← Κύπρος

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ AHMET OMER SADIK, Διαχειρίσεις υπ΄ αρ. 40/63-124/97-125/97, 23 Φεβρουαρίου, 2011

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ AHMET OMER SADIK, Διαχειρίσεις υπ΄ αρ. 40/63-124/97-125/97, 23 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Διαχειρίσεις υπ΄ αρ. 40/63-124/97-125/97 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 189 -ΚΑΙ- ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ AHMET OMER SADIK, τέως από τα Περβόλια, Αποβιώσαντα Αιτήσεις ημερ. 23/12/10 για παράταση χρόνου καταχώρησης ένστασης 23 Φεβρουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή στην αίτηση που αφορά την διαχείριση αρ. 40/63: Ο κ. Μ.Βλαδιμήρου. Για τον Αιτητή στην αίτηση που αφορά την διαχείριση αρ. 124/97: Ο κ. Μ.Βλαδιμήρου. Για τον Αιτητή στην αίτηση που αφορά την διαχείριση αρ. 40/63: Ο κ. Δ. Κακουλλής. Για τον Αιτητή στην αίτηση που αφορά την διαχείριση αρ. 124/97: Ο κ. Δ. Κακουλλής. Για τον Αιτητή στην αίτηση που αφορά την διαχείριση αρ. 125/97: Ο κ. Δ. Κακουλλής. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση που αφορά τη διαχείριση 40/63: Ο κ. Αντ. Δημητρίου. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση που αφορά τη διαχείριση 124/97: Ο κ. Αντ. Δημητρίου. Για τον Καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση που αφορά τη διαχείριση 125/97: Ο κ. Αντ. Δημητρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν οι ακόλουθες τρεις αιτήσεις: ® Η Αίτηση ημερομηνίας 2.10.2007 που υπεβλήθη από τον κ. Νάσο Παναγιώτου για αντικατάσταση του διαχειριστή Μ. Βλαδιμήρου, ® Η Αίτηση ημερομηνίας 4.04.2008 οποία καταχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα και αφορά τον καθορισμό των κληρονόμων στις πιο πάνω διαχειρίσεις και, ® Η Αίτηση ημερομηνίας 17.06.2008 η οποία καταχωρήθηκε από τον κ. Αντώνη Δημητρίου για παύση των διαχειριστών Μ. Βλαδιμήρου και Δ. Κακουλλή (διαχείριση υπ΄ αριθμό 125/97 και υπ' αριθμό 40/63) Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 16.11.2010 έκρινε ότι οι αιτήσεις ημερ. 2.10.2007 και 17.06.2008 ήταν τέτοιας φύσεως που θα έπρεπε να εκδικαστούν πριν από την εκδίκαση της αίτησης που υπέβαλε ο Γενικός Εισαγγελέας ημερ. 4.04.2008 που αφορά τον καθορισμό των κληρονόμων. Το Δικαστήριο έδωσε ταυτόχρονα οδηγίες όπως καταχωρηθούν στις πιο πάνω αιτήσεις ενστάσεις από τους ενδιαφερόμενους το αργότερο μίαν εβδομάδα πριν την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης που ήταν 21.12.2010, δηλαδή μέχρι 14.12.
  2. Τελικώς καταχωρήθηκαν στην αίτηση ημερ. 17/6/08 ενστάσεις στις 16.12.2010, δηλαδή μεταγενέστερα από την προθεσμία που δόθηκε. Συγκεκριμένα, καταχωρήθηκαν τρεις ενστάσεις, μία από τον κ. Κακουλλή ημερ. 17.12.2010 αναφορικά με τη διαχείριση 40/63 και δύο από τον κ. Βλαδιμήρου ημερ. 16.12.2010 αναφορικά με τη διαχείριση 40/63 και τη διαχείριση 124/
  3. Εν τέλει το Δικαστήριο, μετά από αίτημα του κ. Βλαδιμήρου και του κ. Κακουλλή, ανέβαλε την ακρόαση των πιο πάνω αναφερόμενων αιτήσεων στις 21.12.2010 για να δοθεί η ευκαιρία στους πιο πάνω αναφερόμενους συνηγόρους να υποβάλουν αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένστασης τους. Τελικώς κατεχωρήθη τόσο από τον κ. Βλαδιμήρου όσο και από τον κ. Κακουλλή στις 23.12.2010 αιτήσεις για παράταση της προθεσμίας καταχώρισης της ένστασής τους στην αίτηση ημερ. 17.06.
  4. Αίτηση εκ μέρους Μ. Βλαδιμήρου ημερ. 23.12.2010 αναφορικά με τις διαχειρίσεις με αριθμούς 40/63, 124/97 και 125/97 Η πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση βασίζεται στη Δ.48, Δ.57 θ.2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Βλαδιμήρου. Σ΄ αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Με τον Δώρο Κακουλλή και τον Αντώνη Δημητρίου ο ενόρκως δηλών είναι συνδιαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ahmet Omer Sadik στη διαχείριση με αριθμό 40/
  5. · Στην ένστασή του ημερ. 16.12.2010 εξηγά τους λόγους που δεν πρέπει να παυθεί ο ενόρκως δηλών από συνδιαχειριστής. · Η αίτηση του Αντώνη Δημητρίου για παύση των διαχειριστών Μ. Βλαδιμήρου και Δ. Κακουλλή, ενώ καταχωρήθηκε τον Ιούνιο του 2008, παρέμεινε αδρανής πέραν των δυόμισι χρόνων για ανεξήγητους λόγους για τους οποίους ο ενόρκως δηλών δεν έχει οποιαδήποτε ευθύνη αλλά ο αιτητής παρέλειψε αμελώς να προωθήσει την αίτησή του. · Επειδή εκκρεμούσαν και άλλες αιτήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου το Δικαστήριο αποφάσισε στις 16.11.2010 ότι είχε προτεραιότητα να ακουστεί η αίτηση του Αντώνη Δημητρίου και δόθηκε χρόνος για καταχώριση ενστάσεων επτά μέρες πριν τη δικάσιμο. Ο ενόρκως δηλών καθυστέρησε στην καταχώριση της ένστασής του δύο μέρες. · Η αίτηση του Αντώνη Δημητρίου δεν του έχει επιδοθεί, όπως προνοούν οι θεσμοί, ούτως ώστε να καταχωρίσει την ένστασή του πριν δυόμισι χρόνια περίπου. · Οι φάκελοι των διαχειρίσεων 40/63 και 124/97 δεν ευρίσκοντο στο Πρωτοκολλητείο ούτως ώστε να καταχωρίσει ο ενόρκως δηλών την ένστασή του έγκαιρα. · Λόγω των πιο πάνω συνθηκών είναι δίκαιο να εγκριθεί το αίτημα για ολιγοήμερη παράταση για καταχώριση της ένστασης ούτως ώστε ο συνδιαχειριστής να έχει την ευκαιρία να ακουστεί από το Δικαστήριο και για να προστατεύσει την περιουσία του αποβιώσαντος. Διαφορετικά οι κληρονόμοι που του έδωσαν το δικαίωμα να προστατεύσει τα κληρονομικά τους δικαιώματα θα μείνουν εκτεθειμένοι αφού ο αιτητής διεκδικεί όλη την περιουσία των πιο πάνω αποβιωσάντων προς όφελος των κληρονόμων που ο ίδιος αντιπροσωπεύει. Αίτηση εκ μέρους Δ. Κακουλλή ημερ. 23.12.2010 αναφορικά με τις διαχειρίσεις με αριθμούς 40/63, 124/97 και 125/97 Η πιο πάνω αναφερόμενη αίτηση βασίζεται στη Δ.48, Δ.57 θ.2, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση του Δώρου Κακουλλή. Σ΄ αυτή αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: § Η αίτηση ημερ. 17.06.2008 η οποία καταχωρήθηκε από τον κ. Αντώνη Δημητρίου (η επίδικη) ουδέποτε επιδόθηκε στον ενόρκως δηλούντα. § Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την ύπαρξή της και ότι στρεφόταν εναντίον του ενόρκως δηλούντα στις 21.12.2010 που ήταν ορισμένη για ακρόαση και την ίδια μέρα προέβη ο ενόρκως δηλών σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης και πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της αίτησης και το ότι τον αφορούσε. § Στις 15.11.2010 ειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο ότι την επομένη, δηλαδή στις 16.11.2010, θα εκδίδονταν οδηγίες και/ή διάταγμα από το Δικαστήριο. Κατά την εμφάνιση του ενόρκως δηλούντα στις 16.11.2010 το Δικαστήριο όρισε για εκδίκαση τις αιτήσεις παύσης διαχειριστών στις 21.12.2010 με οδηγίες να καταχωρηθούν ενστάσεις μια βδομάδα πριν από την ακρόαση, κάτι που ο ενόρκως δηλών δεν θυμόταν και ούτε είχε σημειώσει. § Όταν ο ενόρκως δηλών διαπίστωσε στη συνέχεια στους φακέλους που διατηρούσε για τις αναφερόμενες διαχειρίσεις ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αίτηση για αλλαγή διαχειριστών, στις 26.11.2010, 8.12.2010 και 14.12.2010 αποτάθηκε στο Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ζήτησε να προβεί σε έρευνα στους φακέλους των υποθέσεων αυτών αλλά δεν κατέστη δυνατό λόγω του ότι οι φάκελοι δεν ανευρίσκονταν. Στις 15.12.2010 το απόγευμα επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο Διαχειρίσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και ζήτησε να προβεί σε έρευνα των φακέλων, όπως και έγινε. Κατά την έρευνα στους εν λόγω φακέλους και λόγω του περιορισμένου χρόνου που είχε στη διάθεσή του κράτησε σημειώσεις και στις 17.12.2010 υπέβαλε την ένστασή του στη διαχείριση με αριθμός 40/
  6. Στη διαχείριση 124/97 λόγω του περιορισμένου χρόνου δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα στοιχεία από το φάκελο για να υποβάλει την ένστασή του. § Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο ενόρκως δηλών σε καμία περίπτωση είχε οποιαδήποτε πρόθεση να ταλαιπωρήσει το Δικαστήριο και ότι αντίθετα προέβηκε σε όλα τα δυνατά διαβήματα για να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. § Η αδυναμία καταχώρισης εμπρόθεσμα της ένστασής του οφείλετο στα ακόλουθα: i. Στην παράλειψη επίδοσης της επίδικης αίτησης η οποία για δύο και πλέον χρόνια δεν προωθείτο και τους τελευταίους μήνες παρέμεινε χωρίς ημερομηνία ορισμού. ii. Στην απουσία του φακέλου της υπόθεσης από το Πρωτοκολλητείο, γεγονός που του στέρησε το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτό για να διαπιστώσει τις οδηγίες του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμπρόθεσμα την ένστασή του. iii. Η μη καταχώριση των οδηγιών του Δικαστηρίου στους φακέλους των υποθέσεών του, του στέρησε το δικαίωμα να πληροφορηθεί τις οδηγίες του Δικαστηρίου έστω και στις 15.12.
  7. § Στην περίπτωση που δεν δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες οι κληρονόμοι που ο ενόρκως δηλών εκπροσωπεί θα αποστερηθούν του δικαιώματος να ακουστούν. § Οι πελάτες που εκπροσωπεί ο ενόρκως δηλών έχουν πολύ καλή υπόθεση. § Από την έκδοση των αιτουμένων θεραπειών δεν θα επηρεαστούν τα συμφέροντα των πελατών του αιτητή. Ενσταση εκ μέρους Α. Δημητρίου ημερ. 7.01.2011 στις αιτήσεις ημερ. 23.12.2010 του Μ. Βλαδιμήρου Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Αρθρο 30 του Συντάγματος και στο Αρθρο 6 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Με την παύση του Μ. Βλαδιμήρου από διαχειριστή της περιουσίας κανένας κατ΄ ισχυρισμό κληρονόμος δεν θα στερηθεί του δικαιώματός του να προβάλει ισχυρισμούς περί των κληρονομικών δικαιωμάτων του με αποτέλεσμα κανένα δικαίωμα των κατ΄ ισχυρισμό κληρονόμων να επηρεάζεται. ü Στην αίτηση ημερ. 17.06.2008 υπάρχουν σοβαρά παραπτώματα και/ή εσκεμμένες παραλείψεις εκ μέρους του Μ. Βλαδιμήρου που όχι μόνο δικαιολογούν την παύση του αλλά το Δικαστήριο δύναται ακόμη και αυτεπάγγελτα να το πράξει. ü Η επίδικη αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 17.06.2008 ορίστηκε στις 23.06.2008 και επαναορίστηκε στις 17.09.2008 για να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τότε. Στις 17.09.2008 δεν καταχωρήθηκε ένσταση και δόθηκαν ξανά οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρηθούν ενστάσεις και η υπόθεση επαναορίστηκε για τις 3.11.2008, 4.12.2008 και 26.12.2009 για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να καταχωρηθούν ενστάσεις. Στο ενδιάμεσο καταχωρήθηκαν και άλλες αιτήσεις, όπως η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα εκ μέρους του Κηδεμόνα, και η υπόθεση ορίστηκε σε άλλες κατοπινές ημερομηνίες κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο Μ. Βλαδιμήρου έλαβε γνώση της επίδικης αίτησης από το 2008 και παρέλειψε να καταχωρίσει ένσταση μέχρι σήμερα. ü Ο Μ. Βλαδιμήρου επιρρίπτει ευθύνες σε όλους πλην του εαυτού του και δεν διστάζει να επιρρίψει ευθύνες όχι μόνο στο Πρωτοκολλητείο αλλά ακόμα και στο ίδιο το Δικαστήριο. Σαν επιστέγασμα της πλήρους αδιαφορίας του για τη δικαστική διαδικασία είναι και το γεγονός ότι, ενώ το Δικαστήριο στις 21.12.2010 έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης του κ. Βλαδιμήρου μέχρι τις 3.01.2011, για μια ακόμη φορά τις έχει παραβεί. ü Ο Μ. Βλαδιμήρου δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης για παράταση χρόνου καθότι αυτή έχει καταχωρηθεί μετά τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας για καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημερ. 17.06.
  8. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Δημητρίου στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης που εκτέθηκαν ανωτέρω. Ενσταση εκ μέρους Α. Δημητρίου ημερ. 7.01.2011 στην αιτήσεις ημερ. 23.12.2010 του Τάσου Μιχαηλίδη Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9, Δ.57 θ.2 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Αρθρο 30 του Συντάγματος και στο Αρθρο 6 της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: ü Είναι άξιο απορίας πώς ο Δ. Κακουλλής αντιλήφθηκε πρώτη φορά την ύπαρξη της επίδικης αίτησης και ότι στρέφεται εναντίον του στις 21.12.2010, εφόσον σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου στις 16.11.2010, ο Δ. Κακουλλής ήταν παρών όταν το Δικαστήριο έδιδε οδηγίες για καταχώριση ένστασης στην αίτηση ημερ. 17.06.
  9. ü Η επίδικη αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 17.06.2008 ορίστηκε στις 23.06.2008 και επαναορίστηκε στις 17.09.2008 για να καταχωρηθεί ένσταση μέχρι τότε. Στις 17.09.2008 δεν καταχωρήθηκε ένσταση και δόθηκαν ξανά οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρηθούν ενστάσεις και η υπόθεση επαναορίστηκε για τις 3.11.2008, 4.12.2008 και 26.12.2009 για να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες και να καταχωρηθούν ενστάσεις. Στο ενδιάμεσο καταχωρήθηκαν και άλλες αιτήσεις, όπως η αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα εκ μέρους του Κηδεμόνα, και η υπόθεση ορίστηκε σε άλλες κατοπινές ημερομηνίες κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο Δ. Κακουλλής έλαβε γνώση της επίδικης αίτησης από το 2008 και παρέλειψε να καταχωρίσει ένσταση μέχρι σήμερα. ü Ενώ ο Δ. Κακουλλής ισχυρίζεται ότι στις 16.11.2010 το Δικαστήριο όρισε για εκδίκαση τις αιτήσεις για παύση διαχειριστών στις 21.12.2010 με οδηγίες να καταχωρηθούν ενστάσεις, αλλού αναφέρει ότι για πρώτη φορά αντιλήφθηκε την ύπαρξη της επίδικης αίτησης στις 21.12.
  10. ü Ο Δ. Κακουλλής επιρρίπτει ευθύνες σε όλους πλην του εαυτού του και δεν διστάζει να επιρρίψει ευθύνες όχι μόνο στο Πρωτοκολλητείο αλλά ακόμα και στο ίδιο το Δικαστήριο. Σαν επιστέγασμα της πλήρους αδιαφορίας του για τη δικαστική διαδικασία είναι και το γεγονός ότι, ενώ το Δικαστήριο στις 21.12.2010 έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης του κ. Δ. Κακουλλή μέχρι τις 3.01.2011, για μια ακόμη φορά τις έχει παραβεί. ü Ο Δ. Κακουλλής δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης για παράταση χρόνου καθότι αυτή έχει καταχωρηθεί μετά τη λήξη της καθορισμένης προθεσμίας για καταχώριση ένστασης. ü Με την παύση του Δ. Κακουλλή από διαχειριστή της περιουσίας κανένας κατ΄ ισχυρισμό κληρονόμος δεν θα στερηθεί του δικαιώματός του να προβάλει ισχυρισμούς περί των κληρονομικών δικαιωμάτων του με αποτέλεσμα κανένα δικαίωμα των κατ΄ ισχυρισμό κληρονόμων να επηρεάζεται. ü Ο Δ. Κακουλλής αιτήθηκε και του εδόθη άδεια για υποβολή αίτησης για παράταση χρόνου στη διαχείριση με αριθμό 40/63 και όχι στις διαχειρίσεις με αριθμούς 124/97 και 125/97 με αποτέλεσμα η υπό αναφορά αίτηση να πρέπει να αγνοηθεί και/ή απορριφθεί. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Κατά την εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο κος Βλαδιμήρου υποστήριξε ότι η αίτηση του κ. Αντ. Δημητρίου δεν του είχε επιδοθεί όπως προνοούν οι Θεσμοί και ότι θα ήταν δίκαιο να ακουσθεί και η άλλη πλευρά παρά το εκπρόθεσμο της ένστασης επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, το Σύνταγμα. O κος Κακουλλής υποστήριξε, εν πρώτοις, ότι στις υπό εξέταση αιτήσεις που καταχώρησε ο κ. Δημητρίου στις διαχειρίσεις 124/97, 125/97 και 40/63 υπάρχει από μέρους των πελατών που εκπροσωπεί καλή υπόθεση και ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος για να καθυστερήσει η πλευρά του να καταχωρήσει τις ενστάσεις της. Ο λόγος δε της καθυστέρησης οφείλετο, όπως εξήγησε, στο γεγονός της μη επίδοσης της αίτησης και στο ότι ο φάκελος των υποθέσεων δεν ήταν στο Πρωτοκολλητείο για σκοπούς πρόσβασης σ΄ αυτό. Πρόσθεσε δε ότι, παρά τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε η πλευρά του, κατεχωρήθη ένσταση στην υπ΄ αρ. 40/63 γιατί νόμιζε ότι μόνο αυτή τον αφορούσε, ενώ δεν είχε υποπέσει στην αντίληψή του ότι υπήρχαν και άλλες αιτήσεις που τον αφορούσαν. Όπως δε το έθεσε, δεν είναι το τέλος του κόσμου η παράλειψη καταχώρησης ένστασης εμπρόθεσμα ειδικά όταν υπάρχει βάσιμη υπόθεση. Ο κος Αντ. Δημητρίου υποστήριξε, εν πρώτοις, ότι θέμα επίδοσης της αίτησης δεν τέθηκε στις 16/11/10 που οι δύο συνήγοροι ήσαν παρόντες προσθέτοντας ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να εγείρεται τέτοιο θέμα όταν η άλλη πλευρά ήταν παρούσα και εμφανίζετο γιατί η ουσία της επίδοσης είναι να λάβει γνώση η άλλη πλευρά. Οσον αφορά το δικαίωμα να ακουσθεί η άλλη πλευρά ο συνήγορος επεσήμανε ότι στις διαχειρίσεις δεν υπάρχουν διάδικοι και αντίδικοι και ότι καμία διαδικασία δεν θα γίνει χωρίς προηγουμένως να καθορισθούν οι κληρονόμοι. Σε περίπτωση δε, πρόσθεσε, που θα παυθούν οι διαχειριστές τότε οι διάδικοι θα έχουν δικαίωμα να ακουσθούν. Τέλος, ο κος Δημητρίου εισηγήθηκε ότι η παράταση χρόνου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και αναφέρθηκε στις πρόνοιες της Δ.57, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σε σχετική επί του θέματος αυτού νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν σημειώθηκε μη συμμόρφωση προς οποιαδήποτε δικονομική ρύθμιση η οποία προβλέπεται στους Θεσμούς. Σημειώθηκε μη συμμόρφωση χρονικά, προς ένα διάταγμα που είχε εκδοθεί με βάση τους Θεσμούς. Το ένδικο μέσο που προσφέρεται για θεραπεία αυτής της παρασπονδίας είναι αυτές τούτες οι πρόνοιες της Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αυτές δίδουν ρητά την εξουσία επέκτασης του χρόνου έτσι ώστε να υπάρξει συμμόρφωση και δεν χρειάζεται να ανατρέξει κάποιος στις πρόνοιες της Δ.64 προσπαθώντας να βρει αν πρόκειται περί παρατυπίας, αν αυτή είναι θεραπεύσιμη κλπ. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται, επομένως, βασικά στη Δ.57 θ.2 η οποία έχει ως εξής: «
  11. A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these Rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed: provided that when the time for delivering any pleading or document or filing any affidavit, answer or document, or doing any act is or has been fixed or limited by any of these Rules or by any direction or order of the Court or Judge, the costs of any application to extend such time and of any order made thereon shall be borne by the party making such application unless the Court or Judge shall otherwise order.» Κατά συνέπεια αυτό που το Δικαστήριο καλείται να κάμει είναι αν μέσα στα πλαίσια της Δ.57 θ.2 θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της παράτασης του χρόνου καταχώρησης της ένστασης ή όχι. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Mαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώ Αλεξάνδρου

(1991)1 Α.Α.Δ. 945 (στη σελίδα 952): «Η παρέλευση μίας προθεσμίας που προβλέπουν οι Κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της.»[1] Όπως έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων οι πρόνοιες της Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών παρέχουν στο Δικαστήριο διακριτική εξουσία να παρατείνει τις χρονικές προθεσμίες που προνοούνται από τους Θεσμούς ή που τάσσονται από το Δικαστήριο για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που απαιτούνται στη διαδικασία. Η διακριτική αυτή εξουσία δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο περιορισμό και η άσκηση της υπέρ ή κατά του αιτητή εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Σκοπός των προνοιών της Διάταξης είναι να δώσουν στο Δικαστήριο τη διακριτική εξουσία να παρατείνει τις προθεσμίες με στόχο την εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης και την αποφυγή πρόκλησης αδικίας.[2] Οι αρχές που διέπουν το θέμα παροχής παράτασης χρόνου για λήψη ενός δικονομικού διαβήματος, έχουν επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ειδικότερα το θέμα της ζητούμενης παράτασης χρόνου στην υπό εξέταση περίπτωση, η οποία διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.57 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εξετάστηκε μεταξύ άλλων και στην απόφαση στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας [3].Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση εκείνη (σελ. 374) εκθέτει με περισσή σαφήνεια τις βασικές αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα και το μεταφέρω εδώ αυτούσιο (σελ 374 - 375): «Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Εχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας. Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές: 1. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis
(1968)1 C.L.R. 291, 293 και Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. 143). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ., 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic
(1981)3 C.L.R. 271). 2.Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1190, Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348, και Βαρδιάνου ν. Richards
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 698). ΄Οπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή
(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Σενέκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1108). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904). 4.Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ. 143. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 7 στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. 'Οπως εξηγείται στη Χόππης, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1997)3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 257).» Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στη σελίδα 1814 ο σκοπός του αντίστοιχου με τη δική μας Αγγλικού Order Ο.64 r.7 είναι να δώσει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο προς το σκοπό αποφυγής πρόκλησης αδικίας στους διάδικους. Ωστόσο όπου ανεπανόρθωτη συνέπεια θα προκαλείτο με την αποδοχή μιας καθυστερημένης αίτησης, η οποία ξεφεύγει από τη συνηθισμένη πρακτική, ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί εντός της προθεσμίας, θα πρέπει να υποστεί τις συνέπειες, ενώ, σ΄άλλες περιπτώσεις, η ένσταση αναφορικά με την καθυστέρηση δεν θα έπρεπε να εισακουσθεί και οποιαδήποτε ζημιά προκληθεί από την καθυστέρηση μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων. Μια ειδική, ωστόσο, περίσταση, όπως η υπερβολική καθυστέρηση, μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια ενάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να παρατείνει το χρόνο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα που έχει ως εξής: «The object of the rule is to give the Court a discretion to extend time with a view to the avoidance of injustice to the parties (Schafer v. Blyth
(1920)3 K.B. p.143; Saunders v. Pawley, supra, at p.237) when an irreparable mischief would be done by acceding to a tardy application it being a departure from the ordinary practice the person who has failed to act within the proper time ought to be the sufferer but in other cases the objection of lateness ought not to be listened to and any injury caused by delay, may be compensated for by the payment of costs´ (per Bramwell L.J. in Atwood v. Chichester 3Q.B.D. p.723, C.A.). A special circumstance, however, such as excessive delay may induce a Court in its discretion to refuse to extend the time (per Jessel M. R. Eaton v. Storer 22 Ch.D. p.92(A). .....» ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΕΩΝ Οταν το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της παράτασης ή όχι λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες, όλοι όμως κατατείνουν στο να εξυπηρετηθεί καλύτερα το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης. Φαίνεται, όμως, ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες έχει σχέση με το διαρρεύσαντα χρόνο από την καταστρατήγηση της αρχικής προθεσμίας αλλά και με τη συμπεριφορά του επιδιώκοντος την παράταση. Όπως έχει νομολογηθεί όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος[4]. Αντίθετα, καθυστέρηση, ειδικά αν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών[5]. Εχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω και αφού έχω εξετάσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου θα ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης του αιτουμένου διατάγματος. Επισημαίνεται ότι οι Αιτητές στις υπό κρίση αιτήσεις για παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένστασης τους καταχώρησαν την ένσταση τους πριν την ημερομηνία της ακρόασης των αιτήσεων ημερ. 2/10/07 και 17/6/08, δηλαδή πριν τις 21/12/10, έστω και εκπρόθεσμα. Κατά συνέπεια δεν άφησαν την ταχθείσα προθεσμία να παρέλθει εντελώς ανεκμετάλλευτη. Περαιτέρω σημειώνω ότι δύο μόλις μέρες μετά την ημερομηνία ακρόασης των πιο πάνω αναφερομένων αιτήσεων έσπευσαν να καταχωρήσουν τις υπό κρίση αιτήσεις για παράταση του χρόνου καταχώρησης της ένστασης, δηλαδή στις 23/12/10. Επίσης δεν διαφαίνεται, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος για παράταση του χρόνου, οποιοσδήποτε επηρεασμός των συμφερόντων των Καθ΄ ων η Αίτηση στις υπό κρίση αιτήσεις. Αντίθετα άρνηση παράτασης του χρόνου ουσιαστικά θα αποστερούσε από τους αιτητές του δικαιώματος τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις θέσεις τους σ΄ ένα θέμα που τους αφορά εφόσον με τις αιτήσεις ημερ. 2/10/07 και 17/6/08 επιζητείται η παύση των αιτητών ως διαχειριστών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρησης των ενστάσεων στις αιτήσεις ημερ. 2/10/07 και 17/6/07 για 7 μέρες από σήμερα. Θεωρώ, επομένως, τις ήδη καταχωρηθείσες ενστάσεις ως καλώς καταχωρηθείσες. Οσον αφορά τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των αιτητών στις υπό κρίση αιτήσεις για παράταση του χρόνου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................ Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. Όταν το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ της παράτασης ή όχι λαμβάνει υπόψη μια σειρά από παράγοντες, όλοι όμως κατατείνουν στο να εξυπηρετηθεί καλύτερα το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης. Φαίνεται όμως ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες έχει σχέση με το διαρρεύσαντα χρόνο από την καταστρατήγηση της αρχικής προθεσμίας αλλά και με τη συμπεριφορά του επιδιώκοντος την παράταση. Οπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Θεόδωρου Χόππη ν. Παναγή 1993) 1 Α.Α.Δ. 140 (ανωτέρω) όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος. Οπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Αφοι Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ ν. Λάμπρου Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, «Καθυστέρηση ειδικά όταν είναι μακρά πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών.» [1] Δέστε Μαρκίδης ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 898. [2] Δέστε Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καραμιχαήλ και άλλων
(1967)1 Α.Α.Δ. 61, Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis
(1968)1 A.A.Δ. 291, Τhe Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 A.A.Δ 1, Samanis v. Symillides
(1985)1 A.A.Δ. 187, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Λάμπρος Αδάμου Χατζηνικόλα,
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, Θεοδώρου Χόππη ν. Ιακώβου Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140). [3]
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. [4] Δέστε Θεοδώρου Χίππη ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140. [5] Δέστε Α/φοι Ιακώβου Κατασκευαί Λτδ. ν. Λάμπρου Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.