← Κύπρος

ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΤΔ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΤΖΗ, Αρ. Αγωγής: 2422/07, 11/01/2011

ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ ΣΙΑ ΛΤΔ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΤΖΗ, Αρ. Αγωγής: 2422/07, 11/01/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A2 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2422/07 Μεταξύ: ΦΟΥΚΑΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΛΤΔ ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΕΛΑΙΟΧΡΩΜΑΤΙΣΤΕΣ Ενάγουσα -και- ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΤΖΗ Εναγόμενης ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 05/11/2010 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 11/01/2011 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Νικολάου και κ. Παπαθανασίου (για να ακούσει απόφαση: κα Νικολάου) Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Θ. Θωμά (για να ακούσει απόφαση: κα Θωμά) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση εταιρεία, με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει από την Εναγόμενη-Αιτήτρια ποσό ύψους Λ.Κ.6.650-, ως ποσό το οποίο είχε δανείσει σε αυτήν σε διάφορες ημερομηνίες, κατά ή περί το Μάιο του 2005, μέχρι το Σεπτέμβριο του

  1. Στην Υπεράσπισή της, ημερομηνίας 06/05/2008, η Εναγόμενη-Αιτήτρια αρνείται τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας -Καθ' ης η αίτηση εταιρείας και ισχυρίζεται ότι για το συγκεκριμένο ποσό είχε εκδοθεί απόφαση στην Αγωγή αρ.154/06, στις 23/01/2007, στην οποία η εκτέλεση της απόφασης είχε ανασταλεί. Επίσης, είχε καταγραφεί στη συγκεκριμένη απόφαση, ότι στην περίπτωση που η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.2.500- εντός 18 μηνών από την έκδοση της απόφασης, τότε ολόκληρη η απαίτηση θα θεωρείτο ως πλήρως εξοφληθείσα, πράγμα το οποίο έπραξε. Προτού αρχίσει η ακρόαση της αγωγής, καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης στις 05/11/2010 και αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά της Ενάγουσας-Καθ' ης η Αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε στις 14/12/
  2. ΑΙΤΗΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση αίτηση, η Εναγόμενη-Αιτήτρια αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη νέας υποπαραγράφου στην παράγραφο 5 καθώς επίσης και της προσθήκης νέας παραγράφου με αρίθμηση 6 και την αναρίθμηση της υφιστάμενης παραγράφου 6 σε
  3. Συγκεκριμένα, αιτείται ως ακολούθως: (α) Δια της προσθήκης της εξής υποπαραγράφου μετά την υφιστάμενη παράγραφο 5: «Η Εναγομένη πλην του δανείου που έλαβε από Ενάγοντες και το οποίο αναγνώρισε με τη διευθέτηση της αγωγής 154/06 Ε.Δ.Λάρνακος ανωτέρω, αναφέρει ότι ουδεμία άλλη συναλλαγή είχε με τους Ενάγοντες ούτε και για σκοπούς δανεισμού. Εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες με προηγούμενες δηλώσεις και ή παραδοχές τους, μέσω των οικονομικών τους καταστάσεων / εκθέσεων που αφορούν την επίδικη περίοδο, και ή μέσω των λογιστών, αξιωματούχων και εκπροσώπων τους, αναφέρουν και ή παραδέχονται τον μη δανεισμό της Εναγομένης και συνεπώς κωλύονται ν' αξιώνουν με την παρούσα αγωγή χρήματα δυνάμει κατ' ισχυρισμό δανείου» (β) Δια της προσθήκης νέας παραγράφου 6 μετά την υφιστάμενη παράγραφο 5 ως ακολούθως: «
  4. Είναι η θέση της Εναγομένης ότι τα αληθή γεγονότα ως αναφορά την παρούσα υπόθεση έχουν ως εξής: (α) Η Εναγόμενη γνώριζε τον διευθυντή των Εναγόντων Σάββα Φουκαρίδη, με τον οποίο μάλιστα διατηρούσε σε κάποια χρονική στιγμή και ερωτική σχέση, στα πλαίσια της σχέσης τους δε ουδέποτε είτε ο ίδιος είτε μέσω της εταιρείας του την δάνεισε πλην την αναφερόμενη περίπτωση στην παράγραφο
  5. (β) Είναι η θέση της Εναγομένης ότι η παρούσα αγωγή ηγέρθη με πρωτοβουλία του διευθυντή των Εναγόντων Σάββα Φουκαρίδη, όχι γιατί πράγματι χρωστά η Εναγόμενη χρήματα προς τους Ενάγοντες, αλλά γιατί ο ρηθείς Σάββας Φουκαρίδης θέλει να εκδικηθεί και να τιμωρήσει την Εναγόμενη που διέκοψε μαζί του την ερωτική σχέση που είχαν στο παρελθόν. Ο Σάββας Φοπυκαρίδης ως διευθυντής των Εναγόντων, χρησιμοποιεί δηλαδή τους Ενάγοντες ως μέσο για να πετύχει τους πιο πάνω αλλότριους σκοπούς του. (γ) Αυτός είναι και ο λόγος που κατά ή περί τις 03/11/05, ο ρηθείς Σάββας Φουκαρίδης έχοντας τα ίδια κίνητρα εκδίκησης της Εναγομένης, κατήγγειλε στην Αστυνομία ότι του απέσπασε χρήματα με απειλές μέσω τρίτων προσώπων και η Εναγόμενη συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση. Αργότερα οι εξετάσεις της Αστυνομίας κατέληξαν ότι η καταγγελία του δεν στοιχειοθετείτο και η υπόθεση ταξινομήθηκε ως ανύπαρκτη. Σημειώνεται εδώ ότι ενδέχεται χρήματα που ισχυρίστηκε τότε ότι αποσπάστηκαν από τον ίδιο προσωπικά με απειλές ν' αφορούν και την παρούσα υπόθεση και το κατ' ισχυρισμό δάνειο από πλευράς εταιρείας προς την Εναγομένη. Ακόμη για τους ίδιους λόγους εκδίκησης και τιμωρίας της Εναγομένης ο Σάββας Φουκαρίδης, χρησιμοποιώντας και πάλιν ως μέσο τους Ενάγοντες, καταχώρησε την αγωγή 2421/07 Ε.Δ.Λάρνακος η οποία έχει εκδικαστεί.» (γ) Δια της αναρίθμησης της υφιστάμενης παραγράφου 6 σε
  6. (δ) Δια της προσθήκης αμέσως μετά τη λέξη «εξοφλήσει» και πριν τη φράση «και ζητά την απόρριψη» στην 9η γραμμή της παραγράφου που αναριθμήστηκε σε παράγραφο 7 (πρώην παράγραφος 6), της εξής πρότασης: «. και ή συμπεριελήφθησαν στην αγωγή 2421/07 Ε.Δ.Λάρνακος που αναφέρεται ανωτέρω και η οποία έχει εκδικαστεί με αποτέλεσμα να κωλύονται (estoppel) να τις προβάλλουν με την παρούσα αγωγή .». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.θ.1- 4, Δ.48 θ.θ.1-4, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης Γεωργίας Κάτσιου. Σ' αυτήν, καταγράφονται ως λόγοι που συνηγορούν υπέρ της τροποποίησης, το γεγονός ότι είχε προηγηθεί συνάντηση με τον δικηγόρο της Αιτήτριας για συζήτηση και μελέτη της υπόθεσης για σκοπούς της ακρόασης. Διαπιστώθηκε κατά τη συζήτηση ότι η περίοδος αρχές Μαίου του 2005 μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου του 2005, περιλαμβανόταν στην αξίωση της αγωγής αρ.2421/07, της οποίας η ακρόαση έχει ολοκληρωθεί και αναμένετο η έκδοση απόφασης. Γι' αυτό και αρχικά δεν είχε κριθεί ανάγκη για συμπερίληψη του ισχυρισμού που αφορά το κώλυμα της Ενάγουσας εταιρείας να αξιώνει εκ νέου την καταβολή ποσών, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στην αγωγή αρ.2421/
  7. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της ομνύουσας ότι όταν δόθηκαν αρχικά οδηγίες στο δικηγορικό γραφείο Μουαΐμη και Μουαΐμη, όσον αφορά την καταχώρηση Υπεράσπισης, η ίδια δεν είχε δώσει πλήρη στοιχεία για την υπόθεση. Δηλαδή, ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με τον διευθυντή της Ενάγουσας, Σάββα Φουκαρίδη και ότι ο κ. Σάββας Φουκαρίδης προσπαθούσε να την εκδικηθεί, λόγω της διακοπής της συγκεκριμένης σχέσης. Διαπιστώνονται όμως τις προθέσεις του κ. Φουκαρίδη, αναγκάστηκε να το πράξει. Καταλήγει δε, ότι η αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τη διεκπεραίωση όλων των επιδίκων θεμάτων καθώς επίσης και ότι με τυχόν έγκριση της τροποποίησης δεν θα επηρεαστούν τα συμφέροντα ή τα δικαιώματα της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση, καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.25 θ.θ.1-4 καθώς και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Προβάλλονται εφτά

(7)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται με κακή πίστη και με σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία, ότι αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα περιπλακούν τα επίδικα θέματα, αφού θα προστεθούν νέα θέματα τα οποία δεν έχουν δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης και θα εισαχθούν εντελώς νέα γεγονότα και θα αυξηθούν τα επίδικα θέματα. Καθώς επίσης και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις ήταν από την αρχή γνωστές στην Εναγόμενη-Αιτήτρια και θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Σάββα Φουκαρίδη, Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο ίδιος γνωρίζει τα γεγονότα από ενημέρωση που είχε από τους δικηγόρους του και διαφωνεί με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση. Ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη-Αιτήτρια ζητά την τροποποίηση μετά την παρέλευση δύο και πλέον ετών από την καταχώριση της αγωγής, με απώτερο σκοπό να δικογραφήσει νέα γεγονότα και επίδικα θέματα, τα οποία θα περιπλέξουν την υπόθεση. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι το ποσό το οποίο επιζητείται στην αγωγή, δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το ποσό το οποίο αναφέρεται στην αγωγή αρ.2421/07. Αρνείται ότι ο ίδιος είχε οποιαδήποτε ερωτική σχέση με την Εναγόμενη-Αιτήτρια και καταλήγει ότι η συγκεκριμένη αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε καθυστερημένα, οι ισχυρισμοί για τους οποίους έγινε η αίτηση ήταν ήδη γνωστοί στην Αιτήτρια και ότι έγινε με σκοπό να καθυστερήσει η διαδικασία. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις και το Δικαστήριο τις έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 AAΔ 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας,
(2002)1(Α) ΑΑΔ 223, ημερ.22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 ΑΑΔ 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ.33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά
(1993)1 ΑΑΔ 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 ΑΑΔ 378.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 ΑΑΔ 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 ΑΑΔ 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο. (Βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 ΑΑΔ 934 λέχθηκαν τ' ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Είναι ο κύριος ισχυρισμός της Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσας εταιρείας, ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 27/08/2007 και η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 06/05/
  1. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 01/12/2008, πλην όμως με αίτημα και των δύο πλευρών, ορίστηκε για οδηγίες στις 15/12/2008 και ξανά εκ νέου για οδηγίες στις 28/01/2009, 09/03/2009 και 30/03/
  2. Επαναορίστηκε δε για ακρόαση στις 11/11/2009, όπου και οι δύο πλευρές αιτήθηκαν αναβολής της ακροάσεως, λόγω κάποιων διαβουλεύσεων που γίνονταν μεταξύ τους. Στο μεταξύ, είχε αρχίσει η εκδίκαση της αγωγής αρ.2421/2007, στην οποία οι διάδικοι ήταν οι ίδιοι και ισχυρίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η πορεία εκείνης της υπόθεσης θα καθόριζε και την πορεία της υπό εξέταση υπόθεσης. Αυτό καταγράφθηκε και στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ.27/04/
  3. Ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση η αγωγή στις 07/07/2010, όπου και αναβλήθηκε για τις 19/10/2010, ημερομηνία κατά την οποία είχε ζητηθεί χρόνος, από το Δικαστήριο, για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε στις 05/11/
  4. Διαπιστώνεται, από την αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, ότι και οι δύο πλευρές, για δικούς τους λόγους, προσπάθησαν να οδηγήσουν την υπόθεση σε εξώδικο συμβιβασμό και όταν πλέον όλες οι προσπάθειες προέβησαν άκαρπες, οδηγήθηκε η υπόθεση σε ακρόαση, οπόταν προέκυψε και η ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης. Στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου που διέρρευσε από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που προέκυψαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης, εκείνο το οποίο ουσιαστικά προβάλλει η Εναγόμενη-Αιτήτρια, είναι ο ισχυρισμός ότι ο λόγος της καθυστέρησης ήταν το γεγονός ότι το θέμα του δανεισμού λεφτών που αφορούσε την περίοδο 1998-2005, περιλαμβανόταν στην αγωγή αρ.2421/2007, της οποίας η απόφαση αναμένετο μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Όταν πλέον ορίστηκε η υπό κρίση αγωγή για ακρόαση, η καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση ήταν πλέον επιβεβλημένη. Δεν παρατηρείται, με βάση τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω, μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ομνύουσα δεν αντεξετάστηκε αναφορικά με τους λόγους που παρέθεσε για την καταχώρηση της αίτησης, τη συγκεκριμένη στιγμή. Με το σκεπτικό των πλείστων αποφάσεων επί του θέματος κατά νου, θεωρώ ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι, κατά την άποψή μου, προφανής, αφού με την τροποποίηση θα προσδιοριστεί η γραμμή της Υπεράσπισης, έτσι ώστε να τη γνωρίζει και η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005). Καθώς επίσης και για να αποτραπεί η πολλαπλότητα των νομικών διαδικασιών. Δεν διαπιστώνω, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, οποιαδήποτε κακοπιστία στην καταχώριση της αίτησης, αντίθετα διαπιστώνω την πρόθεση οριστικοποίησης των δικογράφων πριν την έναρξη της ακρόασης. Σ΄ αυτό το στάδιο θα πρέπει να αναφερθώ στο κακόπιστο της αίτησης, σημείο το οποίο έχει θιχτεί. Στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob´s "Precedents of Pleadings", 12η έκδ., στην σελ. 130, έχει επεξηγηθεί ο όρος «καλή πίστη» ως ακολούθως: «The first and in a way the paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For this purpose, good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising "the real question in controversy between the parties" and is not dishonest or intended to overreach the opposite party, or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If, therefore, the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment, it will be refused.» Θεωρώ πως με την επιδιωκόμενη τροποποίηση, η Αιτήτρια-Εναγόμενη επιδιώκει να θέσει την Υπεράσπισή της στη σωστή της μορφή. Αυτό συνηγορεί υπέρ της Αιτήτριας-Εναγόμενης και δείχνει την καλοπιστία της στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Το αίτημα υποβλήθηκε πριν αρχίσει η ακρόαση και θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί μεγαλύτερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, απ' αυτήν που οι δύο πλευρές ήδη επέφεραν στην εκδίκασή της. Επίσης, υπάρχει η δυνατότητα αποζημίωσης της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση με σχετική διαταγή για έξοδα αν διαπιστωθεί ότι θα προκληθεί σε αυτήν οποιαδήποτε ζημιά. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξής μου, είναι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από την ημέρα σύνταξης του διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης θα είναι υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση, θα καταβληθούν όμως στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 31/01/2011. ............ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.