ALPHA BANK LTD ν. Φλουρέντζου Φλουρέντζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2652/99, 28 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2652/99 Μεταξύ: ALPHA BANK LTD Ενάγουσα και Φλουρέντζου Φλουρέντζου Άντρης Φλουρέντζου Γιώργου Ηρακλέους Εναγόμενων Επί τοις Αφορώσι τον Περί Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμο Κεφ.62 ALPHA BANK LTD Αιτήτριας και Φλουρέντζου Φλουρέντζου Άντρης Φλουρέντζου Παναγιώτας Φλουρέντζου Καθ' ων η Αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 26/10/2010 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Φεβρουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Αχιλλέως Για Εναγόμενους 1, 2 και 3-Καθ' ων η αίτηση1, 2 και 3: κ. Παπαλλής (για να ακούσει απόφαση κα Κουσιάππα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Αιτήτρια εταιρεία καταχώρησε Αίτηση με την οποία αξίωσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση 3 από του να πωλήσει, δωρίσει, υποθηκεύσει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσει και/ή δεσμεύσει και/ή επιβαρύνει τα 2/9 μερίδια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3110, Τμήμα 7, Φ/ΣΧ.40/55W2, Τεμάχιο 1800, οικόπεδο στον Άγιο Φανούριο, μέχρι την ακρόαση της κυρίως αίτησης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφονται ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, άρθρα 4 και 5, ο περί Δικαστηρίων Νόμος άρθρο 32, ο περί Παρεμποδίσεως Δόλιων Μεταβιβάσεων Νόμος Κεφ.62 άρθρα 2-5, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.48 θ.1-4 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύτηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Ιωάννου, υπαλλήλου της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να ορκιστεί για τα γεγονότα που αφορούν την υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η Ενάγουσα είναι εξ αποφάσεως δανειστής των Εναγομένων 1 και 2 δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ.22/09/
- Ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3110, Τμήμα 7, Φ/Σχ.40/55W2, Τεμάχιο 1800, οικόπεδο στον Άγιο Φανούριο, στο Δήμο Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας και κατείχαν 1/9 μερίδιο ο καθένας τους. Στις 20/12/2000, μετά την έκδοση της απόφασης, η Ενάγουσα αποτάθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας για να εγγράψει τη δικαστική απόφαση με την κατάθεση memo, με αριθμό ΕΒ670/00, σε ακίνητο του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα, στη συνέχεια μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας πρόσφατα, διαπιστώθηκε ότι στις 18/02/2009 οι Εναγομένοι-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 μεταβίβασαν το συγκεκριμένο ακίνητο δυνάμει δωρεάς, στην κόρη τους Καθ' ης η αίτηση 3, Παναγιώτα Φλουρέντζου. Κατά την άποψη του ομνύοντα, η συγκεκριμένη μεταβίβαση έγινε κακόπιστα, χωρίς αντάλλαγμα και με την πρόθεση να εμποδιστεί η Ενάγουσα να ασκήσει το δικαίωμά της για κατάθεση memo και να προχωρήσει με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Από πλευράς της, η Καθ' ης η αίτηση 3, δέχθηκε επ' ονόματί της την εγγραφή και τη μεταβίβαση του συγκεκριμένου ακινήτου, δόλια και κακόπιστα και με πρόθεση να εμποδιστεί η Ενάγουσα-Αιτήτρια από την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Καταλήγει δε, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αποξένωσης της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας και θα καταστεί αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δε εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, πριν την επίδοση της κυρίως αίτησης, αφού με την κυρίως αίτηση η Ενάγουσα-Αιτήτρια ζητά την ακύρωση της μεταβίβασης του συγκεκριμένου ακινήτου και της επανεγγραφής του επ' ονόματι των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Εισηγείται ότι η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία στους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση. Στα πλαίσια εξέτασης από το Δικαστήριο του θέματος του κατ' επείγοντος, ζητήθηκε από την Αιτήτρια-Ενάγουσα όπως της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα. Δόθηκε άδεια και καταχωρίστηκε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση στις 02/11/
- Στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Μάριου Ιωάννου, καταγράφεται ότι η Ενάγουσα είχε λάβει γνώση της συγκεκριμένης μεταβίβασης στις 05/08/2010 μετά από έρευνα που διεξήγαγε στο Κτηματολόγιο. Ο λόγος που δεν καταχωρίστηκε μονομερής αίτηση αμέσως, ήταν γιατί οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 είχαν επικοινωνήσει με την Ενάγουσα επανειλημμένα και τη διαβεβαίωναν ότι θα εξοφλούσαν το εξ αποφάσεως χρέος τους. Λόγω της μη τήρησης της υπόσχεσής τους, η Ενάγουσα θεώρησε ότι έπρεπε να προστατεύσει τα δικαιώματά της, εξ ου και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Καταλήγει δε, ότι με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Ενάγουσας-Αιτήτριας, ότι εάν δεν εκδοθεί μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα, θα καταστεί αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού θα καταστεί άνευ αντικειμένου η κυρίως αίτηση της Ενάγουσας, ενόψει του ότι με την επίδοση της αίτησης δια κλήσεως στην Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση 3, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αυτή να αποξενώσει την εν λόγω ακίνητη περιουσία. Μετά από εκ πρώτης όψεως θεώρηση των πραγμάτων επί της εκδοχής της η Ενάγουσα-Αιτήτρια πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίων των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση. Το θέμα θα επανεξεταστεί αφού καταχωρίστηκε ένσταση μετά την επίδοση του μονομερούς διατάγματος. Η Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση 3 αντιμετώπισε την Αίτηση με καταχώρηση Ένστασης, στην οποία καταγράφει οκτώ
(8)λόγους ενστάσεως. Υποστηρίζει ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται στη σωστή νομική βάση, ότι η Ένορκη Δήλωση που στηρίζει την Αίτηση είναι ελλιπής, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος, ότι δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα και αποκρύφτηκαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, ότι η Αιτήτρια δεν απέδειξε το κατ' επείγον και ότι ενήργησε καθυστερημένα. Παράλληλα, καταγράφεται ότι τα γεγονότα όπως κατεγράφησαν στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει τη Μονομερή Αίτηση, παραπλάνησαν το Δικαστήριο καθώς επίσης και ότι δεν τεκμηριώνεται οποιοσδήποτε δόλος στην ενέργεια των Εναγομένων. Η Ένσταση βασίστηκε στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 90 και 91 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 θ.1-4 και στο Κεφ.62, άρθρα 1-
- Υποστηρίχθηκε, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του κ. Φλουρέντζου Φλουρέντζου, ο οποίος είναι ο Εναγόμενος 1 στην αγωγή αρ.2652/1999 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και Καθ' ου η Αίτηση 1 στην υπό εξέταση αίτηση καθώς επίσης και από την Ένορκη Δήλωση της Παναγιώτας Φλουρέντζου, Καθ' ης η Αίτηση
- Σύμφωνα με τον ομνύοντα Φλουρέντζο Φλουρέντζου, Καθ' ου η Αίτηση 1, έχει εξουσιοδοτηθεί από τη σύζυγό του, Καθ' ης η Αίτηση 2, να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Παραδέχεται ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ιδίου και της Καθ' ης η Αίτηση 2, το
- Η Αιτήτρια-Ενάγουσα όμως, κατά τον ισχυρισμό του, παρέλειψε να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι για τη συγκεκριμένη απόφαση καταχώρησε memo με αριθμό 670/00, σε άλλο ακίνητο του Εναγόμενου 1, με αριθμό εγγραφής C942, Τεμ.546, Φ/Σχ.XLI/57.1.1, στη Λάρνακα, το οποίο εξακολουθεί να είναι βεβαρημένο. Στο επισυνημμένο Τεκμήριο Δ της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, δεν φαίνονται τα στοιχεία του συγκεκριμένου ακινήτου που επιβαρύνθηκε. Αναφέρεται η Ενάγουσα-Αιτήτρια μόνο τα στοιχεία του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3110, Τμήμα 7, Φ/Σχ.40/55W2, Τεμάχιο 1800, οικόπεδο στον Άγιο Φανούριο, Δήμος Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας, ήτοι 1/9 μερίδιο ο καθένας, χωρίς να αναφέρει πώς και πότε αποκτήθηκε το συγκεκριμένο ακίνητο και ποιο μερίδιο είχε αποξενωθεί. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο ομνύοντας ότι η Αιτήτρια-Ενάγουσα δεν ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το υπό αναφορά ακίνητο βρίσκεται η κατοικία η οποία είχε αγοραστεί από τη θυγατέρα των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 05/08/2007 και ότι για τη συγκεκριμένη αγορά είχαν εξασφαλιστεί δύο δάνεια. Για την εξασφάλιση των συγκεκριμένων δανείων υποθηκεύθηκε άλλη περιουσία και για περαιτέρω ασφάλεια τέθηκαν τα ονόματα, τόσο του ιδίου, καθώς και της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση 2, στο πωλητήριο έγγραφο καθώς και στα δύο δάνεια. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι από το 2001 η Ενάγουσα-Αιτήτρια είχε εξασφαλίσει διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του, για το ποσό των Λ.Κ.200- μηνιαίως, γεγονός που δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Το συγκεκριμένο ποσό καταβαλλόταν και συνεχίζει να καταβάλλεται. Δεν αναφέρθηκε επίσης από την Ενάγουσα-Αιτήτρια, ήταν ο ισχυρισμός του, το σημερινό οφειλόμενο ποσό, καθώς και η αξία, τόσο του ήδη βεβαρημένου ακινήτου, όσο και η αξία του ακινήτου για το οποίο εξασφαλίστηκε το προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης καθώς επίσης και το γεγονός ότι αναζητά αγοραστή για το βεβαρυμμένο ακίνητο. Καταλήγει ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο «με καθαρά χέρια» και δεν έδωσε στο Δικαστήριο την πραγματική εικόνα. Η Αιτήτρια δεν ενήργησε με σπουδή, ως όφειλε, και απέτυχε να αποδείξει το στοιχείο του κατ' επείγοντος, ακόμα και μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Αρνείται ότι ο ίδιος ή η σύζυγός του ή η θυγατέρα του, ενήργησαν με δόλιο τρόπο και ότι αν πρόθεσή τους ήταν να εξαπατήσουν την Αιτήτρια θα επέμεναν να εγγραφεί το συγκεκριμένο οικόπεδο και/ή κατοικία, απευθείας στη θυγατέρα τους, χωρίς οι ίδιοι να παρουσιάζονται ως ιδιοκτήτες. Καταλήγει, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και παράλληλα εισηγείται ότι η Αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι ανύπαρκτη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη, γιατί δεν βασίζεται στους σωστούς δικονομικούς θεσμούς. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 αναφέρει στη δική της Ένορκη Δήλωση ότι η ίδια έχει παντρευτεί πρόσφατα και λόγω του ότι θα δημιουργούσε το δικό της σπίτι αγόρασε δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου, ημερ.05/08/2007, μια κατοικία η οποία είναι κτισμένη εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3110, Τμήμα 7, Φ/Σχ.40/55W2, Τεμάχιο 1800, οικόπεδο στον Άγιο Φανούριο, Δήμος Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας. Κατά την ομνύουσα, παρέλειψε η Ενάγουσα-Αιτήτρια να αναφέρει ότι στο επίδικο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία την οποία η ίδια έχει αγοράσει δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου με την εξασφάλιση δύο δανείων στα οποία συμπεριλήφθηκαν και τα ονόματα των γονέων της, Εναγομένων 1 και 2-Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε η ομνύουσα ότι δεν αναφέρθηκε από την Ενάγουσα-Αιτήτρια, το σημερινό οφειλόμενο ποσό, καθώς και η αξία, τόσο του ήδη βεβαρημένου ακινήτου, όσο και η αξία του ακινήτου για το οποίο εξασφαλίστηκε το προσωρινό διάταγμα μη αποξένωσης, το γεγονός ότι αναζητά αγοραστή για το βεβαρυμμένο ακίνητο καθώς επίσης ότι από το 2001 είχε εξασφαλιστεί διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων Λ.Κ.200-, οι οποίες καταβάλλονται από τον πατέρα της, Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση
- Αρνείται ότι ενήργησε δόλια η ίδια ή οι γονείς της και ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος γιατί δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε και καλές πιθανότητες επιτυχίας της κυρίως αίτησης. Παράλληλα, εισηγείται ότι η αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι ανύπαρκτη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη, γιατί δεν βασίζεται στους σωστούς δικονομικούς θεσμούς. Μετά την καταχώριση της Ένστασης, ζητήθηκε άδεια για καταχώριση δεύτερης συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης εκ μέρους της Ενάγουσας-Αιτήτριας. Παραχωρήθηκε άδεια και ο κ. Μάριος Ιωάννου κατέγραψε ότι εκ παραδρομής και λόγω εκτυπωτικού λάθους η Ενάγουσα δεν επεσύναψε την πίσω σελίδα του εντύπου κατάθεσης Memo, Τεκμήριο Δ, στην αρχική Ένορκη Δήλωση που συνόδευε την Αίτηση. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν στην υποστήριξη των θέσεών τους με αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. Με την υπό κρίση αίτηση ουσιαστικά ζητήθηκε απαγορευτικό διάταγμα. H έκδοση απαγορευτικών καθώς και προστακτικών διαταγμάτων αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Λόγω του ότι η διαδικασία έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος έχει την ιστορική καταβολή της στο δίκαιο της επιείκειας, το Δικαστήριο δύναται, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία αυτού, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσής του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα ηδύνατο να μην το έχει εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει τεθεί επανειλημμένα μέσα από τη νομολογία η σχετική δε απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου Brink΄s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, έχει πλήρως υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια όπως υποδεικνύουν οι αποφάσεις Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 606, στη σελ. 610-611. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Είναι άσχετο εάν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή όχι. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. επίσης M. and Ch. Mitsigas Trading Ltd v. Timberland Co of USA
(1987)1 Α.Α.Δ. 1791). Στην υπόθεση Timberland (ανωτέρω), αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: ". . Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED V. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω) (σελ 601-602). "Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." (βλ. επίσης Κατερίνα Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd Πολ. Έφεση 181/07 ημερ.19/06/2009). Στην υπόθεση United Perlite Industries Ltd v. Sayakhatar Air Compay
(2002)1Β Α.Α.Δ. 938, ο Δικαστής Αρτέμης, όπως ήταν τότε, κατέγραψε τα ακόλουθα στη σελίδα 943: «Είναι νομολογημένο πως, το καθήκον για αποκάλυψη σε περιπτώσεις όπου ακούγεται μόνο η μία πλευρά και δεν δίνεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται κάτω από τέτοιες συνθήκες. (Demstar Ltd ν. Zim Israel Navigation Co. και Άλλοι
(1966)1 C.L.R.. 597). Το ουσιαστικό κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό και η πρόθεση για απόκρυψη είναι άσχετη και ούτε αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρης Χρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598). Δε θεωρούμε αναγκαίο να επαναλάβουμε με λεπτομέρεια τη νομολογία επί του θέματος, στην οποία κάμνει εκτενή αναφορά η πρωτόδικος Δικαστής. Θα παραθέσουμε μόνο δύο σχετικά αποσπάσματα από μία Αγγλική απόφαση. Στην R. v. Kensington Income Tax Comrs ex Princess Edmond de Polignac
(1917)1 KB 486, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 509: "It is perfectly well settled that a person who makes an ex parte application to the Court - that is to say, in the absence of persons who will be affected by that which the Court is asked to do - is under an obligation to the Court to make the fullest possible disclosure of all material facts within his knowledge, and if he does not make that fullest possible disclosure, then he cannot obtain any advantage from the proceedings and he will be deprived of any advantage he may have already obtained by means of the order which has thus wrongly been obtained by him. That is perfectly plain and requires no authority to justify it." Επίσης στις σελ. 91-92 διαβάζουμε τα ακόλουθα: ". the court will be astute to ensure that a plaintiff who obtains an injuction without full disclosure - or any ex parte order without full disclosure - is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty . . . The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the draconian remedy of the Mareva injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that it should be revoked." Πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός, από την άποψη ότι ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το κατεπείγον του θέματος το οποίο να δικαιολογεί την παράκαμψη της συνήθους διαδικασίας της ακρόασης και του έτερου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι αυτό το λόγο διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση (βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 στη σελ. 841, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 στη σελ. 954 και Resola v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598). Το ζήτημα του κατ' επείγοντος μπορεί να προβληθεί και να εξεταστεί κατά το στάδιο που συζητείται η ορθότητα ή μη της έκδοσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Έχοντας όλες τις πιο πάνω καθιερωμένες νομολογιακές αρχές κατά νου, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά προτεραιότητα το ζήτημα της πιθανής έλλειψης του κατεπείγοντος και της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, στη βάση των όσων έχουν τεθεί υπόψη του, σε σχέση με τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, χωρίς αυτά να αποτελέσουν αντικείμενο αμφισβήτησης από οποιαδήποτε πλευρά αφού δεν κλήθηκε για αντεξέταση κανένας από τους ομνύοντες. Εξετάζοντας την επίδικη Αίτηση, πρέπει πρώτα να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρξε τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το μονομερές στάδιο, ώστε το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να προχωρήσει καν στην εξέταση της ουσίας του. Έχουν τεθεί συγκεκριμένες εισηγήσεις από τον συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με το ζήτημα με ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν καταχωρίσει memo σε άλλη περιουσία του Εναγόμενου 1-Καθ' ου η Αίτηση 1 και πατέρα της Καθ' ης η Αίτηση 3, με αρ. εγγραφής C
- Τεμ 546, Φ/Σχ XLI/57.1.1, στη Λάρνακα, το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και το συγκεκριμένο ακίνητο είναι βεβαρυμμένο για το συγκεκριμένο χρέος και για το οποίο ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 1 καταβάλλει το αντίστοιχο ή και περισσότερα σε ευρώ των Λ.Κ.200-, ως το διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Όλα αυτά τα γνώριζε η Ενάγουσα-Αιτήτρια, όμως δεν τα ανέφερε στο Δικαστήριο κατά την εξασφάλιση του μονομερούς διατάγματος, όπως γνώριζε επίσης ότι το ακίνητο στο οποίο κάνουν αναφορά δεν ανήκε εξ ολοκλήρου στους Εναγομένους-Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Ο Δικαστής Ralf Gibson L.J. στην υπόθεση Brink´s (ανωτέρω), ανέφερε ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο γεγονότα που είναι γνωστά στον Αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα που θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Επί λέξει ανέφερε τ΄ ακόλουθα: «
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but to any material facts which he could have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application (
- b)the order for which the application is made and the probable effect of the order on the defendant .... and (
- c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquiries. » Στην Ένορκη Δήλωση και τη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Μάριου Ιωάννου, ημερομηνιών 26/10/2010 και 02/11/2010, οι οποίες λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος, επισυνάπτεται κτηματολογική έρευνα, στην οποία προέβηκε η Ενάγουσα-Αιτήτρια, η οποία, κατά τον ισχυρισμό του ομνύοντα για την Ενάγουσα, της είχε αποκαλύψει το επίδικο ακίνητο στις 03/08/2010. Προφανώς όμως, είχε προηγηθεί και άλλη έρευνα στο Κτηματολόγιο, αφού είχε εγγραφεί το 2000 memo σε άλλη περιουσία του Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση 1. Όμως, προκύπτει από τα Τεκμήρια «Στ» και «Ζ» της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση, ότι ο Εναγόμενος 1-Καθ' ου η Αίτηση 1, ανελλιπώς καταβάλλει τη μηνιαία δόση που του είχε καθορισθεί από το Δικαστήριο στις 13/06/2001, ενώ είχε δεσμευτεί και το άλλο ακίνητό του, ένα κατάστημα, για σκοπούς εκτέλεσης της υπό αναφορά απόφασης. Τα γεγονότα αυτά τα γνώριζε η Ενάγουσα-Αιτήτρια, όμως επέλεξε να μην τα γνωστοποιήσει στο Δικαστήριο κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος, ενώ είχε δύο ευκαιρίες να το πράξει. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Interpartmental Concern "Ulrametrom" (ανωτέρω), ένορκη δήλωση που κατατίθεται μετά την έκδοση του διατάγματος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληροί τα κενά της πλήρους αποκάλυψης κατά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Ο Δικαστής Αρτεμίδης (όπως ήταν τότε) ανέφερε τ΄ ακόλουθα στην πιο πάνω αναφερθείσα υπόθεση: «..... Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση κατατέθηκε μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος στην μονομερή αίτηση των Εφεσειόντων, και είναι αυτή η απόφαση που αποτέλεσε το αντικείμενο της συζήτησης, μετά την ένσταση των Εφεσιβλήτων, που ορθά έγινε αποδεκτή.» Η αποκάλυψη του γεγονότος ότι υπήρχε ακίνητο του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 βεβαρυμμένο με memo προς όφελος της Ενάγουσας-Αιτήτριας, η αξία του οποίου ουδέποτε αποκαλύφτηκε στο Δικαστήριο καθώς επίσης και ότι υπήρχε διάταγμα αποπληρωμής της οφειλής με μηνιαίες δόσεις, στο οποίο υπήρχε πλήρης συμμόρφωση, σίγουρα θα επιδρούσε στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του διατάγματος, αφού εκ των πραγμάτων η Ενάγουσα-Αιτήτρια ήταν ήδη εξασφαλισμένη. Αυτά τούτα τα γεγονότα εξάλειψαν «το μεγάλο κίνδυνο» να παραμείνει η Ενάγουσα χωρίς θεραπεία σε μεταγενέστερο στάδιο. Επομένως, για την απόκρυψη αυτών των γεγονότων, που εξ αντικειμένου κρινόμενα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ευχέρεια του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το επίδικο διάταγμα και το ακυρώνει. Πέραν των πιο πάνω, η νομολογία έχει καταγράψει ότι ένα προσωρινό διάταγμα το οποίο προωθήθηκε πάνω σε επείγουσα μονομερή βάση μπορεί να ακυρωθεί εάν οι Αιτητές δεν ήταν καλόπιστα ταχείς στην προώθηση της θεραπείας που επιζητούσαν (βλ. Spidertrade Com. Fin Ltd ν. Χατζηγαβριήλ (ανωτέρω)). Η κτηματολογική έρευνα στην οποία προέβηκε η Αιτήτρια φέρει ημερομηνία 05/08/2010,Τεκμήριο Β στην Αίτηση. Η δικαστική απόφαση είχε εκδοθεί στις 22/09/1999 και η Αίτηση για το μονομερές διάταγμα καταχωρίστηκε στις 26/10/2010. Αυτό, κατά το Δικαστήριο, από μόνο του δείχνει ολιγωρία σοβαρής μορφής στην προώθηση θεραπείας σε μονομερή βάση. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (ανωτέρω) και υιοθετηθεί στην Zein κ.ά ν. Π.Κ. Καμπανελλά Λτδ (ανωτέρω): "Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης , Δ., σε δύο αποφάσεις του.(In Re Stavros Hotel Appartments Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 836). In Re B.P. CYPRUS LTD
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 861, το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοσύνης κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στην Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι: «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» " Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, το κατ΄ επείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Είναι δύσκολο να αποδεχθώ το περιεχόμενο της παραγράφου 5 της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση στην οποία αναφέρεται ότι «... θα εμποδιστούν οι Ενάγοντες να ασκήσουν το δικαίωμά τους για κατάθεση memo επί του εν λόγω ακινήτου και να προχωρήσουν με την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης και να εισπράξουν το επίδικο ποσό .....» Η Αιτήρια έχει ήδη ασκήσει το δικαίωμά της για καταχώριση memo επί άλλου ακινήτου του Εναγόμενου-Καθ' ου η Αίτηση 1 και λαμβάνει μηνιαία δόση την οποία η ίδια αποδέχθηκε προς αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγόμενου 1-Καθ' ου η Αίτηση 1. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια έμεινε άπρακτη για 10 χρόνια, από την ημέρα έκδοσης της απόφασης και για 2½ μήνες, από τη διενέργεια της έρευνας, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε διαβήματα γιατί, κατά τον ισχυρισμό της, ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση 1 τη διαβεβαίωνε ότι θα την ξοφλήσει. Μα αφού εν πάση περιπτώσει τους πλήρωνε διάφορα ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του. Επίσης, το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο είναι υποθηκευμένο καθιστά σχεδόν ανύπαρκτο τον κίνδυνο αποξένωσής του. Όλα τα πιο πάνω στοιχεία δεν είχαν αποκαλυφθεί από την πλευρά της Ενάγουσας-Αιτήτριας κατά το στάδιο που απευθυνόταν μονομερώς στο Δικαστήριο ζητώντας επειγόντως προσωρινή θεραπεία. Πρόκειται ασφαλώς για στοιχεία τα οποία το Δικαστήριο σίγουρα θα έπρεπε να είχε υπόψη του όταν κλήθηκε μονομερώς να παρέχει θεραπεία. Πρόκειται για στοιχεία που όχι μόνο αφορούν ουσιαστικά γεγονότα που είναι αναγκαία για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια διαδικασίας όπως η υπό συζήτηση, αλλά αφορούσαν επιπρόσθετα και το στοιχείο του επείγοντος σαν αναγκαίου δικαιοδοτικού υπόβαθρου για παροχή θεραπείας χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη οποιασδήποτε σκοπιμότητας, η οποία απολήγει να είναι χωρίς σημασία σε διαδικασίες όπως η παρούσα, αισθάνομαι ότι δεν έχει υπάρξει πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία ήταν γνωστά στην Αιτήτρια. Τούτο καταπίπτει τη βάση στην οποία στηρίχτηκε το διάταγμα. Με καταλυτικές ασφαλώς συνέπειες για την ισχύ του. Πρόσθετα από τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει στη συνέχεια να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που θέτει η επιφύλαξη του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, προκειμένου το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παρατείνει την ισχύει του διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων που καθορίζονται από το Νόμο για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 στη σελ. 267, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788 στη σελ. 797). Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Δεν θα παραθέσω τις γνωστές προϋποθέσεις, θα αρκεστώ να αναφέρω πως αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Ν.14/60 σωρευτικά, θα πρέπει στο τέλος να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Ο Αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία της Ενάγουσας-Αιτήτριας, καθώς και τη μαρτυρία των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν εκδίδει το διάταγμα αν όχι τότε απορρίπτει την αίτηση. Η αιτιολογική βάση της έκδοσης ή μη διατάγματος, συναρτώμενο με τα πραγματικά περιστατικά, όπως θα υπαχθούν στις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, κρίνεται με βάση την ένορκη δήλωση και δια μέσου αυτής εξετάζεται και η υπάρχουσα δικογραφία. Γενικότερα, η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 έναντι της εκδοθείσας υπέρ της Ενάγουσας απόφασης, δεν φαίνεται να αποκαλύπτει σχέδια υπεκφυγής ή απροθυμίας αποπληρωμής της. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 καταβάλλει διάφορα ποσά κάθε μήνα προς την Ενάγουσα για εξόφληση της οφειλής του. Πρέπει παράλληλα να σημειωθεί πως πέραν της γενικής και αόριστης ανησυχίας από πλευράς της Ενάγουσας, δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδείκνυε ή να άφηνε να υποβόσκει έστω στη συγκεκριμένη περίπτωση, βάσιμος κίνδυνος η απόφαση να παρέμενε ανικανοποίητη, δοθέντων μάλιστα των όσων η πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου με τις Ένορκες Δηλώσεις της πλευράς τους . Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση αναπόφευκτα οδηγείται σε αποτυχία και απορρίπτεται. Το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται. Ενόψει του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος που να οδηγεί στην εκτόπιση του κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα, (Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ 412,παράγραφοι 795-796 και Θρασυβούλου v Arto Estates Ltd
(1993)1AAΔ 12), τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο