Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Αντώνη Κόμπου, Αρ. Αγωγής: 526/2007, 17 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 526/2007 Μεταξύ: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγοντες -και- Αντώνη Κόμπου Εναγομένου 17 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Χρ. Κότσαπα (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Σοφοκλέους) Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Μαθηκολώνης (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Χρυσοστόμου) Α Π Ο Φ Α Σ Η
- Οι ενάγοντες αξιώνουν από τον εναγόμενο το ποσό των €48.752,74 (ΛΚ28.533,71) πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. 2.1 Στην Έκθεση Απαίτησης μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι στις 21.1.1999 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στους ενάγοντες για συμμετοχή του στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής με σκοπό την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών. Οι ενάγοντες του παραχώρησαν πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού λογαριασμού με πιστωτικό όριο και/ή με δικαίωμα παρατραβήξεως μέχρι ΛΚ20.000.-. Στις 3.2.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε επιστολή αποδοχής των όρων της αίτησης και διόρισε πληρεξούσιους αντιπροσώπους του. Επίσης στις 3.2.1999 υπέγραψε έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών. Στα πλαίσια των πιο πάνω συμφωνιών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων ανοίχθηκε σχετικός λογαριασμός ο οποίος κατά ή περί την 23.6.06 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ26.877,67 και την ίδια ημέρα οι ενάγοντες τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία. 2.2 Οι εναγόμενοι στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους, μεταξύ άλλων, ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες επέτρεψαν τη λειτουργία της επίδικης συμφωνίας κατά τρόπο παράνομο και ειδικότερα κατά παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και παρέλειψαν ως είχαν υποχρέωση να προειδοποιήσουν τον εναγόμενο για το περιεχόμενο των πιο πάνω εγκυκλίων ή και για τους κινδύνους που διέτρεχε ως επίσης επέτρεψαν τη λειτουργία του λογαριασμού κατά παράβαση της συμφωνίας και ειδικότερα επέτρεψαν τη λειτουργία του καθ΄ υπέρβαση του ορίου. Ο εναγόμενος αποδίδει αμέλεια στους ενάγοντες και αξιώνει ανταπαιτητικώς το υπόλοιπο που παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός ως ζημιές που υπέστη και ειδικότερα το ποσό των ΛΚ28.533,
- Προς στοιχειοθέτηση της Απαίτησης έδωσε μαρτυρία η κα Τ. Θεμιστοκλέους η οποία μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: α) Εργάζεται στους ενάγοντες εδώ και περίπου 9 χρόνια και από 31.1.2000 μετατέθηκε στην υπηρεσία Εθνοεπενδυτή και έκτοτε ασχολείται με όλους τους λογαριασμούς της εν λόγω υπηρεσίας. Ανάμεσα στα καθήκοντα της ήταν η παρακολούθηση των ειδικών τρεχούμενων λογαριασμών και διατηρούσε στην κατοχή και φύλαξη της όλα τα σχετικά έγγραφα που έχουν σχέση με τον λογαριασμό του εναγόμενου. β) Οι Ενάγοντες αποφάσισαν τη δημιουργία του σχεδίου Εθνοεπενδυτής με σκοπό την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων με το άνοιγμα ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού σε πελάτες που επιθυμούσαν να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες αξιών στο ΧΑΚ. γ) Κατά ή περί την 21.1.1999 ο εναγόμενος υπέβαλε αίτηση (βλ. τεκμ.1) για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ΛΚ30.000.- με σκοπό να επενδύσει στο ΧΑΚ. Στις 3.2.1999 οι ενάγοντες αποδέκτηκαν την αίτηση του για συμμετοχή στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής και εγκρίθηκε η παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ20.000.-. Στις 3.2.1999 υπογράφηκε από τους διαδίκους έγγραφο (βλ. τεκμ.3) με το οποίο συμφώνησαν την αντικατάσταση του όρου 7 που περιγράφεται στην αίτηση (τεκμ.1) με τον ακόλουθο νέον όρο: «Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του όρου 5, η ΤΡΑΠΕΖΑ έχει το δικαίωμα να προβεί σε πώληση, όλων ή μέρους, των ΑΚΙΩΝ όταν η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΞΙΑ του συνόλου των ενεχυριασμένων ΑΞΙΩΝ και της τυχόν κατάθεσης μετρητών, είναι κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων του, εάν αυτό τύχει να είναι μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας / margin of safety).» δ) Ο εναγόμενος στις 3.2.1999 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (βλ. τεκμ.4) με το οποίο διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο Σεβέρης & Αθηαινίτης για να εκτελεί μεταξύ άλλων αγοραπωλησίες μετοχών για λογαριασμό του. Επίσης την ίδια ημέρα ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών για εξασφάλιση της ενάγουσας (βλ. τεκμ.5). ε) Αφού υπογράφηκε η πιο πάνω συμφωνία ανοίχθηκε ειδικός τρεχούμενος λογαριασμός στο όνομα του εναγόμενου και ο εναγόμενος κατέθεσε το ποσό των ΛΚ10.000.- και είχε στην διάθεση του το ποσό του ορίου δηλ. ΛΚ20.000.- για να προβεί σε αγορές μετοχών και άλλων αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ. Ο εναγόμενος έδινε εντολές στους αντιπροσώπους του Σεβέρης & Αθηαινίτης για αγορά και πώληση μετοχών. Όταν πραγματοποιείτο η συναλλαγή το χρηματιστηριακό γραφείο έκδιδε και απόστελλε στην ενάγουσα τα πινακίδια συναλλαγής μαζί με την εξουσιοδότηση για την χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού του εναγόμενου. Έτσι η ενάγουσα βασιζόμενη στα στοιχεία αυτά πλήρωνε το ποσό και προέβαινε σε χρέωση του λογαριασμού του εναγόμενου. Οι δε αγορασθείσες μετοχές ενεχυριάζονταν προς όφελος της ενάγουσας και σε περίπτωση πώλησης πίστωνε τον λογαριασμό του εναγόμενου αφού αποδέσμευε τις σχετικές μετοχές. στ) Ο εναγόμενος με επιστολή του 1.3.2000 αιτήθηκε την ακύρωση του πληρεξουσίου εγγράφου προς το χρηματιστηριακό γραφείο Σεβέρης & Αθηαινίτης και στις 21.3.2000 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμ.6) με το οποίο διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο National Securities. ζ) Η λήψη της απόφασης για αγορά ή πώληση αξιών αφορούσε αποκλειστικά τον εναγόμενο. Η δε ενάγουσα δεν είχε σχέση ή και ανάμιξη στην λήψη αποφάσεων από μέρους του εναγόμενου για αγορά και πώληση αξιών και περαιτέρω δεν είχε οποιαδήποτε συμβουλευτική ιδιότητα. Επίσης οι ενάγοντες δεν είχαν υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου. η) Οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του εναγόμενου παρέδιδαν στους ενάγοντες εξουσιοδοτήσεις για τις πράξεις που γίνονταν, τις οποίες παρουσίασε (βλ. τεκμ.7). θ) Σε περίπτωση που οι τιμές των μετοχών ανέβαιναν σε σημείο που η συνολική εξασφάλιση ήταν περισσότερη απ΄ ότι ζητούσαν οι ενάγοντες τότε ο εναγόμενος μπορούσε να αιτηθεί να του παραχωρηθεί το περίσσευμα του σε μετοχές που επέλεγε ο ίδιος σε αποδέσμευση τους ή και μετρητά. Στην αντίθετη περίπτωση αν οι τιμές μειώνονταν τότε ο εναγόμενος ήταν υποχρεωμένος να προβεί σε κάλυψη του περιθωρίου ασφάλειας είτε με την παραχώρηση νέων αξιών είτε με την καταβολή μετρητών. ι) Στις 4.3.2003 ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (βλ. τεκμ. 20) προς τους ενάγοντες ώστε να μπορεί να λειτουργεί τον λογαριασμό του όπως και προηγουμένως μετά από την αποϋλοποίηση των αξιών. Σε περίπτωση πώλησης οι αξίες αποδεσμεύονταν αμέσως μετά και το προϊόν της πώλησης κατατίθεντο στο λογαριασμό του πελάτη. κ) Κατά ή περί την 7.7.1999 ο εναγόμενος απέσυρε κέρδη ΛΚ20.000.- και στις 7.12.1999 απέσυρε κέρδη ύψους ΛΚ30.000.- από τον πιο πάνω λογαριασμό (βλ. τεκμ. 21(α) και (β) και 22(α) και (β). λ) Οι ενάγοντες απέστελλαν στον εναγόμενο κάθε μήνα κατάσταση λογαριασμού σύμφωνα και με τον όρο 14 της συμφωνίας (βλ. τεκμ.1). Ο εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με τους ενάγοντες για να διαφωνήσει ή και να παραπονεθεί με τις συναλλαγές που περιέχονταν. μ) Ανέφερε ότι οι λογαριασμοί των πελατών των εναγόντων τηρούνται αποκλειστικά σε ηλεκτρονικό υπολογιστή και οι καταχωρήσεις γίνονται από λειτουργούς των εναγόντων και όταν καταχωρείται μια πίστωση ή χρέωση το υπόλοιπο αναπροσαρμόζεται αυτόματα. Έλεγξε προσωπικά η ίδια όλες τις καταστάσεις λογαριασμού του εναγόμενου και διαπίστωσε ότι είναι ορθές και παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμών για την περίοδο από 12.2.1999 μέχρι 23.6.2006 και από 30.6.2006 μέχρι 31.12.2008 (τεκμ. 23) και συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού από την ημερομηνία έναρξης του λογαριασμού μέχρι 31.12.2007 (βλ. τεκμ.24(α)) και από 1.1.2008 μέχρι 31.12.2008 (βλ. τεκμ. 24(β)). Οι μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ.23) αποστέλλονταν στον εναγόμενο κάθε μήνα πλην όμως ο εναγόμενος ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά με την καταχώρηση οποιασδήποτε χρέωσης στον λογαριασμό του ή και για υπόλοιπο του λογαριασμού του. Σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού φαίνονται όλες οι καταχωρήσεις. Η κατάσταση λογαριασμού ημερ. 30.3.2007 (βλ. τεκμ.23) εδείκνυε υπόλοιπο ΛΚ28.533,
- ν) Παρουσίασε ανακοινώσεις των εναγόντων (βλ. τεκμ. 8 μέχρι 18) με τις οποίες γνωστοποιούσαν στον ημερήσιο τύπο τις μεταβολές του χρεωστικού επιτοκίου. ξ) Ο λογαριασμός του εναγόμενου άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα περί τον Φεβρουάριο του 2000 και του απέστελλαν σχετικές επιστολές με τις οποίες του ζητούσαν μεταξύ άλλων να επαναφέρει τον λογαριασμό του στο εγκεκριμένο πλαίσιο. Συγκεκριμένα του απέστειλαν 19 επιστολές από τις 25.2.2000 μέχρι και τις 13.3.2006 (βλ. τεκμ.25 μέχρι 43). ο) Οι ενάγοντες κατά την περίοδο 24.3.2006 μέχρι και 10.4.2006 ασκώντας το δικαίωμα που τους παρείχε η συμφωνία, σύμφωνα με τη μάρτυρα, προέβησαν σε πώληση των μετοχών. Οι μετοχές πωλήθηκαν στην τρέχουσα τιμή που διαπραγματεύονταν στο ΧΑΚ και το προϊόν κατατέθηκε στο λογαριασμό του εναγόμενου. π) Ο εναγόμενος παρέλειψε να ανταποκριθεί παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγόντων και έτσι στις 23.6.2006 του απέστειλαν επιστολή (βλ τεκμ. 19) με την οποία τερμάτισαν τη συμφωνία και πληροφορώντας τον ότι θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 11,5%. ρ) Αντεξεταζόμενη παρουσίασε 7 εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας (τεκμ.45). Δήλωσε ότι οι ενάγοντες δεν ήταν υποχρεωμένοι να ενημερώνουν τους πελάτες τους αναφορικά με τις εγκυκλίους πλην όμως ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς. Αρνήθηκε ότι παραβιάστηκαν οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Δήλωσε δε ότι η Κεντρική Τράπεζα έλεγξε σε αρκετές περιπτώσεις τους ενάγοντες χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα. Περαιτέρω παρουσίασε σχετική κατάσταση (τεκμ. 46) για την περίοδο Ιανουάριο του 2000 μέχρι και Νοέμβριο του 2000 στην οποία αναφέρεται για κάθε μήνα το υπόλοιπο του λογαριασμού, η αξία του χαρτοφυλακίου και το καλυμμένο υπόλοιπο.
- Ο εναγόμενος στην μαρτυρία του μεταξύ άλλων ανέφερε τα ακόλουθα: α) Ανέφερε ότι η συμφωνία με τους ενάγοντες ήταν να του παραχωρήσουν διευκολύνσεις μέχρι ΛΚ20.000.- με αποκλειστικό σκοπό την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών και το λογαριασμό θα τον λειτουργούσε αποκλειστικά το χρηματιστηριακό γραφείο που διόρισε και υπέγραψε σχετικό πληρεξούσιο. β) Δεν είχε δικαίωμα τόσο ο ίδιος όσο και οι πληρεξούσιοι του χρηματιστές να προβούν στην αγορά μετοχών και να χρεώσουν τον λογαριασμό του πάνω από το όριο και επίσης η τράπεζα δεν είχε δικαίωμα να πληρώνει το χρηματιστηριακό γραφείο οποιαδήποτε ποσά πάνω από το όριο που συμφωνήθηκε. Η συμφωνία του, με το χρηματιστηριακό γραφείο ήταν ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών και αξιών θα γίνονταν πάντοτε μέσα στο όριο αναφορικά με το ύψος της χρηματοδότησης αλλά και αναφορικά με το όριο ασφάλειας του λογαριασμού. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε έδωσε οδηγίες να αγοράσουν μετοχές καθ΄ υπέρβαση των ορίων αλλά και αν έδινε η τράπεζα δεν δικαιούτο και δεν έπρεπε να πληρώσει χωρίς την τροποποίηση της συμφωνίας ή τουλάχιστον χωρίς την εκ των προτέρων δική του συγκατάθεση. γ) Δεν μπορούσε κατά τον χρόνο που γίνονταν οι αγοραπωλησίες να γνωρίζει το όριο του λογαριασμού ως επίσης και δεν μπορούσε να γνωρίζει και ποιες μετοχές θα αγοράζοντο από το χρηματιστηριακό γραφείο. δ) Ουδέποτε εξουσιοδότησε τους χρηματιστές να προβούν σε αγορά μετοχών ή αξιών εκτός των ορίων του λογαριασμού δηλ. πέραν των ΛΚ20.000.- και περαιτέρω ουδέποτε ζήτησε από τους ενάγοντες ή συμφώνησε με αυτούς να πληρώσει τους χρηματιστές οποιονδήποτε ποσό πέραν του ορίου. Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι αντιλήφθηκε σε κάποιες περιπτώσεις να αυξάνεται το όριο και προχώρησε να αναφέρει ότι επικοινώνησε με τους χρηματιστές του και τους έδωσε οδηγίες να μην υπερβαίνουν το όριο.(γιατί δεν επικοινώνησε μαζί με τους ενάγοντες;) ε) Οι καταστάσεις λογαριασμών που του απέστελλαν οι ενάγοντες δεν ήταν καθημερινές αλλά του αποστέλλονταν εκ των υστέρων μετά από παρέλευση ενός και ενάμισι μήνα. Περαιτέρω δε οι χρηματιστές του δεν τον ενημέρωναν τακτικά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν παρέλαβε καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ.23) και εκείνο που εννοούσε είναι ότι του απέστελλαν καταστάσεις του χαρτοφυλακίου. στ) Οι ενάγοντες του απέκρυψαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας που μετά τις 24.11.2009 όχι μόνο απαγόρευαν την χρηματοδότηση για αγορά μετοχών αλλά επέβαλλαν στην τράπεζα να κλείσει τους επενδυτικούς λογαριασμούς όπως ήταν ο επίδικος. Στην περίπτωση που τον ενημέρωναν, ως είχαν υποχρέωση θα έκλεινε το λογαριασμό. Δεν τον ενημέρωσαν για τους κινδύνους που διέτρεχε και πέραν δε τούτου οι ενάγοντες επέτρεπαν στους χρηματιστές του να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες με υπέρβαση των συμφωνηθέντων ορίων κατά παράβαση των όρων συμφωνίας. ζ) Ήταν η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιοδήποτε ποσό και το υπόλοιπο του λογαριασμού αποτελεί ζημιά που έχει υποστεί και ζητά από το Δικαστήριο να επιδικαστεί εναντίον της τράπεζας. η) Περαιτέρω δε, οι ενάγοντες δικαιούνταν να χρεώνουν τόκους μόνον 8,5% ετησίως στα χρεωστικά υπόλοιπα του λογαριασμού.
- Μέσα από την ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τη λογικότητα της εκδοχής τους και γενικότερα την παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα.
- Η κα Τ. Θεμιστοκλέους μου έκανε εξαιρετική εντύπωση. Ήταν συνεπής και σταθερή στις απαντήσεις της. Σε καμία ουσιαστική αντίφαση δεν περιέπεσε ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Ήταν μάρτυρας της αλήθειας και συνακόλουθα αποδέχομαι την μαρτυρία της όπως αυτή εκτίθεται στην παρ.
- 7.1 Σε σχέση με τον εναγόμενο αναφέρω τα ακόλουθα: α) Δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν στο στάδιο της αντεξέτασης γεγονός που δεν φαίνεται από τα στεγνά πρακτικά της δίκης. β) Στο στάδιο της κυρίως εξέτασης δήλωσε ότι, «οι καταστάσεις λογαριασμού που μου απέστελλαν οι ενάγοντες προφανώς δεν ήταν καθημερινώς αλλά ήταν καταστάσεις λογαριασμού που μου αποστέλλοντο εκ των υστέρων ..........». Η κα Τ. Θεμιστοκλέους στην μαρτυρία της ανέφερε ότι κάθε μήνα αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ.23) γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ανεξάρτητα απ΄ αυτό στο στάδιο της αντεξέτασης ο εναγόμενος ανέφερε ότι τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ.23) δεν τις παρέλαβε ποτέ. Εκείνο που παραλάμβανε ήταν οι καταστάσεις του χαρτοφυλακίου του. Δεν έπειθε. γ) Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε συμφώνησε και ουδέποτε εξουσιοδότησε τους ενάγοντες να πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό πέραν του συμφωνηθέντος ορίου. Γνώριζε όπως ο ίδιος ανέφερε ότι το όριο σε κάποιες περιπτώσεις αυξήθηκε. Ανελλιπώς παραλάμβανε τις μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού. Η συμφωνία συνεχίστηκε και με αυτά τα δεδομένα ο εναγόμενος συνέχιζε στην αγοραπωλησία μετοχών. Δεν μπορεί τώρα να επικαλείται ότι ουδέποτε συγκατατέθηκε και ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε τους ενάγοντες να πληρώσουν ποσά πέραν του συμφωνηθέντος ορίου. Εκ των υστέρων σκέψεις και προκατασκευασμένες. δ) Ισχυρίστηκε ότι όταν αντιλήφθηκε ότι σε κάποιες περιπτώσεις αυξήθηκε το όριο επικοινώνησε με τους χρηματιστές και τους δήλωσε να μην υπερβαίνουν το όριο. Ευλόγως γεννάται το ερώτημα γιατί δεν επικοινώνησε με τους ενάγοντες οι οποίοι ήταν αυτοί που πλήρωναν; Δεν έπειθε. 7.2 Για τους πιο πάνω λόγους αθροιστικά αποτυπωμένους και για κάθε ένα ξεχωριστά δεν είμαι διατεθειμένος να δώσω πίστη στην μαρτυρία του εναγόμενου. Δεν υφίσταται ίχνος αμφιβολίας, ότι δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει τις συμβατικές του υποχρεώσεις με σκοπό να απαλλαγεί από την ευθύνη που υπέχει. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του.
- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως εκτίθενται στην παρ.
- Στη συνέχεια θα εξεταστούν οι εισηγήσεις του συνηγόρου του εναγόμενου.
- Εισήγηση ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν χρηματοδοτήσεις καθ΄ υπέρβαση των συμφωνηθέντων ορίων και ότι δεν υπάρχουν περί τούτου δικογραφημένοι ισχυρισμοί. Ο συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι η συμφωνία των μερών αφορούσε την παραχώρηση χρηματοδοτήσεων μέσω του επίδικου λογαριασμού που δεν θα υπερέβαιναν το ποσό των ΛΚ20.000.-. Εισηγήθηκε ότι ο λογαριασμός δεν κινήθηκε μέσα στα συμφωνηθέντα όρια και ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν χρηματοδοτήσεις καθ΄ υπέρβαση της συμφωνίας ως επίσης και οι χρηματιστές δεν δικαιούνταν να προβαίνουν σε αγοραπωλησίες καθ΄ υπέρβαση του λογαριασμού και επίσης η μαρτυρία σε ότι αφορά τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού καθ΄ υπέρβαση των ορίων του είναι εκτός των δικογράφων και εκτός των όρων της συμφωνίας. Τα δικόγραφα στοιχειοθετούν τα επίδικα θέματα και καθορίζουν τις παραμέτρους της δίκης (βλ. μεταξύ άλλων, Λουκαϊδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.ά.
(2003)1 ΑΑΔ 22· Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 729, 732· Safarino v. Σταυρινού
(1991)1 ΑΑΔ 1059· Takis P. Markides Ltd v. Γεν. Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424, 1431· Παναγή ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1999)1 ΑΑΔ 1107· Κυθρεώτης κ.ά. ν. Μιχαηλίδη Milington-Ward
(2001)1 ΑΑΔ
- Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση των επιδίκων και μόνο θεμάτων όπως αυτά προσδιορίζονται από την δικογραφία. Ένας από τους σκοπούς των δικογράφων είναι τα μέρη να αντιπαραβάλουν τους ισχυρισμούς τους διαμορφώνοντας τις θέσεις τους με απώτερο πάντα σκοπό την επίλυση της διαφοράς. Τα δικόγραφα δεν περιέχουν μαρτυρία και ως εκ τούτου η λεπτομέρεια των ισχυρισμών τίθεται σε κατοπινό στάδιο ενώπιον του Δικαστηρίου με μαρτυρία (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 21/2008/ ημερ. 14.7.2010, σελ. 3). Στην προκειμένη περίπτωση στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι η ενάγουσα κατά ή περί την 21.1.1999 κατόπιν αίτησης του εναγομένου για συμμετοχή του στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής παρεχώρησε σ΄ αυτόν πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού με πιστωτικό όριο και/ή με δικαίωμα παρατράβηξης μέχρι ΛΚ20.000 και κατά ή περί την 3.2.1999 ο εναγόμενος υπέγραψε επιστολή αποδοχής των όρων της αίτησης (βλ. παρ. 2 της Έκθεσης Απαίτησης). Στα πλαίσια των πιο πάνω συμφωνιών και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων οι ενάγοντες άνοιξαν λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου ο οποίος κατά ή περί τις 23.6.2006 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ26.877,67 (βλ. παρ. 9 της Έκθεσης Απαίτησης). Ο εναγόμενος στις 21.1.1999 υπέβαλε αίτηση για συμμετοχή στο σχέδιο Εθνοεπενδυτής και ζητούσε όπως του παραχωρηθεί όριο ΛΚ30.000.-. Σύμφωνα με τον όρο 2 της πιο πάνω αίτησης το ύψος των διευκολύνσεων θα κυμαινόταν από ΛΚ10.000.- - 30.000.- κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας. Στις 3.2.1999 οι ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων ύψους ΛΚ20.000.-. Στα πλαίσια εκείνης της συμφωνίας ήταν που του παραχώρησαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Του άνοιξαν λογαριασμό ο οποίος παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο πέραν του αρχικού συμφωνηθέντος ορίου. Οι ενάγοντες προσέφεραν μαρτυρία σε σχέση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό της ύπαρξης υπολοίπου το οποίο όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης στις 23.6.2006 ήταν ΛΚ26.877,
- Τα συμφωνηθέντα σε σχέση με το όριο εξασφάλισης αλλά και το όριο του λογαριασμού δεν τέθηκαν υπό την έννοια ότι η πληρωμή από τους ενάγοντες πέραν των ορίων θα γινόταν εξ ιδίων χωρίς να δημιουργείται υποχρέωση στον εναγόμενο. Τα όρια δεν επέβαλαν υποχρέωση στους ενάγοντες να μην παρέχουν πίστωση καθ΄ υπέρβαση τους. Ο εναγόμενος μέσω των πληρεξουσίων χρηματιστών του προέβη σε αγορές και οι ενάγοντες τις κάλυψαν. Ο εναγόμενος γνώριζε την όλη κατάσταση του λογαριασμού του αφού κάθε μήνα οι ενάγοντες του απέστελλαν καταστάσεις λογαριασμού. Η συμφωνία συνεχίστηκε με αυτά τα δεδομένα και ο εναγόμενος έλαβε και όφελος. Κατ΄ αρχήν οι ουσιώδεις ισχυρισμοί είναι δικογραφημένοι. Δεν μπορεί να επικαλείται τα όρια που οι ενάγοντες έθεσαν έναντι του, για δική τους εξασφάλιση για να μη πληρώσει τις πράξεις του που οι ενάγοντες πλήρωσαν. Ο εναγόμενος κατά τρόπο γενικό και αόριστο ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες χρέωσαν το λογαριασμό του πάνω από το συμφωνηθέν όριο. Δεν έχει εξειδικεύσει. Οι ενάγοντες προσέφεραν μαρτυρία που αποδίδει στον απαιτούμενο βαθμό το τι ακριβώς οφείλεται σ΄ αυτούς από τον εναγόμενο. Συνεπώς η εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
- Εισήγηση ότι δεν υπήρξε τερματισμός και ότι το χρέος δεν κατέστη απαιτητό. Όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο εναγόμενος στις 21.1.1999 όταν υπέβαλε την αίτηση του για συμμετοχή στο σχέδιο Επενδυτής δήλωσε διεύθυνση. Οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα οποτεδήποτε θελήσουν να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να ζητήσουν αμέσως όλα τα οφειλόμενα ποσά (βλ. άρθρο 5 τεκμ. 1). Στις 23.6.2006 οι ενάγοντες με επιστολή τους (τεκμ.19) τερματίζουν τη συμφωνία και αξιώνουν την καταβολή του ποσού των ΛΚ26.877,
- Η εν λόγω επιστολή αποστέλλεται στην διεύθυνση που έχει δώσει ο ίδιος ο εναγόμενος και δεν επιστρέφεται. Ο εναγόμενος στη μαρτυρία του ανέφερε ότι ήταν η διεύθυνση που έδωσε και πέραν δε τούτου παρέλαβε και κάποιες καταστάσεις χαρτοφυλακίου. Όπως διαφαίνεται η αποστολή της επιστολής τερματισμού αποστάληκε στη διεύθυνση που αναγράφετο στη συμφωνία. Αποστάληκε κανονικά και η μη επιστροφή της συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι έχει παραδοθεί στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, δηλ. τον εναγόμενο (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά. Πολ. Έφεση 163/2006/ημερ. 5.5.2009). Στην υπόθεση Barclays Bank PLC v. JGL (Constructions) Ltd κ.ά.
(2000)1 Γ ΑΑΔ 1726, αποφασίστηκε ότι η αποστολή των επιστολών τερματισμού στις διευθύνσεις που ανεγράφοντο επί των ενοικιαγορών συνιστούσε νόμιμο τερματισμό τους. Στην υπόθεση Ανδρέου ν. P.& D. Crystal Line Co. Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1521, αναφέρθηκε ότι επιστολή η οποία φέρει την ορθή διεύθυνση και η οποία στάληκε και δεν επιστράφηκε ως ανεπίδοτη θεωρήθηκε ότι ειδοποιήθηκε ο εφεσείων για την ημερομηνία ακρόασης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και συνακόλουθα απορρίπτεται. Οι ενάγοντες στις 23.6.2006 απέστειλαν επιστολή (τεκμ.19) με την οποία τερμάτισαν την μεταξύ τους συμφωνία και αξίωσαν το πιο πάνω ποσό.
- Κατά πόσο η συμφωνία είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεων των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της Τράπεζας να αποκαλύψει τις εγκυκλίους. Τα ίδια θέματα απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο στις υποθέσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Πολ. Έφεση 21/08/ημερ 14.7.2010 και Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, Πολ. Έφεση 315/2007/ημερ. 12.7.
- Στην υπόθεση Καλλικάς κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δεν υπήρχαν εγκύκλιοι αφού η πρώτη εγκύκλιος στάληκε στην τράπεζα στις 12.7.1999 η δε συμφωνία έγινε περίπου πέντε μήνες προηγουμένως. Επομένως όπως αναφέρθηκε, δεν μπορούσε να προβάλλεται η ακυρότητα στη συμφωνία στη βάση του προβληθέντος λόγου. Στο ερώτημα κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική και αν ναι κατά πόσο η τράπεζα τις παραβίασε το Ανώτατο Δικαστήριο με σαφήνεια ανέφερε ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Αναφέρθηκε ότι όπως και να εξετάζονταν οι εγκύκλιοι στην εν λόγω υπόθεση δεν απαγορευόταν η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και επομένως δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει και δεν τεκμηριώθηκε παραβίαση τους. Στην υπόθεση Συρίμη αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιοοικονομική πολίτικη της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση. ............. Σύμφωνα με τη νομολογία, όπως ορθά την παραθέτει το πρωτόδικο δικαστήριο, το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τους λόγους ή τα κίνητρα που υπαγορεύουν μια πράξη, αλλά με τους σκοπούς της πράξης. Σύμφωνα με τις αρχές της δημόσιας πολιτικής, ένας πολίτης δεν μπορεί να ενεργήσει με τρόπο που τείνει να είναι βλαβερός στο κοινό καλό ή το δημόσιο δίκαιο. (βλ. Glamour Development n. Christodoulou Ltd
(1984)1 CLR 444). Όπως περαιτέρω εξηγείται στη Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd, ανωτέρω, η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, κατέληξε, ορθά κατά την άποψή μας, ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο σκοπός της επίδικης σύμβασης ήταν η χρηματοδοτική επένδυση, πράγμα που δεν απαγορευόταν από το νόμο, αλλά αντίθετα επιτρεπόταν από τον όρο 7 της άδειας ........» Στην προκειμένη περίπτωση κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι υπήρχαν οποιεσδήποτε εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Η πρώτη εγκύκλιος στάληκε στις 12.7.1999 ενώ η συμφωνία έγινε πέντε περίπου μήνες προηγουμένως. Πέραν δε τούτου με την εγκύκλιο ημερ. 12.7.1999 η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε την χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να είναι πιο προσεκτικές (βλ. απόφαση Καλλικάς, ανωτέρω). Με την εγκύκλιο ημερ. 12.10.1999 εκφραζόταν η προσδοκία ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα πρόσφεραν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων κάτι το οποίο δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής (βλ. απόφαση Καλλικάς, ανωτέρω). Να σημειωθεί επίσης ότι όπως και να εξεταστούν όλες οι εγκύκλιοι δεν απαγόρευαν την παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και επομένως δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει. Περαιτέρω δεν έχει τεκμηριωθεί η παραβίαση των εγκυκλίων από τους ενάγοντες σε ότι αφορά τον λογαριασμό του εναγόμενου. Και κάτι ακόμα στις 28.7.2000 με εγκύκλιο της η Κεντρική Τράπεζα αίρει την απαγόρευση παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό την αγορά μετοχών (βλ. τεκμ.45). Το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν γνωστοποίησαν τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας στον εναγόμενο δεν σημαίνει τίποτε. Οι ενάγοντες δεν ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον γνωστοποίησης των εγκυκλίων στον εναγόμενο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί κατά τη σύναψη της συμφωνίας δεν υφίσταντο εγκύκλιοι. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είχαν τέτοια υποχρέωση, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει, καμία επίδραση δεν υφίσταται στην υπόθεση τους. Συνεπώς οι σχετικές εισηγήσεις του συνηγόρου του εναγόμενου δεν με βρίσκουν σύμφωνο και απορρίπτονται.
- Κατά πόσο η τράπεζα είχε ή όχι υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Σύμφωνα με τον όρο 7 της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας η τράπεζα έχει το δικαίωμα να πωλήσει τις αξίες όταν ο λογαριασμός τους εναγόμενου είναι εκτός του περιθωρίου ασφάλειας (βλ. τεκμ. 1 και 3). Σύμφωνα με τον όρο 3 (τεκμ.1) όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που αγοράζονταν από τον επενδυτή θα ενεχυριάζονταν προς όφελος των εναγόντων και τα σχετικά δικαιώματα εκχωρούνταν προς όφελος τους. Με το έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων μετοχών ο εναγόμενος παραχωρούσε το δικαίωμα στους ενάγοντες να πωλήσουν χωρίς ειδοποίηση προς αυτόν τις ενεχυριασμένες μετοχές με οποιοδήποτε τρόπο (βλ. όρο 10 τεκμ.5). Η τράπεζα δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων τίτλων. (βλ. αποφάσεις Συρίμη και Καλλικάς, ανωτέρω στις σελ. 8 και 7 αντίστοιχα και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Οι ενάγοντες ασκώντας το δικαίωμα που τους παρείχε η συμφωνία εφόσον πληρούνταν όλες οι προϋποθέσεις πώλησαν τις ενεχυριασμένες μετοχές. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
- Η εισήγηση ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι όλες οι αξίες που αγοράζονταν ήταν αξίες εισαγμένες στο ΧΑΚ. Για πρώτη φορά ετέθη το πιο πάνω θέμα στο στάδιο των αγορεύσεων. Η έννοια της λέξης «αξίες» καθορίζεται στη συμφωνία και περιλαμβάνει μετοχές, ομόλογα, δημόσια χρεόγραφα και όποια άλλη αξία έχει εισαχθεί στο ΧΑΚ. Στη μαρτυρία της η κα Τ. Θεμιστοκλέους μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ο εναγόμενος με το άνοιγμα του λογαριασμού μπορούσε να πραγματοποιεί συναλλαγές στο ΧΑΚ για την αγοραπωλησία αξιών. Οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του προέβαιναν σε συναλλαγές και οι ενάγοντες κατέβαλλαν το τίμημα αγοράς την προμήθεια του χρηματιστή ως επίσης και το τέλος του ΧΑΚ. Παρουσίασε όλες τις εξουσιοδοτήσεις που έλαβαν από το εκάστοτε χρηματιστηριακό γραφείο του εναγόμενου (βλ. τεκμ.7) στις οποίες αναφέρονται λεπτομέρειες και ειδικότερα μεταξύ άλλων καθορίζεται και το τέλος του ΧΑΚ. Πραγματοποιώντας τέτοιες συναλλαγές ο λογαριασμός του εναγόμενου παρουσίαζε το ποσό που περιγράφεται πιο πάνω. Δεν αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από το συνήγορο του εναγόμενου η αγοραπωλησία αξιών που ήταν εισαγμένες στο ΧΑΚ. Η μαρτυρία της κας Τ. Θεμιστοκλέους γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο όπως έχει ήδη αναφερθεί σε αντίθεση με αυτή του εναγόμενου. Πέραν δε τούτου ο εναγόμενος στη μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι πωλήθηκαν ή αγοράστηκαν μετοχές που δεν ήταν εισαγμένες στο ΧΑΚ. Το παράπονο του ήταν άλλο. Συνεπώς η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
- Κατά πόσο οι ενάγοντες απόδειξαν το οφειλόμενο ποσό και εισήγηση ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου 11,5%. Όπως διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου οι ενάγοντες παρουσίασαν μαρτυρία μέσα και από τις καταστάσεις λογαριασμού, η οποία καταδεικνύει ότι ο λογαριασμός του εναγόμενου έχει υπόλοιπο ΛΚ28.533,
- Πέραν δε τούτου δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της κας Τ. Θεμιστοκλέους επί του προκειμένου. Δεν αμφισβητήθηκαν οι χρεώσεις που καταγράφονται στις καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποδίδουν την αληθινή και πραγματική εικόνα. Εξάλλου ο εναγόμενος αξιώνει ανταπαιτητικώς το εν λόγω ποσό και στη μαρτυρία του ανέφερε ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού αποτελεί ζημιά που υπέστη και που ζητά να επιδικαστεί εναντίον των εναγόντων, μαρτυρία φυσικά που το Δικαστήριο δεν αποδέκτηκε όπως έχει αναφερθεί και στο στάδιο της αξιολόγησης. Συνεπώς οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να αποδείξουν το οφειλόμενο ποσό το οποίο ανέρχεται στις ΛΚ28.533,
- Ο συνήγορος του εναγόμενου εισηγήθηκε ότι δεν δικαιολογείται η επιδίκαση τόκου 11,5%, ενόψει των προνοιών της συμφωνίας (τεκμ.1) και ειδικότερα του όρου 4, ο οποίος προνοεί όπως όλες οι διευκολύνσεις επιβαρύνονται με τόκο 8,5% ετησίως ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που τότε ήταν 9%. Ήταν η θέση του ότι με τον περί Φιλελευθεροποίησης των Επιτοκίων Νόμο δεν προβλέπεται ανώτατο ποσοστό επιτοκίου και συνεπώς οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να χρεώνουν πέραν των συμφωνηθέντων. Η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία (τεκμ.1) προέβλεπε τα ακόλουθα: «
- Όλες οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο 8,5% το χρόνο πάνω στα ημερησία χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις .......». Όταν έγινε η συμφωνία το ανώτατο επιτόκιο με το Ν.2/97ήταν 9%. Τα επιτόκια ελευθεροποιήθηκαν από 1.1.2001 με το Ν.160
(1)/
- Δεν υπάρχει πλέον απαγόρευση σχετικά με το μέγιστο ποσοστό επιτοκίου. Προκύπτει ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων για αλλαγή στο επιτόκιο νοουμένου ότι θα ενημερώνουν τους οφειλέτες είτε με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο είτε με γραπτή ειδοποίηση. Οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας να τροποποιήσουν το επιτόκιο μέχρι το επιτρεπόμενο νόμιμο επιτόκιο. Στην προκειμένη περίπτωση η κα Τ. Θεμιστοκλέους ανέφερε ότι με ανακοινώσεις οι ενάγοντες κοινοποίησαν την αύξηση του επιτοκίου (βλ. τεκμ. 8 μέχρι 18). Περαιτέρω με τον τερματισμό της συμφωνίας (τεκμ. 19) οι ενάγοντες μεταξύ άλλων κοινοποιούσαν ότι ο λογαριασμός θα επιβαρύνεται με επιτόκιο 11,5%. (σχετικές είναι οι αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρου Χαριλάου Λτδ κ.ά., Πολ. Έφεση αρ. 163/2006/ημερ. 5.5.2009 και Κόμπου ν. Universal Bank Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 340/2006/ ημερ.27.2.2009). Συνεπώς και πάλιν η σχετική εισήγηση του συνηγόρου του εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται.
- Η Ανταπαίτηση του εναγόμενου συνιστούσε την άλλη όψη της Υπεράσπισης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία του εναγόμενου για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω. Πέραν δε τούτου δεν υπάρχει οτιδήποτε που να στοιχειοθετεί και να συνθέτει την Ανταπαίτηση. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει αμέλεια από μέρους των εναγόντων η οποία να προκαλεί οικονομική απώλεια ή και ζημιά του εναγόμενου. Συνεπώς η Ανταπαίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
- Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €48.752,74 (ΛΚ28.533,71) με τόκο 11,5% από 1.1.2007 μέχρι εξόφλησης και του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): .................. Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο