Πάρη Ορφανίδη ν. Πάμπου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 5381/2006, 20 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A356 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5381/2006 Μεταξύ: Πάρη Ορφανίδη Ενάγοντα και
- Πάμπου Χαραλάμπους
- Στέλλας Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα: κ. Ι. Μοδίτης Για Εναγόμενους 1 και 2: κ. Κ. Κουντούρης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των £2.014,15 (το αντίστοιχο σε €3.441,38) ως οφειλόμενο υπόλοιπο για εργασίες κατασκευής και εγκατάστασης γυψοσανίδων και ψευδοταβάνων στην υπό ανέγερση κατοικία τους στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στη Λεμεσό. Ειδικότερα, στην Έκθεση Απαίτησης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τους Εναγόμενους περί την 27.2.2006 οι Εναγόμενοι του ανέθεσαν και αυτός ανέλαβε την εκτέλεση εργασιών κατασκευής και εγκατάστασης γυψοσανίδων και ψευδοτάβανων στην υπό ανέγερση κατοικία τους έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής εκ £1.950,00 (στο εξής η «Αρχική Συμφωνία»). Κατά τον χρόνο εκτέλεσης των εργασιών, οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στον Ενάγοντα να προβεί σε διαφοροποιήσεις και/ή τροποποιήσεις επί του έργου που ανέλαβε έναντι εύλογης αμοιβής που θα υπολογιζόταν με βάση τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής δυνάμει της Αρχικής Συμφωνίας (η δεύτερη συμφωνία θα καλείται ως η «Περαιτέρω Συμφωνία»). Περί τα μέσα Μαΐου 2006, ο Ενάγοντας ολοκλήρωσε το έργο που ανέλαβε δυνάμει των δύο συμφωνιών και το παρέδωσε στους Εναγόμενους προς πλήρη ικανοποίηση τους, ενώ αυτοί ανέλαβαν να του πληρώσουν το συνολικό ποσό των £3.014,15, ήτοι £1.950,00 για την Αρχική Συμφωνία, £671,00 για την Περαιτέρω Συμφωνία και £393,15 ως Φ.Π.Α. Κατά τον ίδιο χρόνο οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στον Ενάγοντα το ποσό των £1.000,00, όμως το υπόλοιπο ποσό εκ £2.014,15 παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο και απλήρωτο παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα προς αυτούς. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στην οποία ισχυρίζονται ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2007 (προφανώς η χρονολογία είναι λανθασμένη και η ορθή είναι 2006 αφού στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι παραδεκτό ότι η επίδικη συμφωνία έγινε την 27.2.2006) συμφώνησαν με τον Ενάγοντα όπως αυτός προβεί σε εργασίες τοποθέτησης γυψοσανίδων και/ή ψευδοτάβανων στην υπό ανέγερση κατοικία τους για το ποσό των £2.350,00 που με βάση την προφορική προσφορά του Ενάγοντα συνίστατο σε ποσό £1.950,00 για 215 τ.μ. ταβανιών και £400,00 για σπάτουλα προς £2 το μέτρο. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι συνήψαν την Περαιτέρω Συμφωνία και/ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία πέραν της πιο πάνω αναφερόμενης και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας χρειάστηκε δύο περίπου μήνες για να συμπληρώσει τις εργασίες που του ανατέθηκαν και το συνεργείο του δεν απαρτιζόταν από αρκετά άτομα. Οι Εναγόμενοι αποδέχονται ότι πλήρωσαν στον Ενάγοντα το ποσό των £1.000,00, όχι όμως τον Μάιο του 2006 αλλά με επιταγή στις 20.4.
- Είναι δε ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι μετά τη συμπλήρωση των εργασιών περί τα μέσα Μαΐου του 2006, ο επιβλέπον μηχανικός του έργου δεν αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αφού μετά από έλεγχο διεφάνηκε ότι το ψευδοτάβανο δεν ήταν στερεωμένο σωστά και αρκετές από τις γυψυσανίδες είχαν τοποθετηθεί ανάποδα με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν κενά και το μπογιάτισμα τους να είναι προβληματικό. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας προέβηκε και σε κακοτεχνίες αναφορικά με τα καλώδια του ηλεκτρολόγου τα οποία είχε χάσει μέσα στο ψευδοτάβανο. Οι Εναγόμενοι κάλεσαν αρκετές φορές τον Ενάγοντα να διορθώσει το πρόβλημα πλην όμως αυτός ουδέν έπραξε με αποτέλεσμα να προχωρήσουν σε σχετικές επιδιορθώσεις καταβάλλοντας το ποσό των £747,50 για στήριξη και επιδιόρθωση του ψευδοτάβανου και £250,00 ώστε να βρεθούν τα καλώδια, το οποίο συνολικό ποσό των £997,50 ανταπαιτούν από τον Ενάγοντα επιπροσθέτως του ποσού των £1.000,00 που κατέβαλαν σε αυτόν χωρίς αντάλλαγμα. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγοντας επαναλαμβάνει ότι οι Εναγόμενοι είχαν παραλάβει το έργο προς πλήρη ικανοποίηση τους και ότι όχι μόνο δεν τον κάλεσαν να προβεί σε επιδιορθώσεις αλλά αρνούνταν κάθε επικοινωνία μαζί του. Η Αγωγή και η Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν και προς υποστήριξη της εκδοχής του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος και ο κ. Ανδρέας Λυσάντρου (ΜΕ1) ενώ για τους Εναγόμενους κατάθεσε ο Εναγόμενος 1 και ο κ. Χρίστος Ανδρέου (ΜΥ1). Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας αναφέρθηκε αρχικά στη σύναψη της Αρχικής Συμφωνίας και της Περαιτέρω Συμφωνίας, όπως επίσης πώς κατά τη θέση του προέκυψε το οφειλόμενο ποσό των £2.014,50 για τις εργασίες που εκτέλεσε και που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του οι Εναγόμενοι παρέλαβαν και αποδέχθηκαν. Παρουσίασε δε στο Δικαστήριο σχετικό τιμολόγιο με αριθμό 0076 ημερομηνίας 24.5.2006, το οποίο απέστειλε στους Εναγόμενους με χειρόγραφη επιστολή του ημερομηνίας 26.6.2006 μαζί με απόδειξη είσπραξης του ποσού των £1.000,00 (όλα μαζί κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1). Μετά την πληρωμή του ποσού των £1.000,00 προσπάθησε να επικοινωνήσει πολλές φορές με τους Εναγόμενους με σκοπό να ζητήσει την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού, πλην όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να ανταποκριθούν ενώ παράλληλα του απέστειλαν επιστολή δια του δικηγόρου τους ημερομηνίας 19.6.2006 όπου προέβαλλαν ισχυρισμούς περί πλημμελούς και/ή μη ικανοποιητικής εκτέλεσης των εργασιών του και τον καλούσαν να προβεί σε επιδιορθώσεις εντός 7 ημερών (φωτοαντίγραφο της επιστολής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). Στην πιο πάνω επιστολή, η οποία του επιδόθηκε στις 29.6.2006, ο Ενάγοντας απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 1.7.2006 καλώντας τους να εκπληρώσουν άμεσα τις συμβατικές τους υποχρεώσεις (Τεκμήριο 3). Αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης των Εναγομένων, ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι οι εργασίες ολοκληρώθηκαν σε 20 ημέρες και ότι το συνεργείο του είχε όσα άτομα ήταν αναγκαία για την εκτέλεση και ολοκλήρωση των εργασιών. Σε σχέση δε με τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε κλήθηκε από τους Εναγόμενους να προβεί σε διορθώσεις στις κατασκευές που είχε κάνει ενώ οι Εναγόμενοι προέβαλαν αυτούς τους ισχυρισμούς προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών μετά που ο ίδιος τους απέστειλε το τιμολόγιο. Ως ΜΕ1 κατέθεσε ο ελαιοχρωματιστής κ. Αντρέας Λυσάντρου ο οποίος ασκεί το επάγγελμά του πάνω από 30 χρόνια και κατά τα τέλη Μαΐου 2006 συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 να μεταβεί στην υπό ανέγερση κατοικία του για μπογιάτισμα των γυψοσανίδων που είχε τοποθετήσει ο Ενάγοντας. Προτού ξεκινήσει τα μπογιατίσματα είχε επιθεωρήσει τις γυψοσανίδες και από την πείρα που έχει διαπίστωσε ότι οι γυψοσανίδες που είχαν τοποθετηθεί πολύ καλά και δεν εντόπισε οπουδήποτε κακοτεχνίες ή γυψοσανίδες που ήταν τοποθετημένες ανάποδα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2006 μαζί με την Εναγόμενη 2 συνήψαν συμφωνία με τον Ενάγοντα στη βάση της οποίας ο Ενάγοντας θα έπρεπε να τοποθετήσει ψευδοτάβανο από γυψοσανίδες σε όλο το εσωτερικό της υπό ανέγερση κατοικίας τους, εκτός από τον χώρο του κυρίως αποχωρητηρίου. Ουδέποτε τους δόθηκε γραπτή προσφορά, απλά ο πατέρας του είχε καταγράψει σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί τα μέτρα για τα οποία θα τοποθετείτο το ψευδοτάβανο και η τιμή για αυτή την εργασία και το σπατουλάρισμα (Τεκμήριο 6). Ουδεμία συμπληρωματική συμφωνία έγινε, ενώ 4 ημέρες μετά την έναρξη των εργασιών, οι Εναγόμενοι ανακάλυψαν ότι ο Ενάγοντας ξεκίνησε να εφαρμόζει το ψευδοτάβανο χωρίς να λάβει υπόψη του ότι στο πάτωμα θα γινόταν στρώση περίπου 10 εκ. με ελαφρομπετόν, όπως του είχαν αναφέρει πριν την έναρξη των εργασιών και άλλωστε προκύπτει από τα σχέδια που του δόθηκαν. Όταν, λοιπόν, του υποδείχθηκε το λάθος, ο Ενάγοντας αφαίρεσε το ψευδοτάβανο που είχε τοποθετήσει μέχρι τότε. Στην πορεία των πραγμάτων, φάνηκε ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα του ενός μηνός που είχε αναφέρει για τη συμπλήρωση των εργασιών, ενώ όταν ξεκίνησε να παίρνει μορφή το ψευδοτάβανο οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι ο Ενάγοντας δεν είχε κατασκευάσει κανονικό τελάρο/βάση για τοποθέτηση του ψευδοτάβανου και προσπαθούσε να το στερεώσει κυρίως πάνω στις ξύλινες δοκούς που υπήρχαν. Το γεγονός αυτό αναφέρθηκε στον Ενάγοντα τόσο από τους Εναγόμενους όσο και από τον επιβλέπον μηχανικό του έργου και ο Ενάγοντας τους διαβεβαίωνε ότι όλα θα γίνουν σωστά. Δυστυχώς, όμως, όταν τέλειωσε το έργο, το ψευδοτάβανο δεν είχε σταθερότητα και δεν έδινε την εντύπωση ότι είναι ασφαλές, ενώ οι γυψοσανίδες δεν ήταν ευθυγραμμισμένες σε όλο το ψευδοτάβανο και περιμετρικά υπήρχαν κενά. Οι Εναγόμενοι υπέβαλαν πολλές φορές παράπονα στον Ενάγοντα σε σχέση με τις κακοτεχνίες στην εκτέλεση των εργασιών από μέρους του και ουδέποτε παρέλαβαν το έργο σε πλήρη ικανοποίησή τους όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Όταν δε ήρθε ο μπογιατζής τον οποίο τους είχε συστήσει ο Ενάγοντας, τον ρώτησαν για τα κενά που υπήρχαν περιμετρικά και αυτός ανέφερε ότι θα έβαζε τέλλα και στόκκο και ότι τα κενά θα έκλειναν με αυτό τον τρόπο. Όταν, όμως, μεσολάβησε το σαββατοκύριακο, το μπογιάτισμα είχε τσακίσει στα σημεία όπου είχε εργαστεί ο ΜΕ1 λόγω της κακής εργασίας που έγινε από τον Ενάγοντα, ενώ ο ΜΕ1 ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση δεν ξαναήρθε για να ολοκληρώσει την εργασία που του είχε ανατεθεί. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας έχασε τα καλώδια στο ψευδοτάβανο και δεν τα έβγαλε έξω στα προκαθορισμένα σημεία όπου θα τοποθετείτο ο φωτισμός, όπως είχε συμφωνηθεί. Ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο Ενάγοντας καλούσε τον ίδιο και τη σύζυγό του να του πληρώσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και ισχυρίστηκε ότι οι ίδιοι του ζητούσαν κατ' επανάληψη να διορθώσει τις κακοτεχνίες αλλά αυτός αρνήθηκε να πράξει οτιδήποτε. Όταν οι Εναγόμενοι αντελήφθηκαν ότι ο Ενάγοντας δεν είχε πρόθεση να διορθώσει τις κακοτεχνίες, απευθύνθηκαν στην εταιρεία Μιχάλης Λουκά & Υιός Λτδ για επιδιόρθωση του ψευδοτάβανου πληρώνοντας τους το ποσό των £747,50 (το σχετικό τιμολόγιο ημερομηνίας 31.7.2006 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7), ελαχιστοποιώντας με αυτόν τον τρόπο το όλο πρόβλημα. Ως ΜΥ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο επιβλέπων αρχιτέκτονας/μηχανικός της υπό ανέγερση κατοικίας των Εναγομένων κ. Χρίστος Ανδρέου ο οποίος είναι διπλωματούχος αρχιτέκτονας/μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα του από το 1984 ενώ είναι επίσης πραγματογνώμονας του ΕΤΕΚ. Σύμφωνα με τον κ. Ανδρέου, ο Ενάγοντας άρχισε την εκτέλεση των εργασιών περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2006 και τέλειωσε περί τις αρχές προς μέσα Μαΐου 2006 αν και αρχικά είχε δηλώσει ότι οι εργασίες του θα ολοκληρώνονταν περίπου σε ένα μήνα. Κατά την άποψη του το ψευδοτάβανο παρουσίαζε κακοτεχνίες και δεν είχε στερεωθεί σωστά με αποτέλεσμα να μην έχει την απαιτούμενη σταθερότητα, γεγονός που ανέφερε τόσο στους Εναγόμενους όσο και στον Ενάγοντα. Ειδικότερα, ο ίδιος είχε υποδείξει το πρόβλημα στον Ενάγοντα και του ζήτησε να το διορθώσει, πλην όμως αυτός παρά τις διάφορες δικαιολογίες και υποσχέσεις ποτέ δεν προχώρησε ανάλογα. Η ύπαρξη κακοτεχνιών αναφέρθηκε στον Ενάγοντα πολύ πριν από την παράδοση του ψευδοτάβανου, όμως αυτός τους διαβεβαίωνε ότι με τη συμπλήρωση των εργασιών και το βάψιμο που θα ακολουθούσε δεν θα υπήρχαν προβλήματα. Οι Εναγόμενοι βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις αυτές ενόψει και της πίεσης χρόνου που είχαν, όταν, όμως, είχε σχεδόν τελιώσει το βάψιμο φάνηκε ότι οι διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ειδικότερα, το ψευτοτάβανο συνέχισε να παρουσιάζει προβλήματα αστάθειας περιμετρικά και προκαλούσε τσακρίσματα τα οποία δημιουργούσαν προβλήματα ακόμα και στο μπογιάτισμα. Συνεπεία αυτών, τα κενά που υπήρχαν στην περίμετρο του ψευδοτάβανου δεν μπορούσαν να κλείσουν ως ήταν οι διαβεβαιώσεις του Ενάγοντα. Επιπρόσθετα, σε ένα σημείο ο Ενάγοντας έκανε λάθος στις μετρήσεις και δεν έλαβε υπόψη του ότι το πάτωμα θα ψήλωνε κατά 10 εκ. περίπου λόγω της τοποθέτησης ελαφρομπετόν, ενώ παράλληλα έχασε μέσα στο ψευδοτάβανο τα καλώδια που θα έβγαιναν ώστε να συνδεθούν με τα σημεία στα οποία θα τοποθετείτο ο φωτισμός. Γενικότερα, ήταν η θέση του κ. Ανδρέου ότι οι εργασίες που ανέλαβε ο Ενάγοντας εκτελέστηκαν κακότεχνα και δεν επιδιορθώθηκαν ποτέ, ενώ παράλληλα διήρκησαν πολύ περισσότερο χρόνο από ότι είχε δηλώσει ο ίδιος. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Οι εκατέρωθεν θέσεις τους είναι καταγεγραμμένες στα γραπτά περιγράμματα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τα οποία υιοθέτησαν για σκοπούς αγορεύσεων και γι' αυτό το λόγο δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω. Θα πρέπει, ωστόσο, να αναφερθεί ότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων περιόρισε την Ανταπαίτηση μόνο στο ποσό των £747,50 αναφορικά με τα έξοδα επιδιόρθωσης και στερέωσης του ψευδοτάβανου. Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν του. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω αμέσως να κρίνω την αξιοπιστία τους. Κάνοντας αρχή με τον Ενάγοντα, η μαρτυρία του κρίνεται απορριπτέα από το Δικαστήριο αφού ήταν ασαφής, συγχυσμένη και στο μεγαλύτερο μέρος της και σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα για την απαίτησή του αντιφατική και μη συνάδουσα με τις δικογραφημένες θέσεις του. Και εξηγώ: Κατ΄ αρχήν, ενώ τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην Γραπτή του Δήλωση η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέτασή του και κατατέθηκε ως Έγγραφο Α, αναφέρεται ότι στα πλαίσια σύναψης της Περαιτέρω Συμφωνίας συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του για τις εργασίες αυτές θα ήταν εύλογη και θα υπολογιζόταν στο τέλος των εργασιών κατά τρόπο ανάλογο του υπολογισμού της συμφωνηθείσας αμοιβής δυνάμει της Αρχικής Συμφωνίας, κατά την αντεξέταση κατέθεσε ότι για τις συμπληρωματικές εργασίες που του ανατέθηκαν στα πλαίσια της Περαιτέρω Συμφωνίας καθορίστηκε και συμφωνήθηκε ποσό το οποίο, όμως, δεν ήταν σε θέση να δηλώσει στο Δικαστήριο λόγω του ότι δεν το θυμόταν. Όταν, μάλιστα, ερωτήθηκε γιατί στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ότι η αμοιβή του θα ήταν εύλογη, προσπάθησε να ανασκευάσει τη θέση του λέγοντας ότι για την Περαιτέρω Συμφωνία καθορίστηκε συγκεκριμένο ποσό ενώ αν υπήρχαν άλλες επιπρόσθετες εργασίες, η αμοιβή θα καθοριζόταν ανάλογα με την αμοιβή της Αρχικής Συμφωνίας, θέση που ουδόλως συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνομολογήθηκαν οι δύο ισχυριζόμενες συμφωνίες και το ότι είχε προηγηθεί αυτών ήταν ασαφής και συγχυσμένη. Πιο συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι η προσφορά υποβάλλεται πάντοτε γραπτώς, σε σχέση με τις εργασίες που περιλαμβάνονταν στην Περαιτέρω Συμφωνία ισχυρίστηκε ότι η σχετική προσφορά έγινε προφορικά χωρίς να δώσει κάποια εξήγηση για αυτό. Επιπρόσθετα, η θέση του Ενάγοντα ότι μετά την υποβολή της προσφοράς η συμφωνία γίνεται προφορικά με τον πελάτη, χωρίς καν να υπογραφεί οτιδήποτε από τους συμβαλλόμενους, ξενίζει το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τη θέση του ότι είναι επαγγελματίας στην εγκατάσταση γυψοσανίδων και ψευδοταβάνων για 12 χρόνια. Πέραν τούτου, ακόμα και εάν τα όσα ανέφερε ίσχυαν, θα ήταν αναμενόμενο να κρατούσε ένα αντίγραφο της δοθείσας προσφοράς που ισχυρίστηκε ότι έδωσε στον Ενάγοντα ώστε οι εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες. Όμως, σύμφωνα με τον Ενάγοντα ούτε αυτό έγινε, αφού ισχυρίστηκε ότι η γραπτή προσφορά απλά δόθηκε στον πατέρα του Εναγομένου 1, ισχυρισμός που δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Η θέση του Ενάγοντα σε σχέση με τις εργασίες που ανέλαβε να εκτελέσει στα πλαίσια των δύο συμφωνιών ήταν εξίσου συγχυσμένη. Στα πλαίσια της αντεξέτασής του όταν ερωτήθηκε αρχικά απάντησε ότι με την Αρχική Συμφωνία είχε αναλάβει να καλύψει όλα τα ταβάνια της υπό ανέγερση κατοικίας των Εναγομένων με γυψοσανίδα και με παραπομπή στο Τεκμήριο 1 και το συνημμένο τιμολόγιο, ανέφερε ότι η Αρχική Συμφωνία ήταν για 218 Μ
- Όταν δε ερωτήθηκε τι αφορούσε τότε η Περαιτέρω Συμφωνία, άλλαξε τη θέση του και υποστήριξε ότι η Αρχική Συμφωνία ήταν για 213 Μ2 ενώ η Περαιτέρω Συμφωνία αφορούσε τα ταβάνια του κυρίως μπάνιου όπου υπήρχε υφιστάμενο ταβάνι, το οποίο χαλάστηκε και κατασκευάστηκε καινούργιο ταβάνι. Σε σχέση δε με την Περαιτέρω Συμφωνία δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί πόσα Μ2 είχαν συμφωνηθεί επιπρόσθετα. Αξιοσημείωτον επί του θέματος αυτού είναι το γεγονός ότι στο τιμολόγιο το οποίο κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 1, πέραν από τη συμπερίληψη εργασιών για κατασκευή ταβανιού και γυψοσανίδας 218 Μ2 γίνεται αναφορά και σε «αγορά και τοποθέτηση τεσσάρων
(4)«αξιπανέ»» αξίας £240,00 και «κατασκευή δοκού κουζίνας 5Μ σε δύο πλευρές» αξίας £60,00, για τα οποία ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα περί συνομολόγησης τέτοιας συμφωνίας. Επιπρόσθετα, η θέση του Ενάγοντα ότι με την Περαιτέρω Συμφωνία του ανατέθηκε η κατασκευή ταβανιού έκτασης 5Μ2 στο κυρίως μπάνιο όπου υπήρχε ήδη ταβάνι το οποίο έπρεπε να χαλαστεί και να στηθεί εκ νέου δεν συνάδει με τη χρέωση £250,00 για «χάλασμα και στήσιμο ταβανιού με διαστάσεις 7.50 Χ 5 m και 1.40 Χ 4 m» στο τιμολόγιο/μέρος του Τεκμηρίου
- Σε σχέση με το τιμολόγιο παρατηρείται περαιτέρω ότι ενώ στην Έκθεση Απαίτησης και στην Γραπτή του Δήλωση ο Ενάγοντας υποστήριξε ότι το ποσό της Αρχικής Συμφωνίας ήταν £1.950,00 και της Περαιτέρω Συμφωνίας £671,00, εντούτοις δεν υπάρχει συσχετισμός των ποσών αυτών με τα ποσά που καταγράφονται στο τιμολόγιο ακόμα και εάν ληφθεί υπόψη η διαφορά των Μ2 στην οποία αναφέρθηκε ο Ενάγοντας και το ποσό των £250,00 για χάλασμα και στήσιμο ταβανιού με διαστάσεις 7,50 Χ 5 m και 1.40 Χ 4 m. Επιπρόσθετα, υποδεικνύεται ότι ο Ενάγοντας δεν έδωσε καμία εξήγηση σε σχέση με το γεγονός ότι στην απόδειξη που στάληκε με την επιστολή ημερομηνίας 25.6.2006 δεν υπάρχει ημερομηνία έκδοσης, όπως επίσης ούτε για το γεγονός ότι στην απόδειξη δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο τιμολόγιο ενώ σύμφωνα με τον ίδιο στάληκαν μαζί την ίδια ημέρα. Αντίφαση στη μαρτυρία του Ενάγοντα εντοπίζεται και σε σχέση με την πληρωμή που έγινε από τους Εναγόμενους σε συνάρτηση με την εκτέλεση των εργασιών από την πλευρά του, αφού ενώ ήταν η θέση του ότι η πληρωμή έγινε δύο ημέρες μετά που ξεκίνησε τη δουλειά (που και πάλι σύμφωνα με τον ίδιο ήταν μία εβδομάδα μετά τη σύναψη της συμφωνίας περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2006), όταν του υποδείχθηκε η επιταγή των Εναγομένων για το ποσό των £1.000,00 (Τεκμήριο 5), η οποία φαίνεται να εξαργυρώθηκε στις 20.4.2006, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση στο Δικαστήριο σε σχέση με την προηγούμενη του θέση και περιορίστηκε να επαναλάβει ότι άρχισε δουλειά στην οικοδομή των Εναγομένων περί τις αρχές Μαρτίου
- Επιπρόσθετα, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι οι εργασίες που ανέλαβε στα πλαίσια των δύο Συμφωνιών διήρκησαν μαζί 20-25 ημέρες και ότι το συνεργείο του δεν εγκατέλειψε ποτέ το εργοτάξιο, λίγο αργότερα ανέφερε ότι αρχικά δούλεψαν για 8 ημέρες, μετά ήρθαν στο εργοτάξιο τα τρία άλλα εμπλεκόμενα συνεργεία (χτίστης, ηλεκτρολόγος και υπεύθυνος για κλιματιστικά) και επανήλθε τότε το δικό του συνεργείο στη δουλειά, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να καθορίσει πόσο χρόνο χρειάστηκαν τα υπόλοιπα συνεργεία ούτε και πότε επανήλθε το δικό του συνεργείο στο εργοτάξιο. Τέλος, η θέση του περί μη ύπαρξης κακοτεχνιών στην εργασία του ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο αφού αρνήθηκε το γεγονός αυτό χωρίς να τεκμηριώσει τη θέση του με αναφορά στην εργασία που εκτέλεσε και τις θέσεις που προβάλλονται από την άλλη πλευρά. Επίσης δεν με έπεισε η θέση του Ενάγοντα ότι πριν από την αποστολή του τιμολογίου οι Εναγόμενοι όχι μόνο δεν του υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο αλλά αρνούνταν να απαντήσουν στις κλήσεις του για πληρωμή καθότι στην επιστολή που στάληκε στις 21.9.2006 από τους δικηγόρους του προς τους δικηγόρους των Εναγομένων (Τεκμήριο 4), αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας «δηλώνει ότι είχε προσφερθεί να έρθει επί τόπου και να εξετάσει τους ισχυρισμούς των πελατών σας και, σε περίπτωση βασιμότητας τους, να προχωρήσει σε επιδιορθώσεις χωρίς επιπλέον χρέωση». Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Ενάγοντα απορρίπτεται. Σε σχέση, τώρα, με την μαρτυρία του ΜΕ1 κ. Αντρέα Λυσάντρου θα πρέπει από την αρχή να σημειώσω ότι το Δικαστήριο δεν κρίνει τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως εμπειρογνώμονα σε θέματα εγκατάστασης και τοποθέτησης γυψοσανίδων, ως αυτή προωθήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων, για τους ακόλουθους λόγους: Όπως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει εάν ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας ή όχι αφού λάβει υπόψη τις γνώσεις του μάρτυρα και την εμπειρία που έχει σε σχέση με το θέμα για το οποίο δίδεται μαρτυρία. Προτού το Δικαστήριο καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο μάρτυρας έχει όλα τα σχετικά προσόντα που χρειάζεται για να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να βασισθεί με ασφάλεια στη μαρτυρία του (βλέπε Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41). Όπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία, ο πραγματογνώμονας, κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που δεν επιτρέπει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς του (βλ. Vassilico Cement Works v. Stavrou
(1978)1 CLR 389, Constantinides (Akinita) Ltd v. Mavrogenis
(1983)1 CLR 663). Σε τέτοια περίπτωση, όπως έχει εξηγηθεί επανειλημμένα, ο πραγματογνώμονας, ο οποίος θεωρείται ανεξάρτητος μάρτυρας, εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει ο δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. (Βλ. Davie v. Edimborough Magistrates
(1953)S.C. 34, Andreas Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 CLR 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 CLR 1 και Κώστας Νεάρχου ν. Σάββα Στεφανίδη κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 351). Κατά τα άλλα, οι κανόνες που διέπουν τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, διέπουν και τη μαρτυρία των πραγματογνωμόνων. (Βλέπε Νίκος Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746). Στην προκειμένη περίπτωση ο κ. Λυσάντρου ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ότι εδώ και 30 χρόνια ασκεί το επάγγελμα του ελαιοχρωματιστή και ότι ανέλαβε πολλές φορές να μπογιατίσει γυψυσανίδες και έχει πολλή πείρα σε αυτό τον τομέα. Η πιο πάνω δήλωσή του ενδεχομένως να τον καθιστούσε εμπειρογνώμονα σε θέματα που αφορούν το επάγγελμα του, όχι όμως σε θέματα τοποθέτησης γυψοσανίδων αφού η θέση του ότι μπογιάτισε γυψοσανίδες πολλές φορές δεν τον καθιστά ειδικό επί του θέματος που έχω αναφέρει. Εν πάση δε περιπτώσει, ο μάρτυρας δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έχει κάποια επιστημονική κατάρτιση στο ζήτημα αυτό ούτε ότι ο ίδιος τοποθέτησε ποτέ γυψοσανίδες, όπως επίσης ούτε πόσες φορές μπογιάτισε γυψοσανίδες ώστε το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στη βάση απτών και συγκεκριμένων στοιχείων για την πείρα του μάρτυρα σε σχέση με αυτά τα ζητήματα. Επομένως, υπό αυτά τα δεδομένα, η άποψη που εξέφρασε ο μάρτυρας στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του σε σχέση με το ότι ο Ενάγοντας είχε κάνει πολύ καλή δουλειά και οι γυψοσανίδες είχαν τοποθετηθεί πολύ καλά, δεν κρίνεται ως μαρτυρία ειδικού, αλλά ως η γνώμη του. Σε κάθε περίπτωση, αυτή του η θέση παρέμεινε χωρίς τεκμηρίωση αφού ήταν γενική και αόριστη και συνεπώς απορρίπτεται. ΄Οσον αφορά την υπόλοιπη μαρτυρία του κ. Λυσάντρου, είναι αποδεκτό μόνο το μέρος εκείνο το οποίο δεν αμφισβητείται από την πλευρά των Εναγομένων και αφορά το ότι στο στάδιο που η δουλειά του είχε σχεδόν ολοκληρωθεί ειδοποιήθηκε από τον Ενάγοντα να μην ξαναπάει στο σπίτι των Εναγομένων διότι «είχε πρόβλημα η δουλειά». Πέραν τούτου, όμως, η μαρτυρία του κρίνεται απορριπτέα αφού διεφάνηκε ότι σκοπός της παρουσίας του στο Δικαστήριο ήταν να βοηθήσει τον Ενάγοντα με τον οποίο συνεργάζονται εδώ και χρόνια, ώστε να στοιχειοθετήσει την απαίτηση του, υποστηρίζοντας ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε κακοτεχνία. Ειδικότερα επισημαίνεται ότι προσπάθησε να αποκρύψει το γεγονός ότι ο λόγος που σταμάτησε η δουλειά ήταν οι κακοτεχνίες στις γυψοσανίδες που είχε τοποθετήσει ο Ενάγοντας, αφού η θέση του ότι αρκέστηκε στις οδηγίες του Ενάγοντα για να σταματήσει τις εργασίες στην οικία των Εναγομένων και δεν επικοινώνησε με αυτούς ώστε να ζητήσει εξηγήσεις και να πληρωθεί το ποσό των £400,00 που του όφειλαν δεν παρουσιάζεται καν λογικοφανής. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο καθότι ο ίδιος ήταν συνεπής και σταθερός στη μαρτυρία του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Στα πλείστα μέρη της δε, η μαρτυρία του συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του αρχιτέκτονα/επιβλέποντως μηχανικού του έργου κ. Χρίστου Ανδρέου (ΜΥ1), η οποία για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Καταρχήν, σε σχέση με τη σύναψη της συμφωνίας που είχε μαζί με τη σύζυγο του/Εναγόμενη 2 και τον Ενάγοντα η μαρτυρία του ήταν σαφής και ξεκάθαρη ότι μόνο μια συμφωνία συνομολογήθηκε η οποία έγινε προφορικά και αφορούσε την τοποθέτηση γυψοσανίδων σε όλο το εσωτερικό της υπό κατασκευή κατοικίας τους εκτός από το κυρίως μπάνιο. Όπως, μάλιστα, αναφέρει στην παράγραφο 15 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Γ), το τιμολόγιο που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1 περιλαμβάνει χρεώσεις για εργασίες που ουδέποτε ανέθεσαν στον Ενάγοντα όπως για παράδειγμα να χαλάσει και να στήσει το ταβάνι. Αξιοσημείωτον είναι, μάλιστα, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν αντεξετάστηκε επί αυτής του της θέσης όπως επίσης δεν υποβλήθηκε σε αυτόν από τον συνήγορο του Ενάγοντα οτιδήποτε σχετικό με την ύπαρξη δύο συμφωνιών, ήτοι της Αρχικής και της Περαιτέρω Συμφωνίας. Σε σχέση δε με την αμοιβή του Ενάγοντα για τις ανατεθείσες εργασίες παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 6 το χαρτί επί του οποίου ο πατέρας του Εναγομένου 1 κατέγραψε την προσφορά του Ενάγοντα όπου γίνεται αναφορά σε ταβάνια 215 μέτρων για £1.950,00 και σπάτουλα προς £2 το μέτρο, ήτοι για £400,
- Αναφορικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, επισημαίνεται ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 δεν αμφισβητήθηκε, ενώ όταν αυτό είχε υποδειχθεί στον Ενάγοντα από τον κ. Κουντούρη, αυτός δεν αμφισβήτησε ότι αυτά ήταν τα μέτρα που συμφωνήθηκαν και περιορίστηκε να αναφέρει ότι απλά δεν ήταν τα γράμματά του. Επιπρόσθετα, η όλη μαρτυρία του Εναγομένου 1 σε σχέση με τα προβλήματα στην εκτέλεση των εργασιών του Ενάγοντα και ειδικότερα το ότι η τοποθέτηση των γυψοσανίδων έγινε με τρόπο ελαττωματικό και χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη σταθερότητα συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του ΜΥ
- Ο Εναγόμενος 1 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην παράλειψη του Ενάγοντα να λάβει υπόψη, όπως του είχε λεχθεί, ότι στο πάτωμα θα γινόταν στρώση 10 εκ. περίπου ελαφρομπετόν με αποτέλεσμα το ψευδοτάβανο να τοποθετηθεί σε χαμηλότερο ύψος από το προβλεπόμενο, κάτι το οποίο διαπιστώθηκε και διορθώθηκε. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 αναφορικά με την παράλειψη του Ενάγοντα να περάσει τα καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος μέσα στο ψευδοτάβανο και να τα βγάλει στα σημεία όπου θα τοποθετείτο ο φωτισμός, παρόλο που με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία ο Ενάγοντας είχε υποχρέωση να πράξει τούτο. Υπό αυτά τα δεδομένα, γίνεται αποδεκτή και η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 ότι η παράδοση των εργασιών του Ενάγοντα έγινε υπό το καθεστώς διαμαρτυριών για ύπαρξη κακοτεχνιών και στη βάση διαβεβαιώσεων από μέρους του Ενάγοντα ότι με το μπογιάτισμα δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό παράλληλα εξηγεί και το γεγονός ότι σε κάποιο στάδιο ο Ενάγοντας έδωσε οδηγίες στον κ. Λυσάντρου να μην ξαναπάει στο εργοτάξιο αφού σε εκείνη τη φάση και ενώ οι εργασίες του μπογιατίσματος ήταν προς το τέλος διαφάνηκε ότι όχι μόνο δεν λυνόταν το πρόβλημα αλλά αντίθετα ήταν υπαρκτό και έπρεπε να αντιμετωπιστεί. Το δε γεγονός της πληρωμής ποσού £1.000,00 στον Ενάγοντα στις 20.4.2006 δεν αναιρεί την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου 1 ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν από τον Ενάγοντα δεν ήταν της απολύτου αρεσκείας του δεδομένης της μαρτυρίας του ότι είχε βασιστεί στις διαβεβαιώσεις του ότι μετά το μπογιάτισμα δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα, το οποίο μπογιάτισμα, ας σημειωθεί, άρχισε τέλος Μαΐου 2006 και εφόσον μέχρι το σημείο εκείνο εγίναν κάποιες εργασίες από τον Ενάγοντα οι οποίες ήταν πληρωτέες. Τέλος, σημειώνεται ότι από την αντεξέτασή του Εναγόμενου 1 προκύπτει ότι από την πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το ποσό των £747,50 στους κ.κ. Μιχάλης Λουκά & Υιός Λτδ, αφού η αντεξέταση περιορίστηκε στη φύση της εργασίας που εκτελέστηκε και την αναγκαιότητα για την πληρωμή αυτών των ποσών όχι όμως σε σχέση με το ύψος του ποσού ή την πληρωμή του. Η μαρτυρία του ΜΥ1 κ. Χρίστου Ανδρέου γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Ο μάρτυρας άφησε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο αφού η μαρτυρία του ήταν σαφής, σταθερή και απόλυτα τεκμηριωμένη. Σε αντίθεση με τα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τον κ. Λυσάντρου, στη βάση των αρχών που παρατίθενται ανωτέρω αναφορικά με τη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ο κ. Ανδρέου κρίνεται ειδικός επί θεμάτων τοποθέτησης ψευδοταβάνων και γυψοσανίδων για τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο, μιας και όπως ανέφερε είναι διπλωματούχος αρχιτέκτονας/μηχανικός και ασκεί το επάγγελμα του από το 1984, ενώ παράλληλα είναι πραγματογνώμονας του Ε.Τ.Ε.Κ. Ο κ. Ανδρέου εξήγησε στο Δικαστήριο με λεπτομέρεια πού εντοπιζόταν το πρόβλημα με τις γυψοσανίδες, ήτοι ότι στα μεγάλα ανοίγματα είχε παρατηρηθεί από την αρχή ότι έγινε κακή στερέωση. Όπως δε υποστήριξε ο κ. Ανδρέου, το πρόβλημα είχε εντοπιστεί από την αρχή και είχε αναφερθεί από τον ίδιο τόσο στους Εναγόμενους όσο και σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Ενάγοντα. Η θέση του μάρτυρα ότι ο Ενάγοντας αφέθηκε να συμπληρώσει τις εργασίες παρά τις επιφυλάξεις του ιδίου ότι το πρόβλημα δεν θα λυνόταν είναι αποδεκτή ενόψει του ότι, όπως ανέφερε, ο Ενάγοντας τους διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και επέμενε ότι τα στερεώματα ήταν αρκούντως σταθερά και δεν θα παρουσιαζόταν κάμψη στην οροφή. Αυτή η θέση του μάρτυρα συνάδει και με τη θέση του ότι το πρόβλημα παρουσιάστηκε στην πλήρη έκτασή του μετά το βάψιμο, οπότε και διεφάνη ότι υπήρχαν ατέλειες και για το λόγο αυτό κλήθηκε ο Ενάγοντας να έρθει στην οικοδομή, για να προβεί σε διορθωτικές ενέργειες, κάτι που ωστόσο αρνήθηκε να πράξει. Παράλληλα, η θέση του ότι όταν είχε περίπου συμπληρωθεί το δεύτερο χέρι μπογιατίσματος των γυψοσανίδων, λόγω του ότι έπεφταν οι ενώσεις των γυψοσανίδων, έδωσε οδηγίες να σταματήσει η δουλειά ώστε να γίνουν οι απαραίτητες επιδιορθώσεις και μετά να συνεχιστεί το μπογιάτισμα, συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος ανέφερε ότι όταν παρέμεινε να γίνει το τρίτο χέρι μπογιατίσματος επικοινώνησε μαζί του ο Ενάγοντας λέγοντας του να μην ξαναπάει στην οικοδομή διότι «υπήρχε πρόβλημα με τη δουλειά». Επιπρόσθετα, όπως λεπτομερώς εξήγησε ο κ. Ανδρέου, με βάση τη συμφωνία των διαδίκων είχε ανατεθεί στον Ενάγοντα να περάσει μέσα από το ψευδοτάβανο τα καλώδια τα οποία θα έβγαιναν από αυτό ώστε να συνδεθούν με τα σημεία στα οποία θα τοποθετούσαν το φωτισμό και για το σκοπό αυτό είχε δοθεί στον Εναγόμενο σχετικό σχέδιο από τον ηλεκτρολόγο. Υποδεικνύεται επίσης ότι τόσο η πιο πάνω θέση που προέβαλε ο κ. Ανδρέου όσο και ο ισχυρισμός του ότι η εργασία αυτή διεκπεραιώνεται πάντα από το συνεργείο που θα εγκαταστήσει τις γυψοσανίδες δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα. Επί του σημείου αυτού και σε σχέση με τη θέση του κ. Μοδίτη στο στάδιο των αγορεύσεων ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν προβάλλονται στο δικόγραφο των Εναγομένων, επισημαίνω ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον Εναγόμενο 1 και τον ΜΥ1 σε σχέση με το θέμα αυτό καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων και ειδικότερα τις παραγράφους 18 και 19 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Η πλευρά του Ενάγοντα επίσης δεν αμφισβήτησε τη θέση του κ. Ανδρέου που προβλήθηκε στην παράγραφο 8 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Δ), ήτοι ότι σε μια περίπτωση ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να αφαιρέσει κάποιο ψευδοτάβανο διότι εκ λάθους του δεν λήφθηκε υπόψη ότι το πάτωμα θα ψήλωνε κατά 10 περίπου εκατοστά λόγω της τοποθέτησης ελαφρομπετόν. Γενικότερα, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο κ. Ανδρέου παρέμεινε σταθερός στη μαρτυρία του και ειδικότερα στο ότι το έργο δεν παραλήφθηκε από τους Εναγομένους και γίνονταν επανειλημμένα παραστάσεις για επιδιορθώσεις, ενώ παράλληλα έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι προσήλθε ως μάρτυρας με σκοπό να παρουσιάσει με τρόπο αντικειμενικό και εμπεριστατωμένο τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και τις απόψεις του σε σχέση με την μη ικανοποιητική εκτέλεση των εργασιών του Ενάγοντα. Με βάση, λοιπόν, την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιόν του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας καθόλο τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο εκτελούσε εργασίες εγκατάστασης γυψοσανίδων και ψευδοταβάνων στη Λεμεσό και σε όλη την Κύπρο ενώ οι Εναγόμενοι ήταν σύζυγοι και διέμεναν στη Λεμεσό. Δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2006, οι Εναγόμενοι ανέθεσαν στον Ενάγοντα και ο Ενάγοντας ανέλαβε να εκτελέσει εργασίες εγκατάστασης γυψοσανίδων και ψευδοταβάνων στην υπό ανέγερση κατοικία των Εναγομένων στην οδό Γρηγόρη Αυξεντίου στο χωριό Παρεκκλησιά στην επαρχία Λεμεσού. Οι εργασίες που ανέλαβε ο Ενάγοντας αφορούσαν την εγκατάσταση γυψοσανίδων σε όλα τα ταβάνια της υπό ανέγερση κατοικίας των Εναγομένων έκτασης 215 Μ2, πλήν του χώρου του κυρίως μπάνιου, ενώ η αμοιβή που θα ελάμβανε για την εγκατάσταση των γυψοσανίδων ανέρχονταν σε £1.950,00, όπως άλλωστε ήταν η προφορική προσφορά που είχε δώσει σε σχέση με αυτές τις εργασίες και καταγράφηκε από τον πατέρα του Εναγομένου 1 στο Τεκμήριο
- Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας είχε ανατεθεί στον Ενάγοντα να περάσει μέσα από το ψευδοτάβανο τα καλώδια τα οποία θα έβγαιναν από αυτό ώστε να συνδεθούν με τα σημεία στα οποία θα τοποθετείτο ο φωτισμός, εργασία η οποία σύμφωνα με τον ΜΥ1 πάντοτε εκτελείται από το συνεργείο εγκατάστασης γυψοσανίδων, και για το σκοπό αυτό είχε δοθεί στον Ενάγοντα σχετικό σχέδιο από τον ηλεκτρολόγο του έργου. Ο Ενάγοντας άρχισε την εκτέλεση των αναληφθείσων εργασιών περί τις αρχές Μαρτίου 2006 και λίγες ημέρες μετά οι Εναγόμενοι διαπίστωσαν ότι σε κάποιο μέρος του σπιτιού ο Ενάγοντας ξεκίνησε να εφαρμόζει το ψευδοτάβανο χωρίς να λάβει υπόψη του ότι στο πάτωμα θα γινόταν στρώση 10 περίπου εκατοστών με ελαφρομπετόν, με αποτέλεσμα στην τελική μορφή του σπιτιού το ψευδοτάβανο να είναι σε ύψος 10 εκ. περίπου πιο χαμηλά από το προβλεπόμενο ύψος στα σχέδια. Όταν δε υποδείχθηκε το λάθος στον Ενάγοντα, αυτός προχώρησε και αφαίρεσε το ψευδοτάβανο που είχε τοποθετήσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και ξεκίνησε από την αρχή. Επιπρόσθετα, στην πορεία της εκτέλεσης των εργασιών, τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και ο επιβλέπων μηχανικός και αρχιτέκτονας του έργου κ. Χρίστος Ανδρέου (ΜΥ1) διαπίστωσαν ότι το ψευδοτάβανο που είχε εγκατασταθεί είχε προβλήματα αστάθειας περιμετρικά αφού δεν είχε στερεωθεί καλά. Το γεγονός αυτό και οι αμφιβολίες του κ. Ανδρέου σε σχέση με την εγκατάσταση του ψευδοτάβανου αναφέρθηκαν από τον ίδιο τόσο στον Εναγόμενο 1 όσο και στον Ενάγοντα τηλεφωνικά. Επανειλημμένα, όμως, ο Ενάγοντας ο οποίος διαβεβαίωνε τον Εναγόμενο 1 και τον κ. Ανδρέου ότι με την συμπλήρωση των εργασιών και το βάψιμο που θα ακολουθούσε δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Βασιζόμενοι στις πιο πάνω διαβεβαιώσεις οι Εναγόμενοι και ο κ. Ανδρέου άφησαν τον Ενάγοντα να συνεχίσει με την εκτέλεση των εργασιών ενώ στις 20.4.2006 ο Ενάγοντας εισέπραξε από τους Εναγόμενους το ποσό των £1.000,00 έναντι των εργασιών (αντίγραφο της επιταγής υπ. αριθμό 42254119 του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης ημερομηνίας 20.4.2006 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 ενώ η σχετική απόδειξη που δόθηκε από τον Ενάγοντα αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 1). Περί τα μέσα προς τέλη Μαίου 2006 ο Ενάγοντας ολοκλήρωσε τις εργασίες που του ανατέθηκαν με την εξαίρεση ότι τα ψευδοτάβανα εξακολοθούσαν να έχουν προβλήματα αστάθειας και τα καλώδια είχαν χαθεί μέσα στο ψευδοτάβανο, ενώ παράλληλα η εκτέλεση των εργασίων πήρε πολύ περισσότερο χρόνο από όσο είχε υποσχεθεί αρχικά ο Ενάγοντας. Οι Εναγόμενοι δεν παρέλαβαν τις εργασίες σε πλήρη ικανοποίησή τους, όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, αλλά εξέφρασαν για άλλη μια φορά τη δυσαρέσκεια και τα παράπονά τους για τις κακοτεχνίες και ανέμεναν να δούν κατά πόσον αυτές θα επιδιορθώνονταν με το βάψιμο όπως τους είχε διαβεβαιώσει ο Ενάγοντας. Περί τα τέλη Μαίου 2006 ανέλαβε ως μπογατζής των γυψοσανίδων ο κ. Αντρέας Λυσάντρου (ΜΕ1), τον οποίο είχε συστήσει στους Εναγόμενους ο Ενάγοντας, έναντι του ποσού των £400,
- Ενώ το μπογιάτισμα προχωρούσε και είχε ολοκληρωθεί το δεύτερο χέρι, μεσολάβησε το σαββατοκυρίακο κατά το οποίο εντοπίστηκε ότι όχι μόνο οι κακοτεχνίες δεν διορθώνονταν με το βάψιμο, αλλά αντίθετα ήταν πιο έντονες αφού δημιουργούνταν τσακρίσματα. Ο ΜΥ1 έδωσε οδηγίες στον Εναγόμενο 1 να έρθει ο Ενάγοντας να διορθώσει τις κακοτεχνίες και μετά να συνεχιστεί το μπογιάτισμα από τον ΜΕ
- Οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν σχετικά με τον Ενάγοντα αναφέροντας του την κατάσταση, ο οποίος με τη σειρά του επικοινώνησε με τον ΜΕ1 και του είπε να μην ξαναπάει στο σπίτι των Εναγομένων διότι «υπάρχει πρόβλημα με τη δουλειά». Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ενάγοντα, ο ΜΕ1 δεν μετέβηκε ξανά στο έργο, ούτε και επικοινώνησε με τους Εναγόμενους. Παράλληλα, όμως, παρά τις πιέσεις των Εναγομένων, ο Ενάγοντας δεν μετέβηκε στο έργο για να προχωρήσει με την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών. Συνεπεία των κακοτεχνιών στα ψευδοτάβανα που είχαν εγκατασθεί από τον Ενάγοντα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι τα ταβάνια δεν στερεώθηκαν καλά και με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω οι Εναγόμενοι αναγκάσθηκαν να εργοδοτήσουν άλλο συνεργείο, ήτοι την εταιρεία Μιχάλης Λουκά & Υιός Λτδ, το οποίο προχώρησε και στερέωσε πιο καλά το ψευδοτάβανο και με μακριά ξύλα εντόπισε τα καλώδια που είχαν χαθεί μέσα σε αυτό. Για τις εργασίες αυτές οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στην εταιρεία Μιχάλης Λουκά & Υιός Λτδ το ποσό των £747,50 (το σχετικό τιμολόγιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). Στις 29.6.2006 οι Εναγόμενοι επέδωσαν στον Ενάγοντα μέσω επιδότη επιστολή των δκηγόρων τους ημερομηνίας 19.6.2006 με την οποία τον καλούσαν να προσέλθει στην οικοδομή και να προχωρήσει σε επιδιόρθωση και ενίσχυση του ψευδοτάβανου, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Στις 25.6.2006 ο Ενάγοντας απέστειλε στους Εναγόμενους επιστολή ζητώντας εξόφληση του υπολοίπου του συνημμένου τιμολογίου εκ £2.014,15 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Την 1.7.2006 οι δικηγόροι του Ενάγοντα απέστειλαν στους δικηγόρους των Εναγομένων επιστολή με την οποία απορρίπτουν τη θέση τους περί ύπαρξης κακοτεχνιών στην εκτέλεση των εργασιών του και ισχυρίζονται ότι η όλη εργασία εκτελέστηκε κανονικά ενώ οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να του οφείλουν το ποσό των £2.014,
- Στις 21.9.2006 οι δικηγόροι του Ενάγοντα έστειλαν στους δικηγόρους των Εναγομένων νέα επιστολή με την οποία επαναλαμβάνουν ότι ουδεμία κακοτεχνία υπήρξε από μέρους του Ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας είχε εν πάση περιπτώση προσφερθεί να μεταβεί επί τόπου και να εξετάσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και να προβεί σε τυχόν επιδιορθώσεις χωρίς χρέωση, πλην όμως οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων και συγκεκριμένα του ότι ο Ενάγοντας ολοκλήρωσε την εκτέλεση των εργασιών που του ανατέθηκαν από τους Εναγόμενους κρίνεται ότι δικαιούται απόφαση για το ποσό των £950,00 ως το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής. Ώς φαίνεται και πιο πάνω, η συνολική συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα ήταν £1.950,00 έναντι της οποίας πληρώθηκε από τους Εναγόμενους στις 20.4.2006 το ποσό των £1.000,
- Σε σχέση με το θέμα αυτό, δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Κουντούρη στην Γραπτή του Αγόρευση ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την αξία των εργασιών ανά τετραγωνικό μέτρο με τρόπο ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να τους αποδώσει οποιοδήποτε ποσό, αφού από την πλευρά των Εναγομένων ήταν παραδεκτή η συμφωνία για ποσό £1.950,00 σε σχέση με τα 215 Μ
- Στο σημείο αυτό υποδεικνύεται ότι στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του Ενάγοντα ήταν £1.950,00 για 215 Μ2 ταβανιών και £400,00 για σπάτουλα προς £2,00 το μέτρο. Όμως, σε σχέση με την σπάτουλα, ουδεμία μαρτυρία δόθηκε από αμφότερες πλευρές ως προς το κατά πόσον έγινε και από ποιον, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ανάλογο εύρημα. Σε σχέση με τον Φ.Π.Α. που αξιώνει ο Ενάγοντας, παρατηρώ καταρχήν ότι στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης όπου γίνεται αναφορά στο ποσό της ισχυριζόμενης Αρχικής Συμφωνίας εκ £1.950,00 δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικά με την πληρωμή Φ.Π.Α. επί του ποσού αυτού. Παράλληλα, από την πλευρά του Ενάγοντα ουδεμία μαρτυρία δόθηκε σε σχέση με την εγγραφή του στο μητρώο Φ.Π.Α, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να του αποδοθεί Φ.Π.Α. επί του ποσού των £950,
- Ερχόμενη, τέλος, στο ζήτημα της καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των εργασιών από πλευράς του Ενάγοντα, δεν αποδίδεται στους Εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση αφού κάτι τέτοιο δεν αξιώνεται. Με δεδομένη, όμως, την πλημμελή εκτέλεση των εργασιών από τον Ενάγοντα και τις κακοτεχνίες που παρατηρήθηκαν στην τοποθέτηση του ψευδοτάβανου και εντοπίστηκαν τόσο από τον Εναγόμενο 1 όσο και από τον επιβλέπον μηχανικό του έργου κ. Χρίστο Ανδρέου (ΜΥ1), οι Εναγόμενοι δικαιούνται σε απόφαση στην Ανταπαίτηση για το ποσό των £747,50 το οποίο κατέβαλαν στους κ.κ. Μιχάλη Λουκά και Υιός Λτδ για επιδιόρθωση των ψευδοτάβανων και αποκατάσταση των κακοτεχνιών που δημιουργήθηκαν στα ψευδοτάβανα. Το δε γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν προσκόμισαν απόδειξη πληρωμής του ποσού των £747,50 δεν κρίνεται καθοριστικό ενόψει της προσκόμισης του σχετικού τιμολογίου (Τεκμήριο 7) και της μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 και του κ. Αντρέου σε σχέση με το θέμα αυτό η οποία και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επισημαίνεται, παράλληλα, ότι η θέση του Ενάγοντα, όπως προβάλλεται μέσα από την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του, περί μη επαρκούς ή λεπτομερούς δικογράφησης των κακοτεχνιών δεν μπορεί να ευσταθήσει αφού μέσα από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δίδονται σαφή και επαρκή στοιχεία αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, η πλευρά του Ενάγοντα δεν επιζήτησε να της δοθούν λεπτομέρειες με τρόπο ώστε να μην μπορεί να εγείρει το ζήτημα αυτό στο παρόν στάδιο (βλέπε Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 ΑΑΔ 973, Θεόδουλου ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 2134, Πέριος ν. Αλεξίου
(2000)1 ΑΑΔ 1195). Στην υπόθεση Αλέξης Αγιομαμίτης ν. Armonia Estates Limited
(2002)1 ΑΑΔ 1369, ο εφεσείων καταχώρησε αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων αξιώνοντας αποζημιώσεις για ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και παραλείψεις στην ανέγερση της εξοχικής του κατοικίας στην Τάλα της Επαρχίας Πάφου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν δέχθηκε την εκδοχή του εφεσείοντος ούτε τη γνώμη του εμπειρογνώμονα του, ότι οι ρωγμές στη οικία οφείλονταν στην ανέγερση της επί μη παρθένου εδάφους και σε επιχωμάτωση αμφίβολης ποιότητας, επιδίκασε όμως ποσό £4.000,00 για επιδιόρθωση των ρωγμών των τοίχων της οικοδομής και του πατώματος για τις οποίες υπήρχε παραδοχή των εφεσιβλήτων. Παράλληλα, επειδή προέκυπτε ότι όφειλε στους εφεσίβλητους ποσό £4.801,00, υπόλοιπο των συμβολαίων που υπογράφησαν για τις επιπλέον εργασίες που εκτελέστηκαν, εξέδωσε για το ποσό αυτό απόφαση εναντίον του. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω: Εκδίδεται απόφαση στην αγωγή υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για το ποσό των €1.623,17 (το αντίστοιχο σε £950,00) με νόμιμο τόκο επ΄ αυτού από 23.11.2006 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπρόσθετα εκδίδεται απόφαση στην Ανταπαίτηση υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα για το συνολικό ποσό των €1.277,18 (το αντίστοιχο σε £747,50) με νόμιμο τόκο επ΄ αυτού από 27.3.2007 (ημερομηνία καταχώρησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) μέχρι εξοφλήσεως. Ερχόμενη, τώρα, στο θέμα των εξόδων, θα πρέπει κατ΄ αρχήν να παρατηρήσω ότι το ζήτημα αυτό διέπεται από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, το οποίο περιληπτικά διαλαμβάνει ότι τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτή, εκτός αν άλλως προνοείται από οποιοδήποτε εκάστοτε ισχύον νόμο ή δευτερογενή νομοθεσία τελούν υπό τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, το οποίο και έχει πλήρη εξουσία να αποφασίζει από ποιόν και σε ποιά έκταση θα πληρωθούν. Από άποψης δευτερογενούς νομοθεσίας υπάρχει η Δ.59 Θ.1 των Θεσμών Πολτικής Δικονομίας όπου και πάλι προβλέπεται, ότι τηρουμένων των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή διαδικαστικού κανονισμού, τα έξοδα οποιασδήποτε διαδικασίας ή σχετικά με αυτή θα είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις οποίες εξετάστηκαν οι πιο πάνω πρόνοιες (βλ. μεταξύ άλλων Eleftheriou v. Roussou
(1958)23 CLR 191, Γιαννάκης Φιλίππου ν. Έλενας Φιλίππου
(1990)1 ΑΑΔ 890 και Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd
(1993)1 AAΔ 12), προκύπτει ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα και ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd (πιο πάνω) ο Πικής Δ., (όπως ήταν τότε) ανέφερε τα εξής στη σελίδα 15: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσης του στην αύξηση των εξόδων της δίκης. Σ΄ εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολη του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» (Σχετική είναι επίσης μεταξύ άλλων η υπόθεση Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 256). Στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη ότι τόσο η Αγωγή όσο και η Ανταπαίτηση (οι οποίες συνεκδικάστηκαν) επιτυγχάνουν, όπως επίσης ότι τα ποσά για τα οποία εκδίδονται αποφάσεις ανέρχονται περίπου στο ίδιο ύψος, κρίνω ορθό όπως μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Στην υπόθεση Σταύρος Χαραλάμπους ν. A.N. Stasis Estates Ltd και άλλος
(1991)1 ΑΑΔ 418, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην αγωγή προς όφελος του εφεσείοντα - ενάγοντα για το ποσό των £4,450 αναφορικά με το υπόλοιπο εκτελεσθείσας εργασίας, ενώ στην ανταπάιτηση εκδόθηκε απόφαση για £500,00 για κακοτεχνίες πλέον £1,000 για την καθυστέρηση της παράδοσης της κατοικίας και σε σχέση με τα έξοδα διατάχθηκε όπως ο κάθε διάδικος πληρώσει τα έξοδα του, διαταγή η οποία και επικυρώθηκε κατ' έφεση. Συνεπώς, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τελική/απαίτηση για εκτελεσθείσες εργασίες/κακοτεχνίες cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο