← Κύπρος

OUNO INVESTMENTS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΝΓΚΥ, Αρ. Αγωγής: 6035/2010, 21 Δεκεμβρίου 2011

OUNO INVESTMENTS LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΝΓΚΥ, Αρ. Αγωγής: 6035/2010, 21 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6035/2010 Μεταξύ: OUNO INVESTMENTS LTD Ενάγουσας -και- ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΥΝΓΚΥ Eναγόμενης .......... Αίτηση ημερομηνίας 4.5.2011 Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2011 Για την αιτήτρια: κ. Χριστοφή για Χρίστο Σ. Χριστοφόρου Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση: κα Χατζηλοίζου για Χρήστο Χατζηλοίζου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια-εναγόμενη επιζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα να καταθέσει στο Δικαστήριο για ασφάλεια εξόδων το ποσό των €7.453,15 καθώς και διάταγμα που να αναστέλλει την περαιτέρω διαδικασία μέχρις ότου δοθεί η εν λόγω ασφάλεια. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.60 θθ.1-6 και Δ.48 θθ.2 και 9(t), το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 καθώς και οι συμφυείς εξουσίες, η διακριτική ευχέρεια και η πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της εναγόμενης, η οποία αναφέρεται στα γεγονότα που εμπίπτουν στην προσωπική της γνώση εκτός όσων αναφέρεται άλλη πηγή γνώσης καθώς και από νομική συμβουλή που έχει λάβει. Μετά από έρευνα του δικηγόρου της εναγόμενης στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, προέκυψε ότι η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα και εγγραφείσα δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας με αρ. εγγραφής

  1. Το κεφάλαιο της εταιρείας είναι €1.710 διαιρεμένο σε 1.000 μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 έκαστη. Από το πιστοποιητικό έρευνας του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο Α) φαίνεται ότι η ενάγουσα έχει καταχωρήσει στα μητρώα του Εφόρου Εταιρειών επιβαρύνσεις σε ολόκληρη την περιουσία της, που συνίστανται σε κυμαινόμενη επιβάρυνση σε όλη την περιουσία της καθώς και σε υποθήκες προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου συνολικού ύψους €3.435.681,
  2. Περαιτέρω, ο δικηγόρος της εναγόμενης έχει εξασφαλίσει πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού (Τεκμήριο Β) με αρ. αίτησης 5/ΠΕΡ/1120/2011 για το ακίνητο με αρ. εγγραφής 6/89 του Φ/Σχ 59/090103, τεμ. 136 στο Ζακάκι Λεμεσού, επί του οποίου έχει ανεγερθεί πολυκατοικία. Η εναγόμενη έχει υπογράψει αγοραπωλητήριο έγγραφο με την ενάγουσα για την αγορά ενός διαμερίσματος, αμφισβητώντας την εγκυρότητα του εν λόγω εγγράφου μέσω της υπεράσπισης της στην παρούσα αγωγή. Η ενάγουσα, σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό, είναι συνιδιοκτήτρια για 320/501 μερίδια του πιο πάνω ακινήτου. Στο ίδιο πιστοποιητικό φαίνεται ότι η ενάγουσα έχει προβεί σε πωλήσεις διαμερισμάτων συνολικής αξίας €668.857 καθώς και σε υποθηκεύσεις επί του προαναφερθέντος ακινήτου προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και σε άλλες επιβαρύνσεις, με το συνολικό ποσό του χρέους να ανέρχεται σε €3.341.407,70, σχεδόν πενταπλάσιο από τις πιθανές εισπράξεις από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων. Από τις εν λόγω έρευνες του δικηγόρου της, σύμφωνα με την εναγόμενη, φαίνεται ότι η μοναδική περιουσία της ενάγουσας είναι τα μερίδια της επί του πιο πάνω ακινήτου ενώ οι επιβαρύνσεις επί των ιδίων μεριδίων που φαίνονται στο Τεκμήριο Β είναι ίδιες με αυτές που αναφέρονται στο Τεκμήριο Α. Λόγω του μεγάλου ποσού χρέους που οφείλει η ενάγουσα σε αντίθεση με τις πιθανές εισπράξεις που θα έχει από τις τυχόν πωλήσεις των διαμερισμάτων και που είναι σχεδόν το 1/5 των οφειλών της, η ενάγουσα δεν είναι σε θέση και είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα της εναγόμενης σε περίπτωση που πετύχει η υπεράσπιση και απορριφθεί η αγωγή. Από ό,τι ειλικρινά πιστεύει η εναγόμενη, η ενάγουσα δεν έχει άλλη ακίνητη και κινητή περιουσία πλην των μεριδίων της επί του ως άνω ακινήτου και δεν διεξάγει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα. Επισυνάπτοντας ενδεικτικό και λεπτομερή κατάλογο εξόδων της ως Τεκμήριο Γ σε σχέση με το ύψος της αιτούμενης εξασφάλισης, η εναγόμενη ειλικρινά και αληθώς πιστεύει ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Στην ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας που καταχωρήθηκε στις 10.10.2011 και έχει ως νομική βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 θ.θ. 1-6 και Δ.48 θθ.2 και 9(t), το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το άρθρο 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και το δίκαιο της επιείκειας, προβάλλονται εννιά λόγοι ένστασης. Συγκεκριμένα ότι: -η αίτηση είναι αδικαιολόγητη, κακόπιστη καθότι επιδιώκει άλλους σκοπούς από αυτούς που θέτει η νομολογία, ο νόμος και οι θεσμοί και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας - τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση δεν δικαιολογούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας - η αίτηση έχει σκοπό να στερήσει την καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα του δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη και/ή της δίκαιης δίκης, όπως κατοχυρώνονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και τα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα είναι φερέγγυα και αξιόχρεη με περιουσιακά στοιχεία καθώς και απόλυτα ικανή για καταβολή κάθε τυχόν επιδικασθέντος ποσού - δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα επιδικασθέντα έξοδα υπέρ της αιτήτριας- εναγόμενης αλλά αντίθετα τα ήδη επιδικασθέντα έξοδα είναι υπέρ της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας - η αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής καθώς και απόπειρα εκτροχιασμού της - η αιτήτρια-εναγόμενη δεν αποκαλύπτει στην ένορκη της δήλωση επαρκείς λόγους και/ή στοιχεία που να δεικνύουν ανικανότητα της ενάγουσας εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα της σε περίπτωση επιτυχίας της υπεράσπισης - η ένορκη δήλωση της αιτήτριας-εναγόμενης δεν πληροί το κριτήριο της αξιόπιστης μαρτυρίας που απαιτείται από το άρθρο 382 του Κεφ. 113 και - η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα έχει καλή υπόθεση εναντίον της αιτήτριας-εναγόμενης με μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Στην ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο Αντώνης Αντωνίου, ένας εκ των δύο διευθυντών της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας, αναφέρει αρχικά ότι λόγω της ιδιότητας του γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ για τα νομικά θέματα έλαβε τη συμβουλή του δικηγόρου του. Έχοντας διαβάσει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και εκτός όπου ρητά προβαίνει σε παραδοχή, αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας-εναγόμενης καθώς και τις αιτούμενες από αυτήν θεραπείες. Υιοθετεί τους λόγους ένστασης, που αναφέρθηκαν πιο πάνω και αποδέχεται ότι η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη εταιρεία, ως ορθά περιγράφεται στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα είναι εταιρεία ενεργή με μεγάλο κύκλο εργασιών, φερέγγυα και αξιόχρεη με περιουσιακά στοιχεία καθώς και απόλυτα ικανή για καταβολή κάθε τυχόν επιδικασθέντος ποσού, έχουσα ακίνητη και κινητή περιουσία που υπερβαίνει τα €5.000.
  3. Οι οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις και/ή υποθήκες υπάρχουν επί της περιουσίας της σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνουν την αξία της περιουσίας, αντίγραφο σχετικής εκτίμησης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο. Επαναλαμβάνοντας στη συνέχεια τους καταγραφέντες πιο πάνω λόγους ένστασης, ο ενόρκως δηλών ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον της αιτήτριας-εναγόμενης. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλώσαντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία επί του θέματος υποστήριξαν τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα. Ως προς τη νομική πτυχή, οι αρχές συνοψίζονται σε πρόσδοση διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να διατάξει την καταβολή ασφάλειας εξόδων από ενάγοντα που συνήθως διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τη Δ.60 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, με τον αιτητή να φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ' ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας (βλ. Union des Cooperatives v. Apak Agro (Αρ. 2)

(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1170, Stejaru ν. Ιωάννου
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 906 και Κυριάκου ν. Μιχαήλ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 933). Σύμφωνα με την υπόθεση Alahmari v. Alia Airline
(1990)1 Α.Α.Δ. 434, για την ορθή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου οι παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη, είναι κατ' εξοχήν δυο, η κατοχή εκ μέρους του ενάγοντα περιουσίας, και ιδίως ακίνητης (που δεν μετακινείται εύκολα), στην Κύπρο, και η ισχύς της υπόθεσης του (βλ. και Π.Τ. Ασούρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. ν. Σήσκοπ Ναβικ. Λτδ κ.α. (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1741 και Studland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809). Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698, αν ο ενάγοντας δεν διαθέτει τα οικονομικά μέσα για να παράσχει την αιτούμενη ασφάλεια το αίτημα απορρίπτεται καθότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος θα απέληγε σε στέρηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και η νομολογία καταδεικνύει ότι υπερισχύει το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, που διασφαλίζεται από τις σχετικές συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις (βλ. και Conway ν. Ηλία
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653). Το ποσό της ασφάλειας είναι κατά κανόνα εκείνο το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, θα υποστεί ο διάδικος, που ζητά την ασφάλεια (βλ. Senior Service Ltd. and Others v. Chrysanthi Shipping Co. Ltd. and Another
(1975)1 C.L.R. 316). Η έκδοση βέβαια του διατάγματος στην παρούσα υπόθεση επιζητείται δυνάμει του άρθρου 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, που δίδει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι εταιρεία, που είναι ενάγουσα, είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπιση του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, έχοντας τη δυνατότητα να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση. Στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1377, όπου λέχθηκε ότι η εικόνα που προέκυψε από την αντεξέταση του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας ήταν ότι αυτή λόγω της κρίσης στη βιομηχανία κατασκευής ετοίμων ενδυμάτων είχε διακόψει τις εργασίες της και είχε μια περιουσία που συνίστατο από χρεώστες, κρίθηκε ότι τα στοιχεία αυτά δεν ήταν ικανοποιητικά για να αποσείσουν το βάρος των ισχυρισμών της εναγόμενης περί μη κάλυψης των εξόδων της αν η ενάγουσα αποτύγχανε στην αγωγή της. Όπως λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση, η αφερεγγυότητα πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός, κάτι που δεν συνέτρεχε στην υπόθεση εκείνη. Στην δε υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεν. Ασφ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1446, λέχθηκε ότι παρόλο που η οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας προβλέπεται από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, για έκδοση διαταγής εξασφάλισης εξόδων στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, πρέπει να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντιδίκου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του διατάγματος εφόσον χρειάζεται ισορροπία. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της παρούσας υπόθεσης, με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει από την εναγόμενη διάταγμα του Δικαστηρίου που να την διατάσσει να της μεταβιβάσει οικόπεδο, το οποίο θα αποτελούσε πληρωμή της εναγόμενης προς την ενάγουσα για την αγορά διαμερίσματος, το οποίο συμφώνησε η εναγόμενη να αγοράσει από την ενάγουσα με την έγγραφη συμφωνία τους ημερομηνίας 19.5.
  1. Περαιτέρω η ενάγουσα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις λόγω παράνομου τερματισμού της συμφωνίας τους εκ μέρους της εναγόμενης καθώς και τιμωρητικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Βασική θέση της εναγόμενης στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση της, που η ενάγουσα στην απάντηση της στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση αρνείται, είναι ότι η υπογραφή της επίδικης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη συνεπεία ψευδών δηλώσεων και/ή απάτης και/ή απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή ψευδών παραστάσεων εκ μέρους της ενάγουσας. Περαιτέρω η εναγόμενη ανταπαιτεί διάταγμα ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας αγοράς μεταξύ των διαδίκων και διαγραφή της από το Κτηματολόγιο, θεραπείες που επίσης η ενάγουσα αρνείται. Εξετάζοντας την ουσία της αίτησης με βάση όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι πρόδηλο ότι η θέση της αιτήτριας-εναγόμενης ότι η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα της, αν επιτύχει η υπεράσπιση της, βασίζεται στις καταχωρημένες επιβαρύνσεις στον Έφορο Εταιρειών και στο πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού (Τεκμήρια Α και Β), υποβάλλοντας ότι το συμπέρασμα που εξάγεται βάσει αυτών είναι ότι οι επιβαρύνσεις που φαίνονται στα δυο αυτά Τεκμήρια είναι οι ίδιες και τα χρέη της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας υπερβαίνουν κατά πολύ τις πιθανές εισπράξεις της από τις πωλήσεις των διαμερισμάτων. Δεν γίνεται λόγος για τον κύκλο εργασιών ή την ρευστότητα της ίδιας εταιρείας, εκτός της αναφοράς στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας ότι, όπως ειλικρινά πιστεύει, η ενάγουσα εταιρεία δεν διεξάγει οποιαδήποτε δραστηριότητα, μη έχουσα κινητή και ακίνητη περιουσία πλην των μεριδίων της σε ένα ακίνητο. Από την άλλη, η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα παρουσιάζει εκτίμηση της ακίνητης περιουσίας της ημερομηνίας 3.11.2009 και συγκεκριμένα για ένα ακίνητο που αποτελείται από συγκρότημα διαμερισμάτων με αγοραία αξία που υπερβαίνει το ποσό των €5.000.
  2. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι είναι ενεργή εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών. Όπως ήδη λέχθηκε και υποδεικνύεται στη νομολογία, η αφερεγγυότητα εταιρείας σε τέτοιες αιτήσεις πρέπει να καταφαίνεται ως θετικό γεγονός. Στην παρούσα υπόθεση παρέμεινε αναντίλεκτο ότι η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια ακίνητης ιδιοκτησίας, όπως συνάγεται από το Τεκμήριο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, όπου φαίνεται και η αξία της. Το γεγονός αυτό, που δεν αντικρούστηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από την αιτήτρια-εναγόμενη, είναι στοιχείο που συνηγορεί στην απόρριψη της αίτησης. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί του συνηγόρου της αιτήτριας δεν μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετική αντιμετώπιση. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα δεν είναι δικαιούχος όλων των διαμερισμάτων καθώς και ότι η αξία της περιουσίας της είναι μικρότερη από τα χρέη και τις επιβαρύνσεις της, ως είναι η θέση του συνηγόρου της αιτήτριας, με βάση μόνο τα Τεκμήρια που συνοδεύουν την αίτηση, δεδομένου ότι τέθηκε ενώπιον του εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας η έκθεση εκτίμησης της ακίνητης περιουσίας της, που έμεινε αναντίλεκτη εφόσον η καθ' ης η αίτηση δεν αντεξετάστηκε. Αναμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας ότι είναι ενεργή εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών, φερέγγυα και αξιόχρεη, για την οποία επίσης δεν αντεξετάστηκε. Όπως ήδη λέχθηκε, το βάρος απόδειξης σε τέτοιες αιτήσεις βρίσκεται στους ώμους του αιτητή και όχι στον καθ' ου η αίτηση, όπως λανθασμένα εισηγείται στην αγόρευση του ο συνήγορος της αιτήτριας υποβάλλοντας ότι η καθ' ης η αίτηση έπρεπε να αποδείξει ότι είναι φερέγγυα με λογιστικές καταστάσεις και «με κάτι χειροπιαστό». Αντίθετα κρίνεται ότι τα στοιχεία που παρουσίασε η αιτήτρια-εναγόμενη δεν είναι ικανοποιητικά για να αποσείσουν το σχετικό βάρος των ισχυρισμών της. Ήταν δική της η υποχρέωση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δυνάμει των πιο πάνω στοιχείων η καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα δεν θα μπορούσε να καλύψει τα έξοδα που ενδεχομένως θα διατάσσετο να καταβάλει σ' αυτήν αν αποτύγχανε στην αγωγή της. Υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης, η αιτήτρια δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής δεν θα μπορεί να εκτελεστεί τυχόν δικαστική απόφαση όσον αφορά τα έξοδα εναντίον της ενάγουσας. Ως προς τη δύναμη της υπόθεσης, επιχείρημα που προβάλλεται από την πλευρά της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας προς υποστήριξη της θέσης της, πρέπει να λεχθεί ότι αναμφίβολα αυτός ο παράγοντας λαμβάνεται υπόψη. Ωστόσο υπό τα δεδομένα της συγκεκριμένης υπόθεσης δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι κρίσιμος υπό τις περιστάσεις (βλ. Π.Τ. Ασούρ. Τόκιο Μαρίν Ιντον. ν. Σήσκοπ Ναβικ. Λτδ κ.α. (Αρ. 2) (πιο πάνω)). Οι εκατέρωθεν θέσεις, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, θα κριθούν από το Δικαστήριο μετά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν θα ήταν ορθό σ' αυτό το στάδιο να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της καθ' ης η αίτηση-ενάγουσας και να απορριφθεί το αίτημα της αιτήτριας-εναγόμενης για παροχή ασφάλειας εκ μέρους της. Ενόψει της κατάληξης αυτής θα αποτελούσε θεωρητικό εγχείρημα η εξέταση του ύψους τυχόν ασφάλειας θα έπρεπε να δοθεί από την ενάγουσα, αν υπήρχε διαφορετική κατάληξη. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση- ενάγουσας και εναντίον της αιτήτριας- εναγόμενης και θα πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.)........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι Subject: Civil / Other actions / Interim / Aitisi gia asfaleia exodwn apo etaireia cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.