← Κύπρος

SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Αρ. Αγ. 1189/2005, 28.1.2011

SP CONSULTANCY LTD κ.α. ν. TRANSTEAM LTD κ.α., Αρ. Αγ. 1189/2005, 28.1.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 1189/2005 Μεταξύ:

  1. SP CONSULTANCY LTD
  2. Σοφοκλής Φιλιαστίδης Εναγόντων -και-
  3. TRANSTEAM LTD
  4. Ανδρέας Φιλίππου
  5. Πανίκος Κουρτέλλας
  6. Κώστας Κουρτέλλας Εναγομένων Ημερομηνία: 28.1.
  7. Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: Ο κ. Α. Ζαχαρίου. Για εναγόμενο: Ο κ. Γ. Παπαθεοδώρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κύρια απαίτηση στην παρούσα αγωγή, η οποία αποτελείται από διάφορα χρηματικά ποσά, προβάλλεται από τον ενάγοντα 2, εφεξής ο ενάγοντας. Στρέφεται δε, ανάλογα με την προέλευση του κάθε ποσού του οποίου την πληρωμή απαιτεί, εναντίον είτε όλων των εναγομένων είτε των εναγομένων 2, 3 και 4 μόνο. Και επειδή πρόκειται για παλαιά απαίτηση, του 2005, όλα τα ποσά αναφέρονται σε Λίρες Κύπρου. Μια απαίτηση μόνο, για ποσό £14.520 η οποία στρέφεται εναντίον όλων των εναγομένων, προβάλλεται από την ενάγουσα 1, εφεξής η ενάγουσα, η οποία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης αποκλειστικών συμφερόντων του ενάγοντα. Φέρεται δε να αφορά αναγνωρισθέν χρέος από την εναγομένη 1 εταιρεία, εφεξής η εταιρεία, για την περίοδο μέχρι 31.12.
  8. Όσον αφορά την απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 μόνο, οι οποίοι είναι όλοι φυσικά πρόσωπα, αυτή αφορά ποσό £71.621,90, το οποίο φέρεται να αποτελεί υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση προς αυτούς των μετοχών του στην εταιρεία. Ενώ από όλους τους εναγομένους, περιλαμβανομένης και της εταιρείας, ο ενάγοντας αξιώνει την πληρωμή δύο διαφορετικών ποσών. Το ένα για £5.300,- ως αναγνωρισθέν χρέος, και πάλιν από την εταιρεία για την ίδια περίοδο, μέχρι 31.12.2004, και το άλλο για £6.488,12 υπό μορφή ανάληψης υποχρέωσης η οποία προνοούσε για την εξόφληση από τους εναγομένους δανείου το οποίο ο ενάγοντας εξασφάλισε στο όνομα του προς όφελος όμως της εταιρείας. Για την ακρίβεια όλες οι πιο πάνω απαιτήσεις των εναγόντων φέρεται να έχουν την πηγή τους σε προφορική συμφωνία η οποία, κατ΄ ισχυρισμό, συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων και επιβεβαιώθηκε από πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3.2.
  9. Η βασική υπεράσπιση των εναγομένων είναι ότι ουδέποτε αυτοί συνήψαν την προαναφερθείσα ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία και άρα δεν οφείλουν στους ενάγοντες ή σε οποιονδήποτε από αυτούς τα αξιούμενα ή και οποιοδήποτε άλλο ποσό χρημάτων. Ενώ σε σχέση με το προαναφερόμενο πρακτικό ισχυρίζονται ότι είναι άκυρο ή δεν αποτελεί συμφωνία δεσμευτική για τους εναγομένους και ανταπαιτούν για δηλωτική απόφαση αναγνωριστική του γεγονότος αυτού. Πρόσθετα, προβάλλονται και από τις δύο πλευρές επιμέρους ισχυρισμοί προς υποστήριξη της απαίτησης και της υπεράσπισης και ανταπαίτησης, αντίστοιχα. Αυτά όσον αφορά τις δικογραφημένες θέσεις των αντιδικούντων μερών. Στο επίπεδο της απόδειξης υπάρχει αρκετό κοινό έδαφος το οποίο προκύπτει από αδιαμφισβήτητη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί είτε από τη μια είτε από την άλλη πλευρά ή και από τις δύο. Συγκεκριμένα, αποτελεί κοινό τόπο ότι την έναρξη της συνεργασίας των φυσικών προσώπων, τα οποία εμφανίζονται ως διάδικοι στην παρούσα αγωγή, σηματοδότησε η ίδρυση κατά το Δεκέμβριο του 2000 της εταιρείας η οποία έλαβε την επωνυμία Transteam Ltd. Αυτή ήταν στο τομέα της μηχανολογίας και αφορούσε αποκλειστικά την επισκευή αυτόματων κιβωτίων ταχυτήτων για αυτοκίνητα. Όλες δε οι εργασίες σχετικά διεξάγονταν μέσω της εταιρείας σε εργαστήρι (γκαράζ) επισκευής αυτοκινήτων μιας άλλης εταιρείας η οποία ανήκει αποκλειστικά στους εναγομένους 2, 3 και
  10. Το όνομα της εταιρείας αυτής είναι A.P.K. Garage Ltd και ασχολείται με την επισκευή αυτοκινήτων γενικά. Τις διάφορες εργασίες της εταιρείας, μηχανολογικές και άλλες, διεκπεραίωναν ο ενάγοντας και οι εναγόμενοι 2, 3, 4 ενώ η σύζυγος του πρώτου, Βασούλα Φιλιαστίδου, φέρεται να ενεργούσε ως λογίστρια της. Τα πιο πάνω πρόσωπα πλην της τελευταίας ήσαν τα ιδρυτικά μέλη και οι μοναδικοί, καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, μέτοχοι της. Συγκεκριμένα, ο ενάγοντας κατείχε από μόνος του το 50% του συνόλου των μετοχών της εταιρείας ενώ οι άλλοι τρεις μέτοχοι, δηλαδή οι εναγόμενοι 2, 3 και 4, κατείχαν από ένα τρίτο του υπολοίπου. Η κατάσταση, ανωτέρω, είναι η ίδια μέχρι και σήμερα δεδομένου ότι η εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται ανκαι δε διεξάγει πλέον οποιεσδήποτε εργασίες. Έχει παύσει να λειτουργεί κατά το πρώτο ήμισυ του 2005 ενώ ο ακριβής χρόνος που συνέβηκε αυτό αποτελεί παράπλευρη διαφορά μεταξύ των διαδίκων ελάσσονος όμως σημασίας, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια. Δεν είναι ακριβώς γνωστό αν οι προαναφερόμενοι μέτοχοι αποκόμισαν οποιαδήποτε έσοδα και υπό ποια μορφή από την εν λόγω δραστηριότητα της εταιρείας. Αλλά ούτε και προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα προς επίλυση σε σχέση με τη πτυχή αυτή. Εν πάση περιπτώσει, η συνεργασία τους και γενικά η λειτουργία της εταιρείας δε διάρκεσε για πολύ. Περί το τέλος του 2004 αρχές του 2005 άρχισε μια συζήτηση μεταξύ των μετόχων της εταιρείας ή κάποιων από αυτούς, η οποία είχε στο επίκεντρο της την εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα από τους υπόλοιπους μετόχους και την αποχώρηση του από αυτήν. Η πρωτοβουλία για την έναρξη της εν λόγω συζήτησης αποδίδεται στον ενάγοντα, χωρίς όμως και εδώ να προκύπτει οποιοδήποτε ζήτημα προς επίλυση. Αυτό που έχει σημασία και αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της παρούσας αγωγής και της διαφωνίας σχετικά των μερών είναι το αποτέλεσμα της. Δηλαδή αν όντως η συζήτηση αυτή κατέληξε στη συμφωνία την οποία επικαλούνται οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, όπως αυτός εκφράστηκε στη μαρτυρία του, η προαναφερθείσα συζήτηση η οποία διεξήχθη μεταξύ των μετόχων της εταιρείας είχε αίσιο τέλος. Ισχυρίζεται ότι κατέληξαν, μεταξύ τους, σε συμφωνία για να αποχωρούσε από την εταιρεία. Θα τους πωλούσε τις μετοχές τις οποίες κατείχε σ΄ αυτή έναντι ποσού £73.000 και επίσης οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 θα αναλάμβαναν ορισμένες υποχρεώσεις οι οποίες ανκαι είχαν δημιουργηθεί στο όνομα του, εντούτοις ήσαν προς όφελος της εταιρείας. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι τα ποσά τα οποία απαιτεί και εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως, αναφέρονται στους λογαριασμούς της εταιρείας και ειδικά για το έτος 2004, τεκμήριο 11, και υπέδειξε τα σημεία όπου γίνεται αναφορά σ΄ αυτούς σε διάφορα ποσά, εξηγώντας αριθμητικά και πως προκύπτει από αυτά το κάθε ποσό της απαίτησης του. Ακολούθως, κατέληξαν, όπως είπε, στην υπογραφή από όλους κάποιου εγγράφου το οποίο περιλαμβάνει τους όρους και αποτελεί την τελική συμφωνία μεταξύ τους. Παρέπεμψε σχετικά στο έγγραφο, τεκμήριο 4, το οποίο αποτελεί πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3.2.2005, στα γραφεία της. Παρόντες σ΄ αυτή ήσαν, όπως ισχυρίστηκε, όλοι οι προαναφερθέντες μέτοχοι της, και διάδικοι στην παρούσα αγωγή, οι οποίοι και το υπέγραψαν στις 15.2.2005 ή δύο με τρεις μέρες πιο πριν. Στη συνέχεια ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι 2,3 και 4 άρχισαν να προβαίνουν στην εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας καταβάλλοντας του την πρώτη δόση του τιμήματος για τις μετοχές εκ ποσού £1.738,
  11. Η πληρωμή αυτή έγινε με επιταγή της εταιρείας των εναγομένων A.P.K. Garage Ltd ημερομηνίας 15.2.2005, τεκμήριο
  12. Ενώ, όπως πρόσθεσε, από την 1.1.2005 και πριν ακόμα ολοκληρωθεί η προαναφερθείσα συζήτηση τους, οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 μετάφεραν και όλες τις εργασίες της εταιρείας στη δική τους εταιρεία. Κατάθεσε δε σχετικά μια δισέλιδη κατάσταση τιμολογίων της εταιρείας A.P.K. Garage Ltd των εναγομένων, τεκμήριο 12, όπου φαίνεται ότι η εταιρεία αυτή παρείχε υπηρεσίες σε σχέση με αυτόματα κιβώτια ταχυτήτων από τις αρχές Ιανουαρίου
  13. Όμως, τίποτε πέραν τούτων αφού οι εναγόμενοι δεν τήρησαν, όπως είπε, τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει έναντι του και της εταιρείας του, δηλαδή της ενάγουσας. Ως εκ τούτου ο ενάγοντας, όπως ανάφερε περαιτέρω, έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε στους εναγομένους 2, 3 και 4 επιστολή με ημερομηνία 16.3.2005, τεκμήριο
  14. Με αυτή τους επεσύρετο η προσοχή στην ισχυριζόμενη αθέτηση από αυτούς της συμφωνίας και τους καλούσε όπως εντός πέντε ημερών συμμορφωθούν με τους όρους της. Διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Η απάντηση ήρθε στις 28.3.2005, επίσης γραπτώς, από δικηγόρο ο οποίος στο στάδιο εκείνο ενεργούσε μόνο για τους εναγομένους 2 και 3, τεκμήριο
  15. Με την επιστολή αυτή απορρίπτετο ο ισχυρισμός εκ μέρους του ενάγοντα, ότι είχε συναφθεί οποιαδήποτε συμφωνία με τους εναγομένους ενώ, όπως αναφέρετο περαιτέρω, το ποσό που του είχε καταβληθεί από αυτούς ήταν έναντι μελλοντικής συμφωνίας η οποία τυχόν να συνομολογείτο μεταξύ τους. Επίσης, με την προαναφερθείσα επιστολή διαβιβάζετο προς το δικηγόρο του ενάγοντα μια προγενέστερη επιστολή ημερομηνίας 24.3.2005, τεκμήριο 7, η οποία είχε αποσταλεί από το δικηγόρο των εναγομένων 2 και 3 κατευθείαν στον ενάγοντα. Με αυτή την επιστολή κατελογίζετο στον τελευταίο μονομερής αποχώρηση του από την εταιρεία και ότι αυτός είχε ασκήσει πίεση προς τους εναγομένους για να υπέγραφαν κάποιο κείμενο συμφωνίας που τους είχε αποσταλεί. Συγκεκριμένα, η πίεση αυτή συνίστατο σε απόκρυψη από τον ενάγοντα των πηγών εξασφάλισης εξαρτημάτων τα οποία ήσαν αναγκαία για τη συνέχιση των εργασιών της εταιρείας. Πρόσθετα τον καλούσε να συνεργαστεί για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας της εταιρείας ώστε να κατέληγαν σε οριστική συμφωνία για την εξαγορά των μετοχών του. Με μια τελευταία επιστολή εκ μέρους του ενάγοντα ημερομηνίας 29.3.2005, τεκμήριο 9, απορρίπτονταν ως απαράδεκτοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί εκ μέρους των εναγομένων. Πρόσθετα, επισημαίνετο συναφώς ότι παρά την ετοιμασία κειμένου συμφωνίας από το δικηγόρο του, τα μέρη κατέστησαν το πρακτικό της εταιρείας ημερομηνίας 3.2.2005, τεκμήριο 4, τη συμφωνία τους προκειμένου, όπως αναφέρεται, να αποφεύγετο η δημιουργία περαιτέρω δικηγορικών εξόδων. Η ετοιμασία του κειμένου της συμφωνίας που αναφέρεται πιο πάνω αναγνωρίστηκε στη συνέχεια από τον ενάγοντα κατά την αντεξέταση του, το δε ανυπόγραφο αυτό κείμενο κατατέθηκε στο στάδιο εκείνο ως μαρτυρία και σημειώθηκε τεκμήριο
  16. Κατά το ίδιο εκείνο στάδιο της μαρτυρίας του, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε, αντεξεταζόμενος, ότι το κείμενο συμφωνίας, τεκμήριο 15, στάληκε στους εναγομένους 2, 3 και 4 τις αμέσως επόμενες μέρες μετά την υπογραφή του πρακτικού της εταιρείας, τεκμήριο
  17. Σε σχέση με το τελευταίο αυτό έγγραφο τέθησαν ακολούθως στον ενάγοντα κάποιες ερωτήσεις οι οποίες, προφανώς, αντανακλούν τη θέση σχετικά των εναγομένων, και αυτός έδωσε κάποιες απαντήσεις εκφράζοντας τη δική του αντίστοιχη θέση. Το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του είναι αρκούντος διαφωτιστικό σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα: «Ε. Το υπόγραψαν το τεκμήριο 4 επειδή θα υπόγραφαν επίσημα έγγραφα τα οποία θα ετοίμαζαν οι δικηγόροι, που είναι το τεκμήριο
  18. Γι΄ αυτό το λόγο. Α. Όχι, το τεκμήριο 15 στάληκε κοντά τους, αλλά επειδή κάμαμε το χαρτί το άλλο δεν χρειάζετουν να κάμουμε και πωλητήρια έγγραφα. Το χαρτί που υπογράψαμε είναι καλό και οριστικό. ...... Ε. Κύριε, εγώ σου λέγω ότι το τεκμήριο 4 ήταν μια προκαταρκτική και υπό όρους συμφωνία η οποία δεν θα είχε καμιά αξία αν δεν υπογράφονταν επίσημα έγγραφα τα οποία θα ετοίμαζαν οι δικηγόροι σας. Α. Εγώ λέγω ότι ήταν μια οριστική συμφωνία. ......». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ερωτηθείς ο ενάγοντας σχετικά, συμφώνησε ότι για να γνώριζαν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά το χρόνο που υπογράφηκε το πρακτικό, τεκμήριο 4, θα έπρεπε να είχαν ετοιμαστεί λογαριασμοί μέχρι το χρόνο εκείνο. Όμως, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει θετικά αν όντως είχαν ετοιμαστεί τέτοιοι λογαριασμοί. Δεν γνώριζε, όπως δήλωσε, αν είχαν ετοιμαστεί ακόμα και οι λογαριασμοί για το αμέσως προηγούμενο έτος
  19. Όμως, στη συνέχεια απέρριψε τη θέση, η οποία του υποβλήθηκε, ότι οι συζητήσεις του με τους άλλους μετόχους για κατάληξη σε συμφωνία συνεχίστηκαν και μετά την υπογραφή του πρακτικού τεκμήριο
  20. Στη συνέχεια ερωτηθείς ο ενάγοντας σε σχέση με τον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι οι εργασίες της εταιρείας είχαν μεταφερθεί στην εταιρεία των εναγομένων από την 1.1.2005 δήλωσε ότι αυτό είχε συμβεί χωρίς τη συγκατάθεση του. Ενώ ακολούθως, απαντώντας σε άλλη ερώτηση, ανάφερε ότι θεωρούσε την πληρωμή προς αυτόν του ποσού των £1.738,10 ως αρκετή εξασφάλιση ότι οι εναγόμενοι θα τηρούσαν τη συμφωνία και δεν επέμενε να του παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση. Την οποία, όπως ανάφερε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, είχε ζητήσει για το λόγο ότι οι εναγόμενοι είχαν μεταφέρει τις εργασίες της εταιρείας στη δική τους εταιρεία. Η άλλη μάρτυρας των εναγόντων, κα Βασούλα Φιλιαστίδου, επιχείρησε με τη μαρτυρία της να αποδείξει την ύπαρξη στους λογαριασμούς της εταιρείας για τα έτη 2003 και 2004, τεκμήρια 10 και 11 αντίστοιχα, των ποσών τα οποία, κατ΄ ισχυρισμό, οι εναγόμενοι συμφώνησαν να πληρώσουν είτε στην ενάγουσα εταιρεία είτε στον ενάγοντα. Η εμπλοκή και η γνώση της όσον αφορά τα θέματα αυτά οικονομικής φύσεως φέρεται να στηρίζεται στο ότι αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο ενεργούσε ως λογίστρια και των δύο εταιρειών που είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Στη θέση της δε αυτή, όσον αφορά την πιο πάνω ιδιότητα της, επέμενε η μάρτυρας και κατά την αντεξέταση της, παρά την υποβολή που της έγινε για το αντίθετο. Ενώ επέμενε, επίσης, ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του το ποσό των £14.520 το οποίο αξιώνει η ενάγουσα αποτελεί αμοιβή της ιδίας για λογιστικές υπηρεσίες τις οποίες είχε προσφέρει προς την εταιρεία. Τέλος, η μάρτυρας δήλωσε ότι τα όσα ανάφερε σε σχέση με τη σύναψη της συμφωνίας την οποία ο ενάγοντας, σύζυγος της, επικαλέστηκε, ήσαν προϊόν πληροφόρησης την οποία είχε λάβει από τον ίδιο. Τη θέση γενικά των εναγομένων για όλα τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή και ειδικότερα για το πλέον επίμαχο, τη σύναψη ή μη της συμφωνίας η οποία αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, έθεσε με τη μαρτυρία του ο εναγόμενος 2 Ανδρέας Φιλίππου. Βασικά, ισχυρίστηκε ότι μετά την υπογραφή του εγγράφου, τεκμήριο 4, οι συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους για εξεύρεση της αξίας της εταιρείας δεν κατέληξαν σε οριστική συμφωνία για εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα σ΄ αυτήν. Κατά συνέπεια αρνήθηκαν να υπογράψουν και το κείμενο συμφωνίας, τεκμήριο
  21. Όσον αφορά το έγγραφο, τεκμήριο 4, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος το υπέγραψε στην απουσία των υπολοίπων εναγομένων για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση εξαρτημάτων από πηγές που γνώριζε ο ενάγοντας ώστε να συνέχιζε τη λειτουργία της η εταιρεία. Το οποίο, όπως συμπλήρωσε, συνέβηκε μέχρι το Μάϊο ή τον Ιούνιο του
  22. Αναφερθείς ο εναγόμενος 2 και στον εναγόμενο 4 Κώστα Κουρτέλλα, ισχυρίστηκε ότι αυτός ήταν πάντοτε αρνητικός στη σύναψη οποιασδήποτε τέτοιας συμφωνίας θεωρώντας ότι αυτοί, δηλαδή οι εναγόμενοι, είχαν στην πραγματικότητα δημιουργήσει την εταιρεία. Τις θέσεις ανωτέρω διατύπωσε ο εναγόμενος 2 κατά την κυρίως εξέταση του και βασικά επέμενε σ΄ αυτές και κατά την αντεξέταση, χωρίς να προσθέσει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την επίμαχη αυτή πτυχή. Ως μάρτυρας για την υπεράσπιση κατέθεσε και ο εναγόμενος 4 Κώστας Κουρτέλλας. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στις διαπραγματεύσεις οι οποίες είχαν γίνει για την εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα στην εταιρεία. Όπως δε πρόσθεσε, ουδέποτε συμφώνησε σε οτιδήποτε, και είτε προφορικώς είτε γραπτώς, από αυτά που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Όσον αφορά την υπογραφή του στο πρακτικό, τεκμήριο 4, ισχυρίστηκε ότι δεν την έθεσε αυτός και ούτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να υπογράψει για λογαριασμό του. Και συμπλήρωσε ότι η υπογραφή η οποία υπάρχει στο εν λόγω έγγραφο έναντι του ονόματος του είναι πλαστογραφημένη και ότι ανάθεσε σε κάποιο ειδικό να εξετάσει το θέμα αυτό. Το εξέτασε ο εμπειρογνώμονας γραφολόγος κ. Ανδρέας Παναγιώτου, του οποίου τα συμπεράσματα και η μαρτυρία φέρεται να επιβεβαιώνουν τη θέση ανωτέρω του εναγομένου
  23. Το βασικό, λοιπόν, ζήτημα το οποία εγείρεται προς εξέταση στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο συνομολογήθηκε ή όχι κάποια συμφωνία στην οποία οι ενάγοντες να μπορούν να βασιστούν για τις διάφορες χρηματικές απαιτήσεις που προβάλλουν εναντίον των εναγομένων, και η οποία, βεβαίως, είναι δεόντως δικογραφημένη. Τα θέματα αυτά συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, όπως θα φανεί στη συνέχεια, εν όψει και της σχετικής μαρτυρίας η οποία έχει προσαχθεί από την πλευρά των εναγόντων. Επομένως, προς το σκοπό ανωτέρω θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί τι αναφέρεται σχετικά στην έκθεση απαιτήσεως. Εφόσον δε γίνεται αναφορά σ΄ αυτή σε συμφωνία, θα πρέπει οπωσδήποτε να καθορίζεται αν η συμφωνία αυτή είναι γραπτή ή προφορική και επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της στο βαθμό που ενδιαφέρει για σκοπούς της αγωγής, (βλ. Pleadings Principles and Practice των Jacob and Goldrein, 1990). Στην προκειμένη περίπτωση η εντελώς πρώτη παράγραφος του εν λόγω δικογράφου, μέρος της παραγράφου 1, είναι πολύ σαφής ως προς την εν λόγω πτυχή. Αναφέρει ότι «Δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων .. συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα.» Στη συνέχεια, πρόσθετα με την αναφορά που γίνεται σε διάφορα ποσά, παρατίθενται υπό μορφή λεπτομερειών και κάποια γεγονότα τα οποία καθορίζουν τη νομική φύση της απαίτησης για το καθένα από αυτά. Οι λεπτομέρειες αυτές έχουν ήδη επισημανθεί και αναφερθεί προηγουμένως. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την προαναφερθείσα πτυχή το πρώτο που διαπιστώνεται από το πιο πάνω απόσπασμα είναι ότι οι ενάγοντες επικαλούνται τη σύναψη προφορικής συμφωνίας. Το δεύτερο, είναι ότι συμβαλλόμενοι σ΄ αυτήν ήσαν όλοι οι διάδικοι, δηλαδή οι δύο εναγόντες από τη μια πλευρά και οι τέσσερις εναγόμενοι από την άλλη πλευρά. Στη συνέχεια, αναφέρεται στην ίδια παράγραφο ότι η εν λόγω συμφωνία επιβεβαιώθηκε «από πρακτικό έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ημερ. 3.2.2001 της εναγομένης 1 της οποίας όλοι οι διάδικοι ήσαν μέτοχοι.». Κατ΄ αρχάς, να σημειωθεί εδώ ότι στο τελευταίο πιο πάνω απόσπασμα υπάρχουν δύο ανακρίβειες οι οποίες όμως μπορούν να αγνοηθούν αφού έτσι δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην υπόθεση των εναγομένων ενώ δεν υπάρχει και οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς τα ακριβή γεγονότα όσον αφορά τα δύο αυτά θέματα. Η πρώτη είναι ως προς το έτος που πραγματοποιήθηκε η έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας. Από τη μαρτυρία γενικά αλλά και ειδικά από το ίδιο το πρακτικό το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε τεκμήριο 4, είναι πρόδηλο ότι αυτή πραγματοποιήθηκε το 2005 και όχι το
  24. Η δεύτερη ανακρίβεια εξαλείφεται με τη διευκρίνιση ότι είναι μόνο τα φυσικά πρόσωπα τα οποία εμφανίζονται ως διάδικοι στην παρούσα αγωγή που ήσαν, και εξακολουθούν να είναι, μέτοχοι στην εταιρεία, και όχι και οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο. Προκύπτει και αυτό ως κοινός τόπος από τη μαρτυρία αλλά και από το ιδρυτικό της εταιρείας, τεκμήριο
  25. Περαιτέρω, σχετικοί προς το σκοπό επιβεβαίωσης της δικογραφημένης θέσης, ανωτέρω, των εναγόντων όσον αφορά το υπό εξέταση θέμα είναι και κάποιοι ισχυρισμοί στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαιτήσεως. Αναφέρεται εκεί ότι «Η εν λόγω συμφωνία ενώ αρχικά ήτο υποκείμενη σε έγγραφο (subject to contract) περί την 15.2.2003 επιβεβαιώθηκε τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε ως ανωτέρω και κατέστη τελική οριστική και δεσμευτική ...». Κατ΄ αρχάς, επισημαίνεται ότι στο πιο πάνω απόσπασμα επιβεβαιώνεται με τον πλέον σαφή τρόπο ότι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες συμφωνία έγινε προφορικά και μάλιστα σε άγνωστο χρόνο αφού δεν αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με το θέμα αυτό, και οπωσδήποτε πριν από την έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3.2.
  26. Ενώ, πρόσθετα, δεν εθεωρείτο, τότε ακόμα, ότι η συμφωνία εκείνη ήταν οριστική και δεσμευτική για τα μέρη αφού «ήτο υποκείμενη σε έγγραφο». Ενώ από το λεκτικό που συγκεκριμένα χρησιμοποιείται, μπορεί επίσης εύλογα να συναχθεί ότι η εν λόγω συμφωνία, αν όντως συνομολογήθηκε, παρέμεινε πάντοτε προφορική με δεδομένο ότι πουθενά δεν αναφέρεται στο εν λόγω δικόγραφο ότι αυτή αντικαταστάθηκε από γραπτή συμφωνία. Τη θέση αυτή υποστήριξε με ιδιαίτερη έμφαση στην αγόρευση του και ο συνήγορος των εναγόντων, εισηγούμενος όμως περαιτέρω ότι η προφορική συμφωνία την οποία συνήψαν μεταξύ τους τα μέρη ήταν τελική και κατά συνέπεια δεσμευτική γι΄ αυτά. Στο ίδιο πιο πάνω απόσπασμα γίνεται επίσης παραπομπή σε προηγούμενες, δικογραφημένες, δήθεν, αναφορές για τροποποίηση και συμπλήρωση της εν λόγω ισχυριζόμενης συμφωνίας. Όμως, στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαιτήσεως δεν αναφέρεται να συνέβηκε ποτέ κάτι τέτοιο. Υπάρχει μόνο η αναφορά στην αρχή της εν λόγω παραγράφου ότι η σύναψη της προφορικής συμφωνίας επιβεβαιώθηκε με το πρακτικό της έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 3.2.
  27. Θα επανέλθω στο θέμα της επιβεβαίωσης και στη σημασία της όπως επίσης και του πρακτικού που τηρήθηκε κατά την εν λόγω συνέλευση της 3.2.2005 σε μεταγενέστερο στάδιο. Παραμένοντας στο θέμα του εν λόγω ισχυρισμού στην έκθεση απαιτήσεως, η αναζήτηση στη μαρτυρία του ενάγοντα θα πρέπει να επικεντρωθεί στη διαπίστωση συνομολόγησης μιας τέτοιας προφορικής συμφωνίας. Έχοντας διεξέλθει την εν λόγω μαρτυρία με προσοχή, πουθενά σ΄ αυτή δεν απαντάται τέτοια αναφορά. Ούτε καν υποψία δεν αφήνεται με τα όσα ο ενάγοντας έχει αναφέρει ενόρκως για τη συνομολόγηση μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων τελικής προφορικής συμφωνίας. Αναφέρθηκε μόνο σε συζητήσεις που είχαν μεταξύ τους οι μέτοχοι της εταιρείας και γενικά ότι κατέληξαν σε συμφωνία για εξαγορά των μετοχών του έναντι του ποσού των £73.000, και για την ανάληψη από τους εναγομένους κάποιων υποχρεώσεων, παραπέμποντας στους λογαριασμούς της εταιρείας για το 2004, τεκμήριο 11, σε σχέση με την προέλευση και το ύψος των ποσών που αυτές αφορούσαν. Για να συμπληρώσει, όμως, στη συνέχεια διατυπώνοντας ευθαρσώς τη θέση πως ό,τι είχε συζητήσει σε σχέση με τα πιο πάνω θέματα με τους εναγομένους οριστικοποιήθηκε γραπτώς, παραπέμποντας, αυτή τη φορά, στο πρακτικό, τεκμήριο
  28. Επομένως, η καθ΄ όλα σαφής θέση του ενάγοντα επί του προκειμένου είναι ότι το έγγραφο αυτό αποτελεί την τελική συμφωνία μεταξύ του και των εναγομένων 2, 3 και 4, αφήνοντας συγχρόνως εκτός της συμφωνίας τις δύο διάδικους εταιρείες. Και αυτό αντίθετα προς την προαναφερθείσα δικογραφημένη θέση του που τις θέλει να είναι και αυτές συμβαλλόμενα μέρη στην, κατ΄ ισχυρισμό, προφορική συμφωνία η οποία φέρεται να συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων. Το απόσπασμα, ανωτέρω, από τη μαρτυρία του ενάγοντα είναι ενδεικτικό της αντίληψης του ότι η συμφωνία η οποία είχε τελικώς συναφθεί και δέσμευε τα μέρη ήταν γραπτή. Και επειδή ο ενάγοντας δεν είναι ο ίδιος νομικός επισημαίνεται ότι η εν λόγω θέση του διατυπώθηκε και στην επιστολή ημερομηνίας 29.3.2005, τεκμήριο 9, την οποία συνέταξε ο δικηγόρος του, προφανώς στη βάση οδηγιών του. Όμως, η πιο πάνω θέση και εκδοχή του ενάγοντα για σύναψη με όλους τους εναγομένους, περιλαμβανομένης και της εταιρείας, γραπτής συμφωνίας, δεν είναι δικογραφημένη. Όπως δε επισημαίνεται στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππας

(1991)1 Α.Α.Δ. 24, στη σελίδα 28: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση, όπου υπάρχει.» Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατό στην προκειμένη περίπτωση να ληφθεί υπόψη η πιο πάνω θέση του ενάγοντα την οποία έχει προβάλει με τη μαρτυρία του ενώ ο δικογραφημένος ισχυρισμός στην έκθεση απαιτήσεως για σύναψη προφορικής συμφωνίας, στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας η οποία να τον αποδεικνύει, παραμένει μετέωρος. Στο σημείο αυτό θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στην παράγραφο 4 της εκθέσεως απαιτήσεως επιχειρείται να τεθεί η αξίωση των εναγόντων για τα ποσά των £14.520 και £5.300 πάνω σε κάποιες άλλες διαζευκτικές βάσεις. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά ότι αυτά αφορούν οφειλές για υπηρεσίες τις οποίες οι ενάγοντες πρόσφεραν στους εναγομένους ή και δυνάμει των αρχών του άδικου πλουτισμού (money had and received). Όμως, δεν υπάρχει στη μαρτυρία οποιαδήποτε αναφορά σε υπηρεσίες τις οποίες οι ενάγοντες πρόσφεραν στους εναγομένους, και μάλιστα, όπως είναι διατυπωμένος ο σχετικός ισχυρισμός χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε διάκριση, η αμοιβή για τις οποίες να ανέρχετο στα προαναφερθέντα δύο ποσά. Όπως δε έχουν οι εν λόγω ισχυρισμοί, έρχονται και σε πλήρη αντίθεση με τους ισχυρισμούς στην παράγραφο 1, όπου διακρίνονται μεταξύ τους οι διάφορες απαιτήσεις του ενάγοντα και της ενάγουσας καθώς επίσης και ως προς εναντίον ποιού εναγομένου αυτές στρέφονται. Εν όψει της πιο πάνω παρατήρησης δε θεωρείται αναγκαία η περαιτέρω ενασχόληση με το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης απαιτήσεως. Επανερχόμενος στο θέμα που αφορά στο πρακτικό, τεκμήριο 4, είναι γεγονός ότι αυτό σχεδόν μονοπώλησε το ενδιαφέρον και ειδικά της πλευράς των εναγομένων. Εξέλαβαν ότι το περιεχόμενο του θα μπορούσε στο τέλος να θεωρηθεί ότι αποτελεί τη συμφωνία των μερών. Τη θέση αυτή υποστήριξε κατά την αγόρευση του και ο συνήγορος των εναγομένων με αναφορά και σε διάφορους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η εν λόγω γραπτή συμφωνία ήτο άκυρη. Σχετικά με τη πτυχή αυτή και ειδικά προς το σκοπό να καταδειχθεί η μη εγκυρότητα της εν λόγω συμφωνίας, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ήταν λόγω πιεστικής ανάγκης για εξασφάλιση εξαρτημάτων ώστε να συνεχίσουν απρόσκοπτα τις εργασίες της εταιρείας που έθεσε, στην απουσία των υπολοίπων εναγομένων, την υπογραφή του σ΄ αυτό. Ενώ ο εναγόμενος 4 ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή του στο εν λόγω έγγραφο είναι προϊόν πλαστογραφίας. Για να το αποδείξει αυτό προσέφερε τη μαρτυρία ειδικού γραφολόγου. Όσο για τον εναγόμενο 3, αυτός δεν προσήλθε ως μάρτυρας στη δίκη. Για σκοπούς της συζήτησης που θα ακολουθήσει είναι χρήσιμο να παρατεθεί αυτούσιο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, τεκμήριο 4: «ΕΚΤΑΚΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ TRANSTEAM LIMITED Έγινε σήμερα στις 3 Φεβρουαρίου 2005 στα γραφεία της εταιρείας. Παρόντες Σοφοκλής Φιλιαστίδης Αντρέας Φιλίππου Πανίκος Κουρτέλας Κώστας Κουρτέλας Αποφάσεις 1. Αποφασίστηκε όπως το ποσό των £14520,00 που οφείλει η εταιρεία προς την SP Consultancy Ltd. (εταιρεία που ανήκει στο Σοφοκλή Φιλιαστίδη), ως επίσης το ποσό των £5300,00 που οφείλει η εταιρεία στο Σοφοκλή Φιλιαστίδη κατά τις 31 Δεκεμβρίου 2004, εξοφληθούν στο ακέραιο πριν τις 31 Μαρτίου 2005. 2. Αποφασίστηκε και συμφώνησαν όλοι οι μέτοχοι της εταιρείας όπως αγοραστούν οι μετοχές του Σοφοκλή Φιλιαστίδη από τους υπόλοιπους μετόχους της εταιρείας (κατά ίση αναλογία) προς £73000,00 (εβδομήντα τρείς χιλιάδες λίρες Κύπρου) και η πληρωμή να γίνει μέσο 42 ίσων μηνιαίων δόσεων των £1738,10 με την πρώτη δόση στις 15 Φεβρουαρίου 2005. 3. Αποφασίστηκε όπως εξοφληθεί το δάνειο της εταιρείας στην ΣΠΕ Αλάμπρας το οποίο είναι στο όνομα του Σοφοκλή Φιλιαστίδη καθώς επίσης η αποδέσμευση των προσωπικών εγγυήσεων του Σοφοκλή Φιλιαστίδη στις τράπεζες ΣΠΕ Αλάμπρας και Άλφα πριν τις 15 Φεβρουαρίου 2005. Επίσημα έγγραφα καθώς και η εγγύηση της παραπάνω συμφωνίας θα διευθετηθεί μέσω των δικηγόρων των συμβαλλομένων στις αμέσως επόμενες μέρες και πριν τις 15 Φεβρουαρίου 2005. ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ 1. ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΦΙΛΙΑΣΤΙΔΗΣ 2. ΑΝΤΡΕΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ 3. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΠΑΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΣ » Ας σημειωθεί ότι η ημερομηνία "15 Φεβρουαρίου 2005" όπου εμφανίζεται στην παράγραφο 3 και στην τελευταία χωρίς αρίθμηση παράγραφο του πιο πάνω πρακτικού, διαγράφηκε και αντικαταστάθηκε χειρόγραφα με την ημερομηνία "1η Μαρτίου" του ίδιου έτους. Το περιεχόμενο του εγγράφου, τεκμήριο 4, όπως εκτίθεται πιο πάνω, δικαιολογεί πλήρως την περιγραφή του στην έκθεση απαιτήσεως ως πρακτικού εταιρείας το οποίο τηρήθηκε κατά τη διάρκεια γενικής συνέλευσης των μελών της. Απαιτείται η τήρηση τέτοιου πρακτικού από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, στο άρθρο 139
(1)και αυτό φαίνεται ότι είχε συμβεί στην προκειμένη περίπτωση με το πρακτικό, τεκμήριο
  1. Σ΄ αυτό δε αποτυπώνονται οι αποφάσεις, όπως αναφέρεται ρητώς, που έλαβε η εταιρεία, μάλιστα ομόφωνα αφού φέρεται να "συμφώνησαν όλοι οι μέτοχοι της" (παράγραφος 2), κατά την εν λόγω έκτακτη γενική συνέλευση. Το γεγονός ότι μπορεί να το υπέγραψαν όλοι οι μέτοχοι είτε υπό την ιδιότητα τους αυτή είτε υπό άλλη ιδιότητα - ο εναγόμενος 3 υπέγραψε ως γραμματέας της εταιρείας - δε διαφοροποιεί ποσώς τη φύση του εν λόγω εγγράφου ως πρακτικό. Αντίθετα, ενισχύει το γεγονός αυτό αφού, μάλιστα, σύμφωνα με το άρθρο 61Α του καταστατικού της εταιρείας, τεκμήριο 3, σε περίπτωση που δε συγκαλείται κανονικά γενική συνέλευση, γραπτή απόφαση υπογραμμένη από όλα τα μέλη της θα είναι ισχυρή και αποτελεσματική. Εννοείται, βέβαια, απόφαση της εταιρείας αποτυπωμένη στο πρακτικό. Εδώ θα μπορούσε να υπάρξει αυτή η ανάγκη, για επίκληση του άρθρου 61Α, αφού οι εναγόμενοι 2 και 4 ισχυρίστηκαν ότι δεν έλαβε χώρα στην πραγματικότητα η έκτακτη γενική συνέλευση που αναφέρεται στο πρακτικό, τεκμήριο
  2. Και προφανώς για αντιμετώπιση ενός τέτοιου ενδεχόμενου είχε γίνει μέριμνα και λήφθησαν όλων οι υπογραφές, κατά την εκδοχή του ενάγοντα, ώστε να παρείχετο στο πρακτικό και η κάλυψη της πρόνοιας του άρθρου 61Α, ανωτέρω, εν πάση περιπτώσει, αν και τελικώς δεν έγινε επίκληση του. Επομένως, και αν ακόμα θα μπορούσε να πληρωθεί το κενό της απουσίας αναφοράς στην έκθεση απαιτήσεως σε γραπτή συμφωνία, πράγμα αδύνατο πλέον στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, πασιφανώς το πρακτικό, τεκμήριο 4, δεν αποτελεί τέτοια συμφωνία. Ενώ, πρόσθετα, διαπιστώνεται συναφώς ότι το έγγραφο αυτό δεν υπογράφεται και από την ενάγουσα εταιρεία. Ακριβώς, επειδή αποτελεί πρακτικό έκτακτης γενικής συνέλευσης της εναγομένης εταιρείας (της εταιρείας). Περαιτέρω, δε διαπιστώνεται και η συνομολόγηση μεταξύ όλων των διαδίκων προφορικής συμφωνίας, όπως είναι ο δικογραφημένος ισχυρισμός των εναγόντων. Όπως διαπιστώθηκε ήδη απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό, με τη μαρτυρία του, ο ενάγοντας. Επομένως, για τους πιο πάνω λόγους, αναπόφευκτα η αγωγή των εναγόντων οδηγείται σε αποτυχία. Όμως, υπάρχει ακόμα ένας λόγος για τον οποίο η αγωγή θα πρέπει να αποτύχει. Διαπιστώνεται μέσα από τη μαρτυρία. Ό,τι δε συζητείται στη συνέχεια έχει παρατεθεί πιο πάνω και βασικά προέρχεται από τον ενάγοντα ή αποτελεί μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε. Κατ΄ αρχάς, παρατηρείται ότι μια συμφωνία δυνατό να αποδειχθεί είτε με προφορική είτε με γραπτή μαρτυρία, με την αναφορά η οποία γίνεται σ΄ αυτήν από τέτοια μαρτυρία. Η τελευταία περίπτωση είναι όπου υπάρχει αναφορά σε έγγραφο στη συνομολόγηση κάποιας συμφωνίας και η αναφορά αυτή είναι ικανή να αποδείξει τόσο το γεγονός της σύναψης της όσο και το περιεχόμενο της. Βέβαια, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η συνομολόγηση της εν λόγω προφορικής συμφωνίας να έχει προηγηθεί χρονικά έστω και κατ' ελάχιστο της σύνταξης του εγγράφου το οποίο κάνει αναφορά σ΄ αυτή. Τότε η αναφορά η οποία γίνεται σχετικά στο μεταγενέστερο έγγραφο εφόσον γίνεται αποδεκτή ως αληθής, θεωρείται ότι επιβεβαιώνει, αναλόγως του περιεχομένου της, εν όλω ή εν μέρει την προφορική συμφωνία. Δεν μπορεί τελεολογικά να έχουν άλλη έννοια οι λέξεις «επιβεβαίωση» και «επιβεβαιώνει» όταν χρησιμοποιούνται όπως στην προκειμένη περίπτωση. Όμως, σαφώς, με τις αποφάσεις οι οποίες φέρεται να ελήφθησαν από τους μετόχους της εταιρείας στις 3.2.2005 κατά την έκτακτη γενική συνέλευση της δεν επιχειρείται κάτι τέτοιο, ήτοι οποιαδήποτε δήλωση επιβεβαίωσης προηγούμενης προφορικής συμφωνίας. Δεν αναφέρεται στο πρακτικό, τεκμήριο 4, να είχε συναφθεί προηγουμένως τέτοια συμφωνία μεταξύ των μετόχων της εταιρείας καθώς επίσης των λοιπών φερόμενων ως συμβαλλομένων μερών, δηλαδή τις δύο διάδικους εταιρείες. Αυτό που στην πραγματικότητα συνέβηκε ήταν ότι, ομοφωνούντων των μετόχων, ελήφθησαν από την εταιρεία κάποιες αποφάσεις οι οποίες θα συναποτελούσαν τους όρους γραπτής συμφωνίας η οποία, όπως αναφέρεται ρητά στην τελευταία παράγραφο του εν λόγω πρακτικού θα διευθετείτο, όπως και η εγγύηση η οποία θα παραχωρείτο σε σχέση με αυτή, από τους δικηγόρους των συμβαλλομένων μερών κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες. Και επειδή, προφανώς, το πρακτικό υπογράφηκε, έστω από όσους δεν έχουν αμφισβητήσει τις υπογραφές τους, στις 15.2.2005 ή δύο με τρεις μέρες πιο πριν, μετατέθηκε το χρονικό ορόσημα της 15.2.2005, για υλοποίηση κάποιων όρων που θα περιλαμβάνονταν σ΄ αυτή, στις 1.3.2005 ώστε να δίδετο ο αναγκαίος χρόνος για το σκοπό αυτό αλλά και για την ετοιμασία προηγουμένως του σχετικού συμφωνητικού εγγράφου. Όταν στη συνέχεια το έγγραφο αυτό ετοιμάστηκε, και υπενθυμίζεται ότι είναι το έγγραφο, τεκμήριο 15, στους όρους του οποίου αναλύονται με αρκετή λεπτομέρεια οι αποφάσεις που καταγράφονται στο πρακτικό της εταιρείας τεκμήριο 4, σύμφωνα με τον ενάγοντα απεστάλη στους εναγομένους κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες, ήτοι μετά την υπογραφή του πρακτικού, τεκμήριο
  3. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι το έγγραφο, τεκμήριο 15, τελικά δεν υπογράφηκε. Το γεγονός δε αυτό, εν όψει και των όσων διαπιστώνονται προηγουμένως με αναφορά στη τελευταία, χωρίς αρίθμηση, παράγραφο του πρακτικού, τεκμήριο 4, αποτελεί ισχυρή απόδειξη ότι, τελικώς, οι διάδικοι δε συνήψαν μεταξύ τους οποιαδήποτε οριστική συμφωνία είτε γραπτή αλλά είτε και προφορική για τα θέματα στα οποία αφορά η απαίτηση των εναγόντων. Έπειτα, όπως ο ενάγοντας έχει βασικά παραδεχθεί, κατά το χρόνο που υπεγράφη το πρακτικό, τεκμήριο 4, γύρω στις 15.2.2005 δεν ήταν γνωστή ακόμα στους μετόχους η οικονομική κατάσταση της εταιρείας μέχρι το χρόνο εκείνο. Ενώ δεν γνώριζε αν είχαν οριστικοποιηθεί τότε ακόμα και οι λογαριασμοί της εταιρείας για το προηγούμενο έτος
  4. Μια επιστολή των ελεγκτών της εταιρείας, τεκμήριο 13, φέρεται να είχε κοινοποιήσει τους λογαριασμούς για το εν λόγω έτος στον εναγόμενο 2 όχι πιο νωρίς από τις 4.5.
  5. Όπως δε ο ενάγοντας έχει επίσης παραδεχθεί, η γνώση όλων των εμπλεκομένων όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της εταιρείας ήταν αναγκαία για τη διαπίστωση της αξίας της μετοχής της. Επομένως, αφού δεν είχαν στη διάθεση τους τα εν λόγω πολύ σημαντικά οικονομικά στοιχεία, είναι λογικό πως δεν είχαν καταλήξει σε οριστική συμφωνία σε σχέση με τον πιο σημαντικό τομέα των συζητήσεων τους, ήτοι την εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα από τους υπόλοιπους μετόχους της εταιρείας. Επομένως, είναι προφανές ότι η πληρωμή του ποσού των £1.738,10 έγινε με την προοπτική ότι τελικώς θα κατέληγαν σε οριστική συμφωνία για το ποσό των £73.000 με την υπογραφή του εγγράφου, τεκμήριο
  6. Περαιτέρω, ακόμα και η ισχυρισθείσα από τον ενάγοντα μεταφορά των εργασιών της εταιρείας στην εταιρεία των εναγομένων A.P.K. Garage Ltd, μάλιστα από τις αρχές Ιανουαρίου 2005, όπως φαίνεται να μαρτυρεί και η κατάσταση τιμολογίων της εν λόγω εταιρείας, τεκμήριο 12, δεν οδηγεί χωρίς άλλο στο συμπέρασμα ότι οι διάδικοι είχαν καταλήξει μεταξύ τους σε συμφωνία, όπως ο ενάγοντας ισχυρίστηκε. Άλλωστε, όπως ο ίδιος επίσης ισχυρίστηκε, αυτό είχε συμβεί χωρίς τη συγκατάθεση του και ως εκ τούτου απαιτούσε από τους εναγομένους 2, 3 και 4 να του παραχωρήσουν τραπεζική εγγύηση, ως μέρος της όλης συμφωνίας, προφανώς για διασφάλιση της εφαρμογής της από τους τελευταίους. Συνεπώς, δεν ήταν στο πλαίσιο οποιασδήποτε συμφωνίας που έγινε η εν λόγω μεταφορά και άρα δεν μπορεί να την επικαλείται ο ενάγοντας ως απόδειξη για τη σύναψη και έναρξη υλοποίησης τέτοιας συμφωνίας. Πολύ περισσότερο, όταν το αντικείμενο της συζήτησης τους δεν ήταν η εξαγορά της επιχείρησης της εταιρείας από άλλη εταιρεία αλλά η εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα από τους εναγομένους 2, 3, και
  7. Εδώ να σημειωθεί ότι δεν προβάλλεται απαίτηση για ιδιοποίηση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας οπότε σε τέτοια περίπτωση πιθανόν να έπρεπε να ήταν και αυτή ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και όχι εναγόμενη όπως τώρα συμβαίνει. Η οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με τις λοιπές υποχρεώσεις τις οποίες θα αναλάμβαναν η εταιρεία και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 ως οι μόνοι πλέον μέτοχοι της, θα ήταν απότοκο της κατάληξης σε σχέση με την εξαγορά των μετοχών του ενάγοντα. Όπως προκύπτει από το κείμενο συμφωνίας, τεκμήριο 15, θα επρόκειτο για μια ενιαία συμφωνία στην οποία θα περιλαμβάνονταν όλες οι πτυχές επί των οποίων συζητούσαν οι διάδικοι. Μάλιστα, δεδομένου του πρακτικού, τεκμήριο 4, στο οποίο καταγράφονται οι αποφάσεις της εταιρείας, το ύψος των διαφόρων ποσών τα οποία θα περιλαμβάνονταν στη συμφωνία για να αναλαμβάνονταν από την εταιρεία και τους εναγομένους 2, 3 και 4 προφανώς δεν ήσαν υπό αμφισβήτηση, τουλάχιστο από όσους δεν αμφισβήτησαν την υπογραφή τους. Βέβαια, η αναγνώριση τους στην προκειμένη περίπτωση, με το εν λόγω πρακτικό, έγινε αποκλειστικά και μόνο από την εταιρεία και, όπως προβλέπεται ρητώς σ΄ αυτό, θα ήταν αντικείμενο της συμφωνίας την οποία θα υπέγραφαν όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Τότε και μόνο θα αναγνωρίζονταν ως οφειλόμενα τα συγκεκριμένα εκείνα ποσά και από τους εναγομένους 2, 3 και 4, το οποίο όμως δε συνέβηκε ποτέ. Ως εκ τούτου δε χρειάζεται να εξεταστεί περαιτέρω και να αξιολογηθεί η σχετική με την πιο πάνω πτυχή μαρτυρία της κας Βασούλας Φιλιαστίδου. Στο σημείο αυτό να παρατηρήσω επίσης ότι μετά την πιο πάνω κατάληξη και για τους λόγους που έχουν συζητηθεί και διαπιστωθεί, δεν είναι πλέον αναγκαία η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας και του γραφολόγου κ. Ανδρέα Παναγιώτου, ή ακόμα και αυτή του εναγομένου 4 Κώστα Κουρτέλλα σε σχέση με την ίδια πτυχή, δηλαδή τον ισχυρισμό για πλαστογράφηση της υπογραφής του στο πρακτικό, τεκμήριο
  8. Κάτι τέτοιο θα ήταν αναγκαίο να γίνει αν διαπιστώνετο ότι το πρακτικό της εταιρείας, τεκμήριο 4, αποτελούσε τη συμφωνία των μερών ή την γραπτή επιβεβαίωση από τους εναγομένους 2, 3 και 4 μιας προηγηθείσας προφορικής συμφωνίας. Ήταν δε η αντίληψη αυτή από την πλευρά της υπεράσπισης, η οποία όμως έχει διαψευσθεί, που ώθησε στην προσφορά της πιο πάνω μαρτυρίας και η οποία τελικώς απεδείχθη αχρείαστη. Ενώ αχρείαστη τελικώς, για τον ίδιο λόγο ανωτέρω, είναι και η απόδοση οποιασδήποτε των θεραπειών τις οποίες οι εναγόμενοι ανταπαιτούν αναφορικά με την εγκυρότητα ή μη του πρακτικού, τεκμήριο
  9. Πόσο μάλλον αφού η διαπίστωση για μη σύναψη οποιασδήποτε συμφωνίας επικύρωσε την υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Τέλος, εν όψει της κατάληξης ανωτέρω, ότι δε συνομολογήθηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.