← Κύπρος

KARAL ALUMINIUM LTD ν. NISDAL LAND DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 918/2010, 26 Ιανουαρίου 2011

KARAL ALUMINIUM LTD ν. NISDAL LAND DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής 918/2010, 26 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 918/2010 Μεταξύ: KARAL ALUMINIUM LTD., από τη Λευκωσία, Εναγόντων -και- NISDAL LAND DEVELOPERS LTD., από τη Λευκωσία, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 14.09.2010 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές/ενάγοντες: κα Μ. Καραολιά και κ. Α. Χατζηδημητρίου. Για εναγόμενους/καθ΄ων η αίτηση: κ. Δ. Χριστοδούλου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι/καθ΄ ων η αίτηση από του να πωλήσουν, δωρίσουν επιβαρύνουν ή αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία την οποία περιγράφουν στην παρα. (Α) της Αίτησης που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα των εναγόμενων μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα ΄Αρθρα 4-9 του Κεφ.6, στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 θθ1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας Τάκη Καραολιά στην οποία αναφέρεται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Στις 30.05.1994 υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων πωλητήριο έγγραφο με βάση το οποίο οι εναγόμενοι πώλησαν στους ενάγοντες μια οικία με αρ. Δ.2 που αποτελεί μέρος του κτιριακού συγκροτήματος «Αικατερίνη» επί ακινήτου στα Περβόλια στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην παρα. 2 της ένορκης δήλωσης. § Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των Λ.Κ.46.000 (€78.596) από το οποίο Λ.Κ.3.000 (€5.126) θα καταβάλλετο άμεσα με την υπογραφή της Συμφωνίας, το δε υπόλοιπο εκ Λ.Κ.43.000 (€73.470) θα εξοφλείτο με εργασίες κατασκευής αλουμινίου από μέρους των εναγόντων σε εργοτάξια των εναγομένων. § Οι ενάγοντες συμμορφούμενοι πλήρως με τους όρους της πιο πάνω αναφερόμενης Συμφωνίας κατέβαλαν τη συμφωνηθείσα προκαταβολή των Λ.Κ.3.000 (€5.126) και επιπρόσθετα μεταξύ της 19.09.1994 και 24.06.1996 εκτέλεσαν για τους εναγόμενους σε διάφορα εργοτάξια των εναγόμενων εργασίες κατασκευής αλουμινίου. § Μέχρι την 24.06.1996 η αξία των εργασιών κατασκευής αλουμινίου που οι ενάγοντες εκτέλεσαν για τους εναγομένους, περιλαμβανομένης της αξίας των χρησιμοποιηθέντων προς τούτο υλικών, υπερέβη το εκ Λ.Κ.43.000 οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης κατά Λ.Κ.1.350,94 (€2.308,22). Δηλαδή οι Ενάγοντες εξόφλησαν το εκ ΛΚ43000 (€73470) υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης και επί πλέον εκτέλεσαν για τους εναγόμενους εργασίες κατασκευής αλουμινίου αξίας ΛΚ1.350,94 (€2.308,22). Κατάσταση λογαριασμού επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  2. § Η πωληθείσα οικία ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε στους ενάγοντες περί το Σεπτέμβριο του 1995 και από τότε βρίσκεται στην πλήρη κατοχή των εναγόντων. § Οι εναγόμενοι, μετά την ολοκλήρωση του κτιριακού συστήματος, μέρος του οποίου αποτελεί και η πωληθείσα στους ενάγοντες οικία, προέβησαν σε διαχωρισμό του τεμαχίου 251 από το οποίο προέκυψαν μικρότερα τεμάχια μεταξύ των οποίων και το οικόπεδο εντός του οποίου βρίσκεται η οικία που πωλήθηκε στους ενάγοντες με βάση το Πωλητήριο ΄Εγγραφο ημερ. 30.05.
  3. § Παρά την εκ μέρους των εναγόντων πλήρη εκπλήρωση των εκ της Συμβάσεως υποχρεώσεων και παρά τις συνεχείς οχλήσεις των εναγόντων οι εναγόμενοι αρνούνται να προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι των εναγόντων, αρνούμενοι έτσι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, όπως προκύπτουν από τους όρους της Σύμβασης. § Περαιτέρω, οι εναγόμενοι αρνούνται να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.1.350,94 (€2.308,22) το οποίο αποτελεί το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού που διατηρούσαν οι ενάγοντες για το σύνολο των μεταξύ τους συναλλαγών, τόσο δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου όσο και αυτών που ακολούθησαν στα πλαίσια των μεταξύ των σχέσεων. § Οι ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 18.04.2008 κάλεσαν τους ενάγοντες να μεταβιβάσουν και εγγράψουν άμεσα στο όνομά τους την πωληθείσα οικία ως η υποχρέωσή τους δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 30.05.1994 και, επίσης, να καταβάλουν το ποσό των Λ.Κ.1.350,34 (€2.308,22) που αντιπροσώπευε τη διαφορά της αξίας των εργασιών που οι ενάγοντες εκτέλεσαν και των υλικών που πρόσφεραν στους εναγόμενους. Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  4. § Οι εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 22.04.2008 όπου, παρόλο που δεν αμφισβήτησαν το δικαίωμα των εναγόντων για την επ΄ ονόματί τους μεταβίβαση της πωληθείσας ακίνητης περιουσίας, αδικαιολόγητα και αυθαίρετα απαίτησαν την πληρωμή τόκων επί του τιμήματος πώλησης. Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  5. § Οι ενάγοντες απάντησαν στην επιστολή των δικηγόρων των εναγόμενων με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 24.04.
  6. Αντίγραφο της επιστολής αυτής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  7. § Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με την επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 18.04.
  8. Εν τω μεταξύ έγινε εκ μέρους των εναγόντων προσπάθεια μέσω των δικηγόρων τους για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης η οποία, όμως, απέβη άκαρπη. Στις 2.03.2010 οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους εκ νέου επιστολή ιδίας ημερομηνίας με την οποία και πάλι καλούσαν τους εναγόμενους να μεταβιβάσουν και εγγράψουν άμεσα στο όνομά τους την πωληθείσα οικία και να καταβάλουν το οφειλόμενο σ΄ αυτούς ποσό των €2.305,22 (Λ.Κ.1.350,94). Αντίγραφο της επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  9. § Οι δικηγόροι των εναγομένων απάντησαν με επιστολή τους ημερ. 4.03.2010 με την οποία επαναλαμβάνουν τις θέσεις τους όπως αυτές εκτίθεντο στις προηγούμενες επιστολές τους. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  10. § Ως αποτέλεσμα της άρνησης των εναγομένων να εγγράψουν και να μεταβιβάσουν επ΄ ονόματι των εναγόντων την πωληθείσα οικία οι ενάγοντες υπέστησαν ζημιές και ως εκ τούτου με την παρούσα αγωγή αξιώνουν από τους εναγόμενους αποζημιώσεις αλλά και διάταγμα για τη μεταβίβαση επ΄ ονόματί τους της επίδικης οικίας. § Οι εναγόμενοι ήσαν και εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της πωληθείσας στους ενάγοντες ακίνητης περιουσίας εντός της οποίας ανηγέρθη η πωληθείσα στους ενάγοντες οικία η οποία από το 1995 βρίσκεται στην κατοχή των εναγόντων. Η αξία της επίδικης οικίας, με βάση εκτίμηση που έγινε για λογαριασμό των εναγόντων περί τον Δεκέμβριο του 2008, ανέρχεται στο ποσό των €168.
  11. Αντίγραφο της εκτίμησης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  12. § Υπάρχει ορατός κίνδυνος, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, οι εναγόμενοι να μεταβιβάσουν ή άλλως πώς να αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία που περιγράφεται στην Αίτηση ώστε να αποφύγουν τη μεταβίβαση της επ΄ ονόματι των εναγόντων και/ή την πληρωμή των αποζημιώσεων που πιθανό να διατάξει το Δικαστήριο, ιδίως μετά την καταχώριση της παρούσας αγωγής. § Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά και δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι, πέραν της επιβάρυνσης του εν λόγω ακινήτου με το αιτούμενο διάταγμα, δεν υπάρχει άλλη εξασφάλιση των εναγόντων, ειδικά στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος για τη μεταβίβαση επ΄ονόματί τους του επίδικου ακινήτου, ενώ, αντίθετα, οι εναγόμενοι ουδεμία ζημιά θα υποστούν από την έκδοση του διατάγματος. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα ΄Αρθρα 4-9 του Κεφ.6, στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60, στη Δ.48 θθ1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα ΄Αρθρα 73 και 75 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 στα ΄Αρθρα 43, 44 και 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 καθώς και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Ø Οι ενάγοντες στην παρούσα αίτηση ζητούν ουσιαστικά την ίδια θεραπεία που ζητούν και στην αγωγή καλώντας στην ουσία το Δικαστήριο, μ΄ αυτό τον τρόπο, να εκδικάσει το ίδιο θέμα δύο φορές. Ø Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του ΄Αρθρου 32 του Ν.14/
  13. Ø Δεν απεδείχθη σοβαρό νομικό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά ούτε και το επείγον της υπόθεσης. Ø Τα πλείστα γεγονότα είναι ασαφή και δεν περιγράφονται με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος. Ø Η ζημιά που θα υποστεί η εναγόμενη είναι τεράστια σε σύγκριση με τη ζημιά που πιθανόν να υποστούν οι αιτητές από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Γεώργιου Κίττου, διευθυντή της εναγόμενης εταιρείας. Σ΄ αυτή αναφέρει βασικά, τα ακόλουθα: Αφού παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων, όπως περιέχονται στις παρα. 1-6 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την Αίτηση και που αφορούν τη συνομολόγηση μεταξύ των διαδίκων της Συμφωνίας ημερ. 30.05.1994 και των όρων που αυτή περιείχε ως και το ότι οι ενάγοντες κατέβαλαν τη συμφωνηθείσα προκαταβολή από το τίμημα πώλησης και ότι επιπροσθέτως εκτέλεσαν για τους εναγόμενους σε διάφορα εργοτάξια των εναγόμενων εργασίες κατασκευής αλουμινίου, ισχυρίζεται ότι η αξία της εργασίας που οι ενάγοντες εκτέλεσαν δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αίτησης αλλά ότι θα εξετασθεί και κριθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Στη συνέχεια προβάλλει τις ακόλουθες θέσεις: £ Το όλο θέμα δεν είναι κατεπείγον και επιπλέον ο αιτητής αιτείται την ίδια θεραπεία την οποία αξιώνει και στην αγωγή του και δεν είναι ορθό και επιτρεπτό να εκδικασθεί η αγωγή και η αίτηση για το ίδιο θέμα. £ Με βάση τα όσα αναφέρει ο αιτητής στην Αίτησή του όλα έχουν διαδραματιστεί πριν από ένα και πλέον χρόνο και υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. £ Οι περισσότεροι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι ενάγοντες είναι ανακριβείς και έχουν ως σκοπό να πετύχουν την έκδοση διατάγματος σε βάρος των εναγόμενων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Αρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2]αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32

(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Αρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Εκτός από το ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Το ΄Αρθρο 4 εφαρμόζεται όταν σκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της αγωγής[6]. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 όταν η περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής τότε το ΄Αρθρο 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60[7]. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδεται διάταγμα το οποίο αφορά περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής δεν είναι άλλος παρά η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας αυτής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε κάποιο θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή. Θα πρέπει, όμως, το πρόσωπο το οποίο επιζητεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος με την αγωγή του να διεκδικεί την περιουσία αυτή και να εγείρει δικαιώματα σ΄ αυτήν. Το θέμα της έκδοσης ή όχι του αιτούμενου διατάγματος εντάσσεται στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που θα ενεργήσει ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης[8]. Όπως έχει αναφερθεί από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Νικολάου στην υπόθεση Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 το γεγονός ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας δεν θα πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στα άρθρα 4 και 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς τα άρθρα αυτά κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396[9]. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Εχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το ΄Αρθρο 32 του Ν.14/60 και το ΄Αρθρο 4 του Κεφ.6. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το ΄Αρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα άρνησης και/ήπαράλειψης των εναγομένων να εγγράψουν και μεταβιβάσουν στο όνομα των εναγόντων την οικία που τους πώλησαν με βάση τη Συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων ημερ. 30.05.1994 η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, για την υποχρέωση των εναγομένων όπως με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης εγγράψουν το ακίνητο επ΄ ονόματι των εναγόντων ή επ΄ονόματι άλλου προσώπου που οι ενάγοντες ήθελαν υποδείξει αφού πρώτα εξασφάλιζαν τίτλο εγγραφής. Είναι δε εκδοχή των εναγόντων ότι υπήρξε από αυτούς πλήρης εκπλήρωση των εκ της Συμφωνίας υποχρεώσεων τους με την εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Περαιτέρω, με βάση πάντοτε το περιεχόμενο των δικογράφων, εγείρεται και θέμα οφειλής από μέρους των εναγόμενων για ποσό €2.308,22 ως υπόλοιπο αξίας εργασίας που οι ενάγοντες εκτέλεσαν για τους εναγόμενους κατόπιν εντολής και/ή εξουσιοδότησης των τελευταίων και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των εναγόντων. Είναι λοιπόν η κρίση μου ότι οι ενάγοντες, με βάση όλα τα πιο πάνω, έχουν αποκαλύψει στο δικόγραφό τους σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Τα γεγονότα που αναφέρονται είναι όσα παραθέσαμε ανωτέρω εφόσον οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωσή τους στις παρα.2-11, αφού αναφέρονται στη μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία ημερ. 30.05.1994 και στο περιεχόμενο της, ισχυρίζονται ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους της καταβάλλοντας τη συμφωνηθείσα προκαταβολή και ότι, επιπροσθέτως, έχουν εκτελέσει για τους εναγόμενους σε διάφορα εργοτάξια των εναγομένων εργασίες κατασκευής αλουμινίου η αξία των οποίων εργασιών υπερέβη το οφειλόμενο υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης για την οικία που αγόρασαν από τους εναγόμενους και ότι, περαιτέρω, οι εναγόμενοι τους οφείλουν ποσό €2.308,22. Επίσης ισχυρίζονται ότι, παρά την εκ μέρους των εναγόντων πλήρη εκπλήρωση των εκ της Συμφωνίας υποχρεώσεών τους και παρά τις συνεχείς οχλήσεις των εναγόντων, οι εναγόμενοι αρνούνται να προβούν στη μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι των εναγόντων αρνούμενοι έτσι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από τους όρους της Σύμβασης. Από την άλλη οι εναγόμενοι, ενώ παραδέχονται τις παρα.1-6 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων που αφορά τη σύναψη μεταξύ των διαδίκων της επίδικης Σύμβασης ημερ. 30.05.1994 και τους όρους όπως αυτοί αναφέρθηκαν στην ένορκη δήλωση των αιτητών/εναγόντων, το μόνο που προβάλλουν ως ισχυρισμό επί των γεγονότων της υπόθεσης είναι ότι «οι περισσότεροι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι ενάγοντες/αιτητές είναι ανακριβείς και έχουν ως σκοπό να πετύχουν την έκδοση διατάγματος σε βάρος των εναγομένων», χωρίς, ωστόσο, να εξηγούν σε τι ακριβώς αναφέρονται και χωρίς να καθορίζουν τις ανακρίβειες που ισχυρίζονται ότι υπάρχουν στους ισχυρισμούς των εναγόντων. Στην ουσία οι εναγόμενοι δεν προβάλλουν καν μια δική τους εκδοχή επί των γεγονότων της υπόθεσης. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά των εναγόντων έχουν επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμίσω ότι οι θεραπείες που οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν με την αγωγή τους είναι: ® Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάττει τους εναγομένους όπως μεταβιβάσουν και εγγράψουν επ΄ ονόματι των εναγόντων την οικία υπ΄ αριθμό Δ.2 στο κτιριακό συγκρότημα με το όνομα «Αικατερίνη» επί του επίδικου ακινήτου στοιχεία του οποίου καταγράφονται στην παρα. (Β) της αξίωσης και, διαζευκτικά, ® Αποζημιώσεις για ποσό €168.000 για παράβαση Συμφωνίας και/ή ζημιές που οι ενάγοντες υπέστησαν συνεπεία άρνησης και/ή παράλειψης των εναγομένων να μεταβιβάσουν και εγγράψουν επ΄ ονόματι των εναγόντων την πιο πάνω αναφερόμενη οικία. Επανερχόμενη λοιπόν στην τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32
(1)του Ν.14/60 θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση με την υπό εξέταση Αίτηση δεν επιδιώκεται ακριβώς η εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικά, αλλά η διασφάλιση του ιδίου του αντικειμένου της αγωγής ενόψει του ΄Αρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Το γεγονός δε ότι υπάρχει και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις στην παρούσα αγωγή δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Είναι φανερό ότι μόνο με τη διατήρηση του αντικειμένου της παρούσας αγωγής θα μπορούσαν να υπάρχουν δυνατότητες για μελλοντική συζήτηση του αντικειμένου αυτού κάτι το οποίο επιδιώκεται να γίνει, όπως είναι προφανές, με την υπό κρίση αίτηση. Στο σημείο αυτό θα παραπέμψω στη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ευγένιος Κίτσιου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ουρανίας Κίτσιου ν. Ανδριάνας - Ελένης Χριστοδούλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 228 όπου η βασική αξίωση του εφεσείοντα αφορούσε την επ΄ ονόματι του εγγραφή ακινήτων ως διαχειριστή περιουσίας αποβιώσασας που ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα της εφεσίβλητης στη βάση εχθρικής κατοχής. Με μονομερή του αίτηση ζήτησε και εξασφάλισε παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει την αποξένωση των ακινήτων που αποτελούσαν το αντικείμενο των διεκδικήσεων του. Στην εκδίκαση της υπόθεσης για προσωρινό διάταγμα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων είχε αποτύχει να θεμελιώσει την τρίτη προϋπόθεση του Αρθρου
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέχτηκε την έφεση παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση και διατηρώντας σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί. Αιτιολογώντας την κατάληξη του αυτή ανέφερε τα εξής τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως διέλαθε της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα δεν αποσκοπούσε ακριβώς στην εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης με τη διαφύλαξη των δυνατοτήτων εκποίησης ακίνητης περιουσίας γενικώς, αλλά στη διασφάλιση του ίδιου του αντικειμένου της αγωγής, ενόψει του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Το γεγονός ότι υπήρχε και διαζευκτική αξίωση για αποζημιώσεις δεν μπορεί να απομακρύνει από την ουσία του πράγματος. Ο ενάγων επιδίωκε να διατηρηθεί το αντικείμενο με βάση αγωγής η οποία διατηρουμένης της δυνατότητας για μελλοντική συζήτησή της, για τις ανάγκες του θέματος, φαινόταν καλή και, κάτω από τις περιστάσεις, το παρεμπίπτον διάταγμα θα έπρεπε να είχε διατηρηθεί.» Λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης είναι η θέση μου ότι η τυχόν αποξένωση του επίδικου ακινήτου που αφορά η θεραπεία της παρα. (Α) της παρούσας Αίτησης και σε σχέση με το οποίοι επιζητείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τη βασική θεραπεία που οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν με την αγωγή τους και, συγκεκριμένα, τη θεραπεία έκδοσης διατάγματος προς τους εναγόμενους για να μεταβιβάσουν και εγγράψουν επ΄ ονόματι των εναγόντων την πωληθείσα οικία που βρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου. Εφόσον λοιπόν το αντικείμενο της βάσης αγωγής θα εκλείψει ως απόρροια αυτού δεν θα διατηρηθεί η δυνατότητα για μελλοντική συζήτηση αυτής της αξίωσης. Η δε ύπαρξη στην αγωγή διαζευκτικής αξίωσης - ήτοι αυτής των αποζημιώσεων - δεν μεταβάλλει την ουσία του πράγματος. Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι, με βάση τη νομολογία, δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Πρόκειται για την πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση της απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα.[10] Το θέμα που απομένει για απόφαση από το Δικαστήριο είναι αν πρέπει το διάταγμα να διατηρηθεί σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσο δηλαδή είναι δίκαιο ή κατάλληλο υπό τις περιστάσεις. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[11]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Η φράση «status quo» επεξηγήθηκε στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788 με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση προσωρινού διατάγματος πρέπει να προσπαθεί να διατηρήσει το status quo ante bellum, δηλαδή την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε πριν την παράνομη ενέργεια που οδήγησε στην ανατροπή στην προηγούμενη κατάσταση πραγμάτων. Δεν βλέπω, συνεπώς, λόγο γιατί αυτό το status quo ante bellum να μην διατηρηθεί υπέρ των Αιτητών. Εν πάση δε περιπτώσει οι Εναγόμενοι, παρά το γεγονός ότι προβάλλουν ως λόγο ένστασης ότι η ζημιά που θα υποστούν είναι τεράστια σε σύγκριση με τη ζημιά που πιθανόν να υποστούν οι αιτητές/ενάγοντες από τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, στην ένορκη τους δήλωση δεν αναφέρουν οτιδήποτε ως προς το ενδεχόμενο πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς στους ίδιους αν εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ότι κλείνει υπέρ των Εναγόντων Αιτητών, ότι, δηλαδή, είναι δίκαιο και πρόσφορο να εγκριθεί η Αίτηση και να οριστικοποιηθεί το παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε. Αν οι Ενάγοντες πετύχουν στην αγωγή τους εναντίον του Εναγόμενου υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην μπορεί να γίνει πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους αν δεν διατηρηθεί η προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων (status quo ante) με την έκδοση του ζητούμενου διατάγματος. Από την άλλη δεν φαίνεται να προκύπτει οποιαδήποτε ζημιά ή δυσμενής επηρεασμός σε βάρος των Εναγόμενων με την έκδοση ζητούμενου διατάγματος. Όπως έχω αντιληφθεί η πλευρά των εναγομένων/καθ΄ ων η αίτηση εγείρουν και θέμα καθυστέρησης στην καταχώριση της παρούσας αίτησης. Όπως έχει τονισθεί στην Bacardi & Cο Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 788 οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Η καθυστέρηση, λοιπόν, αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ας μη ξεχνούμε, όπως υπογραμμίστηκε στη σχετική νομολογία, ότι το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντα αποτελούσε εμπόδιο για τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα[12]. Έτσι στην Bacardi (πιο πάνω) καθυστέρηση δύο ετών και τεσσάρων μηνών στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης οδήγησε το Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση, παρόλο ότι ικανοποιούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FIN. LTD v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ 121 καθυστέρηση οκτώ μηνών για λήψη μέτρων, στην απουσία εξηγήσεων, οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Για το ζήτημα αυτό είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και, συγκεκριμένα τις παραγράφους 12, 13, 14, 15, 16 και 17 προ της καταχώρισης της παρούσας Αίτησης προηγήθηκε μεταξύ των διαδίκων ανταλλαγή αλληλογραφίας που έγινε, προφανώς, σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους η οποία, όπως διεφάνη, πήρε κάποιο χρόνο. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 15 υπάρχει ισχυρισμός ότι εκ μέρους των εναγόντων έγινε προσπάθεια μέσω των δικηγόρων τους για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης η οποία, ωστόσο, απέβη άκαρπη οπόταν στις 2.03.2010 οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγόμενους νέα επιστολή καλώντας τους να προχωρήσουν να μεταβιβάσουν και εγγράψουν άμεσα στο όνομά τους την πωληθείσα οικία και να καταβάλουν το οφειλόμενο σε αυτούς ποσό και, εφόσον οι δικηγόροι των εναγομένων με επιστολή εις απάντησιν ημερ. 4.03.2010 επανέλαβαν τις θέσεις που εκτίθεντο στις προηγούμενες επιστολές τους, ακολούθησε η καταχώριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην οποία σημείωμα εμφάνισης κατεχωρήθη προ τινός και, συγκεκριμένα, στις 22.10.2010 αφού προηγήθηκε στις 14.09.2010 η καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το γεγονός ότι δεν κινήθηκε η αγωγή ενωρίτερα φαίνεται να οφείλετο στις προσπάθειες που καταβάλλονταν μεταξύ των διαδίκων για εξώδικη διευθέτηση η οποία πρέπει πάντοτε να ενθαρρύνεται. Όταν, ωστόσο, διεφάνη στο τέλος ότι δεν υπήρχε προσδοκία εξώδικης διευθέτησης και η διαφορά μεταξύ των διαδίκων παρέμενε ανεπίλυτη κατέστη αναπόφευκτη η καταχώριση της παρούσας αγωγής και, ασφαλώς, κατ΄ εκείνο το στάδιο πρόβαλλε φυσιολογικά υπαρκτός και άμεσος ο κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου που αφορά η υπό κρίση Αίτηση. Πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι δεν υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξη της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίχθηκε καν από τους εναγομένους ότι ένεκα της όποιας καθυστέρησης υπέστησαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια. Όπως έχει νομολογηθεί η καθυστέρησης μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα δεν λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή εκτός εάν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τα όσα λέχθηκαν, σε παρόμοια γεγονότα με την υπό κρίση αίτηση, στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, στις σελίδες 286, 287: «Οι εφεσείοντες υποστηρίζουν τέλος ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έλαβε υπ΄ όψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων που συνιστούν την αιτία αγωγής των εναγόντων και την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα. Σύμφωνα με τους εφεσείοντες ο τερματισμός των επίδικων συμβάσεων έγινε τον Ιούλιο του 2003 και η αγωγή μαζί με τη μονομερή αίτηση καταχωρήθηκε το Φεβράρη του 2004. Εφτά, δηλαδή, μήνες αργότερα. Οι εφεσίβλητοι υπήρξαν, σύμφωνα πάντα με τους εφεσείοντες, ένοχοι καθυστέρησης και συνεπώς δεν θα πρέπει να δικαιούνται θεραπείας. Κατ' αρχάς, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν φαίνεται να ήγειραν ένα τέτοιο ισχυρισμό ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και συνεπώς εμποδίζονται από το να τον εγείρουν κατ' έφεση. Πέραν, όμως, αυτού, οι εφεσείοντες κατά τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος χρόνου παραλείπουν να αναφερθούν στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία που έγινε σε μια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών τους, η οποία πήρε κάποιο χρόνο. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Σχετική, επίσης, με το υπό εξέταση θέμα είναι η υπόθεση Κώστα Χατζηγαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 606. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και, ως αποτέλεσμα τούτου, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) αυτής με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, δωρίσουν, επιβαρύνουν ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο το αναφερόμενο στην εν λόγω παράγραφο ακίνητο με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. ΄Οσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, οι ενάγοντες/αιτητές δικαιούνται στα έξοδα τους. Οι εναγόμενοι/καθ΄ων η αίτηση να καταβάλουν στο τέλος της κυρίως υπόθεσης τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Companies Maritime v. Sponsolia Shipping
(1987)1 C.L.R. 11 και την Αίτηση Stavros Hotels Appartments
(1994)1 A.A.Δ. 389. [7]Δέστε Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και London and Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R. 367. [8] Δέστε Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578. [9] Δέστε επίσης ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another ΧΧ
(2)C.L.R. 73, το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν το αντικείμενο της αγωγής. ......................................... Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» [10] Δέστε C. Phasarias (Aut. Center) Ltd. ν. Σκυροποιείο «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785 και Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [11] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [12] Δέστε PARICO ALUMINIUM DESIGNS LTD v. MUSKITA ALUMINIUM CO LIMITED κ.α. Π.Ε. 11156 ημερ. 19.12.02 και Γεώργιου Τσιαντή ν. HELLENIC BANK (INVESTMENT) LTD
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.