← Κύπρος

Χριστάκης Γεωργίου κ.α. ν. Γιώργου Ασημένου, Αρ. Αγωγής: 4092/07, 21 Δεκεμβρίου 2011

Χριστάκης Γεωργίου κ.α. ν. Γιώργου Ασημένου, Αρ. Αγωγής: 4092/07, 21 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A359 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4092/07 Μεταξύ

  1. Χριστάκης Γεωργίου
  2. Σωτηρούλα Λιανού Εναγόντων και Γιώργου Ασημένου Εναγόμενου Αίτηση παραμερισμού ημερ. 2.9.2010 Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή - εναγόμενο: κ. Νεοκλέους για κ.κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου & Σία Για καθ' ων η Αίτηση - ενάγοντες: κα Αποστόλου για κ. Ηλία Ηλία Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την απόφαση που εκδόθηκε στις 11.2.2008 εναντίον του στην παρούσα αγωγή καθώς και την ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε στις 15.1.2008 και/ή να κρίνει τη μέχρι σήμερα διαδικασία στην παρούσα αγωγή ως αντικανονική και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή ως αντιβαίνουσα στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς λόγω του ότι η έκδοση των εν λόγω αποφάσεων έγινε εν αγνοία του αιτητή-εναγόμενου συνεπεία της παράλειψης του τότε συνηγόρου του να καταχωρήσει έγκαιρα σημείωμα εμφάνισης, με συνέπεια να μην μπορεί να εξομοιωθεί η συγκεκριμένη παράλειψη του συνηγόρου με παράλειψη ισοδυναμούσα με περιφρονητική διαγωγή του αιτητή. Περαιτέρω και/ή εναλλακτικά ο αιτητής-εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή απορρίπτει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 15.1.2008 και/ή να κρίνει την επίδοση των εν λόγω εγγράφων προς αυτόν ως αντικανονική και/ή χωρίς έννομο αποτέλεσμα και/ή ως αντιβαίνουσα τους διαδικαστικούς κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας. Νομικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.3 θ. 1, Δ.17 θ.θ. 2-13, Δ.48 θ.θ.1, 2, 8-9 και Δ.64 θ.θ. 1-2, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευσταθίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2003)1 (Β) ΑΑΔ 1007, η απόφαση Arnold and Others v. National Westminster Bank Plc [1991] 3 All ER 41, το άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 4, το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edn. Volume 3, para. 367, το άρθρο 30.2-3 του Συντάγματος, οι γενικές αρχές του νόμου, οι κανόνες της επιείκειας, η πρακτική και η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις ημερομηνίας 13.9.2010 του αιτητή-εναγόμενου και του Μάριου Γαβριηλίδη, δικηγόρου του. Στην ένορκη του δήλωση ο αιτητής-εναγόμενος αναφέρεται στην καταχώρηση της αγωγής στις 11.1.2008 και στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 15.1.2008 (Τεκμήρια Α και Β), που του επιδόθηκαν στις 18.1.
  1. Αμέσως μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του τότε δικηγόρου του Μάριου Γαβριηλίδη, δίδοντας του εντολή όπως καταχωρήσει άμεσα σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση, γιατί ήταν τότε, αλλά και σήμερα, η θέση του ότι έχει εξοφλήσει πλήρως οποιοδήποτε ποσό όφειλε στους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες. Ο κ. Γαβριηλίδης, εκ παραδρομής και από λάθος δεν καταχώρησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας εμφάνιση ούτε και εμφανίστηκε στο Δικαστήριο στις 24.1.2008, που είχε οριστεί επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα, με αποτέλεσμα αφενός το προσωρινό διάταγμα να καταστεί απόλυτο και αφετέρου στις 11.2.2008, μετά από αίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων να εκδοθεί η επίδικη δικαστική απόφαση εναντίον του αιτητή-εναγόμενου. Στις 12.2.2008 οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες ενέγραψαν memo εναντίον των κτημάτων του (Τεκμήριο Γ). Στις 18.2.2008 ο Μάριος Γαβριηλίδης πληροφορήθηκε την πιο πάνω δυσμενή εξέλιξη της υπόθεσης για τον αιτητή-εναγόμενο και άμεσα καταχώρησε αίτηση αναστολής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης καθώς και αίτηση παραμερισμού αυτής. Στις 9.7.2008 εκδόθηκε δικαστική απόφαση επί της αίτησης παραμερισμού (Τεκμήριο Δ), στην οποία, στις σελίδες 7 και 8, αναφέρεται ότι παρόλο που ο αιτητής-εναγόμενος όταν έλαβε γνώση της αγωγής ειδοποίησε το δικηγόρο του να λάβει τα δέοντα μέτρα, ο τελευταίος εκ λάθους δεν καταχώρησε εμφάνιση και δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθεί ο αιτητής-εναγόμενος με το λάθος του δικηγόρου του, επειδή ο εν λόγω δικηγόρος δεν καταχώρησε ένορκη δήλωση με την οποία να παραδέχεται το λάθος του και επειδή ο αιτητής-εναγόμενος συνέχιζε να παρίσταται στο Δικαστήριο με τον ίδιο δικηγόρο, δεν δικαιολογείτο παραμερισμός της επίδικης απόφασης εφόσον η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείτο από την υπόθεση Ευσταθίου κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω). Ακολούθησε η καταχώρηση εναντίον του αιτητή-εναγόμενου αίτησης πτώχευσης με αρ. 492/2008 και η έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του στις 5.2.
  2. Η προσπάθεια του αιτητή-εναγόμενου για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο απορρίφθηκε με δικαστική απόφαση ημερομηνίας 29.1.
  3. Παρενθετικά ο αιτητής-εναγόμενος αναφέρει ότι δεν έχει κηρυχθεί ακόμη σε πτώχευση με αποτέλεσμα να δικαιούται να καταχωρήσει και να συνεχίσει την παρούσα δικαστική διαδικασία. Μετά όλα τα πιο πάνω, δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ του αιτητή-εναγόμενου και των αδελφών του λόγω του ότι είναι όλοι εξ αδιαιρέτου ιδανικοί μεριδούχοι του δεσμευθέντος από τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες κτήματος (Τεκμήριο Ε). Στις 29.1.2010, ο αιτητής-εναγόμενος έχοντας αντιληφθεί ότι ο κ. Γαβριηλίδης παρά τις προσπάθειες του δεν μπόρεσε να επαναφέρει τα πράγματα στην αρχική τους κατάσταση, αποφάσισε να τον αποδεσμεύσει και αποτάθηκε σε άλλα δικηγορικά γραφεία για να αναλάβουν την υπόθεση του και να τον υπερασπίσουν στο Δικαστήριο. Δυστυχώς δεν βρήκε ανταπόκριση λόγω της δυσκολίας της υπόθεσης και επειδή οι δικηγόροι που επισκέφθηκε δεν ήθελαν να εμπλακούν σε αυτήν συνεπεία του λάθος χειρισμού συναδέλφου τους. Εν τέλει στις 27.8.2010 επισκέφθηκε τον νυν δικηγόρο του κ. Ρίκκο Ερωτοκρίτου, ο οποίος αφού μελέτησε το φάκελο της υπόθεσης, του ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Αμέσως μετά καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Περαιτέρω ο αιτητής-εναγόμενος αναφέρει ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η προαναφερθείσα παράλειψη του τότε δικηγόρου του δεν μπορεί να εξομοιωθεί με παράλειψη που ισοδυναμούσε με περιφρονητική διαγωγή του ίδιου και συνεπώς η παρούσα αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Επίσης το νομικό σημείο που εγείρει στην παρούσα αίτηση δεν έχει αποφασιστεί επί της ουσίας του στα πλαίσια της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.7.
  4. Μετά την ανάληψη της υπεράσπισης του από τον κ. Ερωτοκρίτου, ο αιτητής-εναγόμενος αντιπροσωπεύεται από άλλο δικηγόρο, δηλαδή εκτός του κ. Γαβριηλίδη, από τον οποίο έχει παράπονο για τους χειρισμούς του στην παρούσα υπόθεση και μπορεί με ένορκη δήλωση του κ. Γαβριηλίδη να εξασφαλίσει το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, που δημιουργεί τις ειδικές εκείνες περιστάσεις που επιτρέπουν επανεξέταση του αιτήματος του για παραμερισμό της επίδικης απόφασης, χωρίς να δημιουργείται δεδικασμένο λόγω κωλύματος που προκύπτει από επίδικο θέμα που αποφασίστηκε δικαστικά, σύμφωνα με την αγγλική υπόθεση Arnold and Others v. National Westminster Bank Plc (πιο πάνω). Όπως στη συνέχεια ισχυρίζεται ο αιτητής-εναγόμενος, έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση την οποία παραθέτει στις παραγράφους 23 - 25 της ένορκης του δήλωσης. Συνοπτικά η θέση του αιτητή-εναγόμενου είναι ότι ο ίδιος όχι μόνο έχει εξοφλήσει την απαίτηση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων εναντίον του αλλά και έχει καταβάλει υπέρ αυτών ποσό που, αν γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση, θα το ανταπαιτήσει από αυτούς. Με την εισήγηση ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης καθότι σε αντίθετη περίπτωση θα χάσει το συνταγματικό του δικαίωμα για διεξαγωγή δίκαιης δίκης συνεπεία των έκδηλα κακών χειρισμών της υπόθεσης εκ μέρους του δικηγόρου του, ο αιτητής-εναγόμενος ζητά την έγκριση της αίτησης του. Στην ένορκη του δήλωση ο Μάριος Γαβριηλίδης αναφέρεται στο ιστορικό καταχώρησης και επίδοσης της αγωγής και του προσωρινού διατάγματος στον αιτητή-εναγόμενο, ο οποίος τον επισκέφθηκε διορίζοντας τον ως δικηγόρο με οδηγίες να καταχωρήσει άμεσα σημείωμα εμφάνισης και υπεράσπιση στην αγωγή, εφόσον η θέση του ήταν και είναι ότι έχει εξοφλήσει πλήρως οποιοδήποτε ποσό όφειλε στους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες. Λόγω του ότι είχε παραπέσει ο φάκελος στο γραφείο του, εκ παραδρομής και εκ λάθους δεν καταχώρησε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τα δικαστικά έγγραφα βάσει των κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας με αποτέλεσμα να εκδοθεί η επίδικη απόφαση. Ο κ. Γαβριηλίδης στη συνέχεια αναφέρεται σε ό,τι επακολούθησε της έκδοσης της δικαστικής απόφασης όπως αναφέρθηκαν από τον αιτητή-εναγόμενο, συμφωνώντας με αυτόν ότι δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι καταφρόνησε το Δικαστήριο συνεπεία του λάθους του δικηγόρου του. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης των καθ' ων η αίτηση- εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 31.3.2011 έχει ως νομικό υπόβαθρο τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18, Δ.48 θ.θ. 1-4 και 7-9, Δ.16 θ. 7, Δ.17 θ.θ. 2-5 και 10 και Δ.26 θ.14, το άρθρο 47 του Ν.14/60, την πρακτική και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ενώ οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: - υπάρχει δεδικασμένο για ίδιο ζήτημα που ήγειρε ο αιτητής-εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση με αίτηση του ημερομηνίας 28.2.2008 και εκδόθηκε απόφαση στις 9.7.2008 - η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας καθότι αποτελεί νέα διαδικασία επί του ιδίου ζητήματος, που έχει ήδη εκδικασθεί και αποφασισθεί - η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ενδεικτική της αδιαφορίας του αιτητή-εναγόμενου για τη δικαστική διαδικασία, που συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και με μόνη πρόθεση να εμποδισθεί η εκτέλεση της απόφασης - ο αιτητής-εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και - η αίτηση είναι λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή αναφέρεται σε λανθασμένα και/ή ανύπαρκτα πρόσωπα σε σχέση με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα 1, ο οποίος, όπως αναφέρει, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα 2, για να προβεί στην ένορκη του δήλωση, γνωρίζοντας τα γεγονότα καλά και από έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης. Όπως ο ενόρκως δηλών γνωρίζει και συμβουλεύεται από το δικηγόρο του, η αίτηση είναι καταχρηστική εφόσον ο αιτητής-εναγόμενος προσπαθεί να επαναφέρει ζήτημα που έχει ήδη εγείρει με την αίτηση του ημερομηνίας 28.2.2008, όπου μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του και ως εκ τούτου υπάρχει δεδικασμένο. Η σχετική απόφαση βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Από όσα αναφέρονται στην αίτηση και τις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, ουσιαστικά δεν προκύπτει κανένας νέος λόγος που ο αιτητής-εναγόμενος δεν γνώριζε όταν καταχώρησε την αίτηση του ημερομηνίας 28.2.
  5. Περαιτέρω, ως προς το ιστορικό της υπόθεσης, πιστοποιημένο αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκε στον αιτητή-εναγόμενο στις 18.1.2008, ο οποίος παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση. Στις 11.2.2008, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 1.2.2008, εκδόθηκε, μετά από κατάθεση ένορκης δήλωσης και αποδεικτικών εγγράφων, απόφαση εναντίον του αιτητή-εναγόμενου λόγω παράλειψης του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Ως δικαιολογία για τη μη καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, ο αιτητής-εναγόμενος προβάλλει την εκ παραδρομής παράλειψη του δικηγόρου του να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός του προβλεπόμενου από τους θεσμούς χρόνου. Η πρόθεση του ήταν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, να υπερασπιστεί τον εαυτό του και είχε δώσει σχετικές οδηγίες στο δικηγόρο του. Παρά τους αναφερόμενους στην αίτηση ισχυρισμούς του, ο αιτητής-εναγόμενος δεν προβάλλει και δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Στην ένορκη του δήλωση ημερομηνίας 11.2.2008, ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα ποσά που ο αιτητής-εναγόμενος έχει πληρώσει και εκδόθηκε απόφαση για το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, όπως προέβλεπε η μεταξύ τους συμφωνία. Οι ισχυρισμοί του αιτητή-εναγόμενου αναφορικά με την υπεράσπιση του είναι γενικοί και αόριστοι, χωρίς ο αιτητής-εναγόμενος να δίνει συγκεκριμένες και σαφείς λεπτομέρειες για τα γεγονότα στα οποία βασίζει την υπεράσπιση του. Σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλούντα, ο αιτητής-εναγόμενος ενώ ισχυρίζεται ότι δεν εύρισκε άλλο δικηγόρο για αντικατάσταση του προηγούμενου δικηγόρου του, δεν αναφέρει ποιους δικηγόρους είδε και ενώ στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι στις 27.8.2010 επισκέφθηκε τον κ. Ερωτοκρίτου για να τον εκπροσωπήσει, αυτό δεν είναι αλήθεια διότι περί τον Μάιο του 2010 ο κ. Ερωτοκρίτου αντικατέστησε τον κ. Γαβριηλίδη στην ποινική υπόθεση με αριθμό 3358/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον του ενόρκως δηλούντα, όπου μετά από ακροαματική διαδικασία ο αιτητής-εναγόμενος κρίθηκε αναξιόπιστος, όπως και στην αίτηση του για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του. Η συμπεριφορά του αιτητή-εναγόμενου επιδεικνύει πλήρη αδιαφορία και επιπολαιότητα για την εξέλιξη της παρούσας αγωγής, εφόσον γνώριζε για την ύπαρξη της από τις 18.1.2008 και δεν διερωτήθηκε για την πορεία της, ούτε και μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος. Ως προς την επίρριψη ευθυνών στον κ. Γαβριηλίδη καθώς και την ένορκη δήλωση του τελευταίου, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι όσα αναφέρονται ήταν γνωστά από την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 28.2.2008 και «τεχνηέντως» επιχειρείται να δικαιολογηθεί η αδικαιολόγητη στάση και συμπεριφορά του αιτητή-εναγόμενου. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις του ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή-εναγόμενου. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν. Αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι, οι οποίοι αφού αναφέρθηκαν στις νομικές αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης του Δικαστηρίου καθώς και του δεδικασμένου, που εγείρεται στην παρούσα υπόθεση, υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις των μερών παραπέμποντας στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις θέσεις αυτές. Στη νομολογία γίνεται διάκριση σε σχέση με τις αιτήσεις παραμερισμού όσον αφορά τις αρχές που εφαρμόζονται ανάλογα με το κατά πόσο η απόφαση εκδόθηκε κανονικά ή όχι. Όταν πρόκειται περί αντικανονικά εκδοθείσας απόφασης (irregular judgment), όπου δηλαδή αποδεικνύεται ότι η επίδοση της αγωγής έγινε με αντικανονικό τρόπο ή όταν αναφύεται η ύπαρξη οποιασδήποτε αντικανονικότητας που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης ως παράτυπης "ex debito justitiae" δεν τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας και το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση χωρίς οποιοδήποτε όρο σχετικά με τα έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου
(1997)1 ΑΑΔ 247, Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν. Ι. Κυριακίδη κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 601, Ευθυμίου ν. Χαραλάμπους
(2004)1 ΑΑΔ 700). Περαιτέρω, όταν πρόκειται για κανονικά εκδοθείσα απόφαση (regularly obtained judgment), ο παραμερισμός απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγόμενου είναι ζήτημα που εμπίπτει αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα ακύρωσης/παραμερισμού απόφασης έχουν αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 CLR 204. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης, χωρίς να γίνεται αξιολόγηση από το Δικαστήριο οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για την ορθότητα των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο ουσιαστικούς παράγοντες στην απονομή της δικαιοσύνης: της ανάγκης αφενός να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και της ανάγκης αφετέρου να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής εργασίας. Το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του επίσης τη συμπεριφορά του αιτητή. Αν η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση (βλ. Evans v. Bartlam
(1973)2 All E.R. 646, Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Construction
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoullis
(1963)2 CLR 159, Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415, Ζήνωνας Μερκή ν. Yiannoukkas Holiday Inns Ltd
(1994)1 AAΔ 736, Μούγης ν. Σπανούδη
(1996)1 ΑΑΔ 997, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Eros Travel and Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 AAΔ 712, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2002)1 ΑΑΔ 818, Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Τ. Γεωργίου Μαλιετζή
(2004)1 ΑΑΔ 1616). Ο αιτητής έχει το βάρος απόδειξης των πιο πάνω παραγόντων σε σχέση με τα γεγονότα που πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Λευκίδου ν. Κανναουρίδη
(1999)1 ΑΑΔ 528). Ως πρώτο θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο υπάρχει δεδικασμένο ως προς τα θέματα της αίτησης καθώς και κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον για το ίδιο ζήτημα έχει εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.7.2008 επί της αίτησης του αιτητή-εναγόμενου ημερομηνίας 28.2.2008 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 11.2.2008, που επιδιώκεται να παραμερισθεί και με την υπό κρίση αίτηση. Από την επιχειρηματολογία του συνηγόρου του αιτητή-εναγόμενου συνάγεται ότι επιδιώκεται μόνο ο παραμερισμός αυτής της απόφασης, οπότε οι λοιπές αιτούμενες θεραπείες της αίτησης θεωρείται ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Η νομική φύση του δεδικασμένου αποτέλεσε επανειλημμένα αντικείμενο της νομολογίας. Ιδιαίτερα κατατοπιστική επί του θέματος είναι η απόφαση Κλεόπα v. Αντωνίου
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 58 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: «.... δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί.» Προηγουμένως, στην K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: «Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ. 49. 866 Ε.Ε.Α.Δ. 24. 714.» Στην υπόθεση Μιχαήλ κ.ά. v. Eπίσημου Παραλήπτη
(2003)1 (Β) ΑΑΔ 975 επικυρώθηκε η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το αντικείμενο των δύο διαδικασιών, που αφορούσε η υπόθεση εκείνη, ήταν το ίδιο, όπως και η ταυτότητα των διαδίκων, οπότε η απόφαση στην πρώτη παρενέβαλε ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επαναθεώρηση, στη δεύτερη διαδικασία των λελυθέντων θεμάτων. Όπως επίσης λέχθηκε «το κώλυμα πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου, που αποκλείει την εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος, λυθέντος σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου.» (βλ. και Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1 (Α) ΑΑΔ 563). Ιδιαίτερα χρήσιμο θεωρώ και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Ευαγγέλου (Αρ. 3)
(2000)1 (Β) ΑΑΔ 913, που αφορούσε τη δημιουργία δεδικασμένου από αποφάσεις επί αιτήσεων για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων: «Η απόφαση της Ολομέλειας επιβεβαίωσε ότι ισχύουν οι αρχές που διέπουν το δεδικασμένο περιλαμβανομένου και του κωλύματος αναφορικά με επίδικο θέμα (issue estoppel). Με αναφορά στη γνωστή υπόθεση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. Rep. 378, η απόφαση διαπιστώνει ότι το δεδικασμένο που απορρέει από προηγούμενη διαδικασία εκτείνεται και καλύπτει όχι μόνο «όσα προβλήθηκαν στην πρώτη διαδικασία αλλά ... και εκείνα που θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί ως ενταγμένα στο πλαίσιο του αντικειμένου της, αλλά δεν προβλήθηκαν.» Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται η δικαιοσύνη από αέναες διαδικασίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε η εφευρηματικότητα του διαδίκου.» Επανερχόμενη στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνεται ότι με την απόφαση του ημερομηνίας 9.7.2008 το Δικαστήριο εξετάζοντας τις προβληθείσες θέσεις των ίδιων διαδίκων με βάση τις νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης που εκδίδεται ερήμην του εναγόμενου, έκρινε πρωταρχικά ότι ο αιτητής-εναγόμενος «απέτυχε να καταδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου, που προέκυψε από την ανάλυση στις σελίδες 5-7 της απόφασης του των θέσεων του αιτητή-εναγόμενου, που σημειωτέον είναι παρόμοιες με αυτές που εγείρει και στην υπό κρίση αίτηση, είναι τελεσίδικη δεδομένου ότι δεν καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της απόφασης αυτής. Εξετάζοντας στην ίδια απόφαση στη συνέχεια κατά πόσο ο αιτητής-εναγόμενος έπεισε ότι υπήρχε πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του, το Δικαστήριο στη σελίδα 8 έκρινε ότι «ο πραγματικός λόγος της μη καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους του, είναι η αδιαφορία του για την τύχη τόσο του προσωρινού διατάγματος όσο και της αγωγής, στοιχείο που συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.». Σ' αυτήν του την κατάληξη το Δικαστήριο οδηγήθηκε από την συμπεριφορά του αιτητή-εναγόμενου και την «κατ' αρχήν αδιαφορία για το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε εναντίον του και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίδει καμία εξήγηση». Το Δικαστήριο θεώρησε αξιοσημείωτο ότι η αίτηση δεν συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του δικηγόρου του που να παραδέχεται την δική του επαγγελματική αμέλεια ούτε και είχε τεθεί θέμα αλλαγής του δικηγόρου του, που θα καταδείκνυε σαφώς το παράπονο του εναγόμενου για την αμέλεια του δικηγόρου του. Βάσει του σκεπτικού αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο αφενός οδήγησε στο εύρημα της αδιαφορίας εκ μέρους του αιτητή-εναγόμενου και αφετέρου παρέμεινε απρόσβλητο εφόσον δεν καταχωρήθηκε έφεση εναντίον της εν λόγω απόφασης, ο αιτητής-εναγόμενος επανέρχεται και ζητά τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 11.2.2008, καταχωρώντας νέα αίτηση παραμερισμού με νέο δικηγόρο συνοδευόμενη και από ένορκη δήλωση του προηγούμενου δικηγόρου του όπου ο τελευταίος παραδέχεται το λάθος του. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, κατά την αντίληψη μου, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί σαφέστατα παραβίαση του δεδικασμένου ως προς επίδικο θέμα. Ενώ ο αιτητής-εναγόμενος είχε τη δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία για οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση του στην προηγούμενη διαδικασία, επιδόθηκε σε νέο δικαστικό αγώνα για την ίδια ακριβώς θεραπεία, αντλώντας επιχειρήματα από το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην προγενέστερη απόφαση. Η παράλειψη του αιτητή-εναγόμενου να προσκομίσει την αναγκαία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ή να προβεί σε ό,τι όφειλε για να πείσει το Δικαστήριο για την ορθότητα της θέσης του, δεν επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα για ό,τι παραλείφθηκε. Ούτε και όσα επικαλείται στην παρούσα αίτηση προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν επέδειξε περιφρονητική διαγωγή κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης στις 11.2.2008, αποτελούν μαρτυρικό υλικό που δημιουργεί ειδικές περιστάσεις για επανεξέταση του παραμερισμού της εν λόγω απόφασης βάσει της υπόθεσης Arnold and Others v. National Westminster Bank Plc (πιο πάνω), την οποία επικαλείται. Η μαρτυρία που ο αιτητής-εναγόμενος παρουσιάζει στην παρούσα αίτηση ουδόλως είναι υλικό που δεν θα μπορούσε με τη δέουσα επιμέλεια να προσκομιστεί κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δίκης επί του ιδίου θέματος. Αντίθετα κρίνεται ως προσπάθεια παράκαμψης του δεδικασμένου υποκινούμενη από εφευρηματικότητα με απαράδεκτο τρόπο. Εύλογα δε η παρούσα διαδικασία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου όχι μόνο λόγω των θεμάτων της αλλά και λόγω της μεγάλης καθυστέρησης επαναφοράς θέματος που είχε επιλυθεί δικαστικά δυο και πλέον χρόνια προηγουμένως, αναγκάζοντας τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες να υποχρεωθούν να προστατεύσουν εαυτούς δυο φορές (βλ. και Χριστοφή (Παπέττας) ν. Σ. & Μ. Φλοκκάς Λτδ κ.α.
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 1703). Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου δεν επιτρέπει την ενασχόληση του με τους ισχυρισμούς που άπτονται της ουσίας της αίτησης. Θα ήταν παράλειψη ωστόσο να μην επισημανθεί η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης, που όπως φαίνεται από τα πρακτικά του Δικαστηρίου προήλθε από τους διαδίκους. Επισημαίνεται ακόμη ότι μετά που το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης για πρώτη φορά και κατά την ακρόαση της, επιστήθηκε η προσοχή των συνηγόρων που εκπροσωπούσαν τον αιτητή-εναγόμενο στη νομολογία που διέπει το θέμα. Είναι λυπηρό αλλά και ιδιαίτερα ανησυχητικό να προωθούνται προς εκδίκαση θέματα, όπως το παρόν, που οδηγούν εν γνώσει των συνηγόρων σε σπατάλη πολύτιμου δικαστικού χρόνου και δημοσίου χρήματος αλλά και σε αχρείαστα έξοδα για τους διαδίκους. Εν όψει των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων και σε βάρος του αιτητή-εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής / ΓΙ - ΜΠ Subject: Civil / Other actions / Interim / Aitisi paramerismou apofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.