← Κύπρος

Ανδρέα Κουλέρμου κ.α. ν. Λούκα Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής 520/11, 2.3.2011

Ανδρέα Κουλέρμου κ.α. ν. Λούκα Λουκά κ.α., Αρ. Αγωγής 520/11, 2.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 520/11 Μεταξύ:

  1. Ανδρέα Κουλέρμου, από τη Λευκωσία,
  2. Νίκου Κουλέρμου, από τη Λευκωσία, Εναγόντων -και-
  3. Λούκα Λουκά, από τη Λάρνακα,
  4. Λεωφορεία Λάρνακας «Ζήνωνας» Λτδ., από τη Λάρνακα, Εναγόμενων Μονομερής αίτηση ημερ. 22.02.2011 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 2.3.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες/αιτητές: Ο κ. Χατζηστερκώτης με την κα Ε. Ορθοδόξου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Εξετάζω την παρούσα Αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς έχοντας υπόψη τα όσα καταγράφονται ιδιαίτερα στις παραγράφους

(30)και
(31)της Ένορκης Δήλωσης που την υποστηρίζει από τις οποίες προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, το στοιχείο του κατεπείγοντος οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση να δικαιολογείται η εξέταση και η παροχή θεραπείας χωρίς την παρουσία του αντιδίκου και κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης. Θεωρώ ότι, με τα όσα καταγράφονται, ιδιαίτερα σ΄ αυτές τις παραγράφους της ένορκης δήλωσης, μπορώ να προχωρήσω στην απουσία της άλλης πλευράς διότι διαπιστώνεται, κατά τη γνώμη μου, το κατεπείγον της υπόθεσης που συνιστά πλέον για το Δικαστήριο δικαιοδοτικό όρο για να προχωρήσει χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά. Η παρούσα Αίτηση αφορά στην έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως παραδώσουν για επιθεώρηση και/ή λήψη αντιγράφων τα έγγραφα τα οποία περιγράφονται στην παράγραφο (Α) της Αίτησης. Η αίτηση αυτή έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο με την οποία ζητούνται, σύμφωνα με την οπισθογράφησή της, διάφορες θεραπείες μεταξύ των οποίων διατάγματα για μη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης 2 και δηλωτική απόφαση ότι ο εναγόμενος 1 έχει παραβεί τον περί Εταιρειών Νόμο και τους κανόνες επιείκειας, όπως, επίσης, και τα ειδικά καθήκοντα πλήρους εμπιστοσύνης που όφειλε προς την εναγόμενη
  1. Επίσης επιζητούνται γενικές και τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις λόγω διάπραξης διαφόρων αστικών αδικημάτων όπως συνωμοσία προς απάτη, σφετερισμός και/ή παράνομη ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης
  2. Όπως είχε αναφέρει ο κ. Χατζηστερκώτης αγορεύοντας προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, η παρούσα περίπτωση αναφέρεται σε παράγωγη αγωγή (derivative action) όπου ένας μέτοχος μιας εταιρείας ενάγει προς το σκοπό επίρρωσης απαίτησης, που στην πραγματικότητα, όμως, ανήκει στην ίδια την εταιρεία και, συνεπώς, είναι δικαίωμα το οποίο απορρέει και προκύπτει από την εταιρεία. Σ΄ ό,τι αφορά τη φύση της παράγωγης αγωγής δεν έχω κάτι καλύτερο να κάμω παρά να παραπέμψω σε μια απόφαση του κ. Ναθαναήλ, όταν ήταν Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, στην αγωγή 891/07 ημερ. 9.02.2007 όπου ακριβώς εκεί περιγράφεται η φύση της παράγωγης αγωγής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, οι οποίες βασικά είναι δύο. Να υπάρχει το στοιχείο του δόλου και το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της το όνομα. Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση ο οποία υποστηρίζει την Αίτηση, προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν σε ενέργειες του εναγόμενου 1, ο οποίος είναι μέτοχος και διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας οι οποίες είναι αντικαταστατικές και κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου και συνιστούν παράνομες ενέργειες. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στις παραγράφους
(6)της ένορκης δήλωσης,
(9)και
(11), όπου βασικά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο εναγόμενος 1 με διάφορες του ενέργειες που έγιναν καθ΄ υπέρβαση εξουσίας, έχοντας τον έλεγχο της διαχείρισης των υποθέσεων της εναγόμενης 2 εταιρείας, παρέκαμπτε τους υπόλοιπους και έχει προβεί σε διάφορες ενέργειες οι οποίες κρίνονται ότι έχουν να κάμουν με υπεξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης εταιρείας. Παραπέμπω, επίσης, στην παράγραφο
(14), στις παραγράφους
(15),
(16),
(18),
(19),
(20),
(22)και
(24)της ένορκης δήλωσης όπου όλες αυτές οι παράγραφοι δίνουν συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τις ενέργειες του εναγόμενου 1, οι οποίες κρίνονται ως παράνομες και μάλιστα αφορούν και σε αδικοπραξίες σε βάρος της εναγόμενης 2 εταιρείας. Η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων, θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας. Το διάταγμα το οποίο επιζητείται από τους ενάγοντες εμπίπτει ακριβώς στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ο κ. Χατζηστερκώτης έχει επικαλεστεί τις αρχές που έχει καθορίσει η γνωστή απόφαση Norwich Pharmacal Co. v. Customs and Excise Commissioners
(1974)Ac 133 στην Αγγλία και η θέση του ήταν ότι τέτοιας φύσεως διάταγμα μπορεί να εκδοθεί όταν, μεταξύ άλλων, επιδιώκεται ο εντοπισμός περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στην εταιρεία και τα οποία ο εναγόμενος έχει δόλια αποξενώσει. Την έχει χαρακτηρίσει ως αγωγή ιχνηλάτης (tracing action) και, ως τέτοια, κατάλληλη περίπτωση για να εκδοθεί το διάταγμα της φύσης που περιγράφεται στην παράγραφο (Α) της υπό κρίση Αίτησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με βάση το Άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και στο πλαίσιο αυτό έχουν την εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 που αποτελεί και το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Επομένως, θεωρώ ότι διατάγματα τα οποία εμπίπτουν στο Δίκαιο της Επιείκειας, όπως είναι τα διατάγματα αποκάλυψης που καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira
(1980)1 WLR 1274, εμπίπτουν σ΄ αυτό το δίκαιο και μπορούν να εφαρμόζονται, κατ΄ επέκταση, και από τα δικά μας τα Δικαστήρια. Δεν υπάρχει, δηλαδή, κάτι το οποίο απαγορεύει την έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης. Είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση που προανέφερα, Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353. Επίσης η απόφαση A. v. C.
(1981)1 Q.B. 629 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση A. v. C. (ανωτέρω): «Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not only has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees or director.» Επίσης στην υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning στη σελίδα 358: «The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335. .» Επίσης στο Σύγγραμμα Snell´s Principles of Equity, 27η έκδοση σελ. 286 η θεραπεία του εντοπισμού, «tracing action», αποδίδεται όταν ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις, δηλαδή πρώτον η περιουσία μπορεί να ανιχνευθεί ή εντοπιστεί, δεύτερο, υπάρχει δικαίωμα στο Δίκαιο της Επιείκειας για εντοπισμό και τρίτο, να μην παράγονται άδικα αποτελέσματα. Επομένως, με βάση αυτή τη νομολογία μπορούν να εκδοθούν διατάγματα αποκάλυψης όπου η αγωγή έχει, βεβαίως, αντικείμενο το ίδιο το προϊόν για το οποίο υπάρχει κίνδυνος απώλειάς του οπόταν μη έκδοση της σχετικής θεραπείας θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με απώλεια του αντικειμένου και άρα η δίκη θα ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Σημειώνω εδώ και τη θέση του κ. Χατζηστερκώτη, την οποία προανέφερα και επαναλαμβάνω, ότι, μεταξύ άλλων, οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή επιδιώκουν να εντοπίσουν περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανήκουν στην εναγόμενη 2 εταιρεία και τα οποία ο εναγόμενος 1 έχει δόλια αποξενώσει ως οι σχετικοί προβαλλόμενοι ισχυρισμοί. Σ΄ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς περί σφετερισμού και ιδιοποίησης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, πιο συγκεκριμένα θα παραπέμψω στις παραγράφους
(18)και
(19)της ένορκης δήλωσης οι οποίες αναφέρονται σε ποσά τα οποία έχουν εισπραχθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία για υπηρεσίες που η εναγόμενη 2 προσφέρει με βάση σχετική συμφωνία. Η παράγραφος
(20)αναφέρεται σε μισθούς των υπαλλήλων της εταιρείας, οι παράγραφοι
(22)και
(16)αναφέρονται στη δημιουργία της εταιρείας Pephalia Trading Limited, η οποία κατέστη μέτοχος της εταιρείας και υπάρχει αυτός ο ισχυρισμός ότι έχει αντλήσει κεφάλαια από περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 2 εταιρείας για τις μετοχές της στην εταιρεία. Το άλλο είδος διατάγματος πάνω στο οποίο ουσιαστικά έχει στηριχθεί ο κ. Χατζηστερκώτης είναι το Norwich Pharmacal το οποίο πιστεύω, όμως, αφορά περιπτώσεις όπου επιζητείται διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων και πληροφοριών εναντίον τρίτων προσώπων τα οποία δεν είναι διάδικοι στη διαδικασία και, βασικά, εξουσιοδοτούν τέτοιας φύσεως διατάγματα πιθανούς αιτητές να λάβουν από αθώα τρίτα μέρη πληροφορίες που παρέχουν τη δυνατότητα στους αιτητές να εξακριβώσουν τις ταυτότητες των αδικοπραγούντων και να ανιχνεύσουν το προϊόν της αδικοπραγίας. Η σχετική απόφαση είναι δημοσιευμένη στο Norwich Pharmacal
(1974)A.C. 133 και οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας αυτού του τύπου έχουν κωδικοποιηθεί, τρόπον τινά, στην Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co.
(2005)3 All E.R. 511 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 518 που καταγράφει τις τρεις προϋποθέσεις: «21 The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; And (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
  4. b)able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Στην παρούσα υπόθεση θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, όχι με βάση τις αρχές της Norwich αλλά με βάση τις αρχές της Bankers Trust και επί τούτου θα ήθελα, απλώς, να παραπέμψω σ΄ ό,τι αφορά τη διαφοροποίηση της μιας αρχής από την άλλη παραπέμποντας στην υπόθεση Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R. 282 και συγκεκριμένα στις σελίδες 289 και 290 όπου περιγράφονται δύο διαφορετικές περιστάσεις όπου μπορεί να εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης, το ένα περιγράφεται ως «The Discovery Jurisdiction» και το άλλο «The Equitable Jurisdiction» που αφορά περίπτωση ανίχνευσης, ιχνηλάτησης, και θεωρώ ότι είναι το δεύτερο που εμπίπτει στην υπό εξέταση περίπτωση. Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα: «In agreement with both counsel who appeared on this appeal, it seems to me that these cases demonstrate two different types of circumstance in which the court can order a defendant, who is not otherwise an appropriate party to proceedings, to identify the name and address of a third party. The first type of case is where the defendant has, albeit quite possibly wholly innocently, become "mixed up in" the wrong-doing, of the proposed defendant and the plaintiff has a claim in respect of that wrong-doing. In such a case, the House o Lords, in the Norwich Pharmacal decision [1974] A.C. 133, has held that the court can grant the plaintiff the discovery he seeks, if it is appropriate to do so. I shall call this 'the discovery jurisdiction.' Secondly, there is what I shall call 'the equitable jurisdiction', considered and applied in the first and last passages I have quoted from the judgment of Robert Goff J. in A. v. C. (Note) [1981] Q.B. 956, by Templeman L.J. in the Mediterranea decision, 1 December 1978 and also referred to in Bankers Trust Co. v. Shapira [1980] 1 W.L.R. 1274,
  1. Where, as in those three cases, the defendant against whom an order is sought is, albeit wholly innocently, 'mixed up in' the wrong-doing of other defendants, there is a risk of some conflation of the two types of jurisdiction (as could be said to appear from the first passage I have quoted from the judgment of Lord Denning M.R. in the Shapira decision). However, this does not seem to me to alter the fact that there are, in reality, two separate jurisdictions, albeit that in many cases they will overlap.» Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και τις νομικές αρχές αφενός και αφετέρου τα γεγονότα και με βάση τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ ότι αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται και γι΄ αυτό το λόγο θα εγκρίνω την αιτούμενη θεραπεία, η οποία θα έχει ως εξής: Εκδίδεται προσωρινό διάταγμα το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή συνεργάτες και/ή υπηρέτες τους όπως παραδώσουν εντός 48 ωρών από της επίδοσης του παρόντος διατάγματος στην ασφαλή φύλαξη του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για σκοπούς επιθεώρησης και/ή λήψης αντιγράφων από μέρους των εναγόντων όλων των εγγράφων που περιγράφονται στην παράγραφο (Α) της Αίτησης. Οι ενάγοντες να υπογράψουν εγγύηση €50.000 για κάλυψη οποιασδήποτε ζημιάς ήθελε προκληθεί εξαιτίας της έκδοσης του παρόντος διατάγματος. Το προσωρινό διάταγμα ορίζεται επιστρεπτέο στις 8.03.2011 για σκοπούς επίδοσης στην πλευρά των εναγόμενων 1 και
  2. (Υπ.) ...................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.