Yiannakis Ann Tsangarides Ltd ν. Αλέκου Ιακώβου, Αρ. Αγωγής: 5215/07, 12.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A348 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5215/07 Μεταξύ: Yiannakis & Ann Tsangarides Ltd, από την Παρεκκλησιά Λεμεσού Εναγόντων και Αλέκου Ιακώβου, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.12.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κ. Νεοφύτου (κα Ε. Ηλία για να ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο: κ. Τσίκος (κα Μ. Ιακώβου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των ΛΚ2.000 από τον εναγόμενο ως υπόλοιπο λογαριασμού μέχρι και τις 17.03.
- Με βάση την έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης τους και εφοδίαζαν με καύσιμα κινήσεως τα οχήματα του. Ως ισχυρίζονται η εξόφληση θα γινόταν μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημέρα που λάμβανε χώρα ο εφοδιασμός των οχημάτων με καύσιμα. Αναφέρουν ότι διατηρούσαν ανοιχτό λογαριασμό με πίστωση και ο λογαριασμός αυτός στις 17.03.2004 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ2.
- Ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αρνείται κάθε συνεργασία με τους ενάγοντες. Αναφέρει ότι προμηθευόταν πετρέλαιο κίνησης από την εταιρεία Γιαννάκης και Άννα Τσαγγαρίδου Λτδ που βρίσκεται στην Παρεκκλησιά και τους έχει εξοφλήσει πλήρως. Δεν ειδοποιήθηκε ποτέ ότι οφείλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Οι ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους κάλεσαν δύο μάρτυρες και ο εναγόμενος κατέθεσε κι αυτός ενόρκως. Κατατέθηκαν συνολικά και από τις δύο πλευρές 8 τεκμήρια. Ο ΜΕ1 είναι ο διευθυντής των εναγόντων Γιαννάκης Τσαγγαρίδης ο οποίος στη γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι μεταξύ των ετών 2003 και 2004 εφοδίαζαν με καύσιμα τα αυτοκίνητα του ενάγοντα και κάθε φορά που τα εφοδίαζαν σημείωναν στο τιμολόγιο την ημερομηνία, τους αριθμούς του οχήματος και το ποσό των χρημάτων που αντιστοιχούσε στον εφοδιασμό και ο εναγόμενος ή οι υπάλληλοι του υπέγραφαν δίπλα από τους αριθμούς εγγραφής των οχημάτων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 βιβλιάριο τιμολογίων στο οποίο όπως έχει αναφέρει φαίνονται όλες οι ημερομηνίες ανεφοδιασμού των οχημάτων του εναγόμενου. Εξήγησε ότι με την παρούσα υπόθεση σχετίζονται τα τιμολόγια υπ΄ αριθμό 5020-5032 ενώ τα τιμολόγια 5001-5019 που αφορούν πάλι τον εναγόμενο έχουν πληρωθεί είτε από τον εναγόμενο είτε από την εταιρεία Athinodorou Brothers Ltd. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε ότι στις 26.01.2004 ο ενάγοντας του έδωσε την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ύψους ΛΚ5.392 με αριθμό 37831367 για την εξόφληση των τιμολογίων 5013-5019 επιστράφηκε απλήρωτη αλλά αργότερα διευθετήθηκε η πληρωμή της με μετρητά. Στη συνέχεια ανέφερε ότι στις 11.03.2004 ο εναγόμενος του έκδωσε ακόμα μια επιταγή ύψους ΛΚ7.000 με αριθμό 37831382 για την εξόφληση των τιμολογίων 5020-
- Το συνολικό ποσό που αφορούσαν τα τιμολόγια 5020-5027 ήταν ΛΚ6.874,73 γι΄ αυτό του επέστρεψε το ποσό των ΛΚ125 σε μετρητά. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στο τιμολόγιο με αριθμό 5027 στο οποίο υπάρχουν χειρόγραφες εξηγήσεις. Η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη γιατί ο λογαριασμός του εναγόμενου έκλεισε και ο λογαριασμός του εναγόμενου παρουσίαζε υπόλοιπο ΛΚ11.486,
- Στις 30.03.2004 ο εναγόμενος εξέδωσε άλλη επιταγή προς όφελος των εναγόντων της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 44762959 για το ποσό των ΛΚ11.
- Έκδωσε την επιταγή για το ποσό των ΛΚ11.500 γιατί αγόρασε και είδη περιπτέρου. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι στα τιμολόγια με αριθμό εγγραφής 5020-5027 υπάρχει σφραγίδα paid λόγω της έκδοσης επιταγής
- Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 πρόχειρη σημείωση στην οποία αναγράφονται τα ποσά που καταβλήθηκαν τόσο από την εταιρεία Athinodorou Brothers Ltd όσο και από τη θυγατέρα του εναγόμενου και συγκεκριμένα αναφέρει ότι η θυγατέρα του εναγόμενου πλήρωσε το ποσό των ΛΚ5.000 και η εταιρεία Athinodorou Brothers Ltd σταδιακά το ποσό των ΛΚ4.
- Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος συνεχίζει να οφείλει στην εταιρεία του το ποσό των ΛΚ2.
- Στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι γνωρίζει ότι τα τιμολόγια μέχρι 5019 είναι πληρωμένα. Συμφώνησε ότι 21.04.2004 είχαν εξοφληθεί τα τιμολόγια με αριθμούς 5013-5019 και παραδέχθηκε ότι μετά τις 17.03.2004 δεν είχε άλλη συνεργασία. Όσον αφορά το τεκμήριο 3 εξήγησε ότι η τελευταία πληρωμή έγινε στις 23.07.2005 από την Athinodorou Brothers Ltd και εξήγησε τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμήριο 3 ότι έχουν πληρωθεί. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι λέει ψέματα και ανέφερε ότι η πληρωμή του ποσού των ΛΚ500 στις 20.04.2005 αναφέρεται στο τεκμήριο
- Στη συνέχεια υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι λέει ψέματα από την στιγμή που ανέφερε ότι από τις 17.03.2004 δεν είχε άλλη συναλλαγή με τον ενάγοντα και ο μάρτυρας το αρνήθηκε και επανέλαβε ότι η πληρωμή των ΛΚ500 αναφέρεται στο τεκμήριο
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι εξοφλήθηκε το ποσό και σε ερώτηση αν στάληκε επιστολή στον εναγόμενο ότι τους χρωστά απάντησε «γιατί δεν το γνώριζε ότι μας χρωστά;». Ο ΜΕ2 είναι ο Λεύκιος Τσαγγαρίδης ο λογιστής των εναγόντων. Ανέφερε ότι ο εναγόμενος ήταν πελάτης των εναγόντων. Αναφέρθηκε στο τεκμήριο 2 που είναι τα τιμολόγια καθώς και στη σχέση του τεκμηρίου 5 μαζί με το τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι το ποσό που αναφέρεται τεκμήριο 5 περιλαμβάνεται στις πληρωμές που αναφέρονται στο τεκμήριο
- Ο εναγόμενος στην γραπτή του κατάθεση μεταξύ άλλων αναφέρει για πρώτη φορά ότι πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του ότι το σωστό όνομα της εταιρείας Γιαννάκης και Άννα Τσαγγαρίδη Λτδ είναι Yiannakis & Ann Tsangarides Ltd. Ισχυρίζεται ότι τα ποσά που αναφέρουν τα έχει πληρώσει και τους έχει εξοφλήσει. Ισχυρίζεται ότι τις επιταγές της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 37831382 ύψους ΛΚ7.000 και 37831382 για το ποσό των ΛΚ11.500 τις έχει εξοφλήσει γι΄ αυτό του επιστραφήκαν και τις κατάστρεψε. Στην παράγραφο 8 της γραπτής του κατάθεσης θέτει ένα ισχυρισμό πως οι ενάγοντες στην αγωγή τους αναφέρουν ότι στις 17.03.2004 ο λογαριασμός του είχε υπόλοιπο ΛΚ2.000 και ο κ. Τσαγγαρίδης ανέφερε ότι μετά τις 17.03.2005 αυτός και ο κ. Αθηνοδώρου έκαμαν πληρωμές ΛΚ9.500 πως είναι δυνατό να μην έχει εξοφλήσει. Ισχυρίζεται τέλος ότι τα έχει εξοφλήσει και οι επιταγές έχουν επιστραφεί και αυτός είναι ο λόγος που χρειάστηκε 3 χρόνια για να προχωρήσουν οι ενάγοντες με αγωγή. Είναι η θέση του ότι έγιναν δύο πληρωμές στις 22.07.2005 και 23.03.2005 ύψους ΛΚ1.000 οι οποίες αναφέρονται στο τεκμήριο 6 που είναι σημειώσεις του ΜΕ1 αλλά δεν αναφέρονται στο τεκμήριο 3 που ως ισχυρίζεται ο ΜΕ1 σημειώνονται οι πληρωμές. Ισχυρίζεται ότι ο λόγος που οι ενάγοντες δεν έχουν τις επιταγές είναι γιατί του επιστραφήκαν όταν εξόφλησε και αυτός με τη σειρά του τις κατάστρεψε. Περαιτέρω αναφέρει ότι τα όσα ο ΜΕ1 αναφέρει για το ποσό των ΛΚ125 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και για το τεκμήριο 5 αναφέρει το βρήκε τυχαία στο αυτοκίνητο και δεν την είχε φυλαγμένη. Κατά την αντεξέταση κατατέθηκε ως τεκμήριο 8 φωτοαντίγραφο επιταγών με αριθμούς 37831367, 37831382 και 44762959 ημερομηνιών 26.01.2004, 11.03.2004 και 30.03.2004 αντίστοιχα για τα ποσά των ΛΚ5.292, ΛΚ7.000 και ΛΚ11.500 αντίστοιχα. Επανέλαβε ότι οι πιο πάνω επιταγές του επιστράφηκαν γιατί εξόφλησε τους ενάγοντες και επανέλαβε ότι δεν οφείλει οτιδήποτε σα αυτούς. Στο στάδιο των αγορεύσεων αμφότεροι οι δικηγόροι αφού ανέλυσαν τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κάλεσαν έκαστος το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία που έχουν προσφέρει και να απορρίψει την άλλη. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες τη στιγμή που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία τους. Το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(1999)1 (B) Α.Α.Δ. 1273 τονίζονται τα ακόλουθα: «Η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει και στη συνέχεια να τη χρησιμοποιήσει, το πρίσμα της πείρας όπου διαθέτει και τις γνώσεις του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας». Ασκώντας συνεπώς το πιο πάνω καθήκον μου σε σχέση με τα πρόσωπα που έχουν καταθέσει ενώπιον μου παρατηρώ τα εξής: Ο ΜΕ1 διευθυντής των εναγόντων έχει αφήσει θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και προσπάθησε τόσο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης αλλά και στην αντεξέταση να παραθέσει στο Δικαστήριο γεγονότα όπως ουσιαστικά ο ίδιος τα γνώριζε ενισχύοντας τη θέση του και από τα τεκμήρια τα οποία έχει καταθέσει. Η θέση του μάρτυρα ενισχύεται από το τεκμήριο 2 το οποίο έχει καταθέσει και αφορά τιμολόγια της εταιρείας του που εκδίδονταν όταν εφοδίαζαν με καύσιμα οχήματα του εναγόμενου. Επεξηγά ποια τιμολόγια αφορούν τη συγκεκριμένη περίπτωση, ποια τιμολόγια έχουν πληρωθεί από τον ενάγοντα και από ποια τιμολόγια παραμένει υπόλοιπο. Μελετώντας το τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα τα τεκμήρια που προσδιόρισε ο μάρτυρας παρατηρώ ότι στο πίσω μέρος υπάρχουν σημειώσεις του μάρτυρα όσον αφορά διάφορες πληρωμές είτε από τον εναγόμενο είτε από διάφορα πρόσωπα για τον εναγόμενο. Αναφέρεται σε συγκεκριμένες επιταγές τις οποίες σημειώνει στα τιμολόγια ότι επεστράφηκαν, τον τρόπο που έχουν πληρωθεί αργότερα και το υπόλοιπο που παραμένει ανεξόφλητο. Οι ερωτήσεις που τέθηκαν στο μάρτυρα στο στάδιο της αντεξέτασης και δεν ήταν σε θέση να δώσει κάποιες απαντήσεις δεν είναι του φάσματος που θα μολύνουν τη μαρτυρία του και δεν μπορεί το Δικαστήριο μικροσκοπικά να απομονώσει από τη μαρτυρία του κάποιες αναφορές του μάρτυρα και να απορρίψει ολόκληρη τη μαρτυρία. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 3 κατάσταση χειρόγραφη που όπως ο ίδιος έχει αναφέρει αφορά τα ποσά τα οποία ο εναγόμενος οφείλει στην εταιρεία του και τις πληρωμές που έχουν γίνει έναντι των ποσών. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ότι μετά τις 17.03.2004 δεν είχε άλλες συναλλαγές με τον εναγόμενο. Θεωρώ ότι η λέξη συναλλαγές αφορά την πώληση αγαθών και όχι την είσπραξη υπολοίπων όπως προσδιορίζονταν στις ερωτήσεις που του τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης. Στο στάδιο της αντεξέτασης κατατέθηκε και ως τεκμήριο 5 απόδειξη που ήταν στην κατοχή του εναγόμενου καθώς και φωτοαντίγραφο σημείωσης που όπως παραδέχθηκε ο μάρτυρας είναι δική του και στο σημείο αυτό ο μάρτυρας αντεξετάστηκε για διάφορες ημερομηνίες και συγκεκριμένα ότι οι ημερομηνίες 22.07.2005 και 23.03.2005 δεν αναφέρονται στις πληρωμές που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 3. Αυτό όμως από μόνο του δεν μπορεί να τεθεί ότι έγιναν τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πληρωμές και δεν έχουν συμπεριληφθεί στα όσα ο μάρτυρας έχει αναφέρει. Συνεπώς καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται καθ΄ όλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Η μαρτυρία του ΜΕ2 ήταν απλά ενισχυτική της μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν έχει όμως ουσιαστικά προσδιορίσει τίποτε περαιτέρω από αυτά που έχει αναφέρει ο ΜΕ1 όμως κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Αντίθετη εντύπωση έχει αφήσει στο Δικαστήριο η μαρτυρία του εναγόμενου. Δεν μπορώ να αντιληφθώ ισχυρισμούς όπως αυτοί που περιλαμβάνονται στην έκθεση υπεράσπισης και στην προσπάθεια του να περισώσει στην γραπτή του κατάθεση όσον αφορά με ποιους συνεργαζόταν και με ποια εταιρεία είχε συναλλαγές για παραπάνω από ένα χρόνο. Δεν πιστεύω ότι η αναγραφή του ονόματος μιας εταιρείας είτε στα ελληνικά είτε στα αγγλικά κατά τη στιγμή της συναλλαγής να προκαλεί οποιαδήποτε σύγχυση ως προς το πρόσωπο με το οποίο συναλλάσσεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τόσο ο εναγόμενος όσο και ο ευπαίδευτος συνήγορος του το έχουν αναγάγει σε μέγα θέμα αν το όνομα της εταιρείας στα ελληνικά ή αγγλικά είναι διαφορετικό και αν αναγράφεται το Λίμιτεδ ολογράφως ή συντετμημένα. Το τεκμήριο 8 αποτελεί φωτοαντίγραφο των επιταγών που έχει εκδώσει ο εναγόμενος προς την εταιρεία έγγραφο το οποίο στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του ΜΕ1 δεν επιτράπηκε να καταχωρηθεί λόγω της ένστασης του συνηγόρου του εναγόμενου καταχωρήθη στην αντεξέταση του εναγόμενου από τη στιγμή που ο ίδιος έκαμε αναφορά στις συγκεκριμένες επιταγές. Από αυτό διαπιστώνεται ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1 για τις συγκεκριμένες επιταγές έχουν εφαρμογή και συγκεκριμένα ότι η μια επιταγή επιστράφηκε γιατί ο λογαριασμός έκλεισε, η άλλη επιταγή επιστράφηκε γιατί δεν υπάρχουν επαρκή υπόλοιπα. Ο εναγόμενος ενώ στην έκθεση υπεράσπισης του αρνείται οποιαδήποτε συνεργασία με τους ενάγοντες φαίνεται στη γραπτή του κατάθεση να το εγκαταλείπει και να προσδιορίζεται καθαρά στο γεγονός ότι εξόφλησε οποιοδήποτε ποσό οφείλει στους ενάγοντες. Ο ισχυρισμός αυτός δηλαδή της εξόφλησης βαρύνει τον ίδιο τον εναγόμενο και είναι στους ώμους του εναγόμενου να παραθέσει στοιχεία τα οποία να τον επιβεβαιώνουν. Εξετάζοντας στην ολότητα της τη μαρτυρία του ΜΕ1 και τη μαρτυρία του εναγόμενου αυτό που καταλήγω είναι ότι οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 είναι πολύ πιο κοντά στην κοινή λογική. Φαίνεται ότι ο ΜΕ1 αναφέρθηκε σε όλες τις πληρωμές που έχουν γίνει και παρέμεινε ως υπόλοιπο το συγκεκριμένο ποσό. Το ερώτημα είναι γιατί εφόσον ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος οι ισχυρισμοί του ΜΕ1 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα γιατί ο ΜΕ1 δεν ζητά εκ μέρους των εναγόντων μεγαλύτερο ποσό και ζητά το συγκεκριμένο ποσό. Ο ΜΕ1 με αποδεικτικά στοιχεία όπως είναι το τεκμήριο 2 και το τεκμήριο 3 ξεκαθαρίζει ότι το ποσό που οφείλει ο εναγόμενος είναι το ποσό των ΛΚ2.000 που παρέμεινε ως υπόλοιπο μετά την πληρωμή του ποσού των ΛΚ5.000 από τη θυγατέρα του εναγόμενου και του ποσού των €4.500 κατά διάφορες ημερομηνίες από την εταιρεία Athinodorou Brothers Ltd. Θεωρώ ότι αυτοί που δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια είναι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου και απορρίπτονται. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου επί της αξιοπιστίας καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος οφείλει το ποσό των €3.417,20 (ΛΚ2.000) ως υπόλοιπο λογαριασμού που είχε με τους ενάγοντες κατά την περίοδο του 2003, 2004 και οι ενάγοντες εφοδίαζαν τα οχήματα του εναγόμενου με καύσιμα. Δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά όσον αφορά την υπόσταση των εναγόντων αφού και ο ίδιος ο εναγόμενος στην γραπτή του κατάθεση στην παράγραφο 2 παραδέχεται όπως τον έχει πληροφορήσει ο δικηγόρος του το ορθό όνομα των εναγόντων με τους οποίου συναλλάσσετο είναι όπως αναφέρεται στην κλητήριο ένταλμα. Επίσης μετά από αυτή την αναφορά του εναγόμενου έχει εκλείψει ουσιαστικά και η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €3.417,20 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής /ΤΑ Subject: Civil/Other action/Final Αναφορά: Πολιτική - Τιμολόγια - Υπόλοιπο λογαριασμού. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο