Ελληνικής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις ) ΛΤΔ ν. Garry Law κ.α., Αρ. Αγωγής: 1543/95, 1 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1543/95 Μεταξύ: Ελληνικής Τράπεζας ( Χρηματοδοτήσεις ) ΛΤΔ Εναγόντων και
- Garry Law
- Ανδρέα Κώστα Ανδρέου Εναγομένων ------------------------- Αίτηση έρευνας ημερομηνίας 03/02/2011 για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 14.11.1996 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 1 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Ζίκκου για Α. Ποιητή & Σια Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτήθηκαν στις 24/01/2011 διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να παρατείνεται η ισχύ εγγραφής του ΜΕΜΟ ΕΒ166/03, ημερομηνίας 04/03/2003, του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας επί του κτήματος του Ανδρέα Κώστα Ανδρέου, Εναγόμενου
- Στις 03/02/2011 οι Ενάγοντες-Αιτητές καταχώρισαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα που να επιτρέπει την ανανέωση της απόφασης. Η αίτηση για ανανέωση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Χριστάκη Φουλή, ο οποίος είναι υπάλληλος της Hellenic Bank Public Co. Ltd, ενώ προηγουμένως ήταν υπάλληλος της Hellenic Bank (Finance) Ltd, η οποία κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής ήταν θυγατρική εταιρεία της Hellenic Bank Public Co. Ltd. Στις 11/01/2010, με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το σύνολο των δικαιωμάτων και απαιτήσεων της Hellenic Bank (Finance) Ltd έναντι τρίτων απεκτήθησαν και αναλήφθηκαν από την Hellenic Bank Public Co. Ltd. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι, στις 14/11/1996 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγομένου 2 για το ποσό των Λ.Κ.5.651,89 με τόκο 9% από τη λήξη των καθυστερημένων δόσεων μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ.794,70 έξοδα της αγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων συντάξεως της απόφασης με τόκο 8% ετησίως επί του ποσού των Λ.Κ.779,20 από 19/12/1996 μέχρι εξοφλήσεως. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από την έκδοση της απόφασης οι Ενάγοντες έλαβαν μέτρα εκτέλεσης τα οποία δεν καρποφόρησαν. Στις 04/03/2003 εγγράφτηκε το ΜΕΜΟ ΕΒ166/03 επί της ακίνητης περιουσίας του Εναγόμενου
- Στις 14/02/2003 εκδόθηκε, κατά τον ισχυρισμό του ομνύοντα, ανανέωση δικαστικής απόφαση και στις 11/02/2009 ανανεώθηκε το ΜΕΜΟ ΕΒ166/03 για δύο έτη. Παρά αυτά τα διαβήματα, δεν κατέστη δυνατή η ικανοποίηση της απόφασης και ο Εναγόμενος 2 οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των €11.433,33 πλέον τόκους €15.133,50 πλέον τόκο 9% από 03/02/2011 πλέον έξοδα. Καταλήγει δε, ότι η αδράνεια οφείλεται στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 είχε επισκεφτεί τους Ενάγοντες και τους ζήτησε χρόνο, τον οποίο του παραχώρησαν για να μην τον καταστρέψουν. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες έχουν τώρα πληροφορηθεί ότι μπορεί ο Εναγόμενος 2 να καταβάλλει το ποσό με μηνιαίες δόσεις. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.48 θ.1-4,8,9 και η Δ.40 θ.8 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο ζήτησε να επιδοθεί η αίτηση για ανανέωση της απόφασης και η πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών καταχώρισε Ένορκη Δήλωση της Επιδότριας κας Κούλας Κωνσταντίνου, ημερομηνίας 16/02/2011, με την οποία δήλωνε ότι ο Εναγόμενος 2 εγκατέλειψε τη διεύθυνση Νίκου Καζαντζάκη 38, στη Δρομολαξιά και δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του, γιατί βρίσκεται σε άγνωστη διεύθυνση στο εξωτερικό. Το Δικαστήριο διαπιστώνοντας ότι όταν καταχωρίστηκε η αίτηση για ανανέωση του ΜΕΜΟ ΕΒ166/03, δεν υπήρχε εν ισχύ απόφαση, ζήτησε από την κα Ζίκκου να αγορεύσει. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε ότι η Ένορκη Δήλωση του κ. Φουλή είναι αρκετά λεπτομερείς και καταγράφει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη νομολογία. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η αδράνεια οφειλόταν στο πρόσωπο του Εναγόμενου 2, ο οποίος είχε ζητήσει χρόνο για να διευθετήσει την υπόθεση. Κατέληξε ότι αν δεν ανανεωθεί η απόφαση, οι Ενάγοντες θα απολέσουν το δικαίωμα εκποίησης του ΜΕΜΟ ΕΒ166/
- Προτού προχωρήσω να παραθέσω τις ισχύουσες και εφαρμοστέες νομικές αρχές και να εξετάσω την ουσία της Αίτησης, θέλω να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου. Δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 14/11/1996 και κανένα διάβημα προς εκτέλεση της απόφασης δεν λήφθηκε μέχρι τις 12/02/2003 που ζητήθηκε άδεια για εκτέλεση της απόφασης. Για οκτώ χρόνια οι Ενάγοντες παρέμειναν αδρανείς. Στις 04/03/2003 ενεγράφη το ΜΕΜΟ ΕΒ166/03 και η μόνη ενέργεια που έγινε ήταν η αίτηση για ανανέωσή του στις 19/01/2009 και ενώ η απόφαση είχε λήξει. Το επόμενο διάβημα είναι η υπό εξέταση αίτηση για ανανέωση της απόφασης, δύο και πλέον χρόνια μετά τη λήξη της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός έξι ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση έξι ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση έξι ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7). Η αδελφή Δικαστής κα Μηλιώτου, στην απόφασή της στην Αγωγή Αρ.785/98 ΣΠΕ Κοντέας ν. Δημήτρη Θεοδώρου κ.α., ημερομηνίας 21/01/2011, εξέτασε με πολύ λεπτομέρεια το συγκεκριμένο θέμα και συμφωνώ απόλυτα με τα όσα έχει καταγράψει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρά το ότι η Δ.40 θ.8 δεν καθορίζει ποιά είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ.1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»». Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, η δική μας Δ.48 θ.8
(1)(kk) καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για άδεια εκτέλεσης στους Καθ' ων η αίτηση, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαδικασίας εκτέλεσης, του ποσού που εξακολουθείτε να οφείλεται, ως επίσης όλων των θεμάτων που πρέπει να αναφέρονται στη συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δίδοντάς τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει την αιτηθείσα άδεια. Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια. .................................................................................................. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19, σελ. 23, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και έλεγχο του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα που εκδίδει (βλ. Jays PVC Pipes PVT Ltd v. Intertrust Shipping Corporation
(1989)1(E) A.A.Δ. 548. .................................................................................................. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο εξ αποφάσεως πιστωτής ότι η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη και πως σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η δικαστική απόφαση εντός έξι ετών από την έκδοσή της, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη αδράνεια και να δικαιολογήσει γενικότερα τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. ................................ Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης.» Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές οι Ενάγοντες-Αιτητές, έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα έξι χρόνια. Η Ένορκη Δήλωση του κ. Φουλή καταγράφει απλώς, παράγραφος 6, ότι λήφθηκαν μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης όπως φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου γενικά και αόριστα. Ποια ήταν αυτά τα μέτρα εκτέλεσης δεν αναφέρει και από το φάκελο του Δικαστηρίου το μόνο που προκύπτει είναι η εγγραφή ΜΕΜΟ, έξι χρόνια μετά τη λήψη της απόφασης. Κανένα άλλο μέτρο εκτέλεσης της απόφασης δεν έχει ληφθεί εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιοδήποτε μέτρων εκτέλεσης. Στην Ένορκη Δήλωση του κ. Φουλή δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, δεκαπέντε χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Περαιτέρω, οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος 2 μπορεί τώρα να καταβάλλει το εξ αποφάσεως χρέος με μηνιαίες δόσεις, προφανώς ξεχνώντας ότι είχαν καταχωρίσει οι ίδιοι στις 16/02/2011 Ένορκη Δήλωση της κας Κούλας Κωνσταντίνου, Επιδότριας, ότι ο Εναγόμενος 2 εγκατέλειψε την Κύπρο και βρίσκεται σε άγνωστη διεύθυνση στο εξωτερικό. Οπόταν, παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου αντικρουόμενες θέσεις αναφορικά με τον Εναγόμενο 2, πού βρίσκεται, καθώς και για τους λόγους αδράνειάς του. Η εξήγηση που παρατίθεται, θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Δεκαπέντε χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι ο Εναγόμενος 2 είχε ζητήσει χρόνο από τους Ενάγοντες, ο οποίος του παρασχέθηκε για να μην τον καταστρέψουν. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός. Αδυνατώ να αντιληφθώ σε τί θα εξυπηρετήσει η χορήγηση από το Δικαστήριο της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης εναντίον του Εναγομένου 2, αφού οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι αυτός βρίσκεται σε άγνωστη διεύθυνση εκτός Κύπρου και δεν ήταν σε θέση να του επιδώσουν αυτή τούτη την υπό εξέταση αίτηση. Καταλήγω λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής μου ευχέρειας, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο