← Κύπρος

AUMAR MAJID BHATTI κ.α. ν. ERICJOHN WAKEHAM, Αρ. Αγωγής 1466/10, 19 Ιανουαρίου 2011

AUMAR MAJID BHATTI κ.α. ν. ERICJOHN WAKEHAM, Αρ. Αγωγής 1466/10, 19 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1466/10 Μεταξύ:

  1. AUMAR MAJID BHATTI, από την Αγγλία,
  2. DILDAR UKAYE, από την Αγγλία, Εναγόντων -και- ERICJOHN WAKEHAM, aπό τη Λάρνακα, Εναγόμενου Αίτηση ημερ. 15.10.2010 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον εναγόμενο-αιτητή: Ο κ. Αλ. Κουκούνης. Για τους ενάγοντες-καθ΄ων η αίτηση: Η κα Πιτσιλλίδου, για κ. Ζαμπάρτα. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο Εναγόμενος-Αιτητής ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου για παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του Εναγόμενου ημερ. 29/6/10 στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ζητά Διάταγμα για παραμερισμό και/ή ακύρωση του εκδοθέντος εναντίον του Εναγόμενου διατάγματος ημερ. 28/5/10 που εξεδόθη στην παρούσα Αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, ΚΕΦ.6, στα άρθρα 32

(1)
(2)
(3), 42 του Νόμου 14/60, στη Διάταξη 17 θθ.1-8, 9, 10, Δ.19 θθ.11-27, Δ.20-θθ.1-5, Δ.21 θθ.1-15, Δ.26 θ.14, Δ.48 θθ.1-4, 5-9 και Δ.64 θθ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ® Στις 26/5/10 οι Ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του Εναγόμενου γενικώς οπισθογραφημένα κλητήριο ένταλμα με το οποίο απαιτούσαν το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 249.465 ή το ισόποσο σε Ευρώ πλέον τόκο. ® Στις 28/5/10 καταχώρησαν μονομερή αίτηση επι τη βάση της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα στις 28/5/10 με το οποίο απαγορεύθηκε η πώληση, μεταβίβαση κλπ συγκεκριμένων ακινήτων μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεώτερου διατάγματος του Δικαστηρίου. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέον 3/6/
  1. ® Αντίγραφο του διατάγματος και της μονομερούς αίτησης επιδόθηκε στον Εναγόμενο την 1/6/10 και ενώ αυτός βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές αφού στις 5/2/10 είχε καταδικαστεί σε έξι μήνες φυλάκιση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ως εκ τούτου η επίδοση της αίτησης και του διατάγματος έγινε σε χρόνο που δεν του άφηνε περιθώριο για ενέργειες αποτροπής δυσμενών αποτελεσμάτων σε βάρος του. ® Όταν την 1/6/10 του επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ζήτησε αμέσως γραπτώς από τον Αστυνομικό του τομέα Φυλακών όπου βρισκόταν προσωπική συνάντηση με τον βοηθό Κυβερνήτη των Φυλακών όπως επίσης άδεια να επικοινωνήσει με δικηγόρο. Στη συνάντηση που είχε ζήτησε άδεια να μιλήσει με το δικηγόρο του καθώς και τη δυνατότητα να είναι παρών την ημερομηνία που ήταν ορισμένο το προσωρινό διάταγμα και η αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, όμως του ελέχθη πως αυτό δεν ήταν δυνατό. Το μόνο που μπόρεσε να αποστείλει στο Δικαστήριο ήταν μια ειδοποίηση με την οποία εξηγούνταν οι λόγοι για τους οποίους δεν θα μπορούσε να είναι παρών την ορισθείσα ημερομηνία (Τεκμήριο 2). Ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατό να αντιπροσωπευθεί την ημέρα που είχε οριστεί το διάταγμα επιστρεπτέον με αποτέλεσμα αυτό να γίνει απόλυτο στις 3/6/
  2. ® Παρά τις προσπάθειες του να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με δικηγόρο αυτό δεν κατέστη δυνατό. ® Αμέσως μετά την αποφυλάκιση του επικοινώνησε με τους δικηγόρους του και επιδίωξε να μάθει τι είχε γίνει ακριβώς στην παρούσα υπόθεση. Πληροφορήθηκε ότι στις 16/6/10 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης των Εναγόντων και ότι στις 29/6/10 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. ® Αμέσως μετά την αποφυλάκιση του υπέφερε από προβλήματα υγείας και μόλις κατέστη δυνατό επικοινώνησε με τους δικηγόρους του για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. ® Αρνείται ότι οφείλει τα ποσά που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Τον Αύγουστο του 2004 και μετά από παράκληση των Εναγόντων του έδωσαν γενικό πληρεξούσιο και εξουσιοδότηση όπως προχωρήσει σε αγορές ακινήτων ή κινητών στο όνομα τους και για λογαριασμό τους (Τεκμήριο 5). Στη βάση της μεταξύ τους συμφωνίας έστειλαν στις 7/9/04 στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £124.
  3. Στις 20/10/04 η Ενάγουσα 2 του απέστειλε το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £50.000 και στις 19/10/05 το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £75.
  4. ® Τον Οκτώβριο του 2004 ο Εναγόμενος προχώρησε στην υπογραφή δύο συμβολαίων εκ μέρους των Εναγόντων 1 και 2 για την αγορά δύο υπό κατασκευή διαμερισμάτων στη Λευκωσία (Τεκμήριο 6). Πλήρωσε το ποσό £17.500 και για το άλλο £14.000 για την κράτηση τους. Ο Ενάγων με την υπογραφή των συμβολαίων πλήρωσε το ποσό £31.
  5. ® Το 2006 η εταιρεία που ανέλαβε την ολοκλήρωση του έργου η οποία ήταν υπεργολάβος χρεωκόπησε με αποτέλεσμα τη διακοπή των έργων κατασκευής. ® Τον Φεβρουάριο του 2007 μια άλλη εταιρεία ανέλαβε ολοκλήρωση του έργου. Όμως μετά την ολοκλήρωση του έργου οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να δανειστούν τα χρήματα που υπολοίπονταν για την ολοκλήρωση των πιο πάνω αναφερόμενων συμφωνιών με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τις ολοκληρώσουν εκείνη τη δεδομένη στιγμή. ® Μετά από πολλές προσπάθειες που κατέβαλε κατάφερε να πάρει πίσω για λογαριασμό των Εναγόντων τα λεφτά που δόθηκαν ως προκαταβολή για την κράτηση των διαμερισμάτων εκτός από το ποσό της προμήθειας του μεσίτη, δηλαδή το ποσό £31.
  6. Μετά από προφορική συμφωνία που είχε με τους Ενάγοντες το ποσό των £31.500 που κατάφερε να επιστραφεί θα συνέχιζε να έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της φιλικής συμφωνίας που είχε και θα βοηθούσε τον Ενάγοντα 1 στην αποπληρωμή των δανείων που είχε στο όνομα του καθώς θα ερευνούσε και για άλλες ευκαιρίες για αγορά στην Κύπρο. ® Αρνείται ότι προχώρησε στην αγορά διαμερίσματος στα Λειβάδεια της Επαρχίας Λάρνακας ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες. Και το συμβόλαιο που επισυνάπτουν οι Ενάγοντες ως Τεκμήριο 6 δεν βρίσκεται σε ισχύ. Το συμβόλαιο που είναι σήμερα σε ισχύ είναι το Τεκμήριο 7 που επισυνάπτεται ημερομηνίας 28/9/
  7. Στην περίπτωση αυτή στις 10/9/08 ο Εναγόμενος μετά από γραπτή συμφωνία που είχε με τον ενάγοντα 1 (Τεκμήριο 8) συμφώνησε όπως το διαμέρισμα στα Λειβάδια Λάρνακας μεταβιβαστεί στο όνομα του Εναγομένου για διακανονισμό χρέους το οποίο ο Ενάγοντας 1 όφειλε στον Εναγόμενο για χρήματα που του είχε ο Εναγόμενος δανείσει. ® Μετά από προφορική συμφωνία που είχε ο Εναγόμενος με τους Ενάγοντες και κατόπιν προφορικών οδηγιών μέρος των ποσών που του έστειλαν και συγκεκριμένα το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 84.000 καθώς και το ποσό των £162.000 κατατέθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς περί τα έτη 2005-2007 σε επενδυτική εταιρεία υπό μορφή παραχώρησης δανείου για το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 84.000 με τόκο 36% ετησίως. (Τεκμήριο 10), και την παραχώρηση δανείου για το ποσό των £70,000 στην επενδυτική εταιρεία με τόκο ως και την παραχώρηση δανείου για το ποσό £96.000 σε επενδυτική εταιρεία με τόκο 36% ετησίως. ® Περί τα έτη 2004-2006 κατόπιν προφορικών οδηγιών των Εναγόντων το ποσό των £17377,94 όπως επίσης το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £72.115,47 κατατέθηκαν επίσης για επενδυτικούς σκοπούς σε άλλη επενδυτική εταιρεία με την έκδοση των επιταγών που αναφέρονται στην παράγραφο 36 της ένορκης δήλωσης του Εναγόμενου στο όνομα της εν λόγω εταιρείας από τον τρεχούμενο λογαριασμό του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος είχε την εύνοια διευθυντικών στελεχών των επενδυτικών εταιρειών που αναφέρονται οι οποίοι του έδιναν ψηλά ποσοστά κέρδους για τα ποσά που επένδυε στο όνομα του και για λογαριασμό του. Το γεγονός αυτό γνώριζαν και οι Ενάγοντες οι οποίοι βασισμένοι στη σχέση εμπιστοσύνης που είχαν ζήτησαν από τον Εναγόμενο να επενδύσει αυτά τα λεφτά ώστε να μπορούν και αυτοί να τύχουν των ιδίων ποσοστών επιστροφής κέρδους. ® Αρνείται ότι στη βάση πληρεξουσίων που του παρεχώρησαν οι Ενάγοντες προχώρησε στο άνοιγμα λογαριασμών στα ονόματα τους με την Τράπεζα Κύπρου. Τον Αύγουστο του 2004 οι Ενάγοντες οι ίδιοι άνοιξαν προσωπικά λογαριασμούς στο όνομα τους στην Τράπεζα Κύπρου και απλώς εξουσιοδότησαν τον Εναγόμενο να χειρίζεται τους εν λόγω λογαριασμούς. ® Ποτέ δεν επιβεβαίωσε στους Ενάγοντες πως θα τους έστελλε χρήματα σχετικά με εισοδήματα από ακίνητα τα οποία είχαν στο όνομα τους. Γι΄ αυτά τα ακίνητα πάντα τους κρατούσε ενήμερους και γενικά για οποιαδήποτε ενέργεια έκανε στο όνομα τους και για λογαριασμό τους. ® Παραδέχεται ότι έλαβε από την Ενάγουσα 2 το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 50.000 όμως θα της το επέστρεφε ως ήταν η συμφωνία τους όταν θα πωλούσε ακίνητη περιουσία σε τρίτο πρόσωπο κάτι το οποίο δεν έγινε ακόμα και το οποίο ήταν προϋπόθεση για την επιστροφή των εν λόγω χρημάτων. ® Τα έξοδα που επισυνάπτουν οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση τους ημερ. 28/5/10 (Τεκμήριο 6) είναι πλαστά. Για το σκοπό αυτό ο Εναγόμενος έχει προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία. ® Ο Εναγόμενος έχει ανταπαίτηση για τα εξής ποσά: &n bsp; i. Ποσό Αγγλικών Στερλινών £61.789 πλέον τόκοι από την Ενάγουσα 2 ως αποτέλεσμα χρημάτων που της δάνεισε που έστελλε στον τραπεζικό της λογαριασμό για να τη βοηθήσει στην αποπληρωμή των δανείων της. ii. Ποσό Αγγλικών Στερλινών £88.858,36 πλέον τόκοι από τον Ενάγοντα 1 ως αποτέλεσμα χρημάτων που του δάνεισε που έστελλε στον τραπεζικό της λογαριασμό για να τη βοηθήσει στην αποπληρωμή των δανείων του. iii. Ποσό Αγγλικών Στερλινών £353.440 πλέον τόκοι ως αποτέλεσμα μακροχρόνιων συμφωνιών δανείου που είχε ο Εναγόμενος με τον Ενάγοντα 1 σε μια προσπάθεια ο Εναγόμενος να βοηθήσει τον Ενάγοντα ο οποίος δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώνει διάφορα δάνεια και που ως εκ τούτου τον δάνειζε ο Εναγόμενος χρήματα (Τεκμήρια 17-31). iv. Ποσό Αγγλικών Στερλινών £28.000 ως αποτέλεσμα της παροχής γραπτής εγγύησης από τον Ενάγοντα στην πρωτοφειλέτισσα Natasha Rajoo της οποίας ο Εναγόμενος δάνεισε το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £10.000 με αποπληρωμή του συνολικού ποσού των £28,000 πλέον τόκοι για το οποίο έλαβε μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος μόνο το ποσό των Αγγλικών Στερλινών £6120 από την κα Rajoo επειδή αυτή σταμάτησε να πληρώνει οποιεσδήποτε δόσεις εδώ και περισσότερο από ένα χρόνο (Τεκμήρια 32 και 33). ® Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του τον Εναγόμενο έχει καλή και βάσιμη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία έχει ως βασική νομική βάση τη Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14 και Δ.33 θθ.2,3,5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: Å Ενώ ο εναγόμενος γνώριζε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής τουλάχιστον από την 1/6/10 επέλεξε να μην παρουσιαστεί. Å Ο Εναγόμενος δεν έχει επιδείξει οποιοδήποτε εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί. Å Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εσκεμμένη και/ή αδικαιολόγητη περιφρόνηση προς τη δικαστική διαδικασία. Å Ο εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης όσον αφορά την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης στην αγωγή και η αίτηση γίνεται με σκοπό την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης. Στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ο εναγόμενος θα μπορούσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με δικηγόρο αφού στις φυλακές είναι δικαίωμα των κρατουμένων να επικοινωνούν με τους δικηγόρους τους όταν καταστεί ανάγκη. Περαιτέρω στις φυλακές οι δικηγόροι μπορούν να επισκέπτονται τους κρατουμένους για να συζητήσουν τις υποθέσεις τους οι οποίες εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω οι γραπτές δηλώσεις του συγκατηγορούμενου και του οικονόμου του που αναφέρει στην παρά.8 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου συντάχθηκαν μετά την αποφυλάκιση του εναγομένου από τις Κεντρικές Φυλακές, δεν είναι επίσημα έγγραφα και δεν δικαιολογούν την παράλειψη καταχώρισης εμφάνισης στην αγωγή και την καθυστέρηση καταχώρησης αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[1] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[2] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[3] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Θα σκιαγραφήσω στη συνέχεια τις νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω. Το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια κατά την άσκηση του πλαισίου εξουσίας του με παράγοντες που σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του αφενός και με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του αφετέρου. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[4]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[5]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[6]. Οι Αιτητές οφείλουν εδώ να παραθέσουν τα γεγονότα που, κατά τη θέση τους, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλούνται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των Αιτητών[7]. Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ο Αιτητής-Εναγόμενος 1 εκείνο που αναμένεται να πράξει, και το έχει πράξει, είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση του, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση-Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στον Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Όπως έχει τονισθεί από τον Έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Π. Αρτέμη στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Καθίσταται επομένως αναγκαίο να εξετάσουμε το ιστορικό που προηγήθηκε της καταχώρισης της υπό κρίσιν αίτησης με βάση τα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου. Γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου Στην παρούσα υπόθεση αφού κατεχωρήθη γενική οπισθογράφηση της απαίτησης στις 26.05.2010 ακολούθησε στις 28.05.2010 η καταχώριση μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος την οποία το Δικαστήριο επιλήφθηκε αυθημερόν και προχώρησε στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, τα όρισε δε επιστρεπτέα στις 3.06.
  1. Στις 3.06.2010 και αφού διαπιστώθηκε ότι υπήρξε επίδοση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων στον εναγόμενο την 1.06.2010 και ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπός του δεν εμφανίστηκε στις 3.06.2010 ενώπιον του Δικαστηρίου το Δικαστήριο κατέστησε τα εκδοθέντα διατάγματα απόλυτα. Ας σημειωθεί εδώ ότι εκτός από την ένορκη δήλωση επίδοσης του επιδότη σύμφωνα με την οποία τα εκδοθέντα διατάγματα είχαν επιδοθεί στον εναγόμενο την 1.06.2010 προσωπικά στις Κεντρικές Φυλακές κατεχωρήθη στο φάκελο του Δικαστηρίου επιστολή του λειτουργού Τμήματος Φυλακών απευθυνόμενη προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 2.06.2010 με την οποία ο Πρωτοκολλητής πληροφορείτο ότι ο εναγόμενος τελούσε κατάδικος στις Φυλακές μετά από καταδίκη του στις 10.02.2010 σε 6 μήνες φυλάκιση και ότι, ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, δεν θα μπορούσε ο εναγόμενος να εμφανιστεί στις 3.06.2010 για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής. Τέλος στην ίδια επιστολή αναφερόταν ότι πιθανή ημερομηνία αποφυλάκισης του εναγόμενου ήταν η 29.06.
  2. Στην εν λόγω επιστολή επισυνάπτετο αίτηση του εναγομένου. Στις 16.06.2010 καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης στην παρούσα αγωγή και στις 23.06.2010 κατεχωρήθη αίτηση για απόφαση εναντίον του εναγομένου λόγω παράλειψής του να καταχωρίσει εμφάνιση, η οποία αίτηση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 29.06.2010 ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο αφού εξέτασε την επισυνημμένη στην αίτηση ένορκη δήλωση προχώρησε στην έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου. Η υπό κρίση αίτηση παραμερισμού κατεχωρήθη στις 15.10.2010 δηλαδή μετά από παρέλευση 3½ περίπου μηνών από της έκδοσης απόφασης εναντίον του εναγομένου. Εχοντας παραθέσει συνοπτικά το πιο πάνω ιστορικό προχωρώ να εξετάσω τους λόγους που προβάλλονται για την παρέλευση του πιο πάνω αναφερόμενου χρονικού διαστήματος μέχρις ότου καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου καταγράφονται στις παραγράφους 5 μέχρι 12 της ένορκης του δήλωσης. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους αντίγραφο του προσωρινού διατάγματος και της μονομερούς αίτησης επιδόθηκε στον εναγόμενο την 1.06.2010 και δύο μέρες πριν την ημερομηνία ορισμού του προσωρινού διατάγματος ενώπιον του Δικαστηρίου και ενώ ο εναγόμενος βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές ως κατάδικος. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ήταν ότι υπό αυτές τις περιστάσεις δεν είχε περιθώριο για να ενεργήσει προς αποτροπή δυσμενών αποτελεσμάτων σε βάρος του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ενώ είχε ζητήσει να του δοθεί άδεια να μιλήσει με τον δικηγόρο του καθώς και η δυνατότητα να είναι παρών την ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένο το προσωρινό διάταγμα στο Δικαστήριο, του ελέχθη πως αυτό δεν ήταν δυνατό και ότι το μόνο που μπόρεσε να κάνει ήταν να αποστείλει στο Δικαστήριο μια ειδοποίηση εκ μέρους του Ανώτερου Διευθυντή των Φυλακών η οποία να εξηγεί τους λόγους για τους οποίους δεν θα μπορούσε να είναι παρών εκείνη την ημερομηνία ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταλήγει δε ο εναγόμενος λέγοντας ότι με βάση τα πιο πάνω δεν κατέστη δυνατό να αντιπροσωπευθεί κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο είχε ορίσει επιστρεπτέο το διάταγμα με αποτέλεσμα αυτό να γίνει απόλυτο στις 3.06.
  3. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του εναγόμενου, όπως προκύπτει από την παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης, ότι στη συνέχεια έκανε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό να επικοινωνήσει με δικηγόρο για να μάθει τι έγινε με την υπόθεσή του χωρίς όμως να το κατορθώσει. Στη συνέχεια αναφέρεται στο στάδιο αμέσως μετά την αποφυλάκισή του και ισχυρίζεται, χωρίς να προσδιορίζει το χρονικό στάδιο, ότι επικοινώνησε τότε με τους δικηγόρους του και επεδίωξε να μάθει τι είχε γίνει ακριβώς στην παρούσα υπόθεση. Στην παράγραφο 10 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι πληροφορήθηκε εκ των υστέρων για το γεγονός της καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης στην παρούσα αγωγή και το γεγονός της έκδοσης στις 29.06.2010 απόφασης εναντίον του λόγω μη καταχώρισης εμφάνισης. Ούτε και εδώ ο εναγόμενος προσδιορίζει χρονικά το πότε πληροφορήθηκε τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα. Στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης αναφέρει ότι όταν αποφυλακίστηκε υπέφερε από προβλήματα υγείας και χρειάστηκε να επισκεφθεί το Τμήμα Φυσιοθεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, αναφέρεται δε σε κάποιες από τις ημερομηνίες των επισκέψεων του εντός του μήνα Ιουλίου και μία επίσκεψή του εντός του Σεπτεμβρίου του
  4. Σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου επισημαίνω ότι ο εναγόμενος δεν διευκρινίζει το χρονικό στάδιο που αποφυλακίστηκε ενώ καθόσον αφορά τα προβλήματα υγείας που ισχυρίζεται ότι είχε σε εκείνο το στάδιο απλώς αναφέρεται στο γεγονός ότι επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για θεραπεία στο Τμήμα Φυσιοθεραπείας και προσδιορίζει τέσσερις ημερομηνίες αυτών των επισκέψεων χωρίς να δίνει οποιεσδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεις. Να σημειώσω εδώ ότι επισυνάπτει στο τεκμήριο 4 έγγραφα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου γίνεται μια γενική αναφορά στο πρόβλημα του εναγόμενου και συγκεκριμένα ότι είχε αυχενικό σύνδρομο και καταγράφονται τέσσερις ημερομηνίες που προφανώς αφορούν τις επισκέψεις που ανέφερε ο εναγόμενος στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης. Καμία άλλη μαρτυρία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο δόθηκε από τον εναγόμενο που να εξηγεί το μέγεθος του προβλήματος υγείας που ισχυρίζεται ότι είχε και ούτε το γιατί αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορέσει να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του για να προχωρήσουν με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Γενικά και αόριστα αναφέρει στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεώς του ότι «μόλις κατέστη δυνατό» επικοινώνησε με τους δικηγόρους του «για να προχωρήσουν με την παρούσα αίτηση». Από τα όσα ο ίδιος ο εναγόμενος έχει επικαλεστεί και ειδικότερα με βάση το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της ενόρκου δηλώσεώς του μπορεί, πιστεύω, με ασφάλεια να συναχθεί ότι από τον Ιούλιο του 2010 ευρίσκετο ελεύθερος, δηλαδή είχε ήδη αποφυλακιστεί, ενώ για την περίοδο που μεσολάβησε από τον Ιούλιο δηλαδή μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου που κατεχωρήθη η υπό κρίση αίτηση δεν δίδει οποιαδήποτε χειροπιαστή εξήγηση για την παράλειψή του να προχωρήσει με καταχώριση αίτησης παραμερισμού ενωρίτερα. Ούτε για τα ισχυριζόμενα προβλήματα υγείας έχει δώσει επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη δυσκολία, όπως αντιλαμβάνομαι από τα συμφραζόμενά του στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης, να επικοινωνήσει με τους δικηγόρους του για να προχωρήσουν με αίτηση παραμερισμού. Αντίθετα τα στοιχεία που έχει επισυνάψει σε σχέση με τους λόγους υγείας που επικαλείται και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 σε καμία περίπτωση αποκαλύπτουν κάτι το ιδιαίτερα σοβαρό ή έστω την περίπτωση όπου ο εναγόμενος να ήταν συνεχώς υπό θεραπεία και κατά συνέπεια αντικειμενικά να τελούσε υπό αδυναμία για να μπορέσει να επιληφθεί της υπόθεσής του με τους δικηγόρους του. Η μαρτυρία του με άλλα λόγια έχει περιοριστεί στην προσκόμιση ενός εγγράφου που καταγράφει, όπως εξηγεί ο ίδιος, τις ημερομηνίες των τεσσάρων επισκέψεών του στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για φυσιοθεραπεία. Κατά συνέπεια ακόμα και αν γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι δεν ήταν εφικτό είτε ο ίδιος να παρουσιαστεί αυτοπροσώπως στις 3.06.2010 ενώπιον του Δικαστηρίου που ήταν ορισμένη η υπόθεσή του ή μέσω δικηγόρου που θα τον αντιπροσώπευε λόγω προσκομμάτων που ισχυρίζεται ότι είχε ενώ τελούσε κατάδικος στις φυλακές, εκείνο το οποίο απέτυχε παντελώς να δικαιολογήσει είναι το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μετά την αποφυλάκισή του και σίγουρα από τον μήνα Ιούλιο του 2010 μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου του 2010 οπόταν καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, δηλαδή ένα διάστημα περίπου 3½ μηνών. Διαπιστώνω περαιτέρω και κάποιου είδους αντίφαση στους ισχυρισμούς του εναγόμενου και συγκεκριμένα στα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 9 της ένορκης του δήλωσης σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 11 αυτής. Από τη μια ο εναγόμενος ισχυρίζεται στην παράγραφο 9 ότι αμέσως μετά την αποφυλάκισή του επικοινώνησε με τους δικηγόρους του για να μάθει τι ακριβώς είχε γίνει στην παρούσα υπόθεση ενώ από την άλλη στην παράγραφο 11 αναφέρει ότι «μόλις κατέστη δυνατό» επικοινώνησε με τους δικηγόρους για να προχωρήσουν με την υπό εξέταση αίτηση. Από αυτά προκύπτει ότι, ενώ ο εναγόμενος, με βάση τους δικούς του ισχυρισμούς, είχε επικοινωνία με τους δικηγόρους του αμέσως μετά την αποφυλάκισή του, δεν εξηγεί, ωστόσο, γιατί δεν είχε από εκείνο το χρονικό στάδιο δώσει οδηγίες για να προχωρήσουν οι δικηγόροι του με την καταχώριση αίτησης παραμερισμού εφόσον είχε πληροφορηθεί για το τι είχε συμβεί στην παρούσα υπόθεση. Από όλα τα πιο πάνω είναι η εκτίμησή μου ότι ο εναγόμενος προσπάθησε με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς να δικαιολογήσει την καθυστέρηση που σημειώθηκε μέχρις ότου καταχωρηθεί η υπό εξέταση αίτηση παραμερισμού χωρίς, ωστόσο, να καταφέρει στο τέλος της ημέρας να δώσει απτές και πειστικές εξηγήσεις για αυτή την καθυστέρηση που σημειώθηκε, όπως είχε την υποχρέωση να το πράξει ως προαπαιτούμενο σε τέτοιου είδους διαδικασία. Υπομνίζω δε τη νομολογιακή αρχή ότι σε αιτήσεις παραμερισμού απόφασης θα πρέπει να αποδεικνύονται, σύμφωνα με τη Δ.48 θ.4, γεγονότα τα οποία αμφισβητούνται και τα οποία έχουν υποχρέωση οι εναγόμενοι-αιτητές να αποδείξουν όπως, για παράδειγμα, το λόγο της μη εμφάνισης ή της οποιασδήποτε καθυστέρησης. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 Α.Α.Δ 528 όπου στη σελ. 533 αναφέρονται τα εξής:- «Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v. Bartlams και την κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν τον παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών Evans ν. Bartlam πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης .......» Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης. Επισημαίνω ότι ακόμη και εκεί όπου αποκαλύπτεται υπεράσπιση αλλά η συμπεριφορά του διάδικου είναι ενδεικτική αδιαφορίας για το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει εναντίον του την ευχέρεια και να απορρίψει το αίτημα να ακυρώσει την απόφαση. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941 αφού γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204 τονίστηκε από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πική ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγομένου να εμφανιστεί και αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Τονίστηκε επίσης στην ίδια απόφαση ότι σε διαφορετική περίπτωση, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Στην Milouca (ανωτέρω) παρόλο που το Δικαστήριο είχε καταλήξει στο εύρημα ότι οι εφεσείοντες (εναγόμενοι) είχαν αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση, εντούτοις απέρριψε την έφεση διότι θεώρησε ότι η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή τους να αποταθούν για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης μπορούσε βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη αιτήματος για παραμερισμό. Στην υπόθεση Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1101 καθυστέρηση δυόμισι περίπου μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση της απόφασης και την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό θεωρήθηκε τελείως ανεξήγητο γιατί δεν είχαν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που θα μπορούσαν να προσφέρουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ 1283 καθυστέρηση τεσσάρων μηνών για υποβολή αίτησης παραμερισμού κρίθηκε αδικαιολόγητη. Λέχθηκε επίσης ότι το γεγονός ότι ο συνήγορος των εφεσειόντων συζητούσε με την άλλη πλευρά για εκ συμφώνου ακύρωση της απόφασης και γι΄ αυτό το λόγο καθυστέρησε στην υποβολή της αίτησης δεν εξηγεί επαρκώς και δεν αποτελεί δικαιολογία για την καθυστέρηση για τέσσερις ολόκληρους μήνες. Όπως δε το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα το θέμα ήταν σημαντικό και οι εφεσείοντες όφειλαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να επιτευχθεί τελεσιδικία εντός λογικού χρονικού διαστήματος. Υπεμνήσθη δε η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί καλή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. Kaτ' αρχάς ο Εναγόμενος επικαλείται την παραχώρηση γενικού πληρεξουσίου από πλευράς των Εναγόντων το οποίο και επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 ούτως ώστε αυτός να προχωρήσει με αγορές ακινήτου στο όνομα τους. Από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως η ύπαρξη δύο πληρεξουσίων ημερ. 20/7/04 το ένα και ημερ. 26/8/04 το άλλο. Στη συνέχεια δίδει την δική του εκδοχή σχετικά με την αγορά δύο διαμερισμάτων από την εταιρεία Cyproperties Ltd. τον Οκτώβριο του
  1. Σύμφωνα μ΄ αυτή την εκδοχή ο Εναγόμενος προχώρησε στην υπογραφή δύο συμβολαίων δια λογαριασμό και στο όνομα των Εναγόντων για την αγορά των δύο πιο πάνω αναφερομένων διαμερισμάτων που ήταν υπό κατασκευή και επισυνάπτει για το σκοπό αυτό ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 τα δύο συμβόλαια ημερ. 27/10/
  2. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι για την κράτηση των διαμερισμάτων πλήρωσε ποσό ΛΚ17500 για το ένα και ποσό ΛΚ14000 για το άλλο, όπως επίσης, και ποσό ΛΚ3800 σε μεσίτη ως προμήθεια για την εξεύρεση των διαμερισμάτων. Η εκδοχή του όσον αφορά την εξέλιξη με τα δύο αυτά συμβόλαια είναι ότι μετά την ολοκλήρωση του έργου και αφού μεσολάβησε πολύς καιρός και η χρεωκοπία υπεργολάβου της πωλήτριας εταιρείας με αποτέλεσμα τη διακοπή των έργων κατασκευής και την ανάληψη ολοκλήρωσης του έργου από άλλο υπεργολάβο της πωλήτριας εταιρείας, λόγω του ότι οι ενάγοντες δεν μπορούσαν να δανειστούν τα χρήματα που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση των συμφωνιών αυτών ο εναγόμενος, μετά από προσπάθειες, κατάφερε να πάρει πίσω τα λεφτά που δόθηκαν ως προκαταβολή για την κράτηση των διαμερισμάτων αυτών αλλά όχι το ποσό για τα μεσιτικά, δηλαδή το συνολικό ποσό των ΛΚ
  3. Αυτό το ποσό, με βάση πάντοτε την εκδοχή του θα συνέχιζε ο εναγόμενος να το έχει στην κατοχή του καθώς θα ερευνούσε και για άλλες ευκαιρίες για αγορά στην Κύπρο εκ μέρους των Εναγόντων. Oσον αφορά το θέμα του διαμερίσματος στα Λειβάδια η εκδοχή του εναγόμενου είναι ότι στις 10/4/04 είχε πωληθεί από τον αρχικό ιδιοκτήτη, την εταιρεία ΑΡΤΕΜΗΣ Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ) ΛΤΔ, σε κάποιο άτομο ονόματι Νίκο Χ"Λοίζου. Όταν τον Αύγουστο του 2004 ο Ν.Χ"Λοίζου εξέφρασε την επιθυμία να το πωλήσει ένεκα του γεγονότος ότι δεν ακόμη εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ο Ν.Χ"Λοιζου συμφώνησε να ακυρωθεί το συμβόλαιο του που επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 και παρέλαβε το ποσό των ΛΚ39,000 και εν συνεχεία, μετά την ακύρωση αυτή, ο αρχικός ιδιοκτήτης πώλησε το διαμέρισμα στον Ενάγοντα 1 στη βάση της συμφωνίας ημερ. 28/9/04 που επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  4. Εν συνεχεία ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι στις 10/9/08 μετά από γραπτή συμφωνία που είχε με τον Ενάγοντα 1 ο Ενάγοντας 1 συμφώνησε όπως το εν λόγω διαμέρισμα μεταβιβασθεί στο όνομα του εναγομένου για διακανονισμό χρέους το οποίο ο ενάγοντας όφειλε στον εναγόμενο για χρήματα που ο τελευταίος του είχε δανείσει. Επισυνάπτει δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8 έγγραφο τιτλοφορούμενο «Letter of Authority" ημερ. 10/9/08 προς απόδειξη της συνομολόγησης με τον Ενάγοντα τέτοιας συμφωνίας. Επισυνάπτει, επίσης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 τίτλο ιδιοκτησίας για το εν λόγω διαμέρισμα επ΄ ονόματι του. Είναι περαιτέρω η εκδοχή του Εναγομένου ότι μετά από προφορική συμφωνία που είχε με τους ενάγοντες και κατόπιν προφορικών οδηγιών μέρος των ποσών που του έστειλαν και συγκεκριμένα το ποσό των στερλινών £8400 καθώς και το ποσό των ΛΚ162,000, κατατέθηκαν για επενδυτικούς σκοπούς περί τα έτη 2005-07 στην επενδυτική εταιρεία Amberia Global Ventures Ltd (a) υπό μορφή παραχώρησης δανείου για το ποσό των στερλινών £84000 με τόκο 36% ετησίως (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 επισυνάπτεται έγγραφο τιτλοφορούμενο Memorandum of Understanding ημερ. 5/11/05), (β) την παραχώρηση δανείου στην εταιρεία Amberial Globel Ventures Ltd για ποσό ΛΚ70,000 για να επιστραφεί στον εναγόμενο με τόκο ΛΚ7,200 πληρωτέο ανα τριμηνία και (γ) παραχώρηση δανείου για ποσό ΛΚ96,000 στην ίδια εταιρεία με τόκο 36% ετησίως. Επίσης ισχυρίζεται ότι περί τα έτη 2004-2005 κατόπιν προφορικών οδηγιών των Εναγόντων το ποσό των ΛΚ17.377,94 ως επίσης και στερλινών £72.115,47 κατατέθηκαν επίσης για επενδυτικούς σκοπούς στην επενδυτική εταιρεία Web Fortune Com LLC με την έκδοση των επιταγών που αναφέρει στην παρα.36 της ένορκης του δήλωσης επ΄ ονόματι της εταιρείας Web Fortune Com LLC από τον τρεχούμενο λογαριασμό του σε στερλίνες υπ΄ αρ. 1007-678336-060 στην Τράπεζα Κύπρου. Η εξήγηση που δίδει ο εναγόμενος γιατί αυτές οι επενδύσεις - συμφωνίες έγιναν στο όνομα του είναι γιατί ο ίδιος είχε επενδύσει παλαιότερα σ΄ αυτές τις εταιρείες, είχε την εύνοια διευθεντικών στελεχών των εταιρειών αυτών οι οποίοι τον γνώριζαν προσωπικά και του έδιναν ψηλά ποσοστά κέρδους για τα ποσά που επένδυε στο όνομα και για λογαριασμό του. Ετσι, σύμφωνα με την εκδοχή του εναγομένου, οι ενάγοντες, που γνώριζαν το γεγονός αυτό, του ζήτησαν να επενδύσει αυτά τα λεφτά για να μπορούν και αυτοί να τύχουν των ίδιων ποσοστών επιστροφής κέρδους. Οσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι προχώρησε ο Εναγόμενος και άνοιξε τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομά τους η εκδοχή που προβάλλει είναι ότι οι ενάγοντες προσωπικά άνοιξαν λογαριασμούς στο όνομα τους στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ και ότι, απλώς, τον εξουσιοδότησαν να χειρίζεται τους εν λόγω λογαριασμούς και για το σκοπό αυτό επισυνάπτει ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 δύο έγγραφα ("Mandate") ημερ. 23/8/
  5. Οσον αφορά την Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος προβάλλει βασικά 4 ισχυρισμούς ως ακολούθως: (Α) Ότι δάνεισε στην Ενάγουσα 2 το ποσό των στερλινών £61,789 για αποπληρωμή των δανείων που δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει και ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε στην Ενάγουσα μέσω εμβασμάτων που της έστειλε στο τραπεζικό της λογαριασμό. Επισυνάπτει δε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 καταθέσεις του τρεχούμενου του λογαριασμού όπου φαίνονται, όπως ισχυρίζεται, τα ρηθέντα εμβάσματα στο τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας
  6. Επισημαίνεται εδώ ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 απλώς σε ορισμένες καταθέσεις φαίνεται το όνομα SAMMA που ο εναγόμενος διατείνεται ότι είναι το πατρικό της ενάγουσας
  7. (Β) Ότι δάνεισε του ενάγοντα 1 ποσό στερλινών £88,858.36 για αποπληρωμή των δανείων που δεν είχε τη δυνατότητα να αποπληρώσει και ότι το ποσό αυτό καταβλήθηκε μέσω εμβασμάτων που έστελλε στο τραπεζικό λογαριασμό του Ενάγοντα
  8. Επισυνάπτει δε τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 13 και 16 όπου, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, φαίνονται τα ρηθέντα εμβάσματα στο τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα 1 με το όνομα ΒΗΑΤΤΙ. Επικαλείται δε και άλλες συμφωνίες που κατά καιρούς υπέγραψε ο ενάγοντας και αναφέρονται στη συνέχεια. (Γ) Ότι ένα ποσό στερλινών £353.440 είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιων συμφωνιών δανείου που είχε με τον ενάγοντα 1 και οι οποίες συμφωνίες έγιναν σε μια προσπάθεια να βοηθήσει τον ενάγοντα 1 οικονομικά ο οποίος είχε πάθος με τα αυτοκίνητα, είχε κάνει πολλές συμφωνίες υπό τύπο δανείου ενοικιαγοράς και δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τα δάνεια. Επισυνάπτει δε για το σκοπό απόδειξης των ισχυρισμών τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27 ως οι συμφωνίες δανείου που έγιναν σχετικά, ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 28 και 29 έντυπα παραγγελίας για συγκεκριμένα οχήματα (Vehicle Order Form) και ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 30 και 31 συμφωνίες ενοικιαγοράς. (Δ) Ότι ο Ενάγων του χρωστεί το ποσό των στερλινών £28,000 ως αποτέλεσμα παροχής γραπτής εγγύησης από τον ενάγοντα στην πρωτοφειλέτιδα κα Natasha Rajoo της οποίας ο εναγόμενος δάνεισε £10,000 στερλίνες με αποπληρωμή του συνολικού ποσού £28,000 συμπεριλαμβανομένων τόκων σε 25 χρόνια από 31/5/06 για το οποίο ο εναγόμενος έλαβε μέχρι σήμερα μόνο το ποσό των £6.120,000 στερλινών λόγω του ότι η Rajoo σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις της. Για το σκοπό αυτό επισυνάπτει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32 συμφωνία εγγυήσεως ημερ. 26/5/06 την οποία υπέγραψε ο Εναγόμενος 1 και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33 επιστολή ημερ. 19/5/06 της πρωτοφειλέτιδας προς τον εναγόμενο. Εχοντας λοιπόν αναφερθεί σε κάποια λεπτομέρεια στους ισχυρισμούς και στην εκδοχή του εναγομένου προς απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης λόγω της έκτασης των ισχυρισμών και των λεπτομερειών που προβλήθηκαν από τον Εναγόμενο και της σωρείας των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν στην ένορκο δήλωση του διαπιστώνω ότι ο εναγόμενος έχει προωθήσει τη δική του εκδοχή σε όλα τα ζητήματα που ηγέρθησαν στην παρούσα αγωγή και μάλιστα έχει αναφερθεί και επισυνάψει σχετικά έγγραφα που φαίνεται, πάντοτε εκ πρώτης όψεως, ότι δίδουν μια άλλη εξήγηση στα όσα η πλευρά των εναγόντων διατείνεται με βάση την αγωγή της. Το ότι, βέβαια, οι ενάγοντες τα απορρίπτουν με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στην υπό κρίση αίτηση δεν είναι αρκετό για τους σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο εκείνο που αναζητείται είναι η παράθεση στοιχείων και γεγονότων που εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Και αυτό έχει πράξει, κατά την κρίση μου, ο εναγόμενος. Ούτε, βέβαια, υπεισέρχεται στο στάδιο αυτό θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρέθεσε ο εναγόμενος με την ένορκη δήλωσή του στα πλαίσια προώθησης της δικής του εκδοχής. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω και ενόψει του γεγονότος ότι δεν δόθηκε ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης θεωρώ ότι αυτό το γεγονός από μόνο του αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της υπό κρίση Αίτησης. Ανεξάρτητα δηλαδή από το ότι φαίνεται να εγείρεται μια εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στη βάση των ισχυρισμών και της εκδοχής που πρόβαλε ο εναγόμενος, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του Αιτητή/Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [2] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [3] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [4]Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893. [5] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [6] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 528 [7] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε επίσης Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.