← Κύπρος

Αναφορικά με τον Χριστάκη Μιχαήλ Χριστοφόρου, Αρ. Αίτησης: 99/10, 8 Φεβρουαρίου, 2011

Αναφορικά με τον Χριστάκη Μιχαήλ Χριστοφόρου, Αρ. Αίτησης: 99/10, 8 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 99/10 Αναφορικά με τον Χριστάκη Μιχαήλ Χριστοφόρου, από τη Λάρνακα Χρεώστη ------------------------- Αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης ημερομηνίας 04/02/2010 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Χρεώστη: κα Κώστα για κ. Καïμακλιώτη Για Καθ' ου η Αίτηση-Πιστωτή: κα Παναγή για Χρ.Αργυρού & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Πιστωτής, στις 24/10/2001 εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον του Χρεώστη, για το ποσό των £2.861,30.- πλέον τόκους και έξοδα. Η απόφαση εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Στις 04/02/2010, ο Πιστωτής καταχώρησε την Aίτηση με τον πιο πάνω αριθμό, με την οποία ζητούσε την έκδοση Eιδοποίησης Πτώχευσης εναντίον του Χρεώστη, σε σχέση με το προαναφερθέν εξ αποφάσεως χρέος του. Η σχετική Ειδοποίηση εκδόθηκε αυθημερόν και επιδόθηκε προσωπικά στον Χρεώστη την 01/03/2010. Συνοδευόταν δε από την αναγκαία οπισθογράφηση, σύμφωνα με τον Κανονισμό 40

(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, η οποία διαλαμβάνει ότι οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης του Χρεώστη με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης είναι η διάπραξη πράξης πτώχευσης. Επιπλέον, στην οπισθογράφηση υπάρχει η ένδειξη στον Χρεώστη, ότι σε περίπτωση που έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση, η οποία ισούται ή υπερβαίνει το εξ αποφάσεως χρέος του, θα πρέπει μέσα σε 7 μέρες να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για ακύρωση της ειδοποίησης, καταθέτοντας προς τούτο Ένορκη Δήλωση στο Πρωτοκολλητείο. Ο Χρεώστης, στις 04/03/2010 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητά την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του ίδιου του Χρεώστη, στην οποία επικαλείται αριθμό λόγων ακύρωσης της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Συνοπτικά, οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται είναι, το υπερβολικό ποσό το οποίο επιδιώκει να εισπράξει ο Πιστωτής. Κατά τη δική του άποψη, τόσο το εξ αποφάσεως χρέος, τα έξοδα, καθώς και οι τόκοι της Αγωγής Αρ. 2926/01, έχουν εξοφληθεί. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι το μόνο μέτρο που έλαβε εναντίον του ο Πιστωτής και καταχωρίστηκε η συγκεκριμένη αίτηση για έκδοση της Πτωχευτικής Ειδοποίησης εκβιαστικά και καταχρηστικά, με απώτερο στόχο τον εξαναγκασμό για την καταβολή του ζητούμενου ποσού. Ο Πιστωτής, είναι ο ισχυρισμός του, είχε ξανακαταχωρίσει Αίτηση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης, την οποία και απέσυρε στις 15/04/2008, μετά την καταβολή του ποσού €1.709-, πλέον δικηγορικά έξοδα €411-. Ισχυρίζεται ότι οι επιπτώσεις από τυχόν πτώχευση του ίδιου σε μεταγενέστερο στάδιο, θα είναι δυσανάλογες από την οποιαδήποτε ωφέλεια την οποία θα έχει ο Πιστωτής. Καταλήγει ότι η αίτηση είναι παράτυπη, γιατί δεν αναφέρει τους Νόμους και τους Κανονισμούς πάνω στους οποίους βασίζεται, καταχρηστική και αβάσιμη. Αντιμετωπίστηκε με Ένσταση εκ μέρους του Χρεώστη. Η Ένσταση καταγράφει ως λόγους μη αποδοχής της, το γεγονός ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε παράτυπα, καταχρηστικά και είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη γιατί περιέχονται ισχυρισμοί στην Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, οι οποίοι προβάλλονται σε λανθασμένο στάδιο ή αποτελούν αβάσιμες ενστάσεις. Δεν αποκαλύπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση οποιοσδήποτε καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αφού δεν αποτελεί προϋπόθεση στην καταχώριση της Αίτησης η λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης της απόφασης ενώ η Αίτηση είναι καθόλα νόμιμη. Υποστηρίχθηκε η Ένσταση από την Ένορκη Δήλωση του Αντώνη Αντωνίου, υπαλλήλου του Πιστωτή, ο οποίος γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης. Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη αίτηση γίνεται κακόπιστα και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, γιατί ο οφειλέτης γνωρίζει ότι δεν είναι σε θέση να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της διαδικασίας πτώχευσης και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Είναι η θέση του ότι η Ειδοποίηση Πτώχευσης εκδόθηκε νομότυπα και είναι καθ όλα νόμιμη. Όσον αφορά το ποσό στο οποίο αναφέρεται η απόφαση, είναι η δική του θέση ότι όλες οι χρεώσεις έγιναν με ορθές λογιστικές πράξεις και με ποσοστό επιτοκίου που είχε συμφωνηθεί και διαμορφώθηκε στο ποσό των €10.491,08. Όσον αφορά την Ειδοποίηση Πτώχευσης 50/08, είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης, γιατί ο οφειλέτης είχε δεσμευτεί ότι θα είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του μέχρι την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του, πλην όμως έκτοτε κανένα ποσό δεν κατέβαλε έναντι της οφειλής του. Καταλήγει ότι σκοπός της διαδικασίας είναι η προστασία και η διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση, ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών και δεν αποσκοπεί σε οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, τόσο η συνήγορος του Χρεώστη όσο και η συνήγορος του Πιστωτή, περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Ότι έχει λεχθεί καταγράφηκε και ασφαλώς λαμβάνεται υπόψη. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19th Edition, σελ. 38: "The debtor may apply by motion (i.e not by the summary affidavit procedure of B.R.. 139) to set aside the notice on other grounds ie. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc. the time limit of seven days now fixed by B.R. 138 does not apply to such application)". Θα πρέπει ν' αναφερθεί ότι με βάση το πιο πάνω απόσπασμα, ο χρεώστης μπορεί (may) να καταχωρήσει ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης, στην οποία μπορεί να προβάλει άλλους λόγους από αυτούς που προβλέπονται στον Καν.40
(2)του περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης είναι δυνητική και όχι επιτακτική. Στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι φανερό ότι ο Χρεώστης επέλεξε να επιδιώξει τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης που του επιδόθηκε, όχι μέσω Ένορκης Δήλωσης όπως προβλέπεται στον Καν.40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών αλλά, μέσω της προώθησης Αίτησης Παραμερισμού (application by motion), προβάλλοντας λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται και περιοριστικά προσδιορίζονται στον Καν.40
(2). Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης των προϋποθέσεων για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης, ακολουθεί το γενικότερο διαχρονικό κανόνα ότι ο διάδικος που επιζητεί ορισμένη θεραπεία, φέρει και το ανάλογο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Παραμένει πάντα το βάρος αυτό στους ώμους της πλευράς που προβαίνει σ' αυτή την προσπάθεια, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης που προβλέπεται στον Καν.40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, είτε μέσω ξεχωριστής αίτησης ακύρωσης της (βλ. Μιχαλάκης Αλωνεύτη v. ALPHA BANK LTD Πολιτική Έφεση Αρ.5/2008, ημερ.14/04/2010). Ερχόμενη τώρα στους λόγους που προβάλλονται δια μέσου της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης Πτώχευσης. Ο ισχυρισμός ότι το ποσό που αναφέρεται στην Ειδοποίηση Πτώχευσης, ότι οφείλεται από τον Χρεώστη, είναι υπερβολικό, απαράδεκτο και προϊόν παράνομου χρέους και το χρέος έχει εξοφληθεί, αποτελεί ένα αόριστο, γενικό και ασαφή ισχυρισμό ο οποίος δεν στηρίζεται σε κανένα στοιχείο. Ως φαίνεται, το χρέος που οφείλει ο Χρεώστης αποτελεί εξ αποφάσεως χρέος και η απόφαση είναι οριστική και τελεσίδικη, αφού δεν έχει εφεσιβληθεί. Από την κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, καταδεικνύεται ότι οφείλεται το ποσό των €10.491,08σεντ. Η κατάσταση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί με κανένα τρόπο. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε. Κατά συνέπεια, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Προωθήθηκε η θέση ότι δεν λήφθηκε άλλο μέτρο εκτέλεσης από τον Πιστωτή. Ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να βρει έρεισμα, καθότι τέτοια προϋπόθεση δεν προνοείται πουθενά στο Κεφ.6 και στο Κεφ.5 ή στους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. ΄Ασχετα από αυτό έχουμε τη γνώμη ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόποι εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ιδίου χρεώστη. Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» και θα ισοδυναμούσε με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με εκείνους τους χρεώστες εναντίον των οποίων δεν είχε επιδιωχθεί εκτέλεση της απόφασης.» Στην υπόθεση Χριστάκη Μιχαήλ κ.α., Αίτηση 54/98,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1320, 1325, ο Δικαστής Νικολάου με αναφορά στην Οικονομίδη (ανωτέρω), ανάφερε ότι η αίτηση πτώχευσης δεν συμπεριλαμβάνεται στις μεθόδους εκτέλεσης. Γι' αυτό η συνύπαρξή της δεν συνιστούσε κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας για την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων και ούτε υπήρχε χώρος για συσχετισμό των δύο, έτσι ώστε να αποκτά σημασία η αίτηση πτώχευσης στην άλλη διαδικασία. Στα πλαίσια της απόφασης στην υπόθεση Γεώργιος Αρέστη ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1Β ΑΑΔ 1258, υπογραμμίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι παρέχεται η δυνατότητα σε πιστωτές να επιδιώξουν την έκδοση διατάγματος παραλαβής σε βάρος της περιουσίας ενός χρεώστη, χωρίς προηγουμένως να είναι υποχρεωμένοι να επιχειρήσουν και να επιτύχουν έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις. Στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1311, όπου και πάλι το Δικαστήριο απασχόλησε ζήτημα καταχρηστικής και καταπιεστικής προώθησης πτωχευτικής διαδικασίας, αφού υπογραμμίστηκαν τα ιδιάζοντα περιστατικά της υπόθεσης London Clubs κ.α. ν. Ρόδου Παπαδόπουλου
(2002)1Γ ΑΑΔ 1699, διακηρύχτηκε πως το γεγονός ότι ο εφεσείοντας επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει τη διαδικασία των μηνιαίων δόσεων για την ικανοποίηση της υπέρ του εκδοθείσας απόφασης, ούτε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε βάρος του, αφού τέτοιες διαδικασίες δεν προβλέπονται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο ως προϋπόθεση για την καταχώρηση και την προώθηση αίτησης πτώχευσης. Στη σελίδα 1318 υποδείχθηκαν παράλληλα και τα ακόλουθα: "Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή." Επανερχόμενη στην υπό κρίση αίτηση, στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το γεγονός ότι οι εξ αποφάσεως δανειστές, οι Πιστωτές, επέλεξαν να προωθήσουν την πτωχευτική διαδικασία σε βάρος του Καθ΄ ου η αίτηση, ως είχαν κάθε δικαίωμα εκ του Νόμου, δεν μπορεί ασφαλώς από μόνο του να προσδώσει στη συμπεριφορά τους οποιοδήποτε κίνητρο κακοπιστίας ή διάθεση κατάχρησης των διαδικασιών που προβλέπονται από το Νόμο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση πως η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αλλότριους και αντίθετους με αυτούς που είναι ταγμένη να υπηρετήσει. Οι εξ αποφάσεως δανειστές, ουσιαστικά δεν έπραξαν τίποτε άλλο από το να ενεργοποιήσουν τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση εξάλλου, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ή συμπεριφορά των εξ αποφάσεως δανειστών, τα οποία να δικαιολογούν την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιείται ως μέτρο καταπίεσης και η υπό συζήτηση αίτηση γίνεται για σκοπούς εκβιασμού του καθ΄ ου η αίτηση ώστε να αποπληρώσει το χρέος του. Το γεγονός ότι είχε καταχωριστεί η Ειδοποίηση Πτώχευσης 50/08, είναι παραδεκτό στην παράγραφο 13 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση καθώς επίσης και το γεγονός ότι δόθηκε κάποιο ποσό το 2008 και ότι εκείνη η Αίτηση Πτώχευσης είχε αποσυρθεί άνευ βλάβης, λόγω της υπόσχεσης του Χρεώστη να καταβάλλει κάποια ποσά τα οποία τελικά δεν κατέβαλε. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Μιχαλάκης Αλωνεύτη v. ALPHA BANK LTD (ανωτέρω): «...Ακόμη όμως και όπου έχει όντως συμφωνηθεί η διαφοροποίηση των όρων αναστολής, η εκ μέρους του χρεώστη μεταγενέστερη υπαναχώρηση, ενεργοποιεί το αρχικό εξ αποφάσεως χρέος στο σύνολο του ή στο ποσό που απέμεινε, εφόσον δεν έχει τηρηθεί η τροποποιημένη συμφωνία.» Οπόταν, ενόψει της υπαναχώρησης του Χρεώστη, αφού από το 2008 δεν έχει καταβάλει άλλο ποσό από τα €1.709-, ο πιστωτής μπορούσε να ενεργοποιήσει εκ νέου τις πρόνοιες του Νόμου. Οπόταν απορρίπτεται και αυτή η θέση. Ο επόμενος ισχυρισμός του Χρεώστη, για ακύρωση της εκδοθείσας Ειδοποίησης Πτώχευσης, είναι ότι οι συνέπειες θα είναι δυσανάλογες από τυχόν πτώχευση του Χρεώστη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε σχέση με την ωφέλεια που θα έχει ο Πιστωτής. Δεν εξηγείται, αλλά ούτε δικαιολογείται. Η επίκληση ότι θα προκληθεί σ΄ αυτόν μεγάλη ταλαιπωρία, βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις στην εργασία και στην οικογένειά του, επίσης παραμένουν μετέωρες, ενόψει απουσίας δικαιολόγησής τους. Οι ισχυρισμοί ότι θα επιφέρει καταπίεση, δυσφορία, οδύνη, εκνευρισμό και ενόχληση, η έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης στον Χρεώστη, δεν έχουν στηριχθεί. Δεν βρίσκω με ποιο τρόπο τα πιο πάνω μπορούν να έχουν οποιαδήποτε σημασία στη νομική αντίκρυση του θέματος, αφού η οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου είναι δυνατό να προκαλέσει κάποια ή και όλα από τα πιο πάνω σε ένα διάδικο ως φυσική απόρροια της δικαστικής διαμάχης. Προβάλλεται επίσης, ως λόγος ένστασης, το γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη, ελαττωματική γιατί δεν παραθέτει το Νόμο και τους Κανονισμούς πάνω στους οποίους βασίζεται. Το άρθρο 102
(1)του Κεφ.5 προνοεί ότι καμιά πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξ αιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και η αδικία δεν δύναται να θεραπευθεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου. Στην Αίτηση του Χαράλαμπου Μεττή για έκδοση ενταλμάτων Certiorari και Mandamus
(2003)1 Α.Α.Δ., 1909, δεν υιοθετήθηκε εισήγηση ότι αίτηση πτώχευσης θα πρέπει να απορριφθεί λόγω μη αναφοράς σε αυτήν του Νόμου, (Κεφ. 5), που προσδίδει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο να επιλαμβάνεται διαδικασίες πτώχευσης, ενώ ταυτόχρονα υποδείχτηκε ότι παρατυπία στον τίτλο της αίτησης, που αφορούσε την μη αναφορά στον τίτλο της αίτησης του ως άνω Νόμου, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακυρότητα, αφού ο τίτλος της αίτησης και το περιεχόμενο της προσδιόριζαν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Επίσης στην υπόθεση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1Β Α.Α.Δ. 788, λέχθηκε πως όταν οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί 16 και 18 αναφέρονται στην ανάγκη να καταγράφεται στην αίτηση ή και στην ένσταση ο Νόμος και οι Κανονισμοί στους οποίους βασίζονται, δεν εννοούν τους ίδιους τους Κανονισμούς που παρέχουν την εν πάση περιπτώσει υπαρκτή δυνατότητα υποβολής αίτησης ή ένστασης. Στη σχετικά πρόσφατη υπόθεση Ιωσήφ Ηλία ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, Πολ. Έφεση 260/2007, ημερ.08/03/2010, όπου συζητήθηκε και το ζήτημα μη παράθεσης στην αίτηση πτώχευσης της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίχθηκε, υπεδείχθη πως από την στιγμή που ο τίτλος της αίτησης συνάδει πλήρως με τον προβλεπόμενο για την περίπτωση τύπο των Πτωχευτικών Κανονισμών και σε αυτό αναφέρονται οι διατάξεις των σχετικών κανονισμών επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, η νομική βάση της αίτησης προσδιορίζεται επαρκώς. Είναι αναγκαίο πάντως στην υπό συζήτηση περίπτωση να σημειωθεί ότι η επίδικη Ειδοποίηση Πτωχεύσεως, η οποία έχει εισαχθεί με βάση τον Καν.39 των Πτωχευτικών Κανονισμών, φαίνεται να είναι ορθή, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε ουσιαστική παρέκκλιση από τα διαγραφόμενα από τους σχετικούς κανονισμούς πρότυπα - έντυπα αρ. 3 και 4 του Παραρτήματος Α των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας υπόψη την πρωτογενή φύση της υπό συζήτηση διαδικασίας σε συνδυασμό θεωρούμενη με το άρθρο 102
(1)του Κεφ. 5 και του Καν.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών, με δεδομένο ότι τόσο ο τίτλος όσο και το περιεχόμενο της υπό συζήτηση αίτησης προσδιορίζουν πλήρως την ταυτότητα του Χρεώστη, τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και τη φύση της διαδικασίας, το Δικαστήριο και αν ακόμα εθεωρείτο ότι υπήρχε μη συμμόρφωση με τους σχετικούς κανονισμούς, δεν θα ήταν διατεθειμένο να ακυρώσει τη διαδικασία εξαιτίας τυπικού ελαττώματος. Άλλος λόγος ακύρωσης, είναι ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ενοχλητική, εκδικητική και καταχρηστική. Στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, το γεγονός ότι ο Πιστωτής επέλεξε να προωθήσει την πτωχευτική διαδικασία σε βάρος του Χρεώστη, ως είχε κάθε δικαίωμα εκ του Νόμου, δεν μπορεί ασφαλώς από μόνο του να προσδώσει στη συμπεριφορά του οποιοδήποτε κίνητρο κακοπιστίας ή διάθεση κατάχρησης των διαδικασιών που προβλέπονται από το Νόμο. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση πως η πτωχευτική διαδικασία χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς αλλότριους και αντίθετους με αυτούς που είναι ταγμένη να υπηρετήσει. Ο Χρεώστης, ουσιαστικά δεν έπραξε τίποτε άλλο από το να ενεργοποιήσει τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου. Δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία δόλου, ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του Πιστωτή και εις βάρος του Χρεώστη και η αίτηση έκδοσης Ειδοποίησης Πτώχευσης δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω και να αναλύσω, κρίνω ότι ο Χρεώστης απέτυχε να τεκμηριώσει την αίτησή του. Κατά συνέπεια, η αίτηση παραμερισμού της Ειδοποίηση Πτώχευσης απορρίπτεται. Η περίοδος συμμόρφωσης αρχίζει από σήμερα. Τα έξοδα είναι υπέρ του Πιστωτή και εναντίον του Χρεώστη, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............................ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.