Επί τοις αφορώσι την Μαρία Ξενοφώντος, Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 732/11, 29 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A364 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Ειδ. Πτωχ.: 732/11 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι την Μαρία Ξενοφώντος, εκ Λεμεσού Οφειλέτιδα Ημερομηνία: 29 Δεκεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την οφειλέτιδα: κ. Α. Μελάς για Κώστα Μελά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον πιστωτή: κ. Α. Χαραλάμπους για Ερμή Στυλιανίδη & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 23.4.2010 στην αγωγή με αρ. 6892/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον της Μαρίας Ξενοφώντος (στη συνέχεια «η οφειλέτιδα») για τα ποσά αφενός των €310.806 και €10.000 αφετέρου ως τιμωρητικές αποζημιώσεις, πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε στις 20.7.2011 μετά από αίτημα του ενάγοντα στην εν λόγω αγωγή, δηλαδή του Tarek Sayed Rajab (στη συνέχεια «ο πιστωτής») ειδοποίηση πτώχευσης προς την οφειλέτιδα, αφαιρουμένου του ποσού των €14.800 που κατεβλήθη στον πιστωτή στις 18.7.2011 στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος κινητών. Στις 9.8.2011 καταχωρήθηκε από την οφειλέτιδα αίτηση ίδιας ημερομηνίας για ακύρωση της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης, που βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: - δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί σχετικά με τον τύπο, τη διαδικασία και την ουσία των όσων περιέχει η ειδοποίηση πτώχευσης - η ειδοποίηση πτώχευσης δεν επιδόθηκε νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών ώστε είναι ανυπόστατη - η ειδοποίηση πτώχευσης είναι αβάσιμη και/ή αστήρικτη, πιεστική και εκδικητική και γίνεται κατά κατάχρηση των σκοπών της πτωχευτικής διαδικασίας - η οφειλέτιδα αμφισβητεί το εξ αποφάσεως χρέος, που προέρχεται από απόφαση που εκδόθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος και με καταστρατήγηση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, εναντίον της οποίας ασκήθηκε έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα και - η διαδικασία πτώχευσης και/ή η παρούσα ειδοποίηση πτώχευσης χρησιμοποιείται ως καταπιεστικό μέτρο και/ή ως μέτρο εκτέλεσης και/ή για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, τα άρθρα 3, 5, 6, 87, 90, 92, 93 και 97 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, τα άρθρα 16, 18 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.θ. 18 - 19 και Δ.48 θ.θ. 1, 2 - 4 και 8
(1)(ee) και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας ίδιας ημερομηνίας. Η ενόρκως δηλούσα γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αίτησης καθώς και της αγωγής με αρ. 6892/05 και των υπόλοιπων διαδικασιών, έχοντας λάβει και νομική συμβουλή από το δικηγόρο της. Αμφισβητεί την απαίτηση του πιστωτή καθότι το εξ αποφάσεως χρέος προέρχεται από απόφαση που εκδόθηκε στην πιο πάνω αγωγή κατά παράβαση του Συντάγματος και με καταστρατήγηση των αρχών φυσικής δικαιοσύνης, εναντίον της δε καταχωρήθηκε στις 2.6.2010 έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα (Παράρτημα Α). Επαναλαμβάνοντας τους προαναφερθέντες λόγους της αίτησης της, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης είναι η δεύτερη που καταχωρείται εναντίον της καθότι είχε προηγηθεί στις 10.5.2010 η καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 506/10 (Παράρτημα Β), της οποίας ζητήθηκε η ακύρωση με αίτηση ημερομηνίας 3.6.2010 (Παράρτημα Γ). Στις 3.6.2010 οι δικηγόροι της καταχώρησαν επίσης αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερομηνίας 23.4.2010 μέχρι την ολοκλήρωση της εκδίκασης της έφεσης που εκκρεμεί στο Ανώτατο Δικαστήριο (Παράρτημα Δ). Στην αίτηση της αυτή καταχωρήθηκε ένσταση από τον πιστωτή (Παράρτημα Ε) και η αίτηση αναστολής οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στις 21.2.2011 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση διατάσσοντας την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης με τον όρο, μεταξύ άλλων, όπως η οφειλέτιδα καταθέσει στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση €400.000 εντός τριών μηνών (Παράρτημα Ζ). Στο μεταξύ η ειδοποίηση πτώχευσης σε κάποιο στάδιο αποσύρθηκε. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, η οφειλέτιδα προσπάθησε να εξασφαλίσει την απαιτούμενη τραπεζική εγγύηση αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό (Παράρτημα Η). Όπως πληροφορείται από τον δικηγόρο της η οφειλέτιδα, τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό με την εκκρεμούσα έφεση, θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να ακυρώσει την υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης ως καταπιεστική και καταχρηστική. Στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του πιστωτή που καταχωρήθηκε στις 17.10.2011 και έχει ως νομική βάση τον περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5, τους Κανονισμούς 38 - 43, 46, 51 (1 - 2), 52, 102 και 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.16 θ. 9, Δ.15 θ.θ. 3 - 4, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-4 και Δ.64 καθώς και τις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφέρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - ως προδικαστικό θέμα ότι η οφειλέτιδα παρέλειψε να καταβάλει ή να προσφέρει προς πληρωμή προς τον δικηγόρο του πιστωτή και/ή τον πιστωτή τα έξοδα της αίτησης προς ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 506/10 την οποία καταχώρησε ο πιστωτής εναντίον της και η οποία αίτηση αποσύρθηκε με έξοδα εναντίον της οφειλέτιδας - η αίτηση δεν φέρει τον τίτλο της ειδοποίησης πτώχευσης, της οποίας ζητείται η ακύρωση παρά το γεγονός ότι καταχωρήθηκε στα πλαίσια της εν λόγω ειδοποίησης πτώχευσης - η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη - οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η ακύρωση είναι πολύ γενικοί και αόριστοι και δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση της οφειλέτιδας - η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης είναι νόμιμη και νομότυπη, έγινε δε με βάση τους κανονισμούς, το πνεύμα και τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η πτωχευτική διαδικασία - το εξ αποφάσεως χρέος προκύπτει από απόφαση του Δικαστηρίου στην οποία η οφειλέτιδα έλαβε μέρος εκπροσωπούμενη από δικηγόρους της επιλογής της και είναι καθ' όλα νόμιμη, συνταγματική και σύννομη με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης - η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στην οφειλέτιδα στις 8.8.2011 με θυροκόλληση στην εξώθυρα της οικίας της σύμφωνα με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.8.2011 - όσα επικαλείται η οφειλέτιδα για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, δηλαδή η καταχώρηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 23.4.2010 δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν λόγοι ακύρωσης - η καταχώρηση της εν λόγω έφεσης δεν αναστέλλει την εκτελεστότητα της πρωτόδικης απόφασης ούτε αποτρέπει τον πιστωτή να προωθεί την ειδοποίηση πτώχευσης - η εν λόγω έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας ενόσω μάλιστα η οφειλέτιδα κατά κατάχρηση των θεσμών καταχώρησε δύο εφέσεις εναντίον της ίδιας απόφασης, όπου στη δεύτερη έφεση περιλαμβάνονται αυτούσια οι λόγοι της πρώτης έφεσης - δεν υπάρχει σε ισχύ οποιοδήποτε διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην οποία στηρίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης. Το σχετικό διάταγμα που εκδόθηκε στις 21.2.2011 προέβλεπε την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους, δηλαδή την κατάθεση εκ μέρους της οφειλέτιδας τραπεζικής εγγύησης για το ποσό της απόφασης και την πληρωμή των εξόδων της διαδικασίας από την οφειλέτιδα, που δεν τηρήθηκαν με αποτέλεσμα η απόφαση να καταστεί πλήρως εκτελεστή και - η αίτηση είναι κακόπιστη και γίνεται με σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης ώστε να μπορέσει η οφειλέτιδα να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία, τα οποία με την πτωχευτική διαδικασία θα περιέρχοντο στα χέρια του Επίσημου Παραλήπτη για την προστασία των πιστωτών της. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας της δικηγόρου Κατερίνας Ευαγγέλου, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον πιστωτή, ούσα μία από τους δικηγόρους που χειρίζεται την υπόθεση. Όσα αναφέρει τα γνωρίζει λόγω της εμπλοκής της στην υπόθεση και από πληροφορίες που έλαβε από τον δικηγόρο που τώρα τη χειρίζεται, είναι δε δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον πιστωτή να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση προς όφελος και για λογαριασμό του. Ο πιστωτής είναι υπέργηρος, με πολλά προβλήματα υγείας και διαμένει μόνιμα στο Κουβέιτ. Ως εκ τούτου, τυχόν ερχομός του στην Κύπρο για την παρούσα διαδικασία είναι εξαιρετικά δύσκολος και θα απέβαινε επικίνδυνος για την υγεία του. Γι' αυτό το λόγο και κατόπιν δικής του επιθυμίας η ενόρκως δηλούσα προβαίνει στην ένορκη της δήλωση. Στη συνέχεια η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται στην έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 23.4.2010 μετά από πολύχρονη και κοπιαστική διαδικασία, από τα γεγονότα δε που αποδέχθηκε το Δικαστήριο και δεν αμφισβητεί η οφειλέτιδα στην έφεση που καταχώρησε, προκύπτει ότι ως αντιπρόσωπος του πιστωτή εισέπραξε διάφορα ποσά χρημάτων προς όφελος και για λογαριασμό του, τα οποία οικειοποιήθηκε παράνομα με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να επιδικάσει τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον της. Επειδή το εξ αποφάσεως χρέος είναι μεγάλο και είναι πολύ πιθανόν η οφειλέτιδα να προσπαθήσει να αποξενώσει περιουσιακά της στοιχεία, ο πιστωτής προέβη στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της, η οποία επιδόθηκε σ' αυτήν με θυροκόλληση στην είσοδο της οικίας της, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1). Η οφειλέτιδα δεν συμμορφώθηκε με την ειδοποίηση πτώχευσης εντός επτά ημερών από την επίδοση της - αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2- ούτε και καταχώρησε εντός τριών ημερών από την επίδοση ένορκη δήλωση που θα λειτουργούσε ως αίτηση ακύρωσης της και ως εκ τούτου η οφειλέτιδα διέπραξε πράξη πτώχευσης. Η οφειλέτιδα καταχώρησε έφεση εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή με αρ. 6892/05, που επιδόθηκε στο γραφείο των δικηγόρων του πιστωτή στις 8.6.2010, ενώ στις 3.6.2010 καταχώρησε αίτηση αναστολής της ίδιας απόφασης, που τους επιδόθηκε στις 4.6.2010 και καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του πιστωτή στις 11.6.2010. Μετά από ακρόαση της αίτησης αναστολής, το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερομηνίας 21.2.2011, αποφάσισε να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης υπό τον όρο ότι η οφειλέτιδα θα καταβάλει τα έξοδα στον δικηγόρο του πιστωτή και θα καταθέσει τραπεζική εγγύηση για το ποσό της απόφασης εντός τακτής προθεσμίας - αντίγραφο της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. Η οφειλέτιδα καταχώρησε αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 506/10 που είχε καταχωρήσει εναντίον της ο πιστωτής και δεν είχε εκδικαστεί ενόψει της εκδίκασης της αίτησης αναστολής εκτέλεσης της απόφασης που προαναφέρθηκε. Μετά την έκδοση απόφασης στην αίτηση αναστολής, η αίτηση ακύρωσης αποσύρθηκε στις 2.3.2011 και απορρίφθηκε με έξοδα εναντίον της οφειλέτιδας (βλ. Τεκμήρια 4 - 5). Λόγω της εξέλιξης της διαδικασίας και της μη συμμόρφωσης της οφειλέτιδας στο διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, ο πιστωτής καταχώρησε την επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον της οποίας η οφειλέτιδα καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση ακύρωσης. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα διαφωνώντας με την αίτηση και τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της οφειλέτιδας και υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης του πιστωτή, υποστηρίζει ότι ο τίτλος της αίτησης δεν ακολουθεί τον τίτλο της ειδοποίησης πτώχευσης με αποτέλεσμα η αίτηση να πάσχει ουσιωδώς δικονομικά. Οι λόγοι που προβάλλει η οφειλέτιδα για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης αφενός είναι γενικοί και αόριστοι και αφετέρου δεν εξειδικεύονται στην ένορκη δήλωση της. Με τη θέση ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η εξειδίκευση των ισχυρισμών αυτών της οφειλέτιδας κατά την ακρόαση της αίτησης εφόσον θα βρισκόταν ο πιστωτής προ απροόπτου, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι ο τύπος, η διαδικασία και η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης έγιναν νομότυπα και σύμφωνα με τους κανονισμούς. Η απόφαση του Δικαστηρίου, βάσει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης, είναι νόμιμη και συνταγματική και τα νομικά σημεία που εγείρονται με την έφεση της οφειλέτιδας δεν ηγέρθησαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Οι λόγοι έφεσης είναι απαράδεκτοι και δεν έχουν περιθώρια επιτυχίας. Ειδικότερα ο πρώτος λόγος έφεσης είναι καταχρηστικός εφόσον αποτελεί επίσης λόγο έφεσης σε έφεση που καταχώρησε η οφειλέτιδα μετά από άρνηση του Δικαστηρίου να εγκρίνει αίτημα αναβολής - αντίγραφο του περιγράμματος αγόρευσης της οφειλέτιδας που καταχώρησε μέσω άλλου δικηγόρου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6. Με τη θέση ότι η αίτηση ακύρωσης γίνεται κακόπιστα με σκοπό να δοθεί χρόνος στην οφειλέτιδα για να αποξενώσει τυχόν περιουσιακά στοιχεία διαθέτει και να αποφύγει την εκτέλεση της εναντίον της απόφασης, μη έχοντας συμμορφωθεί στο προγενέστερο διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, η ενόρκως δηλούσα, πιστεύοντας ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης, ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος της οφειλέτιδας. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης οι συνήγοροι αγόρευσαν, καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις και με αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης και τη νομολογία υποστήριξαν τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ο συνήγορος της οφειλέτιδας επεσήμανε αρχικά ότι δεν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά βάσιμη, αποτελεί δε το ορθό δικονομικό διάβημα εφόσον η οφειλέτιδα δεν ισχυρίζεται ανταξίωση εναντίον του πιστωτή. Περαιτέρω η αίτηση είναι καλόπιστη και οι λόγοι που επικαλείται η οφειλέτιδα είναι συγκεκριμένοι και σαφείς, η έφεση δε που καταχώρησε καλόπιστα εναντίον της απόφασης, επί της οποίας βασίζεται η ειδοποίηση πτώχευσης, έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Επίσης το θέμα των εξόδων της ειδοποίησης πτώχευσης με αρ. 506/10 είναι άσχετο με την παρούσα διαδικασία. Σύμφωνα με την κύρια εισήγηση του συνηγόρου της οφειλέτιδας η ειδοποίηση πτώχευσης που εκδόθηκε είναι καταπιεστική και καταχρηστική εφόσον δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της πτωχευτικής διαδικασίας. Με αναφορά στη νομολογία που αφορά την εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει ή και να απορρίψει αίτηση πτώχευσης όταν εκκρεμεί έφεση δυνάμει του άρθρου 6
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, ο συνήγορος υπέδειξε ότι στην παρούσα υπόθεση αφενός εκκρεμεί έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης και αφετέρου η πρωτόδικη απόφαση αναστάληκε με όρους, με τους οποίους η οφειλέτιδα δεν συμμορφώθηκε χωρίς δική της υπαιτιότητα. Εφόσον υπάρχει δυνατότητα να ανασταλεί η διαδικασία στην αίτηση πτώχευσης είναι καταχρηστικό να προωθείται η παρούσα διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία θα πρέπει να κριθεί ως καταπιεστικό μέτρο εναντίον της οφειλέτιδας. Επιπρόσθετα θα πρέπει να κριθεί ότι η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης ήταν παράτυπη και αντικανονική εφόσον δεν έγινε προσωπική επίδοση σύμφωνα με τον κανονισμό 51 των Πτωχευτικών Κανονισμών ενόσω η μη επισύναψη της αίτησης, βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστασης επίδοσης ημερομηνίας 8.8.2011, αποστερεί το Δικαστήριο του υπόβαθρου να εξετάσει κατά πόσο ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθεί προσωπική επίδοση καθώς και σύντομη προσωπική επίδοση αλλά και αν η οφειλέτιδα κρυβόταν για να αποφύγει την επίδοση. Αντίθετα, ο συνήγορος του πιστωτή πρόβαλε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε νομότυπα και η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει εφόσον η πρωτόδικη απόφαση βάσει της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης διατηρεί την πλήρη εκτελεστότητα της, ενόψει της μη συμμόρφωσης της οφειλέτιδας στους όρους που επέβαλε το Δικαστήριο για την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και δεδομένου ότι η άσκηση έφεσης χωρίς αναστολή της απόφασης δεν δημιουργεί κώλυμα στην προώθηση της ειδοποίησης πτώχευσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η ειδοποίηση πτώχευσης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του πιστωτή, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι συμπεράσματα για κατάχρηση είναι δυνατό να εξαχθούν μόνο με βάση γεγονότα. Ακόμη και αν υπάρχει τυπικό ελάττωμα ή αντικανονικότητα στον τύπο της ειδοποίησης πτώχευσης, η πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 102 του περί Πτωχεύσεως Νόμου και τον Κανονισμό 2 των Πτωχευτικών Κανονισμών, η δε επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι έγκυρη και δεσμευτική εφόσον έγινε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου που δεν ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Νόμου προνοείται ότι ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης αν δεν συμμορφωθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση σε ειδοποίηση πτώχευσης. Συγκεκριμένα ο οφειλέτης θα πρέπει εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είτε να συμμορφωθεί με ό,τι απαιτείται από αυτή, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό που εξ αποφάσεως απαιτείται εναντίον του και δεν ήταν δυνατόν να την προβάλει στην αγωγή όπου εξασφαλίστηκε η εναντίον του απόφαση. Σύμφωνα με τον κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση όπου να αναφέρει τυχόν ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, όπως προαναφέρθηκε, αλλά όχι οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών (βλ. σχετικά Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 1694). Όπως έχει νομολογηθεί οι ενστάσεις που προβάλλονται με την εν λόγω διαδικασία είναι σαφείς και οι σχετικές νομικές πρόνοιες ερμηνεύονται και εφαρμόζονται αυστηρά (βλ. Re Chinery, Ex parte Chinery
(1884)12 Q.B.D. 342, Re Collier
(1891)64 L.T. 742, Re Cole, Ex p. Attenborough
(1898)67 L.J.Q.B. 302). Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του βαρύνει τον οφειλέτη σε τέτοιες περιπτώσεις, ενώ αν η ειδοποίηση πτώχευσης επιχειρείται να παραμεριστεί για άλλους από τους προαναφερθέντες λόγους όπως λ.χ. για παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης ή πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους ή αναστολή, θα πρέπει να καταχωρηθεί αίτηση για παραμερισμό σύμφωνα με τις πρόνοιες των κανονισμών 16, 17 και 18 (βλ. Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 425 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38). Σε τέτοια δε περίπτωση δεν τηρείται ούτε η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του κανονισμού 40. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί με βάση τις πρόνοιες των κανονισμών 16, 17 και 18 και τον σχετικό τύπο καθόσον περιέχει τα στοιχεία, τα οποία επιβάλλεται όπως περιέχει μια τέτοια αίτηση. Στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, λέχθηκε ότι όταν οι κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι Κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης αλλά εκείνους στους οποίους στηρίζονται από την άποψη της ουσίας. Στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, η οφειλέτιδα, προβάλλει ισχυρισμούς και θέσεις που αφορούν την ουσία της ειδοποίησης πτώχευσης, επαναλαμβάνοντας τους λόγους ακύρωσης που αφορούν τον τύπο της ειδοποίησης πτώχευσης. Οι ισχυρισμοί της οφειλέτιδας ότι δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος και οι σχετικοί κανονισμοί σχετικά με τον τύπο, τη διαδικασία και την ουσία των όσων περιέχει η ειδοποίηση πτώχευσης καθώς και ότι η ειδοποίηση πτώχευσης δεν επιδόθηκε νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών κανονισμών ώστε είναι ανυπόστατη, κρίνονται ανεδαφικοί και απορριπτέοι εφόσον τέτοιες θέσεις δεν στηρίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα ούτε και υποστηρίχθηκαν με οποιαδήποτε ικανοποιητικά επιχειρήματα στην αγόρευση του συνηγόρου της οφειλέτιδας. Οι λοιποί δε ισχυρισμοί της οφειλέτιδας δεν αποτελούν, σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, λόγους αποδεκτά προβαλλόμενους και ικανούς, υπό τις περιστάσεις, να οδηγήσουν σε παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Ειδικότερα ως προς την εισήγηση του συνηγόρου της οφειλέτιδας ότι η επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι παράτυπη και αντικανονική επειδή έγινε μεν με υποκατάστατη επίδοση δια θυροκολλήσεως κατόπιν σχετικού διατάγματος αλλά δεν επισυνάφθηκε στην ένσταση του πιστωτή η αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης, πρέπει να λεχθεί ότι πέραν του ότι η υπό αναφορά αίτηση για υποκατάστατη επίδοση βρίσκεται μέσα στο φάκελο που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και το εκδοθέν διάταγμα δεν προσεβλήθη εκ μέρους της οφειλέτιδας καθ' οιονδήποτε τρόπο, είναι δυνατή η υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης σύμφωνα με τους Καν. 43 και 51 των Πτωχευτικών Κανονισμών κατ' αναλογίαν των αρχών που καθορίζουν την υποκατάστατη επίδοση κλητηρίου εντάλματος (βλ. και Καν. 25 και 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών, Λοίζου κ.α. ν. Σ.Π.Ε. Δερύνειας
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 279 και σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω) σελ. 584 και 587-589). Ακόμη δε και αν θα μπορούσαν να εξεταστούν οι λοιποί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, κρίνεται ότι η οφειλέτιδα δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, ώστε η αίτηση να επιτύχει. Ως προς την εισήγηση της οφειλέτιδας ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είναι πιεστική, εκδικητική και χρησιμοποιείται ως καταπιεστικό μέτρο και/ή ως μέτρο εκτέλεσης, ως προκύπτει δε από το ιστορικό της αγωγής και των προηγηθεισών διαδικασιών γίνεται κατά κατάχρηση των σκοπών της πτωχευτικής διαδικασίας, θεωρώ επίσης ότι δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο αλλά στην προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση ώστε αυτή να χρησιμοποιηθεί όπως ορίζει ο Νόμος για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Στην απόφαση αυτή είχαν ακυρωθεί ειδοποιήσεις πτώχευσης, κατόπιν σχετικών αιτήσεων δυνάμει των κανονισμών 16-18, καθότι κρίθηκε ότι, υπό τα δεδομένα της υπόθεσης εκείνης, η πτωχευτική διαδικασία που άρχισαν οι πιστωτές αποτελούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας δεδομένου ότι εχρησιμοποιείτο για αλλότριους σκοπούς ολωσδιόλου αντίθετους με αυτούς που σκοπεί η πτωχευτική διαδικασία σύμφωνα με το Νόμο. Στην παρούσα διαδικασία πέραν του ότι δεν καταδείχθηκε ότι η ειδοποίηση πτώχευσης εκδόθηκε για αλλότριους σκοπούς, θεωρώ ότι ο πιστωτής δεν αποκλείετο από του να προχωρήσει με την πτωχευτική διαδικασία μετά την απόσυρση της προηγηθείσας ειδοποίησης πτώχευσης, η οποία όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 5 της ένστασης απορρίφθηκε «με δικαίωμα καταχώρησης νέας σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι αναστολής» με δεδομένο αφενός ότι η επίδικη οφειλή εκ της δικαστικής απόφασης υφίσταται χωρίς αναστολή εφόσον δεν τηρήθηκαν οι όροι της δοθείσας από το Δικαστήριο αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης έφεσης και αφετέρου η οφειλέτιδα, ως είναι αποδεκτό, δεν προέβη σε πληρωμή του οφειλόμενου στον πιστωτή ποσού. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Williams and Muir Hunter (πιο πάνω) σελ. 36, μπορεί να εκδοθεί δεύτερη ειδοποίηση πτώχευσης σε σχέση με οφειλή όταν η πρώτη έχει αποσυρθεί και υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς να υπάρχει αναστολή εκτέλεσης. Η παρούσα δε υπόθεση σαφώς διακρίνεται από την υπόθεση Εργατίδης ν. Εργατίδη κ.α.
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 741, στην οποία κρίθηκε ότι οι εφεσίβλητοι (πιστωτές για τους σκοπούς εκείνης της ειδοποίησης πτώχευσης), χρησιμοποιώντας την πτωχευτική διαδικασία επεδίωκαν την είσπραξη επιδικασθέντων εξόδων σε ενδιάμεση αίτηση προτού αποφασιστεί η ουσία της αγωγής, στην οποία ενδεχομένως να επετύγχανε ο εφεσείων (οφειλέτης σε εκείνη την ειδοποίηση πτώχευσης). Είχε λεχθεί δε ότι το Δικαστήριο όφειλε όχι μόνο να σταματήσει αλλά και να στιγματίσει την διαδικασία εκείνη, η οποία, υπό τις περιστάσεις, απέληγε σε εκβιασμό του εφεσείοντος παρεμβάλλοντας εμπόδια στην προώθηση της αγωγής που είχε καταχωρήσει. Δεν μπορεί να θεωρηθεί άλλωστε βάσιμη η εισήγηση του συνηγόρου της οφειλέτιδας ότι εφόσον υπάρχει δυνατότητα αναστολής της αίτησης πτώχευσης που θα καταχωρήσει μελλοντικά ο πιστωτής, η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική. Το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει ότι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας το δικαίωμα του πιστωτή να προχωρήσει την πτωχευτική διαδικασία με την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης με το σκεπτικό ότι ενδέχεται να ανασταλεί ή να απορριφθεί μεταγενέστερα αίτηση πτώχευσης, που δυνατό να καταχωρήσει ο πιστωτής, λόγω του ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 23.4.2010 στην αγωγή με αρ. 6892/05. Οποιαδήποτε απόφαση αναστολής ή απόρριψης της αίτησης πτώχευσης ληφθεί στο μέλλον δυνάμει της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του αρμοδίου Δικαστηρίου με βάση τα κριτήρια που θέτει η νομολογία και σαφώς δεν είναι δυνατό επί του παρόντος να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι θα ανασταλεί ή θα απορριφθεί η αίτηση πτώχευσης εναντίον της οφειλέτιδας. Ενόψει όλων των προαναφερθέντων η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η πράξη πτώχευσης θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της οφειλέτιδας και υπέρ του πιστωτή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Γ Ι Subject : Civil / Bankruptcy jurisdiction / Aitisi akurwsis eidopoiisis ptwxeusis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο