόκλησης παράβασης σύμβασης. Δεν έχει καταδειχθεί πως η Fortis είχε οιανδήποτε συμβατική υποχρέωση προς τη Mark Man που την υποχρέωνε να της παρέχει ή να συνεχίσει να της παρέχει χρηματοδότηση. Η χρηματοδότηση γινόταν κατά συναλλαγή και φαίνεται πως η Fortis δεν δεσμευόταν να αποδεχτεί οιαδήποτε προτεινόμενη συναλλαγή για χρηματοδότηση. Στην απουσία συμβατικής δέσμευσης της Fortis δεν μπορεί να τεκμηριωθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 34
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Περαιτέρω, δεν διαφάνηκε πως η εναγόμενη 1 είχε πρόθεση να προκαλέσει παράβαση τυχόν σύμβασης της Fortis με τη Mark Man. Διαφάνηκε πως η εναγόμενη 1 από μήνες γνώριζε για τη σχέση της Mark Man με τη Fortis και παρά το ότι δεν είχε δώσει την έγκριση της δεν απαίτησε τη διακοπή της σχέσης. Ό,τι η εναγόμενη 1 επεδίωξε ήταν την προάσπιση των συμφερόντων της που εξυπηρετούνταν από τη συνέχιση της σχέσης Fortis και Mark Man νοουμένου ότι η Mark Man έδιδε στη Fortis τις οδηγίες που είχε, έναντι της εναγόμενης 1, αναλάβει να δώσει. Παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου Αντίθετα προς την ισχυριζόμενη δυσφήμιση προς τη Λαϊκή, στην περίπτωση της Fortis προβάλλεται περαιτέρω η θέση πως η συμπεριφορά της εναγομένης 1 συνιστά παράβαση του τραπεζικού απορρήτου. Σύμφωνα με τον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Aρ. 66(I)/1997) άρθρο 29 απαγορεύεται σε τράπεζα να παρέχει, κοινοποιεί ή αποκαλύπτει οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό πελάτη της ακόμα και μετά τον τερματισμό της σχέσης της μαζί του. Προνοούνται περιπτώσεις όπου η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται. Δεδομένης της ρητής νομοθετικής πρόνοιας η αναφορά στις, επί του προκειμένου, αρχές του κοινοδικαίου, όπως εκφράζονται στην νομολογία των αγγλικών Δικαστηρίων (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R. Rep 550 και Τurner v. Royal Bank of Scotland plc
(1999)2 All E.R. (Comm) 664) έχει περιορισμένη σπουδαιότητα. Εφόσον το άρθρο 29 θεσπίστηκε και προνοεί για την προστασία του πελάτη της τράπεζας, σε περίπτωση παράβασης του από την τράπεζα, και παρά το ότι προνοούνται κυρώσεις από την Κεντρική Τράπεζα, παρέχεται στον πελάτη, που έχει ως αποτέλεσμα ζημιωθεί, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της τράπεζας. Είμαι της άποψης πως στην αναφορά σε λογαριασμό στο άρθρο 29
(1)πρέπει να αποδοθεί η πλατιά έννοια του όρου. Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τη συμφωνία της 23.11.2000 υφίστατο λογαριασμός όπου πιστώνονταν τα ποσά που η Mark Man πλήρωνε και χρεώνονταν οι σχετικοί τόκοι. Πρόκειται για το λογαριασμό Αρ. 001 95 USD, όπως φαίνεται στα έγγραφα που αφορούν τις σχετικές πληρωμές (Τεκμήρια 44-53). Η αποκάλυψη πως η Mark Man καθυστερούσε τις δόσεις της συνιστά αναφορά στον χρεωστικό της λογαριασμό. Πληροφορίες αναφορικά με λογαριασμό δεν ισοδυναμεί με αποκάλυψη στοιχείων του λογαριασμού. Πληροφορίες αναφορικά με λογαριασμό μπορεί να δοθούν χωρίς να αποκαλυφθούν στοιχεία του λογαριασμού, όπως αντιπαραβολή του άρθρου 29
(1)και 29
(2)(ζ) αποκαλύπτει. Στοιχεία του λογαριασμού της Mark Man δεν φαίνεται να είχαν δοθεί. Η πληροφορία που δόθηκε στη Fortis ήταν πιο γενικής μορφής. Ότι η Mark Man χρωστούσε και δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις για αποπληρωμή. Το άρθρο 29, καθ΄ όση έκταση ενδιαφέρει, προνοεί ότι: «29.
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε . πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου - . (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμία περίπτωση δεν σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη.» Η αξιολόγηση του αξιόχρεου πελάτη έχει ως βασική παράμετρο το κατά πόσο αυτός τηρεί τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Είναι η κατάληξη μου πως η απλή αναφορά στο γεγονός πως οφείλει και δεν ανταποκρίνεται στο μέτρο που συμφώνησε, χωρίς περαιτέρω αναφορά σε λεπτομέρειες και ποσά, καλύπτεται από την εξαίρεση της παραγράφου (ζ) του εδαφίου
(2)του άρθρου
- Καταλήγω πως δεν υπήρξε εκ μέρους της εναγόμενης 1 παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου σε σχέση με τις αναφορές προς τη Fortis. Η αξίωση σε αυτή τη βάση απορρίπτεται. Η συνεργασία της Mark Man και της Mark Man UK με την εναγόμενη 2 Όταν η εναγόμενη 1 θα τερμάτιζε τη συνεργασία της με την Mark Man την σύστησε στην UEB (βλ. Τεκμήρια 8 και 301). Ο Τόσκας προσπάθησε να παρουσιάσει τη σύσταση προς την εναγόμενη 2 ως μια διέξοδο της εναγόμενης 1 για να αποφύγει τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον της για την, κατά τη θέση του, παραβίαση της συμφωνίας και των υποχρεώσεων της προς τη Mark Man. Τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εναγόμενη 1 διέκοψε τη σχέση της με τη Mark Man τον Ιανουάριο του 2000, ενώ η σύσταση προς την εναγόμενη 2 έγινε 3 μήνες πιο πριν ώστε να υπάρξει ομαλή διαδοχή. Αυτό είχε γίνει τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του
- Η Mark Man είχε τότε υπογράψει διάφορα έγγραφα που προνοούσαν για τους όρους συνεργασίας των μερών (βλ. Τεκμήρια 57-64 και 75). Μεταγενέστερα την UEB διαδέχθηκε η εναγόμενη 2 που ανέλαβε τις εργασίες της. Αυτό έγινε τον Ιούνιο του 2001 και η Mark Man υπόγραψε νέα έγγραφα (βλ. Τεκμήρια 67-74 και 76-79). Ένα από τα νέα έγγραφα ήταν το ψήφισμα του Συμβουλίου της Mark Man ημερομηνίας 1.6.2001 (Τεκμήριο 76) όπου αναφέρεται ότι: "The Board considered the financial accommodations extended or to be extended, from time to time (on an uncommitted basis), by BNP PARIBAS (SUISSE) SA in favour of: Mark Man Ltd ..." "On an uncommitted basis" σημαίνει και ερμηνεύεται πως η εναγόμενη 2 δεν αναλάμβανε δέσμευση. Υπάρχει πανομοιότυπο ψήφισμα του Διοικητικού Συμβουλίου της Mark Man UK (Τεκμήριο 88). Η μαρτυρία για την εναγόμενη 2 προέρχεται από τον Culliford, και Edgar Hagmann (Μ.Υ.4) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 314 και μετάφραση στην Ελληνική Τεκμήριο 315). Ο Hagmann ήταν την περίοδο 1999 - 2003 στην εργοδοσία της εναγομένης 2 στη θέση του Ανώτερου Αντιπροέδρου και επικεφαλής του τμήματος χρηματοδότησης εμπορίου. Ήταν ιεραρχικά ανώτερος του Culliford και του Boiston και είχε τον τελευταίο λόγο για την έγκριση ή απόρριψη των συναλλαγών χρηματοδότησης που υποβάλλονταν από τη Mark Man και τη Mark Man UK. Οι χρηματοδοτήσεις της εναγομένης 2 γίνονταν προς την Mark Man, όμως σε κάποιο στάδιο οι Τόσκας και Pilyugin ζήτησαν όπως οι χρηματοδοτήσεις χορηγούνται προς την Mark Man UK γιατί επρόκειτο να συνεργαστούν με τουρκικές εταιρείες και προτιμούσαν να μην εμπλέκεται η Mark Man που ήταν κυπριακή εταιρεία. Ο Τόσκας μαρτύρησε πως η Κύπρος είχε τεθεί σε μαύρη λίστα στην Ουκρανία και Ρωσία και αιτιάται και καθυστερήσεις της εναγόμενης 2 που έθεσαν τη Mark Man σε κάποιας μορφής δυσμένεια στην Ουκρανία. Έτσι εισήλθε στην εικόνα η Mark Man UK. Ήδη, από τον Ιούλιο του 2000 η UEB είχε ανοίξει λογαριασμό στο όνομα της Mark Man UK (βλ. Τεκμήριο 94). Από κάποιο χρονικό σημείο και μετά η Mark Man δεν ήταν πλέον αναμειγμένη στην αγορά των δημητριακών. Η Mark Man UK τα αγόραζε με χρηματοδότηση της εναγόμενης 2 και η Mark Man τα πωλούσε. Οι παραλήπτες πλήρωναν την Mark Man, όμως ο λογαριασμός στην εναγομένη 2 που έπρεπε να πιστωθεί ήταν αυτός της Mark Man UK αφού αυτή είχε λάβει την χρηματοδότηση και αυτή χρωστούσε στην τράπεζα. Γι' αυτό και η εναγομένη 2 με επιστολή της προς την Mark Man ημερομηνίας 24.9.2002 (Τεκμήριο 184) της ζήτησε να την εξουσιοδοτήσει να μεταφέρνει τα συγκεκριμένα ποσά από το λογαριασμό της Mark Man στο λογαριασμό της Mark Man UK. Η Mark Man UK είχε, και αυτή, υπογράψει διάφορα έγγραφα με την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμήρια 80-91 και 2
(85)). Ο Τόσκας ανάγει την συμφωνία εξασφάλισης εμπορικής χρηματοδότησης που υπόγραψε η Mark Man UK (τεκμήριο 2
(85)) ως το σημαντικότερο των σχετικών εγγράφων. Δεν βρίσκω οτιδήποτε στο περιεχόμενο του που να προωθεί την εκδοχή των εναγόντων ως προς τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 2. Αντίθετα στην πρώτη παράγραφο του προοιμίου της συμφωνίας γίνεται αναφορά στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια της τράπεζας σε σχέση με τις χρηματοδοτήσεις. Περαιτέρω, δεν πρέπει να διαφεύγει πως το έγγραφο δεν αφορά την Mark Man η σχέση της οποίας με την εναγόμενη 2 διέπεται από τα έγγραφα που αυτή έχει υπογράψει. Η συνεργασία λειτουργούσε με τον εξής τρόπο. Η τράπεζα χορηγούσε πίστωση στην Mark Man ή όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα στην Mark Man UK για την αγορά των δημητριακών και χρέωνε τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας. Αργότερα η χρέωση στον τρεχούμενο λογαριασμό μετατράπηκε σε δάνεια καθορισμένης διάρκειας με καθορισμένη ημερομηνία λήξης (βλ. Τεκμήρια 2
(129),
(130),
(132)-
(139), 234 και 236). Η πίστωση ενεργοποιείτο, δηλαδή η τράπεζα πλήρωνε, όταν η Mark Man της παρουσίαζε τιμολόγια αγοράς των δημητριακών και συμβόλαια για την πώληση τους. Η τράπεζα κάλυπτε το 90% της τιμής αγοράς. Η τράπεζα εξασφαλιζόταν με την παροχή δικαιώματος ενεχύρου επί των εγγράφων κυριότητας των προϊόντων. Παραδίδονταν στην τράπεζα τα πιστοποιητικά παραλαβής αποστολέων (FCR´s) (με βάση αυτά ο μεταφορέας κρατούσε τα εμπορεύματα και τους τίτλους στη διάθεση της τράπεζας) και τα τρία πρωτότυπα των φορτωτικών. Η Mark Man εκχωρούσε στην εναγόμενη 2 τα έσοδα από κάθε συναλλαγή ώστε με την πώληση των εμπορευμάτων να μπορεί η εναγόμενη 2 να εισπράττει το λαβείν της. Υπήρχε και ασφαλιστική κάλυψη. Η εναγόμενη 2 εξέταζε την κάθε περίπτωση ανάλογα με τα περιστατικά της και την αξιολογούσε. Κάθε περίπτωση έπρεπε να εγκριθεί από τον προϊστάμενο της εμπορικής ομάδας που χειριζόταν το αρχείο της Mark Man που ήταν ο Boiston, μετά από το τμήμα αξιολόγησης κινδύνου και τέλος από τον επικεφαλή του τμήματος χρηματοδότησης εμπορίου που ήταν ο Hagmann. Όπως για κάθε τέτοιο πελάτη της τράπεζας, καθορίστηκε και για την Mark Man προφίλ κινδύνου που αφορούσε στην αξιολόγηση του κινδύνου από την εταιρεία και καθόριζε το εύρος δανεισμού προς αυτή και περιέγραφε το είδος των συναλλαγών που θα ήταν πρόθυμη η τράπεζα να χρηματοδοτήσει. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της τράπεζας το προφίλ καθόριζε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες θα παραχωρείτο η χρηματοδότηση ανάλογα με την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Τα προφίλ κινδύνου αναθεωρούνται και προσαρμόζονται ανάλογα με την απόδοση και την προοπτική του κάθε πελάτη. Ότι το προφίλ κινδύνου καθόριζε το μέγιστο ποσό που η τράπεζα μπορούσε να εκτεθεί σε πελάτη δεν σήμαινε πως ο πελάτης είχε δικαίωμα δανεισμού μέχρι του ποσού αυτού. Το προφίλ κινδύνου ήταν για εσωτερική χρήση της τράπεζας για καθοδήγηση των αξιωματούχων της κατά τη διαδικασία απόφασης κατά πόσο θα εγκρινόταν μια συναλλαγή ή όχι. Την 25.1.2001 η Επιτροπή Πίστωσης περιόρισε το ρίσκο για την Mark Man και την Mark Man UK μαζί σε 10 εκατ. δολάρια και στις 18.4.2001 το μείωσε σε 7,5 εκατ. δολάρια. Αυτό έληξε στις 30.4.2002 χωρίς να ανανεωθεί έκτοτε. Από τον Μάιο του 2002 η τράπεζα δεν χρησιμοποιούσε προφίλ κινδύνου για την Mark Man αλλά αποφάσιζε σε ειδική βάση λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες της Mark Man. Απορρίπτω τη θέση του Τόσκα ότι η εναγόμενη 2 χορήγησε στην Mark Man πιστωτική γραμμή χρηματοδότησης ενός ποσού ανάλογου με τις ανάγκες της. Ότι θα την χρηματοδοτούσε με αρχικό ποσό 4 - 5 εκατ. δολάρια το οποίο θα αυξανόταν σημαντικά μετά το επιτυχές πέρας κάποιων πράξεων. Η τράπεζα με τηλεμήνυμα της ημερομηνίας 30.10.2002 προς την Mark Man και Mark Man UK (Τεκμήριο 186) σημείωνε πως ήταν στη διαδικασία αναθεώρησης του πιστωτικού τους ορίου στη βάση ενός κατάλληλου αρχείου παρά στη βάση ανάλογα με κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Τούτο υποδηλεί πως η κάθε περίπτωση εξεταζόταν ξεχωριστά και τίποτα δεν άλλαξε έκτοτε γιατί, όπως ο Culliford αναφέρει, η Mark Man δεν συνεργάστηκε αλλά και γιατί προηγουμένως με επιστολή της ημερομηνίας 11.7.2002 (Τεκμήριο 2
(143)) είχε δηλώσει ότι θα τερμάτιζε τη σχέση της με την τράπεζα. Ότι η εναγόμενη 2 δεν ήταν υπόχρεα να αποδεκτεί οιαδήποτε και κάθε συναλλαγή της Mark Man αποκαλύπτεται από τη σωρεία των αιτημάτων της προς την εναγόμενη 2 για να χρηματοδοτήσει συναλλαγές. Στα αιτήματα περιλαμβάνονται λεπτομέρειες των συναλλαγών που θα χρησίμευαν στην κρίση της εναγόμενης
- Στην επιστολή - αίτημα ημερομηνίας 19.5.2000 (Τεκμήριο 95) γίνεται αναφορά σε «possible financing». Στην επιστολή - αίτημα ημερομηνίας 9.8.2000 (Τεκμήριο 101) αναφέρεται «Please give us your position for all the above as soon as possible». Στην επιστολή - αίτημα ημερομηνίας 21.8.2000 (Τεκμήριο 102) αναφέρεται «Please give us your acceptance for the business no: 3 and 4». Στην επιστολή - αίτημα ημερομηνίας 23.10.2000 (Τεκμήριο 106) αναφέρεται «Please approve the proposed business according to our standard financing terms». Στην επιστολή - αίτημα ημερομηνίας 23.9.2002 (Τεκμήριο 111) αναφέρεται «Please confirm your acceptance of the a/m business». Σε πολλές επιστολές ο τίτλος αναφέρει «Business proposal» και «We propose the following business». Περαιτέρω, υπήρξαν περιπτώσεις όπου η εναγόμενη 2 αρνήθηκε την χρηματοδότηση. Το καλοκαίρι του 2002 δημιουργήθηκαν προβλήματα καθυστέρησης στη ρευστοποίηση των συναλλαγών της Mark Man και της Mark Man UK. Δημητριακά παρέμεναν αποθηκευμένα στις αποθήκες διαφόρων λιμένων παρά τις υποσχέσεις των εταιρειών ότι η περίοδος αποθήκευσης δεν θα υπερέβαινε συγκεκριμένο περιορισμένο χρόνο. Κάθε συναλλαγή έπρεπε να διεκπεραιώνεται σε 60 ημέρες. Έτσι τον Ιούλιο του 2002 η εναγόμενη 2 που παρέμενε ανεξόφλητη για τις σχετικές χρηματοδοτήσεις δεν ήταν πρόθυμη να παραχωρήσει νέες για νέες αγορές. Η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 Όλη η κίνηση της Mark Man παρουσιάζεται στις καταστάσεις του λογαριασμού της (Τεκμήριο 181). Ο λογαριασμός διατήρησε τον ίδιο αριθμό (Αρ. 78922-8) μετά που ανέλαβε η εναγόμενη 2 την 1.4.2001 και είχε την 31.12.2003 χρεωστικό υπόλοιπο $1.001.284,54 και την 31.3.2004 (με την προσθήκη τόκων) χρεωστικό υπόλοιπο $1.007.805,
- Είναι το ποσό που διεκδικείται με την ανταπαίτηση όπου καθορίζεται σε $1.003.925,66 στις 6.2.2004 πλέον τόκους έκτοτε. Προκύπτει πως ο λογαριασμός της Mark Man που κάποτε είχε ξεπεράσει το χρεωστικό υπόλοιπο των 17 εκατ. δολαρίων ήταν στις 18.12.2002 πιστωτικός. Σύμφωνα με τον Culliford το χρέος δημιουργήθηκε από δύο πληρωμές ναύλου που έγιναν στις 18.12.2002 και 10.2.2003 για ποσά $671.486,08 και $313.660,62 αντίστοιχα. Διερχόμενος τις καταστάσεις του λογαριασμού της Mark Man διαπιστώνω πως από τις 18.12.2002 μέχρι 4.3.2003 υπήρχαν και άλλες χρεώσεις αλλά και πιστώσεις στον λογαριασμό. Έκτοτε προστίθονταν μόνο τόκοι. Ενδεχομένως κάποιες πιστώσεις και χρεώσεις συνδέονται (π.χ. πίστωση και χρέωση του ιδίου ποσού των $1.784.416,77 την 21.1.2003 και 22.1.2003) και η ουσία είναι πως το χρέος προήλθε από τις συγκεκριμένες δύο πληρωμές. Η χρέωση των $671.486,08 στον λογαριασμό της Mark Man έγινε κατ' εντολή της με τηλεομοιότυπο της ημερομηνίας 17.12.2002 προς την εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 169). Ο λόγος ήταν ότι η χρηματοδότηση είχε γίνει προς την Mark Man UK από την οποία η Mark Man αγόρασε τα δημητριακά εκχωρώντας στην Mark Man UK το προϊόν πώλησης τους (σχετικό είναι το Τεκμήριο 195). Η χρέωση γνωστοποιήθηκε στη Mark Man (βλ. Τεκμήριο 197). Η χρέωση των $313.60,62 αφορούσε πληρωμή που έγινε και πάλι με οδηγίες της Mark Man (βλ. Τεκμήρια 199 και 200). Η πληρωμή έγινε προς την εταιρεία Janchart Shipping A/S και γνωστοποιήθηκε στη Mark Man η σχετική χρέωση στο λογαριασμό της (βλ. Τεκμήριο 201). Την 19.8.2003 η εναγόμενη 2 απέστειλε επιστολή - απαίτηση πληρωμής προς τη Mark Man (Τεκμήριο 2
(124)) αξιώνοντας το ποσό $9.888.143,64 πλέον τόκους από 30.6.2003. Ο τόκος καθορίζεται από τον όρο 11 των Γενικών Όρων (Τεκμήριο 69) που η Mark Man είχε υπογράψει. Οι χρεώσεις των τόκων ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από τη Mark Man (Βλ. Όρο 5 του Τεκμηρίου 69). Η συμφωνία και ο λογαριασμός της Mark Man τερματίστηκαν την 10.2.2004 με επιστολή των δικηγόρων της εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 202). Η ανταπαίτηση της εναγόμενης 2 έχει αποδειχθεί. Η ισχυριζόμενη εμπλοκή της εναγομένης 2 μετά την ισχυριζόμενη δυσφήμιση προς την Fortis Είναι η θέση της Μark Μan πως είχαν συμβουλευτεί άγγλους δικηγόρους με την προοπτική να ενάξουν την εναγομένη 1 αναφορικά με την ενέργεια της τελευταίας να αποκαλύψει πληροφορίες σχετικά με την Μark Μan προς την Fortis και παρουσιάστηκε σχέδιο επιστολής ημερομηνίας 7.10.2002 των δικηγόρων (Τεκμήριο 2
(170)) που προτάθηκε για αποστολή προς την εναγομένη
- Εγειρόταν στο σχέδιο της επιστολής ζήτημα παράβασης καθήκοντος εμπιστευτικότητας εκ μέρους της εναγομένης 1, σημειωνόταν πως η Μark Μan είχε υποστεί σημαντικές ζημιές τόσο οικονομικές όσο και στην εμπορική της φήμη. Αναφερόταν πως οι ζημιές δεν είχαν ακόμη υπολογιστεί και πως τα δικαιώματα της Μark Μan επιφυλάσσονταν πλήρως. Είναι η θέση του Pilyugin πως η επιστολή αποστάληκε στην εναγομένη 2 με την οποία η Μark Μan τότε συνεργαζόταν, αφού αναγνώριζαν πως τυχόν αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 θα επηρέαζε τις σχέσεις της Μark Μan με την εναγομένη
- Ο Τόσκας και ο Pilyugin εξήγησαν στους αξιωματούχους της εναγομένης 2 την κατάσταση αναφορικά με τις οικονομικές απώλειες που θα είχαν, αφού η Fortis είχε συμφωνήσει να χρηματοδοτήσει μέρος συμβολαίου που η Μark Μan είχε με την ολλανδική εταιρεία Nidera για 600.000 μ.τ. σιτηρών. Είναι η θέση της Μark Μan πως οι αξιωματούχοι της εναγομένης 2 κ.κ. Hagmann, Boiston και Culliford αναγνώρισαν το ολίσθημα της εναγομένης 1, εκφράστηκε ωστόσο από τον Hagmann η θέση πως αν η Μark Μan άρχιζε δικαστική διαδικασία εναντίον της εναγομένης 1 αυτό θα επηρέαζε τη σχέση της με την εναγομένη 2 εφόσον οι δύο τράπεζες ανήκαν στον ίδιο όμιλο οπόταν και θα σταματούσε κάθε χρηματοδότηση της Μark Μan από την εναγόμενη
- Κατά τους ενάγοντες, ο Hagmann πρότεινε όπως η εναγόμενη 2 αναλάβει την χρηματοδότηση που η Μark Μan είχε απωλέσει από την Fortis και χρηματοδοτεί όλες τις καλές δουλειές που θα της παρουσιάζονταν από την Μark Μan. Είναι η θέση του Τόσκα πως κατά τη συνάντηση της 9.12.2002 στη Γενεύη ο Hagmann δήλωσε πως σε αντάλλαγμα του να μην ξεκινήσει η Mark Man δικαστικές διαδικασίες εναντίον της εναγόμενης 1, η εναγόμενη 2 προτίθετο να χρηματοδοτήσει όλα τα συμβόλαια της Mark Man και να υποκαταστήσει τη χρηματοδότηση που χάθηκε από τη Fortis. Προβάλλεται η σαφής θέση από τον Pilyugin (παραγρ. 72 και 73 της Γραπτής του Δήλωσης, Τεκμήρια 286 και 287) πως λόγω των διαβεβαιώσεων της εναγομένης 2 να χρηματοδοτήσει όλες τις εργασίες της Μark Μan, η Μark Μan δεν ξεκίνησε δικαστικές διαδικασίες εναντίον της εναγομένης
- Όμως, στη συνέχεια, η εναγομένη 2 παραβίασε τις υποσχέσεις της και τη συμφωνία να χρηματοδοτήσει όλες τις εργασίες της Μark Μan σε αντικατάσταση της χαμένης χρηματοδότησης από την Fortis. Αναφέρεται ο Pilyugin στα γεγονότα του Δεκεμβρίου 2002 - Ιανουαρίου 2003 που οδήγησαν στην διακοπή της συνεργασίας μεταξύ της Μark Μan και της εναγομένης
- Ο Culliford παραδέχεται πως το προσχέδιο της επιστολής των άγγλων δικηγόρων παρουσιάστηκε στην εναγόμενη 2 σε συνάντηση που ο ίδιος και ο Boiston είχαν με τους Τόσκα και Pilyugin. Ειπώθηκε πως ως θέμα πολιτικής η εναγόμενη 2 δεν θα μπορούσε να χρηματοδοτεί ένα έμπορα που κινούσε αγωγή εναντίον κάποιας άλλης τράπεζας του ομίλου. Η εναγόμενη 2 δεν ανέλαβε την χρηματοδότηση της Mark Man με τον τρόπο που η τελευταία υποστηρίζει, αλλά μόνο ότι θα συνέχιζε την χρηματοδότηση της στη βάση κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Δεν έγιναν οι υποσχέσεις ή οι παραστάσεις που ισχυρίζεται η Mark Man. Ούτε συμφωνήθηκε η χρηματοδότηση όλων των συμβολαίων που θα παρουσίαζε η Mark Man ή η αντικατάσταση της χρηματοδότησης που υποτίθεται ότι απωλέσθηκε από την Fortis. Είχε άλλωστε ζητηθεί από τους Τόσκα και Pilyugin όπως η εναγόμενη 2 εκδώσει συστατική επιστολή για να βοηθηθεί η Mark Man να αποκαταστήσει τη σχέση της με την Fortis και η εναγόμενη 2 έκδωσε σχετική επιστολή ημερομηνίας 15.10.2002 (Τεκμήριο 2
(171)). Όπως αναφέρει ο Culliford επρόκειτο για συντηρητική επιστολή που δεν είναι ασύνηθες να παρέχεται, αφού και τα προβλήματα που υπήρχαν το καλοκαίρι του 2002 είχαν τότε μερικώς ξεπεραστεί. Οι ίδιες θέσεις προβλήθηκαν και από τον Hagmann. Απορρίπτω τη θέση πως η εναγόμενη 2 συμφώνησε και δεσμεύτηκε να αναλάβει τη χρηματοδότηση που η Mark Man είχε απωλέσει από τη Fortis, σε αντάλλαγμα της απαλλαγής της εναγόμενης 1 από τις όποιες ευθύνες της για την απώλεια εκείνη. Η εναγόμενη 2 στα πλαίσια της σχέσης της με την Mark Man να εξετάζει την κάθε περίπτωση που πρότεινε η Mark Man για χρηματοδότηση ξεχωριστά ήταν αναμενόμενο πως θα ελάμβανε προς εξέταση και περιπτώσεις που ενδεχομένως να τίθεντο προς χρηματοδότηση ενώπιον της Fortis εάν η συνεργασία Mark Man και Fortis δεν διακοπτόταν. Οι περιπτώσεις αυτές δεν αφορούσαν κάτι το διαφορετικό. Η Fortis δεν είχε κάποια συμβατική δέσμευση για οποιαδήποτε χρηματοδότηση. Όπως ο S. Fielmich είχε αναφέρει η Mark Man χρηματοδοτείτο κατά συναλλαγή. Οι περιπτώσεις δεν ήταν διακριτές από αυτές που ήδη τίθεντο υπόψη της εναγόμενης
- Δεν θα μπορούσαν να τύχουν διαφορετικής προσέγγισης και μεταχείρισης, ούτε να εξεταστούν κατά τρόπο πιο ευνοϊκό ή η εναγόμενη 2 να μην διατηρεί το δικαίωμα της να απορρίψει οιαδήποτε περίπτωση. Δεν συμφωνώ, όμως, με την εισήγηση της υπεράσπισης πως οι ενάγοντες έχουν αυτοπεριοριστεί με την προβολή της πιο πάνω θέσης και δεν θα μπορούσαν να ανακινήσουν ζήτημα αποζημίωσης αναφορικά με την απώλεια της χρηματοδότησης της Fortis. Η δικονομία επιτρέπει την διαζευκτική προβολή θέσεων. Τα γεγονότα αναφορικά με την φόρτωση στο πλοίο «Smarta» Μετά τις καθυστερήσεις του καλοκαιριού του 2002 και τη βελτίωση της κατάστασης που ακολούθησε, το Φθινόπωρο του 2002 η εναγόμενη 2 άρχισε και πάλι να ανησυχεί όταν αποθέματα δημητριακών που βρίσκονταν στο λιμάνι της Οδησσού καθυστερούσαν να φορτωθούν. Απαιτούσε η εναγόμενη 2 όπως ρευστοποιηθούν αποθέματα για τα οποία είχε παραχωρήσει χρηματοδότηση αλλά η Mark Man και η Mark Man UK δεν μπορούσαν να πωλήσουν εντός του υποσχεθέντος χρόνου. Η φόρτωση γινόταν στο πλοίο «Smarta» και λόγω της καθυστέρησης η εναγόμενη 2 ζήτησε σχετικές εκθέσεις επιθεωρητών. Η Mark Man υπέβαλε προς την εναγόμενη 2 δύο εκθέσεις ημερομηνίας 5.11.2002 και 19.11.2002 (Τεκμήρια 203 και 204 αντίστοιχα). Τα έγγραφα φέρονται ως εκθέσεις της BSI Inspectorate που είναι ανεξάρτητοι επιθεωρητές. Καταγράφονται σε αυτές οι ποσότητες που υποτίθεται πως είχαν φορτωθεί στο «Smarta» μέχρι τις 25.10.2002 και 19.11.2002 αντίστοιχα. Το γεγονός ότι στο δεύτερο έγγραφο δεν γινόταν αναφορά σε σιτάρι ενώ ποσότητα σιταριού καταγραφόταν στο πρώτο έγγραφο να είχε ήδη φορτωθεί, προκάλεσε στην εναγομένη 2 ερωτηματικά και επικοινώνησε με την Inspectorate που την πληροφόρησε πως ποτέ δεν είχε εκδώσει τέτοιες εκθέσεις. Αργότερα με επιστολή της προς την εναγομένη 2 ημερομηνίας 27.1.2003 (Τεκμήριο 206) η Inspectorate επιβεβαίωσε πως τα έγγραφα ήταν πλαστά. Τα έγγραφα ήταν πλαστά και οι αναφορές τους για τις φορτώσεις δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όπως προκύπτει από έγγραφο της Mar Shipping Company ημερομηνίας 13.12.2002 (Τεκμήριο 205) όπου καταγράφονται οι φορτώσεις στο «Smarta» μετά τις 23.10.2002 και μέχρι τις 27.11.2002 καμιά ποσότητα δεν είχε φορτωθεί στο πλοίο. Την 10.12.2002 συναντήθηκαν στην Οδησσό οι Boiston και Culliford με τον Τόσκα και ο Boiston έθεσε το ζήτημα ενώπιον του Τόσκα. Είναι η μαρτυρία των Boiston και Culliford πως ο Τόσκας παραδέκτηκε ότι είχαν κάμει πλαστογραφία. Οι δύο αξιωματούχοι της τράπεζας καταγράφουν το γεγονός σε επιστολή τους ημερομηνίας 9.1.2003 (Τεκμήριο 187) που στάληκε με τηλεομοιότυπο στην Mark Man στην προσοχή του Τόσκα και του Piliugin που παρά τη σοβαρότητα της κατηγορίας ουδέποτε απάντησαν. Ο Τόσκας στη γραπτή του δήλωση (σελ. 28) δεν αναφέρει πως ετέθηκε καν ζήτημα πλαστογραφημένων εγγράφων κατά τις επαφές στην Οδησσό. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του δέχτηκε ότι του παρουσίασαν δύο τάχα πλαστογραφημένα έγγραφα επιθεώρησης αλλά ότι αυτός αρνήθηκε ότι τα πλαστογράφησε ισχυριζόμενος μάλιστα πως η Mark Man κανένα όφελος δεν θα είχε να τα δημιουργήσει. Ασφαλώς και η Mark Man είχε κίνητρο για να καταδείξει προς ικανοποίηση και διασκεδάζοντας τις ανησυχίες της εναγομένης 2 πως τα εμπορεύματα φορτώνονταν και οι διαδικασίες περάτωσης των σχετικών πράξεων προχωρούσαν. Τα πλαστογραφημένα FCRs της Mar Shipping Με τηλεομοιότυπα ημερομηνίας 24.9.2002 και 3.10.2002 (Τεκμήρια 207 και 208 αντίστοιχα) η Mark Man UK ζήτησε από την εναγόμενη 2 στη βάση FCR που συνόδευε την κάθε παράκληση να πληρώσουν τα ποσά των $69.113,60 και $70.290 αντίστοιχα. Τα FCR Νο. 292 και 302 (αντίστοιχα κάθε περίπτωσης) φέρονταν να είχαν υπογραφεί από την Mar Shipping. Κάθε παράκληση συνοδευόταν και από τιμολόγιο της T & AB International Trading Corp από την οποία υποτίθεται είχαν αγοραστεί τα προϊόντα από την Mark Man UK. Η εναγόμενη 2 προέβηκε στις πληρωμές στις 23.9.2002 και 3.10.
- Η εναγόμενη 2 ανακάλυψε πως τα δύο FCR ήταν πλαστά μετά τον Ιανουάριο του 2003 και συγκεκριμένα μετά από έλεγχο στις 27.2.
- Η Mar Shipping με επιστολές της προς την εναγόμενη 2 ημερομηνίας 27.2.2003 και 1.3.2003 (Τεκμήρια 209 και 211 αντίστοιχα) επιβεβαίωσε πως τα δύο FCR ήταν πλαστά. Ο Γεόργιη Φεοντορίτη (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση Τεκμήρια 278 και 279) είναι ο διευθυντής της Mar Shipping Company που εδρεύει στην Οδησσό και ασχολείται με τις μεταφορές. Η Mar Shipping ενεργούσε ως αντιπρόσωπος προωθητής (forwarding agent) της Mark Man στην Ουκρανία. Ως εκ της θέσης του γνώριζε, αναφέρει, ότι η Mark Man είχε κοινή επιχείρηση με την Ουκρανική κρατική εταιρεία «Ψωμί της Ουκρανίας» και θα ανακαίνιζαν και θα κατασκεύαζαν σιλό στο λιμάνι της Οδησσού. Η κοινοπραξία είχε γίνει με τη Mark Man UK. Με το έργο, αναφέρει, η Mark Man θα τίθετο σε προνομιακή θέση στον τομέα. Εκθειάζει ο Φεοντορίτη την οργάνωση και συνέπεια της Mark Man και παραπέμπει σε διάφορες συνεργασίες της εταιρείας για να καταδείξει πως είχε πολλές δοσοληψίες για μεγάλες ποσότητες δημητριακών. Είναι η θέση του πως η Mark Man άρχισε, περί τον Απρίλιο του 2002, να έχει καθυστερήσεις στις πληρωμές της, γεγονός που προκάλεσε διαταραχές στο πρόγραμμα φορτώσεών της και στις μεταφορές. Όπως η Mark Man τον είχε πληροφορήσει οι καθυστερήσεις οφείλονταν στην αλλαγή στην πολιτική της χρηματοδότριας τράπεζας. Οι καθυστερήσεις στις πληρωμές επέφεραν καθυστερήσεις στον εκτελωνισμό των δημητριακών, αύξηση των αποθεμάτων και των κόστων διαχείρισης και επηρέασαν αρνητικά την ποιότητα των προϊόντων. Αναφέρεται ο Φεοντορίτη ειδικά στην απαίτηση της τράπεζας, τον Ιούνιο του 2002 για αλλαγή του κειμένου των F.C.R.s που χρησιμοποιούνταν κάτι που, όπως ανέφερε, μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω καθυστερήσεις. Ο Φεοντορίτη μαρτύρησε πως ήταν παρών κατά την επίσκεψη των αξιωματούχων της εναγόμενης 2 στο λιμάνι της Οδησσού το Δεκέμβριο του 2002 και σε συνάντηση στα γραφεία της Mar Shipping. Παρουσιάζει τον Boiston να είναι επικριτικός των χειρισμών και διαδικασιών της Mark Man και να επιμένει σε χρησιμοποίηση μικρών πλοίων για τις μεταφορές της που, όπως και ο Φεοντορίτη του εξηγούσε ήταν ασύμφορα. Ο Φεοντορίτη φέρει τον εαυτό του παρόντα και στη συνάντηση που έγινε στην παρουσία εκπροσώπων της Inspectorate. Μαρτύρησε πως ό,τι ο Boiston ανάφερε ήταν πως η Mark Man είχε παρουσιάσει λανθασμένες αναφορές σχετικά με τη φόρτωση του πλοίου «Smarta» και πως ο Τόσκα είχε αρνηθεί τις κατηγορίες. Κατά τη θέση του στη συνέχεια ο Boiston δήλωσε πως δεν ήταν διατεθειμένος να χρηματοδοτεί τη Mark Man εκτός και αν αυτή ρευστοποιούσε όλα της τα αποθέματα. Ο Φεοντορίτη υποστήριξε πως η διακοπή της χρηματοδότησης της Mark Man τον Ιανουάριο του 2003, που μαθεύτηκε στην αγορά, δημιούργησε ανεπανόρθωτη ζημιά στη φήμη της εταιρείας. Το Φεβρουάριο του 2003 ζητήθηκε από την εναγόμενη 2 όπως η Mar Shipping διεξαγάγει έλεγχο κάποιων φορτίων που αφορούσαν τη Mark Man. Αναφέρεται ο μάρτυρας στα δύο F.C.R.s με αριθμούς 292 και 302 και υποστηρίζει πως αυτά είχαν εκδοθεί από τη Mar Shipping αλλά είχαν πρόβλημα γιατί τα σιτηρά για τα οποία είχαν εκδοθεί και που βρίσκονταν σε σιδηροδρομικούς σταθμούς λίγο έξω από την Οδησσό, διαπιστώθηκε πως ήταν ακατάλληλα. Οι φορτωτές ήθελαν να τα αντικαταστήσουν αλλά δεν το έκαμαν αφού έμαθαν για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Mark Man. Είναι ακατανόητη η θέση του Φεοντορίτη αφού παραδέχεται πως οι φορτωτές είχαν πληρωθεί στη βάση των συγκεκριμένων F.C.R.s. Ο Φεοντορίτη μου έκαμε πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και είμαι πεπεισμένος ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό να υποστηρίξει τις θέσεις που του επέβαλαν οι ενάγοντες. Αρνήθηκε ότι είχαν ποτέ κατηγορήσει τη Mark Man για παραποίηση των F.C.R.s και πρόβαλε τη θέση πως μετά από έρευνα που έκαμαν ανακάλυψαν ότι οι πληρωμές είχαν γίνει σε νόμιμους μεταφορείς της Mark Man. Προέβαλε τη θέση πως επρόκειτο περί λάθους στο σύστημα του υπολογιστή της Mar Shipping. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία πως ο Φεοντορίτη είπε ψέματα και θα ήταν διατεθειμένος να πει οτιδήποτε και να διαστρεβλώσει την πραγματικότητα για να ικανοποιήσει τους ενάγοντες. Τα ακυρωμένα FCRs της Riv. A. Holding Μετά τον Ιανουάριο του 2003 και συγκεκριμένα την 13.2.2003 η εναγόμενη 2 ανακάλυψε ακόμα μια περίπτωση εξαπάτησης της. Η εναγόμενη 2 χρηματοδότησε την αγορά από την Mark Man UK καλαμποκιού, πληρώνοντας την 18.12.2002 $41.940 στην JV Mark Man Grains (Ukraine). Οι πληρωμές είχαν γίνει στη βάση δύο FCR που είχαν εκδοθεί από την Riv. A. Holding στις 4 και 5.12.
- Τα FCR υποβλήθηκαν στην εναγόμενη 2 στις 5.12.2002 (Τεκμήρια 213 και 216 αντίστοιχα). Αυτά ακυρώθηκαν από την Riv. A. Holding την 6.12.2002 γεγονός που γνωστοποιήθηκε στην Mark Man UK αυθημερόν με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 217). Οι Τόσκας και Piliugin δεν ενημέρωσαν την εναγόμενη
- Αντίθετα και μετά την πληρωμή την 18.12.2002 η Mark Man και ο Τόσκας εξακολουθούσαν να παραπλανούν την εναγόμενη 2 (βλ. επιστολή της Mark Man προς την εναγόμενη 2 ημερομηνίας 21.1.2003 - Τεκμήριο 219). Στο τηλεομοιότυπο της Riv. A. Holding που ακυρώνει τα FCR σημειώνεται πως τούτο θα κοινοποιείτο στην εναγόμενη
- Η εναγόμενη 2 δεν έλαβε τέτοια κοινοποίηση και μόλις την 13.2.2003 πληροφορήθηκε σχετικά από την Riv. A. Holding (βλ. Τεκμήριο 218). Γιατί δεν κοινοποιήθηκε το Τεκμήριο 217 στην εναγόμενη 2 εξηγείται σε μεταγενέστερη επιστολή της Riv. A. Holding προς την εναγόμενη 2 ημερομηνίας 17.4.2003 (Τεκμήριο 221). Η Riv. A. Holding είχε λάβει ειδοποίηση από την Mark Man UK ότι σύμφωνα με την μεταξύ τους συμφωνία δεν επιτρεπόταν στην Riv. A. Holding να αλληλογραφεί με οιοδήποτε τρίτο πρόσωπο περιλαμβανομένης της εναγόμενης
- Εν εναντία περιπτώσει την απειλούσαν με λήψη δικαστικών μέτρων. Η γραφολογική μαρτυρία Ο Αντρέας Παναγιώτου (ΜΥ3) διατηρεί από το 2008 γραφολογικό εργαστήριο στη Λευκωσία. Είχε αφυπηρετήσει από την αστυνομία ως Ανώτερος Αστυνόμος έχοντας πολυετή πείρα στα εργαστήρια της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας. Διετέλεσε για 15 χρόνια υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας και για ένα χρόνο διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών. Τα προσόντα του καταγράφονται στις πρώτες σελίδες της Έκθεσης του (Τεκμήριο 311). Έχει κηρυχθεί ως εμπειρογνώμονας (ΚΔΠ 195/1988 ημερομηνίας 22.7.1998) σε θέματα εξέτασης εγγράφων και αναγνώρισης πλαστών εντύπων. Ο Α. Παναγιώτου σύγκρινε την υπογραφή εκ μέρους της Inspectorate στα Τεκμήρια 203 και
- Παρά το γεγονός πως τα έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του είχαν σταλεί με τηλεομοιότυπο ήταν καλής ποιότητας και τα γραφολογικά χαρακτηριστικά των υπογραφών ήταν εμφανή με αποτέλεσμα να διευκολυνθεί, όπως αναφέρει, η γραφολογική του διερεύνηση σε μεγάλο βαθμό. Οι υπογραφές φωτογραφήθηκαν και έγιναν φωτογραφικές μεγεθύνσεις. Η υπογραφή στο Τεκμήριο 204 μεταφέρθηκε σε διαφάνεια (μέθοδος DIA POSITIVE) και τοποθετήθηκε πάνω από την φωτογραφική μεγέθυνση της υπογραφής στο Τεκμήριο 203 (βλ. Φωτοτεχνικός Πίνακας Συγκρίσεων - Τεκμήριο 312, Πίνακας Αρ. 1). Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Οι δύο υπογραφές είναι πανομοιότυπες. Αποδέχομαι την εμπειρογνωματοσύνη του μάρτυρα επί του ζητήματος που κλήθηκε να καταθέσει ως επίσης ότι αυτός κατέθεσε με ειλικρίνεια τη γνώμη του προσπαθώντας να υποβοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Αποδέχομαι τη θέση του μάρτυρα ότι σύμφωνα με τις αναγνωρισμένες και αποδεδειγμένες αρχές της επιστήμης της γραφολογίας ουδέποτε δύο υπογραφές είναι ταυτόσημες σε όλα τα σημεία ιδιαίτερα όταν οι υπογραφές τίθενται κατά διαφορετικά χρονικά στάδια. Όπως εμφαντικά ανέφερε ο Α. Παναγιώτου το χέρι δεν είναι γραφομηχανή ή πιεστήριο ώστε να παράγει προϊόντα ακριβείας αλλά προϊόντα που υπόκεινται σε διακυμάνσεις. Ακόμα και σε χίλιες υπογραφές, σημειώνει, αποκλείεται να υπάρξουν δύο ταυτόσημες. Το συμπέρασμα είναι πως τουλάχιστον η μία υπογραφή δεν είναι αυθεντική, υπό την έννοια ότι δεν σχηματίστηκε επί του εγγράφου που παρουσιάζεται από το πρόσωπο στο οποίο ανήκει. Μεταφέρθηκε εκεί από το άλλο έγγραφο ή οι υπογραφές και στα δύο έγγραφα μεταφέρθηκαν από τρίτο έγγραφο και συνεπώς είναι αμφότερες μη αυθεντικές. Όπως εξήγησε ο Α. Παναγιώτου τέτοια μεταφορά μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση σαρωτή (scanner) και επεξεργασία στο πρόγραμμα «photoshop». Η ίδια μεθοδολογία ακολουθήθηκε και στη βάση των ιδίων αρχών ο Α. Παναγιώτου υπέδειξε πως η υπογραφή εκ μέρους της Inspectorate στο FCR No. 292 (μέρος του Τεκμηρίου 207) είναι ταυτόσημη με την υπογραφή εκ μέρους της Inspectorate στο FCR No. 302 (μέρος του Τεκμηρίου 208) (βλ. Φωτοτεχνικός Πίνακας Συγκρίσεων - Τεκμήριο 312, Πίνακας Αρ. 2). Τα ίδια ισχύουν σε σχέση με τις υπογραφές εκ μέρους της Inspectorate στο πιστοποιητικό No. 1575 ημερομηνίας 23.9.2002 (μέρος του Τεκμηρίου 207) και στο πιστοποιητικό No. 16 ημερομηνίας 2.10.2002 (μέρος του Τεκμηρίου 208) (βλ. Φωτοτεχνικός Πίνακας Συγκρίσεων - Τεκμήριο 312, Πίνακας Αρ. 3). Αποδέχτηκε ο μάρτυρας πως εάν η υπό εξέταση υπογραφές δεν υπογράφηκαν με το χέρι αλλά είναι σφραγίδες τότε αυτές θα είναι ταυτόσημες. Τούτο δεν ανατρέπει τα πιο πάνω συμπεράσματα γιατί οι υπογραφές δεν είναι όλες ταυτόσημες αλλά μόνο ανά ζεύγη. Οι υπογραφές που εμφανίζονται στα Τεκμήρια 203 και 204 είναι αναμφίβολα του ιδίου προσώπου με τις υπογραφές που εμφανίζονται στα δύο FCR, δεν είναι όμως ταυτόσημες. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τις υπογραφές στα δύο πιστοποιητικά αλλά και μεταξύ των υπογραφών στα FCR και τα πιστοποιητικά. Περαιτέρω, στο τιμολόγιο της T & AB International Trading Corp. ημερομηνίας 17.9.2002 (μέρος του Τεκμηρίου 207) η υπογραφή εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας είναι ταυτόσημη με την υπογραφή εκ μέρους της ίδιας εταιρείας στο τιμολόγιο της ημερομηνίας 2.10.2002 (μέρος του Τεκμηρίου 208) (βλ. Φωτοτεχνικός Πίνακας Συγκρίσεων - Τεκμήριο 312, Πίνακας Αρ. 4). Επιμέρους κατάληξη - αξιολόγηση Είναι η κατάληξη μου πως οι δύο εκθέσεις ημερομηνίας 5.11.2002 και 19.11.2002 (Τεκμήρια 203 και 204 αντίστοιχα) δεν ήταν γνήσια έγγραφα της BSI Inspectorate αλλά κατασκευάσματα των εναγόντων που δημιούργησαν με σκοπό την παραπλάνηση της εναγόμενης
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Culliford για τα όσα επεσυνέβησαν στη συνάντηση της Οδησσού και πως ο Τόσκας είχε εκεί, υπό το βάρος των περιστάσεων, προβεί σε παραδοχή. Είναι εδώ το κατάλληλο στάδιο να αναφερθώ σε μεγαλύτερη έκταση στο ζήτημα της αξιοπιστίας του Τόσκα που ήταν ο βασικότερος μάρτυρας για τους ενάγοντες αλλά και του Pilyugin. Ο Τόσκας μου έκαμε την χείριστη των εντυπώσεων ως μάρτυρας. Δεν πιστεύω ούτε μια λέξη από την μαρτυρία του ώστε να βασιστώ στον δικό του λόγο για να προβώ σε ευρήματα γεγονότων. Είναι ο τύπος που νομίζει πως μπορεί να κοροϊδεύει τους πάντες και να επιπλέει. Διεκδικεί με σφοδρότητα τα συμφέροντα του ακόμα και όταν βρίσκεται εν αδίκω, αδιαφορώντας για τις υποχρεώσεις του και τα συναφή δικαιώματα των άλλων. Τα χαρακτηριστικά του αυτά τον οδηγούν, παρά την εξυπνάδα και ετοιμότητα του λόγου που τον διακρίνει, να παρουσιάζει θέσεις τόσο παράλογες και αναληθοφανείς που να διερωτάται ο ακροατής του κατά πόσο αναμένει ότι μπορεί να γίνει πιστευτός. Δεν δίσταζε να παραποιήσει τα γεγονότα ακόμα και εκεί όπου κοινά αποδεκτά έγγραφα ξεκάθαρα τον διέψευδαν. Η κάθε του αναφορά είχε ως στόχο την ανύψωση της εικόνας της Mark Man είτε επρόκειτο για κάτι το σημαντικό είτε αυτό είχε δευτερεύουσα σημασία. Όπου στριμωχνόταν, είτε γιατί τα έγγραφα δεν συνέφεραν στην υπόθεση των εναγόντων, είτε γιατί δεν είχε απαντήσει σε επιστολές των τραπεζών, επικαλείτο προσωπικές τηλεφωνικές επικοινωνίες, που παρουσίαζε πως ξεκαθάριζαν τα ζητήματα, και έδιδαν τις απαραίτητες διευκρινίσεις προς ικανοποίηση των τραπεζών. Ακόμα παρατήρησα πως αφότου διέβλεψε ρήξη στις σχέσεις της Mark Man με την εναγόμενη 2, προς τη δημιουργία εντυπώσεων και προς αυτοενίσχυση κατέγραφε σε επιστολές του ισχυριζόμενες προφορικές διαβεβαιώσεις που τάχα ελάμβανε από αξιωματούχους της τράπεζας. Κλασικό παράδειγμα είναι η επιστολή του ημερομηνίας 17.7.2002 (Τεκμήριο 2
(140)) όπου επικαλείται προφορικές διαβεβαιώσεις του Hagmann, που δεν θα μπορούσε να είχαν δοθεί αφού ο ίδιος ο Hagmann είχε αμέσως προηγουμένως απορρίψει αιτήματα χρηματοδότησης δύο συμβολαίων. Στη μαρτυρία του, την οποία αποδέχομαι, ο Hagmann διαψεύδει τον Τόσκα. Δεν είναι αλήθεια η θέση του Τόσκα πως μετά την επιστολή της Mark Man της 11.7.2002 (Τεκμήριο 2
(143)) υπήρξαν προφορικές υποσχέσεις και καθησυχασμός από την εναγόμενη 2 αφού η ίδια η Mark Man με επιστολή της ημερομηνίας 15.7.2002 (Τεκμήριο 182) παραπονείται για την άρνηση του Hagmann να της παραχωρήσει χρηματοδότηση. Αναφέρθηκε ο Τόσκας σε συμφωνία της Mark Man με κάποια εταιρεία Nidera Handelscompagnie BV ημερομηνίας 14.6.2002 (Τεκμήριο 2
(141)) για την προμήθεια στη Nidera 500.000 - 600.000 μ.τ. δημητριακών. Ο Τόσκας αρχικά ανέφερε πως για να υπογράψει η Mark Man τη συμφωνία βασίστηκε στις επικρατούσες συνθήκες ότι η εναγόμενη 2 θα χρηματοδοτούσε κάθε συναλλαγή της. Στη συνέχεια, ο Τόσκας υποστήριξε πως η Mark Man υπόγραψε το συμβόλαιο αυτό μόνο μετά που ενημερώθηκε η εναγόμενη 2 η οποία έδωσε όλες τις σχετικές διαβεβαιώσεις ότι θα το χρηματοδοτούσε. Φαίνεται να υποστηρίζει πως αυτό έγινε πριν την ανάληψη των υποθέσεων της Mark Man από τους Gulliford και Boiston τον Απρίλιο του
- Ωστόσο ανέφερε ότι σε συνάντηση της 12 - 14.5.2002 με αξιωματούχους της εναγομένης 2 ο Boiston ανάφερε ότι θα χειριζόταν τις υποθέσεις της Mark Man με διαφορετικό τρόπο. Απορρίπτω ανεπιφύλακτα τη θέση του Τόσκα για οποιαδήποτε διαβεβαίωση ή υπόσχεση της εναγόμενης 2 αναφορικά με το συμβόλαιο με την Nidera. Ο Τόσκας πρόβαλε τη θέση πως κατά τη συνεργασία της Mark Man με την εναγόμενη 2 την περίοδο Απριλίου 2002 - Ιανουαρίου 2003 η τράπεζα με πράξεις και παραλήψεις της προκάλεσε μη διορθώσιμη απώλεια του εμπορικού ονόματος της Mark Man και καθοριστικές για το μέλλον της οικονομικές απώλειες. Αναφέρθηκε στην αναστολή χρηματοδότησης συμβολαίων το Δεκέμβριο του 2002 και παρέθεσε σωρεία εγγράφων ως καταδεικτικά αδικαιολόγητων καθυστερήσεων εκ μέρους της εναγόμενης 2 στην εκτέλεση εντολών πληρωμών. Απορρίπτω τη θέση του ως εντελώς αβάσιμη και κακόπιστη. Ο Τόσκας, προσπαθώντας να δημιουργήσει εντυπώσεις υποβάθμισε το ζήτημα των σχέσεων της Mark Man με την εναγόμενη 2 σε προσωπικό επίπεδο. Αιτιάται τους Boiston και Culliford, που από το Μάιο του 2002 ανέλαβαν τη σχέση της τράπεζας με τη Mark Man, ότι την δυσκόλευαν και προέβαλλαν απαιτήσεις. Δεν διαπίστωσα κάτι τέτοιο μέσα από τη δοθείσα μαρτυρία. Ενδεχομένως ο Τόσκας να είχε επαναπαυθεί και εκμεταλλευόταν κάποια χαλαρότητα που είχε προηγούμενα επιδειχθεί, πρέπει όμως να αιτιάται τη δική του συμπεριφορά για την κατάληξη των σχέσεων της Mark Man με την τράπεζα. Ούτε ο Pilyugin μου έκαμε θετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ακολούθησε την πορεία που χάραξε ο Τόσκας, που είχε μαρτυρήσει πριν από αυτόν, ήταν ωστόσο κάπως συγκρατημένος με στοιχεία μετριοπάθειας και όχι θρασύς όπως ήταν ο Tόσκας. Το φορτίο του «Smarta» Το «Smarta» φορτωμένο με σίκαλη και σιτάρι ταξίδεψε προς την Ταραγκόνα της Ισπανίας. Το φορτίο του είχε πουληθεί στην Nidera Handlescompangie BV από την Mark Man η οποία το είχε αγοράσει από την Mark Man UK η οποία το είχε αγοράσει με χρηματοδότηση της εναγόμενης
- Το ποσό που η παραλήπτρια όφειλε να πληρώσει ήταν $3.549.017,47 το οποίο είχε εκχωρηθεί στην εναγόμενη
- Το ποσό θα πληρωνόταν στο λογαριασμό της Mark Man UK στην εναγόμενη 2 με την υποβολή των σχετικών φορτωτικών και τιμολογίων από την εναγόμενη 2 στην τράπεζα της Nidera Handlescompangie BV που ήταν η ABN AMRO Bank. Όπως η εναγόμενη 2 ανακάλυψε το «Smarta» ξεφόρτωσε το φορτίο του παραδίδοντας το στην Nidera Agrocommercial SA. Η φορτωτική που η εναγόμενη 2 απέστειλε στην ABN AMRO Bank της επιστράφηκε και κανένα ποσό δεν πληρώθηκε στο λογαριασμό της Mark Man ή της Mark Man UK στην εναγόμενη
- Το «Smarta» δεν ξεφόρτωσε δυνάμει της φορτωτικής αλλά έναντι επιστολής αποζημίωσης που είχε εκδοθεί από την Mark Man Chartering Limited εταιρεία συνδεδεμένη με την Mark Man και την Mark Man UK (βλ. την αναφορά στο τεκμήριο 316). Κατέστη πρόδηλο πως η Mark Man UK εισέπραξε την αξία του φορτίου κατά παράβαση της εκχώρησης προς όφελος της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 2 καταχώρησε αγωγή στην Μάλτα εναντίον των ιδιοκτητών του «Smarta» αξιώνοντας την αξία του φορτίου γιατί ο πλοιοκτήτης μπορεί να ξεφορτώσει μόνο έναντι της παρουσίασης των πρωτότυπων φορτωτικών. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία πως οι ενάγοντες, με σκοπό την καταδολίευση της εναγόμενης 2 που δικαιούταν στην είσπραξη του ποσού της αξίας του φορτίου, χρησιμοποίησαν χωρίς δικαιολογία το μηχανισμό της επιστολής αποζημίωσης για να επιτύχουν την είσπραξη της αξίας του φορτίου ώστε αυτό να μην καταλήξει στο λογαριασμό της Mark Man στην εναγόμενη 2 και να λογισθεί έναντι των οφειλών τους. Είναι δε πρόδηλο, πως ενήργησαν κατ΄ αυτό τον τρόπο γιατί, παρά τη θρασύτητα τους, αναγνώριζαν πως με τη συμπεριφορά τους είχαν τοποθετήσει την ταφόπετρα στην σχέση χρηματοδότησης τους από την εναγόμενη
- Έτσι δεν είχαν λόγο να επιδείξουν εντιμότητα αφήνοντας το ποσό, στην ορθή πορεία των πραγμάτων, να κατατεθεί στην τράπεζα και να λογιστεί έναντι των χρεών τους. Ο Τόσκας εξέφρασε παράπονα για τις παρεμβάσεις της εναγόμενης 2 αναφορικά με την περίπτωση του πλοίου «Smarta». Καταγγέλλει πως τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2003 ο Boiston και ο Culliford κάλεσαν αξιωματούχους της Nidera για να συζητήσουν πως θα επιλυθεί το ζήτημα με το «Smarta». Καταλογίζει στον Boiston, κατά κύριο λόγο, ότι συκοφάντησε και δυσφήμισε τη Mark Man. Αναφέρει ακόμα πως η εναγόμενη 2 για ανύπαρκτους τεχνικούς λόγους προσπάθησε να συλλάβει το «Smarta» και ότι διαλαλούσε πως θα κινείτο δικαστικά εναντίον της Mark Man αναφορικά με την περίπτωση. Παραπονείται πως η συμπεριφορά της εναγόμενης 2 έθεσε αμέσως τη Mark Man έξω από το χώρο των ναυλώσεων. Η εναγόμενη 2 δεν έκανε τίποτε περισσότερο από του να προασπίσει τα συμφέροντα της και ορθά ενέργησε. Η εναγόμενη 2 δικαιώθηκε αφού την 30.3.2011 εκδόθηκε απόφαση από Δικαστήριο στη Μάλτα υπέρ της εναγόμενης 2 και εναντίον της πλοιοκτητρίας του "Smarta" την εταιρεία Smarta Navigation Ltd για ποσό $3.549.917,49 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 333). Ήταν το ποσό που οφειλόταν στην εναγόμενη 2 από την Mark Man UK σε σχέση με το εμπόρευμα που αποτελούσε το φορτίο του "Smarta". Μετά τον Ιανουάριο του 2003 Παρουσιάζεται από τους Pilyugin και Τόσκα η εικόνα πως τον Ιανουάριο του 2003 η εναγόμενη 2 αιφνίδια τερμάτισε την χρηματοδότηση της Μark Μan. Αυτό απέχει από την πραγματικότητα αφενός γιατί ό,τι η εναγόμενη 2 σταμάτησε να χρηματοδοτεί ήταν νέα συμβόλαια (βλ. τεκμήριο 188) αφετέρου δε η απόφαση της τράπεζας είχε ληφθεί αφού είχε διαπιστώσει πως η Μark Μan είχε χρησιμοποιήσει πλαστά έγγραφα για να την ξεγελάσει. Δεν ήταν πλέον μόνο ζήτημα ασυνέπειας και καθυστερήσεων στις φορτώσεις αλλά και έλλειψης εμπιστοσύνης προς τους ενάγοντες. Η παρουσίαση των πλαστών εγγράφων για τη φόρτωση του "Smarta" είχε καταστρέψει εντελώς τη σχέση εμπιστοσύνης που είναι απαραίτητη προϋπόθεση σε τέτοιου είδους συναλλαγές. Θα έβρισκα δικαιολογημένη την εναγόμενη 2 ακόμα και να σταματούσε κάθε σχέση άμεσα. Όμως, όπως ανάφερε ο Hagmann, προς αποφυγή ανεπιθύμητων αρνητικών συνεπειών η εναγόμενη 2 συνέχισε να χρηματοδοτεί τις ήδη ξεκινημένες συναλλαγές. Στο μεταξύ αποκαλύφθηκαν και οι άλλες ατασθαλίες που σημειώνονται πιο πάνω. Ο τερματισμός της συμφωνίας και του λογαριασμού της Mark Man έγινε την 10.2.2004 με επιστολή των δικηγόρων της εναγόμενης 2 (Τεκμήριο 202). Είναι η θέση των εναγόντων πως όταν τον Ιανουάριο του 2003 η εναγόμενη 2 αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει περαιτέρω εμπορικές πράξεις της Mark Man, η εταιρεία είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο με κάποια εταιρεία Eurograni S.R.L. αξίας περίπου 3 εκατ. δολαρίων. Παρουσιάστηκε σχετικό έγγραφο στα Γαλλικά (Τεκμήριο 2
(86)). Παρουσιάστηκε ακόμα τραπεζική πίστωση της Eurograni (Τεκμήριο 2
(87)). Το έγγραφο έχει ημερομηνία 29.1.2003 και δεν αποκλείεται να εκτελέστηκε εκ του πονηρού ενόψει του γεγονότος πως η εναγόμενη 2 είχε ήδη εκδηλώσει τις προθέσεις της. Στη βάση της σχέσης των μερών, η εναγόμενη 2 είχε κάθε δικαίωμα να απορρίψει οποιαδήποτε προτεινόμενη χρηματοδότηση και σε κάθε περίπτωση στο χρονικό εκείνο στάδιο να μην αποδεχτεί καμιά, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της. Παραπονείται η Mark Man πως μετά τον τερματισμό της συνεργασίας με την εναγόμενη 2 η τελευταία άρχισε να επικοινωνεί με διάφορους παράγοντες της αγοράς των δημητριακών στην Ουκρανία και να ρωτά ερωτήσεις αναφορικά με την Mark Man. Παρέπεμψε ο Τόσκας στο Τεκμήριο 2
(174)όπου η εναγόμενη 2 ζητεί την πληρωμή κάποιου ποσού. Το ποσό είχε εκχωρηθεί στην τράπεζα που αγωνιούσε να το εισπράξει. Ζήτησε ακόμη η τράπεζα απογραφή των αποθεμάτων της Mark Man στην Riv A. Holding (Τεκμήριο 2
(175)). Είναι η θέση της Mark Man πως η συμπεριφορά αυτή της εναγόμενης 2 κατέστησε αδύνατη την οποιαδήποτε προοπτική της Mark Man να συνεχίσει να δραστηριοποιείται στο εμπόριο των δημητριακών. Το τεκμήριο 2
(174)(επίσης τεκμήριο 226) είναι επιστολή ημερομηνίας 10.2.2003 προς κάποιους Lorico από τη Βηρυτό. Αφορούσε μια φόρτωση εμπορευμάτων από τη Mark Man UK στο πλοίο Μ/V Haled Muhhieddine. Εφόσον οι εισπράξεις από την πώληση ήταν εκχωρημένες στην εναγόμενη 2 η τελευταία άσκησε τα δικαιώματα της προς υπεράσπιση των συμφερόντων της. Η εναγόμενη 2, κατ΄ ακολουθία τηλεφωνημάτων, με επιστολή της προς την Mark Man UK ημερομηνίας 28.2.2003 (Τεκμήριο 227) είχε ζητήσει να της παραδοθούν τα σχετικά έγγραφα ώστε να βεβαιωθεί ότι το προϊόν της πώλησης θα κατέληγε στο λογαριασμό της Mark Man UK κοντά της, όμως η Mark Man UK παρέλειψε να τα παραδώσει. Έτσι η εναγόμενη 2 απέστειλε την 12.2.2003 επιστολή προς την Riv. A. Holding (Τεκμήριο 2
(175)) σε σχέση με τα πιο πάνω έγγραφα. Μέσα σ΄ αυτή την κατάσταση η Mark Man, προς την οποία τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Mark Man UK είχαν, όπως διατείνονται, εκχωρηθεί (βλ. Τεκμήριο 224) απέστειλε την 6.3.2003 επιστολή προς την Lorico (Τεκμήριο 228) ζητώντας της να μην προβεί σε οιανδήποτε πληρωμή για τα εμπορεύματα προς την εναγόμενη
- Πρόκειται για την ίδια τακτική που ακολουθήθηκε σε σχέση με το προϊόν της πώλησης του φορτίου του "Smarta", δηλαδή, να μην καταλήξει το ποσό σε λογαριασμό στην εναγόμενη 2 ώστε η τελευταία να μην μπορεί να το λογίσει έναντι των ποσών που δικαιούταν και είχε να λαμβάνει. Η εναγόμενη 2 ενήργησε ώστε να προασπίσει τα συμφέροντα της, δεν ξέφυγε των ορίων και δεν μπορεί να κατηγορηθεί ή να έχει οιανδήποτε ευθύνη γι΄ αυτό. Όπως εξήγησε ο Hagmann η εναγόμενη 2 επικοινώνησε με διάφορους διακομιστές για να εξακριβώσει τα αποθέματα που αποθηκεύονταν για λογαριασμό της, μια απόλυτα νόμιμη και δικαιολογημένη ενέργεια, αφού η τράπεζα είχε δικαιώματα εξασφάλισης πάνω στα εμπορεύματα που είχαν αγορασθεί με δική της χρηματοδότηση. Δικαιολογημένες και αναμενόμενες ήταν και οι επαφές με την Νidera σε σχέση με το φορτίο του "Smarta". Η εναγόμενη 2 κινήθηκε δικαστικά στη Μάλτα. Ενεπλάκηκε και η Nidera που είχε αγοράσει από την Mark Man το φορτίο. Η Mark Man εκτέθηκε στους ανεξάρτητους επιθεωρητές την BSI Inspectorate που με την επιστολή της της 27.1.2003 επιβεβαίωσε πως τα έγγραφα που η Mark Man είχε παρουσιάσει στην εναγόμενη 2 ήταν πλαστά. Εκτέθηκε ακόμα στην Mar Shipping που με επιστολές της ημερομηνίας 27.2.2003 και 1.3.2003 επιβεβαίωσε πως τα FCRs που η Mark Man είχε παρουσιάσει στην εναγόμενη 2 ήταν πλαστά. Το ίδιο και στην Riv. A. Holding. Η θέση πως η Mark Man είχε πλέον τεθεί εκτός της αγοράς είναι ορθή και την αποδέχομαι. Φαίνεται να είναι ορθό ότι σ΄ αυτού του είδους τις δοσοληψίες του διεθνούς εμπορίου, όπου διακινούνται εμπορεύματα μεγάλης αξίας με τους εμπλεκόμενους να συνεννοούνται εξ αποστάσεως και να διακυβεύονται τεράστια συμφέροντα και να υπάρχουν διάφοροι κίνδυνοι, η καλή πίστη και καλή φήμη του εμπόρου είναι ό,τι πιο σημαντικό. Όταν ο έμπορας απωλέσει το καλό του όνομα τίθεται άμεσα εκτός της αγοράς. Άλλωστε η Mark Man σταμάτησε τις εργασίες της. Αν ήταν απλά ζήτημα απώλειας της χρηματοδότησης θα αναμενόταν ότι κάποιες συναλλαγές θα είχε η Mark Man με άλλους χρηματοδότες. Η ουσία όμως είναι πως αυτή την κατάσταση είχε προκαλέσει η ίδια η Mark Man με τη συμπεριφορά της και τις ενέργειες των διοικητικών της συμβούλων και διευθυντών. Το ζήτημα των αποζημιώσεων Έχει απορριφθεί κάθε βάση αγωγής που οι ενάγοντες υποστήριξαν με την αξίωση τους. Το ζήτημα των αποζημιώσεων δεν είναι πλέον χρήσιμο για την τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου που είναι η απόρριψη της απαίτησης. Θεωρείται όμως ορθό, σε τέτοιες περιπτώσεις, το πρωτόδικο δικαστήριο να ενασχολείται επικουρικά με τέτοια ζητήματα ώστε σε περίπτωση ανατροπής της κατάληξης του κατ΄ έφεση να υφίσταται το υπόβαθρο για έκδοση απόφασης από το εφετείο επί της ουσίας προς αποφυγή διαταγής για επανεκδίκαση. Η επιπλοκή που υπάρχει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ότι κάποιες βάσεις αγωγής τίθενται διαζευκτικά προς άλλες ή είναι ανατρεπτικές άλλων. Το ζήτημα καθίσταται ακόμα πιο περίπλοκο με δεδομένο ότι οι αποζημιώσεις διεκδικούνται από διαφορετικές νομικές προσωπικότητες, αφενός τις εναγόμενες 1 και 3 και αφετέρου την εναγόμενη
- Φαίνεται να είναι κοινό έδαφος, και εν πάση περιπτώσει αυτή ήταν η κατάληξη του δικαστηρίου, πως μετά τον Ιανουάριο του 2003 η Mark Man είχε τεθεί εκτός του εμπορίου των δημητριακών. Η αντιδικία περιορίστηκε ουσιαστικά στο κατά πόσο η εναγόμενη 2 ευθυνόταν γι΄ αυτό. Ανεξάρτητα, λοιπόν, του κατά πόσο η εναγόμενη 2 είχε ευθύνη το δεδομένο αφ΄ εαυτού ανατρέπει την όποια ουσιαστική διεκδίκηση εναντίον των εναγομένων 1 και
- Η όποια χρηματοδότηση από τη Λαϊκή ή την Fortis, που κατ΄ ισχυρισμό διεκόπη λόγω της συμπεριφοράς της εναγόμενης 1, ακόμα και αν ήταν διαθέσιμη δεν θα ήταν χρήσιμη αφού η Mark Man δεν θα είχε συναλλαγές για να χρηματοδοτηθεί. Ο Χρίστος Χριστοδούλου (ΜΕ6) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 291) είναι εγκεκριμένος λογιστής, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του ελεγκτικού οίκου CSC Christodoulou. Διορίστηκε από τους ενάγοντες για να αποτιμήσει την απώλεια κερδών της Mark Man. Η εργασία του έχει μια εγγενή αδυναμία. Όπως ανάφερε, όλα τα στοιχεία, οι πληροφορίες, οι εξηγήσεις και οι αναλύσεις που έλαβε από την Mark Man του δόθηκαν από τον Pilyugin. Ο Pilyugin έχει κριθεί ως αναξιόπιστος και συνεπώς αναξιόπιστη πηγή για οιανδήποτε πληροφόρηση. Ο Χριστοδούλου δεν έχει καμιά εμπειρία στην εμπορία δημητριακών από την Ουκρανία που ήταν ο κύριος προμηθευτής της Mark Man. Η υπεράσπιση παρουσίασε τον James Dunsterville (ΜΥ5) ο οποίος κατάθεσε πολυσέλιδη έκθεση του ημερομηνίας 18.5.2011 αναφορικά με την Ουκρανική αγορά των δημητριακών (Τεκμήριο 319). Ο Dunsterville είναι ανεξάρτητος αναλυτής της αγοράς των δημητριακών από το 1984 και έχει ικανοποιήσει το δικαστήριο πως είναι γνώστης της αγοράς των δημητριακών, από τους πολύ αξιόλογους σε διεθνές επίπεδο. Όπως εξήγησε πέραν των γνώσεων για το εμπόριο των δημητριακών, ειδικά σε σχέση με την Ουκρανία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το σύστημα, οι δυσκολίες, οι ασταθείς παράγοντες, η πολιτική και η διαφθορά που υπάρχει στη χώρα. Φαίνεται δε πως η τάση στη χώρα εξελίχθηκε ώστε οι παραγωγοί να συναλλάττονται κατευθείαν με τους μεγάλους εμπόρους και να παραμερίζονται οι μεσάζοντες όπως η Mark Man. Αποδέχομαι τον μάρτυρα Dunsterville ως ειλικρινή και αξιόπιστο και αποδέχομαι ως ορθές και βάσιμες τις παρατηρήσεις του αναφορικά με την έκθεση του Χριστοδούλου όπως καταγράφονται στη δική του έκθεση (σελ. 6 δύο τελευταίες παράγραφοι και σελ. 7). Οι παρατηρήσεις αυτές καθιστούν την εργασία και κατάληξη του Χριστοδούλου ως εκτός πραγματικότητας ώστε να μην μπορεί το Δικαστήριο να βασισθεί σ΄ αυτήν. Όσον αφορά τη μεθοδολογία αποτίμησης της ζημιάς η υπεράσπιση παρουσίασε τη μαρτυρία της Στάλας Βασιλείου (ΜΥ6) πτυχιούχου στην οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων με ειδίκευση στη λογιστική και χρηματοοικονομική διοίκηση, κατόχου αναγνωρισμένων επαγγελματικών τίτλων και με επαγγελματική πείρα από το
- Η Σ. Βασιλείου ετοίμασε πολυσέλιδη έκθεση (Τεκμήριο 330). Στη σελίδα 8 προβαίνει σε παρατηρήσεις αναφορικά με τη μεθοδολογία που ακολούθησε ο Χριστοδούλου. Η μεθοδολογία του Χριστοδούλου που είναι ο υπολογισμός της απώλειας κερδών χαρακτηρίζεται ως ακατάλληλη μέθοδος ενόψει του γεγονότος της διακοπής των εργασιών της Mark Man. Η προτεινόμενη από τη Βασιλείου μέθοδος της αποτίμησης της αξίας της εταιρείας φαίνεται να ήταν η καταλληλότερη. Αναφέρεται στην MMP GMBH Network (formerly Antal International GMBH) v. Antal International Network Ltd [2011] All ER (D) 40 πως εάν το αποτέλεσμα της παράβασης θέτει την εταιρεία εκτός λειτουργίας τότε, εφόσον εξ ορισμού δεν υπάρχουν μελλοντικά κέρδη ή ζημιές έναντι των οποίων να αντιπαραβληθούν τα κέρδη ή οι ζημιές που η εταιρεία θα έκαμνε εάν δεν επεσυνέβαινε η παράβαση, τότε δεν είναι δυνατόν για το δικαστήριο να κοστολογήσει τις ζημιές στη βάση των απολεσθέντων κερδών. Η προσέγγιση του Χριστοδούλου είναι εξωπραγματική. Θεωρεί πως η Mark Man θα είχε πάντα κέρδη και για την περίοδο που επέλεξε δεν θα προκαλείτο καμιά ζημιά. Η προσέγγιση του είναι άκρως θεωρητική και παραγνωρίζει την πραγματικότητα του τι είχε μέχρι τότε συμβεί με αποτέλεσμα η Mark Man και η Mark Man UK να είναι καταχρεωμένες και χωρίς κεφάλαια. Οι δύο διαιτητικές αποφάσεις (Τεκμήρια 328 και 329) και το χρέος των $540.800 και $325.000 της Mark Man συνιστούν ακόμα μια πραγματικότητα που παραγνωρίστηκε από τον Χριστοδούλου. Κατά πρώτο λόγο, το συνολικό χρέος των $865.800 ήταν από μόνο του ένα εμπόδιο στις προοπτικές της Mark Man. Κατά δεύτερο λόγο, η ύπαρξη του χαρακτήριζε πλέον τη Mark Man ως εταιρεία με διαιτητικές αποφάσεις εναντίον της και που τα δεδομένα της δείχνουν πως δεν θα μπορούσε να τακτοποιήσει άμεσα. Αυτό θα είχε αντίκτυπο στην όποια φήμη και στην όποια αξιοπιστία η εταιρεία διατηρούσε. Κατά τρίτο λόγο, οι δύο περιπτώσεις επιβεβαιώνουν τους κινδύνους του εμπορίου δημητριακών στην Ουκρανία κάτι που θα έπρεπε να έχει αντίκτυπο στις όποιες εκτιμήσεις για κέρδη στον τομέα αυτό. Προβλήματα στο εμπόριο δημητριακών από την Ουκρανία παρουσιάζονταν από τον καιρό που η Mark Man συνεργαζόταν με την εναγόμενη 1 το 1999 και έχουν αναφερθεί δύο περιπτώσεις που αφορούσαν χρηματοδότηση συνολικού ποσού $1.630.
- Υποστήριξε ο Τόσκας πως η χρηματοδότηση της Λαϊκής θα χρησιμοποιείτο 10-11 φορές το χρόνο και θα δημιουργούσε κύκλο εργασιών 8 - 8,5 εκατ. δολάρια με 1 εκατ. δολάρια ετήσια κέρδη για τη Mark Man. Ο Pilyugin μίλησε για χρήση της χρηματοδότησης 7-8 φορές το χρόνο. Αυτό θα προϋπόθετε να είχε η Mark Man έτοιμες συμφωνίες και να μπορούσε να κατανέμει τις πράξεις ανά 30-35 μέρες και να διεκπεραιώνει πλήρως κάθε πράξη σε διάστημα ενός μηνός. Οι περιστάσεις δείχνουν πως κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Σημειώνω πως την περίοδο εκείνη η Mark Man χρηματοδοτείτο από την εναγομένη
- Αναφέρει ο Τόσκας πως όλες της οι πράξεις είχαν χρηματοδοτηθεί και τα κέρδη της ήταν πολύ λιγότερα από $50.000 το μήνα. Ο Pilyugin ανέφερε πως συμμορφώθηκαν στις υποχρεώσεις τους δυνάμει της συμφωνίας της 23.11.2000 στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Ακόμα και αν οι Τόσκας και Pilyugin δεν ήταν ακριβείς, και ενώ είχαν περισσότερα κέρδη μαρτύρησαν έτσι γιατί τα απέκρυβαν από την εναγόμενη 1 την οποία απέφευγαν να πληρώνουν, κωλύονται από του να ισχυρίζονται, στο σκέλος της υπόθεσης τους που αφορά τις αποζημιώσεις, πως η Mark Man είχε διαφορετική κερδοφορία. Η Mark Man είχε υποχρέωση πληρωμών προς την εναγόμενη 1 τουλάχιστον $600.000 ετησίως και το «μέτρο των δυνατοτήτων της» αποκαλύπτεται από το γεγονός των πληρωμών που στην πραγματικότητα έγιναν (βλ. τεκμήρια 44-53). Μέχρι τον Αύγουστο του 2002, δηλαδή για περίοδο 21 μηνών, πλήρωσαν $599.764,
- Η θέση του Pilyugin πως η εναγόμενη 1 συναινούσε στη μη πληρωμή των ποσών ή ανεχόταν την κατάσταση διαψεύδεται από τη σχετική αλληλογραφία (βλ. Τεκμήρια 30,32-35,37 και 38). Η απώλεια της χρηματοδότησης της Fortis την εποχή εκείνη δεν επηρέασε καθόλου τη δυνατότητα της Mark Man αφού καμιά της συναλλαγή δεν παρέμεινε χωρίς να χρηματοδοτηθεί. Ανάλογες ήταν οι τοποθετήσεις του για τη χρηματοδότηση από την Fortis. Αναφέρει πως η Mark Man είχε εγκριμένη χρηματοδότηση 5 εκατ. δολαρίων που θα δημιουργούσαν κύκλο εργασιών 25 εκατ. δολάρια το χρόνο με ετήσιο κέρδος 4 εκατ. δολάρια και αυτό ως αρχή. Τα ποσά στη συνέχεια θα αυξάνονταν. Η προσέγγιση του είναι άκρως θεωρητική και εκλαμβάνει ότι η ύπαρξη χρηματοδότησης είναι η μόνη παράμετρος. Η πραγματικότητα διαφέρει. Στο στάδιο τούτο ο Τόσκας παραβλέπει τις πρακτικές δυσκολίες που άλλοι επικαλούνται για καθυστερήσεις, ξεχνά πως η Mark Man είχε διενεργήσει πράξεις που προκάλεσαν ζημιά και χρέος προς την εναγόμενη
- Δεν έχει καταδειχθεί πως εάν η Mark Man είχε χρηματοδότηση το 2003 και μετά θα είχε εμπορικές συναλλαγές, πολύ περισσότερο κέρδη. Όπως ο ίδιος ο Τόσκας ανέφερε η εναγόμενη 2 με τη συμπεριφορά της τους πρώτους μήνες του 2003 έθεσε τη Mark Man έξω από το χώρο των ναυλώσεων. Υποστήριξε πως η Mark Man οδηγήθηκε σε εμπορική αδράνεια. Παρουσίασε ο Τόσκας σχετικές επιστολές και άλλα έγγραφα (Τεκμήρια 174-177) για να καταδείξει τις ενέργειες της εναγόμενης
- Υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που καθιστά το ύψος των διεκδικούμενων αποζημιώσεων στη μορφή απώλειας μελλοντικών κερδών εναντίον των εναγομένων 1 και 3 μια εντελώς θεωρητική προσέγγιση. Αυτή αφορά στις δυνατότητες και διάθεση της Fortis να χρηματοδοτήσει τη Mark Man. Όπως μαρτυρήθηκε και αποδέχομαι η Fortis χρηματοδοτούσε τη Mark Man κατά συναλλαγή και οι συναλλαγές δεν ήταν τόσο μεγάλες. Κανένας αξιωματούχος της Fortis δεν παρέλασε από το εδώλιο του μάρτυρα και ουδεμία μαρτυρία δόθηκε γι΄ αυτήν την παράμετρο. Οτιδήποτε ειπώθηκε από τους Tόσκα και Pilyugin δεν έχει αποδειχτική αξία. Mark Man - Mark Man UK Η Mark Man UK που ήταν εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο διαγράφηκε την 1.10.2002 συνέχισε όμως να συναλλάττεται με την εναγόμενη 2 που προδήλως δεν είχε ενημερωθεί. Διαλύθηκε τελικά την 4.4.
- Η εναγόμενη 2 έχει να λαμβάνει από αυτήν $9.453.394,87 (βλ. Τεκμήριο 308). Η Mark Man με τηλεομοιότυπό της ημερομηνίας 10.2.2003 προς την εναγόμενη 2 (Τεκμήριο 224) την πληροφόρησε ότι από 5.2.2003 είχε αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία της Mark Man UK. Είναι η θέση της εναγόμενης 2 πως τέτοια εκχώρηση δεν μπορούσε νόμιμα να πραγματοποιηθεί γιατί η Mark Man UK είχε ήδη εκχωρήσει δικαιώματά της προς την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμήρια 2
(85)και 83-85). Ενόψει της κατάληξης καθίσταται αχρείαστη η εμπλοκή του Δικαστηρίου στο πιο πάνω νομικό ζήτημα, φαίνεται όμως πως υπό άλλες περιστάσεις θα υπήρχε σοβαρό ζήτημα αφού η αξίωση εδράζεται σε ισχυρισμούς ότι η Mark Man δυσφημίστηκε και η Mark Man απώλεσε τις χρηματοδοτήσεις και όχι ότι η Mark Man UK απώλεσε κέρδη που θα διοχετεύονταν στην Mark Man. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω η απαίτηση εναντίον των εναγομένων απορρίπτεται με έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Οι εναγόμενες 1 και 3 και η εναγόμενη 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση κατά τη δίκη θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων. Αναφορικά με το γεγονός ότι καταχώρησαν ξεχωριστή έκθεση υπεράσπισης οι εναγόμενες 1 και 3 αφενός και η εναγόμενη 2 αφετέρου θα δικαιούνται ξεχωριστά στα έξοδα που αφορούν το δικογράφημα τους. Στην ανταπαίτηση της εναγομένης 2 εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον της ενάγουσας 1 για το ισόποσο σε ευρώ (με σημερινή ισοτιμία) ποσό των $1.003.925,66 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Για τις δικασίμους η εναγόμενη 2 δεν θα δικαιούται σε ξεχωριστά έξοδα πέραν αυτών που επιδικάσθηκαν με την απόρριψη της απαίτησης. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αnafora: paravasi simfonias, trapezikes dieukolinsis, trapeziko aporrito cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο