← Κύπρος

SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD ν. NS- BULGARIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 580/08, 2 Φεβρουαρίου, 2011

SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD ν. NS- BULGARIA LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 580/08, 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου,Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 580/08 Μεταξύ: SIDDHANT INDUSTRIES PRIVATE LTD, από την Ινδία Ενάγουσας και

  1. NS- BULGARIA LTD
  2. KUM EXPORT (OVERSEAS) CO LTD
  3. BOBAN POPOVIC
  4. ANDREEVA GALINA Εναγόμενων ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Παύλου για κ. Παπαντωνίου Για Εναγόμενους 1-4: κ. BOBAN POPOVIC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξιώνει από τους Εναγόμενους ποσό $122.976-, το οποίο, κατ' ισχυρισμό, αποσπάστηκε με δόλο ή και με ψευδείς παραστάσεις. Επίσης, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για την παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, παραδειγματικές αποζημιώσεις καθώς και αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων. Το Δικαστήριο, κατά την ανάγνωση των δικογράφων για σκοπούς της ακρόασης, διαπίστωσε ότι θα έπρεπε να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας, έθεσε και στις δυο πλευρές το θέμα της δικαιοδοσίας και τους ζήτησε να αγορεύσουν επί του θέματος αυτού. Ο κ. Παύλου αγορεύοντας εκ μέρους του κ. Παπαντωνίου ενώπιον του Δικαστηρίου, ανέφερε ότι ο, κατ' ισχυρισμό, δόλος και η απάτη είχαν διαπραχθεί στην Κύπρο καθώς επίσης και ότι οι Εναγόμενοι βρίσκονται στην Κύπρο. Ο κ. Slobodan Popovich υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι εγγεγραμμένες στο εξωτερικό, ήτοι η Εναγόμενη 1 στη Βουλγαρία και η Εναγόμενη 2 στο Barbados και οι Εναγόμενοι 3 και 4 κατάγονται από τη Σερβία και έχουν Σερβικό διαβατήριο, ενώ στην Κύπρο διαμένουν περιστασιακά. Ανάφερε επίσης ότι ο ίδιος ονομάζεται Slobodan Popovich και όχι Boban Popovic. Όσον αφορά δε το επίδικο συμβόλαιο, αυτό είχε συναφθεί μεταξύ της Ινδικής εταιρείας και της Εναγόμενης εταιρείας 2 και υπάρχει εντός του συμβολαίου ειδική πρόνοια για επίλυση της διαφοράς «arbitration clause» στα Δικαστήρια της Ινδίας. Το ζήτημα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να εκδικάσει οποιαδήποτε υπόθεση είναι θέμα δημόσιας τάξης. Το ίδιο το Σύνταγμα, στο Άρθρο 30, καθορίζει ότι «κάθε άτομο δικαιούται ........... ενώπιον αμερόληπτου, ανεξάρτητου και αρμόδιου Δικαστηρίου». Λόγω της υφής του, το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο (βλ. Παναγιώτου ν. Χ"Κυριάκου

(1991)1 Α.Α.Δ. 362, Sevegep Ltd ν. United Sea Transport Ltd and Another
(1989)1 C.L.R. (G) 729 και Theofanous v. Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203). Η ύπαρξη δικαιοδοσίας προς επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας του σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο είναι σε θέση να διαγνώσει ότι στερείται αρμοδιότητας, τότε, οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί ως αναρμόδιο, η όποια απόφασή του, δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (βλ. Sartas Importers Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1446 και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1160). Στην υπόθεση Safarino Shoes Industry & Trading Company Ltd. v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063 αναφέρθηκε ότι: «Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία (βλ. μεταξύ άλλων Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλεόπα (Investments Services Ltd.)
(1991)1 A.A.Δ. 24, Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C.D.Hay and Sons Ltd.
(1971)1 C.L.R. 134). Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Sevegep Ltd, v. United Sea Transport Ltd. and Another
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729).» Στην υπόθεση Μιχαήλ Μούρτζινος ν. Global Cruises S.A.
(1992)1 A.A.Δ. 1160, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοούμε την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από το δικαιοδοτικό Νóμο, να επιλαμβάνονται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του γι΄ απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες (βλ. Central Co-operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435). Ένας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης (βλ. επίσης Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. ν. Γενικός Εισαγγελέας Δημοκρατίας κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Safarino Shoes Industry and Trading Company Ltd. v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059).» Πρωταρχικό μου καθήκον είναι λοιπόν, σύμφωνα με τις αρχές που η νομολογία έχει καθορίσει, να εξετάσω το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κρίνω ότι έχω δικαιοδοσία θα μπορώ να προχωρήσω στην περαιτέρω εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Βλ. Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 Α.Α.Δ. 566 και Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.L.C.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838 όπου στη σελ. 844 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ένα πολιτικό δικαστήριο για ν΄ αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτόχρονα καθ΄ ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα». Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Lebois Hotel Management Ltd. v. Καλλιόπης Μπάντσιου
(1994)1 Α.Α.Δ. 634. Κατά την άποψή μου, για να αποφασιστεί κατά πόσο το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπό εξέταση αγωγή θα πρέπει να εξετάσει, ως πρώτο θέμα, την κατά τόπο αρμοδιότητά του. Η κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθορίζεται από το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)όπως αυτό τροποποιήθηκε. Το άρθρο 21 εδάφιο
(1)προνοεί ότι: «Το Επαρχιακό Δικαστήριο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχει πρωτόδικη δικαιοδοσία για να ακούει και αποφασίζει οποιαδήποτε αγωγή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 όταν- (α) η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικά εντός των ορίων της επαρχίας για την οποία το δικαστήριο καθιδρύθηκε (β) ο εναγόμενος ή οποιοσδήποτε από τους εναγόμενους, κατά το χρόνο της έγερσης της αγωγής, διαμένει ή διεξάγει επάγγελμα εντός της επαρχίας για την οποία καθιδρύθηκε το δικαστήριο. (γ) ...................... (δ) .......................» Τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και αποκαλύπτονται από τις έγγραφες προτάσεις είναι ότι οι δυο Εναγόμενες Εταιρείες 1 και 2 είναι εγγεγραμμένες εκτός της Κύπρου, Τεκμήρια 1 και 2 στην Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 07/04/2008 του Slobodan Popovich, Διευθυντή της Εναγομένης 1, καθώς και την Ένορκη Δήλωση του Vineet Agrawal, ενός εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας, ημερ.20/03/
  1. Στο Κλητήριο Ένταλμα καταγράφεται ως Εναγόμενος 3 κάποιος Boban Popovic, ο οποίος δεν έχει συσχετιστεί με τα γεγονότα που καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης, αλλά ούτε και η Εναγόμενη 4 φαίνεται να έχει συσχετιστεί με τα επίδικα θέματα ή με την Κύπρο, στην Έκθεση Απαίτησης ημερ.26/09/
  2. Επιπρόσθετα, έχει καταχωριστεί η συμφωνία που συνιστά τη βάση της αγωγής, ως Τεκμήριο 4 στην Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την αίτηση για έκδοση μονομερούς απαγορευτικού διατάγματος και είναι εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και από αυτή αποκαλύπτεται ότι η επίδικη συμφωνία είχε συντελεστεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 2, στο Barbados. Στην ίδια τη συμφωνία περιλαμβάνεται όρος επίλυσης της οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των μερών στα Δικαστήρια της Ινδίας. Δεν γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης καμιά αναφορά στον τόπο διαμονής των Εναγομένων 3 και 4 και ούτε συνδέονται με οποιοδήποτε τρόπο με τις Εναγόμενες 1 και 2 Εταιρείες. Με όλα τα πιο πάνω να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου και να είναι αδιαμφισβήτητα, θεωρώ ότι η διαφορά δεν έχει τεθεί εντός των ορίων της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, παρά το γεγονός ότι καταχωρίστηκε Ένσταση εκ μέρους των Εναγομένων, σε εκδοθέν μονομερές απαγορευτικό διάταγμα. Η μόνη σύνδεση η οποία αποκαλύπτεται, των Εναγόμενων 3 και 4 με την Κύπρο, είναι το γεγονός ότι εμφανίζονται ως αντιπρόσωποι ή υπογραφείς της Εναγομένης 1, σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί στην Κύπρο. Αυτό δεν είναι αρκετό για να εισάξει τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2, στο κυπριακό δίκαιο. Στην υπόθεση Obikoya and others v. Silvernorth Ltd and others, QBD, The Times 6 July 1983, το Δικαστήριο έκρινε ότι η καταχώρηση ένστασης σε απαγορευτικό διάταγμα τύπου mareva, το οποίο εκδόθηκε μονομερώς, δεν επενεργούσε, χωρίς άλλο, ως υπαγωγή του εναγομένου στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο σκεπτικό της απόφασης Obikoya υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Esal (commodities) Ltd v. Mahendra Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep. 479: «Ι can see no reason why a defendant whose assets in this country are frozen or about to be frozen - which would be the case where the ex parte injunction was refused but leave to serve short notice of a summons was given - should be regarded as having submitted to the jurisdiction merely because on being notified, probably by telex, of the injunction he takes immediate steps to protect himself . . He could of course expressly or by necessary implication submit to the jurisdiction but Mr. Mawrey's submission that mere application or resistance without more is sufficient is not justified by any authority or by the wording of the rules and it would be a denial of justice to put a defendant in the position that he cannot safely resist a summons for a Mareva injunction or apply for the discharge or variation of such an injunction granted ex parte unless he has first given notice of intention to defend and issued an application to set aside. Every ex parte injunction includes liberty to the defendant to apply on notice to vary or set aside. If Mr. Mawrey is right such liberty would be a trap unless it included a warning that any such application would preclude the defendant from subsequently challenging the jurisdiction unless he had first taken the steps mentioned. I reject the submission.» Στην υπόθεση Smay Investments Limited and other v. Sachdev and others
(2003)EWCH 474, αναφέρονται τα ακόλουθα από τον Δικαστή Patten: «I do not accept that a party who attends before a Judge to challenge a freezing order obtained without notice ipso facto waives his right to contest jurisdiction, unless as part of those proceedings he agrees to an order which in terms regulates his position until, and therefore contemplates, the trial of the action. This was made clear by the decision of the Court of Appeal in Esal (Commodities) v. Pujara
(1989)2 Lloyd's Rep 479, where the Defendant acknowledged service, gave notice of his intention to defend the action and then, on the return date of an application to continue an injunction until trial, consented to an order in those terms without at the same time reserving his position on jurisdiction. The Court of Appeal held that, on those facts, he had submitted, Reliance was placed by the Defendant in that case on an earlier decision of Parker J in Obikoya v. Silvernorth Ltd (29 June 1993, unreported), where he held that a challenge to a Mareva injunction did not, without more, amount to a submission to the jurisdiction.» Ως θέμα αρχής λοιπόν, η καταχώρηση ένστασης σε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα, δεν επενεργεί, από μόνη της, αρνητικά στο δικαίωμα αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση περίπτωση επιβεβαιώνεται, μέσα από την Υπεράσπιση, η επιφύλαξη του δικαιώματος των Εναγομένων να αμφισβητήσουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις, που αναφύονται από τα δικόγραφα, καθώς και ενόψει του περιεχομένου των υπολοίπων εγγράφων που βρίσκονται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου και με δεδομένη την παράληψη της Ενάγουσας Εταιρείας να υποστηρίξει τη θέση της για ανάληψη δικαιοδοσίας, θεωρώ ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, απλώς και μόνο γιατί η Εναγόμενη Εταιρεία 1 διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο International Banking Unit, στη Λάρνακα. Ειρήσθω εν παρόδο, θα ήθελα να αναφέρω ότι θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο δικαστικός χρόνος είναι πολύτιμος και θα πρέπει οι διάδικοι να είναι προσεχτικοί στην τήρηση των προνοιών του Περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, αφού η παρούσα αγωγή αντιμετωπίζει και άλλα προβλήματα, όπως αυτό της κακής επίδοσης του Κλητήριου Εντάλματος και της έλλειψης σφράγισής του. Δοθέντα όλα τα πιο πάνω, η αγωγή απορρίπτεται λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για εκδίκασή της. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.